Menu principal du site

ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Η ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑ
Σχετικά με το δίκαιο της ΕΕ

Διαδικασία και συντελεστές

Η σελίδα αυτή τροποποιείται ώστε να προσαρμοστεί στις αλλαγές που επιφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας.

1. Το αρχείο εγγράφων

2. Οι νομοθετικές διαδικασίες

3. Οι παράγοντες του κοινοτικού συστήματος

1. Το αρχείο εγγράφων

Το αρχείο του συστήματος EUR-Lex περιλαμβάνει περισσότερα από 410 000 έγγραφα. Το σύστημα δίνει πολύγλωσση πρόσβαση σε μια μεγάλη τυπολογία νομοθετικών πράξεων, όπως οι Συνθήκες, το παράγωγο δίκαιο, οι διεθνείς συμφωνίες, οι προπαρασκευαστικές εργασίες, η νομολογία και οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις.

Οι Συνθήκες αποτελούν το «πρωτογενές δίκαιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι συγκρίσιμο με το συνταγματικό δίκαιο στο εθνικό επίπεδο. Οι Συνθήκες ορίζουν λοιπόν τα θεμελιώδη στοιχεία της Ένωσης και κυρίως τις αρμοδιότητες των συντελεστών του κοινοτικού συστήματος που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τις νομοθετικές διαδικασίες, καθώς και τις εξουσίες που τους έχουν ανατεθεί. Στο πλαίσιο αυτό οι Συνθήκες αποτελούν αντικείμενο άμεσων διαπραγματεύσεων μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών και πρέπει στη συνέχεια να επικυρωθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται σε εθνικό επίπεδο (κυρίως από τα εθνικά κοινοβούλια ή με δημοψήφισμα).

Εκτός από δύο θεμελιώδεις Συνθήκες, τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το σύστημα EUR-Lex παρέχει πρόσβαση στη συνθήκη Eυρατόμ, στις συνθήκες προσχώρησης και σε άλλες συνθήκες και πρωτόκολλα.

Αξίζει να αναφερθεί χωριστά: εγκρίθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων στις 18 Ιουνίου 2004 και υπογράφηκε στις 29 Οκτωβρίου 2004, μένει ακόμα να υπογραφεί, ενώ ύστερα πρέπει να επικυρωθεί από τα 25 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν τεθεί σε ισχύ.

Τα θεμελιώδη στοιχεία της συνταγματικής συνθήκης είναι:

  • η ενσωμάτωση του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κείμενο της Συνθήκης,
  • ο νέος ορισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα αντικαταστήσει τους τρέχοντες ορισμούς «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» και «Ευρωπαϊκή Ένωση»,
  • μια πιο σαφής παρουσίαση της κατανομής των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των κρατών μελών,
  • ένα ανανεωμένο θεσμικό πλαίσιο, που ξεκαθαρίζει τους αντίστοιχους ρόλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής,
  • πιο αποτελεσματικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων,
  • ο εκδημοκρατισμός και η διαφάνεια του συστήματος.

Ο κύριος στόχος της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (συνθήκη ΕΚ) είναι η υλοποίηση της προοδευτικής ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών κρατών και η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, που βασίζεται στις τέσσερις ελευθερίες κυκλοφορίας (αγαθών, προσώπων, κεφαλαίων και υπηρεσιών) και στην προοδευτική προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών. Για να γίνει αυτό, τα κράτη μέλη απαρνήθηκαν ένα μέρος της κυριαρχίας τους και εκχώρησαν στα κοινοτικά θεσμικά όργανα την εξουσία να εκδίδουν νομοθετικές πράξεις που πρέπει να εφαρμόζονται άμεσα στα κράτη μέλη (κανονισμός, οδηγία, απόφαση) και οι οποίες υπερέχουν του εθνικού δικαίου.

Η ισχύουσα συνθήκη ΕΚ είναι το αποτέλεσμα τροποποιήσεων που επήλθαν στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (συνθήκη ΕΟΚ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη το 1957 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958. Η Συνθήκη αυτή τροποποιήθηκε πολλές φορές, ιδίως με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη που τέθηκε σε ισχύ το 1987, με τη συνθήκη του Μάαστριχτ (συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση), που τέθηκε σε ισχύ το 1993, με την συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1999 και με τη συνθήκη της Νίκαιας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003. Ύστερα απ’ αυτές τις τροποποιήσεις, οι τομείς που καλύπτει η συνθήκη ΕΚ επεκτάθηκαν για να καταλάβουν σήμερα σχεδόν όλες τις οικονομικές πτυχές και ορισμένες πτυχές πιο καθαρά πολιτικές, όπως το δικαίωμα ασύλου και η μετανάστευση (βλ. συνθήκη του Άμστερνταμ).

Μια ενοποιημένη έκδοση της συνθήκης ΕΚ υπάρχει στο EUR-Lex.

Η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (συνθήκη ΕΕ) επιδιώκει δύο κύριους στόχους: την υλοποίηση μιας νομισματικής ένωσης με τον καθορισμό αρχών και διατάξεων για την εφαρμογή του ευρώ και τη δημιουργία μιας οικονομικής και πολιτικής ένωσης. Από τη Συνθήκη αυτή και μετά αρχίζει κανείς να μιλά για ένα οικοδόμημα τριών πυλώνων, από τους οποίους ο πρώτος αποτελείται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι άλλοι δύο από την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και από την αστυνομική και δικαστική συνεργασία στον ποινικό τομέα. Ωστόσο, υφίσταται μια μεγάλη διαφορά μεταξύ του πρώτου πυλώνα και των άλλων δύο: σ’ αυτούς δεν έχει γίνει μεταβίβαση κυριαρχίας υπέρ των κοινών θεσμικών οργάνων όπως στην περίπτωση της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τα κράτη μέλη θέλησαν να διατηρήσουν στους τομείς αυτούς μια αυτόνομη εξουσία λήψης αποφάσεων και περιορίζονται στη συνεργασία διακυβερνητικού τύπου. Τα πιο σημαντικά νομοθετικά μέσα στους εν λόγω τομείς είναι η κοινή δράση, η κοινή θέση, η απόφαση-πλαίσιο που εγκρίνονται σχεδόν πάντα ομόφωνα και έχουν περιορισμένη δεσμευτική ισχύ. Η αρχική συνθήκη ΕΕ (συνθήκη του Μάαστριχτ) τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1993 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τη συνθήκη του Άμστερνταμ που τέθηκε σε ισχύ το 1999 και με τη συνθήκη της Νίκαιας που τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003.

Η ενοποιημένη έκδοση της συνθήκης ΕΕ υπάρχει στην EUR-Lex.

Πρέπει εξάλλου να υπογραμμιστεί ότι η συνθήκη ΕΕ αλλάζει τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ), ενώ οι άλλες δύο Κοινότητες, η ΕΚΑΧ (βλ. συνθήκη ΕΚΑΧ) και η Eυρατόμ (βλ. συνθήκη Eυρατόμ) βασίζονται στην πρώτη.

Η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (συνθήκη Eυρατόμ) υπογράφηκε στη Ρώμη στις 25 Μαρτίου 1957 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958 ταυτόχρονα με τη συνθήκη ΕΟΚ (βλ. συνθήκη ΕΚ).

Ο στόχος της συνθήκης Eυρατόμ ήταν ο συντονισμός των προγραμμάτων έρευνας που ξεκίνησαν ήδη από τα κράτη μέλη ή τα οποία θα ξεκινούσαν με σκοπό την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Η Συνθήκη αυτή εν τω μεταξύ, έχει κατά κάποιο τρόπο απορροφηθεί από τη συνθήκη ΕΚ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνθηκε έξι φορές: στις έξι ιδρυτικές χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες), προστέθηκαν το 1973 η Δανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το 1981 η Ελλάδα, το 1986 η Ισπανία και η Πορτογαλία, το 1995 η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία, το 2004 η Εσθονία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία και το 2007 η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

Οι συνθήκες προσχώρησης περιέχουν τις προϋποθέσεις που ορίστηκαν για την προσχώρηση των νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις αναγκαίες τροποποιήσεις των Συνθηκών στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (συνθήκη ΕΚΑΧ) είναι η πιο παλιά από τις τρεις Συνθήκες που αποτελούν τη βάση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Υπεγράφη στο Παρίσι στις 18 Απριλίου 1951, τέθηκε σε ισχύ στις 23 Ιουλίου 1952 και έληξε στις 23 Ιουλίου 2002, καθώς είχε συναφθεί για 50 έτη.

Ο στόχος της ήταν η σύσταση μιας κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα, με την προοπτική να επεκταθεί σταδιακά και σε άλλους οικονομικούς τομείς. Οι τομείς του άνθρακα και του χάλυβα εμπίπτουν σήμερα στο κοινό καθεστώς δικαίου της συνθήκης ΕΚ.

Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη υπογράφηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1986 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1987.

Ο στόχος της ήταν η ολοκλήρωση, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992, της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς, δηλαδή ενός χώρου όπου μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα τα πρόσωπα, το κεφάλαιο, τα αγαθά και οι υπηρεσίες. Θεσπίστηκαν ad hoc διαδικασίες στη συνθήκη ΕΚ για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η συνθήκη του Άμστερνταμ υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 1997 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999.

Πρέπει να σημειωθούν δύο τροποποιήσεις:

Η συνθήκη της Νίκαιας υπογράφηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2001 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003.

Ο στόχος της Συνθήκης αυτής ήταν να αναπροσαρμοστεί η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό το πρίσμα της διεύρυνσης της 1ης Μαΐου του 2004. Μεταξύ των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν, μπορούμε να αναφέρουμε:

  • την τροποποίηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων,
  • τη δραστική μείωση των περιπτώσεων στις οποίες το Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία• το Συμβούλιο μπορεί επί του παρόντος να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία σε πολλούς τομείς: ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, βιομηχανική πολιτική κ.λπ.,
  • την τροποποίηση της στάθμισης των ψήφων στο πλαίσιο του Συμβουλίου,
  • την τροποποίηση της δομής των θεσμικών κοινοτικών οργάνων,
  • τη νέα κατανομή των εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
  • την αποδοχή της απώλειας της δεύτερης θέσης επιτρόπου εκ μέρους της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας και της Ισπανίας,
  • την ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
  • η συνθήκη για τη Γροιλανδία (1984), που συνήφθη για να επιτραπεί στη Γροιλανδία να αποχωρήσει από την ΕΟΚ το 1983 και για να της χορηγηθεί το καθεστώς της υπερπόντιας χώρας και εδάφους•
  • η συνθήκη συγχώνευσης (1965), που θέσπισε μία Επιτροπή και ένα Συμβούλιο ενιαία για τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (την Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, την Οικονομική Κοινότητα και την Ευρατόμ)• το άρθρο 9 της συνθήκης του Άμστερνταμ κατάργησε τη συνθήκη συγχώνευσης και ενσωμάτωσε τα ουσιαστικά στοιχεία της στη συνθήκη ΕΚ•
  • η συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων οικονομικών διατάξεων (1975), η οποία τροποποίησε ορισμένα άρθρα των τριών συνθηκών ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και Eυρατόμ. Οι τροποποιήσεις αυτές τροποποιήθηκαν στη μεγάλη πλειονότητά τους εκ νέου με τις μεταγενέστερες Συνθήκες•
  • το πρωτόκολλο σχετικά με τις ολλανδικές Αντίλλες (1962), το οποίο προβαίνει σε διευκρινίσεις σχετικά με το καθεστώς των ανταλλαγών που ισχύει στις εισαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων πετρελαίων που διυλίζονται στις ολλανδικές Αντίλλες.

Οι διεθνείς συμφωνίες είναι η δεύτερη πηγή δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιτρέπουν στην Ένωση να αναπτύξει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές της σχέσεις με τον λοιπό κόσμο. Πρόκειται πάντα για συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου (κράτη μέλη ή οργανισμοί) και οι οποίοι έχουν ως σκοπό την ανάπτυξη συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο. Οι συμφωνίες που συνάπτονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα δεσμεύουν τα κοινοτικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη. Οι συμφωνίες που συνάπτονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα δεσμεύουν τα κοινοτικά όργανα αλλά όχι πάντα τα κράτη μέλη (βλ. παράγραφο 1.3.5.7)

Μεταξύ των πρώτων μπορούμε να διακρίνουμε δύο κύρια είδη συμφωνιών:

Οι συμφωνίες αυτές μπορούν να συναφθούν είτε από την Κοινότητα είτε από την Κοινότητα με τα κράτη μέλη (μεικτή συμφωνία). Οι συμφωνίες αυτές είναι δεσμευτικές για την Κοινότητα και για τα κράτη μέλη και ως εκ τούτου τους δημιουργούν υποχρεώσεις σε διεθνές επίπεδο. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις μορφές συμφωνιών:

  • Συμφωνίες σύνδεσης

Η σύνδεση αφορά τη στενή οικονομική συνεργασία καθώς και την ευρεία χρηματοδοτική υποστήριξη από την Κοινότητα προς τον εταίρο της συμφωνίας. Στην κατηγορία αυτή συμφωνιών εμπίπτουν οι συμφωνίες με υπερπόντιες χώρες και διαμερίσματα, οι συμφωνίες για την προετοιμασία ενδεχόμενης προσχώρησης και για τη δημιουργία τελωνειακής ένωσης, η συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ).

  • Συμφωνίες συνεργασίας

Οι συμφωνίες συνεργασίας δεν έχουν τόσο ευρεία εμβέλεια όσο οι συμφωνίες σύνδεσης, αλλά αποβλέπουν αποκλειστικά στην εντατική οικονομική συνεργασία. Συμφωνίες αυτού του είδους η Κοινότητα έχει συνάψει μεταξύ άλλων με τις χώρες του Μαγκρέμπ (Αλγερία, Μαρόκο και Τυνησία), τις χώρες του Μασρέκ (Αίγυπτος, Ιορδανία, Λίβανο και Συρία) και με το Ισραήλ.

  • Εμπορικές συμφωνίες

Πρόκειται για συμφωνίες στον τομέα της τελωνειακής και εμπορικής πολιτικής που συνάπτονται με τρίτες χώρες, με ομάδες τρίτων χωρών ή στο πλαίσιο διεθνών εμπορικών οργανισμών. Η συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.

Πρόκειται για νομικές δεσμευτικές πράξεις που συνάπτονται από τα κράτη μέλη για τη ρύθμιση θεμάτων που είτε έχουν στενή σχέση με τη δραστηριότητα της Κοινότητας, αλλά για τα οποία δεν έχει ανατεθεί αρμοδιότητα στα κοινοτικά όργανα, είτε επιτρέπουν να διευρυνθεί το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των εθνικών ρυθμίσεων προκειμένου να δημιουργηθεί ενιαίο κοινοτικό δίκαιο (παραδείγματος χάρη, συμφωνία για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας).

Το «παράγωγο δίκαιο» αποτελεί την τρίτη σημαντική πηγή του κοινοτικού δικαίου μετά τις Συνθήκες (πρωτογενές δίκαιο) και τις διεθνείς συμφωνίες. Μπορεί να οριστεί ως το σύνολο των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Συνθηκών. Στο παράγωγο δίκαιο εμπίπτουν τόσο δεσμευτικές νομικές πράξεις (κανονισμοί, οδηγίες και αποφάσεις) όσο και μη δεσμευτικές (ψηφίσματα, γνώμες) που προβλέπονται στη συνθήκη ΕΚ, αλλά επίσης και μια ολόκληρη σειρά άλλων πράξεων, όπως π.χ. οι εσωτερικοί κανονισμοί των κοινοτικών οργάνων και τα κοινοτικά προγράμματα δράσης.

Τα νομικά μέσα του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα, που δεν εντάσσονται κανονικά στο παράγωγο δίκαιο, επειδή εξακολουθούν να αφορούν διακυβερνητικές σχέσεις, συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία αυτή για λόγους τεκμηρίωσης.

Ο κανονισμός, ο οποίος εγκρίνεται από το Συμβούλιο μαζί με το Κοινοβούλιο ή μόνον από την Επιτροπή, είναι μια γενική και υποχρεωτική νομοθετική πράξη ως προς όλα τα μέρη της. Σε αντίθεση με τις οδηγίες, που απευθύνονται στα κράτη μέλη, και τις αποφάσεις, που έχουν συγκεκριμένους αποδέκτες, ο κανονισμός απευθύνεται σε όλους.

Εφαρμόζεται άμεσα, δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα που δεσμεύουν αμέσως όλα τα κράτη μέλη, όπως ακριβώς οι εθνικοί νόμοι και χωρίς καμία άλλη παρέμβαση εκ μέρους των εθνικών αρχών.

Η οδηγία, που εκδίδεται από το Συμβούλιο μαζί με το Κοινοβούλιο ή μόνον από την Επιτροπή, απευθύνεται στα κράτη μέλη. Ο κύριος στόχος της είναι η προσέγγιση των νομοθεσιών.

Η οδηγία δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, αφήνει όμως στις εθνικές αρχές την επιλογή του τύπου και των μέσων υλοποίησης των κοινοτικών στόχων σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν στα επιμέρους κράτη μέλη.

Εάν η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία από τα κράτη μέλη ή αν έχει μεταφερθεί κατά τρόπο πλημμελή ή με καθυστέρηση, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν απευθείας την εν λόγω οδηγία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Η απόφαση εκδίδεται είτε από το Συμβούλιο είτε από αυτό μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από την Επιτροπή και είναι η νομοθετική πράξη με την οποία τα κοινοτικά θεσμικά όργανα αποφαίνονται σχετικά με ατομικές περιπτώσεις. Μέσω μιας απόφασης, τα θεσμικά όργανα μπορούν να απαιτήσουν από ένα κράτος μέλος ή από έναν υπήκοο της Ένωσης να δράσει ή να απέχει από δράση, να του αναθέσουν δικαιώματα ή να του επιβάλουν υποχρεώσεις.

Η απόφαση είναι

Η σύσταση επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να αποφαίνονται κατά μη δεσμευτικό τρόπο, προτείνοντας μια γραμμή συμπεριφοράς χωρίς να δημιουργούν νομική υποχρέωση για τους αποδέκτες (τα κράτη μέλη, λοιπά κοινοτικά όργανα, σε ορισμένες περιπτώσεις πολίτες της Ένωσης).

Η γνώμη είναι μια πράξη που επιτρέπει στα κοινοτικά όργανα να εκφράζονται κατά τρόπο μη δεσμευτικό, δηλαδή χωρίς να επιβάλλουν νομική υποχρέωση στους αποδέκτες της. Ο σκοπός είναι να καθοριστεί η άποψη του κοινοτικού οργάνου σχετικά με ένα ζήτημα.

Η κοινή δράση είναι ένα νομικό μέσον του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται επομένως για ένα μέσο διακυβερνητικού είδους. Εγκρίνεται από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ομόφωνα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με ειδική πλειοψηφία, και είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη, που οφείλουν να επιτύχουν τους στόχους που ορίζονται εκτός από την περίπτωση σημαντικών δυσκολιών.

Βλ. Απόφαση, απόφαση-πλαίσιο και κοινή δράση (Αστυνομική και δικαστική συνεργασία στον ποινικό τομέα)

Η απόφαση και η απόφαση-πλαίσιο αντικαθιστούν, ύστερα από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, την κοινή δράση στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στον ποινικό τομέα. Πρόκειται για δικαστικά μέσα του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που είναι διακυβερνητικού τύπου. Η απόφαση και η απόφαση-πλαίσιο εκδίδονται από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ομόφωνα κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους.

Η κοινή θέση στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στον ποινικό τομέα είναι ένα νομικό μέσο των τίτλων V και VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι του διακυβερνητικού τύπου. Η κοινή θέση, που εγκρίνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσδιορίζει την προσέγγιση της Ένωσης όσον αφορά συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας ή την αστυνομική και δικαστική συνεργασία στον ποινικό τομέα και δίνει έναν προσανατολισμό για την εκτέλεση των εθνικών πολιτικών στους εν λόγω τομείς.

Πρόκειται για νομικό μέσο των τίτλων V και VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το οποίο δεν προβλέφθηκε από τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Όσον αφορά το δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα δεν υπήρχε, επομένως, νομική βάση για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών. Η συνθήκη του Άμστερνταμ, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη κάθε συμφωνία που υπογράφεται από το Συμβούλιο να πρέπει να συναφθεί επίσημα από τα κράτη μέλη, προέβλεψε τη δυνατότητα του Συμβουλίου να εξουσιοδοτεί την προεδρία να δρομολογεί διαπραγματεύσεις, εφόσον κρίνεται αναγκαίο.

Οι συμφωνίες δεσμεύουν τα όργανα της Ένωσης αλλά όχι τα κράτη μέλη των οποίων οι συνταγματικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερους κανόνες για τη σύναψή τους. Στις περιπτώσεις αυτές τα λοιπά κράτη μέλη στο πλαίσιο του Συμβουλίου μπορούν να συναινέσουν ώστε η συμφωνία να είναι παρ’ όλα αυτά εφαρμοστέα προσωρινά.

Η ενοποίηση συνίσταται στην ενσωμάτωση σε ένα ενιαίο κείμενο, χωρίς επίσημη αξία, μιας βασικής πράξης (συνθήκη ή κοινοτική νομοθετική πράξη) και των διαδοχικών τροποποιήσεων και διορθώσεών της. Μια ενοποιημένη έκδοση της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπάρχει στην EUR-Lex.

Το σύνολο του ισχύοντος παραγώγου δικαίου ενοποιήθηκε και μπορεί κανείς να το συμβουλευτεί στην EUR-Lex. Τα κείμενα αυτά έχουν αποκλειστικά τεκμηριωτική αξία, ενώ τα κοινοτικά όργανα αποποιούνται κάθε ευθύνη όσον αφορά το περιεχόμενό τους.

Με βάση τα ενοποιημένα κείμενα, η Επιτροπή μπορεί να αναλάβει την πρωτοβουλία μιας κωδικοποίησης ή μιας αναδιατύπωσης. Η κωδικοποίηση συνίσταται στην έγκριση του ενοποιημένου κειμένου κάπως τροποποιημένου στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας. Το νέο κείμενο δημοσιεύεται στη συνέχεια στην Επίσημη Εφημερίδα ως νομοθετική πράξη και αποκτά επίσημη ισχύ.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αναλάβει την πρωτοβουλία της αναδιατύπωσης ενός κειμένου, εφόσον κρίνει αναγκαία την εις βάθος επανεξέταση της κανονιστικής ρύθμισης σε κάποιον τομέα. Αρχίζει λοιπόν μια νέα νομοθετική διαδικασία.

Οι προπαρασκευαστικές εργασίες περιλαμβάνουν το σύνολο των πράξεων που εκδίδονται από τα κοινοτικά όργανα στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται επίσης έγγραφα γενικότερης εμβέλειας. Οι κύριες πράξεις που θεωρείται ότι εντάσσονται στις προπαρασκευαστικές εργασίες επεξηγούνται παρακάτω.

Η Επιτροπή διαθέτει ουσιαστικά το μονοπώλιο της πρωτοβουλίας για κοινοτικές νομοθετικές πράξεις (οδηγίες, κανονισμοί, αποφάσεις ή διεθνείς συμφωνίες), εκτός εάν μοιράζεται το δικαίωμα αυτό με τα κράτη μέλη (βλ. πρωτοβουλίες των κρατών μελών) ή με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οι Συνθήκες επιβάλλουν σχεδόν πάντα στο Συμβούλιο να εκφράζεται με βάση προτάσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, το Συμβούλιο, όπως και το Κοινοβούλιο, μπορούν να καλέσουν την Επιτροπή να εκπονήσει μια πρόταση.

Η Επιτροπή μπορεί, κάθε στιγμή της διαδικασίας, να τροποποιήσει ή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να αποσύρει την πρότασή της.

Η Επιτροπή παρεμβαίνει εκ νέου σε μεταγενέστερο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας. Πράγματι, αφού η πρόταση της Επιτροπής διαβιβαστεί στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση στοιχείο γ) προβλέπει ότι εάν το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στην κοινή θέση που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, το τροποποιημένο κείμενο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή η οποία εκδίδει γνώμη σχετικά με τις τροπολογίες. Εάν η Επιτροπή δεν διατυπώσει ευνοϊκή γνώμη για τις τροπολογίες που προτείνονται από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο οφείλει να αποφασίσει ομόφωνα. Εάν η γνώμη αυτή είναι ευνοϊκή, το Συμβούλιο μπορεί να αποφανθεί με ειδική πλειοψηφία.

Η συνθήκη του Άμστερνταμ προέβλεπε δικαίωμα πρωτοβουλίας για τα κράτη μέλη στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης. Για μια περίοδο πέντε ετών, η νομοθετική πρωτοβουλία επιμερίστηκε έτσι μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, καθώς οι δύο αυτοί φορείς μπορούσαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να υποβάλουν προτάσεις. Η μεταβατική περίοδος των πέντε ετών έληξε την 1η Μαΐου 2004 και τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν πια δικαίωμα πρωτοβουλίας παρά μόνο για το δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα, δηλαδή στους τομείς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στον ποινικό τομέα.

Η κοινή θέση είναι μια πράξη που εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Συμβουλίου και στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας στην οποία το Συμβούλιο μοιράζεται την εξουσία λήψης αποφάσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (διαδικασία συνεργασίας ή διαδικασία συναπόφασης). Αντανακλά τη θέση του Συμβουλίου σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής υπό το φως της γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (βλ. νομοθετικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου) καθώς και των γνωμών των λοιπών κοινοτικών οργάνων που παρενέβησαν στη διαδικασία (Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Επιτροπή των Περιφερειών, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ελεγκτικό Συνέδριο).

Το Κοινοβούλιο παρεμβαίνει επανειλημμένα στην ίδια νομοθετική διαδικασία (διαδικασία συνεργασίας και διαδικασία συναπόφασης): τα έγγραφα που εγκρίνονται από το Κοινοβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας είναι κατά κανόνα ψηφίσματα και μπορούν να περιέχουν διάφορα είδη πράξεων όπως γνώμες ή τροπολογίες στην κοινή θέση του Συμβουλίου. Οι νομοθετικές διαδικασίες ανατίθενται, ανάλογα με το αντικείμενο, σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή η οποία εκπονεί μια έκθεση που περιέχει ένα σχέδιο ψηφίσματος με σκοπό την έγκρισή του από τη γενική συνέλευση.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή των Περιφερειών εκδίδουν τεχνικές γνώμες σχετικά με ζητήματα που αφορούν αντίστοιχα τον περιφερειακό τομέα και τον οικονομικό και κοινωνικό τομέα. Οι γνώμες εκδίδονται είτε με δική τους πρωτοβουλία, είτε κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής και παρέχουν κάποιο προσανατολισμό στα εν λόγω όργανα όσον αφορά τη νομοθετική τους δραστηριότητα. Η διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ή/και με την Επιτροπή των Περιφερειών είναι ορισμένες φορές υποχρεωτική, αλλά οι γνώμες τους δεν είναι δεσμευτικές.

Η μεγάλη πλειονότητα των ανακοινώσεων της Επιτροπής (έγγραφα COM) είναι νομοθετικές προτάσεις. Μεταξύ των άλλων εγγράφων COM, τα πιο σημαντικά είναι:

Η ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρουσιάζει τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου όσον αφορά τη διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών. Διαβιβάζεται στα κοινοτικά όργανα και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα. Η έκθεση υπογραμμίζει τα σημεία όπου θα είναι δυνατόν, και μάλιστα επιθυμητό, να υπάρξει βελτίωση. Τα κοινοτικά όργανα δίνουν στη συνέχεια απαντήσεις στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η Νομολογία αποτελείται από το σύνολο των αποφάσεων που εκδίδονται από τα κοινοτικά όργανα που ασκούν τη δικαστική εξουσία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι τα δικαστικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποστολή του Δικαστηρίου είναι να διασφαλίζει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των ιδρυτικών συνθηκών. Κατά τη δραστηριότητά του το Δικαστήριο επικουρείται από τους γενικούς εισαγγελείς, οι οποίοι διατυπώνουν προτάσεις.

Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο εκδίδουν αποφάσεις οι οποίες θέτουν τέλος σε μια νομική διαδικασία.

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο καμιάς προσφυγής.

Οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αναίρεση).

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος μπορούν να ζητήσουν τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με τη συμβατότητα, με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚ, μιας συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών. Η συμφωνία που αποτέλεσε αντικείμενο αρνητικής γνώμης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ παρά μόνον υπό τις συνθήκες που καθορίζονται στο άρθρο 48 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (διαδικασία τροποποίησης των Συνθηκών).

Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο εκδίδουν διατάξεις σε πολλές περιπτώσεις, που προβλέπονται από τους κανονισμούς διαδικασίας, αλλά οι οποίες μπορούν να ταξινομηθούν σχηματικά σε τρεις ομάδες:

  • Οι περιπτώσεις διερεύνησης της υπόθεσης (παραδείγματος χάρη, οι πράξεις με τις οποίες αποφασίζεται η φύλαξη των αποδεικτικών μέσων, ο διαχωρισμός, η συνεκδίκαση ή η αναστολή της υπόθεσης).
  • Οι περιπτώσεις όπου λαμβάνεται απόφαση για την υπόθεση χωρίς όμως εξέταση επί της ουσίας (παραδείγματος χάρη σε περίπτωση πρόδηλης απαράδεκτης υπόθεσης ή αναρμοδιότητας του δικαστή).
  • Οι περιπτώσεις όπου η υπόθεση εξετάζεται επί της ουσίας• πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για γνήσιες απλοποιημένες αποφάσεις, που χρησιμοποιούνται όταν η υπόθεση είναι ίδια με άλλες στις οποίες έχει ήδη εκδοθεί απόφαση.

Οι διατάξεις είναι κατ’ αρχήν τροποποιήσιμες και ανακλητές.

Οι γενικοί εισαγγελείς είναι επιφορτισμένοι να επικουρούν το Δικαστήριο κατά την εκπλήρωση της αποστολής του. Υποβάλλουν δημόσια, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις σχετικά με τις υποθέσεις που υποβάλλονται στο Δικαστήριο. Στις προτάσεις αυτές ο γενικός εισαγγελέας προτείνει επίσης και μια λύση της διαφοράς. Οι προτάσεις αυτές δεν δεσμεύουν τους δικαστές. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της προφορικής διαδικασίας και δημοσιεύονται μαζί με την απόφαση στη συλλογή της νομολογίας.

Οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις αντιπροσωπεύουν για τα μέλη του Κοινοβουλίου ένα μέσο ελέγχου των δραστηριοτήτων της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Κάθε μέλος του Κοινοβουλίου μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή

  • γραπτές ερωτήσεις (με απαίτηση γραπτής απάντησης),
  • προφορικές ερωτήσεις (που υποβάλλονται στη σύνοδο) και
  • ερωτήσεις κατά την ώρα των ερωτήσεων (η περίοδος που προορίζεται για ερωτήσεις κατά τη διάρκεια κάθε συνόδου του Κοινοβουλίου).

Οι ερωτήσεις αυτές αποτελούν ένα μέσο ελέγχου που χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό. Οι γραπτές ερωτήσεις και οι απαντήσεις στις γραπτές ερωτήσεις δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα, σειρά C. Ενσωματώνονται στο EUR-Lex.

2. Νομοθετικές διαδικασίες

Αντίθετα µε τα εθνικά συστήµατα στα οποία η εθνική βούληση εκφράζεται στο Κοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει σημαντικό νομοθετικό ρόλο στους εκπροσώπους των κρατών μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Κατά τη θεσμική εξέλιξη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέπτυξε τις αρμοδιότητές του: το Συμβούλιο μοιράζεται επί του παρόντος τις νομοθετικές του αρμοδιότητες με το Κοινοβούλιο για την έγκριση γενικών νομικών πράξεων δεσμευτικής φύσης (κανονισμός και οδηγία). Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι οι διαδικασίες διαβούλευσης, συνεργασίας, συναπόφασης και σύμφωνης γνώμης.

Η διαδικασία της σύμφωνης γνώμης θεσπίστηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και δίνει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να εκφράσει τη συμφωνία ή τη διαφωνία του με την έγκριση ορισμένων πράξεων του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο δεν μπορεί να νομοθετήσει σε ορισμένους τομείς, εάν το Κοινοβούλιο, με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, δεν δώσει τη συμφωνία του. Η διαδικασία της σύμφωνης γνώμης, η οποία αποτελεί ουσιαστικά δικαίωμα αρνησικυρίας του Κοινοβουλίου, είχε προβλεφθεί αρχικά μόνο για τη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης και για την εξέταση των αιτήσεων προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Οι τομείς στους οποίους ισχύει η διαδικασία της σύμφωνης γνώμης είναι επί του παρόντος οι εξής:

Η διαδικασία της συναπόφασης, που θεσπίστηκε από τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε προέκταση της διαδικασίας της συνεργασίας. Ενώ, όμως, το Συμβούλιο μπορεί, με ομόφωνη απόφασή του, να παρακάμψει τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη διαδικασία συνεργασίας, η διαδικασία της συναπόφασης δεν προβλέπει αυτή τη δυνατότητα: σε περίπτωση διαφωνίας, μια επιτροπή συνδιαλλαγής που αποτελείται από αντιπροσώπους του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, πρέπει να καταλήξει σε ένα κείμενο αποδεκτό από τα δύο κοινοτικά όργανα. Η διαδικασία της συναπόφασης παρέχει πλέον ίση θέση στα δύο όργανα όσον αφορά τον νομοθετικό τους ρόλο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το Συμβούλιο δεν μπορεί να εγκρίνει κοινή θέση σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας συνδιαλλαγής με το Κοινοβούλιο. Ελλείψει συμφωνίας, η νομοθετική διαδικασία κινδυνεύει να οδηγηθεί σε αποτυχία.

Η συναπόφαση κατέστη κατά πολύ η σημαντικότερη διαδικασία στη νομοθετική πράξη.

Εφαρμόζεται στους παρακάτω τομείς :

Η διαδικασία συνεργασίας θεσπίστηκε από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη για να ενισχύσει το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε σχέση με τη διαδικασία διαβούλευσης. Το Κοινοβούλιο μπορεί να επιφέρει τροποποιήσεις στην κοινή θέση του Συμβουλίου αλλά, αντίθετα με τη διαδικασία συναπόφασης, η τελική απόφαση ανήκει στο Συμβούλιο μόνον.

Η διαδικασία συνεργασίας εφαρμόζεται αποκλειστικά στους ακόλουθους τομείς :

Όλοι οι λοιποί τομείς που προηγουμένως υπόκεινταν σε αυτή τη διαδικασία εμπίπτουν, από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ και μετά, στη διαδικασία συναπόφασης.

Μετά τη θέσπιση της διαδικασίας συνεργασίας και της διαδικασίας συναπόφασης, η σημασία της διαδικασίας διαβούλευσης μειώνεται σταθερά. Η διαδικασία της διαβούλευσης χαρακτηρίζεται από την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της ΕΕ, και συνοψίζεται ως εξής: η Επιτροπή προτείνει, το Συμβούλιο αποφασίζει. Πάντως, πριν ληφθεί απόφαση από το Συμβούλιο, μεσολαβούν ορισμένα στάδια κατά τη διάρκεια των οποίων, πέραν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου, συμπράττουν επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή των Περιφερειών, ανάλογα με το αντικείμενο της ρύθμισης.

Η διαδικασία διαβούλευσης ακολουθείται πλέον μόνο στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται ρητά ότι υπόκεινται στη διαδικασία συνεργασίας ή συναπόφασης.

3. Οι παράγοντες του κοινοτικού συστήματος

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελείται από 732 αντιπροσώπους των λαών των κρατών μελών, οι οποίοι εκλέγονται με άμεση και καθολική ψηφοφορία για περίοδο πέντε ετών. Ο αριθμός των αντιπροσώπων που εκλέγονται σε κάθε κράτος μέλος διαφέρει ανάλογα με τον πληθυσμό. Τα μέλη δεν κατανέμονται ανά εθνική αντιπροσωπεία, αλλά σχηματίζουν διεθνείς ομάδες σύμφωνα με τις πολιτικές τους συγγένειες.

Τα μέλη του Κοινοβουλίου συμμετέχουν σε πολλές ειδικές επιτροπές και αντιπροσωπείες. Οι εκθέσεις που εκπονούνται από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές υποβάλλονται προς έγκριση στη σύνοδο της ολομέλειας. Η σύνοδος αυτή αφιερώνεται επίσης σε ερωτήσεις προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο, σε επείγουσες συζητήσεις και σε δηλώσεις της προεδρίας. Οι συνεδριάσεις της ολομέλειας είναι δημόσιες.

Το Κοινοβούλιο συμμετέχει στην εκπόνηση των κοινοτικών νομοθετικών πράξεων σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά ανάλογα με τους τομείς: μπορεί να κληθεί να εκδώσει γνώμες μη δεσμευτικές (διαδικασία διαβούλευσης) ή δεσμευτικές (διαδικασία σύμφωνης γνώμης)• μπορεί να επιβάλει στο Συμβούλιο την αποδοχή τροπολογιών στις προτάσεις της Επιτροπής που έχουν εγκριθεί με απόλυτη πλειοψηφία και υιοθετούνται από την Επιτροπή (διαδικασία συνεργασίας)• τέλος, πιο συχνά, τα νομοθετικά κείμενα εγκρίνονται με μια κοινή συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στο πλαίσιο της οποίας η συμφωνία του Κοινοβουλίου επί του τελικού κειμένου είναι απαραίτητη για την έγκρισή του (διαδικασία συναπόφασης).

Το Κοινοβούλιο μοιράζεται τη δημοσιονομική εξουσία με το Συμβούλιο και έχει τον τελευταίο λόγο όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες. Εγκρίνει οριστικά τον ετήσιο προϋπολογισμό, ελέγχει την εκτέλεσή του και παρέχει την απαλλαγή για την εκτέλεσή του.

Η Επιτροπή είναι πολιτικά υπόλογη ενώπιον του Κοινοβουλίου. Ο διορισμός του προέδρου και των μελών της Επιτροπής υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότασης μομφής όσον αφορά τη διαχείριση της Επιτροπής συνεπάγεται την αναγκαστική παραίτηση του συνόλου των μελών της Επιτροπής.

Γενικότερα το Κοινοβούλιο ασκεί τον έλεγχό του εξετάζοντας τακτικά τις εκθέσεις που του υποβάλλει η Επιτροπή. Επιπλέον, οι βουλευτές απευθύνουν συχνά γραπτές και προφορικές ερωτήσεις στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο.

Το Κοινοβούλιο έχει επίσης την εξουσία να συγκροτεί προσωρινές εξεταστικές επιτροπές με σκοπό τη διερεύνηση περιπτώσεων υποτιθέμενης παράβασης ή κακής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

Στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα τακτικής ενημέρωσης και μπορεί να απευθύνει στο Συμβούλιο ερωτήσεις ή συστάσεις. Ζητείται η γνώμη του για τις κύριες πτυχές και τις θεμελιώδεις επιλογές στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας καθώς και για κάθε προβλεπόμενο μέτρο πλην των κοινών θέσεων στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας.

Το Κοινοβούλιο εξετάζει τις αναφορές που του απευθύνουν πολίτες της Ένωσης σχετικά με θέματα που αφορούν τομείς δραστηριότητας της Κοινότητας.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο οποίος παραλαμβάνει τις καταγγελίες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στα πλαίσια της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (http://www.europarl.europa.eu).

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Η σύνθεσή του αλλάζει ανάλογα με τα συζητούμενα θέματα και έτσι κάθε κράτος μέλος εκπροσωπείται από το μέλος της κυβέρνησης που είναι αρμόδιο για τον εν λόγω τομέα (εξωτερικές υποθέσεις, οικονομικά, κοινωνικές υποθέσεις, μεταφορές, γεωργία κ.λπ.).

Οι εργασίες του Συμβουλίου προετοιμάζονται από μια επιτροπή που αποτελείται από μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών μελών (Coreper) η επιτροπή αυτή με τη σειρά της επικουρείται από περισσότερες ομάδες εργασίας που απαρτίζονται από υπαλλήλους των εθνικών διοικήσεων.

Η προεδρία του Συμβουλίου ασκείται διαδοχικά από κάθε κράτος μέλος για χρονική περίοδο έξι μηνών, σύμφωνα με μια σειρά που έχει οριστεί από το Συμβούλιο. Η προεδρία επικουρείται από τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, η οποία προετοιμάζει και εξασφαλίζει την ομαλή εξέλιξη των εργασιών. Ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου είναι επίσης ο ύπατος εκπρόσωπος για την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας.

Εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των μελών του. Σε λίγες μόνον περιπτώσεις απαιτείται ομοφωνία σύμφωνα με τη Συνθήκη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία: για να εγκριθεί μια πρόταση πρέπει να λάβει έναν ελάχιστο αριθμό ψήφων. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει έναν καθορισμένο αριθμό ψήφων ανάλογα με τον πληθυσμό του.

Το Συμβούλιο έχει έξι θεμελιώδεις αρμοδιότητες :

  • με βάση τις προτάσεις που υποβάλλει η Επιτροπή, το Συμβούλιο εκδίδει την κοινοτική νομοθεσία· σε πολλούς τομείς, το Συμβούλιο ασκεί τη νομοθετική εξουσία από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
  • το Συμβούλιο διασφαλίζει το συντονισμό της γενικής οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών
  • το Συμβούλιο συνομολογεί, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διεθνείς συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και ενός ή περισσοτέρων κρατών ή διεθνών οργανισμών
  • εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
  • καθορίζει την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει των γενικών προσανατολισμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
  • συντονίζει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστικών και αστυνομικών αρχών σε ποινικά θέματα.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο του Συμβουλίου (http://www.consilium.europa.eu).

Η Επιτροπή αποτελείται από 27 μέλη (ένα ανά κράτος μέλος), που επιλέγονται βάσει των γενικών τους προσόντων και τα οποία παρέχουν κάθε εγγύηση ανεξαρτησίας. Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται από το Συμβούλιο κατόπιν εγκρίσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για περίοδο πέντε ετών.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής διορίζεται από το Συμβούλιο, που συνέρχεται σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων. Ο διορισμός αυτός στη συνέχεια εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή διαρθρώνεται σε Γενικές Διευθύνσεις, κάθε μία από τις οποίες είναι επιφορτισμένη με έναν συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκεί τέσσερις βασικές λειτουργίες.

Έχει ουσιαστικά το μονοπώλιο της νομοθετικής πρωτοβουλίας: η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εκπόνηση προτάσεων νέων νομοθετικών πράξεων, τις οποίες υποβάλλει στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Συμμετέχει επίσης ενεργά στα διαδοχικά στάδια των νομοθετικών διαδικασιών.

Εφαρμόζει τις πολιτικές και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης: η Επιτροπή εξασφαλίζει τη διαχείριση και την εφαρμογή του προϋπολογισμού της Ένωσης• εφαρμόζει τις πολιτικές και τα προγράμματα που εγκρίνονται από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Είναι ο θεματοφύλακας των Συνθηκών: η Επιτροπή μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας από τα άτομα, από τα κράτη μέλη και από τα λοιπά κοινοτικά όργανα. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της η Επιτροπή μπορεί συγκεκριμένα να επιβάλει κυρώσεις σε άτομα ή σε επιχειρήσεις για παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Μπορεί να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών, στο πλαίσιο των οποίων καλεί τα κράτη μέλη να επανορθώσουν μια κατάσταση μέσα σε καθορισμένη προθεσμία. Τέλος, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο λόγω παράβασης του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη ή από άλλα κοινοτικά όργανα.

Εκπροσωπεί την Κοινότητα: η Επιτροπή διεξάγει, εξ ονόματος των Κοινοτήτων, τις διαπραγματεύσεις, με σκοπό τη σύναψη διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, σε συνεργασία με ειδικές επιτροπές που ορίζονται από το Συμβούλιο και στο πλαίσιο οδηγιών που εκδίδει το Συμβούλιο.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής (http://ec.europa.eu).

Το Δικαστήριο αποτελείται από 27 δικαστές και 8 γενικούς εισαγγελείς, οι οποίοι διορίζονται διά κοινής συμφωνίας από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για ανανεώσιμη περίοδο έξι ετών.

Οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς επιλέγονται μεταξύ νομικών προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν στις χώρες τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για το διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα ή είναι νομικοί αναγνωρισμένου υψηλού κύρους.

Οι γενικοί εισαγγελείς επικουρούν το Δικαστήριο και το βοηθούν στην εκπλήρωση του έργου του. Είναι επιφορτισμένοι να υποβάλουν δημοσία με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που απαιτούν την παρέμβασή τους. Η λειτουργία τους δεν πρέπει να συγχέεται με αυτή ενός εισαγγελέα ή άλλης αντίστοιχης αρχής.

Το Πρωτοδικείο αριθμεί τουλάχιστον ένα δικαστή ανά κράτος μέλος. Οι δικαστές διορίζονται με κοινή συμφωνία για εξαετή θητεία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν στις χώρες τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την άσκηση υψηλών δικαστικών καθηκόντων.

Η συνθήκη της Νίκαιας προβλέπει επιπλέον τη δυνατότητα σύστασης δικαιοδοτικών τμημάτων που προσαρτώνται στο Πρωτοδικείο για να εκδικάζουν ορισμένες κατηγορίες προσφυγών σε συγκεκριμένους τομείς.

Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο έχουν ως αποστολή να εξασφαλίζουν την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των ιδρυτικών συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διατάξεων που εκδίδουν τα αρμόδια θεσμικά κοινοτικά όργανα.

Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο ασκούν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο διαφόρων ειδών προσφυγών:

προσφυγή επί παραβάσει (απευθύνεται κατά των κρατών μελών σε περίπτωση παράβασης υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει των Συνθηκών),

  • προσφυγή ακύρωσης (πράξεων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων),
  • προσφυγή κατά παραλείψεως (κατά κοινοτικού θεσμικού οργάνου σε περίπτωση αδράνειάς του),
  • αγωγή αποζημίωσης (με σκοπό την επανόρθωση ζημιών ή βλαβών που προκλήθηκαν από ενέργεια ή από παράνομη αποχή ενός κοινοτικού θεσμικού οργάνου),
  • προσφυγή στον τομέα της συμβατικής ευθύνης (διαφορές σχετικά με συμβάσεις δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου που συνάπτει η Κοινότητα),
  • προσφυγή στον τομέα της δημόσιας διοίκησης (διαφορές μεταξύ της Κοινότητας και υπαλλήλων της),
  • αίτηση προδικαστικής απόφασης (ύστερα από αίτηση δικαστηρίων των κρατών μελών, το Δικαστήριο ή το Πρωτοδικείο αποφαίνονται σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή σχετικά με την εγκυρότητα πράξεων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας).

Το Δικαστήριο εκδικάζει προσφυγές που ασκούνται από τα κοινοτικά όργανα ή τα κράτη μέλη κατά ενεργειών των κοινοτικών οργάνων ή παράνομης συμπεριφοράς των κρατών μελών. Πλην καθορισμένων τομέων, στους οποίους έχει ανατεθεί αρμοδιότητα στο Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την έκδοση των προδικαστικών αποφάσεων. Το Πρωτοδικείο εκδικάζει προσφυγές φυσικών ή νομικών προσώπων κατά των αποφάσεων των κοινοτικών οργάνων. Κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου για νομικά ζητήματα.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου (http://curia.europa.eu).

Το Ελεγκτικό Συνέδριο απαρτίζεται από έναν υπήκοο από κάθε κράτος μέλος. Τα μέλη του επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που υπηρετούν ή έχουν υπηρετήσει στις χώρες τους σε όργανα εξωτερικού ελέγχου ή διαθέτουν ειδικά προσόντα για το λειτούργημα αυτό. Οφείλουν να παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας. Τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου διορίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για περίοδο έξι ετών.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ως αποστολή τον έλεγχο των λογαριασμών του συνόλου των εσόδων και των εξόδων της Κοινότητας και κάθε κοινοτικού οργανισμού, με σκοπό την εξασφάλιση της συμμόρφωσης των δαπανών της Ένωσης με τους κανόνες και τους δημοσιονομικούς κανονισμούς καθώς και την τήρηση των διοικητικών και λογιστικών αρχών.

Στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπόκεινται τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη καθώς και κάθε οργανισμός που διαχειρίζεται έσοδα ή δαπάνες εξ ονόματος της Κοινότητας και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει πληρωμές από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ο έλεγχος στα κράτη μέλη ασκείται σε συνεργασία με τα αρμόδια εθνικά ελεγκτικά όργανα ή υπηρεσίες που οφείλουν να διαβιβάζουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που ζητά.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποβάλλει κάθε χρόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δήλωση που βεβαιώνει την ακρίβεια των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών πράξεων. Μια ετήσια έκθεση που παρουσιάζει τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου όσον αφορά τη διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών διαβιβάζεται στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα. Η έκθεση υπογραμμίζει τα σημεία που θα ήταν δυνατόν και επιθυμητό να βελτιωθούν. Οι απαντήσεις των κοινοτικών οργάνων στις παρατηρήσεις του Συνεδρίου δημοσιεύονται επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαθέτει επίσης συμβουλευτικές αρμοδιότητες. Τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οφείλουν να ζητούν τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τέλος, το Συνέδριο μπορεί να υποβάλλει παρατηρήσεις επί ειδικών ζητημάτων με τη μορφή ειδικών εκθέσεων που δημοσιεύονται επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (http://eca.europa.eu).

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποτελείται από αντιπροσώπους των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, και ειδικότερα των παραγωγών, των γεωργών, των μεταφορέων, των εργαζομένων, των εμπόρων, των βιοτεχνών, των ελευθέρων επαγγελμάτων, των καταναλωτών και άλλων κατηγοριών γενικού συμφέροντος.

Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής διορίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν πρότασης των κρατών μελών για θητεία τεσσάρων ετών. Κατανέμονται σε τρεις ομάδες που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τους εργοδότες, τους εργαζομένους και τα διάφορα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) έχει συμβουλευτικά καθήκοντα. Επεξεργάζεται γνώμες και υποστηρίζει τα συμφέροντα των μελών της στις πολιτικές συζητήσεις με την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η ΕΟΚΕ αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού συστήματος λήψης αποφάσεων: πρέπει να ζητηθεί η γνώμη της προκαταρκτικά για κάθε απόφαση στον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Μπορεί επίσης να δίνει τη γνώμη της με δική της πρωτοβουλία σχετικά με άλλα θέματα που κρίνει σημαντικά ή κατόπιν αιτήματος των θεσμικών οργάνων.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (http ://www.cese.europa.eu).

Η Επιτροπή των Περιφερειών (ΕτΠ) αποτελείται από αντιπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης. Τα μέλη της ΕτΠ καθώς και ισάριθμοι αναπληρωτές διορίζονται από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, ύστερα από πρόταση των οικείων κρατών μελών για θητεία τεσσάρων ετών.

Η Επιτροπή των Περιφερειών είναι συμβουλευτικό όργανο. Ο ρόλος της συνίσταται στη γνωστοποίηση των τοπικών και περιφερειακών απόψεων όσον αφορά την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Για το σκοπό αυτό εκδίδει γνωμοδοτήσεις επί των προτάσεων της Επιτροπής.

Η Επιτροπή και το Συμβούλιο οφείλουν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών όταν διακυβεύονται συγκεκριμένα περιφερειακά συμφέροντα, αλλά μπορούν επίσης να ζητήσουν τη γνώμη της κάθε φορά που το επιθυμούν. Η ΕτΠ μπορεί να εκδώσει γνώμες με δική της πρωτοβουλία και να τις υποβάλει στην Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής των Περιφερειών (http://www.cor.europa.eu).

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποτελείται από δύο οργανισμούς:

  • το διοικητικό συμβούλιο, που απαρτίζεται από τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ και τους διοικητές των εθνικών τραπεζών της ζώνης του ευρώ•
  • την εκτελεστική επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο και τέσσερα άλλα μέλη που διορίζονται με κοινή συμφωνία των κρατών μελών, ύστερα από σύσταση του Συμβουλίου και ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η θητεία τους έχει διάρκεια οκτώ ετών και δεν είναι ανανεώσιμη.

Τα δύο όργανα λαμβάνουν τις αποφάσεις με απλή πλειοψηφία, ενώ κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο και, σε περίπτωση ισοψηφίας, επικρατεί η ψήφος του προέδρου.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ).

Είναι υπεύθυνη για τη σταθερότητα του ευρώ και ελέγχει την προσφορά χρήματος σε αυτό το νόμισμα, ενώ, μαζί με τις άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες, καθορίζει και εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική της Ένωσης.

Για την εκτέλεση της αποστολής της, της έχουν δοθεί οι ακόλουθες αρμοδιότητες:

  • ελέγχει τη ρευστότητα μέσω της αγοράς και της πώλησης τίτλων, μέσω πιστωτικών πράξεων με τις τράπεζες και τους παράγοντες της χρηματαγοράς ή ακόμη μέσω του καθορισμού των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεμάτων που πρέπει να διατηρούν οι πιστωτικοί οργανισμοί στις εθνικές κεντρικές τράπεζες ή στην ΕΚΤ•
  • ασκεί εποπτεία στα πιστωτικά ιδρύματα.

Στην ΕΚΤ έχουν ανατεθεί επίσης συμβουλευτικά και νομοθετικά καθήκοντα:

Ζητείται η γνώμη της —για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της— από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ή από τις αρχές των κρατών μελών κατά την άσκηση των αντίστοιχων νομοθετικών λειτουργιών τους. Μπορεί επίσης να υποβάλλει γνωμοδοτήσεις στα κοινοτικά θεσμικά όργανα σχετικά με ζητήματα που αφορούν αυτούς τους τομείς.

Η ΕΚΤ ασκεί εξουσία νομοθετικής πρωτοβουλίας στους τομείς που αφορούν τη νομισματική πολιτική και εκδίδει κανονισμούς στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση ορισμένων καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί.

Για να μπορεί η ΕΚΤ να ασκήσει τα καθήκοντά της, μια σειρά διατάξεων εγγυώνται την ανεξαρτησία της: η ΕΚΤ δεν μπορεί να ζητήσει ούτε να αποδεχθεί οδηγίες εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, των κρατών μελών ή άλλων οργανισμών.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευτείτε το διαδικτυακό τόπο της ΕΚΤ (http://www.ecb.int/home/html/lingua.el.html)