Help Print this page 

Document 32011D0291

Title and reference
2011/291/ΕΕ: Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 2011 , σχετικά με τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας για το υποσύστημα τροχαίο υλικό — «Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό» του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2011) 2737] Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ
  • No longer in force
OJ L 139, 26.5.2011, p. 1–151 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 07 Volume 009 P. 156 - 306

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2011/291/oj
Multilingual display
Text

26.5.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 139/1


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 26ης Απριλίου 2011

σχετικά με τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας για το υποσύστημα τροχαίο υλικό — «Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό» του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2011) 2737]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2011/291/ΕΕ)


Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2008/57/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 στοιχείο ε) και του παραρτήματος II της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, το σιδηροδρομικό σύστημα υποδιαιρείται σε δομικά και σε λειτουργικά υποσυστήματα, στα οποία περιλαμβάνεται το υποσύστημα τροχαίο υλικό.

(2)

Με την απόφαση Ε (2006) 124 τελικό, της 9ης Φεβρουαρίου 2007, η Επιτροπή έδωσε στον ευρωπαϊκό οργανισμό σιδηροδρόμων (εφεξής «Οργανισμός») εντολή να εκπονήσει τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ) με βάση την οδηγία 2001/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος (2). Με βάση τους όρους εκείνης της εντολής, ζητήθηκε από τον Οργανισμό να συντάξει τα σχέδια ΤΠΔ σχετικά με τα οχήματα για επιβάτες και τις μηχανές και μονάδες έλξης, όσον αφορά το υποσύστημα τροχαίο υλικό του συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος.

(3)

Οι τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ) είναι προδιαγραφές εκδιδόμενες με βάση την οδηγία 2008/57/ΕΚ. Η ΤΠΔ που θεσπίζεται με την παρούσα απόφαση πρέπει να καλύπτει το υποσύστημα Τροχαίο υλικό, ώστε να πληρούνται οι βασικές απαιτήσεις και να διασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος.

(4)

Η ΤΠΔ για το τροχαίο υλικό που θεσπίζεται με την παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνει πλήρως όλες τις βασικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 6 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, οι τεχνικές παράμετροι που δεν καλύπτονται πρέπει να προσδιορίζονται ως ανοικτά σημεία.

(5)

Η ΤΠΔ τροχαίου υλικού πρέπει να παραπέμπει στην απόφαση 2010/713/ΕΕ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τις ενότητες των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, καταλληλότητας για χρήση και επαλήθευσης «ΕΚ», που πρέπει να χρησιμοποιούνται στις τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας που έχουν εγκριθεί δυνάμει της οδηγίας 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3).

(6)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφος 3 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη τους τεχνικούς κανονισμούς, τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και επαλήθευσης που χρησιμοποιούνται για τις ειδικές περιπτώσεις, καθώς και τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για την εκτέλεση αυτών των διαδικασιών.

(7)

Η απόφαση 2008/163/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας που αφορά την ασφάλεια στις σιδηροδρομικές σήραγγες του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος και του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος υψηλών ταχυτήτων (4), περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της ορισμένες απαιτήσεις για το τροχαίο υλικό που κινείται στο συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα. Συνεπώς, η απόφαση 2008/163/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί.

(8)

Η ΤΠΔ για το τροχαίο δεν πρέπει να θίγει διατάξεις άλλων σχετικών ΤΠΔ οι οποίες ενδέχεται να ισχύουν για υποσυστήματα τροχαίου υλικού.

(9)

Η ΤΠΔ για το τροχαίο υλικό δεν πρέπει να επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένων τεχνολογιών ή τεχνικών λύσεων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες αυτό είναι αυστηρώς αναγκαίο για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(10)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, οι ΤΠΔ που αφορούν το τροχαίο υλικό πρέπει, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, να παρέχουν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης στοιχείων διαλειτουργικότητας σε υποσυστήματα χωρίς πιστοποίηση, εφόσον πληρούνται ορισμένοι όροι.

(11)

Για να συνεχιστεί η ενθάρρυνση της καινοτομίας και να λαμβάνεται υπόψη η πείρα που αποκτάται, η παρούσα απόφαση πρέπει να υπόκειται σε περιοδική αναθεώρηση.

(12)

Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης συμφωνούν με τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 21 της οδηγίας 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου (5),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Με το παρόν εγκρίνεται η τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας («ΤΠΔ»), η οποία περιέχεται στο παράρτημα και αφορά το υποσύστημα τροχαίο υλικό «Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό» του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος.

Άρθρο 2

1.   Η ΤΠΔ που περιέχεται στο παράρτημα ισχύει για το σύνολο του νέου τροχαίου υλικού του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος το οποίο ορίζεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2008/57/ΕΚ. Το τεχνικό και γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης περιγράφεται στις ενότητες 1.1 και 1.2 του παραρτήματος.

Η ΤΠΔ που περιέχεται στο παράρτημα ισχύει επίσης για υφιστάμενο τροχαίο υλικό κατά την ανακαίνιση ή αναβάθμισή του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

2.   Μέχρι την 1η Ιουνίου 2017, η εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ δεν είναι υποχρεωτική για το ακόλουθο τροχαίο υλικό:

α)

έργα σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης, όπως αναφέρεται στην ενότητα 7.1.1.2.2 της ΤΠΔ που περιέχεται στο παράρτημα·

β)

συμβάσεις σε στάδιο εκτέλεσης, όπως αναφέρεται στην ενότητα 7.1.1.2.3 της ΤΠΔ που περιέχεται στο παράρτημα·

γ)

τροχαίο υλικό υφιστάμενου τύπου κατασκευής, όπως αναφέρεται στην ενότητα 7.1.1.2.4 της ΤΠΔ που εκτίθεται στο παράρτημα.

Άρθρο 3

1.   Όσον αφορά τα θέματα που κατατάσσονται στα ανοικτά σημεία, τα οποία παρατίθενται στην ΤΠΔ του παραρτήματος, οι όροι που πρέπει να πληρούνται για την επαλήθευση της διαλειτουργικότητας κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφος 2 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ είναι οι ισχύοντες εθνικοί κανονισμοί οι εφαρμοζόμενοι στο κράτος μέλος, το οποίο εγκρίνει τη θέση σε χρήση των υποσυστημάτων που καλύπτονται από την παρούσα απόφαση.

2.   Εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή:

α)

τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ελέγχου που πρόκειται να εφαρμόζονται όσον αφορά την εφαρμογή των τεχνικών κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

γ)

τους φορείς που ορίζει για την εκτέλεση των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ελέγχου όσον αφορά τα ανοικτά σημεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Όσον αφορά τους εθνικούς τεχνικούς κανονισμούς που ισχύουν για οχήματα κατηγοριών προοριζόμενων για εθνική χρήση στην ενότητα 4.2.3.5.2.2, ισχύουν και οι διατάξεις της παραγράφου2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 4

1.   Όσον αφορά τα θέματα που κατατάσσονται στις ειδικές περιπτώσεις του κεφαλαίου 7 της ΤΠΔ του παραρτήματος, οι όροι που πρέπει να πληρούνται για την επαλήθευση της διαλειτουργικότητας κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφος 2 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ είναι οι ισχύοντες εθνικοί κανονισμοί οι εφαρμοζόμενοι στο κράτος μέλος το οποίο εγκρίνει τη θέση σε χρήση των υποσυστημάτων που καλύπτονται από την παρούσα απόφαση.

2.   Εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή:

α)

τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ελέγχου που πρόκειται να εφαρμόζονται όσον αφορά την εφαρμογή των τεχνικών κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

γ)

τους φορείς που ορίζει για την εκτέλεση των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ελέγχου όσον αφορά τις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 5

Οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, της καταλληλότητας για χρήση, καθώς και επαλήθευσης «ΕΚ» που αναφέρονται στο κεφάλαιο 6 της ΤΠΔ του παραρτήματος βασίζονται στις ενότητες οι οποίες ορίζονται στην απόφαση 2010/713/ΕΚ.

Άρθρο 6

1.   Πιστοποιητικό «ΕΚ» επαλήθευσης που αφορά υποσύστημα, το οποίο περιέχει στοιχεία διαλειτουργικότητας για τα οποία δεν υπάρχει δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας για χρήση μπορεί να εκδίδεται κατά τη διάρκεια εξαετούς μεταβατικής περιόδου από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας απόφασης, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι διατάξεις της ενότητας 6.3 του παραρτήματος.

2.   Η παραγωγή ή η αναβάθμιση/ανακαίνιση του υποσυστήματος με χρησιμοποίηση μη πιστοποιημένων στοιχείων διαλειτουργικότητας πρέπει να ολοκληρώνεται εντός της μεταβατικής περιόδου, περιλαμβανόμενης της θέσης σε χρήση.

3.   Κατά τη μεταβατική περίοδο τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)

στη διαδικασία επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζονται δεόντως οι λόγοι μη πιστοποίησης των στοιχείων διαλειτουργικότητας·

β)

οι εθνικές αρχές ασφαλείας, στην ετήσια έκθεσή τους που αναφέρεται στο άρθρο 18 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) περιλαμβάνουν τα λεπτομερή στοιχεία για τα μη πιστοποιημένα στοιχεία διαλειτουργικότητας, καθώς και τους λόγους μη πιστοποίησης, περιλαμβανόμενης της εφαρμογής εθνικών κανονισμών κοινοποιούμενων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

4.   Μετά τη μεταβατική περίοδο, και με τις εξαιρέσεις που επιτρέπονται με βάση την ενότητα 6.3.3 του παραρτήματος, σχετικά με τη συντήρηση, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας καλύπτονται από την απαιτούμενη δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή/και καταλληλότητας για χρήση πριν από την ενσωμάτωσή τους στο υποσύστημα.

Άρθρο 7

Όσον αφορά το τροχαίο υλικό που αποτελεί αντικείμενο έργων σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, εντός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, κατάλογο έργων τα οποία εκτελούνται στο έδαφός του και βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης.

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις της απόφασης 2008/163/ΕΚ

Η απόφαση 2008/163/ΕΚ τροποποιείται ως ακολούθως:

1)

Μετά τη δεύτερη παράγραφο του σημείου 4.2.5.1 Ιδιότητες υλικών για το τροχαίο υλικό παρεμβάλλεται το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον, για το τροχαίο υλικό ΣΣ ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.10.2 (Απαιτήσεις για τα υλικά) της ΤΠΔ ΜΗΧ&ΕΤΥ ΣΣ.».

2)

Το σημείο 4.2.5.4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.2.5.4

Πυροφραγές για επιβατικό τροχαίο υλικό

Για τροχαίο υλικό ΥΤ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.7.2.3.3 (Πυραντίσταση) της ΤΠΔ ΤΡΥ υψηλών ταχυτήτων.

Για τροχαίο υλικό ΣΣ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.7.2.3.3 (Πυραντίσταση) της ΤΠΔ ΤΡΥ υψηλών ταχυτήτων και οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.10.5 (Πυροφράγματα) της ΤΠΔ ΜΗΧ&ΕΤΥ συμβατικού σιδηροδρόμου.».

3)

Το σημείο 4.2.5.7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.2.5.7

Μέσα επικοινωνίας σε αμαξοστοιχίες

Για τροχαίο υλικό ΥΤ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.5.1 (Μεγαφωνικό σύστημα) της ΤΠΔ ΤΡΥ υψηλών ταχυτήτων.

Για τροχαίο υλικό ΣΣ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.5.2 (Μεγαφωνικό σύστημα: σύστημα ακουστικής επικοινωνίας) της ΤΠΔ ΜΗΧ&ΕΤΥ συμβατικού σιδηροδρόμου.».

4)

Το σημείο 4.2.5.8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.2.5.8

Απενεργοποίηση της πέδης ανάγκης

Για τροχαίο υλικό ΥΤ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.5.3 (Σήμα κινδύνου επιβατών) της ΤΠΔ ΤΡΥ υψηλών ταχυτήτων.

Για τροχαίο υλικό ΣΣ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.5.3 (Σήμα κινδύνου επιβατών: λειτουργικές απαιτήσεις) της ΤΠΔ ΜΗΧ&ΕΤΥ συμβατικού σιδηροδρόμου.».

5)

Το σημείο 4.2.5.11.1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.2.5.11.1

Έξοδοι κινδύνου για επιβάτες

Για τροχαίο υλικό ΥΤ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.7.1.1 (Έξοδοι κινδύνου για επιβάτες) της ΤΠΔ ΤΡΥ υψηλών ταχυτήτων.

Για τροχαίο υλικό ΣΣ, ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.10.4 (Εκκένωση από επιβάτες) της ΤΠΔ ΜΗΧ&ΕΤΥ συμβατικού σιδηροδρόμου.».

Άρθρο 9

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουνίου 2011.

Άρθρο 10

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 26 Απριλίου 2011.

Για την Επιτροπή

Siim KALLAS

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 191 της 18.7.2008, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 110 της 20.4.2001, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 319 της 4.12.2010, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 64 της 7.3.2008, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 235 της 17.9.1996, σ. 6.

(6)  ΕΕ L 164 της 30.4.2004, σ. 44.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΔΗΓΙΑ 2008/57/ΕΚ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΗ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Υποσύστημα «Τροχαίο υλικό» συμβατικού σιδηροδρόμου «Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό»

1.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.

Τεχνικό πεδίο εφαρμογής

1.2.

Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής

1.3.

Περιεχόμενο της παρούσας ΤΠΔ

1.4.

Αναφερόμενα έγγραφα

2.

ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΟ, ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

2.1.

Το υποσύστημα Τροχαίο υλικό ως μέρος του συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος

2.2.

Ορισμοί σχετιζόμενοι με το τροχαίο υλικό

2.3.

Τροχαίο υλικό στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ

3.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

3.1.

Γενικά

3.2.

Στοιχεία του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό τα οποία ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις

3.3.

Βασικές απαιτήσεις μη καλυπτόμενες από την παρούσα ΤΠΔ

3.3.1.

Γενικές απαιτήσεις, απαιτήσεις σχετιζόμενες με τη συντήρηση και την επιχειρησιακή λειτουργία

3.3.2.

Απαιτήσεις ίδιες άλλων υποσυστημάτων

4.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΟ

4.1.

Εισαγωγή

4.1.1.

Γενικά

4.1.2.

Περιγραφή του τροχαίου υλικού που υπόκειται στην εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ

4.1.3.

Βασική κατηγοριοποίηση του τροχαίου υλικού για την εφαρμογή των απαιτήσεων της ΤΠΔ

4.1.4.

Κατηγοριοποίηση του τροχαίου υλικού για την πυρασφάλεια

4.2.

Λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές του υποσυστήματος

4.2.1.

Γενικά

4.2.1.1.

Ταξινόμηση

4.2.1.2.

Ανοικτά σημεία

4.2.1.3.

Παράμετροι ασφαλείας

4.2.2.

Φέρουσα κατασκευή και μηχανικά μέρη

4.2.2.1.

Γενικά

4.2.2.2.

Μηχανικές διεπαφές

4.2.2.2.1.

Γενικά και ορισμοί

4.2.2.2.2.

Εσωτερική ζεύξη

4.2.2.2.3.

Τερματική ζεύξη

4.2.2.2.4.

Ζεύξη για παροχή βοήθειας

4.2.2.2.5.

Πρόσβαση προσωπικού για ζεύξη και απόζευξη

4.2.2.3.

Διάδρομοι ενδοεπικοινωνίας

4.2.2.4.

Αντοχή της φέρουσας κατασκευής οχήματος

4.2.2.5.

Παθητική ασφάλεια

4.2.2.6.

Ανέλκυση και ανώθηση

4.2.2.7.

Στερέωση συσκευών στη φέρουσα κατασκευή αμαξώματος οχήματος

4.2.2.8.

Θύρες πρόσβασης για προσωπικό και εμπορεύματα

4.2.2.9.

Μηχανικά χαρακτηριστικά υαλοπινάκων (εκτός από αλεξήνεμα)

4.2.2.10.

Καταστάσεις φόρτωσης και ζυγισμένη μάζα

4.2.3.

Διάδραση με την τροχιά και περιτύπωση

4.2.3.1.

Περιτύπωση

4.2.3.2.

Φορτίο άξονα και φορτίο τροχού

4.2.3.2.1.

Παράμετρος φορτίου άξονα

4.2.3.2.2.

Φορτίο τροχού

4.2.3.3.

Παράμετροι του τροχαίου υλικού οι οποίες επηρεάζουν συστήματα επί του εδάφους

4.2.3.3.1.

Χαρακτηριστικά του τροχαίου υλικού για τη συμβατότητα με συστήματα ανίχνευσης αμαξοστοιχίας

4.2.3.3.1.1.

Χαρακτηριστικά του τροχαίου υλικού για συμβατότητα με σύστημα ανίχνευσης αμαξοστοιχίας επί κυκλωμάτων τροχιάς

4.2.3.3.1.2.

Χαρακτηριστικά τροχαίου υλικού για συμβατότητα με σύστημα ανίχνευσης αμαξοστοιχίας επι μετρητών αξόνων

4.2.3.3.1.3.

Χαρακτηριστικά τροχαίου υλικού για συμβατότητα με συστημα ανιχνευσησ αμαξοστοιχιασ βασιζομενο σε τεχνικό εξοπλισμό βροχού

4.2.3.3.2.

Επιτήρηση της κατάστασης εδράνου άξονα

4.2.3.4.

Δυναμική συμπεριφορά του τροχαίου υλικού

4.2.3.4.1.

Ασφάλεια από εκτροχιασμό κατά την πορεία σε στρεβλή τροχιά

4.2.3.4.2.

Δυναμική συμπεριφορά κατά την πορεία

4.2.3.4.2.1.

Οριακές τιμές για την ασφάλεια πορείας

4.2.3.4.2.2.

Οριακές τιμές φόρτισης τροχιάς

4.2.3.4.3.

Ισοδύναμη κωνικότητα

4.2.3.4.3.1.

Κατασκευαστικές τιμές για νέες κατατομές τροχών

4.2.3.4.3.2.

Τιμές ισοδύναμης κωνικότητας τροχοφόρου άξονα, σε λειτουργία

4.2.3.5.

Όργανα κυλίσεως

4.2.3.5.1.

Κατασκευαστική μελέτη πλαισίου φορείου

4.2.3.5.2.

Τροχοφόροι άξονες

4.2.3.5.2.1.

Μηχανικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχοφόρων αξόνων

4.2.3.5.2.2.

Μηχανιικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχών

4.2.3.5.2.3.

Τροχοφόροι άξονες μεταβλητού εύρους

4.2.3.6.

Ελάχιστη ακτίνα καμπυλότητας

4.2.3.7.

Λιθοδιώκτες

4.2.4.

Πέδηση

4.2.4.1.

Γενικά

4.2.4.2.

Βασικές λειτουργικές απαιτήσεις και απαιτήσεις ασφαλείας

4.2.4.2.1.

Λειτουργικές απαιτήσεις

4.2.4.2.2.

Απαιτήσεις ασφαλείας

4.2.4.3.

Τύπος συστήματος πέδης

4.2.4.4.

Χειρισμός πέδης

4.2.4.4.1.

Χειρισμός πέδησης ανάγκης

4.2.4.4.2.

Χειρισμός πέδησης λειτουργίας

4.2.4.4.3.

Χειρισμός άμεσης πέδησης

4.2.4.4.4.

Χειρισμός δυναμικής πέδησης

4.2.4.4.5.

Χειρισμός πέδησης στάθμευσης

4.2.4.5.

Επιδόσεις πέδησης

4.2.4.5.1.

Γενικές απαιτήσεις

4.2.4.5.2.

Πέδηση ανάγκης

4.2.4.5.3.

Πέδηση λειτουργίας

4.2.4.5.4.

Υπολογισμοί σχετιζόμενοι με τη θερμική συμπεριφορά

4.2.4.5.5.

Πέδη στάθμευσης

4.2.4.6.

Χαρακτηριστικά πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς – Σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού

4.2.4.6.1.

Όριο χαρακτηριστικών πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς

4.2.4.6.2.

Σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού

4.2.4.7.

Δυναμική πέδη – Σύστημα πέδησης συνδεόμενο με το σύστημα έλξης

4.2.4.8.

Σύστημα πέδησης ανεξάρτητο από τις συνθήκες πρόσφυσης

4.2.4.8.1.

Γενικά

4.2.4.8.2.

Μαγνητική πέδη τροχιάς

4.2.4.8.3.

Δινορρευματικη πέδη τροχιάς

4.2.4.9.

Κατάσταση πέδης και ένδειξη ανωμαλίας

4.2.4.10.

Απαιτήσεις πέδης για την παροχή βοήθειας

4.2.5.

Στοιχεία σχετιζόμενα με τους επιβάτες

4.2.5.1.

Συστήματα υγιεινής

4.2.5.2.

Μεγαφωνικο σύστημα: Σύστημα ακουστικής επικοινωνίας

4.2.5.3.

Σήμα κινδύνου επιβατών: Λειτουργικές απαιτήσεις

4.2.5.4.

Οδηγίες ασφαλείας προς τους επιβάτες – Σήματα

4.2.5.5.

Συσκευές επικοινωνίας για επιβάτες

4.2.5.6.

Εξωτερικές θύρες: Επιβίβαση επιβατών σε τροχαίο υλικό και αποβίβαση

4.2.5.7.

Κατασκευή του συστήματος εξωτερικών θυρών

4.2.5.8.

Θύρες ενδοεπικοινωνίας μονάδων

4.2.5.9.

Ποιότητα αέρα στο εσωτερικό

4.2.5.10.

Πλευρικά παράθυρα αμαξώματος

4.2.6.

Συνθήκες περιβάλλοντος και αεροδυναμικά φαινόμενα

4.2.6.1.

Συνθήκες περιβάλλοντος

4.2.6.1.1.

Υψόμετρο

4.2.6.1.2.

Θερμοκρασία

4.2.6.1.3.

Υγρασία

4.2.6.1.4.

Βροχή

4.2.6.1.5.

Χιόνι, πάγος και χαλάζι

4.2.6.1.6.

Ηλιακή ακτινοβολία

4.2.6.1.7.

Αντοχή σε ρύπανση

4.2.6.2.

Αεροδυναμικά φαινόμενα

4.2.6.2.1.

Φαινόμενα ομόρρου για επιβάτες σε αποβάθρα

4.2.6.2.2.

Φαινόμενα ομόρρου για εργαζομένους παρατροχίως

4.2.6.2.3.

Παλμός πίεσης κεφαλής

4.2.6.2.4.

Μέγιστες διακυμάνσεις πίεσης σε σήραγγες

4.2.6.2.5.

Πλευρικός άνεμος

4.2.7.

Εξωτερικά φώτα και συσκευές οπτικής και ακουστικής προειδοποίησης

4.2.7.1.

Εξωτερικά φώτα

4.2.7.1.1.

Φώτα κεφαλής

4.2.7.1.2.

Φώτα αναγνωρίσεως

4.2.7.1.3.

Ουραία φώτα

4.2.7.1.4.

Χειρισμοί φανών

4.2.7.2.

Σειρήνα (συσκευή ακουστικής προειδοποίησης)

4.2.7.2.1.

Γενικά

4.2.7.2.2.

Στάθμες ηχητικής πίεσης σειρήνας προειδοποίησης

4.2.7.2.3.

Προστασία

4.2.7.2.4.

Χειρισμός σειρήνας

4.2.8.

Ελκτικός και ηλεκτρικός τεχνικός εξοπλισμός

4.2.8.1.

Ελκτικές επιδόσεις

4.2.8.1.1.

Γενικά

4.2.8.1.2.

Απαιτήσεις για τις επιδόσεις

4.2.8.2.

Ηλεκτρική τροφοδότηση

4.2.8.2.1.

Γενικά

4.2.8.2.2.

Λειτουργία εντός περιοχής τιμών τάσεων και συχνοτήτων

4.2.8.2.3.

Πέδη με ανατροφοδότηση ενέργειας προς την εναέρια γραμμή επαφής

4.2.8.2.4.

Μέγιστη ισχύς και ένταση ρεύματος από την εναέρια γραμμή επαφής

4.2.8.2.5.

Μέγιστη ένταση ρεύματος σε ακινησία για συστήματα ΣΡ

4.2.8.2.6.

Συντελεστής ισχύος

4.2.8.2.7.

Συστημικές ενεργειακές διαταραχές για συστήματα ΕΡ

4.2.8.2.8.

Λειτουργία μέτρησης της κατανάλωσης ενέργειας

4.2.8.2.9.

Απαιτήσεις συνδεόμενες με τον παντογράφο

4.2.8.2.9.1.

Εμβέλεια λειτουργίας παντογράφου σε ύψος

4.2.8.2.9.1.1.

Ύψος διάδρασης με αγωγούς επαφής (επίπεδο ΤΡΥ)

4.2.8.2.9.1.2.

Εμβέλεια λειτουργίας παντογράφου σε ύψος (επίπεδο ΣΔ)

4.2.8.2.9.2.

Γεωμετρία κεφαλής παντογράφου (επίπεδο ΣΔ)

4.2.8.2.9.2.1.

Γεωμετρία κεφαλής παντογράφου τύπου 1 600 mm

4.2.8.2.9.2.2.

Γεωμετρία κεφαλής παντογράφου τύπου 1 950 mm

4.2.8.2.9.3.

Ικανότητα ρευματοληψίας παντογράφου (επίπεδο ΣΔ)

4.2.8.2.9.4.

Ταινία επαφής (επίπεδο ΣΔ)

4.2.8.2.9.4.1.

Γεωμετρία ταινίας επαφής

4.2.8.2.9.4.2.

Υλικό ταινίας επαφής

4.2.8.2.9.4.3.

Χαρακτηριστικά ταινιών επαφής

4.2.8.2.9.5.

Στατική δύναμη επαφής παντογράφου (επίπεδο ΣΔ)

4.2.8.2.9.6.

Δύναμη επαφής και δυναμική συμπεριφορά παντογράφου

4.2.8.2.9.7.

Διάταξη παντογράφων (επίπεδο ΤΡΥ)

4.2.8.2.9.8.

Διέλευση μέσω τμημάτων διαχωρισμού φάσεων ή συστημάτων (επίπεδο ΤΡΥ)

4.2.8.2.9.9.

Μόνωση παντογράφου από το όχημα (επίπεδο ΤΡΥ)

4.2.8.2.9.10.

Υποβιβασμός παντογράφου (επίπεδο ΤΡΥ)

4.2.8.2.10.

Ηλεκτρική προστασία της αμαξοστοιχίας

4.2.8.3.

Θερμικά ελκτικά συστήματα ντίζελ και άλλα

4.2.8.4.

Προστασία από ηλεκτρικούς κινδύνους

4.2.9.

Θάλαμος μηχανοδηγού και διεπαφή μηχανοδηγού και μηχανημάτων

4.2.9.1.

Θάλαμος μηχανοδηγού

4.2.9.1.1.

Γενικά

4.2.9.1.2.

Επιβίβαση και αποβίβαση

4.2.9.1.2.1.

Επιβίβαση και αποβίβαση υπό επιχειρησιακές συνθήκες

4.2.9.1.2.2.

Έξοδος κινδύνου του θαλάμου μηχανοδηγού

4.2.9.1.3.

Εξωτερική ορατότητα

4.2.9.1.3.1.

Ορατότητα εμπρός

4.2.9.1.3.2.

Οπίσθιο και πλευρικό οπτικό πεδίο

4.2.9.1.4.

Διαρρύθμιση εσωτερικού

4.2.9.1.5.

Κάθισμα μηχανοδηγού

4.2.9.1.6.

Αναλόγιο μηχανοδηγού – Εργονομία

4.2.9.1.7.

Κλιματισμός και ποιότητα αέρα

4.2.9.1.8.

Φωτισμός εσωτερικού

4.2.9.2.

Αλεξήνεμο

4.2.9.2.1.

Μηχανικά χαρακτηριστικά

4.2.9.2.2.

Οπτικά χαρακτηριστικά

4.2.9.2.3.

Τεχνικός Εξοπλισμός

4.2.9.3.

Διεπαφή μηχανοδηγού και μηχανημάτων

4.2.9.3.1.

Λειτουργία ελέγχου ενεργότητας μηχανοδηγού

4.2.9.3.2.

Ενδειξη ταχύτητας

4.2.9.3.3.

Μονάδα οπτικών ενδείξεων και οθόνες για το μηχανοδηγό

4.2.9.3.4.

Ελέγχοι και ενδείκτες

4.2.9.3.5.

Επισήμανση

4.2.9.3.6.

Λειτουργία τηλεχειρισμού από το έδαφος

4.2.9.4.

Εποχούμενα εργαλεία και φορητός τεχνικός εξοπλισμός

4.2.9.5.

Αποθηκευτικός χώρος για προσωπικά είδη μελών του προσωπικού

4.2.9.6.

Καταγραφική συσκευή

4.2.10.

Πυρασφάλεια και εκκένωση

4.2.10.1.

Γενικά και καθορισμός κατηγοριών

4.2.10.1.1.

Απαιτήσεις που ισχύουν για όλες τις μονάδες, με εξαίρεση τις εμπορευματικές μηχανές και τα ΕΤΜ

4.2.10.1.2.

Απαιτήσεις που ισχύουν για εμπορευματικές μηχανές και ΕΤΜ

4.2.10.1.3.

Απαιτήσεις προδιαγραφόμενες στην ΤΠΔ ΑΣΣ

4.2.10.2.

Απαιτήσεις για τα υλικά

4.2.10.3.

Ειδικά μέτρα για εύφλεκτα υγρά

4.2.10.4.

Εκκένωση από επιβάτες

4.2.10.5.

Πυροφράγματα

4.2.11.

Τρέχουσα εξυπηρέτηση

4.2.11.1.

Γενικά

4.2.11.2.

Καθαρισμός του εξωτερικού αμαξοστοιχίας

4.2.11.2.1.

Καθαρισμός αλεξήνεμου του θαλάμου μηχανοδηγού

4.2.11.2.2.

Καθαρισμός εξωτερικού μέσω εγκατάστασης καθαρισμού

4.2.11.3.

Σύστημα αποκομιδής λυμάτων

4.2.11.4.

Τεχνικός εξοπλισμός ανεφοδιασμού με νερό

4.2.11.5.

Διεπαφή για τον ανεφοδιασμό με νερό

4.2.11.6.

Ειδικές απαιτήσεις για το σταβλισμό αμαξοστοιχιών

4.2.11.7.

Τεχνικός εξοπλισμός ανεφοδιασμού με καύσιμα

4.2.12.

Τεκμηρίωση για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση

4.2.12.1.

Γενικά

4.2.12.2.

Γενική τεκμηρίωση

4.2.12.3.

Τεκμηρίωση σχετιζόμενη με τη συντήρηση

4.2.12.3.1.

Ο αιτιολογικός φάκελος της μελέτης συντήρησης

4.2.12.3.2.

Ο φάκελος περιγραφής της συντήρησης

4.2.12.4.

Τεκμηρίωση για την επιχειρησιακή λειτουργία

4.2.12.5.

Διάγραμμα και οδηγίες ανέλκυσης

4.2.12.6.

Περιγραφές σχετικές με την παροχη βοήθειας

4.3.

Λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές των διεπαφών

4.3.1.

Διεπαφή με το υποσύστημα Ενέργεια

4.3.2.

Διεπαφή με το υποσύστημα Υποδομή

4.3.3.

Διεπαφή με το υποσύστημα Επιχειρησιακή λειτουργία

4.3.4.

Διεπαφή με το υποσύστημα Έλεγχος, χειρισμός και σηματοδότηση

4.3.5.

Διεπαφή με το υποσύστημα Επιβατικές εφαρμογές τηλεπληροφορικής

4.4.

Κανόνες επιχειρησιακής λειτουργίας

4.5.

Κανόνες συντήρησης

4.6.

Επαγγελματικές ικανότητες

4.7.

Όροι υγιεινής και ασφάλειας

4.8.

Ευρωπαϊκό μητρώο εγκεκριμένων τύπων οχημάτων

5.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

5.1.

Ορισμός

5.2.

Καινοτομική λύση

5.3.

Προδιαγραφές στοιχείων διαλειτουργικότητας

5.3.1.

Ζευκτήρες παροχής βοήθειας

5.3.2.

Τροχοί

5.3.3.

ΠΟΤ (σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού)

5.3.4.

Φώτα κεφαλής

5.3.5.

Φώτα αναγνωρίσεως

5.3.6.

Ουραία φώτα

5.3.7.

Σειρήνες

5.3.8.

Παντογράφος

5.3.8.1.

Ταινίες επαφής

5.3.9.

Γενικός αποζεύκτης ισχύος

5.3.10.

Σύνδεσμος για αποκομιδή λυμάτων

5.3.11.

Σύνδεσμος εισαγωγής για υδατοδεξαμενές

6.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ Ή ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ «ΕΚ»

6.1.

Στοιχεία διαλειτουργικότητας

6.1.1.

Αξιολόγηση συμμόρφωσης

6.1.2.

Διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης

6.1.2.1.

Ενότητες για αξιολόγηση της συμμορφωσης

6.1.2.2.

Ειδικές διαδικασίες αξιολόγησης για στοιχεία διαλειτουργικότητας

6.1.2.2.1.

Σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού (ενότητα 5.3.3)

6.1.2.2.2.

Φώτα κεφαλής (ενότητα 5.3.4)

6.1.2.2.3.

Φώτα αναγνωρίσεως (ενότητα 5.3.5)

6.1.2.2.4.

Ουραία φώτα (ενότητα 5.3.6)

6.1.2.2.5.

Σειρήνα (ενότητα 5.3.7)

6.1.2.2.6.

Παντογράφος (ενότητα 5.3.8)

6.1.2.2.7.

Ταινίες επαφής (ενότητα 5.3.8.1)

6.1.2.3.

Φάσεις έργου κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση

6.1.3.

Καινοτομικές λύσεις

6.1.4.

Στοιχείο που απαιτεί δηλώσεις «ΕΚ»με βάση την ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ και με βάση την παρούσα ΤΠΔ

6.1.5.

Αξιολόγηση καταλληλότητας για χρήση

6.2.

Υποσύστημα Τροχαίο υλικό

6.2.1.

Επαλήθευση «ΕΚ» (γενικά)

6.2.2.

Διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης (ενότητες)

6.2.2.1.

Ενότητες για αξιολόγηση της συμμόρφωσης

6.2.2.2.

Ειδικές διαδικασίες αξιολόγησης για υποσυστήματα

6.2.2.2.1.

Καταστάσεις φόρτωσης και ζυγισμένη μάζα (ενότητα 4.2.2.10)

6.2.2.2.2.

Περιτύπωση (ενότητα 4.2.3.1)

6.2.2.2.3.

Φορτίο τροχού (ενότητα 4.2.3.2.2)

6.2.2.2.4.

Πέδηση – Απαιτήσεις ασφαλείας (ενότητα 4.2.4.2.2)

6.2.2.2.5.

Πέδηση ανάγκης (ενότητα 4.2.4.5.2)

6.2.2.2.6.

Πέδηση λειτουργίας (ενότητα 4.2.4.5.3)

6.2.2.2.7.

Σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού (ενότητα 4.2.4.6.2)

6.2.2.2.8.

Συστήματα υγιεινής (ενότητα 4.2.5.1)

6.2.2.2.9.

Ποιότητα αέρα στο εσωτερικό (ενότητα 4.2.5.9 και ενότητα 4.2.9.1.7)

6.2.2.2.10.

Φαινόμενα όμορρου για επιβάτες σε αποβάθρα (ενότητα 4.2.6.2.1)

6.2.2.2.11.

Φαινόμενα όμορρου για εργαζόμενους παρατροχίως (ενότητα 4.2.6.2.2)

6.2.2.2.12.

Παλμός πίεσης κεφαλής (ενότητα 4.2.6.2.3)

6.2.2.2.13.

Μέγιστη ισχύς και ένταση ρεύματος από την εναέρια γραμμή επαφής (ενότητα 4.2.8.2.4)

6.2.2.2.14.

Συντελεστής ιχύος (ενότητα 4.2.8.2.6)

6.2.2.2.15.

Δυναμική συμπεριφορά κατά τη λήψη ρεύματος (ενότητα 4.2.8.2.9.6)

6.2.2.2.16.

Διάταξη παντογράφων (ενότητα 4.2.8.2.9.7)

6.2.2.2.17.

Αλεξήνεμο (ενότητα 4.2.9.2)

6.2.2.2.18.

Πυροφράγματα (4.2.10.5)

6.2.2.3.

Φάσεις έργου κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση

6.2.3.

Καινοτομικές λύσεις

6.2.4.

Αξιολόγηση της τεκμηρίωσης που ζητείται για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση

6.2.5.

Μονάδες που απαιτούν πιστοποιητικά «ΕΚ» με βάση την ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ και την παρούσα ΤΠΔ

6.2.6.

Αξιολόγηση μονάδων προοριζόμενων να χρησιμοποιούνται σε γενική επιχειρησιακή λειτουργία

6.2.7.

Αξιολόγηση μονάδων προοριζόμενων να χρησιμοποιούνται σε προκαθορισμένο(-ούς) σχηματισμό(-ούς)

6.2.8.

Ειδική περίπτωση: Αξιολόγηση μονάδων προοριζόμενων να περιληφθούν σε υφιστάμενο σταθερό σχηματισμό

6.2.8.1.

Πλαίσιο

6.2.8.2.

Περίπτωση σταθερού σχηματισμού σύμφωνου με την ΤΠΔ

6.2.8.3.

Περίπτωση σταθερού σχηματισμού μη σύμφωνου με την ΤΠΔ

6.3.

Υποσύστημα που περιέχει στοιχεία διαλειτουργικότητας για τα οποία δεν έχει χορηγηθεί δήλωση «ΕΚ»

6.3.1.

Όροι

6.3.2.

Τεκμηρίωση

6.3.3.

Συντήρηση των υποσυστημάτων που έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με την ενότητα 6.3.1

7.

ΕΦΑΡΜΟΓΗ

7.1.

Γενικοί κανόνες εφαρμογής

7.1.1.

Εφαρμογή σε καινούργιο τροχαίο υλικό

7.1.1.1.

Γενικά

7.1.1.2.

Μεταβατική περίοδος

7.1.1.2.1.

Εισαγωγή

7.1.1.2.2.

Έργα σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης

7.1.1.2.3.

Συμβάσεις σε σταδιο εκτέλεσης

7.1.1.2.4.

Τροχαίο υλικό υφιστάμενου τύπου κατασκευής

7.1.1.3.

Εφαρμογή σε ΕΤΜ

7.1.1.4.

Διεπαφή με την εφαρμογή άλλων ΤΠΔ

7.1.2.

Ανακαίνιση και αναβάθμιση υφιστάμενου τροχαίου υλικού

7.1.2.1.

Εισαγωγή

7.1.2.2.

Ανακαίνιση

7.1.2.3.

Αναβάθμιση

7.1.3.

Κανόνες σχετιζόμενοι με τα πιστοποιητικά τύπου ή εξέτασης μελέτης

7.1.3.1.

Υποσύστημα Τροχαίο υλικό

7.1.3.2.

Στοιχεία διαλειτουργικότητας

7.2.

Συμβατότητα με άλλα υποσυστήματα

7.3.

Ειδικές περιπτώσεις

7.3.1.

Γενικά

7.3.2.

Κατάλογος ειδικών περιπτώσεων

7.3.2.1.

Ειδικές περιπτώσεις γενικού χαρακτήρα

7.3.2.2.

Μηχανικές διεπαφές – Τερματικές ζεύξεις (4.2.2.2.3)

7.3.2.3.

Περιτύπωση (4.2.3.1)

7.3.2.4.

Επιτήρηση κατάστασης εδράνου άξονα (4.2.3.3.2)

7.3.2.5.

Δυναμική συμπεριφορά τροχαίου υλικού (4.2.3.4)

7.3.2.6.

Οριακές τιμές φόρτισης τροχιάς (4.2.3.4.2.2)

7.3.2.7.

Κατασκευαστικές τιμές για νέες κατατομές τροχών (4.2.3.4.3.1)

7.3.2.8.

Τροχοφόροι άξονες (4.2.3.5.2)

7.3.2.9.

Γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχών (4.2.3.5.2.2)

7.3.2.10.

Φαινόμενα όμορρου για επιβάτες σε αποβάθρες (4.2.6.2.1)

7.3.2.11.

Παλμός πίεσης κεφαλής (4.2.6.2.3)

7.3.2.12.

Στάθμες ηχητικής πίεσης σειρήνας προειδοποίησης (4.2.7. 2.2)

7.3.2.13.

Ηλεκτρική τροφοδότηση – γενικά (4.2.8.2.1)

7.3.2.14.

Λειτουργία εντός περιοχής τιμών τάσεων και συχνοτήτων (4.2.8.2.2)

7.3.2.15.

Εμβέλεια λειτουργίας παντογράφου σε ύψος (4.2.8.2.9.1)

7.3.2.16.

Γεωμετρία κεφαλής παντογράφου (4.2.8.2.9.2)

7.3.2.17.

Δύναμη επαφής και δυναμική συμπεριφορά παντογράφου (4.2.8.2.9.6)

7.3.2.18.

Ορατότητα εμπρός (4.2.9.1.3.1)

7.3.2.19.

Αναλόγιο μηχανοδηγού – εργονομία (4.2.9.1.6)

7.3.2.20.

Απαιτήσεις για τα υλικά (4.2.10.2)

7.3.2.21.

Διεπαφές για τον ανεφοδιασμό με νερό (4.2.11.5) και την αποκομιδή λυμάτων (4.2.11.3)

7.3.2.22.

Ειδική απαίτηση για το σταβλισμό αμαξοστοιχειών (4.2.11.6)

7.3.2.23.

Τεχνικός εξοπλισμός ανεφοδιασμου με καύσιμα (4.2.11.7)

7.4.

Ειδικές συνθήκες περιβάλλοντος

7.5.

Παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία αναθεώρησης ή σε άλλες δραστηριότητες του οργανισμού

7.5.1.

Παράμετροι σχετιζόμενες με βασική παράμετρο της παρούσας ΤΠΔ

7.5.1.1.

Παράμετρος φορτίου άξονα (ενότητα 4.2.3.2.1)

7.5.1.2.

Οριακή τιμή φόρτισης τροχιάς (ενότητα 4.2.3.4.2.2)

7.5.1.3.

Αεροδυναμικά φαινόμενα (ενότητα 4.2.6.2)

7.5.2.

Παράμετροι που δεν σχετίζονται με βασική παράμετρο της παρούσας ΤΠΔ, αλλά αποτελούν αντικείμενο ερευνητικών έργων

7.5.2.1.

Συμπληρωματικές απαιτήσεις για λόγους ασφαλείας

7.5.3.

Παράμετροι σχετιζόμενες με το σιδηροδρομικό σύστημα της ΕΕ, αλλά εκτός του πεδίου εφαρμογής της ΤΠΔ

7.5.3.1.

Διάδραση με την τροχιά (ενότητα 4.2.3) – λίπανση όνυχα ή σιδηροτροχιάς

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α:

ΠΡΟΣΚΡΟΥΣΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΖΕΥΞΗΣ ΜΕ ΚΟΧΛΙΑ

A.1.

Προσκρουστήρες

A.2.

Ζεύξη με κοχλία

A.3.

Διάδραση οργάνων έλξης και κρούσης

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ B:

ΣΗΜΕΙΑ ΑΝΕΛΚΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΘΗΣΗΣ

B.1

Ορισμοί

B.1.1.

Επανετροχίαση

B.1.2.

Περισυλλογη

B.1.3.

Σημεία ανώθησης και ανέλκυσης

B.2.

Επιρροή επανετροχίασης στη μελέτη τροχαίου υλικού

B.3.

Θέση των σημείων ανώθησης στη φέρουσα κατασκευή οχημάτων

B.4.

Γεωμετρία σημείων ανώθησης/ανέλκυσης

B.4.1.

Μονίμως ενσωματωμένα σημεία ανώθησης/ανέλκυσης

B.4.2.

Κινητά σημεία ανώθησης/ανέλκυσης

B.5.

Ασφάλιση οργάνων κύλισης στο πλαίσιο

B.6.

Σήμανση σημείων ανώθησης (αντιστοίχως ανέλκυσης) για παροχή βοήθειας

B.7.

Οδηγίες ανώθησης και ανέλκυσης

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ:

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ

Γ.1.

Αντοχή φέρουσας κατασκευής οχήματος

Γ.2.

Ανέλκυση και ανώθηση

Γ.3.

Δυναμική συμπεριφορά κατά την πορεία

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ:

ΜΕΤΡΗΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε:

ΑΝΘΡΩΠΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤ:

ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ ΕΜΠΡΟΣ

ΣΤ.1.

Γενικά

ΣΤ.2.

Θέση αναφοράς οχήματος σε σχέση με την τροχιά

ΣΤ.3.

Θέση αναφοράς για τα μάτια των μελών του πληρώματος

ΣΤ.4.

Συνθήκες ορατότητας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ζ

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ H:

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΌ

H.1.

Πεδίο εφαρμογής

H.2.

Χαρακτηριστικά και ενότητες

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Θ:

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ (ΑΝΟΙΚΤΑ ΣΗΜΕΙΑ)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I:

ΠΡΟΤΥΠΑ Ή ΤΥΠΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΤΠΔ

1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.   Τεχνικό πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα Τεχνική Προδιαγραφή Διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ -TSI) είναι προδιαγραφή η οποία διαλαμβάνει συγκεκριμένο υποσύστημα, με σκοπό την τήρηση των βασικών απαιτήσεων και την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος, όπως το σύστημα αυτό περιγράφεται στην οδηγία 2008/57/ΕΚ.

Το συγκεκριμένο υποσύστημα είναι το τροχαίο υλικό του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος που αναφέρεται στο παράρτημα I μέρος 1 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Επίσης, η παρούσα ΤΠΔ περιλαμβάνει το υποσύστημα Τροχαίο υλικό όπως αυτό ορίζεται στο παράρτημα II ενότητα 2.6 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ και τα σχετικά μέρη του υποσυστήματος Ενέργεια («εποχούμενο μέρος του εξοπλισμού μέτρησης της κατανάλωσης ενέργειας», όπως αυτό ορίζεται στο παράρτημα II ενότητα 2.2 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ), τα οποία αντιστοιχούν στο εποχούμενο μέρος του δομικού υποσυστήματος Ενέργεια.

Η παρούσα ΤΠΔ ισχύει για τροχαίο υλικό:

το οποίο λειτουργεί (ή προορίζεται να λειτουργεί) στο σιδηροδρομικό δίκτυο που καθορίζεται στην ενότητα 1.2 «Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής» της παρούσας ΤΠΔ,

και

το οποίο ανήκει σε έναν από τους ακόλουθους τύπους (που ορίζονται στο παράρτημα I ενότητα 1.2 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ):

αυτοκινούμενες θερμικές ή ηλεκτρικές αμαξοστοιχίες,

θερμικές ή ηλεκτρικές ελκτικές μονάδες,

επιβατάμαξες,

κινητός τεχνικός εξοπλισμός για την κατασκευή και συντήρηση σιδηροδρομικής υποδομής.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το τροχαίο υλικό στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ δίδονται στο κεφάλαιο 2 του παρόντος Παραρτήματος.

1.2.   Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής

Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ είναι το διευρωπαϊκό δίκτυο (ΔΕΔ) του συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος που περιγράφεται στο παράρτημα I ενότητα 1.1 «Δίκτυο» της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Οι απαιτήσεις για το τροχαίο υλικό υψηλών ταχυτήτων που προορίζεται να λειτουργεί στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα υψηλών ταχυτήτων όπως προβλέπεται στο παράρτημα I (2.2) της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, υπό την υψηλότερη ταχύτητα που προβλέπεται για το υπόψη δίκτυο υψηλών ταχυτήτων, δεν καλύπτονται στην παρούσα ΤΠΔ.

Οι πρόσθετες ως προς την παρούσα ΤΠΔ απαιτήσεις που ενδέχεται να είναι αναγκαίες για την ασφαλή λειτουργία σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων συμβατικού τροχαίου υλικού μέγιστης ταχύτητας χαμηλότερης από 190 km/h, υπαγόμενου στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ (όπως ορίζεται στην ενότητα 2.3 κατωτέρω), προσδιορίζονται ως ανοικτό σημείο της παρούσας ΤΠΔ.

1.3.   Περιεχόμενο της παρούσας ΤΠΔ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 3 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, η παρούσα ΤΠΔ:

α)

καθορίζει το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής της (Κεφάλαιο 2)·

β)

αναφέρει τις βασικές απαιτήσεις για τον τομέα κάλυψης του οικείου τροχαίου υλικού και για τις διεπαφές του με άλλα υποσυστήματα (Κεφάλαιο 3)·

γ)

καθορίζει τις λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται από το υποσύστημα και από τις διεπαφές του με άλλα υποσυστήματα (Κεφάλαιο 4)·

δ)

προσδιορίζει τα στοιχεία διαλειτουργικότητας και τις διεπαφές που πρέπει να καλύπτονται από ευρωπαϊκές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών προτύπων, οι οποίες είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος (Κεφάλαιο 5)·

ε)

αναφέρει, για κάθε υπό εξέταση περίπτωση, τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται αφενός για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας για χρήση των στοιχείων διαλειτουργικότητας ή, αφετέρου, για την επαλήθευση «ΕΚ» των υποσυστημάτων (Κεφάλαιο 6)·

στ)

περιγράφει τη στρατηγική εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ (Κεφάλαιο 7)·

ζ)

περιγράφει, για το οικείο προσωπικό, τα επαγγελματικά προσόντα και τις προϋποθέσεις υγιεινής και ασφαλείας κατά την εργασία που απαιτούνται για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση του υποσυστήματος, καθώς και για την εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ (Κεφάλαιο 4).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 5 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, για κάθε ΤΠΔ μπορεί να προβλέπονται διατάξεις όσον αφορά ειδικές περιπτώσεις. Οι διατάξεις αυτές περιγράφονται στο κεφάλαιο 7.

1.4.   Αναφερόμενα έγγραφα

ΤΠΔ «Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό συμβατικού σιδηροδρόμου» (ΤΠΔ ΜΗΧ & ΕΤΥ ΣΣ - TSI CR LOC&PAS): το παρόν έγγραφο.

Ισχύοντα νομοθετικά μέτρα:

Οδηγία 2008/57/ΕΚ,

ΤΠΔ ελέγχου, χειρισμού και σηματοδότησης συμβατικού σιδηροδρόμου: απόφαση 2006/679/ΕΚ της Επιτροπής (1), που τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 2006/860/ΕΚ (2), 2007/153/ΕΚ (3), 2008/386/ΕΚ (4), 2009/561/ΕΚ (5) και 2010/79/ΕΚ (6) της Επιτροπής,

ΤΠΔ ΤΡΥ (RST TSI) υψηλών ταχυτήτων: απόφαση 2008/232/ΕΚ της Επιτροπής (7),

ΤΠΔ πρόσβασης ατόμων μειωμένης κινητικότητας (AMK - PRM): απόφαση 2008/164/ΕΚ της Επιτροπής (8),

ΤΠΔ ασφαλείας σε σιδηροδρομικές σήραγγες (ΑΣΣ - SRT): απόφαση 2008/163/ΕΚ της Επιτροπής (9),

ΤΠΔ θορύβου για συμβατικό σιδηρόδρομο: απόφαση 2006/66/ΕΚ της Επιτροπής (10),

ΤΠΔ εμπορευματικών φορταμαξών συμβατικού σιδηροδρόμου (ΤΠΔ ΕΦΑ ΣΣ - CR WAG TSI): απόφαση 2006/861/ΕΚ της Επιτροπής (11), που τροποποιήθηκε με την απόφαση 2009/107/ΕΚ της Επιτροπής (12),

ΤΠΔ διεξαγωγής και διαχείρισης της κυκλοφορίας (ΔΔΚ - OPE) για συμβατικό σιδηρόδρομο: απόφαση 2006/920/ΕΚ της Επιτροπής (13), που τροποποιήθηκε με την απόφαση 2009/107/ΕΚ,

Κοινές μέθοδοι ασφαλείας (ΚΜΑ - CSM): κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 352/2009 της Επιτροπής (14).

Νομοθετικά μέτρα υπό έκδοση:

ΤΠΔ υποδομής συμβατικού σιδηροδρόμου (ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ - CR INF TSI),

ΤΠΔ ενέργειας συμβατικού σιδηροδρόμου (ΤΠΔ ΕΝΕ ΣΣ - CR ENE TSI),

Περιγραφή ενοτήτων για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

Αναθεώρηση της ΤΠΔ για την επιχειρησιακή λειτουργία (Παραρτήματα ΙΣΤ και Κ).

Νομοθετικά μέτρα σε εξέλιξη:

ΤΠΔ τηλεπληροφορικών εφαρμογών για επιβάτες (ΤΠΕπ - TAP)

2.   ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΟ, ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

2.1.   Το υποσύστημα Τροχαίο υλικό ως μέρος του συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος

Το διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα περιλαμβάνει σιδηροδρομικό σύστημα υψηλών ταχυτήτων και συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα.

Σύμφωνα με την οδηγία 2008/57/ΕΚ, το υποσύστημα Τροχαίο υλικό του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος υψηλών ταχυτήτων περιλαμβάνει αμαξοστοιχίες που προορίζονται να λειτουργούν στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλών ταχυτήτων (ΔΕΔ ΥΤ - HS TEN), αποτελούμενο από γραμμές είτε αποκλειστικά για υψηλές ταχύτητες είτε αναβαθμισμένες για υψηλές ταχύτητες (δηλαδή ταχύτητες της τάξης των 200 km/h ή μεγαλύτερες), αναφερόμενες ως γραμμές του είδους αυτού στο παράρτημα 1 της απόφασης αριθ. 1692/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15).

Σημείωση: Η ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ στην ενότητα 1.1 στο τεχνικό πεδίο εφαρμογής της ορίζει για το τροχαίο υλικό ως κατώφλιο την ταχύτητα των 190 km/h.

Σύμφωνα με την οδηγία 2008/57/ΕΚ, το υποσύστημα Τροχαίο υλικό του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος περιλαμβάνει όλες τις αμαξοστοιχίες που μπορούν να κινούνται στο σύνολο ή σε μέρη των συμβατικών γραμμών του ΔΕΔ. Η μέγιστη επιχειρησιακή ταχύτητα των αμαξοστοιχιών αυτών δεν καθορίζεται.

Το συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα έχει υποδιαιρεθεί σε υποσυστήματα τα οποία καθορίζονται στο παράρτημα II (Κεφάλαιο 1) της οδηγίας 2008/57/ΕΚ και παρατίθενται στη συνέχεια.

Δομικοί τομείς:

υποδομή,

ενέργεια,

έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση,

τροχαίο υλικό.

Λειτουργικοί τομείς:

διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας,

συντήρηση,

τηλεπληροφορικές εφαρμογές για επιβατικές και για εμπορευματικές μεταφορές.

Με εξαίρεση τη συντήρηση, κάθε υποσύστημα εξετάζεται σε ειδική(-ές) ΤΠΔ.

Το υποσύστημα Τροχαίο υλικό (όπως ορίζεται στην ενότητα 1.1) που εξετάζεται στην παρούσα ΤΠΔ έχει διεπαφές με όλα τα υπόλοιπα υποσυστήματα του συμβατικού σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία αναφέρονται ανωτέρω. Αυτές οι διεπαφές εξετάζονται στο πλαίσιο ολοκληρωμένου συστήματος, το οποίο είναι σύμφωνο με όλες τις σχετικές ΤΠΔ.

Πέραν της υπό ολοκλήρωση δεύτερης ομάδας ΤΠΔ, υπάρχουν:

δύο ΤΠΔ οι οποίες περιγράφουν συγκεκριμένες παραμέτρους του σιδηροδρομικού συστήματος και αφορούν διάφορα υποσυστήματα, ένα από τα οποία είναι το τροχαίο υλικό συμβατικού σιδηροδρόμου:

α)

ασφάλεια σε σιδηροδρομικές σήραγγες·

β)

πρόσβαση ατόμων μειωμένης κινητικότητας·

και:

δύο ΤΠΔ που αφορούν το υποσύστημα Τροχαίο υλικό του συμβατικού σιδηροδρόμου:

γ)

θόρυβος·

δ)

εμπορευματικές φορτάμαξες.

Οι απαιτήσεις που αφορούν το υποσύστημα Τροχαίο υλικό και περιέχονται σε αυτές τις τέσσερεις ΤΠΔ δεν επαναλαμβάνονται στην παρούσα ΤΠΔ.

2.2.   Ορισμοί σχετιζόμενοι με το τροχαίο υλικό

Για την εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

 

Αμαξοστοιχιακός σχηματισμός:

Ο όρος μονάδα είναι γένειος όρος χρησιμοποιούμενος για να κατονομάζεται τροχαίο υλικό υποκείμενο στην εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ, δηλαδή υποκείμενου σε υποχρέωση έκδοσης πιστοποιητικού επαλήθευσης «ΕΚ».

Η μονάδα μπορεί να συντίθεται από διάφορα οχήματα, όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία 2008/57/ΕΚ στο άρθρο 2 στοιχείο γ). Λαμβανόμενου υπόψη του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, η χρήση του όρου «όχημα» στην παρούσα ΤΠΔ περιορίζεται στο υποσύστημα Τροχαίο υλικό.

Η αμαξοστοιχία είναι επιχειρησιακός σχηματισμός που αποτελείται από μια ή περισσότερες μονάδες.

Η επιβατική αμαξοστοιχία είναι επιχειρησιακός σχηματισμός προσβάσιμος σε επιβάτες (αμαξοστοιχία που συντίθεται από επιβατικά οχήματα αλλά δεν είναι προσβάσιμη σε επιβάτες δεν θεωρείται επιβατική αμαξοστοιχία).

Ο «σταθερός σχηματισμός» είναι αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που είναι δυνατόν να ανασυγκροτείται μόνον σε περιβάλλον συνεργείου.

Ο(οι) «προκαθορισμένος(-οι) σχηματισμός(-οί)» είναι αμαξοστοιχιακός(-οί) σχηματισμός(-οί) αποτελούμενος(-οι) από διάφορες μονάδες συζευγμένες, που καθορίζεται(-ονται) κατά τη φάση της μελέτης και μπορεί να ανασυγκροτείται(-τούνται) κατά την επιχειρησιακή λειτουργία.

«Πολυμερής λειτουργία»: σε περίπτωση που απαιτείται «πολυμερής λειτουργία»:

Οι συνθέσεις έχουν μελετηθεί έτσι ώστε κάποιο πλήθος από αυτές (του υπό αξιολόγηση τύπου) να είναι ικανές, με σύζευξη μεταξύ τους, να λειτουργούν ως ενιαία αμαξοστοιχία ελεγχόμενη από ένα θάλαμο μηχανοδηγού.

Η μελέτη των μηχανών πραγματοποιείται έτσι ώστε κάποιο πλήθος από αυτές (του υπό αξιολόγηση τύπου) να είναι ικανές να περιλαμβάνονται σε ενιαία αμαξοστοιχία ελεγχόμενη από ένα θάλαμο μηχανοδηγού.

«Γενική επιχειρησιακή λειτουργία»: Μονάδα που έχει μελετηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία προορίζεται για σύζευξη με άλλη(-ες) μονάδα(-ες) σε αμαξοστοιχιακό σχηματισμό ο οποίος δεν καθορίζεται κατά τη φάση της μελέτης.

 

Τροχαίο υλικό

A)

Αυτοκινούμενες θερμικές και/ή ηλεκτρικές αμαξοστοιχίες:

 

Η σύνθεση είναι σταθερός σχηματισμός ο οποίος μπορεί να λειτουργεί ως αμαξοστοιχία. Εξ ορισμού δεν προορίζεται να ανασυγκροτείται, παρά μόνο σε περιβάλλον συνεργείου. Αποτελείται μόνο από κινητήρια οχήματα ή από κινητήρια και μη κινητήρια οχήματα.

 

Πολυμερής σύνθεση ηλεκτρική ή/και ντίζελ είναι σύνθεση στην οποία όλα τα οχήματα είναι ικανά να μεταφέρουν επιβάτες ή αποσκευές/ταχυδρομείο.

 

Η αυτοκινητάμαξα είναι όχημα που μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα και είναι ικανό να μεταφέρει επιβάτες ή αποσκευές/ταχυδρομείο.

B)

Θερμικές ή ηλεκτρικές ελκτικές μονάδες:

 

Η μηχανή είναι ελκτικό όχημα (ή συνδυασμός διάφορων οχημάτων) που δεν προορίζεται να μεταφέρει ωφέλιμο φορτίο και έχει τη δυνατότητα απόζευξης κατά την κανονική λειτουργία από αμαξοστοιχία και ανεξάρτητης λειτουργίας.

 

Η μηχανή ελιγμών είναι ελκτική μονάδα προοριζόμενη για χρήση μόνο σε χώρους ελιγμών, σταθμούς και αμαξοστάσια.

 

Επίσης, η έλξη αμαξοστοιχίας είναι δυνατό να παρέχεται από κινητήριο όχημα με ή χωρίς θάλαμο οδηγήσεως, το οποίο δεν προορίζεται να μην είναι συζευγμένο κατά την κανονική λειτουργία. Τα οχήματα αυτού του είδους ονομάζονται κινητήριες άμαξες γενικώς, ή κινητήριες κεφαλές όταν τοποθετούνται στο ένα άκρο της σύνθεσης και διαθέτουν θάλαμο οδηγήσεως.

Γ)

Άμαξες για επιβάτες και άλλα σχετικά οχήματα:

 

Η επιβατάμαξα είναι όχημα μη ελκτικό σε σταθερό ή μεταβλητό σχηματισμό, ικανό να μεταφέρει επιβάτες (κατ’ επέκταση, οι απαιτήσεις που προδιαγράφονται στην παρούσα ΤΠΔ προς εφαρμογή σε επιβατάμαξες θεωρείται ότι ισχύουν και για άμαξες – εστιατόρια, κλινάμαξες, κλινοθέσια οχήματα κ.λπ.). Η επιβατάμαξα μπορεί να διαθέτει θάλαμο μηχανοδηγού. Στην περίπτωση αυτή ονομάζεται ιθυντήρια επιβατάμαξα.

 

Η σκευάμαξα είναι όχημα μη ελκτικό, ικανό να μεταφέρει ωφέλιμο φορτίο εκτός από επιβάτες, π.χ. αποσκευές ή ταχυδρομείο, και ενσωματώνεται σε σταθερό ή μεταβλητό σχηματισμό προοριζόμενο για τη μεταφορά επιβατών. Η σκευάμαξα μπορεί να διαθέτει θάλαμο μηχανοδηγού, οπότε είναι γνωστή ως ιθυντήρια σκευάμαξα.

 

Το ιθυντήριο ελκόμενο είναι όχημα μη ελκτικό, που διαθέτει θάλαμο οδηγήσεως.

 

Το αυτοκινητοφόρο όχημα είναι όχημα μη ελκτικό, ικανό να μεταφέρει επιβατικά μηχανοκίνητα οχήματα χωρίς τους επιβάτες τους, προοριζόμενο να ενσωματώνεται σε επιβατική αμαξοστοιχία.

 

Το σταθερό ελισσόμενο τμήμα με επιβατάμαξες είναι σχηματισμός μη ελκτικός, αποτελούμενος από κάποιο πλήθος επιβαταμαξών «συζευγμένων μεταξύ τους ημιμόνιμα», ή ο οποίος μπορεί να ανασυγκροτείται μόνο σε κατάσταση εκτός υπηρεσίας.

Δ)

Κινητός τεχνικός εξοπλισμός για την κατασκευή και τη συντήρηση σιδηροδρομικής υποδομής (ή επιτρόχια μηχανήματα)

 

Τα επιτρόχια μηχανήματα (ΕΤΜ-ΟΤΜ) είναι μηχανήματα που έχουν ειδικά μελετηθεί για την κατασκευή και τη συντήρηση της τροχιάς και της υποδομής. Τα ΕΤΜ χρησιμοποιούνται σε διάφορες καταστάσεις: κατάσταση εργασίας, κατάσταση μεταφοράς ως αυτοκινούμενα οχήματα, κατάσταση μεταφοράς ως ρυμουλκούμενα οχήματα.

 

Τα οχήματα επιθεώρησης της υποδομής τα οποία χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της κατάστασης της υποδομής, θεωρούνται ως ΕΤΜ κατά τον προηγούμενο ορισμό.

2.3.   Τροχαίο υλικό στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ

Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ που αφορά το τροχαίο υλικό, ταξινομούμενο στους τύπους τροχαίου υλικού που καθορίζονται στην ενότητα 1.1, εξειδικεύεται ως ακολούθως:

A)

Αυτοκινούμενες θερμικές ή/και ηλεκτρικές αμαξοστοιχίες:

 

Αυτός ο τύπος περιλαμβάνει όλες τις επιβατικές αμαξοστοιχίες σε σταθερούς ή προκαθορισμένους σχηματισμούς. Το θερμικό ή ηλεκτρικό ελκτικό υλικό είναι εγκαταστημένο σε ορισμένα οχήματα της αμαξοστοιχίας, και η αμαξοστοιχία διαθέτει θάλαμο μηχανοδηγού.

 

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής:

 

Τροχαίο υλικό προοριζόμενο να λειτουργεί πρωταρχικά σε αστικά τροχιοδρομικά δίκτυα ή δίκτυα ελαφρού σιδηροδρόμου και προοριζόμενο να μεταφέρει επιβάτες σε αστικές και περιαστικές περιοχές δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ υπό την παρούσα έκδοσή της.

 

Αυτοκινητάμαξες ή πολυμερείς συνθέσεις ηλεκτρικές ή/και ντίζελ προοριζόμενες να λειτουργούν σε ρητώς προσδιοριζόμενα τοπικά (περιαστικά ή περιφερειακά) δίκτυα τα οποία δεν αποτελούν μέρη γραμμών ΔΕΔ δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ υπό την παρούσα έκδοσή της.

 

Όταν αυτοί οι τύποι τροχαίου υλικού προορίζονται να λειτουργούν σε εξαιρετικά βραχείες αποστάσεις στις γραμμές ΔΕΔ, λόγω της τοπικής συγκρότησης του σιδηροδρομικού δικτύου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 24 και 25 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ (αναφερόμενες σε εθνικούς κανονισμούς).

B)

Θερμικές ή ηλεκτρικές ελκτικές μονάδες:

 

Αυτός ο τύπος περιλαμβάνει ελκτικά οχήματα που δεν είναι ικανά να μεταφέρουν ωφέλιμο φορτίο, όπως θερμικές ή ηλεκτρικές μηχανές ή κινητήριες κεφαλές.

 

Τα εν λόγω ελκτικά οχήματα προορίζονται για εμπορευματικές ή/και επιβατικές μεταφορές.

 

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής:

 

Μηχανές ελιγμών, οι οποίες σύμφωνα με τον ορισμό τους δεν προορίζονται να λειτουργούν στις πρωτεύουσες γραμμές του ΔΕΔ, δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ υπό την παρούσα έκδοσή της.

 

Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μηχανές αυτές προορίζονται να εκτελούν κινήσεις ελιγμών (βραχείες αποστάσεις) στις πρωτεύουσες γραμμές του ΔΕΔ, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 24 και 25 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ (αναφερόμενες σε εθνικούς κανονισμούς).

Γ)

Άμαξες για επιβάτες και άλλα σχετικά οχήματα:

Άμαξες για επιβάτες:

Αυτός ο τύπος περιλαμβάνει οχήματα μη ελκτικά, τα οποία μεταφέρουν επιβάτες, και λειτουργούν σε μεταβλητό σχηματισμό μαζί με οχήματα της κατηγορίας «θερμικές ή ηλεκτρικές ελκτικές μονάδες», όπως ορίζονται ανωτέρω, για την παροχή της ελκτικής λειτουργίας.

Οχήματα που δεν μεταφέρουν επιβάτες, περιλαμβανόμενα σε επιβατική αμαξοστοιχία:

Οχήματα μη ελκτικά, περιλαμβανόμενα σε επιβατικές αμαξοστοιχίες (π.χ. σκευάμαξες αποσκευών ή ταχυδρομείου, αυτοκινητοφόρα οχήματα, οχήματα για την υπηρεσία κ.λπ.) υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, με διεύρυνση της έννοιας της άμαξας για επιβάτες.

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής:

Οι εμπορευματικές φορτάμαξες δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ. Καλύπτονται από την ΤΠΔ «εμπορευματικές φορτάμαξες», έστω και στις περιπτώσεις που περιλαμβάνονται σε επιβατική αμαξοστοιχία (στην περίπτωση αυτή η σύνθεση της αμαξοστοιχίας είναι επιχειρησιακό θέμα).

Οχήματα προοριζόμενα να μεταφέρουν οδικά μηχανοκίνητα οχήματα, με άτομα εντός των εν λόγω οδικών μηχανοκίνητων οχημάτων, δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ.

Δ)

Κινητός τεχνικός εξοπλισμός κατασκευής και συντήρησης της σιδηροδρομικής υποδομής

Αυτός ο τύπος τροχαίου υλικού υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ μόνο όταν:

κινείται σε δικούς του σιδηροδρομικούς τροχούς,

είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να ανιχνεύεται από βασιζόμενο στην τροχιά σύστημα ανίχνευσης αμαξοστοιχίας για τη διαχείριση της κυκλοφορίας, και

έχει συγκρότηση μεταφοράς (κίνησης) σε δικούς του σιδηροδρομικούς τροχούς, αυτοκινείται ή ρυμουλκείται.

Η συγκρότηση εργασίας δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ.

3.   ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

3.1.   Γενικά

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, το διευρωπαϊκό συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματά του και τα στοιχεία διαλειτουργικότητάς του πληρούν τις βασικές απαιτήσεις των γενικών όρων του Παραρτήματος III της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, η συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές που περιγράφονται στο κεφάλαιο 4 για τα υποσυστήματα, ή στο κεφάλαιο 5 για τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, και αποδεικνύονται με θετικό αποτέλεσμα της αξιολόγησης που περιγράφεται στην ενότητα 6.1. για τη συμμόρφωση ή/και την καταλληλότητα για χρήση των στοιχείων διαλειτουργικότητας, ή στην ενότητα 6.2. για την επαλήθευση των υποσυστημάτων, διασφαλίζει την τήρηση των συναφών βασικών απαιτήσεων που παρατίθενται στην ενότητα 3.2.

Πάντως, σε περίπτωση που μέρος των βασικών απαιτήσεων καλύπτονται από εθνικούς κανονισμούς λόγω ανοικτών σημείων που αναφέρονται στην ΤΠΔ ή λόγω ειδικών περιπτώσεων που περιγράφονται στην ενότητα 7.3, οι αντίστοιχοι εθνικοί κανονισμοί περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, η οποία εκτελείται από το οικείο κράτος μέλος ή υπό την ευθύνη του.

3.2.   Στοιχεία του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό τα οποία ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις

Για το υποσύστημα Τροχαίο υλικό, ο κατάλογος που ακολουθεί αναφέρει τις βασικές απαιτήσεις, όπως ορίζονται και αριθμούνται στο παράρτημα III της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, οι οποίες πληρούνται με τις προδιαγραφές του Κεφαλαίου 4 της παρούσας ΤΠΔ.

Στοιχεία του τροχαίου υλικού ανταποκρινόμενα σε βασικές απαιτήσεις

Στοιχείο του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό

Αριθμός ενότητας

Ασφάλεια

Αξιοπιστία-Διαθεσιμότητα

Υγεία

Προστασία του περιβάλλοντος

Τεχνική συμβατότητα

Εσωτερική ζεύξη

4.2.2.2.2

1.1.3

2.4.1

 

 

 

 

Τερματική ζεύξη

4.2.2.2.3

1.1.3

2.4.1

 

 

 

 

Ζεύξη για παροχή βοήθειας

4.2.2.2.4

 

2.4.2

 

 

2.5.3

Πρόσβαση προσωπικού για ζεύξη και απόζευξη

4.2.2.2.5

1.1.5

 

2.5.1

 

2.5.3

Διάδρομοι ενδοεπικοινωνίας

4.2.2.3

1.1.5

 

 

 

 

Αντοχή της φέρουσας κατασκευής οχήματος

4.2.2.4

1.1.3

2.4.1

 

 

 

 

Παθητική ασφάλεια

4.2.2.5

2.4.1

 

 

 

 

Ανέλκυση και ανώθηση

4.2.2.6

 

 

 

 

2.5.3

Στερέωση συσκευών στη φέρουσα κατασκευή αμαξώματος οχήματος

4.2.2.7

1.1.3

 

 

 

 

Θύρες πρόσβασης για προσωπικό και εμπορεύματα

4.2.2.8

1.1.5

2.4.1

 

 

 

 

Μηχανικά χαρακτηριστικά υαλοπινάκων

4.2.2.9

2.4.1

 

 

 

 

Καταστάσεις φόρτωσης και ζυγισμένη μάζα

4.2.2.10

1.1.3

 

 

 

 

Περιτύπωμα - Κινητικό περιτύπωμα

4.2.3.1

 

 

 

 

2.4.3

Φορτίο άξονα

4.2.3.2.1

 

 

 

 

2.4.3

Φορτίο τροχού

4.2.3.2.2

1.1.3

 

 

 

 

Παράμετροι του τροχαίου υλικού που επηρεάζουν το υποσύστημα ΕΧΣ

4.2.3.3.1

1.1.1

 

 

 

2.4.3

2.3.2

Επιτήρηση της κατάστασης εδράνου άξονα

4.2.3.3.2

1.1.1

1.2

 

 

 

Ασφάλεια από εκτροχιασμό κατά την πορεία σε στρεβλή τροχιά

4.2.3.4.1

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Δυναμική συμπεριφορά κατά την πορεία

4.2.3.4.2

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Οριακές τιμές για την ασφάλεια πορείας

4.2.3.4.2.1

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Οριακές τιμές φόρτισης τροχιάς

4.2.3.4.2.2

 

 

 

 

2.4.3

Ισοδύναμη κωνικότητα

4.2.3.4.3

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Κατασκευαστικές τιμές για νέες κατατομές τροχών

4.2.3.4.3.1

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Τιμές ισοδύναμης κωνικότητας τροχοφόρου άξονα, σε λειτουργία

4.2.3.4.3.2

1.1.2

1.2

 

 

2.4.3

Κατασκευαστική μελέτη πλαισίου φορείου

4.2.3.5.1

1.1.1

1.1.2

 

 

 

 

Μηχανικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχοφόρων αξόνων

4.2.3.5.2.1

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Μηχανικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχών

4.2.3.5.2.2

1.1.1

1.1.2

 

 

 

 

Τροχοφόροι άξονες μεταβλητού εύρους

4.2.3.5.2.3

1.1.1

1.1.2

 

 

 

 

Ελάχιστη ακτίνα καμπυλότητας

4.2.3.6

1.1.1

1.1.2

 

 

 

2.4.3

Λιθοδιώκτες

4.2.3.7

1.1.1

 

 

 

 

Πέδηση – Λειτουργικές απαιτήσεις

4.2.4.2.1

1.1.1

2.4.1

2.4.2

 

 

1.5

Πέδηση - Απαιτήσεις ασφαλείας

4.2.4.2.2

1.1.1

1.2

2.4.2

 

 

 

Τύπος συστήματος πέδης

4.2.4.3

 

 

 

 

2.4.3

Χειρισμός πέδησης ανάγκης

4.2.4.4.1

2.4.1

 

 

 

2.4.3

Χειρισμός πέδησης λειτουργίας

4.2.4.4.2

 

 

 

 

2.4.3

Χειρισμός άμεσης πέδησης

4.2.4.4.3

 

 

 

 

2.4.3

Χειρισμός δυναμικής πέδησης

4.2.4.4.4

1.1.3

 

 

 

 

Χειρισμός πέδησης στάθμευσης

4.2.4.4.5

 

 

 

 

2.4.3

Επιδόσεις πέδησης - Γενικές απαιτήσεις

4.2.4.5.1

1.1.1

2.4.1

2.4.2

 

 

1.5

Πέδηση ανάγκης

4.2.4.5.2

2.4.1

 

 

 

2.4.3

Πέδηση λειτουργίας

4.2.4.5.3

 

 

 

 

2.4.3

Υπολογισμοί σχετιζόμενοι με τη θερμική συμπεριφορά

4.2.4.5.4

2.4.1

 

 

 

2.4.3

Πέδη στάθμευσης

4.2.4.5.5

2.4.1

 

 

 

2.4.3

Όριο χαρακτηριστικών πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς

4.2.4.6.1

2.4.1

1.2

2.4.2

 

 

 

Σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού

4.2.4.6.2

2.4.1

1.2

2.4.2

 

 

 

Δυναμική πέδη - Συστήματα πέδησης συνδεόμενα με το σύστημα έλξης

4.2.4.7

 

1.2

2.4.2

 

 

 

Σύστημα πέδησης ανεξάρτητο από τις συνθήκες πρόσφυσης – Γενικά

4.2.4.8.1.

 

1.2

2.4.2

 

 

 

Μαγνητική πέδη τροχιάς

4.2.4.8.2.

 

 

 

 

2.4.3

Δινορρευματική πέδη τροχιάς

4.2.4.8.3

 

 

 

 

2.4.3

Κατάσταση πέδης και ένδειξη ανωμαλίας

4.2.4.9

1.1.1

1.2

2.4.2

 

 

 

Απαιτήσεις πέδης για την παροχή βοήθειας

4.2.4.10

 

2.4.2

 

 

 

Συστήματα υγιεινής

4.2.5.1

 

 

 

1.4.1

 

Μεγαφωνικό σύστημα: Σύστημα ακουστικής επικοινωνίας

4.2.5.2

2.4.1

 

 

 

 

Σήμα κινδύνου επιβατών: Λειτουργικές απαιτήσεις

4.2.5.3

2.4.1

 

 

 

 

Οδηγίες ασφαλείας προς τους επιβάτες – Σήματα

4.2.5.4

1.1.5

 

 

 

 

Συσκευές επικοινωνίας για επιβάτες

4.2.5.5

2.4.1

 

 

 

 

Εξωτερικές θύρες: Επιβίβαση σε τροχαίο υλικό και αποβίβαση

4.2.5.6

2.4.1

 

 

 

 

Εξωτερικές θύρες: Κατασκευή του συστήματος

4.2.5.7

1.1.3

2.4.1

 

 

 

 

Θύρες ενδοεπικοινωνίας μονάδων

4.2.5.8

1.1.5

 

 

 

 

Ποιότητα αέρα στο εσωτερικό

4.2.5.9

 

 

1.3.2

 

 

Πλευρικά παράθυρα αμαξώματος

4.2.5.10

1.1.5

 

 

 

 

Συνθήκες περιβάλλοντος

4.2.6.1

 

2.4.2

 

 

 

Φαινόμενα ομόρρου για επιβάτες σε αποβάθρα

4.2.6.2.1

1.1.1

 

1.3.1

 

 

Φαινόμενα ομόρρου για εργαζομένους παρατροχίως

4.2.6.2.2

1.1.1

 

1.3.1

 

 

Παλμός πίεσης κεφαλής

4.2.6.2.3

 

 

 

 

2.4.3

Μέγιστες διακυμάνσεις πίεσης σε σήραγγες

4.2.6.2.4

 

 

 

 

2.4.3

Πλευρικός άνεμος

4.2.6.2.5

1.1.1

 

 

 

 

Φώτα κεφαλής

4.2.7.1.1

 

 

 

 

2.4.3

Φώτα αναγνωρίσεως

4.2.7.1.2

1.1.1

 

 

 

2.4.3

Ουραία φώτα

4.2.7.1.3

1.1.1

 

 

 

2.4.3

Χειρισμοί φανών

4.2.7.1.4

 

 

 

 

2.4.3

Σειρήνα – Γενικά

4.2.7.2.1

1.1.1

 

 

 

2.4.3

2.6.3

Στάθμες ηχητικής πίεσης σειρήνας προειδοποίησης

4.2.7.2.2

1.1.1

 

1.3.1

 

 

Προστασία

4.2.7.2.3

 

 

 

 

2.4.3

Χειρισμός της σειρήνας

4.2.7.2.4

1.1.1

 

 

 

2.4.3

Ελκτικές επιδόσεις

4.2.8.1

 

 

 

 

2.4.3

2.6.3

Ηλεκτρική τροφοδότηση

4.2.8.2

4.2.8.2.1 έως 4.2.8.2.9

 

 

 

 

1.5

2.4.3

2.2.3

Ηλεκτρική προστασία της αμαξοστοιχίας

4.2.8.2.10

2.4.1

 

 

 

 

Θερμικά ελκτικά συστήματα ντίζελ και άλλα

4.2.8.3

2.4.1

 

 

 

1.4.1

Προστασία από ηλεκτρικούς κινδύνους

4.2.8.4

2.4.1

 

 

 

 

Θάλαμος μηχανοδηγού - Γενικά

4.2.9.1.1

Επιβίβαση και αποβίβαση

4.2.9.1.2

1.1.5

 

 

 

2.4.3

Εξωτερική ορατότητα

4.2.9.1.3

1.1.1

 

 

 

2.4.3

Διαρρύθμιση εσωτερικού

4.2.9.1.4

1.1.5

 

 

 

 

Κάθισμα μηχανοδηγού

4.2.9.1.5

 

 

1.3.1

 

 

Αναλόγιο μηχανοδηγού – Εργονομία

4.2.9.1.6

1.1.5

 

1.3.1

 

 

Κλιματισμός και ποιότητα αέρα

4.2.9.1.7

 

 

1.3.1

 

 

Φωτισμός εσωτερικού

4.2.9.1.8

 

 

 

 

2.6.3

Αλεξήνεμο – Μηχανικά χαρακτηριστικά

4.2.9.2.1

2.4.1

 

 

 

 

Αλεξήνεμο – Οπτικά χαρακτηριστικά

4.2.9.2.2

 

 

 

 

2.4.3

Αλεξήνεμο – Τεχνικός εξοπλισμός

4.2.9.2.3

 

 

 

 

2.4.3

Λειτουργία ελέγχου ενεργότητας μηχανοδηγού

4.2.9.3.1

1.1.1

 

 

 

2.6.3

Ένδειξη ταχύτητας

4.2.9.3.2

1.1.5

 

 

 

 

Μονάδα οπτικών ενδείξεων και οθόνες για το μηχανοδηγό

4.2.9.3.3

1.1.5

 

 

 

 

Έλεγχοι και ενδείκτες

4.2.9.3.4

1.1.5

 

 

 

 

Επισήμανση

4.2.9.3.5

 

 

 

 

2.6.3

Λειτουργία τηλεχειρισμού από το έδαφος

4.2.9.3.6

1.1.1

 

 

 

 

Εποχούμενα εργαλεία και φορητός τεχνικός εξοπλισμός

4.2.9.4

2.4.1

 

 

 

2.4.3

2.6.3

Αποθηκευτικός χώρος για προσωπικά είδη μελών του προσωπικού

4.2.9.5

Καταγραφική συσκευή

4.2.9.6

 

 

 

 

2.4.4

Πυρασφάλεια - Απαιτήσεις για τα υλικά

4.2.10.2

1.1.4

 

1.3.2

1.4.2

 

Ειδικά μέτρα για εύφλεκτα υγρά

4.2.10.3

1.1.4

 

 

 

 

Εκκένωση από επιβάτες

4.2.10.4

2.4.1

 

 

 

 

Πυροφράγματα

4.2.10.5

1.1.4

 

 

 

 

Καθαρισμός του εξωτερικού αμαξοστοιχίας

4.2.11.2

 

 

 

 

1.5

Σύστημα αποκομιδής λυμάτων

4.2.11.3

 

 

 

 

1.5

Τεχνικός εξοπλισμός ανεφοδιασμού με νερό

4.2.11.4

 

 

1.3.1

 

 

Διεπαφή για τον ανεφοδιασμό με νερό

4.2.11.5

 

 

 

 

1.5

Ειδικές απαιτήσεις για το σταβλισμό αμαξοστοιχιών

4.2.11.6

 

 

 

 

1.5

Τεχνικός εξοπλισμός ανεφοδιασμού με καύσιμα

4.2.11.7

 

 

 

 

1.5

Γενική τεκμηρίωση

4.2.12.2

 

 

 

 

1.5

Τεκμηρίωση σχετιζόμενη με τη συντήρηση

4.2.12.3

1.1.1

 

 

 

2.5.1

2.5.2

2.6.1

2.6.2

Τεκμηρίωση για την επιχειρησιακή λειτουργία

4.2.12.4

1.1.1

 

 

 

2.4.2

2.6.1

2.6.2

Διάγραμμα και οδηγίες ανέλκυσης

4.2.12.5

 

 

 

 

2.5.3

Περιγραφές σχετιζόμενες με παροχή βοήθειας

4.2.12.6

 

2.4.2

 

 

2.5.3

3.3.   Βασικές απαιτήσεις μη καλυπτόμενες από την παρούσα ΤΠΔ

Ορισμένες από τις βασικές απαιτήσεις που κατατάσσονται στις «γενικές απαιτήσεις» ή στις «ειδικές απαιτήσεις για κάθε υποσύστημα» στο παράρτημα III της οδηγίας 2008/57/ΕΚ έχουν επίπτωση στο υποσύστημα Τροχαίο υλικό. Από αυτές, εκείνες που δεν καλύπτονται, ή καλύπτονται με περιορισμούς στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, προσδιορίζονται στη συνέχεια.

3.3.1.   Γενικές απαιτήσεις, απαιτήσεις σχετιζόμενες με τη συντήρηση και την επιχειρησιακή λειτουργία

Στη συνέχεια, η αρίθμηση των παραγράφων και των βασικών απαιτήσεων είναι η αρίθμηση του Παραρτήματος III της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Οι βασικές απαιτήσεις που δεν καλύπτονται στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ είναι οι ακόλουθες:

1.4.   Προστασία του περιβάλλοντος

1.4.1.

«Κατά τη μελέτη του συστήματος πρέπει να εκτιμώνται και να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις οι επιπτώσεις της εγκατάστασης και της επιχειρησιακής λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος επί του περιβάλλοντος.»

Αυτή η βασική απαίτηση καλύπτεται από τις ισχύουσες σχετικές ευρωπαϊκές διατάξεις.

1.4.3.

«Το τροχαίο υλικό και τα συστήματα ενεργειακής τροφοδότησης πρέπει να είναι μελετημένα και κατασκευασμένα κατά τρόπον ώστε να είναι ηλεκτρομαγνητικώς συμβατά με τις εγκαταστάσεις, τον τεχνικό εξοπλισμό και τα δημόσια ή ιδιωτικά δίκτυα στα οποία ενδέχεται να υπάρξει παρεμβολή.»

Αυτή η βασική απαίτηση καλύπτεται από τις ισχύουσες σχετικές ευρωπαϊκές διατάξεις.

1.4.4.

«Κατά την επιχειρησιακή λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος πρέπει να τηρούνται τα επίπεδα των κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με την ηχορύπανση.»

Αυτή η βασική απαίτηση καλύπτεται από την ισχύουσα ΤΠΔ θορύβου.

1.4.5.

«Η επιχειρησιακή λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος δεν πρέπει να προκαλεί, στο έδαφος, επίπεδο δονήσεων απαράδεκτο για τις δραστηριότητες και τον χώρο διέλευσης πλησίον της υποδομής και υπό κανονική κατάσταση συντήρησης.»

Αυτή η βασική απαίτηση καλύπτεται από την ΤΠΔ υποδομής ΣΣ (ανοικτό σημείο στην τρέχουσα έκδοση).

2.5.   Συντήρηση

Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ σύμφωνα με την ενότητα 3.2 της παρούσας ΤΠΔ, αυτές οι βασικές απαιτήσεις ενδιαφέρουν μόνο για την τεχνική τεκμηρίωση συντήρησης που αφορά το υποσύστημα Τροχαίο υλικό. Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ δεν αφορούν εγκαταστάσεις συντήρησης.

2.6.   Επιχειρησιακή λειτουργία

Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ σύμφωνα με την ενότητα 3.2 της παρούσας ΤΠΔ, αυτές οι βασικές απαιτήσεις ενδιαφέρουν μόνο για την τεκμηρίωση επιχειρησιακής λειτουργίας που αφορά το υποσύστημα Τροχαίο υλικό (βασικές απαιτήσεις 2.6.1 και 2.6.2), και για την τεχνική συμβατότητα του τροχαίου υλικού προς τους κανόνες επιχειρησιακής λειτουργίας (βασικές απαιτήσεις 2.6.3).

3.3.2.   Απαιτήσεις ίδιες άλλων υποσυστημάτων

Οι απαιτήσεις που αφορούν τα άλλα σχετικά υποσυστήματα είναι αναγκαίες για την τήρηση αυτών των βασικών απαιτήσεων στο σύνολο του σιδηροδρομικού συστήματος.

Οι απαιτήσεις για το υποσύστημα Τροχαίο υλικό οι οποίες συμβάλλουν στην τήρηση αυτών των βασικών απαιτήσεων αναφέρονται στην ενότητα 3.2 της παρούσας ΤΠΔ, και παρατίθενται στις ενότητες 2.2.3 και 2.3.2 του Παραρτήματος III της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ δεν καλύπτονται άλλες βασικές απαιτήσεις.

4.   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΟ

4.1.   Εισαγωγή

4.1.1.   Γενικά

Το διευρωπαϊκό συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα, το οποίο διέπεται από την οδηγία 2008/57/ΕΚ και του οποίου μέρος αποτελεί το υποσύστημα Τροχαίο υλικό, είναι ολοκληρωμένο σύστημα του οποίου ελέγχεται η συνεκτικότητα. Ειδικότερα, αυτή η συνεκτικότητα ελέγχεται με βάση τις προδιαγραφές του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό, τις διεπαφές του με τα υπόλοιπα υποσυστήματα του συμβατικού σιδηροδρόμου συστήματος στο οποίο ενσωματώνεται, καθώς και τους κανόνες επιχειρησιακής λειτουργίας και συντήρησης.

Οι βασικές παράμετροι του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο 4 της παρούσας ΤΠΔ.

Με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι απόλυτα αναγκαίο για τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού συμβατικού σιδηροδρομικού δικτύου, οι λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές του υποσυστήματος και των διεπαφών του που περιγράφονται στις ενότητες 4.2 και 4.3 δεν επιβάλλουν τη χρήση συγκεκριμένων τεχνολογιών ή τεχνικών λύσεων.

Καινοτόμες λύσεις, οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ ή/και των οποίων δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση όπως ορίζεται στην παρούσα ΤΠΔ, απαιτούν νέες προδιαγραφές ή/και νέες μεθόδους αξιολόγησης. Προκειμένου να είναι δυνατή η τεχνολογική καινοτομία, οι εν λόγω προδιαγραφές και μέθοδοι αξιολόγησης καταρτίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία «καινοτομική λύση», η οποία περιγράφεται στο κεφάλαιο 6.

Τα χαρακτηριστικά που πρέπει να καταχωρίζονται στο «Ευρωπαϊκό μητρώο εγκεκριμένων τύπων οχημάτων» ορίζονται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.1.2.   Περιγραφή του τροχαίου υλικού που υπόκειται στην εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ

Το τροχαίο υλικό που υπόκειται στην εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ (αναφέρεται ως μονάδα στο πλαίσιο της παρούσας ΤΠΔ) περιγράφεται στο πιστοποιητικό επαλήθευσης «ΕΚ» με χρήση ενός από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Σύνθεση σε σταθερό σχηματισμό και, εφόσον απαιτείται, σε προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς) διάφορων συνθέσεων του υπό αξιολόγηση τύπου για πολυμερή λειτουργία.

Μόνο όχημα ή σταθερά ελισσόμενα τμήματα με οχήματα προοριζόμενα για προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς).

Μόνο όχημα ή σταθερά ελισσόμενα τμήματα με οχήματα προοριζόμενα για γενική επιχειρησιακή λειτουργία και, εφόσον απαιτείται, προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς) από διάφορα οχήματα (μηχανές) του υπό αξιολόγηση τύπου για πολυμερή λειτουργία.

Σημείωση: Η πολυμερής λειτουργία της υπό αξιολόγηση μονάδας με άλλους τύπους τροχαίου υλικού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ.

Ορισμοί σχετικοί με αμαξοστοιχιακούς σχηματισμούς και με μονάδες δίδονται στην ενότητα 2.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Σε περίπτωση που αξιολογείται μονάδα προοριζόμενη για χρήση σε σταθερό(-ούς) ή προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς), οι σχηματισμοί για τους οποίους ισχύει η αξιολόγηση ορίζονται από το μέρος που ζητεί την αξιολόγηση, και αναφέρονται στο πιστοποιητικό επαλήθευσης «ΕΚ». Ο ορισμός κάθε σχηματισμού περιλαμβάνει τον καθορισμό τύπου κάθε οχήματος, το πλήθος οχημάτων και τη θέση τους στο σχηματισμό. Λεπτομέρειες δίδονται στην ενότητα 6.2.

Για ορισμένα χαρακτηριστικά ή ορισμένες αξιολογήσεις μονάδας προοριζόμενης να χρησιμοποιείται σε γενική επιχειρησιακή λειτουργία θα απαιτηθούν καθορισμένα όρια όσον αφορά τους αμαξοστοιχιακούς σχηματισμούς. Τα όρια αυτά αναφέρονται στη ενότητα 4.2 και στην ενότητα 6.2.6.

4.1.3.   Βασική κατηγοριοποίηση του τροχαίου υλικού για την εφαρμογή των απαιτήσεων της ΤΠΔ

Στις επόμενες ενότητες της παρούσας ΤΠΔ ακολουθείται σύστημα τεχνικής κατηγοριοποίησης του τροχαίου υλικού, με σκοπό τον καθορισμό αντίστοιχων απαιτήσεων που ισχύουν για κάθε μονάδα.

Η(Οι) τεχνική(-ές) κατηγορία(-ες) που αντιστοιχεί(-ούν) στη μονάδα την υποκείμενη στην εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ προσδιορίζεται(-ονται) από το μέρος που ζητεί την αξιολόγηση. Η κατηγοριοποίηση αυτή χρησιμοποιείται από τον κοινοποιημένο οργανισμό που έχει αναλάβει την αξιολόγηση, προκειμένου να εκτιμήσει τις ισχύουσες απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ, και αναφέρεται στο πιστοποιητικό επαλήθευσης «ΕΚ».

Οι τεχνικές κατηγορίες τροχαίου υλικού είναι:

Μονάδα προοριζόμενη να μεταφέρει επιβάτες

Μονάδα προοριζόμενη να μεταφέρει φορτίο σχετιζόμενο με επιβάτες (αποσκευές, αυτοκίνητα κ.λπ.)

Μονάδα που διαθέτει θάλαμο μηχανοδηγού

Μονάδα που διαθέτει ελκτικό εξοπλισμό

Ηλεκτρική μονάδα, οριζόμενη ως μονάδα που τροφοδοτείται με ηλεκτρική ενέργεια από σύστημα ηλεκτρικής τροφοδότησης προδιαγραφόμενο στην ΤΠΔ ενέργειας ΣΣ

Εμπορευματική μηχανή: Μονάδα προοριζόμενη να έλκει εμπορευματικές φορτάμαξες

Επιβατική μηχανή: Μονάδα προοριζόμενη να έλκει άμαξες για επιβάτες

Τεχνικός εξοπλισμός κατασκευής και συντήρησης τροχιάς (ΕΤΜ).

Οι μονάδες είναι δυνατόν να υπάγονται σε μια ή περισσότερες από τις ανωτέρω κατηγορίες.

Εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά στα οριζόμενα στην ενότητα 4.2, οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα ΤΠΔ ισχύον για όλες τις τεχνικές κατηγορίες τροχαίου υλικού που ορίζονται ανωτέρω.

Κατά την αξιολόγηση μονάδας, εξετάζεται επίσης η επιχειρησιακή της συγκρότηση. Γίνεται διάκριση μεταξύ:

Μονάδας που μπορεί να λειτουργεί ως αμαξοστοιχία.

Μονάδας που δεν μπορεί να λειτουργεί μόνη, και πρέπει να είναι ζευγμένη με άλλη(-ες) μονάδα(-ες) ώστε να λειτουργήσει ως αμαξοστοιχία (βλέπε επίσης τις ενότητες 4.1.2, 6.2.6 και 6.2.7).

4.1.4.   Κατηγοριοποίηση του τροχαίου υλικού για την πυρασφάλεια

Όσον αφορά τις απαιτήσεις πυρασφαλείας, ορίζονται τρεις κατηγορίες τροχαίου υλικού, οι οποίες εξειδικεύονται στην ενότητα 4.2.10 της παρούσας ΤΠΔ.

Σύμφωνα με την ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ και την ΤΠΔ ΑΣΣ, το σύνολο του τροχαίου υλικού που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ κατατάσσεται σε (τουλάχιστον) μια από τις εξής κατηγορίες:

Α κατηγορία πυρασφαλείας,

Β κατηγορία πυρασφαλείας,

Εμπορευματική μηχανή και ΕΤΜ.

4.2.   Λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές του υποσυστήματος

4.2.1.   Γενικά

4.2.1.1.   

Λαμβανόμενων υπόψη των γενικών απαιτήσεων του Κεφαλαίου 3, οι λειτουργικές και οι τεχνικές προδιαγραφές του υποσυστήματος Τροχαίο υλικό ομαδοποιούνται και διαχωρίζονται στις ακόλουθες υποενότητες της παρούσας ενότητας:

Φέρουσα κατασκευή και μηχανικά μέρη

Διάδραση με την τροχιά και περιτύπωση

Πέδηση

Θέματα σχετιζόμενα με τους επιβάτες

Συνθήκες περιβάλλοντος

Εξωτερικά φώτα & συσκευές ακουστικής και οπτικής προειδοποίησης

Ελκτικός και ηλεκτρικός τεχνικός εξοπλισμός

Θάλαμος μηχανοδηγού και διεπαφή μηχανοδηγού και μηχανημάτων

Πυρασφάλεια και εκκένωση

Τρέχουσα εξυπηρέτηση

Τεκμηρίωση για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση

Για συγκεκριμένες τεχνικές παραμέτρους, οι λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές παραπέμπουν ρητά σε ενότητα ευρωπαϊκού προτύπου ή άλλου τεχνικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 8 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ. Οι παραπομπές αυτές παρατίθενται στο παράρτημα I της παρούσας ΤΠΔ.

Οι πληροφορίες οι απαιτούμενες επί της αμαξοστοιχίας ώστε το προσωπικό της να είναι ενήμερο σχετικά με την επιχειρησιακή της κατάσταση (κανονική κατάσταση, τεχνικός εξοπλισμός εκτός λειτουργίας, υποβαθμισμένη κατάσταση κ.λπ.) περιέχονται στην ενότητα που εξετάζει την αντίστοιχη λειτουργία και στην ενότητα 4.2.12 «Τεκμηρίωση απαιτούμενη για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση».

4.2.1.2.   

Σε περίπτωση που, για συγκεκριμένη τεχνική παράμετρο, δεν έχει ακόμη εκπονηθεί η λειτουργική και τεχνική προδιαγραφή που είναι αναγκαία για την τήρηση των βασικών απαιτήσεων, και για τον λόγο αυτόν δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα ΤΠΔ, η παράμετρος αυτή προσδιορίζεται ως ανοικτό σημείο στη σχετική ενότητα. Το παράρτημα I της παρούσας ΤΠΔ παραθέτει όλα τα ανοικτά σημεία, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

Επίσης, στο παράρτημα I αναφέρεται κατά πόσον τα ανοικτά σημεία σχετίζονται με την τεχνική συμβατότητα προς το δίκτυο. Για το σκοπό αυτό, το παράρτημα I υποδιαιρείται σε 3 μέρη:

Ανοικτά σημεία γενικής φύσεως, που ισχύουν για ολόκληρο δίκτυο.

Ανοικτά σημεία που σχετίζονται με την τεχνική συμβατότητα μεταξύ του οχήματος και του δικτύου.

Ανοικτά σημεία που δεν σχετίζονται με την τεχνική συμβατότητα μεταξύ του οχήματος και του δικτύου.

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 17 παράγραφος 3 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ, τα ανοικτά σημεία καλύπτονται με την εφαρμογή των εθνικών τεχνικών κανονισμών.

4.2.1.3.   

Οι λειτουργίες που συμβάλλουν στην τήρηση των βασικών απαιτήσεων «ασφαλείας» προσδιορίζονται στην ενότητα 3.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι περισσότερες από τις απαιτήσεις ασφαλείας οι οποίες σχετίζονται με τις εν λόγω λειτουργίες καλύπτονται από τις τεχνικές προδιαγραφές της ενότητας 4.2 (π.χ. «παθητική ασφάλεια», «τροχοί» κ.λπ.).

Για τις ακόλουθες λειτουργίες οι οποίες σχετίζονται με την ασφάλεια, οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει να συμπληρώνονται με απαιτήσεις εκφραζόμενες ως απαιτήσεις ασφαλείας, στην απόδειξη συμμόρφωσης των οποίων είναι δυνατή η χρήση των αρχών που περιγράφονται στην Κοινή Μέθοδο Ασφαλείας (ΚΜΑ) για την Εκτίμηση της Επικινδυνότητας (ΕκΕπ) (ομοιότητα με σύστημα(-τα) αναφοράς, εφαρμογή κωδίκων πρακτικής, πιθανολογική προσέγγιση):

Δυναμική συμπεριφορά (σε περίπτωση που χρησιμοποιείται ενεργός έλεγχος), όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.3.4.2.

Επιδόσεις πέδησης ανάγκης (περιλαμβανόμενης της διακοπής της έλξης), όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.4.2, στην ενότητα 4.2.4.7 και στην ενότητα 4.2.4.8.1. Οι απαιτήσεις ασφαλείας εξειδικεύονται στην ενότητα 4.2.4.2.2.

Πέδηση στάθμευσης, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.4.2, στην ενότητα 4.2.4.4.5 και στην ενότητα 4.2.4.5.5. Οι απαιτήσεις ασφαλείας εξειδικεύονται στην ενότητα 4.2.4.2.2.

Κατάσταση πέδης και ένδειξη ανωμαλίας, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.4.9.

Σύστημα κινδύνου επιβατών, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.5.3.

Χειρισμός εξωτερικών θυρών για επιβάτες, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.5.6.

Διακοπή ηλεκτρικής τροφοδότησης, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.8.2.10.

Έλεγχος ενεργητικότητας του μηχανοδηγού, όπως εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.9.3.1.

Πυροφράγματα (άλλα από χωρίσματα πλήρους διατομής), που εξειδικεύονται στην ενότητα 4.2.10.5.

Στην περίπτωση που για αυτές τις λειτουργίες, οι οποίες ορίζονται ως σχετιζόμενες με την ασφάλεια, δεν καλύπτονται επαρκώς οι παράμετροι ασφαλείας τους, ή δεν προδιαγράφεται η ασφάλεια, αυτό προσδιορίζεται ως ανοικτό σημείο στην αντίστοιχη ενότητα η οποία εξειδικεύει τη λειτουργία.

Το λογισμικό το οποίο χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση λειτουργιών σχετιζόμενων με την ασφάλεια εκπονείται και αξιολογείται με μεθοδολογία κατάλληλη για λογισμικό σχετιζόμενο με την ασφάλεια.

Αυτό ισχύει για λογισμικό το οποίο έχει επίπτωση σε λειτουργίες οι οποίες προσδιορίζονται ως σχετιζόμενες με την ασφάλεια στην ενότητα 4.2 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.2.   Φέρουσα κατασκευή και μηχανικά μέρη

4.2.2.1.   

Αυτό το μέρος διαλαμβάνει απαιτήσεις σχετιζόμενες με τη μελέτη του φέροντος οργανισμού οχήματος (αντοχή των φερόντων στοιχείων του οχήματος) και των μηχανικών συνδέσεων (μηχανικές διεπαφές) μεταξύ οχημάτων ή μεταξύ μονάδων.

Οι περισσότερες από αυτές τις απαιτήσεις στοχεύουν στη διασφάλιση της μηχανικής ακεραιότητας της αμαξοστοιχίας κατά την επιχειρησιακή λειτουργία και κατά την παροχή βοήθειας, καθώς και στην προστασία των διαμερισμάτων για επιβάτες και προσωπικό σε περίπτωση σύγκρουσης ή εκτροχιασμού.

4.2.2.2.   

4.2.2.2.1.   

Για να σχηματιστεί αμαξοστοιχία (όπως ορίζεται στην ενότητα 2.2) συζεύγυνται οχήματα έτσι ώστε να είναι δυνατόν να λειτουργούν μαζί. Η ζεύξη είναι η μηχανική διεπαφή που καθιστά δυνατή αυτή την κοινή λειτουργία. Υπάρχουν διάφοροι τύποι ζεύξεων:

«Εσωτερική» ζεύξη (αποκαλούμενη επίσης «ενδιάμεση» ζεύξη) είναι η συσκευή ζεύξης μεταξύ οχημάτων για το σχηματισμό μονάδας αποτελούμενης από διάφορα οχήματα (π.χ. σταθερό ελισσόμενο τμήμα με επιβατάμαξες ή σύνθεση).

Τερματική ζεύξη («εξωτερική» ζεύξη) μονάδων είναι η συσκευή ζεύξης που χρησιμοποιείται κατά τη σύζευξη δύο (ή περισσότερων) μονάδων για το σχηματισμό αμαξοστοιχίας. Η τοποθέτηση τερματικής ζεύξης στο πέρας μονάδων δεν είναι υποχρεωτική. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει ζεύξη σε κανένα άκρο μονάδας, στο άκρο αυτό προβλέπεται συσκευή που καθιστά δυνατή τη ζεύξη για παροχή βοήθειας.

Η τερματική ζεύξη μπορεί να είναι «αυτόματη», «ημιαυτόματη», ή «χειροδηγούμενη».

Στο πλαίσιο της παρούσας ΤΠΔ, η «χειροδηγούμενη» ζεύξη είναι σύστημα τερματικής ζεύξης στην οποία απαιτείται ένα ή περισσότερα άτομα να στέκονται μεταξύ των προς σύζευξη ή αποσύζευξη μονάδων για τη μηχανική ζεύξη των εν λόγω μονάδων.

Ζεύξη για παροχή βοήθειας είναι η συσκευή ζεύξης που καθιστά δυνατή την παροχή βοήθειας σε μονάδα από κινητήρια μονάδα περισυλλογής εφοδιασμένη με «τυποποιημένη» χειροδηγούμενη ζεύξη σύμφωνα με την ενότητα 4.2.2.2.3, στις περιπτώσεις που η μονάδα στην οποία προσφέρεται η βοήθεια είναι εφοδιασμένη με διαφορετικό σύστημα ζεύξης ή δεν είναι εφοδιασμένη με κανένα σύστημα ζεύξης.

4.2.2.2.2.   

Οι εσωτερικές ζεύξεις μεταξύ των διαφόρων οχημάτων μονάδας ενσωματώνουν σύστημα ανθεκτικό, με ικανότητα αντοχής στις δυνάμεις που αναπτύσσονται υπό τις σκοπούμενες επιχειρησιακές συνθήκες.

Σε περίπτωση που το σύστημα εσωτερικής ζεύξης μεταξύ οχημάτων έχει χαμηλότερη διαμήκη αντοχή από την(τις) τερματική(-ές) ζεύξη(-εις) της μονάδας, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την παροχή βοήθειας στη μονάδα σε περίπτωση θραύσης οποιασδήποτε από αυτές τις εσωτερικές ζεύξεις. Τα μέτρα αυτά περιγράφονται στην τεκμηρίωση που απαιτείται στην ενότητα 4.2.12.6.

Αρθρωτές μονάδες: Η σύνδεση μεταξύ δύο οχημάτων που χρησιμοποιούν το ίδιο όργανο κύλισης πληροί τις απαιτήσεις των ενοτήτων 6.5.3 και 6.7.5 του προτύπου EN12663-1:2010.

4.2.2.2.3.   

α)   Τερματική ζεύξη - Γενικά

Σε περίπτωση που σε κάθε άκρο μονάδας προβλέπεται τερματική ζεύξη, για όλους τους τύπους τερματικής ζεύξης (αυτόματης, ημιαυτόματης ή χειροδηγούμενης) ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

Οι τερματικές ζεύξεις ενσωματώνουν ανθεκτικό σύστημα ζεύξης, με ικανότητα αντοχής στις δυνάμεις που αναπτύσσονται υπό τις σκοπούμενες επιχειρησιακές συνθήκες και συνθήκες παροχής βοήθειας.

Ο τύπος μηχανικής ζεύξης, συνοδευόμενος από τις μέγιστες ονομαστικές τιμές εφελκυστικών και θλιπτικών δυνάμεων που προβλέφθηκαν στη μελέτη, καταγράφεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

Στην παρούσα ΤΠΔ δεν υπάρχουν άλλες απαιτήσεις για αυτόματα και ημιαυτόματα συστήματα ζεύξης.

β)   «Χειροδηγούμενο» σύστημα ζεύξης

Ειδικά για μονάδες εφοδιασμένες με «χειροδηγούμενο» σύστημα ζεύξης ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

Το σύστημα ζεύξης κατασκευάζεται έτσι ώστε να μην απαιτείται ανθρώπινη παρουσία μεταξύ των προς σύζευξη/απόζευξη μονάδων ενόσω μία από αυτές τις δύο μονάδες κινείται.

Επιβατάμαξες με χειροδηγούμενα συστήματα ζεύξης είναι εφοδιασμένες με προσκρουστήρα, όργανα έλξης και σύστημα ζεύξης με κοχλία τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις των μερών των προτύπων EN15551:2009 και EN15566:2009 που αφορούν επιβατάμαξες. Μονάδες άλλες από επιβατάμαξες, εφοδιασμένες με χειροδηγούμενα συστήματα ζεύξης, διαθέτουν προσκρουστήρα, όργανα έλξης και σύστημα ζεύξης με κοχλία που είναι σύμφωνα με τα συναφή μέρη των προτύπων EN15551:2009 και EN15566:2009 αντιστοίχως.

Σε όλες τις περιπτώσεις, οι προσκρουστήρες και οι ζεύξεις με κοχλία τοποθετούνται σύμφωνα με τις ενότητες A.1 έως A.3 του Παραρτήματος A.

Για όλες τις μονάδες που προορίζονται να λειτουργούν αποκλειστικά στο δίκτυο κανονικού εύρους 1 435 mm και είναι εφοδιασμένες με χειροδηγούμενη ζεύξη και πνευματική πέδη κατά UIC, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

Για τις διαστάσεις και τη διάταξη των σωλήνων και των εύκαμπτων σωλήνων πέδης, των ζεύξεων και των δικλίδων τηρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα I της ΤΠΔ ΕΦΑ ΣΣ. Για τη θέση των σωλήνων και των δικλείδων πέδης οριζοντίως και κατακορύφως σε σχέση με το δίσκο του προσκρουστήρα ακολουθούνται οι αντίστοιχες απαιτήσεις του Δελτίου UIC 541 - 1 Νοεμβρίου 2003, παράρτημα B2 σχήμα 16β ή 16γ.

Σημείωση: Για τα στοιχεία αυτά θα ισχύει ευρωπαϊκό πρότυπο που ήδη εκπονείται.

Εγκαρσίως, η θέση των σωλήνων και των δικλίδων πέδης επιτρέπεται να πληροί τις απαιτήσεις του Δελτίου UIC 648:Σεπτέμβριος 2001.

γ)   Χειροδηγούμενο σύστημα ζεύξης – Συμβατότητα μεταξύ μονάδων κατασκευασμένων να λειτουργούν σε δίκτυα με διαφορετικά εύρη τροχιάς

Μονάδες που έχουν κατασκευαστεί για λειτουργία σε δίκτυα με διάφορα εύρη τροχιάς (π.χ. 1 435 mm και 1 520/1 524 mm, ή 1 435 mm και 1 668 mm), εφοδιασμένες με «χειροδηγούμενη» ζεύξη και με σύστημα UIC πνευματικής πέδης, είναι συμβατές με:

Τις απαιτήσεις διεπαφής της ενότητας 4.2.2.2.3 «Τερματική ζεύξη» για δίκτυα 1 435 mm, και

Τη συναφή ειδική περίπτωση για δίκτυα «άλλα από 1 435 mm», σύμφωνα με την ενότητα 7.3 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.2.2.4.   

Αν στα άκρα μονάδων δεν υπάρχει κανένα στοιχείο τερματικής ζεύξης, ή υπάρχει σύστημα ζεύξης μη συμβατό προς το χειροδηγούμενο σύστημα ζεύξης της ενότητας 4.2.2.2.3 της παρούσας ΤΠΔ, λαμβάνονται μέτρα ώστε να καθίσταται δυνατή η περισυλλογή από τη γραμμή σε περίπτωση βλάβης με έλξη ή προώθηση της μονάδας προς την οποία παρέχεται βοήθεια:

Σε περίπτωση που η μονάδα στην οποία παρέχεται βοήθεια είναι εφοδιασμένη με τερματική ζεύξη: με χρήση ελκτικής μονάδας εφοδιασμένης με τον ίδιο τύπο συστήματος τερματικής ζεύξης, και

Με χρήση μονάδας περισυλλογής, δηλαδή ελκτικής μονάδας στην οποία σε καθένα από τα δύο άκρα της που προορίζονται να χρησιμοποιούνται για την παροχή βοήθειας υπάρχουν:

Χειροδηγούμενο σύστημα ζεύξης και πνευματική πέδη σύμφωνα με την ενότητα 4.2.2.2.3 ανωτέρω.

Σωλήνες και δικλίδες πέδησης τοποθετημένα εγκαρσίως σύμφωνα με το Δελτίο UIC 648:Σεπτέμβριος 2001.

Ελεύθερος χώρος 395 mm επάνω από το γεωμετρικό άξονα του αγκίστρου, ώστε να είναι δυνατή η τοποθέτηση του προσαρμογέα περισυλλογής που περιγράφεται στη συνέχεια.

Αυτό επιτυγχάνεται είτε μέσω μονίμως εγκαταστημένου συμβατού συστήματος ζεύξης είτε μέσω ζευκτήρα για παροχή βοήθειας (που ονομάζεται επίσης προσαρμογέας για παροχή βοήθειας).

Σε αυτή την περίπτωση, η προς αξιολόγηση μονάδα κατασκευάζεται έτσι ώστε να είναι δυνατόν να μεταφέρεται σε αυτήν ο ζευκτήρας για παροχή βοήθειας.

Ο ζευκτήρας για παροχή βοήθειας:

Κατασκευάζεται έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η παροχή βοήθειας υπό ταχύτητα τουλάχιστον 30 km/h σε σιδηροδρομικές γραμμές σύμφωνες με την ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ.

Μετά την τοποθέτηση στη μονάδα περισυλλογής ασφαλίζεται κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η λύση του κατά τη διάρκεια της επιχείρησης παροχής βοήθειας.

Ανθίσταται στις δυνάμεις που αναπτύσσονται υπό τις σκοπούμενες συνθήκες παροχής βοήθειας.

Κατασκευάζεται έτσι ώστε δεν απαιτεί ανθρώπινη παρουσία μεταξύ της μονάδας περισυλλογής και της μονάδας προς την οποία παρέχεται η βοήθεια ενόσω μία από αυτές τις δύο μονάδες κινείται.

Δεν περιορίζει ούτε ο ίδιος ούτε κανένας εύκαμπτος σωλήνας πέδησης την εγκάρσια κίνηση του αγκίστρου όταν το άγκιστρο τοποθετείται στη μονάδα περισυλλογής.

Η διεπαφή της πέδης καλύπτεται από τις απαιτήσεις της ενότητας 4.2.4.10 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.2.2.5.   

Οι μονάδες κατασκευάζονται έτσι ώστε το προσωπικό να μην εκτίθεται σε περιττό κίνδυνο κατά τη ζεύξη και την απόζευξη ή κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων παροχής βοήθειας.

Για να πληρούται αυτή η απαίτηση, οι μονάδες οι εφοδιασμένες με χειροδηγούμενα συστήματα ζεύξης κατά την ενότητα 4.2.2.2.3 πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις («ορθογώνιο της Βέρνης»):

Στους απαιτούμενους χώρους που εμφαίνονται στο σχήμα A2 του Παραρτήματος A δεν υπάρχουν σταθερά μέρη. Στο πλαίσιο αυτής της απαίτησης, τα συστατικά στοιχεία των οργάνων ζεύξης βρίσκονται στην κεντρική θέση εγκαρσίως.

Εντός αυτού του χώρου μπορεί να βρίσκονται συνδετήρια καλώδια και εύκαμπτοι σωλήνες καθώς και ελαστικά παραμορφώσιμα μέρη των διαδρόμων ενδοεπικοινωνίας. Δεν υπάρχουν κάτω από τους προσκρουστήρες συστήματα που παρακωλύουν την πρόσβαση σε αυτό το χώρο.

Σε περίπτωση που υπάρχει συνδυασμένος ζευκτήρας αυτόματος και με κοχλία, επιτρέπεται να παραβιάζεται το ορθογώνιο της Βέρνης για την κεφαλή του αυτόματου ζευκτήρα στην αριστερή πλευρά (όπως φαίνεται στο σχήμα A2), όταν αυτός είναι ανασυρμένος και ο ζευκτήρας με κοχλία σε χρήση.

Κάτω από κάθε προσκρουστήρα υπάρχει χειρολισθήρας. Οι χειρολισθήρες είναι ικανοί να φέρουν δύναμη 1,5 kN.

4.2.2.3.   

Σε περίπτωση που προβλέπεται διάδρομος ενδοεπικοινωνίας ως μέσο κυκλοφορίας επιβατών από μία επιβατάμαξα ή σύνθεση σε άλλη, δεν πρέπει οι επιβάτες να εκτίθενται σε περιττό κίνδυνο.

Όταν προβλέπεται λειτουργία χωρίς να έχει συνδεθεί ο διάδρομος ενδοεπικοινωνίας, είναι δυνατόν να εμποδίζεται η πρόσβαση των επιβατών στον διάδρομο ενδοεπικοινωνίας.

Οι απαιτήσεις οι σχετιζόμενες με τη θύρα του διαδρόμου ενδοεπικοινωνίας όταν ο διάδρομος αυτός δεν είναι σε χρήση ορίζονται στην ενότητα 4.2.5.8 «Θέματα σχετιζόμενα με τους επιβάτες – Θύρες ενδοεπικοινωνίας μονάδων».

Συμπληρωματικές απαιτήσεις διατυπώνονται στην ΤΠΔ ΑΜΚ (ενότητα 4.2.2.7 της ΤΠΔ ΑΜΚ «Ελεύθερες δίοδοι»).

Οι απαιτήσεις αυτές δεν ισχύουν στο άκρο των οχημάτων, όπου ο χώρος αυτός δεν προορίζεται για κανονική χρήση από επιβάτες.

4.2.2.4.   

Η ενότητα αυτή ισχύει για όλες τις μονάδες.

Για κινητό τεχνικό εξοπλισμό κατασκευής και συντήρησης σιδηροδρομικής υποδομής (ΕΤΜ), στο παράρτημα Γ ενότητα Γ.1 ορίζονται απαιτήσεις εναλλακτικές προς εκείνες που διατυπώνονται στην παρούσα ενότητα για το στατικό φορτίο, την κατηγορία και την επιτάχυνση.

Η στατική και η δυναμική αντοχή (κόπωση) αμαξωμάτων οχημάτων ενδιαφέρουν όσον αφορά την ασφάλεια την απαιτούμενη για τους επιβάτες και τη δομική ακεραιότητα των οχημάτων κατά τη λειτουργία των αμαξοστοιχιών και κατά την εκτέλεση ελιγμών.

Συνεπώς, η φέρουσα κατασκευή κάθε οχήματος πληροί τις απαιτήσεις του προτύπου EN 12663-1:2010 «Απαιτήσεις για τα φέροντα στοιχεία αμαξωμάτων σιδηροδρομικών οχημάτων – Μέρος 1, Μηχανές και επιβατικό τροχαίο υλικό (και εναλλακτική μέθοδος για εμπορευματικές φορτάμαξες). Οι κατηγορίες τροχαίου υλικού που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αντιστοιχούν στην κατηγορία L για μηχανές και για ελκτικές μονάδες και στις κατηγορίες PI ή PII για όλους τους άλλους τύπους οχημάτων εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, όπως ορίζεται στην ενότητα 5.2 του προτύπου ΕΝ 12663-1:2010.

Ειδικότερα, η ικανότητα του αμαξώματος οχήματος να ανθίσταται σε μόνιμες παραμορφώσεις και σε θραύσεις αποδεικνύεται με υπολογισμούς ή με δοκιμές, σύμφωνα με τους όρους της ενότητας 9.2.3.1 του προτύπου ΕΝ 12663-1:2010.

Για τις καταστάσεις φόρτωσης που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ακολουθείται η ενότητα 4.2.2.10 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι παραδοχές για την αεροδυναμική φόρτιση περιγράφονται στην ενότητα 4.2.6.2.3 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι τεχνικές συνδέσεων καλύπτονται από τις ανωτέρω απαιτήσεις. Προκειμένου κατά τη φάση της παραγωγής να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο μείωσης των μηχανικών χαρακτηριστικών της φέρουσας κατασκευής λόγω ελαττώματος, προβλέπεται διαδικασία επαλήθευσης.

4.2.2.5.   

Η παρούσα απαίτηση ισχύει για όλες τις μονάδες, με εξαίρεση μονάδες που κατά την επιχειρησιακή λειτουργία δεν προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες ή προσωπικό και με εξαίρεση τα ΕΤΜ.

Επιπλέον, μονάδες οι οποίες δεν μπορεί να λειτουργήσουν με ταχύτητες μέχρι τις ταχύτητες σύγκρουσης, που εξειδικεύονται για καθεμία από τις εκδοχές σύγκρουσης στη συνέχεια, εξαιρούνται από τις διατάξεις που αφορούν την εν λόγω εκδοχή σύγκρουσης.

Η παθητική ασφάλεια έχει στόχο να συμπληρώσει την ενεργητική ασφάλεια, όταν έχουν αστοχήσει όλα τα υπόλοιπα μέτρα.

Για το σκοπό αυτό, η μηχανική συγκρότηση οχημάτων προβλέπει την προστασία των επιβαινόντων σε περίπτωση σύγκρουσης, με την πρόβλεψη μέσων:

περιορισμού της επιβράδυνσης

διατήρησης του χώρου επιβίωσης και της δομικής ακεραιότητας των κατειλημμένων περιοχών

μείωσης του κινδύνου εφίππευσης

μείωσης του κινδύνου εκτροχιασμού

περιορισμού των συνεπειών πρόσκρουσης σε εμπόδιο επί της τροχιάς.

Για την πλήρωση αυτών των λειτουργικών απαιτήσεων, οι μονάδες είναι σύμφωνες με τις αναλυτικές απαιτήσεις του προτύπου EN15227:2008 σχετικά με την κατηγορία κατασκευής C-I για αντοχή σε σύγκρουση (Πίνακας 1 του προτύπου ΕΝ15227:2008 κεφάλαιο 4), εκτός αν εξειδικεύεται διαφορετικά στη συνέχεια.

Εξετάζονται οι ακόλουθες τέσσερεις εκδοχές αναφοράς για σύγκρουση:

Εκδοχή 1: Μετωπική σύγκρουση μεταξύ δύο πανομοιότυπων ομάδων

Εκδοχή 2: Μετωπική σύγκρουση με εμπορευματική φορτάμαξα

Εκδοχή 3: Πρόσκρουση της μονάδας σε μεγάλο οδικό όχημα σε ισόπεδη διάβαση

Εκδοχή 4: Πρόσκρουση της μονάδας σε χαμηλό εμπόδιο (π.χ. επιβατικό αυτοκίνητο σε ισόπεδη διάβαση, ζώο, λίθος κ.λπ.).

Οι εκδοχές αυτές περιγράφονται στον Πίνακα 2 του Κεφαλαίου 5 του προτύπου ΕΝ15227:2008.

Στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ, οι κανόνες εφαρμογής του Πίνακα 2 συμπληρώνονται από τα ακόλουθα:

Η εφαρμογή των απαιτήσεων που σχετίζονται με τις εκδοχές 1 και 2 σε μεγάλες μηχανές έλξης χρησιμοποιούμενες μόνο για εμπορευματικές μεταφορές και εφοδιασμένες με κεντρικούς ζευκτήρες σύμφωνους με την αρχή Willison (π.χ. SA3) ή Janney (πρότυπο AAR), προοριζόμενες να λειτουργούν στις γραμμές ΔΕΔ ΣΣ, αποτελεί ανοικτό σημείο.

Η αξιολόγηση της συμμόρφωσης μηχανών με θαλάμους οδηγήσεως στο μέσον προς τις απαιτήσεις που αφορούν την εκδοχή 3 αποτελεί ανοικτό σημείο.

Η παρούσα ΤΠΔ προδιαγράφει απαιτήσεις αντοχής σε σύγκρουση που ισχύουν στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της. Συνεπώς, δεν εφαρμόζεται το παράρτημα A του προτύπου ΕΝ 15227:2008. Για τις ανωτέρω περιγραφόμενες εκδοχές αναφοράς για σύγκρουση ισχύουν οι απαιτήσεις του Κεφαλαίου 6 του προτύπου ΕΝ15227:2008.

Για τον περιορισμό των συνεπειών πρόσκρουσης σε εμπόδιο επί της τροχιάς, τα επικεφαλής άκρα μηχανών, κινητήριων κεφαλών, ιθυντηρίων επιβαταμαξών και συνθέσεων διαθέτουν εκτροπέα εμποδίων. Οι απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι εκτροπείς εμποδίων καθορίζονται στο πρότυπο EN15227:2008 παράγραφος 5 Πίνακας 3 και στην ενότητα 6.5.

4.2.2.6.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες, με εξαίρεση τα ΕΤΜ (κινητός τεχνικός εξοπλισμός για την κατασκευή και τη συντήρηση σιδηροδρομικής υποδομής).

Οι διατάξεις που αφορούν την ανέλκυση και την ανώθηση ΕΤΜ εξειδικεύονται στο παράρτημα Γ, στην ενότητα Γ.2.

Για λόγους περισυλλογής (σε συνέχεια εκτροχιασμού ή άλλου ατυχήματος ή συμβάντος) και για λόγους συντήρησης, είναι δυνατή η ασφαλής ανέλκυση ή ανώθηση κάθε οχήματος που περιλαμβάνεται στη μονάδα.

Επίσης είναι δυνατή η ανέλκυση ή η ανώθηση κάθε άκρου του οχήματος (περιλαμβανόμενων των οργάνων κύλισής του) ενώ το άλλο άκρο στηρίζεται στο(στα) εναπομένον(-τα) όργανο(-α) κύλισης.

Προς το σκοπό αυτό, προβλέπονται καθορισμένα και σημασμένα σημεία ανέλκυσης και ανώθησης.

Η γεωμετρία και η θέση των σημείων ανέλκυσης ακολουθεί το παράρτημα B.

Η σήμανση των σημείων ανέλκυσης πραγματοποιείται με σημεία που προβλέπονται στο παράρτημα B.

Η φέρουσα κατασκευή έχει ικανότητα αντοχής στα φορτία που ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 12663-1:2010 (ενότητες 6.3.2 και 6.3.3).

Ειδικότερα, η ικανότητα αντοχής του αμαξώματος οχήματος σε μόνιμες παραμορφώσεις και θραύσεις μπορεί να αποδεικνύεται με υπολογισμούς ή με δοκιμές, σύμφωνα με τους όρους της ενότητας 9.2.3.1 του προτύπου ΕΝ 12663-1:2010.

4.2.2.7.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες, με εξαίρεση τα ΕΤΜ (κινητός τεχνικός εξοπλισμός για την κατασκευή και τη συντήρηση σιδηροδρομικής υποδομής).

Οι διατάξεις που αφορούν την αντοχή της φέρουσας κατασκευής ΕΤΜ εξειδικεύονται στο παράρτημα Γ, στην ενότητα Γ.1.

Για τον περιορισμό των συνεπειών ατυχήματος, οι σταθερές συσκευές, περιλαμβανομένων των σταθερών συσκευών που βρίσκονται εντός των χώρων επιβατών, στερεώνονται στη φέρουσα κατασκευή του αμαξώματος έτσι ώστε να αποτρέπεται το ενδεχόμενο χαλάρωσης της στερέωσης αυτών των σταθερών συσκευών, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο τραυματισμού επιβατών ή εκτροχιασμού. Προς το σκοπό αυτό, τα μέσα στήριξης αυτών των συσκευών κατασκευάζονται σύμφωνα με την ενότητα 6.5.2 του προτύπου ΕΝ 12663-1:2010 για τις κατηγορίες που ορίζονται ανωτέρω στην ενότητα 4.2.2.4.

4.2.2.8.   

Οι θύρες προς χρήση από επιβάτες καλύπτονται από την ενότητα 4.2.5 της παρούσας ΤΠΔ: «Σημεία σχετιζόμενα με τους επιβάτες». Οι θύρες του θαλάμου οδηγήσεως εξετάζονται στην ενότητα 4.2.9 της παρούσας ΤΠΔ.

Η παρούσα ενότητα διαλαμβάνει θύρες χρησιμοποιούμενες για εμπορεύματα και προς χρήση από το πλήρωμα αμαξοστοιχίας, εκτός από θύρες του θαλάμου οδηγήσεως.

Τα οχήματα στα οποία υπάρχει διαμέρισμα αποκλειστικά για το πλήρωμα της αμαξοστοιχίας ή για εμπορεύματα διαθέτουν συσκευή για κλείσιμο και ασφάλιση των θυρών. Οι θύρες παραμένουν κλειστές και ασφαλισμένες μέχρις ότου ελευθερωθούν ηθελημένα.

4.2.2.9.   

Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται γυαλί σε υαλώδη στοιχεία (περιλαμβάνονται τα κάτοπτρα), το γυαλί είναι είτε πολυστρωματικό είτε σκληρυμένο, σύμφωνο με συναφές εθνικό ή διεθνές πρότυπο όσον αφορά την ποιότητα και τον τομέα χρήσης, οπότε ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος τραυματισμού επιβατών και προσωπικού από θραύση υαλοπίνακα.

4.2.2.10.   

Καθορίζονται οι ακόλουθες καταστάσεις φόρτωσης, που ορίζονται στην ενότητα 3.1 του προτύπου EN 15663:2009:

Μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού

Μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο

Μάζα εκ κατασκευής για κατάσταση κανονικής λειτουργίας.

Οι παραδοχές που τίθενται για τον καθορισμό των ανωτέρω καταστάσεων φόρτωσης ακολουθούν το πρότυπο EN 15663:2009 (αμαξοστοιχία μακρών αποστάσεων, άλλες αμαξοστοιχίες, ωφέλιμο φορτίο ανά m2 σε χώρους όρθιων και σε χώρους υπηρεσίας). Οι παραδοχές αιτιολογούνται και τεκμηριώνονται στη γενική τεκμηρίωση που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12.2.

Για ΕΤΜ είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται διαφορετικές καταστάσεις φόρτωσης (ελάχιστη μάζα, μέγιστη μάζα), ώστε να λαμβάνεται υπόψη η μεταφορά σε αυτά τεχνικού εξοπλισμού, εφόσον κριθεί αναγκαίο.

Για κάθε κατάσταση φόρτωσης που αναφέρεται ανωτέρω, στην τεχνική τεκμηρίωση της ενότητας 4.2.12 παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

Συνολική μάζα οχήματος (για κάθε όχημα της μονάδας)

Μάζα ανά άξονα (για κάθε άξονα)

Μάζα ανά τροχό (για κάθε τροχό)

Η κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για τάξη λειτουργίας» μετριέται με ζύγιση του οχήματος. Επιτρέπεται η συναγωγή των υπόλοιπων καταστάσεων φόρτωσης με υπολογισμό.

Σε περίπτωση που όχημα δηλώνεται σύμφωνο προς κάποιο τύπο (με βάση τις ενότητες 6.2.2.1 και 7.1.3), η ζυγισμένη συνολική μάζα του οχήματος στην κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για τάξη λειτουργίας» δεν υπερβαίνει κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 3 % τη δηλωμένη συνολική μάζα οχήματος για τον εν λόγω τύπο, ο οποίος αναφέρεται στο πιστοποιητικό εξέτασης τύπου ή μελέτης της επαλήθευσης «ΕΚ».

Η εκ κατασκευής μάζα της μονάδας για κατάσταση κανονικής λειτουργίας, η εκ κατασκευής μάζα της μονάδας για κανονικό ωφέλιμο φορτίο και τα υψηλότερα φορτία άξονα των επιμέρους αξόνων για καθεμία από τις τρεις περιπτώσεις φόρτωσης καταχωρούνται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.3.   Διάδραση με την τροχιά και περιτύπωση

4.2.3.1.   

Το περιτύπωμα αποτελεί διεπαφή μεταξύ της μονάδας (όχημα) και της υποδομής, περιγραφόμενο με κοινό περίγραμμα αναφοράς και σχετικούς κανόνες για τον υπολογισμό. Το περιτύπωμα αποτελεί παράμετρο επιδόσεων που εξειδικεύεται στην ενότητα 4.2.2 της ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ και εξαρτάται από την Κατηγορία Γραμμής.

Το κινητικό περίγραμμα αναφοράς με τους σχετικούς κανόνες του περιγράφει τις εξώτατες διαστάσεις της μονάδας. Εγγράφεται εντός των κατατομών αναφοράς GA, GB ή GC (σύμφωνα με την ενότητα 4.2.2 της ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ). Ο συντελεστής εγκάρσιας ταλάντωσης (ή ευκαμψίας) που λαμβάνεται κατά παραδοχή για τον υπολογισμό του περιτυπώματος αιτιολογείται με υπολογισμό ή μετρήσεις σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο πρότυπο EN 15273-2:2009.

Για ηλεκτρικές μονάδες, το περιτύπωμα του παντογράφου επαληθεύεται με υπολογισμό σύμφωνα με την ενότητα A.3.12 του προτύπου ΕΝ 15273-2:2009, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η περιβάλλουσα του παντογράφου συμφωνεί με το μηχανικό κινητικό περιτύπωμα του παντογράφου το οποίο καθαυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα E της ΤΠΔ ΕΝΕ ΣΣ, και εξαρτάται από την επιλογή που έχει γίνει για τη γεωμετρία της κεφαλής του παντογράφου. Οι δύο επιτρεπόμενες δυνατότητες καθορίζονται στην ενότητα 4.2.8.2.9.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Η τάση της ηλεκτρικής τροφοδότησης εξετάζεται στο περιτύπωμα της υποδομής, ώστε να εξασφαλίζονται οι ενδεδειγμένες αποστάσεις για λόγους μόνωσης μεταξύ του παντογράφου και των μόνιμων εγκαταστάσεων.

Η εγκάρσια ταλάντωση του παντογράφου που προσδιορίζεται στην ενότητα 4.2.14 της ΤΠΔ ΕΝΕ ΣΣ και χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μηχανικού κινητικού περιτυπώματος αιτιολογείται με υπολογισμούς ή με μετρήσεις σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 15273-2:2009.

Το περίγραμμα αναφοράς (δηλαδή το περιτύπωμα) το οποίο ακολουθεί η μονάδα (GA, GB ή GC) καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

Κάθε περιτύπωμα με κινητική κατατομή αναφοράς μικρότερη από GC μπορεί επίσης να καταχωρίζεται στο μητρώο, συνοδευόμενο από το ισχύον εναρμονισμένο περιτύπωμα (GA, GB ή GC), υπό την προϋπόθεση ότι η αξιολόγησή του πραγματοποιείται με εφαρμογή της κινητικής μεθόδου.

4.2.3.2.   

4.2.3.2.1.   

Το φορτίο άξονα αποτελεί διεπαφή μεταξύ της μονάδας και της υποδομής. Το φορτίο άξονα είναι παράμετρος επιδόσεων της υποδομής, καθοριζόμενη στην ενότητα 4.2.2 της ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ και εξαρτάται από την Κατηγορία Γραμμής. Πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τη διαπόσταση αξόνων, με το μήκος της αμαξοστοιχίας και με τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα για τη μονάδα στην υπό εξέταση γραμμή.

Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, που προορίζονται να χρησιμοποιούνται ως διεπαφή με την υποδομή, περιλαμβάνονται στη γενική τεκμηρίωση που προσκομίζεται κατά την αξιολόγηση της μονάδας, και περιγράφονται στην ενότητα 4.2.12.2:

Μάζα ανά άξονα (για κάθε άξονα) για τις τρεις καταστάσεις φόρτωσης (όπως ορίζεται και απαιτείται να περιλαμβάνεται στην τεκμηρίωση κατά την ενότητα 4.2.2.10).

Θέση των αξόνων κατά μήκος της μονάδας (διαπόσταση αξόνων).

Μήκος της μονάδας.

Μέγιστη προβλεπόμενη εκ κατασκευής ταχύτητα (που απαιτείται να περιλαμβάνεται στην τεκμηρίωση κατά την ενότητα 4.2.8.1.2).

Χρησιμοποίηση αυτού του στοιχείου σε επιχειρησιακό επίπεδο για τον έλεγχο της συμβατότητας τροχαίου υλικού και υποδομής (εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ):

Το φορτίο άξονα κάθε επιμέρους άξονα της μονάδας, που προορίζεται να χρησιμοποιείται ως παράμετρος διεπαφής με την υποδομή, πρέπει να καθορίζεται από τη σιδηροδρομική επιχείρηση όπως απαιτείται στην ενότητα 4.2.2.5 της ΤΠΔ ΔΔΚ ΣΣ, με εξέταση του αναμενόμενου φορτίου για τη σκοπούμενη υπηρεσία (δεν καθορίζεται κατά την αξιολόγηση της μονάδας). Το φορτίο άξονα στην κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού» αντιπροσωπεύει τη μέγιστη δυνατή τιμή του φορτίου άξονα που αναφέρεται ανωτέρω.

4.2.3.2.2.   

Ο λόγος Οqj της διαφοράς φορτίων τροχού ανά άξονα εκτιμάται με μέτρηση του φορτίου τροχού, για την κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για τάξη λειτουργίας». Διαφορά φορτίου τροχού υψηλότερη από 5 % του φορτίου άξονα επιτρέπεται μόνο εφόσον αποδειχθεί αποδεκτή με τη δοκιμή που εφαρμόζεται για την απόδειξη της ασφαλείας από εκτροχιασμό σε στρεβλή τροχιά, όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.3.4.1 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.3.3.   

4.2.3.3.1.   

Το σύνολο των χαρακτηριστικών του τροχαίου υλικού για τη συμβατότητα με συστήματα στόχων ανίχνευσης αμαξοστοιχιών δίδεται στις ενότητες 4.2.3.3.1.1, 4.2.3.3.1.2 και 4.2.3.3.1.3.

Το σύνολο των χαρακτηριστικών προς τα οποία είναι συμβατό το τροχαίο υλικό καταχωρίζονται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.3.3.1.1.   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ ΕΠΙ ΚΥΚΛΩΜΑΤΩΝ ΤΡΟΧΙΑΣ

Γεωμετρία οχήματος

Η μέγιστη απόσταση μεταξύ 2 διαδοχικών αξόνων καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.1.

Η μέγιστη απόσταση μεταξύ άκρου προσκρουστήρα και πρώτου άξονα καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.2 (απόσταση b1 στο σχήμα 6).

Κατασκευή οχήματος

Το ελάχιστο φορτίο άξονα σε όλες τις καταστάσεις φόρτωσης καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητες 3.1.1 και 3.1.2.

Η ηλεκτρική αντίσταση μεταξύ των κυλιόμενων επιφανειών των αντικείμενων τροχών τροχοφόρου άξονα καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 3.5.1 ενώ η μέθοδος μέτρησης καθορίζεται στο ίδιο προσάρτημα στην ενότητα 3.5.2.

Για ηλεκτρικές μονάδες εφοδιασμένες με παντογράφο και τροφοδοτούμενες υπό τάση 1 500 V DC ή 3 000 V ΣΡ (βλέπε ενότητα 4.2.8.2.1), η ελάχιστη εμπέδηση μεταξύ παντογράφου και κάθε τροχού της αμαξοστοιχίας καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 3.6.1

Απομονωτικές εκπομπές

Οι περιορισμοί στη χρήση τεχνικού εξοπλισμού αμμοδιασποράς περιέχονται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητες 4.1.1 και 4.1.2.

Η χρήση τροχοπέδιλων από σύνθετο υλικό αποτελεί ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

ΗΜΣ

Τα οριακά επίπεδα για ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές οφειλόμενες σε ελκτικά ρεύματα αποτελούν ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

4.2.3.3.1.2.   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ ΕΠΙ ΜΕΤΡΗΤΩΝ ΑΞΟΝΩΝ (16)

Γεωμετρία οχήματος

Η μέγιστη απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών αξόνων καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.1.

Η ελάχιστη απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών αξόνων της αμαξοστοιχίας καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.3.

Στο άκρο μονάδας προοριζόμενης για ζεύξη, η ελάχιστη απόσταση μεταξύ τερματικού και πρώτου άξονα της μονάδας είναι το μισό της τιμής που ορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.3.

Η μέγιστη απόσταση μεταξύ τερματικού και πρώτου άξονα καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.2 (απόσταση b1 στο σχήμα 6).

Η ελάχιστη απόσταση μεταξύ τερματικών αξόνων μονάδας καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.1.4

Γεωμετρία τροχού

Η γεωμετρία του τροχού καθορίζεται στην ενότητα 4.2.3.5.2.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Η ελάχιστη διάμετρος τροχού (εξαρτώμενη από την ταχύτητα) καθορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 2.2.2

Κατασκευή οχήματος

Ο χωρίς μέταλλα χώρος γύρω από τους τροχούς αποτελεί ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

Τα χαρακτηριστικά του υλικού του τροχού όσον αφορά το μαγνητικό πεδίο καθορίζονται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ παράρτημα A προσάρτημα 1 ενότητα 3.4.1.

ΗΜΣ

Τα οριακά επίπεδα για ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές οφειλόμενες στη χρήση δινορρευματικών ή μαγνητικών πεδών τροχιάς αποτελούν ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

4.2.3.3.1.3.   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ ΒΑΣΙΖΟΜΕΝΟ ΣΕ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΒΡΟΧΟΥ

Κατασκευή του οχήματος

Η μεταλλική μάζα οχημάτων αποτελεί ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

4.2.3.3.2.   

Η επιτήρηση της κατάστασης εδράνου άξονα είναι δυνατή.

Μπορεί να πραγματοποιείται είτε με εποχούμενο τεχνικό εξοπλισμό είτε με χρησιμοποίηση παρατρόχιου τεχνικού εξοπλισμού.

Η απαίτηση όσον αφορά τον εποχούμενο εξοπλισμό αποτελεί ανοικτό σημείο στην παρούσα ΤΠΔ.

Σε περίπτωση επιτήρησης εδράνου άξονα με παρατρόχιο τεχνικό εξοπλισμό, το τροχαίο υλικό ικανοποιεί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

Η ζώνη επί του τροχαίου υλικού η ορατή από τον παρατρόχιο τεχνικό εξοπλισμό είναι η περιοχή που καθορίζεται στο πρότυπο ΕΝ 15437-1:2009 ενότητες 5.1 και 5.2.

Η περιοχή θερμοκρασίας λειτουργίας του εδράνου άξονα αποτελεί ανοικτό σημείο.

Σημείωση: βλέπε επίσης ενότητα 4.2.3.5.2.1όσον αφορά τα λιποκιβώτια άξονα.

4.2.3.4.   

4.2.3.4.1.   

Η μονάδα (ή τα οχήματα που συνθέτουν τη μονάδα) κατασκευάζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ασφαλή πορεία σε στρεβλή τροχιά, λαμβανόμενων ειδικά υπόψη της μεταβατικής φάσης μεταξύ τροχιάς με υπερύψωση και οριζόντιας τροχιάς καθώς και αποκλίσεων εγκαρσίων υψομετρικών διαφορών. Η συμμόρφωση προς την απαίτηση αυτή επαληθεύεται με τη διαδικασία που ορίζεται στην ενότητα 4.1 του προτύπου ΕΝ 14363:2005.

Η ασφάλεια ΕΤΜ από εκτροχιασμό κατά την πορεία τους σε στρεβλά τμήματα τροχιάς επιτρέπεται να αποδεικνύεται με εγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, εκτελούνται δοκιμές σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προτύπου ΕΝ 14363:2005.

Για πορεία σε στρεβλά τμήματα τροχιάς εφαρμόζονται οι όροι δοκιμής του προτύπου ΕΝ 14363:2005 ενότητα 4.1 όσον αφορά μηχανήματα με φορεία καθώς και με μεμονωμένους τροχοφόρους άξονες.

4.2.3.4.2.   

α)   Εισαγωγή

Η παρούσα ενότητα 4.2.3.4.2 ισχύει για μονάδες κατασκευασμένες να λειτουργούν σε ταχύτητες υψηλότερες από 60 km/h.

Δεν εφαρμόζεται σε ΕΤΜ (κινητός τεχνικός εξοπλισμός για την κατασκευή και τη συντήρηση σιδηροδρομικής υποδομής). Οι απαιτήσεις για ΕΤΜ ορίζονται στο παράρτημα Γ ενότητα Γ.3.

Η δυναμική συμπεριφορά οχήματος έχει έντονη επίδραση στην ασφάλεια από εκτροχιασμό, στην ασφάλεια πορείας και στη φόρτιση της τροχιάς. Αποτελεί στοιχείο σχετιζόμενο με την ασφάλεια, το οποίο καλύπτεται από τις τεχνικές απαιτήσεις της παρούσας ενότητας. Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται λογισμικό, το επίπεδο ασφαλείας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκπόνηση του λογισμικού αποτελεί ανοικτό σημείο.

β)   Απαιτήσεις

Για την επαλήθευση των δυναμικών χαρακτηριστικών μονάδας κατά την πορεία (ασφάλεια πορείας και φόρτιση τροχιάς), ακολουθούνται τα πακέτα διαδικασίας του προτύπου ΕΝ 14363:2005 κεφάλαιο 5 και, επιπροσθέτως για ανακλινόμενες αμαξοστοιχίες, τα πακέτα διαδικασίας του προτύπου ΕΝ 15686:2010, με τις τροποποιήσεις που διατυπώνονται στη συνέχεια (στην παρούσα ενότητα και στις υποενότητες της). Οι παράμετροι που περιγράφονται στις ενότητες 4.2.3.4.2.1 και 4.2.3.4.2.2 αξιολογούνται με εφαρμογή κριτηρίων που ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 14363:2005.

Εναλλακτικά προς την εκτέλεση δοκιμών επί τροχιάς σε δύο διαφορετικές επικλίσεις σιδηροτροχιάς, όπως ορίζεται στην ενότητα 5.4.4.4 του προτύπου ΕΝ 14363:2005, επιτρέπεται η εκτέλεση δοκιμών σε μια μόνο επίκλιση σιδηροτροχιάς, εφόσον αποδειχθεί ότι οι δοκιμές καλύπτουν τη σειρά συνθηκών επαφής που καθορίζονται στη συνέχεια.

Η παράμετρος ισοδύναμη κωνικότητα tan γe για ευθύγραμμη τροχιά και για καμπύλες μεγάλης ακτίνας καμπυλότητος κατανέμεται έτσι ώστε να σημειώνεται tan γe = 0,2 ± 0,05 σε περιοχή του εύρους (y) της εγκάρσιας μετατόπισης του τροχοφόρου άξονα μεταξύ +/- 2 και +/- 4 mm για τουλάχιστον το 50 % των τμημάτων τροχιάς.

Το κριτήριο αστάθειας του προτύπου ΕΝ14363:2005 εκτιμάται για κινήσεις χαμηλής συχνότητας του αμαξώματος σε δύο τουλάχιστον τμήματα τροχιάς με ισοδύναμες κωνικότητες μικρότερες από 0,05 (μέση τιμή στο τμήμα της τροχιάς).

Το κριτήριο αστάθειας του προτύπου ΕΝ14363:2005 εκτιμάται σε δύο τουλάχιστον τμήματα τροχιάς με ισοδύναμες κωνικότητες σύμφωνα με τον ακόλουθο Πίνακα 1:

Πίνακας 1

Προϋποθέσεις για συνθήκες επαφής όσον αφορά επιτρόχια δοκιμή

Μέγιστη ταχύτητα οχήματος

Ισοδύναμη κωνικότητα

60 km/h < V ≤ 140 km/h

≥ 0,50

140 km/h < V ≤ 200 km/h

≥ 0,40

200 km/h < V ≤ 230 km/h

≥ 0,35

230 km/h < V ≤ 250 km/h

≥ 0,30

Επιπλέον των απαιτήσεων που αφορούν την έκθεση δοκιμής της ενότητας 5.6 του προτύπου ΕΝ 14363:2005, η έκθεση δοκιμής περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με:

Την ποιότητα της τροχιάς στην οποία υπέστη δοκιμή η μονάδα, καταχωριζόμενη με την παρακολούθηση συνεκτικού συνόλου ορισμένων από τις παραμέτρους του προτύπου ΕΝ 13848-1:2003/A1:2008. Το σύνολο παραμέτρων που επιλέγονται εξαρτάται από τα διαθέσιμα μέσα μέτρησης.

Την ισοδύναμη κωνικότητα στην οποία υπέστη δοκιμή η μονάδα.

Η έκθεση δοκιμής αποτελεί μέρος της τεκμηρίωσης που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12.

γ)   Ποιότητα της τροχιάς για δοκιμές και επιτρόχιες δοκιμές:

Συνθήκες δοκιμών: το πρότυπο ΕΝ14363 καθορίζει συνθήκες δοκιμής για επιτρόχιες δοκιμές οι οποίες έχει συμφωνηθεί ότι συνιστούν συνθήκες αναφοράς. Όμως οι εν λόγω συνθήκες δοκιμής δεν είναι πάντοτε επιτεύξιμες, λόγω κωλυμάτων σχετιζόμενων με τη ζώνη στην οποία εκτελείται η δοκιμή, στους εξής τομείς:

Γεωμετρική ποιότητα τροχιάς

Συνδυασμοί ταχύτητας, καμπύλωσης, ανεπάρκειας υπερύψωσης (ενότητα 5.4.2 του προτύπου ΕΝ 14363).

Όσον αφορά τη γεωμετρική ποιότητα τροχιάς, οι προδιαγραφές τροχιάς αναφοράς για την εκτέλεση δοκιμών, περιλαμβανόμενων των ορίων των παραμέτρων ποιότητας τροχιάς που ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 13848-1, αποτελούν ανοικτό σημείο. Συνεπώς, για τον καθορισμό αυτών των ορίων, τα οποία καθορίζονται κατά τρόπο συνεκτικό με το πρότυπο ΕΝ 13848-1, εφαρμόζονται εθνικοί κανονισμοί, ώστε να είναι δυνατόν να εκτιμηθεί εάν δοκιμή που έχει ήδη εκτελεστεί είναι αποδεκτή.

4.2.3.4.2.1.   ΟΡΙΑΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΟΡΕΙΑΣ

Οι οριακές τιμές για την ασφάλεια πορείας τις οποίες πληροί η μονάδα ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 14363:2005 ενότητα 5.3.2.2 και, συμπληρωματικά για ανακλινόμενες αμαξοστοιχίες, στο πρότυπο ΕΝ 15686:2010, με την ακόλουθη τροποποίηση του λόγου ιθυντήριας δύναμης και δύναμης τροχού (Y/Q):

 

Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου για το λόγο ιθυντήριας δύναμης και δύναμης τροχού (Y/Q), επιτρέπεται ο επανυπολογισμός της μέγιστης εκτιμώμενης τιμής του Y/Q με την ακόλουθη διαδικασία:

δημιουργείται εναλλακτική ζώνη δοκιμής, αποτελούμενη από όλα τα τμήματα τροχιάς με 300 m ≤ R ≤ 500 m,

για τη στατιστική επεξεργασία ανά τμήμα χρησιμοποιείται xi (97,5 %) αντί για xi (99,85 %),

για τη στατιστική επεξεργασία ανά ζώνη η τιμή k = 3 (όταν χρησιμοποιείται μονοδιάστατη μέθοδος) ή ο συντελεστής Student t (N - 2· 99 %) (όταν χρησιμοποιείται δισδιάστατη μέθοδος) αντικαθίσταται από το συντελεστή Student t (N-2· 95 %).

 

Αμφότερα τα αποτελέσματα (πριν και μετά τον επανυπολογισμό) καταχωρίζονται στην έκθεση δοκιμής.

4.2.3.4.2.2.   ΟΡΙΑΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΦΟΡΤΙΣΗΣ ΤΡΟΧΙΑΣ

Με εξαίρεση την οιονεί στατική ιθυντήρια δύναμη Yqst, οι οριακές τιμές για τη φόρτιση τροχιάς τις οποίες πρέπει να πληροί η μονάδα κατά τη δοκιμή με τη συνήθη μέθοδο ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 14363:2005 ενότητα 5.3.2.3.

Τα όρια της οιονεί στατικής ιθυντήριας δύναμης Yqst ορίζονται στη συνέχεια.

Η οριακή τιμή της οιονεί στατικής ιθυντήριας δύναμης Yqst εκτιμάται για ακτίνα καμπυλότητας 250≤R< 400m.

Η οριακή τιμή για χωρίς περιορισμό λειτουργία του τροχαίου υλικού στο δίκτυο ΔΕΔ (όπως το δίκτυο ορίζεται στις ΤΠΔ) είναι: (Yqst)lim = (30 + 10500/Rm) kN

όπου: Rm = μέση ακτίνα των τμημάτων τροχιάς που έχουν επιλεχθεί για την αξιολόγηση (σε μέτρα).

Σε περίπτωση υπέρβασης αυτής της οριακής τιμής λόγω συνθηκών υψηλής τριβής, επιτρέπεται ο επανυπολογισμός της εκτιμώμενης τιμής της Yqst στη ζώνη μετά την αντικατάσταση των μεμονωμένων τιμών (Yqst)i στα τμήματα τροχιάς «i» στα οποία ο (Y/Q)ir (μέση τιμή του λόγου Y/Q στην εσωτερική σιδηροτροχιά σε ολόκληρο το τμήμα) υπερβαίνει την τιμή 0,40 κατά: (Yqst)i - 50[(Y/Q)ir - 0,4].Οι τιμές των Yqst, Qqst και της μέσης ακτίνας καμπυλότητας (πριν και μετά τον υπολογισμό) καταχωρίζονται στην έκθεση δοκιμής.

Σε περίπτωση που η τιμή της Yqst υπερβαίνει την οριακή τιμή που αναφέρθηκε ανωτέρω, οι επιχειρησιακές επιδόσεις του τροχαίου υλικού (π.χ. μέγιστη ταχύτητα) είναι δυνατόν να περιορίζονται λόγω της υποδομής, λαμβανόμενων υπόψη χαρακτηριστικών της τροχιάς (π.χ. ακτίνα καμπυλότητας, υπερύψωση, ύψος σιδηροτροχιάς).

Σημείωση: οι οριακές τιμές του προτύπου ΕΝ 14363:2005 εφαρμόζονται για φορτία άξονα στην περιοχή των φορτίων άξονα που αναφέρονται στην ενότητα 4.2.2 της ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ. Δεν ορίζονται εναρμονισμένες οριακές τιμές φόρτισης τροχιάς σε περίπτωση τροχιάς κατασκευασμένης για υψηλότερα φορτία άξονα.

4.2.3.4.3.   

Η περιοχή τιμών ταχύτητας και ισοδύναμης κωνικότητας για τις οποίες έχει κατασκευαστεί η μονάδα ώστε να είναι σταθερή ορίζονται και είναι καταχωρισμένες στην τεχνική τεκμηρίωση. Οι τιμές αυτές τηρούνται όσον αφορά τόσο τη μελέτη όσο και τη λειτουργία.

Η ισοδύναμη κωνικότητα υπολογίζεται σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ15302:2008 για το εύρος (y) της εγκάρσιας μετατόπισης του τροχοφόρου άξονα:

y = 3 mm,

if (TG – SR) ≥ 7 mm

Formula

,

if 5 mm ≤ (TG – SR) < 7 mm

y = 2 mm,

if (TG – SR) < 5 mm

όπου TG είναι το εύρος τροχιάς και SR η απόσταση μεταξύ των ενεργών επιφανειών του τροχοφόρου άξονα (βλέπε σχήμα 1).

Μονάδες εφοδιασμένες με τροχούς μη αλληλεξαρτώμενης περιστροφής εξαιρούνται από τις απαιτήσεις της ενότητας 4.2.3.4.3 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.3.4.3.1.   ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΓΙΑ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΤΟΜΕΣ ΤΡΟΧΩΝ

Στην παρούσα ενότητα καθορίζονται οι επαληθεύσεις που πρέπει να εκτελούνται με υπολογισμούς, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η κατατομή «νέου τροχού» και η απόσταση μεταξύ ενεργών επιφανειών των τροχών είναι κατάλληλα για τροχιές του δικτύου ΔΕΔ σύμφωνες με την ΤΠΔ υποδομής ΣΣ.

Η κατατομή τροχών και η απόσταση μεταξύ ενεργών επιφανειών των τροχών (διάσταση SR στο σχήμα 1 § 4.2.3.5.2.1) επιλέγονται έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση του ορίου ισοδύναμης κωνικότητας το οποίο ορίζεται στον Πίνακας 2 όταν ο υπόψη τροχοφόρος άξονας μοντελοποιείται για έκθεση στις συνθήκες δοκιμής αντιπροσωπευτικού δείγματος τροχιάς οι οποίες ορίζονται στον Πίνακας 3.

Πίνακας 2

Οριακές κατασκευαστικές τιμές για ισοδύναμη κωνικότητα

Μέγιστη επιχειρησιακή ταχύτητα οχήματος

(km/h)

Οριακές τιμές ισοδύναμης κωνικότητας

Συνθήκες δοκιμής

(βλέπε Πίνακα 3)

≤ 60

Δ.Ε.

Δ.Ε.

> 60 και ≤ 190

0,30

Όλες

> 190

Εφαρμόζονται οι τιμές που καθορίζονται στην ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ

Εφαρμόζονται οι συνθήκες που ορίζονται στην ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ


Πίνακας 3

Συνθήκες δοκιμής τροχιάς για ισοδύναμη κωνικότητα αντιπροσωπευτική του δικτύου ΔΕΔ

Αριθμός συνθήκης δοκιμής

Διατομή κεφαλής της σιδηροτροχιάς

Επίκλιση σιδηροτροχιάς

Εύρος τροχιάς

1

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003

1 προς 20

1 435 mm

2

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003

1 προς 40

1 435 mm

3

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003

1 προς 20

1 437 mm

4

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003

1 προς 40

1 437 mm

5

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 2 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003/A1:2007

1 προς 40

1 435 mm

6

διατομή σιδηροτροχιάς 60 E 2 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ 13674-1:2003/A1:2007

1 προς 40

1 437 mm

7

διατομή σιδηροτροχιάς 54 E1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ13674-1 2003

1 προς 20

1 435 mm

8

διατομή σιδηροτροχιάς 54 E1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ13674-1 2003

1 προς 40

1 435 mm

9

διατομή σιδηροτροχιάς 54 E1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ13674-1 2003

1 προς 20

1 437 mm

10

διατομή σιδηροτροχιάς 54 E1 καθοριζόμενη στο πρότυπο ΕΝ13674-1 2003

1 προς 40

1 437 mm

Οι απαιτήσεις της παρούσας ενότητας θεωρείται ότι έχουν τηρηθεί για τροχοφόρους άξονες με κατατομές τροχού S1002 ή GV 1/40 χωρίς φθορά, όπως ορίζεται στο πρότυπο ΕΝ13715:2006 με διαπόσταση ενεργών επιφανειών μεταξύ 1 420 mm και 1 426 mm.

4.2.3.4.3.2.   ΤΙΜΕΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΗΣ ΚΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΡΟΧΟΦΟΡΟΥ ΑΞΟΝΑ, ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Για τον έλεγχο της σταθερότητας πορείας του τροχαίου υλικού είναι αναγκαίος ο έλεγχος των τιμών της ισοδύναμης κωνικότητας σε λειτουργία. Οι στοχευόμενες τιμές κωνικότητας τροχοφόρου άξονα σε λειτουργία για διαλειτουργικό τροχαίο υλικό καθορίζονται σε συνδυασμό με στοχευόμενες τιμές κωνικότητας της τροχιάς, σε λειτουργία.

Οι «τιμές κωνικότητας της τροχιάς, σε λειτουργία» αποτελούν ανοικτό σημείο στην ΤΠΔ υποδομής ΣΣ. Συνεπώς, οι «τιμές κωνικότητας τροχοφόρου άξονα, σε λειτουργία» αποτελούν ανοικτό σημείο στην παρούσα ΤΠΔ.

Η παρούσα ενότητα δεν περιλαμβάνεται στην αξιολόγηση που πραγματοποιείται από κοινοποιημένο οργανισμό.

Σε περίπτωση που μονάδα λειτουργεί σε δεδομένη γραμμή, οι τιμές ισοδύναμης κωνικότητας σε λειτουργία διατηρούνται, λαμβανόμενων υπόψη των καθορισμένων ορίων για τη μονάδα (βλέπε ενότητα 4.2.3.4.3) και των τοπικών συνθηκών του δικτύου.

4.2.3.5.   

4.2.3.5.1.   

Για μονάδες οι οποίες περιλαμβάνουν πλαίσιο φορείου, η ακεραιότητα της φέρουσας κατασκευής του πλαισίου του φορείου, του συνόλου του φερόμενου τεχνικού εξοπλισμού και της σύνδεσης αμαξώματος προς φορείο αποδεικνύεται με μεθόδους που εκτίθενται στην ενότητα 9.2 του προτύπου ΕΝ 13749:2005. Η κατασκευή του φορείου βασίζεται στα στοιχεία που ορίζονται στο κεφάλαιο 7 του προτύπου ΕΝ 13749:2005.

Σημείωση: Δεν απαιτείται κατάταξη του φορείου σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 του προτύπου ΕΝ 13749:2005.

Κατά την εφαρμογή των περιπτώσεων φόρτωσης που αναφέρονται στις ενότητες του προαναφερόμενου προτύπου, το ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού λαμβάνεται ως «μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού» ενώ το φορτίο λειτουργίας (κόπωση) λαμβάνεται ως «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο» όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.2.10 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι παραδοχές για την εκτίμηση των φορτίων λόγω κύλισης του φορείου (τύποι και συντελεστές) σύμφωνα με το πρότυπο EN 13749:2005 παράρτημα Γ αιτιολογούνται και τεκμηριώνονται στην τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12.

4.2.3.5.2.   

Για την εφαρμογή της παρούσας ΤΠΔ, ορίζεται ότι οι τροχοφόροι άξονες περιλαμβάνουν κύρια μέρη (άξονας και τροχοί) και παρελκόμενα μέρη (έδρανα άξονα, λιποκιβώτια άξονα, κιβώτια οδοντωτής μετάδοσης και δίσκοι πέδης). Η μελέτη και η κατασκευή του τροχοφόρου άξονα πραγματοποιούνται με συνεκτική μεθοδολογία όπου χρησιμοποιείται σύνολο περιπτώσεων φόρτωσης συνεπών με τις συνθήκες φόρτωσης που ορίζονται στην ενότητα 4.2.2.10 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.3.5.2.1.   ΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΡΟΧΟΦΟΡΩΝ ΑΞΟΝΩΝ

Μηχανική συμπεριφορά τροχοφόρων αξόνων:

 

Με τα μηχανικά χαρακτηριστικά των τροχοφόρων αξόνων επιτυγχάνεται η ασφαλής κίνηση του τροχαίου υλικού.

 

Τα μηχανικά χαρακτηριστικά καλύπτουν:

το συγκρότημα

τη μηχανική αντοχή και τα χαρακτηριστικά κόπωσης.

 

Η απόδειξη της συμμόρφωσης για συγκρότημα βασίζεται στο πρότυπο EN13260:2009 ενότητες 3.2.1 και 3.2.2, όπου καθορίζονται οριακές τιμές για την αξονική δύναμη και την κόπωση, και σχετικές δοκιμές επαλήθευσης.

Μηχανική συμπεριφορά αξόνων:

 

Επιπλέον προς την προαναφερόμενη απαίτηση για το συγκρότημα, η απόδειξη της συμμόρφωσης για τη μηχανική αντοχή και τα χαρακτηριστικά κόπωσης του άξονα βασίζεται στο πρότυπο EN13103:2009 κεφάλαια 4, 5 και 6 για μη κινητήριους άξονες, ή στο πρότυπο EN13104:2009 κεφάλαια 4, 5 και 6 για κινητήριους άξονες.

 

Τα κριτήρια απόφασης για την επιτρεπόμενη καταπόνηση ορίζονται στο πρότυπο EN 13103:2009 κεφάλαιο 7 για μη κινητήριους άξονες, ή στο πρότυπο EN 13104:2009 κεφάλαιο 7 για κινητήριους άξονες.

 

Τα χαρακτηριστικά κόπωσης του άξονα (λαμβανομένων υπόψη της μελέτης, της διαδικασίας κατασκευής και των διάφορων κρίσιμης σημασίας περιοχών του άξονα) επαληθεύονται με δοκιμή τύπου σε κόπωση επί 10 εκατ. κύκλους φόρτισης.

Επαλήθευση των κατασκευασμένων αξόνων:

 

Υπάρχει διαδικασία επαλήθευσης ώστε να διασφαλίζεται κατά τη φάση παραγωγής ότι τα μηχανικά χαρακτηριστικά των αξόνων δεν είναι δυνατόν να μειωθούν λόγω ελαττωμάτων.

 

Επαληθεύονται η αντοχή του υλικού του άξονα σε εφελκυσμό, η αντοχή σε κρούση, η ακεραιότητα της επιφάνειας, τα χαρακτηριστικά του υλικού και η καθαρότητα του υλικού.

 

Η διαδικασία επαλήθευσης καθορίζει τον τρόπο δειγματοληψίας για κάθε προς επαλήθευση χαρακτηριστικό.

Μηχανική συμπεριφορά των λιποκιβωτίων άξονα:

 

Το λιποκιβώτιο άξονα κατασκευάζεται λαμβανομένων υπόψη της μηχανικής αντοχής και των χαρακτηριστικών κόπωσης. Τα όρια θερμοκρασίας που αναπτύσσεται κατά τη λειτουργία καθορίζονται και καταχωρίζονται στην τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12 της παρούσας ΤΠΔ.

 

Η επιτήρηση της κατάστασης εδράνου άξονα περιγράφεται στην ενότητα 4.2.3.3.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Γεωμετρικές διαστάσεις τροχοφόρων αξόνων:

 

Οι γεωμετρικές διαστάσεις των τροχοφόρων αξόνων, που ορίζονται στο σχήμα 1, είναι σύμφωνες με τις οριακές τιμές του Πίνακα 4. Οι εν λόγω οριακές τιμές λαμβάνονται ως τιμές μελέτης (για νέο τροχοφόρο άξονα) και ως οριακές τιμές κατά τη λειτουργία (προς χρήση για λόγους συντήρησης. Βλέπε επίσης ενότητα 4.5).

Πίνακας 4

Όρια των γεωμετρικών διαστάσεων τροχοφόρων αξόνων, σε λειτουργία

Ονομασία

Διάμετρος τροχού D

(mm)

Ελάχιστη τιμή

(mm)

Μέγιστη τιμή

(mm)

Απαιτήσεις συνδεόμενες με το υποσύστημα

Απόσταση μεταξύ μετώπων ονύχων (SR)

(Απόσταση μεταξύ ενεργών επιφανειών)

SR = AR + Sd(αριστερός τροχός) + Sd(δεξιός τροχός)

D > 840

1 410

1 426

760 < D ≤ 840

1 412

330 ≤ D ≤ 760

1 415

Απόσταση μεταξύ ράχεων (AR)

D > 840

1 357

1 363

760 < D ≤ 840

1 358

330 ≤ D ≤ 760

1 359

 

Η διάσταση AR μετριέται στο ύψος της άνω επιφάνειας της σιδηροτροχιάς. Οι διαστάσεις AR και SR ανταποκρίνονται στις συνθήκες έμφορτου και κενού οχήματος. Στην τεκμηρίωση της συντήρησης, για τις τιμές σε χρήση είναι δυνατόν ο κατασκευαστής να ορίζει μικρότερες ανοχές εντός των ανωτέρω ορίων.

Σχήμα 1

Σύμβολα για τροχοφόρους άξονες

Image

4.2.3.5.2.2.   ΜΗΧΑΝΙΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΡΟΧΩΝ

Με τα χαρακτηριστικά των τροχών επιτυγχάνεται η ασφαλής κίνηση του τροχαίου υλικού, με ταυτόχρονη συμβολή τους στην οδήγηση του τροχαίου υλικού.

Μηχανική συμπεριφορά:

 

Τα μηχανικά χαρακτηριστικά του τροχού αποδεικνύονται με υπολογισμούς μηχανικής αντοχής, λαμβανομένων υπόψη τριών περιπτώσεων φορτίου: ευθεία τροχιά (τροχοφόρος άξονας συμμετρικός ως προς το γεωμετρικό άξονα), καμπύλη (ο όνυχας ασκεί πίεση στη σιδηροτροχιά), και εγγραφή σε αλλαγές τροχιάς και διασταυρώσεις (η εσωτερική επιφάνεια του όνυχα εφάπτεται στη σιδηροτροχιά), όπως ορίζεται στο πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003 ενότητες 7.2.1 και 7.2.2.

 

Για σφυρήλατους και εξελασμένους τροχούς, τα κριτήρια απόφασης ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 7.2.3. Σε περίπτωση που από τον υπολογισμό προκύπτουν τιμές εκτός των κριτηρίων απόφασης, για την απόδειξη της συμμόρφωσης απαιτείται η εκτέλεση δοκιμής σε τράπεζα σύμφωνα με το πρότυπο EN 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 7.3.

 

Για σφυρήλατους και εξελασμένους τροχούς, τα χαρακτηριστικά κόπωσης (λαμβανομένης υπόψη και της επιφανειακής τραχύτητας) επαληθεύονται με δοκιμή τύπου σε κόπωση επί 10 εκατ. κύκλους φόρτισης με άσκηση στο σώμα του τροχού τάσεων μικρότερων από 450 MPa (για μηχανουργικώς κατεργασμένα σώματα) και 315 MPa (για σώματα που δεν είναι μηχανουργικώς κατεργασμένα), με πιθανότητα 99,7 %. Τα κριτήρια όσον αφορά την τάση κόπωσης εφαρμόζονται για ποιότητες χάλυβα ER6, ER7, ER8 και ER9. Για άλλης ποιότητας χάλυβα τα κριτήρια απόφασης παρεκτείνονται με βάση τα γνωστά κριτήρια για τα άλλα υλικά.

 

Άλλοι τύποι τροχών επιτρέπονται για οχήματα που περιορίζονται σε εθνική χρήση. Στην περίπτωση αυτή, τα κριτήρια απόφασης και τα κριτήρια για την τάση κόπωσης εξειδικεύονται σε εθνικούς κανονισμούς. Οι εθνικοί κανονισμοί κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.

Θερμομηχανική συμπεριφορά:

 

Εφόσον ο τροχός χρησιμοποιείται για την πέδηση μονάδας με την επενέργεια πεδίλων επί της επιφάνειας κύλισης του τροχού, ο τροχός εξετάζεται από άποψη θερμομηχανική, λαμβανομένης υπόψη της μέγιστης προβλεπόμενης ενέργειας πέδησης. Προκειμένου να ελεγχθεί ότι η εγκάρσια μετατόπιση της στεφάνης κατά την πέδηση και οι παραμένουσες τάσεις βρίσκονται εντός των προβλεπόμενων ορίων ανοχής, πραγματοποιείται εξέταση τύπου, όπως περιγράφεται στο πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 6.2.

 

Για σφυρήλατους και εξηλασμένους τροχούς, τα κριτήρια απόφασης όσον αφορά παραμένουσες τάσεις ορίζονται για υλικό τροχού ποιοτήτων ER 6 και ER 7 στο πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 6.2.2. Για άλλες ποιότητες χάλυβα, τα κριτήρια απόφασης όσον αφορά παραμένουσες τάσεις παρεκτείνονται με βάση τα γνωστά κριτήρια για τα υλικά ER 6 και ER 7. Σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων εκ κατασκευής παραμενουσών τάσεων στην αρχική δοκιμή, επιτρέπεται η εκτέλεση δεύτερης δοκιμής σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 6.3. Σε αυτή την περίπτωση εκτελείται επίσης δοκιμή σε λειτουργία σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 13979-1:2003/A1:2009 ενότητα 6.4.

 

Άλλοι τύποι τροχών επιτρέπονται για οχήματα που περιορίζονται σε εθνική χρήση. Στην περίπτωση αυτή, η θερμοδυναμική συμπεριφορά λόγω της χρήσης τροχοπέδιλων εξειδικεύεται σε εθνικούς κανονισμούς. Οι εθνικοί κανονισμοί κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.

Επαλήθευση των κατασκευασμένων τροχών:

 

Υπάρχει διαδικασία επαλήθευσης ώστε να διασφαλίζεται κατά τη φάση παραγωγής ότι τα μηχανικά χαρακτηριστικά των τροχών δεν είναι δυνατόν να μειωθούν λόγω ελαττωμάτων.

 

Επαληθεύονται η αντοχή του υλικού του τροχού σε εφελκυσμό, η σκληρότητα της επιφάνειας κύλισης, η τραχύτητα της επιφάνειας θραύσης, η αντοχή σε κρούση, τα χαρακτηριστικά του υλικού και η καθαρότητα του υλικού.

 

Η διαδικασία επαλήθευσης καθορίζει τον τρόπο δειγματοληψίας για κάθε προς επαλήθευση χαρακτηριστικό.

Γεωμετρικές διαστάσεις:

Οι γεωμετρικές διαστάσεις των τροχών, που ορίζονται στο σχήμα 2, είναι σύμφωνες με τις οριακές τιμές που εξειδικεύονται στον Πίνακα 5. Οι εν λόγω οριακές τιμές λαμβάνονται ως τιμές μελέτης (για νέο τροχό) και ως οριακές τιμές κατά τη λειτουργία (προς χρήση για λόγους συντήρησης. Βλέπε επίσης ενότητα 4.5).

Πίνακας 5

Όρια των γεωμετρικών διαστάσεων τροχών, σε λειτουργία

Ονομασία

Διάμετρος τροχού D

(mm)

Ελάχιστη τιμή

(mm)

Μέγιστη τιμή

(mm)

Πλάτος της στεφάνης (BR + Περιφερειακό παράφυμα)

D ≥ 330

133

145

Πάχος του όνυχα (Sd)

D > 840

22

33

760 < D ≤ 840

25

330 ≤ D ≤ 760

27,5

Ύψος του όνυχα (Sh)

D > 760

27,5

36

630 < D ≤ 760

29,5

330 ≤ D ≤ 630

31,5

Όψη όνυχα (qR)

≥ 330

6,5

 

Σχήμα2

Σύμβολα για τροχούς

Image

Μονάδες εφοδιασμένες με τροχούς μη αλληλεξαρτώμενης περιστροφής πληρούν, επιπροσθέτως προς τις απαιτήσεις της παρούσας ενότητας που αφορά τους τροχούς, και τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ για τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τροχοφόρων αξόνων που ορίζονται στην ενότητα 4.2.3.5.2.1.

4.2.3.5.2.3.   ΤΡΟΧΟΦΟΡΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΕΥΡΟΥΣ

Η παρούσα απαίτηση ισχύει για μονάδες εφοδιασμένες με τροχοφόρους άξονες μεταβλητού εύρους, με εναλλαγή μεταξύ του ευρωπαϊκού κανονικού ονομαστικού εύρους τροχιάς και άλλου εύρους τροχιάς.

Ο μηχανισμός εναλλαγής του τροχοφόρου άξονα καθιστά βέβαιη την ασφαλή ακινητοποίηση του τροχού στην ορθή προβλεπόμενη θέση του άξονα.

Είναι δυνατή η εξωτερική οπτική επαλήθευση της κατάστασης του συστήματος ακινητοποίησης (σε θέση ακινητοποίησης ή όχι).

Εάν ο τροχοφόρος άξονας είναι εφοδιασμένος με τεχνικό εξοπλισμό πέδης, εξασφαλίζονται η τοποθέτηση και η ακινητοποίηση του εν λόγω τεχνικού εξοπλισμού στην ορθή θέση.

Η αξιολόγηση συμμόρφωσης για τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα ενότητα αποτελεί ανοικτό σημείο.

4.2.3.6.   

Η ελάχιστη προς εγγραφή ακτίνα καμπυλότητας είναι:

150 μέτρα για όλες τις μονάδες

4.2.3.7.   

Η παρούσα απαίτηση εφαρμόζεται για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο οδηγήσεως.

Οι τροχοί προστατεύονται από ζημίες που προκαλούν αντικείμενα μικρών διαστάσεων που βρίσκονται στις σιδηροτροχιές. Η παρούσα απαίτηση μπορεί να ικανοποιείται με λιθοδιώκτες τοποθετημένους μπροστά από τους τροχούς του πρώτου εμπρόσθιου άξονα.

Το ύψος του χαμηλότερου άκρου του λιθοδιώκτη επάνω από την αμιγή τροχιά είναι:

30 mm τουλάχιστον υπό όλες τις συνθήκες

130 mm κατ’ ανώτατο όριο υπό όλες τις συνθήκες,

λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη της φθοράς του τροχού και της σύμπτυξης λόγω ανάρτησης.

Σε περίπτωση που το κατώτατο άκρο εκτροπέα εμποδίων που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.2.5 βρίσκεται σε ύψος μικρότερο από 130 mm επάνω από την αμιγή τροχιά υπό όλες τις συνθήκες, πληροί τις λειτουργικές απαιτήσεις των λιθοδιωκτών, οπότε επιτρέπεται να μην υπάρχουν λιθοδιώκτες.

Οι λιθοδιώκτες κατασκευάζονται έτσι ώστε να ανθίστανται σε ελάχιστη διαμήκη δύναμη 20 kN χωρίς μόνιμη παραμόρφωση. Η απαίτηση αυτή επαληθεύεται με υπολογισμό.

Οι λιθοδιώκτες κατασκευάζονται έτσι ώστε, σε περίπτωση πλαστικής παραμόρφωσης, να μην προσκρούσουν στην τροχιά ή σε όργανα κύλισης και η επαφή με την επιφάνεια κύλισης τροχού, εάν συμβεί, να μην προκαλέσει κίνδυνο εκτροχιασμού.

4.2.4.   Πέδηση

4.2.4.1.   

Ο σκοπός του συστήματος πέδησης αμαξοστοιχίας είναι να διασφαλίζει τη δυνατότητα μείωσης της ταχύτητας της αμαξοστοιχίας ή τη διατήρηση της ταχύτητας σε κατωφέρεια, ή τη δυνατότητα ακινητοποίησης της αμαξοστοιχίας εντός της μέγιστης επιτρεπόμενης απόστασης πέδησης. Επίσης με την πέδηση επιτυγχάνεται η ακινητοποίηση αμαξοστοιχίας.

Οι πρωταρχικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις πέδησης είναι η ισχύς πέδησης (παραγωγή της δύναμης πέδησης), η μάζα της αμαξοστοιχίας, η αντίσταση κύλισης της αμαξοστοιχίας, η ταχύτητα, η διαθέσιμη πρόσφυση.

Οι μεμονωμένες επιδόσεις μονάδας για μονάδες που λειτουργούν σε διάφορους αμαξοστοιχιακούς σχηματισμούς καθορίζονται έτσι ώστε να είναι επιτεύξιμες οι συνολικές επιδόσεις πέδησης της αμαξοστοιχίας.

Οι επιδόσεις πέδησης καθορίζονται από τα χαρακτηριστικά της επιβράδυνσης (επιβράδυνση = F(ταχύτητα) και τον ισοδύναμο χρόνο απόκρισης).

Επίσης χρησιμοποιούνται η απόσταση ακινητοποίησης, το ποσοστό πεδούμενου βάρους (καλούμενο επίσης «λάμδα» ή «ποσοστό πεδούμενης μάζας»), η πεδούμενη μάζα, που μπορούν να συναχθούν (αμέσως ή μέσω της απόστασης ακινητοποίησης) από τα χαρακτηριστικά επιβράδυνσης με υπολογισμό.

Οι επιδόσεις πέδησης μπορεί να μεταβάλλονται με το φορτίο της αμαξοστοιχίας ή του οχήματος.

Οι ελάχιστες επιδόσεις πέδησης αμαξοστοιχίας που απαιτούνται για τη λειτουργία αμαξοστοιχίας σε γραμμή με προβλεπόμενη ταχύτητα εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά της γραμμής (σύστημα σηματοδότησης, μέγιστη ταχύτητα, κλίσεις, περιθώρια ασφαλείας γραμμής) και αποτελούν χαρακτηριστικό της υποδομής.

Τα βασικά δεδομένα αμαξοστοιχίας ή οχήματος που χαρακτηρίζουν τις επιδόσεις πέδησης καθορίζονται στην ενότητα 4.2.4.5 της παρούσας ΤΠΔ.

Η υπόψη διεπαφή μεταξύ υποδομής και τροχαίου υλικού καλύπτεται από την ενότητα 4.2.2.6.2 της ΤΠΔ ΔΔΚ ΣΣ.

4.2.4.2.   

4.2.4.2.1.   

Οι ακόλουθες απαιτήσεις ισχύουν για όλες τις μονάδες.

Οι μονάδες διαθέτουν:

λειτουργία κύριας πέδης, η οποία χρησιμοποιείται κατά την επιχειρησιακή λειτουργία για πέδηση λειτουργίας και για πέδηση ανάγκης,

λειτουργία πέδης στάθμευσης, η οποία χρησιμοποιείται όταν η αμαξοστοιχία είναι σταθμευμένη, καθιστώντας δυνατή την εφαρμογή δύναμης πέδης χωρίς διαθέσιμη ενέργεια επί της αμαξοστοιχίας κατά τη διάρκεια απεριόριστου χρονικού διαστήματος.

Το σύστημα κύριας πέδης αμαξοστοιχίας είναι:

συνεχές: το σήμα εφαρμογής της πέδης μεταδίδεται από κεντρική εντολή σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία με γραμμή ελέγχου,

αυτόματο: μη σκοπούμενη διακοπή (απώλεια ακεραιότητας) της γραμμής ελέγχου έχει ως αποτέλεσμα ενεργοποίηση της πέδης όλων των οχημάτων της αμαξοστοιχίας.

Η λειτουργία κύριας πέδης μπορεί να συμπληρώνεται και με πρόσθετα συστήματα πέδης που περιγράφονται στην ενότητα 4.2.4.7 (δυναμική πέδη – σύστημα πέδησης συνδεόμενο με σύστημα έλξης) ή/και στην ενότητα 4.2.4.8 (σύστημα πέδησης ανεξάρτητο από τις συνθήκες πρόσφυσης).

Η διάχυση της ενέργειας πέδησης εξετάζεται κατά τη μελέτη του συστήματος πέδησης, και δεν προκαλεί καμία ζημία στα συστατικά στοιχεία του συστήματος πέδησης υπό συνθήκες κανονικής λειτουργίας. Αυτό ελέγχεται με υπολογισμό όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.4.5.4 της παρούσας ΤΠΔ.

Η θερμοκρασία που αναπτύσσεται γύρω από τα συστατικά στοιχεία της πέδης εξετάζεται επίσης κατά τη μελέτη του τροχαίου υλικού.

Η μελέτη του συστήματος πέδησης περιλαμβάνει μέσα παρακολούθησης και δοκιμές που εξειδικεύονται στην ενότητα 4.2.4.9 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι απαιτήσεις που ακολουθούν στην παρούσα ενότητα 4.2.4.2.1 ισχύουν για μονάδες που μπορούν να λειτουργούν ως αμαξοστοιχία.

Οι επιδόσεις πέδησης εξασφαλίζονται κατά τρόπο συνεκτικό με τις απαιτήσεις ασφαλείας που διατυπώνονται στην ενότητα 4.2.4.2.2 για περίπτωση μη σκοπούμενης διακοπής της γραμμής ελέγχου πέδης, και για τις περιπτώσεις διακοπής της παροχής ενέργειας πέδησης, βλάβης του συστήματος ηλεκτρικής τροφοδότησης, ή βλάβης άλλης ενεργειακής πηγής.

Ειδικότερα, επί της αμαξοστοιχίας υπάρχει διαθέσιμη επαρκής ενέργεια πέδησης (αποταμιευμένη ενέργεια), κατανεμημένη σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία κατά τρόπο συνεκτικό με την κατασκευή του συστήματος πέδησης, ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμογή των απαιτούμενων δυνάμεων πέδης.

Διαδοχικές εφαρμογές και χαλαρώσεις της πέδης εξετάζονται στη μελέτη του συστήματος πέδησης (ανεξάντλητο).

Σε περίπτωση μη σκοπούμενης λύσης αμαξοστοιχίας, τα δύο μέρη της αμαξοστοιχίας ακινητοποιούνται. Δεν απαιτείται να είναι οι επιδόσεις πέδησης των δύο μερών της αμαξοστοιχίας πανομοιότυπες με τις επιδόσεις πέδησης για κανονική κατάσταση.

Σε περίπτωση διακοπής της ενεργειακής τροφοδότησης της πέδησης ή βλάβης της ηλεκτρικής τροφοδότησης, είναι δυνατή η διατήρηση μονάδας σε θέση στάσης με το μέγιστο φορτίο (μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού) σε κλίση 35 ‰ μόνο με χρήση της πέδης τριβής του συστήματος κυρίας πέδης, τουλάχιστον επί δύο ώρες.

Στο σύστημα ελέγχου πέδησης της μονάδας υπάρχουν τρεις καταστάσεις ελέγχου:

Πέδηση ανάγκης: εφαρμογή προκαθορισμένης δύναμης πέδησης εντός του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος, ώστε η αμαξοστοιχία να ακινητοποιηθεί με καθορισμένο επίπεδο επιδόσεων πέδησης.

Πέδηση λειτουργίας: εφαρμογή ρυθμιζόμενης δύναμης πέδης, ώστε να ελέγχεται η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, περιλαμβανομένων της στάσης και της προσωρινής ακινητοποίησης.

Πέδηση στάθμευσης: εφαρμογή δύναμης πέδης για τη διατήρηση της αμαξοστοιχίας (του οχήματος) σε μόνιμη ακινητοποίηση σε θέση στάσης, χωρίς διαθέσιμη ενέργεια εποχουμένως.

Ανεξαρτήτως από την κατάσταση ελέγχου της πέδης, τον έλεγχο του συστήματος πέδης αναλαμβάνει η εντολή εφαρμογής πέδης, ακόμη και σε περίπτωση ενεργητικής εντολής για ελευθέρωση της πέδης. Η απαίτηση αυτή επιτρέπεται να μην εφαρμόζεται σε περίπτωση που από το μηχανοδηγό έχει πραγματοποιηθεί σκοπούμενη αναστολή της εντολής εφαρμογής πέδης (π.χ. σήμα κινδύνου από επιβάτη, εφίππευση, απόζευξη κ.λπ.).

Για ταχύτητες υψηλότερες από 5 km/h, ο μέγιστος τιναγμός λόγω της χρήσης πεδών δεν υπερβαίνει τα 4 m/s3.

Η συμπεριφορά σε τιναγμό είναι δυνατόν να προκύψει με υπολογισμό και με εκτίμηση της συμπεριφοράς σε επιβράδυνση, η οποία μετριέται κατά τις δοκιμές πέδης.

4.2.4.2.2.   

Το σύστημα πέδησης είναι το μέσον ακινητοποίησης αμαξοστοιχίας, οπότε συμβάλλει στο επίπεδο ασφαλείας του σιδηροδρομικού συστήματος.

Ειδικότερα, το σύστημα πέδησης ασφαλείας και οι επιδόσεις αποτελούν χαρακτηριστικά του τροχαίου υλικού χρησιμοποιούμενα από το υποσύστημα ΕΧΣ.

Οι λειτουργικές απαιτήσεις που διατυπώνονται στην ενότητα 4.2.4.2.1 συμβάλλουν στην επίτευξη ασφαλούς λειτουργίας του συστήματος πέδησης. Ωστόσο, για την αξιολόγηση των επιδόσεων της πέδησης είναι αναγκαία η προσέγγιση επικινδυνότητας, λόγω της συμμετοχής πολλών συστατικών στοιχείων.

Οι εξεταζόμενοι κίνδυνοι, και οι αντίστοιχες απαιτήσεις ασφαλείας που πληρούνται περιέχονται κατωτέρω στον Πίνακα 6.

Πίνακας 6

Σύστημα πέδησης - Απαιτήσεις ασφαλείας

 

 

Απαίτηση ασφαλείας που πρέπει να τηρηθεί

 

Κίνδυνος

Σοβαρότητα/Συνέπεια προς πρόληψη

Ελάχιστο επιτρεπόμενο πλήθος συνδυασμών βλαβών

Αριθ. 1

Ισχύει για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο οδηγήσεως (χειρισμός πέδης)

Μετά την ενεργοποίηση χειρισμού της πέδης ανάγκης η αμαξοστοιχία δεν επιβραδύνεται, λόγω βλάβης του συστήματος πέδης (πλήρης και μόνιμη απώλεια της δύναμης πέδης).

Σημείωση: Πρέπει να εξεταστεί η ενεργοποίηση από το μηχανοδηγό ή από το σύστημα ΕΧΣ. Δεν εξετάζεται η ενεργοποίηση από επιβάτες (σήμα κινδύνου).

Καταστροφικό

2 (δεν είναι αποδεκτή έστω και μια βλάβη)

Αριθ. 2

Ισχύει για μονάδες που διαθέτουν ελκτικό τεχνικό εξοπλισμό

Μετά από ενεργοποίηση χειρισμού της πέδης ανάγκης η αμαξοστοιχία δεν επιβραδύνεται λόγω βλάβης στο ελκτικό σύστημα (Ελκτική δύναμη ≥ Δύναμης πέδησης).

Καταστροφικό

2 (δεν είναι αποδεκτή έστω και μια βλάβη)

Αριθ. 3

Ισχύει για όλες τις μονάδες

Μετά από ενεργοποίηση χειρισμού της πέδης ανάγκης η απόσταση ακινητοποίησης είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη σε κανονική κατάσταση λόγω βλάβης(-βών) του συστήματος πέδης.

Σημείωση: Οι επιδόσεις στην κανονική κατάσταση ορίζονται στην ενότητα 4.2.4.5.2.

Δ.Ε.

Εντοπίζονται μεμονωμένες βλάβες που έχουν ως αποτέλεσμα αύξησης της απόστασης ακινητοποίησης κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 5 %, και προσδιορίζεται η αύξηση της απόστασης ακινητοποίησης.

Αριθ. 4

Ισχύει για όλες τις μονάδες

Μετά από ενεργοποίηση χειρισμού της πέδης στάθμευσης δεν εφαρμόζεται δύναμη πέδης στάθμευσης (πλήρης και μόνιμη απώλεια της δύναμης πέδης στάθμευσης)

ΔΕ

2 (δεν είναι αποδεκτή έστω και μια βλάβη)

Οι «καταστροφικές συνέπειες» ορίζονται στην ΤΠΔ ΚΜΑ άρθρο 3 παράγραφος 23.

Τα πρόσθετα συστήματα πέδης εξετάζονται στη μελέτη ασφαλείας υπό τους όρους των ενοτήτων 4.2.4.7 και 4.2.4.8.

4.2.4.3.   

Μονάδες που έχουν κατασκευαστεί και αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία (διάφοροι σχηματισμοί οχημάτων διαφορετικής προέλευσης· αμαξοστοιχιακοί σχηματισμοί που δεν καθορίζονται κατά τη φάση της μελέτης) είναι εφοδιασμένες με σύστημα πέδης με σωλήνα πέδης συμβατό με το σύστημα πέδης UIC. Προς το σκοπό αυτό, οι αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται καθορίζονται στην ενότητα 5.4 «Σύστημα πέδης UIC» του προτύπου EN 14198:2004 «Απαιτήσεις για το σύστημα πέδης αμαξοστοιχιών ελκόμενων από μηχανή».

Η απαίτηση αυτή τίθεται προκειμένου σε κάθε αμαξοστοιχία να διασφαλίζεται η τεχνική συμβατότητα της λειτουργίας πέδης μεταξύ οχημάτων διαφορετικής προέλευσης.

Δεν υπάρχει απαίτηση σχετικά με τον τύπο συστήματος πέδης όσον αφορά μονάδες (συνθέσεις ή οχήματα) που αξιολογούνται σε σταθερούς ή προκαθορισμένους σχηματισμούς.

4.2.4.4.   

4.2.4.4.1.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες εφοδιασμένες με θάλαμο μηχανοδηγού.

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο ανεξάρτητες συσκευές χειρισμού της πέδης ανάγκης, που παρέχουν τη δυνατότητα ενεργοποίησης της πέδης ανάγκης με μία και μόνο απλή ενέργεια του μηχανοδηγού στην κανονική του θέση οδήγησης, με χρήση ενός χεριού.

Η διαδοχική ενεργοποίηση αυτών των δύο συσκευών μπορεί να εξετάζεται κατά την απόδειξη της συμμόρφωσης προς την απαίτηση ασφαλείας αριθ. 1 του Πίνακα 6 της ενότητας 4.2.4.2.2.

Μία από αυτές τις συσκευές συνίσταται σε ερυθρό κρουστικό κομβίο (κρουστικό κομβίο-μανιτάρι).

Όταν ενεργοποιηθούν, αυτές οι δύο συσκευές αυτοσυγκρατούνται με μηχανικό σύστημα στη σχετική θέση πέδης ανάγκης. Η ελευθέρωση από αυτή τη θέση είναι δυνατή μόνο με σκόπιμη ενέργεια.

Η ενεργοποίηση της πέδης ανάγκης είναι επίσης δυνατή από το εποχούμενο σύστημα ελέγχου – χειρισμού και σηματοδότησης, που ορίζεται στην ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ.

Εκτός αν η εντολή ακυρωθεί, η ενεργοποίηση της πέδης ανάγκης έχει ως αποτέλεσμα μόνιμο, αυτομάτως και εντός χρόνου μικρότερου από 0,25 δευτερόλεπτα:

τη μετάδοση χειρισμού πέδης ανάγκης σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία μέσω της γραμμής ελέγχου πέδης υπό καθορισμένη ταχύτητα μετάδοσης, η οποία είναι υψηλότερη από 250 μέτρα ανά δευτερόλεπτο,

τη διακοπή κάθε ελκτικής δράσης εντός χρόνου μικρότερου από 2 δευτερόλεπτα. Αυτή η διακοπή δεν είναι δυνατόν να αναταχθεί παρά μόνο με ακύρωση της εντολής για την έλξη από το μηχανοδηγό,

αναστολή όλων των εντολών ή ενεργειών «ελευθέρωσης πέδης».

4.2.4.4.2.   

Αυτή η ενότητα ισχύει για μονάδες εφοδιασμένες με θάλαμο μηχανοδηγού.

Η πέδη λειτουργίας παρέχει στο μηχανοδηγό τη δυνατότητα να ρυθμίζει (με εφαρμογή ή ελευθέρωση) τη δύναμη πέδησης μεταξύ μιας ελάχιστης και μιας μέγιστης τιμής σε περιοχή τουλάχιστον 7 βημάτων (περιλαμβάνονται η ελευθέρωση της πέδης και η μέγιστη δύναμη πέδης), ώστε να ελέγχεται η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας.

Στην αμαξοστοιχία ενεργή είναι μόνο μία θέση χειρισμού πέδησης λειτουργίας. Για την εκπλήρωση αυτής της απαίτησης, είναι δυνατή η απομόνωση της πέδης λειτουργίας της (των) άλλης(-ων) θέσης(-εων) χειρισμού πέδησης λειτουργίας της (των) μονάδας(-ων) αμαξοστοιχιακού σχηματισμού, όπως ορίζεται για σταθερούς και προκαθορισμένους σχηματισμούς.

Όταν η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας υπερβαίνει τα 15 km/h, η ενεργοποίηση της πέδης λειτουργίας έχει αυτομάτως ως αποτέλεσμα τη διακοπή κάθε ελκτικής δύναμης. Αυτή η διακοπή δεν ανατάσσεται μέχρις ότου η εντολή για την έλξη ακυρωθεί από το μηχανοδηγό.

Σημείωση: Σε ταχύτητα υψηλότερη από 15 km/h με έλξη για ειδικό σκοπό (αποπάγωση, καθαρισμός συστατικών στοιχείων πέδης κ.λπ.) είναι δυνατή η σκοπούμενη χρήση πέδης τριβής. Η χρήση αυτών των συγκεκριμένων λειτουργιών δεν είναι δυνατή σε περίπτωση ενεργοποίησης της πέδης λειτουργίας.

4.2.4.4.3.   

Μηχανές (μονάδες προοριζόμενες να έλκουν εμπορευματικές φορτάμαξες ή άμαξες για επιβάτες) οι οποίες έχουν αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία διαθέτουν σύστημα άμεσης πέδης.

Το σύστημα άμεσης πέδης παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής δύναμης πέδησης μόνο στην(στις) οικεία(-ες) μονάδα(-ες), ενώ στην(στις) άλλη(-ες) μονάδα(-ες) της αμαξοστοιχίας δεν εφαρμόζεται πέδη.

4.2.4.4.4.   

Εάν μονάδα διαθέτει σύστημα δυναμικής πέδης:

Ο μηχανοδηγός έχει τη δυνατότητα να αποτρέπει τη χρήση ανατροφοδοτικής πέδησης σε ηλεκτρικές μονάδες, έτσι ώστε να μην επιστρέφει ενέργεια στην εναέρια γραμμή επαφής κατά την οδήγηση σε γραμμή που δεν παρέχει αυτή τη δυνατότητα (βλέπε ΤΠΔ ΕΝΕ ΣΣ ενότητα 4.2.7).

Βλέπε επίσης ενότητα 4.2.8.2.3 για την ανατροφοδοτική πέδη.

Η χρήση δυναμικής πέδης επιτρέπεται ανεξαρτήτως από άλλα συστήματα πέδης, ή σε συνδυασμό με άλλα συστήματα πέδης (σύμμειξη).

4.2.4.4.5.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες.

Ο χειρισμός της πέδησης στάθμευσης έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή καθορισμένης δύναμης πέδησης επί απεριόριστο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατή η απουσία κάθε είδους εποχούμενης ενέργειας.

Είναι δυνατή η ελευθέρωση της πέδης στάθμευσης σε στάση, υπό οποιαδήποτε κατάσταση, περιλαμβανομένης και της παροχής βοήθειας.

Για μονάδες που έχουν αξιολογηθεί σε σταθερούς ή προκαθορισμένους σχηματισμούς και για μηχανές που έχουν αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία, ο χειρισμός της πέδης στάθμευσης ενεργοποιείται αυτομάτως όταν η μονάδα τίθεται εκτός λειτουργίας.

Για άλλες μονάδες, ο χειρισμός της πέδης στάθμευσης είτε ενεργοποιείται χειροδηγούμενα, είτε ενεργοποιείται αυτομάτως όταν η μονάδα τίθεται εκτός λειτουργίας.

Σημείωση: Η εφαρμογή της δύναμης πέδης στάθμευσης μπορεί να εξαρτάται από την κατάσταση της πέδης στάθμευσης. Ενεργοποιείται όταν η εποχούμενη ενέργεια για την εφαρμογή της πέδης στάθμευσης πρόκειται να μειωθεί ή να απολεσθεί.

4.2.4.5.   

4.2.4.5.1.   

Οι επιδόσεις πέδησης (επιβράδυνση = F(ταχύτητα) και ισοδύναμος χρόνος απόκρισης) της μονάδας (σύνθεση ή όχημα) καθορίζονται με υπολογισμό σύμφωνα με το πρότυπο EN14531-6:2009, για περίπτωση οριζόντιας τροχιάς.

Κάθε υπολογισμός εκτελείται για διαμέτρους τροχών που αντιστοιχούν σε καινούργιους, ημιφθαρμένους και φθαρμένους τροχούς και περιλαμβάνει τον υπολογισμό του απαιτούμενου επιπέδου πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς (βλέπε ενότητα 4.2.4.6.1).

Οι συντελεστές τριβής που χρησιμοποιούνται για τεχνικό εξοπλισμό πέδης τριβής και λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό αιτιολογούνται (βλέπε πρότυπο EN14531-1:2005 ενότητα 5.3.1.4).

Ο υπολογισμός των επιδόσεων πέδησης εκτελείται για δύο καταστάσεις ελέγχου: πέδη ανάγκης και μέγιστη επενέργεια πέδης λειτουργίας.

Ο υπολογισμός των επιδόσεων πέδησης εκτελείται κατά τη φάση της μελέτης και αναθεωρείται (διόρθωση παραμέτρων) μετά τις φυσικές δοκιμές που απαιτούνται στις ενότητες 6.2.2.2.5 και 6.2.2.2.6, ώστε να είναι συνεπής με τα αποτελέσματα των δοκιμών.

Ο τελικός υπολογισμός των επιδόσεων πέδησης (συνεπής με τα αποτελέσματα δοκιμών) περιέχεται στην τεχνική τεκμηρίωση που ορίζεται στην ενότητα 4.2.12.

Η μέγιστη μέση επιβράδυνση που αναπτύσσεται με όλες τις πέδες σε χρήση, περιλαμβανομένης της πέδης της ανεξάρτητης από την πρόσφυση τροχού/σιδηροτροχιάς, είναι μικρότερη από 2,5 m/s2. Η απαίτηση αυτή συνδέεται με τη διαμήκη αντίσταση της τροχιάς (διεπαφή με την υποδομή). Βλέπε ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ ενότητα 4.2.7.2).

4.2.4.5.2.   

Χρόνος απόκρισης:

 

Για μονάδες αξιολογούμενες σε σταθερό(-ούς) σχηματισμό(-ούς) ή σε προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς), ο ισοδύναμος χρόνος απόκρισης (17) και ο χρόνος καθυστέρησης (17) που εκτιμώνται για τη συνολική δύναμη πέδησης ανάγκης η οποία αναπτύσσεται σε περίπτωση χειρισμού της πέδης ανάγκης είναι μικρότεροι από τις ακόλουθες τιμές:

Ισοδύναμος χρόνος απόκρισης: 5 δευτερόλεπτα

Χρόνος καθυστέρησης: 2 δευτερόλεπτα.

 

Για μονάδες που έχουν κατασκευαστεί και αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία, ο χρόνος απόκρισης είναι ο οριζόμενος για το σύστημα πέδησης UIC (βλέπε επίσης ενότητα 4.2.4.3: το σύστημα πέδησης είναι συμβατό με το σύστημα πέδησης UIC).

Υπολογισμός της επιβράδυνσης:

 

Για όλες τις μονάδες, ο υπολογισμός των επιδόσεων της πέδησης ανάγκης εκτελείται σύμφωνα με το πρότυπο EN 14531-6:2009. Προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά της επιβράδυνσης και οι αποστάσεις ακινητοποίησης για αρχικές ταχύτητες (εφόσον είναι χαμηλότερες από τη μέγιστη ταχύτητα): 30 km/h· 80 km/h· 120 km/h· 140 km/h· 160 km/h· 200 km/h.

 

Το πρότυπο EN 14531-1:2005 ενότητα 5.12 ορίζει τον τρόπο με τον οποίο από τον υπολογισμό της επιβράδυνσης ή από την απόσταση ακινητοποίησης της μονάδας είναι δυνατόν να συναχθούν άλλες παράμετροι (ποσοστό πεδούμενου βάρους (λάμδα), πεδούμενη μάζα).

 

Για μονάδες που έχουν κατασκευασθεί και αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία, προσδιορίζεται επίσης το ποσοστό πεδούμενου βάρους (λάμδα).

Ο υπολογισμός επιδόσεων της πέδησης ανάγκης εκτελείται με σύστημα πέδης σε δύο διαφορετικές καταστάσεις:

Κανονική κατάσταση: δεν υφίσταται βλάβη στο σύστημα πέδης και ονομαστική τιμή για τους συντελεστές τριβής (που αντιστοιχούν σε συνθήκες χωρίς υγρασία) οι οποίοι χρησιμοποιούνται από τον τεχνικό εξοπλισμό πέδης τριβής. Με αυτό τον υπολογισμό, προκύπτει η κανονική κατάσταση επιδόσεων πέδησης.

Κατάσταση υποβάθμισης: αντιστοιχία προς τις βλάβες που εξετάζονται στην ενότητα 4.2.4.2.2 κίνδυνος αριθ. 3, και ονομαστική τιμή για τους συντελεστές τριβής που χρησιμοποιούνται από τον τεχνικό εξοπλισμό πέδης τριβής. Η κατάσταση υποβάθμισης εξετάζει ενδεχόμενες μεμονωμένες βλάβες. Προς το σκοπό αυτό προσδιορίζονται οι επιδόσεις της πέδησης ανάγκης για την περίπτωση βλαβών ενός σημείου που έχουν ως αποτέλεσμα αύξηση της απόστασης πέδησης κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 5 %, ενώ προσδιορίζεται σαφώς η σχετική μεμονωμένη βλάβη (οικείο συστατικό στοιχείο και είδος βλάβης, κατάταξη της βλάβης αν είναι γνωστή).

Συνθήκες υποβάθμισης: Επιπλέον, εκτελείται ο υπολογισμός επιδόσεων της πέδησης ανάγκης με μειωμένες τιμές του συντελεστή τριβής, λαμβανομένων υπόψη των οριακών τιμών για τη θερμοκρασία και την υγρασία (βλέπε EN14531-1:2005 ενότητα 5.3.1.4).

Σημείωση: Αυτές οι διάφορες καταστάσεις και συνθήκες πρέπει να εξετάζονται ιδίως όταν εφαρμόζονται προηγμένα συστήματα ελέγχου, χειρισμού και σηματοδότησης (όπως το ETCS), που έχουν σκοπό τη βελτιστοποίηση του σιδηροδρομικού συστήματος.

Ο υπολογισμός επιδόσεων της πέδησης ανάγκης εκτελείται για τις τρεις καταστάσεις φόρτωσης που ορίζονται στην ενότητα 4.2.2.10:

ελάχιστο φορτίο: «μάζα εκ κατασκευής για κανονική λειτουργία»

κανονικό φορτίο: «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο»

μέγιστο φορτίο: «μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού».

Για κάθε κατάσταση φόρτωσης, στο Μητρώο τροχαίου υλικού το οποίο ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ καταχωρίζεται το δυσμενέστερο αποτέλεσμα (δηλαδή το αποτέλεσμα που καταλήγει στη μεγαλύτερη απόσταση ακινητοποίησης) των υπολογισμών των «επιδόσεων πέδησης ανάγκης σε κανονική κατάσταση» υπό τη μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα (αναθεωρημένη με βάση τα αποτελέσματα των δοκιμών που απαιτούνται στη συνέχεια).

4.2.4.5.3.   

Υπολογισμός της επιβράδυνσης:

Για όλες τις μονάδες, ο υπολογισμός επιδόσεων της πέδησης λειτουργίας εκτελείται σύμφωνα με το πρότυπο EN 14531-6:2009, με σύστημα πέδης σε κανονική κατάσταση, με ονομαστική τιμή των συντελεστών τριβής που χρησιμοποιούνται από τον τεχνικό εξοπλισμό πέδης τριβής για την κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο» υπό τη μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα.

Μέγιστες επιδόσεις της πέδησης λειτουργίας:

Όταν η πέδηση λειτουργίας έχει εκ κατασκευής υψηλότερες επιδόσεις από την πέδηση ανάγκης, είναι δυνατός ο περιορισμός των μέγιστων επιδόσεων της πέδησης λειτουργίας (με μελέτη του συστήματος ελέγχου πέδησης, ή ως ενέργεια συντήρησης) σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο των επιδόσεων της πέδησης ανάγκης.

Σημείωση: Κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να είναι οι επιδόσεις της πέδησης ανάγκης υψηλότερου επιπέδου σε σχέση με το επίπεδο των μέγιστων επιδόσεων της πέδησης λειτουργίας για λόγους ασφαλείας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εμποδίσει την πρόσβαση σιδηροδρομικής επιχείρησης που χρησιμοποιεί υψηλότερες μέγιστες επιδόσεις πέδησης λειτουργίας, εκτός αν το εν λόγω κράτος μέλος είναι σε θέση να αποδείξει ότι διακυβεύεται το επίπεδο ασφαλείας σε εθνικό επίπεδο.

4.2.4.5.4.   

Η ενότητα αυτή ισχύει για όλες τις μονάδες.

Για ΕΤΜ επιτρέπεται η επαλήθευση αυτής της απαίτησης με μετρήσεις θερμοκρασίας στους τροχούς και στον τεχνικό εξοπλισμό πέδης.

Η ενεργειακή συμπεριφορά πέδης επαληθεύεται με υπολογισμό που δείχνει ότι το σύστημα πέδησης έχει κατασκευαστεί έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στη διάχυση της ενέργειας πέδησης. Οι τιμές αναφοράς που χρησιμοποιούνται σε αυτό τον υπολογισμό για τα συστατικά στοιχεία του συστήματος πέδησης τα οποία διαχέουν την ενέργεια επικυρώνονται είτε με θερμική δοκιμή είτε με βάση προηγούμενη πείρα.

Ο εν λόγω υπολογισμός περιλαμβάνει την εκδοχή που συνίσταται σε δύο διαδοχικές εφαρμογές της πέδης ανάγκης υπό τη μέγιστη ταχύτητα (χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο χρόνο τον απαιτούμενο για την επιτάχυνση της αμαξοστοιχίας μέχρι τη μέγιστη ταχύτητα) σε οριζόντια τροχιά για την κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού».

Σε περίπτωση μονάδας που δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη ως αμαξοστοιχία, αναφέρεται το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών εφαρμογών της πέδης ανάγκης που χρησιμοποιήθηκε στον υπολογισμό.

Η μέγιστη κλίση γραμμής, το αντίστοιχο μήκος και η επιχειρησιακή ταχύτητα για την οποία έχει κατασκευασθεί το σύστημα πέδης, λαμβανόμενης υπόψη της θερμοενεργειακής συμπεριφοράς της πέδης, καθορίζονται επίσης με υπολογισμό για την κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για ωφέλιμο φορτίο πέραν του κανονικού», όπου η πέδη λειτουργίας χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της επιχειρησιακής ταχύτητας της αμαξοστοιχίας σταθερής.

Το αποτέλεσμα (μέγιστη κλίση γραμμής, αντίστοιχο μήκος και επιχειρησιακή ταχύτητα) καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

Για την εξέταση της περίπτωσης κατωφέρειας, προτείνεται η ακόλουθη «περίπτωση αναφοράς»: Διατήρηση της ταχύτητας 80 km/h σε κατωφέρεια σταθερής κλίσης 21 ‰, επί απόσταση 46 km. Εφόσον χρησιμοποιηθεί αυτή η περίπτωση αναφοράς, στο Μητρώο τροχαίου υλικού γίνεται απλώς μνεία της συμμόρφωσης προς την περίπτωση αυτή.

4.2.4.5.5.   

Επιδόσεις:

 

Μονάδα (αμαξοστοιχία ή όχημα) σε κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για τάξη λειτουργίας» χωρίς ηλεκτρική τροφοδότηση, και ακινητοποιημένη μονίμως υπό κλίση 35 ‰, διατηρείται ακινητοποιημένη.

 

Η ακινητοποίηση επιτυγχάνεται με χρήση της πέδης στάθμευσης και επιπρόσθετων μέσων (π.χ. σφήνες) σε περίπτωση κατά την οποία η πέδη στάθμευσης δεν επαρκεί ώστε να επιτευχθεί η απόδοση μόνο με αυτή. Τα απαιτούμενα επιπρόσθετα μέσα είναι διαθέσιμα επί της αμαξοστοιχίας.

Υπολογισμός:

Οι επιδόσεις της πέδης στάθμευσης της μονάδας (αμαξοστοιχία ή όχημα) υπολογίζονται όπως ορίζεται στο πρότυπο EN14531-6:2009. Το αποτέλεσμα (κλίση υπό την οποία η μονάδα διατηρείται ακινητοποιημένη μόνο με την πέδη στάθμευσης) καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού το οποίο ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.4.6.   

4.2.4.6.1.   

Το σύστημα πέδησης της μονάδας κατασκευάζεται έτσι ώστε οι επιδόσεις της πέδης λειτουργίας χωρίς δυναμική πέδη και οι επιδόσεις της πέδης ανάγκης να μην προϋποθέτουν στην περιοχή ταχύτητας άνω των 30 km/h υπολογιζόμενη πρόσφυση τροχού/σιδηροτροχιάς υψηλότερη από τις ακόλουθες τιμές:

0,15 για μηχανές, για μονάδες προοριζόμενες να μεταφέρουν επιβάτες οι οποίες έχουν αξιολογηθεί για γενική επιχειρησιακή λειτουργία και για μονάδες που έχουν αξιολογηθεί σε σταθερό(-ούς) ή προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς) με περισσότερους από 7 και λιγότερους από 16 άξονες.

0,13 για μονάδες που έχουν αξιολογηθεί σε σταθερό(-ούς) ή προκαθορισμένο(-ους).σχηματισμό(-ούς) με 7 ή λιγότερους άξονες.

0,17 για μονάδες που έχουν αξιολογηθεί σε σταθερό(-ούς) ή προκαθορισμένο(-ους) σχηματισμό(-ούς) με 20 ή περισσότερους άξονες. Αυτός ο ελάχιστος αριθμός αξόνων είναι δυνατόν να μειωθεί μέχρι 16 άξονες σε περίπτωση που η δοκιμή η απαιτούμενη στην ενότητα 4.2.4.6.2 σχετικά με την αποτελεσματικότητα του συστήματος προστασίας από ολίσθηση τροχού (ΠΟΤ - WSP) καταλήγει σε θετικό αποτέλεσμα. Άλλως, ως οριακή τιμή πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς για πλήθος αξόνων μεταξύ 16 και 20 λαμβάνεται η τιμή 0,15.

Η ανωτέρω απαίτηση ισχύει επίσης για το χειρισμό άμεσης πέδης που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.4.4.3.

Η μονάδα δεν κατασκευάζεται με βάση παραδοχή πρόσφυσης τροχού/σιδηροτροχιάς υψηλότερης από 0,12 κατά τον υπολογισμό των επιδόσεων της πέδης στάθμευσης.

Αυτές οι τιμές πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς επαληθεύονται με υπολογισμό με τη μικρότερη διάμετρο τροχού, και με τις τρεις καταστάσεις φόρτωσης που αναφέρονται στην ενότητα 4.2.4.5.

Όλες οι τιμές πρόσφυσης στρογγυλεύονται στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο.

4.2.4.6.2.   

Το σύστημα ΠΟΤ είναι σύστημα που κατασκευάζεται έτσι ώστε να γίνεται η βέλτιστη δυνατή χρήση της διαθέσιμης πρόσφυσης με ελεγχόμενη μείωση και αποκατάσταση της δύναμης πέδης ώστε να αποτρέπεται η σφήνωση τροχοφόρων αξόνων και η ανεξέλεγκτη ολίσθηση και με τον τρόπο αυτό να ελαχιστοποιούνται η επιμήκυνση των αποστάσεων ακινητοποίησης και ενδεχόμενες ζημίες στον τροχό.

Απαιτήσεις σχετικά με την παρουσία και τη χρήση συστήματος ΠΟΤ στη μονάδα:

Μονάδες που έχουν κατασκευαστεί για μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα υψηλότερη από 150 km/h είναι εφοδιασμένες με σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού.

Μονάδες εφοδιασμένες με πέδιλα πέδης στην επιφάνεια κύλισης των τροχών, με επιδόσεις πέδης οι οποίες προϋποθέτουν πρόσφυση υπολογισμού για τροχό/σιδηροτροχιά υψηλότερη από 0,12, διαθέτουν σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού.

Μονάδες χωρίς πέδιλα πέδης στην επιφάνεια κύλισης των τροχών, με επιδόσεις πέδης οι οποίες προϋποθέτουν πρόσφυση υπολογισμού για τροχό/σιδηροτροχιά υψηλότερη από 0,11, διαθέτουν σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού.

Η απαίτηση σχετικά με το προαναφερόμενο σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού ισχύει για τις δύο καταστάσεις πέδης: Πέδη ανάγκης και πέδη λειτουργίας.

Επίσης ισχύει για το σύστημα δυναμικής πέδης, που αποτελεί μέρος της πέδης λειτουργίας, και μπορεί να αποτελεί μέρος της πέδης ανάγκης (βλέπε ενότητα 4.2.4.7).

Απαιτήσεις για τις επιδόσεις συστήματος προστασίας από ολίσθηση τροχού:

Για μονάδες εφοδιασμένες με σύστημα δυναμικής πέδησης, με σύστημα ΠΟΤ (εφόσον το σύστημα αυτό υπάρχει σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο) ελέγχεται η δύναμη της δυναμικής πέδης. Εάν δεν υπάρχει το υπόψη σύστημα ΠΟΤ, η δύναμη της δυναμικής πέδης ανακόπτεται ή περιορίζεται ώστε να μην προκύψει ανάγκη πρόσφυσης τροχού/σιδηροτροχιάς υψηλότερης από 0,15.

Το σύστημα προστασίας από ολίσθηση τροχού κατασκευάζεται σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 15595:2009 κεφάλαιο 4, και επαληθεύεται κατά τη μεθοδολογία του προτύπου ΕΝ 15595:2009 κεφάλαια 5 και 6. Σε περίπτωση παραπομπής στην ενότητα 6.2 του προτύπου ΕΝ 15595:2009 «επισκόπηση των απαιτούμενων προγραμμάτων δοκιμής», εφαρμόζεται μόνο η ενότητα 6.2.3, για όλους τους τύπους μονάδων.

Σε περίπτωση που μονάδα είναι εφοδιασμένη με ΠΟΤ, κατά την ενσωμάτωση του συστήματος ΠΟΤ στη μονάδα εκτελείται δοκιμή για την επαλήθευση της αποτελεσματικότητάς του (μέγιστη επιμήκυνση της απόστασης ακινητοποίησης σε σύγκριση με την απόσταση ακινητοποίησης σε στεγνή σιδηροτροχιά).

Τα σχετικά συστατικά στοιχεία του συστήματος προστασίας από ολίσθηση τροχού εξετάζονται στην ανάλυση ασφαλείας για τη λειτουργία της πέδης ανάγκης, που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.4.2.2.

4.2.4.7.   

Όταν οι επιδόσεις της δυναμικής πέδης ή του συστήματος πέδησης που συνδέεται με το σύστημα έλξης περιλαμβάνονται στις επιδόσεις της πέδησης ανάγκης υπό κανονική κατάσταση οριζόμενη στην ενότητα 4.2.4.5.2, η δυναμική πέδη ή το σύστημα πέδησης τα συνδεόμενα με την έλξη:

Υφίστανται χειρισμό από την κύρια γραμμή ελέγχου του συστήματος πέδης (βλέπε ενότητα 4.2.4.2.1).

Περιλαμβάνονται στην ανάλυση ασφαλείας την απαιτούμενη με την απαίτηση ασφαλείας αριθ. 3 που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.4.2.2 για τη λειτουργία της πέδης ανάγκης.

Υπόκεινται σε ανάλυση ασφαλείας που καλύπτει τον κίνδυνο «πλήρης απώλεια της δύναμης πέδης μετά από ενεργοποίηση χειρισμού ανάγκης».

Σημείωση: για ηλεκτρικές μονάδες, η ανάλυση αυτή καλύπτει βλάβες που έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια εντός της μονάδας της τάσης που παρέχεται από το εξωτερικό σύστημα ηλεκτρικής τροφοδότησης.

4.2.4.8.   

4.2.4.8.1.   

Συστήματα πέδης ικανά να αναπτύσσουν δύναμη πέδης εφαρμοζόμενη στη σιδηροτροχιά, ανεξαρτήτως από τις συνθήκες πρόσφυσης τροχού/σιδηροτροχιάς, αποτελούν μέσα εξασφάλισης επιπρόσθετων επιδόσεων πέδησης όταν οι ζητούμενες επιδόσεις είναι υψηλότερες σε σχέση με τις επιδόσεις που αντιστοιχούν στο όριο της διαθέσιμης πρόσφυσης τροχού και σιδηροτροχιάς (βλέπε ενότητα 4.2.4.6).

Επιτρέπεται να περιλαμβάνεται η συμβολή πέδης ανεξάρτητης από την πρόσφυση τροχού/σιδηροτροχιάς στις επιδόσεις πέδησης υπό κανονική κατάσταση οριζόμενη στην ενότητα 4.2.4.5 για την πέδη ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή, το σύστημα πέδης που είναι ανεξάρτητο από τις συνθήκες πρόσφυσης:

Υφίσταται χειρισμό από την κύρια γραμμή ελέγχου του συστήματος πέδης (βλέπε ενότητα 4.2.4.2.1).

Περιλαμβάνεται στην ανάλυση ασφαλείας την απαιτούμενη με την απαίτηση ασφαλείας αριθ. 3 που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.4.2.2 για τη λειτουργία της πέδης ανάγκης.

Υπόκειται σε ανάλυση ασφαλείας που καλύπτει τον κίνδυνο «πλήρης απώλεια της δύναμης πέδης μετά από ενεργοποίηση χειρισμού ανάγκης».

4.2.4.8.2.   

Στην ενότητα 4.2.3.3.1 της παρούσας ΤΠΔ γίνεται παραπομπή στις απαιτήσεις για τις μαγνητικές πέδες που εξειδικεύονται στο υποσύστημα ΕΧΣ.

Μαγνητική πέδη τροχιάς επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως πέδη ανάγκης, όπως αναφέρεται στην ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ ενότητα 4.2.7.2.

Τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των τελικών στοιχείων του μαγνήτη τα οποία έρχονται σε επαφή με τη σιδηροτροχιά καθορίζονται σύμφωνα με ένα από τους τύπους που περιγράφονται στο προσάρτημα 3 του Δελτίου UIC 541-06:Jan 1992.

4.2.4.8.3.   

Η παρούσα ενότητα καλύπτει μόνο δινορρευματική πέδη τροχιάς που αναπτύσσει δύναμη πέδησης μεταξύ του τροχαίου υλικού και της σιδηροτροχιάς.

Στην ενότητα 4.2.3.3.1 της παρούσας ΤΠΔ γίνεται παραπομπή στις απαιτήσεις σχετικά με τις δινορρευματικές πέδες τροχιάς που εξειδικεύονται στο υποσύστημα ΕΧΣ.

Σύμφωνα με την ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ ενότητα 4.2.7.2, οι συνθήκες για τη χρήση της δινορρευματικής πέδης τροχιάς δεν είναι εναρμονισμένες.

Κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται από τη δινορρευματική πέδη τροχιάς αποτελούν ανοικτό σημείο.

4.2.4.9.   

Οι πληροφορίες οι διαθέσιμες στο προσωπικό αμαξοστοιχίας παρέχουν δυνατότητα εντοπισμού υποβαθμισμένων καταστάσεων όσον αφορά το τροχαίο υλικό (επιδόσεις πέδης χαμηλότερες σε σχέση με τις απαιτούμενες επιδόσεις), για τις οποίες ισχύουν ειδικοί επιχειρησιακοί κανόνες.

Προς το σκοπό αυτό, σε ορισμένες φάσεις κατά την επιχειρησιακή λειτουργία είναι δυνατόν το προσωπικό της αμαξοστοιχίας να προσδιορίζει την κατάσταση (εφαρμογή, ελευθέρωση ή απομόνωση) των συστημάτων της κύριας πέδης (ανάγκης και λειτουργίας) και της πέδης στάθμευσης καθώς και την κατάσταση κάθε μέρους (περιλαμβανόμενων ενός ή περισσότερων εκκινητήρων) των εν λόγω συστημάτων το οποίο μπορεί να ελέγχεται και/ή να απομονώνεται ανεξαρτήτως.

Εάν η πέδη στάθμευσης εξαρτάται πάντοτε άμεσα από την κατάσταση του συστήματος κύριας πέδης, δεν απαιτείται να υπάρχει επιπρόσθετη και ειδική ένδειξη για το σύστημα πέδης στάθμευσης.

Οι φάσεις που εξετάζονται κατά τη λειτουργία είναι η ακινητοποίηση και η πορεία.

Σε ακινησία, το προσωπικό της αμαξοστοιχίας έχει τη δυνατότητα να ελέγχει από το εσωτερικό και/το εξωτερικό της αμαξοστοιχίας:

Τη συνέχεια της γραμμής χειρισμού του ελέγχου της πέδης της αμαξοστοιχίας,

Τη διαθεσιμότητα της ενεργειακής τροφοδότησης πέδησης σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία,

Την κατάσταση των συστημάτων κύριας πέδης και πέδης στάθμευσης καθώς και την κατάσταση κάθε μέρους (περιλαμβανομένων ενός ή περισσότερων εκκινητήρων) των εν λόγω συστημάτων, το οποίο μπορεί να ελέγχεται ή/και να απομονώνεται ξεχωριστά (όπως περιγράφεται ανωτέρω στην πρώτη παράγραφο της παρούσας ενότητας), με εξαίρεση τη δυναμική πέδη και το σύστημα πέδησης το συνδεόμενο με συστήματα έλξης.

Κατά την πορεία, ο μηχανοδηγός έχει τη δυνατότητα να ελέγχει από τη θέση οδήγησης στο θάλαμο:

την κατάσταση της γραμμής χειρισμού του ελέγχου της πέδης της αμαξοστοιχίας,

την κατάσταση της ενεργειακής τροφοδότησης πέδης στην αμαξοστοιχία,

την κατάσταση της δυναμικής πέδης και του συστήματος πέδησης του συνδεόμενου με το σύστημα έλξης, εφόσον αυτό λαμβάνεται υπόψη στις επιδόσεις της πέδης,

την κατάσταση εφαρμογής ή ελευθέρωσης τουλάχιστον ενός μέρους (εκκινητήρας) του συστήματος κύριας πέδης το οποίο ελέγχεται ανεξαρτήτως (π.χ. μέρος εγκατεστημένο στο όχημα που είναι εφοδιασμένο με ενεργό θάλαμο οδηγήσεως).

Η λειτουργία που παρέχει τις προαναφερόμενες πληροφορίες στο προσωπικό της αμαξοστοιχίας είναι λειτουργία σχετιζόμενη με την ασφάλεια, εφόσον χρησιμοποιείται με σκοπό να εκτιμά το προσωπικό της αμαξοστοιχίας τις επιδόσεις πέδησης της αμαξοστοιχίας. Σε περίπτωση που τοπικές πληροφορίες παρέχονται με ενδείκτες, το απαιτούμενο επίπεδο ασφαλείας διασφαλίζεται με τη χρήση εναρμονισμένων ενδεικτών. Για περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται κεντρικό σύστημα ελέγχου το οποίο παρέχει στο προσωπικό της αμαξοστοιχίας τη δυνατότητα να εκτελεί όλους τους ελέγχους από μια θέση (π.χ. από το εσωτερικό του θαλάμου μηχανοδηγού), το επίπεδο ασφαλείας όσον αφορά το εν λόγω σύστημα ελέγχου αποτελεί ανοικτό σημείο.

Εφαρμοσιμότητα σε μονάδες προοριζόμενες για γενική επιχειρησιακή λειτουργία:

 

Εξετάζονται μόνο σύνολα λειτουργιών σχετιζόμενα με τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μονάδας (π.χ. παρουσία θαλάμου οδηγήσεως κ.λπ.).

 

Τα σήματα μετάδοσης που απαιτούνται (ενδεχομένως) μεταξύ της μονάδας και της (των) άλλης(-ων) ζευγμένης(-ων) μονάδας(-ων) σε αμαξοστοιχία ώστε να είναι διαθέσιμες σε επίπεδο αμαξοστοιχίας οι πληροφορίες που αφορούν το σύστημα πέδης τεκμηριώνονται, λαμβανομένων υπόψη λειτουργικών παραμέτρων.

 

Η παρούσα ΤΠΔ δεν επιβάλλει καμία τεχνική λύση όσον αφορά φυσικές διεπαφές μεταξύ μονάδων.

4.2.4.10.   

Όλες οι πέδες (ανάγκης, υπηρεσίας, στάθμευσης) είναι εφοδιασμένες με συσκευές που παρέχουν δυνατότητα ελευθέρωσής τους και απομόνωσής τους. Οι συσκευές αυτές είναι προσπελάσιμες και λειτουργούν όταν η αμαξοστοιχία ή το όχημα είναι: κινητήριο, μη κινητήριο, ή ακινητοποιημένο χωρίς εποχούμενη διαθέσιμη ενέργεια.

Είναι δυνατή η παροχή βοήθειας σε αμαξοστοιχία χωρίς εποχούμενη διαθέσιμη ενέργεια από κινητήρια μονάδα παροχής βοήθειας εφοδιασμένη με πνευματικό σύστημα πέδης συμβατό με το σύστημα πέδης UIC (σωλήνας πέδης ως γραμμή χειρισμού του ελέγχου πέδησης), καθώς επίσης ο έλεγχος μέσω συσκευής διεπαφής μέρους του συστήματος πέδης της αμαξοστοιχίας που δέχεται βοήθεια.

Σημείωση: Για μηχανική διεπαφή βλέπε ενότητα 4.2.2.2.4 της παρούσας ΤΠΔ.

Οι αναπτυσσόμενες επιδόσεις πέδησης από την αμαξοστοιχία που δέχεται βοήθεια στη συγκεκριμένη κατάσταση λειτουργίας αξιολογούνται με υπολογισμό, αλλά δεν απαιτείται να είναι ίδιες με τις επιδόσεις πέδησης που περιγράφονται στην ενότητα 4.2.4.5.2. Οι υπολογιζόμενες επιδόσεις πέδησης περιέχονται στην τεχνική τεκμηρίωση που ορίζεται στην ενότητα 4.2.12.

Η απαίτηση αυτή δεν ισχύει για μονάδες που λειτουργούν σε αμαξοστοιχιακό σχηματισμό βάρους μικρότερου από 200 τόνους (κατάσταση φόρτωσης «μάζα εκ κατασκευής για τάξη λειτουργίας»).

4.2.5.   Στοιχεία σχετιζόμενα με τους επιβάτες

Μόνο για λόγους ενημέρωσης, στο μη εξαντλητικό κατάλογο που ακολουθεί γίνεται επισκόπηση των βασικών παραμέτρων οι οποίες καλύπτονται από την ΤΠΔ ΑΜΚ, οι οποίες ισχύουν για συμβατικές μονάδες προοριζόμενες να μεταφέρουν επιβάτες:

καθίσματα, περιλαμβανόμενων των καθισμάτων προτεραιότητας

χώροι αναπηρικών αμαξιδίων

εξωτερικές θύρες, περιλαμβανομένων διαστάσεων, ανιχνευτών εμποδίων, ελέγχων

εσωτερικές θύρες, περιλαμβανομένων ελέγχων, διαστάσεων

χώροι υγιεινής

ελεύθερες δίοδοι

φωτισμός

ενημέρωση πελατών

μεταβολές στάθμης πατώματος

χειρολισθήρες

χώρος ύπνου κοιτώνας προσπελάσιμος σε αναπηρικό αμαξίδιο

θέση βαθμίδας για την επιβίβαση σε όχημα και την αποβίβαση από όχημα, περιλαμβανόμενων βαθμίδων και βοηθητικών μέσων επιβίβασης.

Επιπρόσθετες απαιτήσεις ορίζονται κατωτέρω στην παρούσα ενότητα.

Οι παράμετροι οι σχετιζόμενες με επιβάτες οι οποίες ορίζονται στην ΤΠΔ ΑΣΣ ενότητες 4.2.5.7 (Μέσα επικοινωνίας σε αμαξοστοιχίες) και 4.2.5.8 (Απενεργοποίηση της πέδης ανάγκης) διαφέρουν σε σχέση με ορισμένες από τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ. Για το λόγο αυτό, οι ΤΠΔ εφαρμόζονται ως ακολούθως:

Η ΤΠΔ ΑΣΣ ενότητα 4.2.5.7 (Μέσα επικοινωνίας σε αμαξοστοιχίες) αντικαθίσταται από την ενότητα 4.2.5.2 (Μεγαφωνικό σύστημα: Σύστημα ακουστικής επικοινωνίας) της παρούσας ΤΠΔ για συμβατικό τροχαίο υλικό.

Η ΤΠΔ ΑΣΣ ενότητα 4.2.5.8 (Απενεργοποίηση της πέδης ανάγκης) αντικαθίσταται από την ενότητα 4.2.5.3 (Σήμα κινδύνου επιβατών: Λειτουργικές απαιτήσεις) της παρούσας ΤΠΔ για συμβατικό τροχαίο υλικό.

Σημείωση: Άλλες πληροφορίες σχετικά με διεπαφές μεταξύ της παρούσας ΤΠΔ και της ΤΠΔ ΑΣΣ περιέχονται στην ενότητα 4.2.10.1.3 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.5.1.   

Εάν σε μονάδα προβλέπεται βρύση νερού και το νερό που παρέχεται από τη βρύση δεν είναι σύμφωνο με την Οδηγία για το πόσιμο νερό, (οδηγία 98/83/ΕΚ του Συμβουλίου (18)), καθίσταται σαφές με οπτικό σήμα ότι το νερό που παρέχει η βρύση δεν είναι πόσιμο.

Σε συστήματα υγιεινής (χώροι υγιεινής, χώροι πλυσίματος, εγκαταστάσεις αναψυκτηρίων/εστιατορίων), όπου υπάρχουν, δεν κυκλοφορούν κανενός είδους υλικά που είναι δυνατόν να είναι επιβλαβή για την υγεία των ανθρώπων ή για το περιβάλλον.

Τα διατιθέμενα υλικά (επεξεργασμένο νερό) είναι σύμφωνα με τους ισχύοντες ευρωπαϊκούς κανόνες της οδηγίας-πλαίσιο για το νερό:

Το βακτηριακό περιεχόμενο του διατιθέμενου νερού από συστήματα υγιεινής δεν υπερβαίνει ποτέ την τιμή βακτηριακού περιεχομένου για εντερικό στρεπτόκοκκο και κολοβαβακτηρίδια η οποία ορίζεται ως «ικανοποιητική» για γλυκά νερά στην ευρωπαϊκή οδηγία 2006/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) που αφορά τη διαχείριση της ποιότητας των νερών για λουόμενους.

Οι διαδικασίες επεξεργασίας δεν εισάγουν ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2006/11/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) για τη ρύπανση η οποία προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας.

Για τον περιορισμό της διασποράς απορριπτόμενων υγρών παρατροχίως, η μη ελεγχόμενη απόρριψη από οποιαδήποτε πηγή λαμβάνει χώρα μόνο προς τα κάτω, κάτω από το πλαίσιο του αμαξώματος του οχήματος σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 0,7 μέτρα από το διαμήκη γεωμετρικό άξονα του οχήματος.

Στην τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12 αναφέρονται:

Η παρουσία και ο τύπος χώρων υγιεινής σε μονάδα,

Τα χαρακτηριστικά του μέσου έκπλυσης εάν αυτό δεν είναι καθαρό νερό,

Το είδος του συστήματος επεξεργασίας για το απορριπτόμενο νερό και τα πρότυπα με βάση τα οποία έχει αξιολογηθεί η συμμόρφωσή του.

4.2.5.2.   

Η παρούσα ενότητα υποκαθιστά την ενότητα 4.2.5.7 της ΤΠΔ ΑΣΣ (Μέσα επικοινωνίας σε αμαξοστοιχίες) για συμβατικό τροχαίο υλικό.

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες και για μονάδες που προορίζονται να έλκουν επιβατικές αμαξοστοιχίες.

Οι αμαξοστοιχίες διαθέτουν τουλάχιστον ένα μέσον ακουστικής επικοινωνίας:

για να απευθύνεται το πλήρωμά της προς τους επιβάτες εντός της αμαξοστοιχίας

για να επικοινωνούν μεταξύ τους το προσωπικό της αμαξοστοιχίας και το προσωπικό ελέγχου στο έδαφος.

Σημείωση: Οι προδιαγραφές και η αξιολόγηση αυτής της λειτουργίας αποτελούν μέρος της ΤΠΔ ΕΧΣ ΣΣ ενότητα 4.2.4 «Λειτουργίες EIRENE».

για εσωτερική επικοινωνία μεταξύ του προσωπικού της αμαξοστοιχίας, και ειδικότερα μεταξύ του μηχανοδηγού και του προσωπικού στο χώρο επιβατών (εφόσον υπάρχει).

Ο τεχνικός εξοπλισμός μπορεί να παραμένει σε ετοιμότητα ανεξαρτήτως από τη βασική πηγή ενέργειας τουλάχιστον επί τρίωρο. Κατά το χρόνο ετοιμότητας, ο τεχνικός εξοπλισμός είναι ικανός να λειτουργεί όντως ανά τυχαία χρονικά διαστήματα και επί τυχαίας διάρκειας χρονικές περιόδους κατά τη διάρκεια συνολικού χρόνου 30 πρώτων λεπτών.

Το σύστημα επικοινωνίας κατασκευάζεται έτσι ώστε σε περίπτωση βλάβης ενός από τα στοιχεία μετάδοσης να συνεχίζει να λειτουργεί τουλάχιστον με το μισό πλήθος των μεγαφώνων του (κατανεμημένων σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία) ή, εναλλακτικά, υπάρχουν άλλα μέσα διαθέσιμα για την ενημέρωση των επιβατών σε περίπτωση βλάβης.

Οι προβλέψεις για την επαφή των επιβατών με το προσωπικό της αμαξοστοιχίας προδιαγράφονται στις ενότητες 4.2.5.3 (Σήμα κινδύνου επιβατών) και 4.2.5.5 (Συσκευές επικοινωνίας για επιβάτες)

Εφαρμοσιμότητα σε μονάδες προοριζόμενες για γενική επιχειρησιακή λειτουργία:

 

Εξετάζονται μόνο σύνολα λειτουργιών σχετιζόμενα με τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μονάδας (π.χ. παρουσία θαλάμου οδηγήσεως κ.λπ.).

 

Η μετάδοση σημάτων που απαιτείται μεταξύ της μονάδας και της(των) άλλης(-ων) ζευγμένης(-ων) μονάδας(-ων) σε αμαξοστοιχία ώστε να είναι διαθέσιμο σε επίπεδο αμαξοστοιχίας το σύστημα επικοινωνίας πραγματοποιείται και τεκμηριώνεται, λαμβανομένων υπόψη λειτουργικών παραμέτρων.

 

Η παρούσα ΤΠΔ δεν επιβάλλει καμία τεχνική λύση όσον αφορά φυσικές διεπαφές μεταξύ μονάδων.

4.2.5.3.   

Η παρούσα ενότητα υποκαθιστά την ενότητα 4.2.5.8 της ΤΠΔ ΑΣΣ (Απενεργοποίηση της πέδης ανάγκης) για συμβατικό τροχαίο υλικό.

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες και για μονάδες προοριζόμενες να έλκουν επιβατικές αμαξοστοιχίες.

Το σήμα κινδύνου επιβατών είναι λειτουργία σχετιζόμενη με την ασφάλεια, για την οποία οι απαιτήσεις, περιλαμβανομένων των παραμέτρων ασφαλείας, εκτίθενται στην παρούσα ενότητα.

Γενικές απαιτήσεις:

 

Το σήμα κινδύνου επιβατών πληροί:

α)

είτε την ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ 2008 ενότητα 4.2.5.3.

β)

είτε, εναλλακτικά, τις διατάξεις που περιγράφονται στη συνέχεια και οι οποίες εν προκειμένω αντικαθιστούν τις διατάξεις της ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ 2008 προς εφαρμογή σε μονάδες υπαγόμενες στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ ΜΗΧ & ΕΤΥ ΣΣ.

 

Εναλλακτικές διατάξεις για το σήμα κινδύνου επιβατών:

 

Απαιτήσεις για διεπαφές πληροφόρησης:

Με εξαίρεση τους χώρους υγιεινής και τους διαδρόμους ενδοεπικοινωνίας, σε κάθε διαμέρισμα, σε κάθε προθάλαμο εισόδου και σε κάθε άλλο ξεχωριστό χώρο προοριζόμενο για επιβάτες υπάρχει τουλάχιστον μία σαφώς ορατή και επισημαινόμενη συσκευή σήματος κινδύνου για ενημέρωση του μηχανοδηγού σε περίπτωση κινδύνου.

Η συσκευή σήματος κινδύνου είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε, εφόσον ενεργοποιηθεί, δεν είναι δυνατόν να απενεργοποιηθεί από επιβάτες.

Μετά τη σκανδάλιση του σήματος κινδύνου επιβατών, οπτικά και ακουστικά σήματα ενημερώνουν το μηχανοδηγό σχετικά με την ενεργοποίηση ενός ή περισσότερων σημάτων κινδύνου επιβατών.

Συσκευή στο θάλαμο οδηγήσεως επιτρέπει στο μηχανοδηγό να επιβεβαιώσει την ενημέρωσή του σχετικά με το σήμα κινδύνου. Η επιβεβαίωση από το μηχανοδηγό είναι αντιληπτή στη θέση όπου σκανδαλίστηκε το σήμα κινδύνου επιβατών και σταματά το ακουστικό σήμα στο θάλαμο οδηγήσεως.

Με πρωτοβουλία του μηχανοδηγού, το σύστημα παρέχει τη δυνατότητα επικοινωνιακής σύνδεσης μεταξύ του θαλάμου του μηχανοδηγού και του σημείου όπου σκανδαλίστηκε(-αν) το(τα) σήμα(τα) κινδύνου. Το σύστημα παρέχει στο μηχανοδηγό τη δυνατότητα να διακόψει αυτή τη σύνδεση επικοινωνίας με πρωτοβουλία του.

Άλλη συσκευή παρέχει στο πλήρωμα τη δυνατότητα επανάταξης του σήματος κινδύνου επιβατών.

 

Απαιτήσεις για ενεργοποίηση της πέδης με το σήμα κινδύνου επιβατών:

Όταν η αμαξοστοιχία είναι σταματημένη σε αποβάθρα ή αναχωρεί από αποβάθρα, η ενεργοποίηση σήματος κινδύνου επιβατών επιφέρει την άμεση εφαρμογή της πέδης λειτουργίας ή της πέδης ανάγκης, με αποτέλεσμα πλήρη στάση. Στην περίπτωσή αυτή, μόνον αφού ακινητοποιηθεί πλήρως η αμαξοστοιχία, το σύστημα παρέχει στο μηχανοδηγό τη δυνατότητα να ακυρώσει κάθε επενέργεια πέδησης που προκλήθηκε αυτομάτως με το σήμα κινδύνου επιβατών·

Σε άλλες καταστάσεις, 10 +/- 1 δευτερόλεπτα μετά την ενεργοποίηση (του πρώτου) σήματος κινδύνου επιβατών ενεργοποιείται τουλάχιστον μια αυτόματη πέδη λειτουργίας, εκτός αν το σήμα κινδύνου επιβατών επιβεβαιωθεί από το μηχανοδηγό εντός αυτού του διαστήματος. Το σύστημα παρέχει στο μηχανοδηγό τη δυνατότητα να απενεργοποιήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την επενέργεια πέδησης που προκλήθηκε αυτομάτως με το σήμα κινδύνου επιβατών.

 

Κριτήρια αναχώρησης αμαξοστοιχίας από αποβάθρα:

 

Αμαξοστοιχία θεωρείται ότι αναχωρεί από αποβάθρα κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ της στιγμής κατά την οποία η κατάσταση της θύρας μεταβάλλεται από «ελευθερωμένη» σε «κλειστή και ασφαλισμένη» και της στιγμής κατά την οποία το τελευταίο όχημα έχει εγκαταλείψει την αποβάθρα.

 

Η στιγμή αυτή ανιχνεύεται από εποχούμενη συσκευή. Εάν η αποβάθρα δεν ανιχνεύεται φυσικά, η αμαξοστοιχία θεωρείται ότι έχει αναχωρήσει από την αποβάθρα όταν:

Η ταχύτητά της φθάσει τα 15 (+/- 5) km/h, ή:

Η απόσταση που έχει καλυφθεί είναι 100 (+/- 20) m.

Από τις καταστάσεις αυτές επικρατεί η κατάσταση που επέρχεται πρώτη.

 

Απαιτήσεις ασφαλείας:

 

Το σήμα κινδύνου επιβατών θεωρείται ότι αποτελεί λειτουργία σχετιζόμενη με την ασφάλεια, για την οποία κρίνεται ότι το απαιτούμενο επίπεδο ασφαλείας ικανοποιείται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

Σύστημα ελέγχου παρακολουθεί μονίμως την ικανότητα του συστήματος σήματος κινδύνου επιβατών να διαβιβάζει το σήμα.

Εναλλακτικά, σύστημα σήματος κινδύνου επιβατών χωρίς σύστημα ελέγχου (που περιγράφεται στο παρόν εδάφιο ως περίπτωση) γίνεται αποδεκτό εφόσον αποδειχθεί ότι πληροί το απαιτούμενο επίπεδο ασφαλείας. Η τιμή του απαιτούμενου επιπέδου ασφαλείας είναι ανοικτό σημείο.

Μονάδες που διαθέτουν θάλαμο μηχανοδηγού είναι εφοδιασμένες με συσκευή η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό να απομονώνει το σύστημα σήματος κινδύνου επιβατών.

Εάν σύστημα σήματος κινδύνου επιβατών δεν λειτουργεί, είτε μετά από σκοπούμενη απομόνωσή του από το προσωπικό, λόγω τεχνικής βλάβης, είτε λόγω ζεύξης της μονάδας με μη συμβατή μονάδα, η χρήση του σήματος κινδύνου επιβατών έχει ως αποτέλεσμα άμεση εφαρμογή των πεδών. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι υποχρεωτικές οι διατάξεις για την παροχή στο μηχανοδηγό δυνατότητας απενεργοποίησης της πέδης.

Εάν το σήμα κινδύνου επιβατών δεν λειτουργεί, υπάρχει μόνιμη σχετική ένδειξη για το μηχανοδηγό στον ενεργό θάλαμο μηχανοδηγού.

 

Αμαξοστοιχία με απομονωμένο σύστημα σήματος κινδύνου επιβατών δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις ασφαλείας και διαλειτουργικότητας που ορίζονται στην παρούσα ΤΠΔ, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι λειτουργεί σε κατάσταση υποβάθμισης.

 

Εφαρμοσιμότητα σε μονάδες προοριζόμενες για γενική επιχειρησιακή λειτουργία:

 

Εξετάζονται μόνο σύνολα λειτουργιών σχετιζόμενα με τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μονάδας (π.χ. παρουσία θαλάμου οδηγήσεως κ.λπ.).

 

Η μετάδοση σημάτων που απαιτείται μεταξύ της μονάδας και της(των) άλλης(-ων) ζευγμένης(-ων) μονάδας(-ων) σε αμαξοστοιχία ώστε να είναι διαθέσιμο σε επίπεδο αμαξοστοιχίας το σύστημα σήματος κινδύνου επιβατών πραγματοποιείται και τεκμηριώνεται, λαμβανομένων υπόψη λειτουργικών παραμέτρων. Είναι συμβατή με τις λύσεις α) και β) που αναφέρονται υπό τις «Γενικές απαιτήσεις».

 

Η παρούσα ΤΠΔ δεν επιβάλλει καμία τεχνική λύση όσον αφορά φυσικές διεπαφές μεταξύ μονάδων.

4.2.5.4.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες.

Στους επιβάτες παρέχονται οδηγίες σχετικά με τη χρήση των εξόδων κινδύνου, με την ενεργοποίηση του σήματος κινδύνου επιβατών, σχετικά με τις ασφαλισμένες θύρες επιβατών εκτός λειτουργίας κ.λπ. Οι οδηγίες αυτές παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ΤΠΔ ΑΜΚ ενότητες 4.2.2.8.1 και 4.2.2.8.2.

4.2.5.5.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες και για μονάδες που προορίζονται να έλκουν επιβατικές αμαξοστοιχίες.

Μονάδες προοριζόμενες για λειτουργία χωρίς εποχούμενο προσωπικό (εκτός του μηχανοδηγού) διαθέτουν συσκευή «κλήσης για βοήθεια» ώστε οι επιβάτες να επικοινωνούν με το μηχανοδηγό σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή το σύστημα θέτει σε ενέργεια σύνδεση επικοινωνίας με πρωτοβουλία του επιβάτη. Το σύστημα αφήνει στο μηχανοδηγό την πρωτοβουλία να διακόπτει αυτή την επικοινωνία. Οι απαιτήσεις όσον αφορά τη θέση των συσκευών «κλήσης για βοήθεια» είναι οι θέσεις που ορίζονται για το σήμα κινδύνου επιβατών κατά την ενότητα 4.2.5.3 «Σήμα κινδύνου επιβατών: Λειτουργικές απαιτήσεις».

Οι συσκευές «κλήσης για βοήθεια» πληρούν τις απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες και τις ενδείξεις οι οποίες εκτίθενται για τη «Συσκευή κλήσης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης» στην ΤΠΔ ΑΜΚ ενότητα 4.2.2.8.2.2 «Απαιτήσεις στοιχείου διαλειτουργικότητας»

Εφαρμοσιμότητα σε μονάδες προοριζόμενες για γενική επιχειρησιακή λειτουργία:

 

Εξετάζονται μόνο σύνολα λειτουργιών σχετιζόμενα με τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μονάδας (π.χ. παρουσία θαλάμου οδηγήσεως κ.λπ.).

 

Η μετάδοση σημάτων που απαιτείται μεταξύ της μονάδας και της(των) άλλης(-ων) ζευγμένης(-ων) μονάδας(-ων) σε αμαξοστοιχία ώστε να είναι διαθέσιμο σε επίπεδο αμαξοστοιχίας το σύστημα επικοινωνίας πραγματοποιείται και τεκμηριώνεται, λαμβανομένων υπόψη λειτουργικών παραμέτρων.

 

Η παρούσα ΤΠΔ δεν επιβάλλει τεχνική λύση όσον αφορά φυσικές διεπαφές μεταξύ μονάδων.

4.2.5.6.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες και για μονάδες που προορίζονται να έλκουν επιβατικές αμαξοστοιχίες.

Θύρες προοριζόμενες για προσωπικό και εμπορεύματα διαλαμβάνονται στις ενότητες 4.2.2.8 και 4.2.9.1.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Ο έλεγχος των εξωτερικών θυρών επιβίβασης επιβατών είναι λειτουργία σχετιζόμενη με την ασφάλεια. Οι λειτουργικές απαιτήσεις που διατυπώνονται στην παρούσα ενότητα είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση του απαιτούμενου επιπέδου ασφαλείας. Το επίπεδο ασφαλείας το οποίο απαιτείται για το σύστημα ελέγχου και περιγράφεται κατωτέρω στα σημεία Δ και Ε αποτελεί ανοικτό σημείο.

A —   Χρησιμοποιούμενη ορολογία:

Στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας «θύρα» σημαίνει εξωτερική θύρα επιβίβασης επιβατών, προοριζόμενη κατά κύριο λόγο για την είσοδο επιβατών στη μονάδα και την έξοδο.

«Ασφαλισμένη θύρα» είναι θύρα που διατηρείται κλειστή με φυσική συσκευή ασφάλισης θύρας.

«Ασφαλισμένη θύρα εκτός λειτουργίας» είναι θύρα ακινητοποιημένη σε θέση κλειστή με χειροδηγούμενη μηχανική συσκευή ασφάλισης.

«Ελευθερωμένη» είναι θύρα η οποία μπορεί να ανοίγει με χειρισμό του τοπικού ή (εφόσον υπάρχει) του κεντρικού συστήματος χειρισμού των θυρών.

Για την εφαρμογή της παρούσας ενότητας, αμαξοστοιχία βρίσκεται σε ακινησία όταν η ταχύτητά της έχει μειωθεί σε 3km/h ή λιγότερο.

B —   Κλείσιμο και ασφάλιση θύρας:

Η συσκευή χειρισμού θύρας παρέχει στο πλήρωμα της αμαξοστοιχίας τη δυνατότητα να κλείνει και να ασφαλίζει όλες τις θύρες πριν από την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας.

Όταν το κεντρικό σύστημα κλεισίματος και ασφάλισης θυρών ενεργοποιείται από τοπικό σημείο χειρισμού, προσκείμενο σε θύρα, αυτή η θύρα επιτρέπεται να παραμένει ανοικτή όταν οι υπόλοιπες θύρες κλείνουν και ασφαλίζουν. Το σύστημα χειρισμού θυρών παρέχει στο προσωπικό τη δυνατότητα να κλείνει και να ασφαλίζει αυτή τη θύρα στη συνέχεια, πριν από την αναχώρηση.

Οι θύρες διατηρούνται κλειστές και ασφαλισμένες μέχρις ότου ελευθερωθούν σύμφωνα με το υποτμήμα Ε «Άνοιγμα θυρών» της παρούσας ενότητας. Σε περίπτωση απώλειας ισχύος στα χειριστήρια θυρών, οι θύρες διατηρούνται ασφαλισμένες από το μηχανισμό ασφάλισης.

Γ —   Ασφάλιση θύρας εκτός λειτουργίας:

Προβλέπεται χειροδηγούμενη μηχανική συσκευή που καθιστά δυνατή (από το προσωπικό αμαξοστοιχίας ή το προσωπικό συντήρησης) την ασφάλιση θύρας εκτός λειτουργίας.

Η συσκευή ασφάλισης θύρας εκτός λειτουργίας:

Απομονώνει τη θύρα από όλα τα χειριστήρια ανοίγματος

Ασφαλίζει μηχανικά τη θύρα στην κλειστή θέση

Δείχνει την κατάσταση της συσκευής απομόνωσης

Επιτρέπει την παράκαμψη της θύρας από το «σύστημα επιβεβαίωσης του κλεισίματος θυρών».

Υπάρχει δυνατότητα επισήμανσης ασφαλισμένη θύρα εκτός λειτουργίας με σαφή σήμανση σύμφωνα με την ΤΠΔ ΑΜΚ ενότητα 4.2.2.8 «Πληροφόρηση πελατών».

Δ —   Πληροφορίες διαθέσιμες στο πλήρωμα αμαξοστοιχίας:

Με κατάλληλο «σύστημα επιβεβαίωσης του κλεισίματος θυρών», ο μηχανοδηγός έχει τη δυνατότητα να ελέγχει ανά πάσα στιγμή κατά πόσον όλες οι θύρες είναι κλειστές και ασφαλισμένες.

Σε περίπτωση που μια ή περισσότερες θύρες δεν είναι ασφαλισμένες, στον οδηγό παρέχεται συνεχώς σχετική ένδειξη.

Στο μηχανοδηγό παρέχεται ένδειξη για οποιαδήποτε βλάβη θύρας που κλείνει ή/και ενέργειας ασφάλισης.

Με ακουστικό και οπτικό σήμα κινδύνου παρέχεται στο μηχανοδηγό ένδειξη ανοίγματος έκτακτης ανάγκης μιας ή περισσότερων θυρών.

«Ασφαλισμένη θύρα εκτός λειτουργίας» επιτρέπεται να παρακάμπτεται από το «σύστημα επιβεβαίωσης του κλεισίματος θυρών».

E —   Άνοιγμα θυρών:

Κάθε αμαξοστοιχία διαθέτει χειριστήρια ελευθέρωσης θυρών, τα οποία επιτρέπουν στο πλήρωμα ή σε αυτόματη συσκευή σχετιζόμενη με τη στάση σε αποβάθρα, να ελέγχουν την ελευθέρωση θυρών ξεχωριστά σε κάθε πλευρά, παρέχοντας τη δυνατότητα ανοίγματος των θυρών από επιβάτες ή, εφόσον υπάρχει, από κεντρικό χειριστήριο ανοίγματος, όταν η αμαξοστοιχία ακινητεί.

Σε κάθε θύρα τοπικά χειριστήρια ανοίγματος ή συσκευές ανοίγματος είναι προσιτά στους επιβάτες τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του οχήματος.

ΣΤ —   Θύρα – Εξάρτηση θυρών – έλξης:

Η ελκτική ισχύς εφαρμόζεται μόνο όταν όλες οι θύρες είναι κλειστές και ασφαλισμένες. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω αυτόματου συστήματος εξάρτησης θυρών – έλξης. Το σύστημα εξάρτησης θυρών – έλξης αποτρέπει την εφαρμογή της ελκτικής ισχύος όταν δεν είναι κλειστές και ασφαλισμένες όλες οι θύρες.

Για το σύστημα εξάρτησης της έλξης υπάρχει χειροδηγούμενη απενεργοποίηση, η οποία ενεργοποιείται μόνον από το μηχανοδηγό σε εξαιρετικές καταστάσεις, προκειμένου να εφαρμόζεται έλξη ακόμη και όταν δεν είναι κλειστές και ασφαλισμένες όλες οι θύρες.

Ζ —   Άνοιγμα θυρών σε έκτακτη ανάγκη:

Ισχύουν οι απαιτήσεις της ενότητας 4.2.2.4.2.1 ζ - της ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ:2008.

Εφαρμοσιμότητα σε μονάδες προοριζόμενες για γενική επιχειρησιακή λειτουργία:

Εξετάζονται μόνο σύνολα λειτουργιών σχετιζόμενα με τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μονάδας (π.χ. παρουσία θαλάμου οδηγήσεως κ.λπ.).

Η μετάδοση σημάτων που απαιτείται μεταξύ της μονάδας και της(των) άλλης(-ων) ζευγμένης(-ων) μονάδας(-ων) σε αμαξοστοιχία ώστε να είναι διαθέσιμο σε επίπεδο αμαξοστοιχίας το σύστημα θυρών πραγματοποιείται και τεκμηριώνεται, λαμβανομένων υπόψη λειτουργικών παραμέτρων.

Η παρούσα ΤΠΔ δεν επιβάλλει καμία τεχνική λύση όσον αφορά φυσικές διεπαφές μεταξύ μονάδων.

4.2.5.7.   

Εάν μονάδα διαθέτει θύρα που πρόκειται να χρησιμοποιείται από επιβάτες για επιβίβαση στην αμαξοστοιχία ή αποβίβαση, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

Οι θύρες είναι εφοδιασμένες με διαφανή παράθυρα, ώστε να μπορούν οι επιβάτες να αναγνωρίζουν την παρουσία αποβάθρας.

Η εξωτερική επιφάνεια των επιβατικών μονάδων κατασκευάζεται έτσι ώστε να μην παρέχεται σε άτομα η δυνατότητα «αναρρίχησης» στην αμαξοστοιχία όταν οι θύρες είναι κλειστές και ασφαλισμένες.

Για την αποτροπή της «αναρρίχησης» σε αμαξοστοιχία, αποφεύγονται στην εξωτερική επιφάνεια του συστήματος θύρας οι χειρολαβές, ή κατασκευάζονται έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η συγκράτηση από αυτές όταν οι θύρες είναι κλειστές.

Οι χειρολισθήρες και οι χειρολαβές στερεώνονται έτσι ώστε να μπορούν να ανθίστανται στις δυνάμεις τις ασκούμενες σε αυτές κατά τη λειτουργία.

4.2.5.8.   

Η ενότητα αυτή ισχύει για όλες τις μονάδες που προορίζονται να μεταφέρουν επιβάτες.

Όταν μονάδα διαθέτει θύρες επικοινωνίας μεταξύ μονάδων στο άκρο επιβαταμαξών ή σε άκρο της μονάδας, οι θύρες αυτές διαθέτουν σύστημα που παρέχει τη δυνατότητα να ασφαλίζονται (π.χ. όταν θύρα δεν συνδέεται με διάδρομο ενδοεπικοινωνίας προς χρήση από επιβάτες για μετάβαση σε προσκείμενη επιβατάμαξα ή μονάδα κ.λπ.).

4.2.5.9.   

Υπό κανονική επιχειρησιακή λειτουργία, η ποσότητα και η ποιότητα του αέρα που παρέχεται στο εσωτερικό του χώρου οχημάτων καταλαμβανόμενων από επιβάτες ή/και προσωπικό διασφαλίζουν ότι δεν αναπτύσσεται κίνδυνος για την υγεία των επιβατών ή του προσωπικού επιπροσθέτως προς τον κίνδυνο τον οφειλόμενο στην ποιότητα του εξωτερικού ατμοσφαιρικού αέρα.

Υπό συνθήκες επιχειρησιακής λειτουργίας, με σύστημα αερισμού το CO2 στο εσωτερικό διατηρείται σε αποδεκτά επίπεδα.

Το CO2 δεν υπερβαίνει τα 5 000 ppm υπό όλες τις κανονικές συνθήκες επιχειρησιακής λειτουργίας.

Σε περίπτωση διακοπής του αερισμού, λόγω διακοπής της κύριας ηλεκτρικής τροφοδότησης ή βλάβης του συστήματος, με σύστημα έκτακτης ανάγκης εξασφαλίζεται η παροχή εξωτερικού αέρα σε όλους τους χώρους επιβατών και προσωπικού.

Εάν αυτή η δυνατότητα έκτακτης ανάγκης διασφαλίζεται με εξαναγκασμένο αερισμό που πραγματοποιείται μέσω συσσωρευτή, εκτελούνται μετρήσεις ώστε να καθοριστεί η χρονική διάρκεια κατά την οποία το επίπεδο CO2 θα παραμένει κάτω των 10 000 ppm, με την παραδοχή επιβατικού φορτίου που συνεπάγεται η κατάσταση φορτίου «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο». Η χρονική διάρκεια καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ και δεν είναι μικρότερη από 30 λεπτά.

Το προσωπικό της αμαξοστοιχίας έχει τη δυνατότητα να αποτρέπει την έκθεση επιβατών σε καυσαέρια που μπορεί να υπάρχουν στο περιβάλλον, ιδίως σε σήραγγες. Η παρούσα απαίτηση ικανοποιείται με συμμόρφωση προς την ενότητα 4.2.7.11.1 της ΤΠΔ ΤΡΥ ΥΤ.

4.2.5.10.   

Όταν επιβάτες έχουν τη δυνατότητα να ανοίγουν πλευρικά παράθυρα τα οποία δεν είναι δυνατόν να ασφαλιστούν από το προσωπικό αμαξοστοιχίας, το μέγεθος του ανοίγματος περιορίζεται σε διαστάσεις που δεν καθιστούν δυνατή τη δίοδο αντικειμένου σχήματος σφαίρας με διάμετρο 10 cm μέσω του ανοίγματος.

4.2.6.   Συνθήκες περιβάλλοντος και αεροδυναμικά φαινόμενα

Η παρούσα ενότητα ισχύει για όλες τις μονάδες.

4.2.6.1.   

Οι συνθήκες περιβάλλοντος είναι φυσικές, χημικές ή βιολογικές συνθήκες εξωτερικές για κάποιο προϊόν, στις οποίες το προϊόν αυτό εκτίθεται κάποτε.

Η κατασκευή τροχαίου υλικού, καθώς και των συστατικών στοιχείων του λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες περιβάλλοντος στις οποίες εκτίθεται το εν λόγω τροχαίο υλικό.

Οι περιβαλλοντικές παράμετροι περιγράφονται στις ενότητες που ακολουθούν. Για κάθε περιβαλλοντική παράμετρο ορίζεται κάποια ονομαστική περιοχή τιμών, που είναι η συχνότερα απαντώμενη στην Ευρώπη και αποτελεί τη βάση για διαλειτουργικό τροχαίο υλικό.

Όσον αφορά ορισμένες περιβαλλοντικές παραμέτρους, ορίζονται περιοχές τιμών άλλες από την ονομαστική. Στην περίπτωση αυτή, για την κατασκευή του τροχαίου υλικού επιλέγεται μία περιοχή τιμών.

Για τις λειτουργίες οι οποίες προσδιορίζονται στις ενότητες που ακολουθούν, στον τεχνικό φάκελο περιγράφονται τα μέτρα μελέτης ή/και δοκιμής που έχουν ληφθεί ώστε να εξασφαλίζεται ότι το τροχαίο υλικό τηρεί τις απαιτήσεις της ΤΠΔ στην υπόψη περιοχή τιμών.

Η (οι) επιλεγόμενη(-ες) περιοχή(-ές) τιμών καταχωρίζονται στο Μητρώο τροχαίου υλικού, το οποίο ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ, ως χαρακτηριστικό του τροχαίου υλικού.

Με βάση τις περιοχές τιμών που επιλέγονται, και τα ληφθέντα μέτρα (τα οποία περιγράφονται στην τεχνική τεκμηρίωση), ενδέχεται να είναι αναγκαίος ο καθορισμός κανόνων λειτουργίας για την εξασφάλιση της τεχνικής συμβατότητας μεταξύ του τροχαίου υλικού και συνθηκών περιβάλλοντος που ενδέχεται να απαντηθούν σε μέρη του δικτύου ΔΕΔ.

Ειδικότερα, είναι αναγκαίοι οι κανόνες επιχειρησιακής λειτουργίας όταν τροχαίο υλικό που έχει κατασκευαστεί για την ονομαστική περιοχή τιμών λειτουργεί σε συγκεκριμένη γραμμή του δικτύου ΔΕΔ όπου, σε ορισμένες περιόδους του έτους, σημειώνεται υπέρβαση της ονομαστικής περιοχής τιμών.

Εφόσον διαφέρουν από την ονομαστική, οι περιοχές τιμών που πρέπει να επιλέγονται ώστε να αποφεύγονται τυχόν περιοριστικοί κανόνες λειτουργίας συνδεόμενοι με γεωγραφικές περιοχές και κλιματικές συνθήκες εξειδικεύονται από τα κράτη μέλη και παρατίθενται στην ενότητα 7.4.

4.2.6.1.1.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ για την επιλεχθείσα περιοχή τιμών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρότυπο ΕΝ 50125-1:1999 ενότητα 4.2.

Η επιλεχθείσα περιοχή τιμών καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού.

4.2.6.1.2.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ εντός μιας (ή περισσότερων) από τις κλιματικές ζώνες T1 (– 25 °C έως + 40 °C· ονομαστική), ή T2 (– 40 °C έως + 35 °C) ή T3 (– 25 °C έως + 45 °C) που καθορίζονται στο πρότυπο ΕΝ50125-1:1999 ενότητα 4.3.

Η(οι) επιλεχθείσα(-ες) θερμοκρασιακή(-ές) ζώνη(-ες) καταχωρίζονται στο Μητρώο τροχαίου υλικού.

Στη θερμοκρασία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την κατασκευή στοιχείων τροχαίου υλικού συνεκτιμάται η ενσωμάτωσή τους στο τροχαίο υλικό.

4.2.6.1.3.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ χωρίς υποβάθμιση για επίπεδα υγρασίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρότυπο ΕΝ 50125-1:1999 ενότητα 4.4.

Στην επίδραση της υγρασίας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την κατασκευή στοιχείων τροχαίου υλικού συνεκτιμάται η ενσωμάτωσή τους στο τροχαίο υλικό.

4.2.6.1.4.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ, λαμβανόμενης υπόψη βροχόπτωσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρότυπο ΕΝ 50125-1:1999 ενότητα 4.6.

4.2.6.1.5.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ χωρίς υποβάθμιση για συνθήκες χιονιού, πάγου και χαλαζιού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρότυπο ΕΝ 50125-1:1999 ενότητα 4.7, που αντιστοιχούν στις ονομαστικές συνθήκες (περιοχή τιμών).

Στις επιπτώσεις του χιονιού, του πάγου και του χαλαζιού που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη μελέτη στοιχείων τροχαίου υλικού συνεκτιμάται η ενσωμάτωσή τους στο τροχαίο υλικό.

Σε περιπτώσεις επιλογής δριμύτερων συνθηκών για «χιόνι, πάγο και χαλάζι», το τροχαίο υλικό και τα μέρη του υποσυστήματος κατασκευάζονται έτσι ώστε να πληρούν τις απαιτήσεις της ΤΠΔ, λαμβανόμενων υπόψη των ακόλουθων εκδοχών:

Χιονοθύελλα (ελαφρό χιόνι με χαμηλό περιεχόμενο υδατικό ισοδύναμο), που καλύπτει την τροχιά μέχρι ύψος 80 cm συνεχώς υπεράνω του επιπέδου άνω επιφάνειας της σιδηροτροχιάς.

Χιονόσκονη, χιονόπτωση μεγάλων ποσοτήτων ελαφρού χιονιού με χαμηλό περιεχόμενο υδατικό ισοδύναμο.

Ρυθμός θερμοκρασιακής μεταβολής, διακύμανση θερμοκρασίας και υγρασίας κατά τη διάρκεια μιας μόνης πορείας, με πρόκληση επικαθίσεων πάγου στο τροχαίο υλικό.

Συνδυασμένη επίπτωση με χαμηλή θερμοκρασία, ανάλογα με τη ζώνη θερμοκρασίας που έχει επιλεγεί όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.6.1.2.

Όσον αφορά την ενότητα 4.2.6.1.2 (κλιματική ζώνη T2) και την παρούσα ενότητα 4.2.6.1.5 (δριμείες συνθήκες για χιόνι, πάγο και χαλάζι) αυτής της ΤΠΔ, εντοπίζονται και επαληθεύονται τα μέτρα τα λαμβανόμενα για την τήρηση των απαιτήσεων της ΤΠΔ υπό τις εν λόγω δριμείες συνθήκες, και ειδικότερα μέτρα κατά τη μελέτη και/ή τη δοκιμή απαιτούμενα για τις ακόλουθες απαιτήσεις της ΤΠΔ:

Λιθοδιώκτης όπως ορίζεται στην παρούσα ΤΠΔ ενότητα 4.2.2.5: συμπληρωματικά, ικανότητα απώθησης χιονιού μπροστά στην αμαξοστοιχία.

Το χιόνι μπορεί να θεωρηθεί ως εμπόδιο προς απώθηση από τον λιθοδιώκτη. Στην ενότητα 4.2.2.5 (με παραπομπή στο πρότυπο EN 15227): ορίζονται οι ακόλουθες απαιτήσεις:

«Ο λιθοδιώκτης πρέπει να έχει επαρκές μέγεθος ώστε να σαρώνει εμπόδια πλησίον της διαδρομής του φορείου. Πρέπει να έχει συνεχή δομή και να κατασκευάζεται έτσι ώστε να εκτρέπει αντικείμενα προς τα άνω ή προς τα κάτω. Υπό κανονικές συνθήκες επιχειρησιακής λειτουργίας, το κατώτερο άκρο του λιθοδιώκτη βρίσκεται τόσο κοντά στην τροχιά, όσο το επιτρέπουν οι κινήσεις του οχήματος και το εύρος της γραμμής.

Σε κάτοψη, ο λιθοδιώκτης πρέπει να έχει περίπου μορφή “V” με σχηματιζόμενη γωνία όχι μεγαλύτερη από 160°. Είναι δυνατό να σχεδιαστεί με γεωμετρία συμβατή ώστε να λειτουργεί και ως εκχιονιστήρας».

Οι δυνάμεις που ορίζονται στην ενότητα 4.2.2.5 της παρούσας ΤΠΔ θεωρούνται επαρκείς για την απώθηση του χιονιού.

Όργανα κύλισης όπως ορίζονται στην ΤΠΔ ενότητα 4.2.3.5: συνεκτίμηση επικαθίσεων χιονιού και πάγου και ενδεχόμενων συνεπειών στη σταθερότητα κύλισης και στη λειτουργία της πέδης.

Λειτουργία πέδης και εξασφάλιση ισχύος πέδης όπως ορίζεται στην ΤΠΔ ενότητα 4.2.4.

Επισήμανση της παρουσίας της αμαξοστοιχίας σε άλλους όπως ορίζεται στην ΤΠΔ ενότητα 4.2.7.

Εξασφάλιση ορατότητας εμπρός όπως ορίζεται στην ΤΠΔ ενότητα 4.2.7.3.1.1 (Φώτα κεφαλής) και 4.2.9.1.3.1 (Ορατότητα εμπρός), με τεχνικό εξοπλισμό αλεξήνεμου όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.9.2, Αλεξήνεμο.

Εξασφάλιση αποδεκτού κλίματος εργασίας για το μηχανοδηγό, όπως ορίζεται στην ΤΠΔ ενότητα 4.2.9.1.7.

Οι λύσεις που υιοθετούνται καταχωρίζονται στην τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφεται στην ενότητα 4.2.12.2 της παρούσας ΤΠΔ.

Η επιλεχθείσα περιοχή τιμών για «χιόνι, πάγο και χαλάζι» (ονομαστική ή δριμεία) καταχωρίζεται στο Μητρώο τροχαίου υλικού.

4.2.6.1.6.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ για τις ηλιακές ακτινοβολίες που ορίζονται στο πρότυπο ΕΝ 50125-1:1999 ενότητα 4.9.

Στην επίπτωση της ηλιακής ακτινοβολίας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την κατασκευή στοιχείων τροχαίου υλικού συνεκτιμάται η ενσωμάτωσή τους στο τροχαίο υλικό.

4.2.6.1.7.   

Το τροχαίο υλικό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ, λαμβανομένων υπόψη του περιβάλλοντός του και της επίπτωσης της ρύπανσης που προκαλείται κατά τη διάδρασή του με τις ουσίες του καταλόγου που ακολουθεί:

Χημικώς δραστικές ουσίες κατηγορίας 5C2 του προτύπου ΕΝ 60721-3-5:1997.

Μολυσματικά υγρά κατηγορίας 5F2 (ηλεκτρική μηχανή) του προτύπου ΕΝ 60721-3-5:1997.

Κατηγορία 5F3 (θερμική μηχανή) του προτύπου ΕΝ 60721-3-5:1997.

Βιολογικώς δραστικές ουσίες κατηγορίας 5B2 του προτύπου ΕΝ 60721-3-5:1997.

Σκόνη οριζόμενη με την κατηγορία 5S2 του προτύπου ΕΝ 60721-3-5:1997.

Λίθοι και άλλα αντικείμενα: σκύρα και άλλα, μέγιστης διαμέτρου 15 mm.

Χλόη και φύλλα, γύρη, ιπτάμενα έντομα, ίνες κ.λπ. (μελέτη αγωγών αερισμού)

Άμμος, σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 60721-3-5:1997.

Εκνέφωμα θάλασσας, σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 60721-3-5:1997 κατηγορία 5C2.

Σημείωση: Η παραπομπή σε πρότυπα στην παρούσα ενότητα αφορά μόνο τους ορισμούς ουσιών με ρυπαντική επίπτωση.

Η ρυπαντική επίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω πρέπει να αξιολογείται κατά τη φάση της μελέτης.

4.2.6.2.   

Η διέλευση αμαξοστοιχίας προκαλεί ασταθές ρεύμα αέρα με κυμαινόμενες πιέσεις και ταχύτητες ροής. Αυτά τα μεταβατικά φαινόμενα πίεσης και ταχύτητας ροής ασκούν επίδραση σε πρόσωπα, αντικείμενα και κτήρια παρατροχίως. Επίσης ασκούν επίδραση στο τροχαίο υλικό.

Η συνδυασμένη επίδραση της ταχύτητας αμαξοστοιχίας και της ταχύτητας του αέρα προκαλεί αεροδυναμική ροπή διατοιχισμού και μπορεί να επηρεάσει την ευστάθεια του τροχαίου υλικού.

4.2.6.2.1.   

Τροχαίο υλικό κινούμενο στο ύπαιθρο υπό μέγιστη ταχύτητα λειτουργίας vtr > 160 km/h δεν προκαλεί ταχύτητα αέρα με τιμή υψηλότερη από u = 15,5 m/s σε ύψος 1,2 m υπεράνω της αποβάθρας και σε απόσταση 3,0 m από το γεωμετρικό άξονα της τροχιάς, κατά τη διέλευσή του.

Στη συνέχεια εξειδικεύεται για διάφορους τύπους τροχαίου υλικού ο αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που πρόκειται να χρησιμοποιείται για δοκιμή:

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί σε σταθερό ή προκαθορισμένο σχηματισμό

Το πλήρες μέγεθος του σταθερού ή του μέγιστου μήκους του προκαθορισμένου σχηματισμού (δηλαδή το μέγιστο πλήθος μονάδων που επιτρέπεται να συζευχθούν)

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί προς χρήση σε γενική επιχειρησιακή λειτουργία (αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που δεν έχει καθοριστεί στο στάδιο της μελέτης): ανοικτό σημείο

4.2.6.2.2.   

Τροχαίο υλικό κινούμενο στο ύπαιθρο υπό μέγιστη ταχύτητα λειτουργίας vtr > 160 km/h, δεν προκαλεί ταχύτητα αέρα με τιμή υψηλότερη από u = 20 m/s παρατροχίως, σε ύψος 0,2 m υπεράνω της άνω επιφάνειας σιδηροτροχιάς και σε απόσταση 3,0 m από το γεωμετρικό άξονα της τροχιάς, κατά τη διέλευσή του.

Στη συνέχεια εξειδικεύεται για διάφορους τύπους τροχαίου υλικού ο αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που πρόκειται να χρησιμοποιείται για δοκιμή:

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί σε σταθερό ή προκαθορισμένο σχηματισμό

Το πλήρες μέγεθος του σταθερού ή του μέγιστου μήκους του προκαθορισμένου σχηματισμού (δηλαδή το μέγιστο πλήθος μονάδων που επιτρέπεται να συζευχθούν)

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί προς χρήση σε γενική επιχειρησιακή λειτουργία (αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που δεν έχει καθοριστεί στο στάδιο της μελέτης): ανοικτό σημείο

4.2.6.2.3.   

Κατά τη διασταύρωση δύο αμαξοστοιχιών προκαλείται αεροδυναμικό φορτίο σε καθεμία από τις δύο αμαξοστοιχίες. Η απαίτηση που ακολουθεί στη συνέχεια σχετικά με τον παλμό πίεσης κεφαλής στο ύπαιθρο παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού ορίου αεροδυναμικού φορτίου κατά τη διασταύρωση δύο αμαξοστοιχιών, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την κατασκευή τροχαίου υλικού, με βάση παραδοχή απόστασης γεωμετρικών αξόνων τροχιάς 4,0 m.

Τροχαίο υλικό κινούμενο με ταχύτητα υψηλότερη από 160 km/h στο ύπαιθρο δεν προκαλεί μεταβολές της μέγιστης διακόρυφης πίεσης που υπερβαίνουν την τιμή Δp 720 Pa, με μέτρηση στην περιοχή τιμών ύψους μεταξύ 1,5 m και 3,3 m υπεράνω της άνω επιφάνειας της σιδηροτροχιάς, και σε απόσταση 2,5 m από το γεωμετρικό άξονα τροχιάς, κατά τη διέλευση της κεφαλής.

Ο προς επαλήθευση με δοκιμή σχηματισμός καθορίζεται στη συνέχεια για διάφρους τύπους τροχαίου υλικού:

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί σε σταθερό ή προκαθορισμένο σχηματισμό

Μεμονωμένη μονάδα του σταθερού σχηματισμού ή οποιαδήποτε συγκρότηση του προκαθορισμένου σχηματισμού.

Μονάδα που έχει αξιολογηθεί προς χρήση σε γενική επιχειρησιακή λειτουργία (αμαξοστοιχιακός σχηματισμός που δεν έχει καθοριστεί στο στάδιο της μελέτης)

Μονάδα που διαθέτει θάλαμο μηχανοδηγού αξιολογείται μόνη.

Άλλες μονάδες: Η απαίτηση δεν τις αφορά.

4.2.6.2.4.   

Για το συμβατικό σιδηρόδρομο, η ΤΠΔ ΥΠΔ ΣΣ δεν εξειδικεύει τιμή στόχου όσον αφορά την ελάχιστη διατομή σηράγγων. Συνεπώς, δεν υφίστανται εναρμονισμένες απαιτήσεις σε επίπεδο τροχαίου υλικού σχετικά με την παράμετρο αυτή, οπότε δεν απαιτείται αξιολόγηση.

Σημείωση: Οι συνθήκες επιχειρησιακής λειτουργίας τροχαίου υλικού σε σήραγγες πρέπει να εξετάζονται εφόσον είναι αναγκαίο (εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας ΤΠΔ).

4.2.6.2.5.   

Χαρακτηριστικά ανέμου που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατασκευή τροχαίου υλικού: Δεν υφίσταται συμφωνημένη εναρμονισμένη τιμή (Ανοικτό σημείο).

Μέθοδος αξιολόγησης: Για την εναρμόνιση αυτών των μεθόδων δεν είναι ακόμη διαθέσιμα υπό εκπόνηση πρότυπα (Ανοικτό σημείο).

Σημείωση: Προκειμένου να είναι διαθέσιμες οι αναγκαίες πληροφορίες για τον καθορισμό των επιχειρησιακών συνθηκών (εκτός του πεδίου εφαρμογής της ΤΠΔ), στην τεχνική τεκμηρίωση περιλαμβάνονται τα χαρακτηριστικά του πλευρικού ανέμου (ταχύτητα) που λήφθηκαν υπόψη στη μελέτη του τροχαίου υλικού καθώς και η μέθοδος αξιολόγησης που εφαρμόστηκε (όπως απαιτεί (αν υπάρχει) ο εθνικός κανόνας του οικείου κράτους μέλους).

Οι συνθήκες επιχειρησιακής λειτουργίας μπορεί να περιλαμβάνουν μέτρα σε επίπεδο υποδομής (προστασία περιοχών με άνεμο) ή επιχειρησιακής λειτουργίας (περιορισμός ταχύτητας).

4.2.7.   Εξωτερικά φώτα και συσκευές οπτικής και ακουστικής προειδοποίησης

4.2.7.1.   

Δεν χρησιμοποιείται πράσινο χρώμα για κανένα εξωτερικό φως ή φωτισμό. Η απαίτηση αυτή τίθεται ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε σύγχυση με σταθερά σήματα.

4.2.7.1.1.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο μηχανοδηγού.

Στο εμπρόσθιο άκρο της αμαξοστοιχίας υπάρχουν δύο λευκοί εμπρόσθιοι φανοί, ώστε να εξασφαλίζεται ορατότητα για τον μηχανοδηγό.

Οι εν λόγω εμπρόσθιοι φανοί διατάσσονται στον οριζόντιο άξονα στο ίδιο ύψος υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς συμμετρικά ως προς το γεωμετρικό άξονα και σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους 1 000 mm. Τα φώτα κεφαλής τοποθετούνται σε ύψος μεταξύ 1 500 και 2 000 mm υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς.

Το χρώμα των εμπρόσθιων φανών συμφωνεί με το χρώμα «λευκό κατηγορίας Α» ή με το «λευκό κατηγορίας B», σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρότυπο CIE S 004.

Οι εμπρόσθιοι φανοί λειτουργούν σε 2 επίπεδα φωτεινής έντασης: «εμπρόσθιος φανός σε μειωμένη ένταση» και «εμπρόσθιος φανός σε πλήρη ένταση».

Για «εμπρόσθιο φανό σε μειωμένη ένταση», η φωτεινή ένταση εμπρόσθιων φανών μετρούμενη κατά μήκος του οπτικού άξονα του εμπρόσθιου φανού συμφωνεί με τις τιμές που ορίζονται στο πρότυπο EN 15153-1:2007 ενότητα 5.3.5 Πίνακας 2 πρώτη γραμμή.

Για «εμπρόσθιο φανό σε πλήρη ένταση», η ελάχιστη φωτεινή ένταση εμπρόσθιων φανών μετρούμενη κατά μήκος του οπτικού άξονα του φανού συμφωνεί με τις τιμές που ορίζονται στο πρότυπο EN 15153-1:2007 ενότητα 5.3.5 Πίνακας 2 πρώτη γραμμή.

4.2.7.1.2.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο μηχανοδηγού.

Στο εμπρόσθιο άκρο της αμαξοστοιχίας προβλέπονται τρεις λευκοί φανοί αναγνωρίσεως, με σκοπό να είναι ορατή η αμαξοστοιχία.

Δύο φανοί αναγνωρίσεως διατάζονται στον οριζόντιο άξονα στο ίδιο ύψος υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς, συμμετρικά ως προς το γεωμετρικό άξονα, και σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους 1 000 mm. Τοποθετούνται σε ύψος μεταξύ 1 500 και 2 000 mm υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς.

Ο τρίτος φανός αναγνωρίσεως τοποθετείται στον άξονα συμμετρίας επάνω από τους δύο χαμηλούς φανούς, με ελάχιστη κατακόρυφη απόσταση διαχωρισμού 600 mm.

Επιτρέπεται η χρήση του ίδιου συστατικού στοιχείου για φώτα κεφαλής και για φώτα αναγνωρίσεως.

Το χρώμα των φανών αναγνωρίσεως συμφωνεί με το χρώμα «λευκό κατηγορίας Α» ή με το «λευκό κατηγορίας Β», τα οποία ορίζονται στο πρότυπο CIE S 004.

Η φωτεινή ένταση των φανών αναγνωρίσεως είναι σύμφωνη με το πρότυπο ΕΝ 15153-1:2007, ενότητα 5.4.4.

4.2.7.1.3.   

Στο οπίσθιο άκρο μονάδων προοριζόμενων να λειτουργούν στο οπίσθιο άκρο της αμαξοστοιχίας προβλέπονται δύο ερυθροί ουραίοι φανοί, προκειμένου να καθίσταται ορατή η αμαξοστοιχία.

Όσον αφορά μονάδες που αξιολογούνται για γενική επιχειρησιακή λειτουργία, οι φανοί είναι δυνατόν να είναι φορητοί φανοί. Στην περίπτωση αυτή, ο τύπος φορητού φανού που πρόκειται να χρησιμοποιείται περιγράφεται στον τεχνικό φάκελο και η λειτουργία επαληθεύεται με εξέταση μελέτης και με δοκιμή τύπου σε επίπεδα συστατικού στοιχείου (φορητός φανός), χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση των φορητών φανών.

Οι ουραίοι φανοί διατάσσονται στον οριζόντιο άξονα στο ίδιο ύψος υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς, συμμετρικά ως προς τον άξονα συμμετρίας, και σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους 1 000 mm. Τοποθετούνται σε ύψος μεταξύ 1 500 και 2 000 mm υπεράνω του επιπέδου σιδηροτροχιάς.

Το χρώμα των ουραίων φανών συμφωνεί με το πρότυπο ΕΝ 15153-1:2007 ενότητα 5.5.3 (τιμές).

Η φωτεινή ένταση των ουραίων φανών συμφωνεί με το πρότυπο ΕΝ 15153-1:2007 ενότητα 5.5.4 (τιμή).

4.2.7.1.4.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο μηχανοδηγού.

Ο μηχανοδηγός έχει τη δυνατότητα χειρισμού των εμπρόσθιων φανών, των φανών αναγνωρίσεως και των ουραίων φανών της μονάδας από την κανονική θέση οδήγησης. Ο χειρισμός αυτός είναι δυνατός κατά τρόπο ανεξάρτητο ή συνδυασμένο.

Σημείωση: Δεν απαιτείται ο χειρισμός των φώτων με ειδικό συνδυασμό, ώστε σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης να εμφανίζεται προειδοποιητικό σύστημα κινδύνου.

4.2.7.2.   

4.2.7.2.1.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες που διαθέτουν θάλαμο οδηγήσεως.

Οι αμαξοστοιχίες είναι εφοδιασμένες με σειρήνες προειδοποίησης ώστε να γίνονται αντιληπτές ακουστικώς.

Οι μουσικοί φθόγγοι των σειρήνων ακουστικής προειδοποίησης προβλέπεται ότι είναι αναγνωρίσιμοι ως φθόγγοι προερχόμενοι από αμαξοστοιχία και δεν είναι παρόμοιοι προς ακουστικές συσκευές που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές ή ως κοινές συσκευές προειδοποίησης εργοστασίων ή άλλες.

Κατά τη λειτουργία οι σειρήνες προειδοποίησης εκπέμπουν τουλάχιστον ένα από τους ακόλουθους ξεχωριστούς ήχους προειδοποίησης:

Ήχος 1: η θεμελιώδης συχνότητα του ξεχωριστά παραγόμενου φθόγγου είναι 660 Hz ± 30 Hz (υψίσυχνος φθόγγος).

Ήχος 2: η θεμελιώδης συχνότητα του ξεχωριστά παραγόμενου φθόγγου είναι 370 Hz ± 20 Hz (χαμηλόσυχνος φθόγγος).

4.2.7.2.2.   

Η C σταθμισμένη στάθμη ηχητικής πίεσης η παραγόμενη από κάθε σειρήνα που ηχεί ξεχωριστά (ή σε ομάδα, εφόσον σειρήνες προορίζονται να ηχούν ταυτοχρόνως ως συγχορδία) κυμαίνεται μεταξύ 115 dB και 123 dB, όπως ορίζεται στο πρότυπο ΕΝ 15153-2:2007 ενότητα 4.3.2.

4.2.7.2.3.   

Οι σειρήνες προειδοποίησης και τα συστήματα χειρισμού τους κατασκευάζονται ή προστατεύονται, στο μέτρο του δυνατού, έτσι ώστε να διατηρούν τη λειτουργία τους όταν δεχθούν κρούση από αεροφερόμενα αντικείμενα όπως θραύσματα, σκόνη, χιόνι, χαλάζι ή πουλιά.

4.2.7.2.4.   

Ο οδηγός έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τη συσκευή ακουστικής προειδοποίησης από όλες τις θέσεις οδήγησης που ορίζονται στην ενότητα 4.2.9 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.8.   Ελκτικός και ηλεκτρικός τεχνικός εξοπλισμός

4.2.8.1.   

4.2.8.1.1.   

Ο σκοπός του ελκτικού συστήματος αμαξοστοιχίας είναι να εξασφαλίζει τη δυνατότητα της αμαξοστοιχίας να λειτουργεί υπό διάφορες ταχύτητες μέχρι τη μέγιστη υπηρεσιακή της ταχύτητα. Οι πρωταρχικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις της έλξης είναι η ελκτική ισχύς, η σύνθεση και η μάζα της αμαξοστοιχίας, η πρόσφυση, η κλίση της τροχιάς και η αντίσταση κύλισης της αμαξοστοιχίας.

Για μονάδες που διαθέτουν ελκτικό τεχνικό εξοπλισμό και λειτουργούν σε διάφορους αμαξοστοιχιακούς σχηματισμούς, οι επιδόσεις μονάδας καθορίζονται έτσι ώστε να είναι δυνατόν να προκύψουν οι συνολικές ελκτικές επιδόσεις της αμαξοστοιχίας.

Οι ελκτικές επιδόσεις χαρακτηρίζονται από τη μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα και από τα χαρακτηριστικά της ελκτικής δύναμης (Δύναμη στη στεφάνη τροχού = F(ταχύτητα)).

Η μονάδα χαρακτηρίζεται από την αντίσταση κύλισης και τη μάζα της.

Η μέγιστη υπηρεσιακή ταχύτητα, τα χαρακτηριστικά της ελκτικής δύναμης και η αντίσταση κύλισης αποτελούν την αναγκαία συνεισφορά της μονάδας στον καθορισμό χρονοδιαγράμματος το οποίο επιτρέπει σε αμαξοστοιχία να καταλαμβάνει χρονοθυρίδα στη γενικότερη σχηματομορφή της κίνησης σε δεδομένη γραμμή, και περιέχονται στην τεχνική τεκμηρίωση που αφορά τη μονάδα.

4.2.8.1.2.   

Η παρούσα ενότητα ισχύει για μονάδες που διαθέτουν ελκτικό τεχνικό εξοπλισμό.

Τα χαρακτηριστικά της ελκτικής δύναμης μονάδας (δύναμη στη στεφάνη τροχού = F(ταχύτητα)) προσδιορίζονται με υπολογισμό. Η αντίσταση κύλισης μονάδας προσδιορίζεται με υπολογισμό για την περίπτωση φορτίου «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο», όπως ορίζεται στην ενότητα 4.2.2.10.

Τα χαρακτηριστικά της ελκτικής δύναμης μονάδας και η αντίσταση κύλισης καταχωρίζονται στην τεχνική τεκμηρίωση (βλέπε ενότητα 4.2.12.2).

Η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα καθορίζεται από τα ανωτέρω δεδομένα για την περίπτωση φορτίου «μάζα εκ κατασκευής για κανονικό ωφέλιμο φορτίο» σε οριζόντια τροχιά.

Η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα καταχωρίζεται στο Μητρώο υλικού το οποίο ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

Απαιτήσεις σχετικές με τη διακοπή της ελκτικής σε περίπτωση πέδησης ορίζονται στην ενότητα 4.2.4 της παρούσας ΤΠΔ.

Απαιτήσεις σχετικές με τη διαθεσιμότητα της ελκτικής λειτουργίας που απαιτείται σε περίπτωση εποχούμενης πυρκαγιάς καθορίζονται στην ΤΠΔ ΑΣΣ ενότητα 4.2.5.3 (εμπορευματική αμαξοστοιχία) και στην ενότητα 4.2.5.5 (επιβατική αμαξοστοιχία).

4.2.8.2.   

4.2.8.2.1.   

Στην παρούσα ενότητα διαλαμβάνονται απαιτήσεις που ισχύουν για τροχαίο υλικό και οι οποίες συνιστούν διεπαφή με το υποσύστημα Ενέργεια. Συνεπώς, η παρούσα ενότητα 4.2.8.2 ισχύει για ηλεκτρικές μονάδες.

Η ΤΠΔ Ενέργειας ΣΣ καθορίζει το σύστημα ΕΡ 25 kV 50 Hz ως στοχευόμενο σύστημα, και παρέχει τη δυνατότητα χρήσης του συστήματος ΕΡ 15 kV 16,7 Hz και των συστημάτων ΣΡ 3 kV ή 1,5 kV. Αυτό συνεπάγεται ότι οι απαιτήσεις που καθορίζονται στη συνέχεια αφορούν μόνον αυτά τα 4 συστήματα, και οι παραπομπές σε πρότυπα ισχύουν μόνο γι’ αυτά τα 4 συστήματα.

Η ΤΠΔ Ενέργειας ΣΡ επιτρέπει τη χρήση συστημάτων αλυσοειδούς συμβατών με γεωμετρία κεφαλών παντογράφου μήκους 1 600 mm ή 1 950 mm (βλέπε ενότητα 4.2.8.2.9.2).

4.2.8.2.2.   

Οι ηλεκτρικές μονάδες είναι ικανές να λειτουργούν εντός της περιοχής τιμών τουλάχιστον ενός από τα συστήματα «τάσης και συχνότητας» που ορίζονται στην ΤΠΔ Ενέργειας ΣΣ ενότητα 4.2.3.

Η πραγματική τιμή της τάσης γραμμής είναι διαθέσιμη στο θάλαμο μηχανοδηγού σε συγκρότηση οδήγησης.

Τα συστήματα «τάσης και συχνότητας» για τα οποία είναι κατασκευασμένο το τροχαίο υλικό καταχωρίζονται στο Μητρώο τροχαίου υλικού που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.8.2.3.   

Ηλεκτρικές μονάδες οι οποίες επιστρέφουν ηλεκτρική ενέργεια στην εναέρια γραμμή επαφής στην κατάσταση ανατροφοδοτικής πέδης πληρούν την ενότητα 12.1.1 του προτύπου EN 50388:2005.

Είναι δυνατή η αναστολή της χρήσης της ανατροφοδοτικής πέδης.

4.2.8.2.4.   

Ηλεκτρικές μονάδες με ισχύ μεγαλύτερη από 2 MW (περιλαμβανόμενων των δηλωμένων σταθερών και προκαθορισμένων σχηματισμών) διαθέτουν λειτουργία περιορισμού της έντασης ρεύματος όπως απαιτεί η ενότητα 7.3 του προτύπου EN 50388:2005.

Οι ηλεκτρικές μονάδες είναι εφοδιασμένες με αυτόματη ρύθμιση της έντασης ρεύματος σε περίπτωση ανώμαλων συνθηκών λειτουργίας όσον αφορά την τάση όπως περιγράφεται στην ενότητα 7.2 του προτύπου EN 50388:2005.

Η μέγιστη ένταση ρεύματος που εκτιμάται ανωτέρω (διαβαθμισμένο ρεύμα) καταχωρίζεται στο Μητρώο ΤΡΥ που ορίζεται στην ενότητα 4.8 της παρούσας ΤΠΔ.

4.2.8.2.5.   

Για συστήματα ΣΡ, η μέγιστη ένταση ρεύματος σε ακινησία ανά παντογράφο υπολογίζεται και επαληθεύεται με μέτρηση.

Οριακές τιμές προβλέπονται στην ενότητα 4.2.6 της ΤΠΔ Ενέργειας ΣΣ. Τιμές υψηλότερες από