Help Print this page 

Document 01998L0026-20120816

Title and reference
Οδηγια 98/26/ΕΚ Του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου Και Του Συμβουλιου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1998/26/2012-08-16
Multilingual display
Text

1998L0026 — EL — 16.08.2012 — 003.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΟΔΗΓΙΑ 98/26/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 19ης Μαΐου 1998

σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων

(ΕΕ L 166, 11.6.1998, p.45)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

►M1

ΟΔΗΓΊΑ 2009/44/ΕΚ ΤΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 6ης Μαΐου 2009

  L 146

37

10.6.2009

►M2

ΟΔΗΓΊΑ 2010/78/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 24ης Νοεμβρίου 2010

  L 331

120

15.12.2010

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 4ης Ιουλίου 2012

  L 201

1

27.7.2012




▼B

ΟΔΗΓΙΑ 98/26/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 19ης Μαΐου 1998

σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων



ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100 Α,

την πρόταση της Επιτροπής ( 1 ),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος ( 2 ),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ( 3 ),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Β της συνθήκης ( 4 ),

Εκτιμώντας

(1)

ότι η έκθεση Lamfalussy του 1990 προς τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Ομάδας των Δέκα κατέδειξε το σημαντικό συστημικό κίνδυνο που ενέχουν τα συστήματα πληρωμών τα οποία λειτουργούν βάσει περισσοτέρων νομικών μορφών συμψηφισμού πληρωμών, και ιδίως πολυμερούς συμψηφισμού· ότι ο περιορισμός των νομικών κινδύνων από τη συμμετοχή στα συστήματα ακαθάριστου διακανονισμού σε πραγματικό χρόνο έχει πρωταρχική σημασία λόγω της αυξανόμενης ανάπτυξης των συστημάτων αυτών

(2)

ότι έχει επίσης πάρα πολύ μεγάλη σημασία η ελάττωση του κινδύνου του απορρέοντος από τη συμμετοχή σε συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ιδίως όταν τα συστήματα αυτά συνδέονται στενά με συστήματα πληρωμών

(3)

ότι σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να συμβάλλει στην αποτελεσματική και, από πλευράς κόστους, συμφέρουσα διενέργεια διασυνοριακών πληρωμών αλλά και συναλλαγών με αντικείμενο διακανονισμό αξιογράφων εντός της Κοινότητας, πράγμα που ενισχύει την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ότι η παρούσα οδηγία συνεχίζει έτσι την πρόοδο που έχει επιτευχθεί ως προς την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, και ιδιαίτερα ως προς την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και την ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, ενόψη της υλοποίησης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης·

(4)

ότι είναι ευκταίο να επιδιωχθεί, μέσω της νομοθεσίας των κρατών μελών, η μεγαλύτερη δυνατή περιστολή της αναστάτωσης που επιφέρει σ' ένα σύστημα η διαδικασία αφερεγγυότητας η στρεφόμενη κατά ενός συμμετέχοντος σ' αυτό το σύστημα·

(5)

ότι μια πρόταση οδηγίας για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, που υποβλήθηκε το 1985 και τροποποιήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1988, εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Συμβουλίου· ότι η σύμβαση περί διαδικασιών αφερεγγυότητας που κατήρτισαν στις 23 Νοεμβρίου 1995 τα κράτη μέλη συνελθόντα στο πλαίσιο του Συμβουλίου, εξαιρεί ρητά τις ασφαλιστικές εταιρείες, τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες επενδύσεων

(6)

ότι σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να καλύψει τόσο τα εγχώρια όσο και τα διασυνοριακά συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων ότι η οδηγία εφαρμόζεται στα κοινοτικά συστήματα και την πρόσθετη ασφάλεια που παρέχουν οι συμμετέχοντες σε αυτά, είτε από την Κοινότητα είτε από τρίτες χώρες, σε συνάρτηση με την συμμετοχή τους στα εν λόγω συστήματα·

(7)

ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στα ιδρύματα της χώρας τους που συμμετέχουν άμεσα σε συστήματα τρίτης χώρας, αλλά και στην πρόσθετη ασφάλεια που παρέχεται σε συνάρτηση με τη συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα·

▼M1 —————

▼B

(9)

ότι ο περιορισμός του συστημικού κινδύνου απαιτεί ιδίως το αμετάκλητο του διακανονισμού και την άσκηση των εκ των ασφαλειών δικαιωμάτων ότι οι πρόσθετες ασφάλειες θεωρείται ότι περιλαμβάνουν όλα τα μέσα που παρέχει ένας από τους συμμετέχοντες σε σύστημα πληρωμών ή/και διακανονισμού αξιογραφων στους υπόλοιπους συμμετέχοντες για την ασφάλιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό το σύστημα, στα οποία μέσα συμπεριλαμβάνονται σύμφωνα εξωνήσεως, εμπράγματες ασφάλειες και καταπιστευματικές μεταβιβάσεις· ότι η ρύθμιση από την εθνική νομοθεσία του είδους της πρόσθετης ασφάλειας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεν θα πρέπει να θιγεί από τον ορισμό της πρόσθετης ασφάλειας που δίδεται από την παρούσα οδηγία·

(10)

ότι η παρούσα οδηγία, καλύπτοντας την πρόσθετη ασφάλεια που παρέχεται σε συνάρτηση με τις πράξεις των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών υπό την ιδιότητα τους ως κεντρικών τραπεζών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι πράξεις νομισματικής πολιτικής, επικουρεί το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα στην άσκηση του καθήκοντός του να προάγει την αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών πληρωμών με στόχο την προπαρασκευή του τρίτου σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και, επομένως, συμβάλλει στην ανάπτυξη του απαραίτητου νομικού πλαισίου μέσα στο οποίο η μελλοντική Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορεί να αναπτύξει την πολιτική της

(11)

ότι οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός τους θα πρέπει να είναι νομικώς εκτελεστές στις έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών και δεσμευτικές έναντι των τρίτων

(12)

ότι οι κανόνες για το αμετάκλητο του συμψηφισμού δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα συστήματα να ελέγχουν, πριν πραγματοποιηθεί ο συμψηφισμός, εάν οι εντολές που έχουν εισαχθεί στο σύστημα είναι συμβατές με τους κανόνες αυτού του συστήματος και επιτρέπουν την πραγματοποίηση του διακανονισμού αυτού του συστήματος

(13)

ότι βάσει της παρούσας οδηγίας ένας συμμετέχων ή ένας τρίτος δεν θα πρέπει να κωλύεται να ασκεί κάθε κατά νόμον δικαίωμα ή αξίωση προς ανάκτηση ή απόδοση, που απορρέει από την υποκείμενη δικαιοπραξία σε σχέση με εντολή μεταβίβασης που έχει εισαχθεί σε σύστημα, π.χ. στην περίπτωση απάτης ή τεχνικού σφάλματος, εφόσον αυτό δεν ανατρέπει τον συμψηφισμό ούτε ανακαλεί την εντολή μεταβίβασης στο σύστημα

(14)

ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλισθεί ότι οι εντολές μεταβίβασης δεν είναι δυνατόν να ανακληθούν μετά από ένα χρονικό σημείο οριζόμενο από τους κανόνες του συστήματος·

▼M1

(14α)

Οι αρμόδιες εθνικές αρχές και οι αρχές εποπτείας θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές των συστημάτων που συγκροτούν το διαλειτουργικό σύστημα έχουν συμφωνήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό σε κοινούς κανόνες ως προς το χρονικό σημείο εισαγωγής στα διαλειτουργικά συστήματα. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές και οι αρχές εποπτείας πρέπει να εξασφαλίζουν εκ των προτέρων ότι οι κανόνες ως προς το χρονικό σημείο εισαγωγής σε ένα διαλειτουργικό σύστημα είναι συντονισμένοι, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό και αναγκαίο, προκειμένου να αποφεύγεται η ανασφάλεια δικαίου σε περίπτωση αδυναμίας λειτουργίας συμμετέχοντος συστήματος·

▼B

(15)

ότι είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν αμέσως στα άλλα κράτη μέλη την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητος κατά συμμετέχοντος στο σύστημα·

(16)

ότι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα πρέπει να έχουν αναδρομικά αποτελέσματα επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων σ' ένα σύστημα·

(17)

ότι, σε περίπτωση που κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά ενός από τους συμμετέχοντες σε ένα σύστημα, η παρούσα οδηγία αποσκοπεί περαιτέρω στον καθορισμό της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που εφαρμόζεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού του συμμετέχοντος σε σχέση με τη συμμετοχή του σε ένα σύστημα·

(18)

ότι οι πρόσθετες αφάλειες θα πρέπει να διαχωρι-σθούν από τα αποτελέσματα της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που εφαρμόζεται στον αφερέγγυο συμμετέχοντα·

(19)

ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνον σε μητρώο, λογαριασμό ή κεντρικό σύστημα καταθέσεων που αποδεικνύει την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των συγκεκριμένων αξιογράφων ή για την παράδοση ή τη μεταβίβαση των εν λόγω αξιογράφων

(20)

ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 αποσκοπούν να διασφαλίσουν ότι εάν ο συμμετέχων, η Κεντρική Τράπεζα ενός κράτους μέλους ή η μελλοντική Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει έγκυρη και πραγματική πρόσθετη ασφάλεια, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους όπου τηρείται το σχετικό μητρώο, ο λογαριασμός ή το κεντρικό σύστημα καταθέσεων, το κύρος και ο εκτελεστός χαρακτήρας αυτής της πρόσθετης ασφάλειας έναντι αυτού του συστήματος (και του φορέα του) και έναντι οποιουδήποτε προσώπου έχει άμεσες ή έμμεσες αξιώσεις θα πρέπει να καθορίζεται μόνον σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους·

(21)

ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 δεν αποσκοπούν να θίξουν τη λειτουργία και τις συνέπειες του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο έχουν συσταθεί τα αξιόγραφα ή του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο μπορεί να βρίσκονται με άλλο τρόπο τα αξιόγραφα αυτά (συμπεριλαμβανομένου χωρίς κανένα περιορισμό και του δικαίου που αφορά τη σύσταση, κυριότητα ή η μεταβίβαση αυτών των αξιογράφων ή των δικαιωμάτων επ’ αυτών) και δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αυτή η πρόσθετη ασφάλεια είναι άμεσα εκτελεστή ή ότι μπορεί να αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος διαφορετικά από τα προβλεπόμενα στο δίκαιο αυτού του κράτους μέλους·

(22)

ότι είναι επιθυμητό να προσπαθήσουν τα κράτη μέλη να αποκαταστήσουν επαρκή σύνδεση μεταξύ όλων των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, αποβλέποντας στην προαγωγή της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας και νομικής ασφάλειας των συναλλαγών που αφορούν αξιόγραφα·

▼M1

(22α)

Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, η έλλειψη συντονισμού σχετικά με τους κανόνες που θα πρέπει να ισχύουν ως προς το χρονικό σημείο της εισαγωγής και του αμετάκλητου ενδέχεται να εκθέσει τους συμμετέχοντες σε σύστημα, ή ακόμα και τον ίδιο τον διαχειριστή του συστήματος, στους κινδύνους που προκαλεί η επέκταση των επιπτώσεων αδυναμίας λειτουργίας σε άλλο σύστημα. Προκειμένου να περιοριστεί ο συστημικός κίνδυνος, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι οι διαχειριστές διαλειτουργικών συστημάτων συντονίζουν τους κανόνες ως προς το χρονικό σημείο της εισαγωγής και του αμετάκλητου στα συστήματα που διαχειρίζονται·

▼B

(23)

ότι η έκδοση της παρούσας οδηγίας αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο πραγμάτωσης των ως άνω στόχων και περιέχει μόνον τα προς τούτο αναγκαία στοιχεία,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:



ΤΜΗΜΑ 1

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται:

α) στα συστήματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο α), τα οποία διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους και τα οποία διενεργούν πράξεις σε οιοδήποτε νόμισμα, σε ►M1  ευρώ ◄ , ή σε διάφορα νομίσματα αμοιβαίως μετατρέψιμα

β) στους συμμετέχοντες σε τέτοια συστήματα·

γ) στην πρόσθετη ασφάλεια που παρέχεται σε συνάρτηση με:

 τη συμμετοχή σε ένα σύστημα ή

▼M1

 πράξεις των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο πλαίσιο της ιδιότητάς τους ως κεντρικών τραπεζών.

▼B

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

α) «σύστημα»: η τυπική συμφωνία

▼M1

 μεταξύ τριών ή περισσοτέρων συμμετεχόντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ο διαχειριστής αυτού του συστήματος, τυχόν διακανονιστής ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή τυχόν εμμέσως συμμετέχων, με κοινούς κανόνες και τυποποιημένες ρυθμίσεις για τον συμψηφισμό, είτε μέσω κεντρικού αντισυμβαλλόμενου είτε όχι, ή για την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων,

▼B

 η οποία διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους που επιλέγουν οι συμμετέχοντες· οι συμμετέχοντες μπορούν, ωστόσο, να επιλέξουν μόνον το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ένας τουλάχιστον από αυτούς έχει την κεντρική διοίκηση και

 η οποία, υπό την επιφύλαξη άλλων αυστηρότερων όρων γενικής εφαρμογής που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, ορίζεται ως σύστημα και ανακοινώνεται στην Επιτροπή από το κράτος μέλος το δίκαιο του οποίου είναι εφαρμοστέο, εφόσον αυτό το κράτος μέλος κρίνει ικανοποιητικούς τους κανόνες του συστήματος.

Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ένα κράτος μέλος δύναται να χαρακτηρίζει σύστημα την τυπική συμφωνία της οποίας το αντικείμενο συνίσταται στην εκτέλεση εντολών, μεταβίβασης όπως ορίζονται στη δεύτερη περίπτωση του στοιχείου ι) και, σε περιορισμένη κλίμακα, στην εκτέλεση εντολών με αντικείμενο άλλα μέσα της κεφαλαιαγοράς, εάν αυτό το κράτος μέλος κρίνει ότι υφίστανται τα εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου.

Ένα κράτος μέλος δύναται επίσης να χαρακτηρίζει, κατά περίπτωση, ως σύστημα την τυπική συμφωνία δύο συμμετεχόντων, στους οποίους δεν συναριθμούνται ο τυχόν διακανονιστής, ο τυχόν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή ο τυχόν εμμέσως συμμετέχων, εάν το κράτος μέλος κρίνει ότι υφίστανται τα εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου.

Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ διαλειτουργικών συστημάτων δεν συνιστά σύστημα·

β) «ίδρυμα»:

▼M1

 το πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) ( 5 ), συμπεριλαμβανομένων και των ιδρυμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας,

 η επενδυτική εταιρεία όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ( 6 ), εξαιρουμένων των ιδρυμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας,

▼B

 οι δημόσιες αρχές ή οι επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου ή

 η επιχείρηση που έχει την κεντρική της διοίκηση εκτός της Κοινότητας και που οι εργασίες της είναι ανάλογες προς εκείνες των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επενδυτικών εταιρειών της Κοινότητας, όπως ορίζονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση,

εφόσον συμμετέχει σε σύστημα και ευθύνεται για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού.

Εάν ένα σύστημα τελεί υπό εποπτεία βάσει της εθνικής νομοθεσίας και εκτελεί μόνο εντολές μεταβίβασης όπως ορίζονται στο στοιχείο ι) δεύτερη περίπτωση, καθώς και πληρωμές απορρέουσες από τέτοιες εντολές, το κράτος μέλος δύναται να αποφασίσει ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σ' αυτό το σύστημα και ευθύνονται για τις οικονομικές υποχρεώσεις τις απορρέουσες από εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, μπορούν να χαρακτηρισθούν ιδρύματα, αρκεί τρεις τουλάχιστον συμμετέχοντες στο σύστημα αυτό να καλύπτονται από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και, ως προς την απόφαση αυτή, υφίστανται τα εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου·

γ) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: ο οργανισμός ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ των ιδρυμάτων ενός συστήματος και ο οποίος δρα ως ο αποκλειστικός αντισυμβαλλόμενος αυτών των ιδρυμάτων όσον αφορά τις εντολές τους μεταβίβασης·

δ) «διακανονιστής»: ο οργανισμός ο οποίος παρέχει, σε ιδρύματα ή/και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που συμμετέχουν σε συστήματα, λογαριασμούς διακανονισμού μέσω των οποίων γίνεται ο διακανονισμός εντολών μεταβίβασης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών και ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, παρέχει την πίστωση στα εν λόγω ιδρύματα ή/και κεντρικούς αντισυμβαλλομένους χάριν του διακανονισμού·

ε) «συμψηφιστικό γραφείο»: ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τον υπολογισμό της καθαρής θέσης των ιδρυμάτων, του τυχόν κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή/ και τυχόν διακανονιστή·

στ)  ►M1  «συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος. ◄

Σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος, ο ίδιος συμμετέχων μπορεί να δρα ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής ή γραφείο συμψηφισμού ή να εκτελεί μέρος όλων αυτών των καθηκόντων.

Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας έμμεσος συμμετέχων μπορεί να θεωρηθεί συμμετέχων εάν τούτο δικαιολογείται λόγω συστημικού κινδύνου. Όταν ένας έμμεσος συμμετέχων θεωρείται συμμετέχων από άποψη συστημικού κινδύνου, αυτό δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο έμμεσος συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο σύστημα·

ζ) «έμμεσος συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος που έχει με συμμετέχοντα σε σύστημα το οποίο εκτελεί εντολές μεταβίβασης συμβατική σχέση η οποία του, επιτρέπει να δίδει εντολές μεταβίβασης μέσω του συστήματος, υπό τον όρο ότι ο έμμεσος συμμετέχων είναι γνωστός στον διαχειριστή του συστήματος·

η) «αξιόγραφα»: όλα τα μέσα που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

▼B

θ) «εντολή μεταβίβασης»:

▼M1

 κάθε οδηγία ενός συμμετέχοντος να τεθεί στη διάθεση ενός αποδέκτη χρηματικό ποσό μέσω λογιστικής εγγραφής στους λογαριασμούς πιστωτικού ιδρύματος, κεντρικής τράπεζας, κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ή διακανονιστή ή κάθε οδηγία η οποία συνεπάγεται την ανάληψη ή την εκπλήρωση οφειλής πληρωμής, όπως ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος ή

▼B

 κάθε οδηγία ενός συμμετέχοντος να μεταβιβαστεί το δικαίωμα επί ή το συμφέρον εξ αξιογράφου ή αξιογράφων συμφέρον μέσω λογιστικής εγγραφής σε μητρώο ή κατ' άλλο τρόπο

ι) «διαδικασία αφερεγγυότητας»: το συλλογικό μέτρο το οποίο προβλέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και αφορά είτε την εκκαθάριση είτε την αναδιοργάνωση του συμμετέχοντος, εφόσον αυτό το μέτρο συνεπάγεται την αναστολή των μεταβιβάσεων ή των πληρωμών ή την επιβολή περιορισμών σ' αυτές·

ια) «συμψηφισμός»: η μετατροπή σε καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή, απαιτήσεων και οφειλών που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης τις οποίες ένας συμμετέχων ή συμμετέχοντες απευθύνουν προς ή λαμβάνουν από έναν ή περισσότερους άλλους συμμετέχοντες με τελικό εξαγόμενο μία μόνον καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή·

▼M1

ιβ) «λογαριασμός διακανονισμού»: λογαριασμός σε κεντρική τράπεζα, διακανονιστή ή κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που χρησιμοποιείται για την κατοχή κεφαλαίων ή αξιογράφων, καθώς και για το διακανονισμό συναλλαγών μεταξύ των συμμετεχόντων σε σύστημα·

ιγ) «ασφάλεια»: όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, των χρηματοοικονομικών ασφαλειών που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2002, για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ( 7 ), τα οποία παρέχονται δυνάμει ενεχύρου (συμπεριλαμβανομένου του χρήματος που παρέχεται με αυτόν τον τρόπο), συμφωνίας επαναγοράς ή παρεμφερούς συμφωνίας ή με άλλο τρόπο, με σκοπό την ασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ενδέχεται να προκύψουν σε συνάρτηση με ένα σύστημα, ή παρέχονται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα·

▼M1

ιδ) ο όρος «εργάσιμη ημέρα» καλύπτει τόσο τους ημερήσιους όσο και τους νυκτερινούς διακανονισμούς και περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τον επιχειρησιακό κύκλο του συστήματος·

ιε) «διαλειτουργικά συστήματα»: δύο ή περισσότερα συστήματα των οποίων οι διαχειριστές συστημάτων έχουν συνάψει μεταξύ τους συμφωνία που περιλαμβάνει τη διασυστημική εκτέλεση εντολών μεταβίβασης·

ιστ) «διαχειριστής συστήματος»: η οντότητα ή οντότητες που είναι νομικά υπεύθυνες για τη λειτουργία του συστήματος. Ένας διαχειριστής συστήματος μπορεί επίσης να ενεργεί ως διακανονιστής, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή συμψηφιστικό γραφείο.

▼B



ΤΜΗΜΑ II

ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ

Άρθρο 3

▼M1

1.  Οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός είναι νομικά εκτελεστοί και αντιτάσσονται έναντι των τρίτων ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος, εφόσον οι εντολές μεταβίβασης εισήχθησαν στο σύστημα πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα) ή κατά διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.

Εντολές μεταβίβασης που εισάγονται στο σύστημα μετά το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και εκτελούνται εντός της εργάσιμης ημέρας, όπως ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε η έναρξη της διαδικασίας, είναι νομικά εκτελεστές και αντιτάσσονται έναντι των τρίτων μόνον εάν ο διαχειριστής του συστήματος μπορεί να αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο που οι εν λόγω εντολές μεταβίβασης κατέστησαν αμετάκλητες, δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

▼B

2.  Ο συμψηφισμός δεν ανατρέπεται βάσει νόμου, κανονισμού, κανόνων ή πρακτικών σχετικά με την ακύρωση συμβάσεων ή άλλων δικαιοπραξιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1.

3.  Ο χρόνος εισαγωγής μιας εντολής μεταβίβασης στο σύστημα καθορίζεται με ακρίβεια από τους κανόνες του συστήματος. Εάν το εθνικό δίκαιο που διέπει το σύστημα θέτει όρους ως προς τη χρονική στιγμή της εισαγωγής οι κανόνες του συστήματος πρέπει να είναι σύμφωνοι με τους όρους αυτούς.

▼M1

4.  Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει στους δικούς του κανόνες το χρονικό σημείο εισαγωγής στο σύστημά του κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται, στο μέτρο του δυνατού, ότι θα υπάρχει συντονισμός των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων ως προς το σημείο αυτό. Οι κανόνες ενός συστήματος όσον αφορά το χρονικό σημείο εισαγωγής δεν πρέπει να επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό εκτός εάν οι κανόνες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στα διαλειτουργικά συστήματα προβλέπουν ρητώς κάτι διαφορετικό.

▼M1

Άρθρο 4

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος ή κατά διαχειριστή συστήματος διαλειτουργικού συστήματος δεν κωλύει τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων ή αξιογράφων, που είναι διαθέσιμα στο λογαριασμό διακανονισμού αυτού του συμμετέχοντος, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα την εργάσιμη ημέρα έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η πιστωτική διευκόλυνση η οποία παρασχέθηκε σ’ αυτόν τον συμμετέχοντα σε συνάρτηση με το σύστημα, θα χρησιμοποιείται έναντι διαθέσιμης υφιστάμενης ασφάλειας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του συμμετέχοντος στο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα.

▼B

Άρθρο 5

Η εντολή μεταβίβασης δεν ανακαλείται ούτε από συμμετέχοντα στο σύστημα ούτε από τρίτον, μετά τη χρονική στιγμή που ορίζουν οι κανόνες του συστήματος.

▼M1

Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει στους δικούς του κανόνες το χρονικό σημείο του αμετάκλητου, προκειμένου να εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, ο συντονισμός, ως προς το σημείο αυτό, των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Οι κανόνες ενός συστήματος όσον αφορά το χρονικό σημείο του αμετάκλητου δεν πρέπει να επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό εκτός εάν οι κανόνες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στα διαλειτουργικά συστήματα προβλέπουν ρητώς κάτι διαφορετικό.

▼B



ΤΜΗΜΑ III

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 6

1.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, χρόνος έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας θεωρείται η στιγμή κατά την οποία η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή εκδίδει την απόφασή της.

2.  Άμα τη λήψει της αποφάσεως σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή την κοινοποιεί πάραυτα στην αρχή την οποία επέλεξε προς τούτο το κράτος μέλος της.

▼M2

3.  Το κράτος μέλος στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 2 ειδοποιεί αμέσως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, τα άλλα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (στο εξής «ΕΑΚΑΑ»), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ).

▼M1

Άρθρο 7

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός συμμετέχοντος που προκύπτουν από ή συνδέονται με τη συμμετοχή του σε σύστημα δεν ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της κατ’ άρθρο 6 παράγραφος 1 ενάρξεως της διαδικασίας. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός συμμετέχοντος σε διαλειτουργικό σύστημα ή του διαχειριστή συστήματος ενός διαλειτουργικού συστήματος ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.

▼B

Άρθρο 8

Σε περίπτωση ενάρξεως διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος σε σύστημα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη συμμετοχή του στο σύστημα ή που συνδέονται με αυτήν, διέπονται από το δίκαιο που διέπει το σύστημα.



ΤΜΗΜΑ IV

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓ-ΓΥΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΟΥΝΤΟΣ

▼M1

Άρθρο 9

1.  Τα δικαιώματα διαχειριστή συστήματος ή συμμετέχοντος επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε σε συνάρτηση με σύστημα ή οποιοδήποτε διαλειτουργικό σύστημα, και τα δικαιώματα των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε, δεν θίγονται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι:

α) του συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα),

β) του διαχειριστή συστήματος διαλειτουργικού συστήματος που δεν είναι συμμετέχων,

γ) αντισυμβαλλόμενου κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή

δ) οποιουδήποτε τρίτου παρέσχε την ασφάλεια.

Αυτή η ασφάλεια είναι δυνατόν να ρευστοποιηθεί προς ικανοποίηση αυτών των δικαιωμάτων.

▼M3

Όταν διαχειριστής συστήματος έχει παράσχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος σε συνάρτηση με διαλειτουργικό σύστημα, τα δικαιώματα του παρέχοντος διαχειριστή συστήματος επί της εν λόγω ασφάλειας δεν θίγονται από διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι του λαμβάνοντος διαχειριστή συστήματος.

▼M1

2.  Όταν παρέχονται αξιόγραφα, περιλαμβανομένων δικαιωμάτων επί αξιογράφων, ως ασφάλεια σε συμμετέχοντες, διαχειριστές συστημάτων ή Κεντρικές Τράπεζες των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1, και το δικαίωμά τους ή το δικαίωμα οποιουδήποτε αντιπροσώπου, μεσίτη ή τρίτου ενεργούντος για λογαριασμό τους σε σχέση με τα αξιόγραφα καταχωρείται νομίμως σε μητρώο ή σε λογαριασμό ή σε κεντρικό σύστημα καταθέσεων που βρίσκεται σε κράτος μέλος, ο καθορισμός των δικαιωμάτων αυτών των φορέων ως δικαιούχων ασφάλειας σε σχέση με τα αξιόγραφα αυτά διέπεται από τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους.

▼B



ΤΜΗΜΑ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

▼M1

Άρθρο 10

▼M2

1.  Τα κράτη μέλη κατονομάζουν τα συστήματα και τους αντίστοιχους διαχειριστές των συστημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ και την ενημερώνουν σχετικά με τις αρχές που έχουν επιλέξει σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές στον ιστότοπό της.

▼M1

Ο διαχειριστής του συστήματος γνωστοποιεί στο κράτος μέλος του οποίου το δίκαιο είναι εφαρμοστέο, τους συμμετέχοντες στο σύστημα, τους τυχόν έμμεσους συμμετέχοντες καθώς και κάθε μεταβολή αυτών.

Εκτός από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στο πλαίσιο των συστημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους εποπτεία ή υποχρεώσεις αδειοδότησης.

Ένα ίδρυμα ενημερώνει, κατόπιν αιτήσεως, οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον για τα συστήματα στα οποία αυτό συμμετέχει και για τους βασικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων.

2.  Σύστημα που έχει αναγνωριστεί προτού τεθούν σε ισχύ οι εθνικές διατάξεις εφαρμογής της οδηγίας 2009/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων καθώς και της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όσον αφορά συνδεδεμένα συστήματα και πιστωτικές απαιτήσεις ( 9 ), εξακολουθεί να αναγνωρίζεται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί.

Εντολή μεταβίβασης η οποία εισάγεται σε σύστημα πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2009/44/ΕΚ, διακανονίζεται όμως μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων αυτών, θεωρείται εντολή μεταβίβασης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

▼M2

Άρθρο 10α

1.  Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.  Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο της, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

Άρθρο 11

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 11 Δεκεμβρίου 1999. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Κατά την κοινοποίηση αυτή τα κράτη μέλη υποβάλλουν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των υφισταμένων ή των θεσπιζομένων εθνικών διατάξεων και των σχετικών άρθρων της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 12

Το αργότερο εντός τριών ετών από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συνοδευόμενη, αν χρειάζεται, από προτάσεις για την αναθεώρησή της.

Άρθρο 13

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 14

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.



( 1 ) ΕΕ Ο 207 της 18.7.1996, σ. 13, και ΕΕ Ο259 της 26.8.1997, σ. 6.

( 2 ) Γνώμη που διατυπώθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1996.

( 3 ) ΕΕ C 56 της 24.2.1997, σ. 1.

( 4 ) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Απριλίου 1997 (ΕΕ C 132 της 28.4.1997, σ. 74), κοινή θέση του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ C 375 της 10.12.1997, σ. 34), απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Ιανουαρίου 1998 (ΕΕ C 56 της 23.2.1998). Απόφαση του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 1998.

( 5 ) ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1.

( 6 ) ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

( 7 ) ΕΕ L 168 της 27.6.2002, σ. 43.

( 8 ) ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.

( 9 ) ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 37

Top