Summary
|
|
La Comisión examina legítimamente en el marco del procedimiento establecido por el artículo 169 del Tratado la denuncia del comportamiento de la entidad contratante por parte de un licitador en un contrato público, como constitutivo de una infracción de la Directiva 93/38, sobre coordinación de los procedimientos de adjudicación de contratos en los sectores del agua, de la energía, de los transportes y de las comunicaciones, y de un obstáculo a la libre competencia y a la libre circulación de mercancías. No puede objetarse a la fundamentación del recurso en este procedimiento que la denuncia se refería exclusivamente a las maquinaciones de la entidad contratante y no criticaba ni la legislación nacional aplicable ni el comportamiento del Gobierno de que se trata, puesto que los actos de las entidades contratantes deben imputarse, dentro del sistema de aplicación de las normas comunitarias en materia de contratación pública, a los Estados miembros de los que dependen.
|
Νομοτύπως η Επιτροπή εξετάζει στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης καταγγελία με την οποία υποβαλών προσφορά σε διαγωνισμό προς σύναψη συμβάσεως δημοσίων έργων ή κρατικών προμηθειών της καταγγέλλει ότι συνιστά παράβαση της οδηγίας 93/98, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, καθώς και παρεμπόδιση του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η συμπεριφορά της διοργανώτριας του διαγωνισμού αρχής. Το βάσιμο της προσφυγής σ' αυτή τη διαδικασία δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η καταγγελία αφορούσε αποκλειστικά τις ενέργειες της διοργανώτριας του διαγωνισμού αρχής και δεν περιελάμβανε επίκριση ούτε της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας ούτε της συμπεριφοράς της εμπλεκομένης κυβερνήσεως, διότι, στο σύστημα εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων στον τομέα των δημοσίων έργων και των κρατικών προμηθειών, για τις πράξεις των διοργανωτριών αρχών ευθύνονται τα κράτη μέλη από τα οποία αυτές εξαρτώνται.
|
|
En la medida en que dicha denuncia no contiene ninguna indicación precisa que permita calificarla de petición presentada con arreglo a la letra b) del apartado 2 del artículo 3 del Reglamento nº 17, la Comisión no incurre, por tanto, en ninguna utilización de procedimiento inadecuado a la luz del Derecho de la competencia.
|
Καθόσον η εν λόγω καταγγελία δεν περιλαμβάνει καμία σαφή ένδειξη από την οποία να μπορεί να χαρακτηρισθεί αυτή ως αίτημα υποβαλλόμενο βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 17, η Επιτροπή ουδόλως ενεργεί κατά κατάχρηση διαδικασίας όταν δεν την εξετάζει ενόψει του δικαίου του ανταγωνισμού.
|
|
Por otra parte, suponiendo que el denunciante hubiera invitado en tiempo y forma a la Comisión a incoar un procedimiento con arreglo al Reglamento nº 17, dicho procedimiento seguiría siendo independiente del relativo a la declaración y la interrupción del comportamiento de un Estado miembro que infringe el Derecho comunitario, al perseguir ambos procedimientos objetivos diferentes y regirse por normas distintas. El hecho de que la Comisión decida no incoar un procedimiento de declaración de cumplimiento o renunciar a proseguir dicho procedimiento ya iniciado no puede implicar, por tanto, que se le impida declarar que el comportamiento de la entidad contratante de que se trata constituye una infracción de las normas sobre la competencia y ordenar el cese de la infracción comprobada. De ello se desprende que una decisión de archivo adoptada en el marco de un procedimiento de declaración de incumplimiento corresponde exclusivamente a dicho procedimiento y no constituye una desestimación presunta de una denuncia presentada con arreglo al Reglamento nº 17, por lo que no afecta a la posición jurídica del denunciante en el marco de un eventual procedimiento de aplicación de las normas sobre la competencia.
|
Εξάλλου, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η καταγέλλουσα κάλεσε νομότυπα την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία βάσει του κανονισμού 17, η εν λόγω διαδικασία εξακολουθεί να παραμένει ανεξάρτητη από εκείνη που οδηγεί σε διαπίστωση και σε παύση της συμπεριφοράς κράτους μέλους το οποίο παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον οι δύο διαδικασίες επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και διέπονται από διαφορετικούς κανόνες. Το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφασίζει να μην κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους ή να μη συνεχίσει μια τέτοια διαδικασία που έχει ήδη κινηθεί δεν μπορεί να σημαίνει ότι η Επιτροπή εμποδίζεται να διαπιστώσει ότι οι ενέργειες της οικείας διοργανώτριας διαγωνισμού συνιστούν παράβαση των διατάξεων περί του ανταγωνισμού και να διατάξει την παύση της διαπιστωθείσας παραβάσεως. Επομένως, μια απόφαση περί θέσεως καταγγελίας στο αρχείο, ληφθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους, εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και δεν αποτελεί σιωπηρή απόρριψη καταγγελίας υποβληθείσας βάσει του κανονισμού 17, οπότε δεν επηρεάζει την έννομη θέση του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο ενδεχόμενης διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού.
|