Domskäl
|
|
1. Europeiska gemenskapernas kommission har yrkat att domstolen ska fastställa att Republiken Tjeckien har underlåtit att uppfylla sina skyldigheter enligt Europaparlamentets och rådets direktiv 2003/41/EG av den 3 juni 2003 om verksamhet i och tillsyn över tjänstepensionsinstitut (EUT L 235, s. 10), särskilt artikel 22.1 i direktivet, genom att inte ha införlivat direktivet i dess helhet med den nationella rättsordningen och då särskilt artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4.
|
1. Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, παραλείποντας να μεταφέρει στο εθνικό της δίκαιο το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235, σ. 10) και, ειδικότερα, παραλείποντας να μεταφέρει τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 22, παράγραφος 1.
|
|
Tillämpliga bestämmelser
|
Το νομικό πλαίσιο
|
|
De gemenskapsrättsliga bestämmelserna
|
Η κοινοτική νομοθεσία
|
|
2. I skälen 1, 6, 8, 9, 20, 36 och 37 i direktiv 2003/41, vilket har antagits med stöd av artiklarna 47.2 EG, 55 EG och 95.1 EG anges följande:
|
2. Η πρώτη, η έκτη, η όγδοη, η ένατη, η εικοστή, η τριακοστή έκτη και η τριακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/41, η οποία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 47, παράγραφος 2, ΕΚ, 55 ΕΚ και 95, παράγραφος 1, ΕΚ, ορίζουν:
|
|
”(1) En verklig inre marknad för finansiella tjänster är avgörande för den ekonomiska tillväxten och skapandet av nya arbetstillfällen inom gemenskapen.
|
«(1) Μια γνήσια εσωτερική αγορά για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες είναι ουσιώδους σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στην Κοινότητα.
|
|
…
|
[…]
|
|
(6) Detta direktiv utgör således ett första steg på vägen mot en inre marknad för tjänstepensioner som organiseras på europeisk nivå. Genom att det fastställs att aktsamhetsprincipen (”the prudent person rule”) skall vara den grundläggande principen för kapitalplaceringar och genom att det görs möjligt för institut att bedriva verksamhet över gränserna främjas en överflyttning av sparandet till tjänstepensionsområdet, vilket bidrar till ekonomiska och sociala framsteg.
|
(6) Η παρούσα οδηγία αποτελεί, συνεπώς, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση μιας εσωτερικής αγοράς επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, οργανωμένης σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Με τη θέσπιση του “κανόνα της συνετής διαχείρισης” ως βασικής αρχής για τις επενδύσεις κεφαλαίου, καθώς και με τη διευκόλυνση μιας διασυνοριακής δραστηριότητας των ιδρυμάτων, ενθαρρύνεται ο αναπροσανατολισμός της αποταμίευσης προς τον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, και προάγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η οικονομική και κοινωνική πρόοδος.
|
|
…
|
[…]
|
|
(8) Institut som drivs helt åtskilt från ett uppdragsgivande företag och som förvaltar fonderade medel utifrån det enda syftet att tillhandahålla pensionsförmåner bör ha frihet att tillhandahålla tjänster och frihet att investera utan begränsningar, med förbehåll endast för samordnade aktsamhetskrav, oavsett om dessa institut är juridiska personer eller inte.
|
(8) Ιδρύματα εντελώς ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση τα οποία ασκούν δραστηριότητες βάσει της αρχής της κεφαλαιοποίησης, με μοναδικό στόχο την προσφορά συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να είναι ελεύθερα να παρέχουν υπηρεσίες και να προβαίνουν σε επενδύσεις, τηρουμένων απλώς συντονισμένων κανόνων εποπτείας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ιδρύματα που θεωρούνται νομικές οντότητες.
|
|
(9) I enlighet med subsidiaritetsprincipen bör medlemsstaterna fortfarande ha det fulla ansvaret för tjänstepensionssystemens uppbyggnad, liksom för beslut om vilken roll var och en av de tre ’pelarna’ i pensionsförsäkringssystemet skall spela i enskilda medlemsstater. När det gäller den andra pelaren bör de också ha det fulla ansvaret för den roll och funktion som de olika institut som tillhandahåller tjänstepensionsförmåner har, t.ex. branschtäckande pensionsfonder, företagspensionsfonder och livförsäkringsföretag. Detta direktiv är inte ägnat att ifrågasätta detta prerogativ.
|
(9) Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των ιδίων συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη απόφασης σχετικά με το ρόλο εκάστου των τριών “πυλώνων” του συνταξιοδοτικού συστήματος στα επί μέρους κράτη μέλη. Στα πλαίσια του δεύτερου πυλώνα, θα πρέπει επίσης να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για το ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ιδρυμάτων που προσφέρουν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, όπως τα ταμεία συντάξεων ολόκληρου του οικονομικού κλάδου, τα ταμεία συντάξεων των επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις ασφάλειας ζωής. Η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί να αμφισβητήσει την εν λόγω αρχή.
|
|
…
|
[…]
|
|
(20) Tjänstepensionsinstituten tillhandahåller finansiella tjänster och har ett stort ansvar för tillhandahållande av tjänstepensionsförmåner, och de bör därför när det gäller deras verksamhet och villkoren för denna uppfylla vissa minimikrav på aktsamhet.
|
(20) Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους.
|
|
…
|
[…]
|
|
(36) Utan att det påverkar tillämpningen av nationell social- och arbetsmarknadslagstiftning avseende pensionssystemens uppbyggnad, inbegripet obligatoriskt medlemskap och utfallen av kollektivavtal, bör instituten ges möjlighet att tillhandahålla sina tjänster i andra medlemsstater ...
|
(36) Με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την οργάνωση των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής ασφάλισης και των συνεπειών των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλα κράτη μέλη. Θα πρέπει να τους επιτρέπεται να δέχονται χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και να διαχειρίζονται συστήματα συνταξιοδότησης με μέλη σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. […]
|
|
(37) Rätten för ett institut i en medlemsstat att förvalta en tjänstepensionsplan som avtalats i en annan medlemsstat bör utövas med fullständigt iakttagande av bestämmelserna i gällande social- och arbetsmarknadslagstiftning i värdmedlemsstaten i den mån lagstiftningen är relevant för tjänstepensioner, exempelvis definitionen och utbetalningen av pensionsförmåner och villkoren för överföring av pensionsrättigheter.”
|
(37) Το δικαίωμα ενός ιδρύματος κράτους μέλους να διαχειρίζεται καθεστώς επαγγελματικής συνταξιοδότησης που έχει θεσπιστεί σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να ασκείται τηρουμένων στο ακέραιο των διατάξεων της ισχύουσας κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον σχετίζεται με συνταξιοδοτικά καθεστώτα, για παράδειγμα με τον καθορισμό και την καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών και με τους όρους για τη δυνατότητα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.»
|
|
3. Enligt artikel 1 i direktiv 2003/41 är syftet med direktivet att fastställa bestämmelser för inledande och utövande av verksamhet som bedrivs av tjänstepensionsinstitut.
|
3. Αντικείμενο της οδηγίας 2003/41, κατά το πρώτο άρθρο της, είναι η θέσπιση κανόνων σχετικών με την πρόσβαση στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων και στην άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
|
|
4. I artikel 2 i direktivet föreskrivs följande:
|
4. Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει:
|
|
”1. Detta direktiv skall tillämpas på tjänstepensionsinstitut. ...
|
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. […]
|
|
2. Detta direktiv skall inte tillämpas på
|
2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:
|
|
a) institut som förvaltar sociala trygghetssystem som omfattas av [rådets] förordning (EEG) nr 1408/71 av den 14 juni 1971 om tillämpningen av systemen för social trygghet när anställda, egenföretagare eller deras familjemedlemmar flyttar inom gemenskapen (EGT L 149, s. 2; svensk specialutgåva, område 5, volym 1, s. 57)] och [rådets] förordning (EEG) nr 574/72 [av den 21 mars 1972 om tillämpningen av förordning (EEG) nr 1408/71 (EGT L 74, s. 1; svensk specialutgåva, område 5, volym 1, s. 106)],
|
α) σε ιδρύματα που διαχειρίζονται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης τα οποία εμπίπτουν στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 [του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149, σ. 2)] και τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 [του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ L 74, σ. 1)]·
|
|
b) institut som omfattas av [rådets första] direktiv 73/239/EEG [av den 24 juli 1973 om samordning av lagar och andra författningar angående rätten att etablera och driva verksamhet med annan direkt försäkring än livförsäkring (EGT L 228, s. 3; svensk specialutgåva, område 6, volym 1, s. 146)], [rådets] direktiv 85/611/EEG [av den 20 december 1985 om samordning av lagar och andra författningar som avser företag för kollektiva försäkringar i överlåtbara värdepapper (fondföretag) (EGT L 375, s. 3; svensk specialutgåva, område 6, volym 2, s. 116)], [rådets] direktiv 93/22/EEG [av den 10 maj 1993 om investeringstjänster inom värdepappersområdet (EGT L 141, s. 27; svensk specialutgåva, område 6, volym 4, s. 83)], [Europaparlamentets och rådets] direktiv 2000/12/EG [av den 20 mars 2000 om rätten att starta och driva verksamhet i kreditinstitut (EGT L 126, s. 1)] och [Europaparlamentets och rådets] direktiv 2002/83/EG [av den 5 november 2002 om livförsäkring (EGT L 345, s. 1)]
|
β) σε ιδρύματα που εμπίπτουν στην [πρώτη] οδηγία 73/239/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 228, σ. 3)], της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375, σ. 3)], της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27)], της οδηγίας 2000/12/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 126, σ. 1)] και της οδηγίας 2002/83/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 345, σ. 1)]·
|
|
c) institut vars verksamhet bygger på fördelningsprincipen (’pay as you go’),
|
γ) σε ιδρύματα που λειτουργούν σε διανεμητική βάση·
|
|
d) institut där det uppdragsgivande företagets anställda inte har någon laglig rätt till förmåner och där det uppdragsgivande företaget när som helst kan lösa in tillgångarna och inte nödvändigtvis fullgöra sina skyldigheter att utbetala pensionsförmåner,
|
δ) σε ιδρύματα όπου οι υπάλληλοι των χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων δεν έχουν εκ του νόμου δικαιώματα στα οφέλη και όπου η χρηματοδοτούσα επιχείρηση μπορεί να αποδεσμεύσει σε οιαδήποτε στιγμή τα στοιχεία του ενεργητικού και να μην ανταποκριθεί κατ’ ανάγκη στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των συνταξιοδοτικών οφελών·
|
|
e) företag som gör bokföringsmässiga avsättningar för att kunna betala ut pensionsförmåner till sina anställda.”
|
ε) στις επιχειρήσεις οι οποίες, για την καταβολή των συντάξεων στους υπαλλήλους τους, προσφεύγουν στη σύσταση αποθεματικών στον ισολογισμό.»
|
|
5. Enligt artikel 4 i direktiv 2003/41 får medlemsstaterna välja att tillämpa vissa bestämmelser i detta direktiv på tjänstepensionsverksamheten hos försäkringsföretag som omfattas av direktiv 2002/83.
|
5. Δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/41, τα κράτη μέλη καταγωγής μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόζουν ορισμένες διατάξεις της στις δραστηριότητες παροχής επαγγελματικών συντάξεων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που διέπονται από την οδηγία 2002/83.
|
|
6. Enligt artikel 5 i direktivet får medlemsstaterna likaså välja att helt eller delvis underlåta att tillämpa detta direktiv på ett institut som är etablerat inom deras territorium och som förvaltar pensionsplaner som sammanlagt har färre än 100 medlemmar och, i förekommande fall, på institut som tillhandahåller tjänstepensioner enligt lag, vilka pensioner garanterats av en offentlig myndighet.
|
6. Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/41, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να μην εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία, εν όλω ή εν μέρει, σε οποιοδήποτε ίδρυμα εγκατεστημένο στις επικράτειές τους το οποίο διαχειρίζεται συνταξιοδοτικά συστήματα που έχουν συνολικά λιγότερα από 100 μέλη και, κατά περίπτωση, σε ιδρύματα στα οποία η παροχή επαγγελματικών συνταξιοδοτήσεων έχει θεσπιστεί εκ του νόμου, και τυγχάνει της εγγύησης δημόσιας αρχής.
|
|
7. Enligt artikel 6 i direktivet ska med nedanstående begrepp förstås följande:
|
7. Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής:
|
|
”...
|
«[...], νοούνται ως:
|
|
a) tjänstepensionsinstitut eller institut : ett institut som, oavsett dess rättsliga form, förvaltar fonderade medel och som är etablerat oberoende av uppdragsgivande företag eller branschorganisation utifrån syftet att tillhandahålla pensionsförmåner i samband med yrkesutövning på grundval av en överenskommelse eller ett avtal som slutits
|
α) “ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών” ή “ίδρυμα”: το ίδρυμα το οποίο λειτουργεί, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, σε κεφαλαιοποιητική βάση και ιδρύεται, ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση, με στόχο να χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας με βάση συμφωνία ή σύμβαση η οποία έχει συναφθεί:
|
|
– enskilt eller kollektivt mellan arbetsgivare och arbetstagare eller deras respektive företrädare, eller
|
– μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ εργοδότη(-ών) και εργαζομένου(-ων) ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους, ή
|
|
– med egenföretagare i enlighet med lagstiftningen i hem- och värdmedlemsstaten
|
– με ελεύθερους επαγγελματίες, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής,
|
|
och som bedriver verksamheter som direkt föranleds av dessa,
|
και το οποίο αναπτύσσει δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον ανωτέρω στόχο·
|
|
b) pensionsplan : ett avtal, en överenskommelse, en stiftandeurkund (”trust deed”) eller bestämmelser, vari anges vilka pensionsförmåner som skall lämnas och på vilka villkor,
|
β) “συνταξιοδοτικό σύστημα”: η σύμβαση, η συμφωνία, το έγγραφο καταπιστεύματος (trust deed) και οι κανόνες διά των οποίων καθορίζεται ποιες συνταξιοδοτικές παροχές χορηγούνται και υπό ποιους όρους·
|
|
c) uppdragsgivande företag : varje företag eller annat organ, oavsett om det omfattar eller består av en eller flera juridiska eller fysiska personer, vilket handlar i egenskap av arbetsgivare eller egenföretagare eller en kombination av dessa, och som gör inbetalningar till ett tjänstepensionsinstitut,
|
γ) “χρηματοδοτούσα επιχείρηση”: οποιαδήποτε επιχείρηση, ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως του εάν περιλαμβάνει ή απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ενεργούντα υπό την ιδιότητα εργοδότη ή ελευθέρου επαγγελματία ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών και που καταβάλλει εισφορές σε ίδρυμα για παροχή επαγγελματικής συνταξιοδότησης·
|
|
…
|
[…]
|
|
i) den medlemsstat som är hemland : den medlemsstat där institutet har sitt säte och sin huvudsakliga förvaltning eller, om det inte har något säte, sin huvudsakliga förvaltning,
|
θ) “κράτος μέλος καταγωγής”: το κράτος μέλος στο οποίο το ίδρυμα έχει την έδρα του ή το κύριο διοικητικό του κατάστημα ή, εφόσον δεν έχει έδρα, το κύριο διοικητικό του κατάστημα
|
|
j) värdmedlemsstat : den medlemsstat vars social- och arbetsmarknadslagstiftning som är relevant på tjänstepensionsområdet är tillämplig på förhållandet mellan det uppdragsgivande företaget och medlemmarna.”
|
ι) “κράτος μέλος υποδοχής”: το κράτος μέλος του οποίου η κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τις επαγγελματικές συντάξεις διέπει τις σχέσεις μεταξύ χρηματοδοτούσας επιχείρησης και μελών.»
|
|
8. I artikel 8 i direktivet föreskrivs att varje medlemsstat ska se till att uppdragsgivande företag är juridiskt åtskilda från tjänstepensionsinstitut, så att institutets tillgångar skyddas för medlemmarnas och förmånstagarnas räkning om det uppdragsgivande företaget går i konkurs.
|
8. Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει τον νομικό διαχωρισμό μεταξύ μιας χρηματοδοτούσας επιχείρησης και ενός ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, ώστε, σε περίπτωση πτώχευσης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, να διαφυλάσσονται τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων.
|
|
9. I artikel 9.1 i samma direktiv föreskrivs att medlemsstaterna ska se till att alla tjänstepensionsinstitut följer vissa villkor för hur verksamheten ska bedrivas, bland annat att verksamheten registreras i ett nationellt register av den behöriga tillsynsmyndigheten eller är auktoriserat, att institutets faktiska verksamhet drivs av personer med god vandel som antingen själva har erforderlig yrkesmässig kompetens och erfarenhet på området eller anlitar rådgivare som besitter sådan kompetens och erfarenhet och att gällande regler följs. I artikel 9.5 föreskrivs att när det gäller verksamhet över gränserna ska villkoren för att få bedriva sådan verksamhet godkännas i förväg av de behöriga myndigheterna i den medlemsstat som är värdland.
|
9. Το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας ορίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν για όλα τα εγκατεστημένα στην επικράτειά τους ιδρύματα ότι πληρούν ορισμένους όρους λειτουργίας, και, μεταξύ άλλων, ότι είναι καταχωρημένα ή εγκεκριμένα σε εθνικό μητρώο από την αρμόδια εποπτική αρχή, ότι διοικούνται από πρόσωπα έντιμα, τα οποία είτε διαθέτουν τα ίδια τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα και εμπειρία είτε προσλαμβάνουν συμβούλους με τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα και εμπειρία. Η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, οι όροι λειτουργίας των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών εγκρίνονται προηγουμένως από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.
|
|
10. Enligt artikel 10 i direktiv 2003/41 ska varje medlemsstat kräva att varje institut som är etablerat inom dess territorium upprättar årsbokslut och förvaltningsberättelser i vilka hänsyn tas till varje pensionsplan som institutet hanterar.
|
10. Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/41, κάθε κράτος μέλος απαιτεί από όλα τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά του να καταρτίζουν ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη κάθε συνταξιοδοτικό σύστημα που διαχειρίζεται το ίδρυμα.
|
|
11. Enligt artikel 12 i direktivet ska varje medlemsstat se till att varje institut som är etablerat inom dess territorium utarbetar och följer upp skriftliga riktlinjer för placeringsverksamheten.
|
11. Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι κάθε ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην επικράτειά του καταρτίζει, και επανεξετάζει τουλάχιστον ανά τριετία, γραπτή δήλωση των αρχών επενδυτικής πολιτικής.
|
|
12. Enligt artikel 13 i direktivet ska varje medlemsstat se till att de behöriga myndigheterna har de befogenheter och de medel med avseende på alla institut som är etablerade inom dess territorium som är nödvändiga för att utöva tillsyn över tjänstepensionsinstituten.
|
12. Δυνάμει του άρθρου 13 της εν λόγω οδηγίας, κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά του, τις αναγκαίες εξουσίες και μέσα προκειμένου να ελέγχουν τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.
|
|
13. I artiklarna 15–18 i samma direktiv föreskrivs att hemlandsmedlemsstaterna ska kräva att tjänstepensionsinstitut som förvaltar tjänstepensionsplaner för samtliga pensionsplaner innehar tillräckliga tekniska avsättningar för att täcka sina åtaganden samt kompletterande tillgångar för att spegla typen av risk samt investerar sina tillgångar i enlighet med aktsamhetsprincipen.
|
13. Τα άρθρα 15 έως 18 της οδηγίας ορίζουν ότι τα κράτη μέλη καταγωγής πρέπει να μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα τα οποία διαχειρίζονται επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, αντιστοίχως, συνιστούν τεχνικά αποθεματικά για τα διάφορα συνταξιοδοτικά καθεστώτα, έχουν περιουσιακά στοιχεία κατάλληλα και για την κάλυψη των εν λόγω αποθεματικών καθώς και συμπληρωματικά περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των πρόσθετων κινδύνων και επενδύουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με τον κανόνα της συνετής διαχείρισης.
|
|
14. I artikel 20.1–20.4 i direktiv 2003/41 föreskrivs följande:
|
14. Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 2003/41 προβλέπει:
|
|
”1. Utan att det påverkar tillämpningen av nationell social- och arbetsmarknadslagstiftning avseende pensionssystemens uppbyggnad, inbegripet obligatoriskt medlemskap och utfallen av kollektivavtal, skall medlemsstaterna tillåta företag som är etablerade inom deras territorier att ge uppdrag åt tjänstepensionsinstitut som är godkända i andra medlemsstater. De skall även tillåta tjänstepensionsinstitut som är godkända inom deras territorier att åta sig uppdrag för företag som är etablerade inom andra medlemsstaters territorier.
|
«1. Με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σε θέματα οργάνωσης των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής συμμετοχής σε αυτά, αλλά και των αποτελεσμάτων των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις επιχειρήσεις της επικράτειάς τους να χρηματοδοτούν ιδρύματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη. Επιτρέπουν επίσης σε τέτοια ιδρύματα των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί στις επικράτειές τους να δέχονται χρηματοδότηση από επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.
|
|
2. Ett institut som önskar åta sig uppdrag för ett uppdragsgivande företag som är etablerat inom en annan medlemsstats territorium måste enligt artikel 9.5 godkännas i förväg av de behöriga myndigheterna i den medlemsstat som är hemland. Det skall till de behöriga myndigheterna i den medlemsstat som är hemland där det är auktoriserat anmäla att det avser att åta sig uppdrag från ett uppdragsgivande företag som är etablerat i en annan medlemsstat.
|
2. Ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να δεχθεί χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσα επιχείρηση η οποία εδρεύει στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους χρειάζεται προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5. Πρέπει όμως να γνωστοποιεί την επιθυμία του να δεχθεί χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσα επιχείρηση άλλου κράτους μέλους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής όπου το ίδρυμα έχει εγκριθεί.
|
|
3. Medlemsstaterna skall kräva att institut som är etablerade inom dess territorium och som erbjuder sig att åta sig uppdrag för ett företag som är etablerat inom en annan medlemsstats territorium lämnar följande uppgifter när de gör en anmälan enligt punkt 2:
|
3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά τους και προτίθενται να χρηματοδοτηθούν από επιχείρηση εγκατεστημένη στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους να παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες όταν προβαίνουν στη γνωστοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2:
|
|
a) Värdmedlemsstat(er).
|
α) το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη υποδοχής·
|
|
b) Det uppdragsgivande företagets namn.
|
β) την επωνυμία της χρηματοδοτούσας επιχείρησης·
|
|
c) De viktigaste särdragen i den pensionsplan som skall förvaltas för det uppdragsgivande företagets räkning.
|
γ) τα κύρια χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού καθεστώτος που θα διαχειριστεί το ίδρυμα για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης.
|
|
4. När en behörig myndighet i den medlemsstat som är hemland mottar en underrättelse enligt punkt 2 och den inte har skäl att betvivla att institutets administrativa uppbyggnad, dess finansiella ställning eller dess lednings vandel och yrkesmässiga kvalifikationer eller erfarenhet på området är förenliga med den verksamhet som föreslås i värdmedlemsstaten, skall den inom tre månader från mottagandet av de uppgifter som avses i punkt 3 vidarebefordra dessa till de behöriga myndigheterna i värdmedlemsstaten och informera institutet om detta.”
|
4) Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ειδοποιηθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2, και εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι αμφιβολίας για το αν η διοικητική ή η οικονομική κατάσταση του ιδρύματος ή η φήμη και τα επαγγελματικά προσόντα ή η πείρα των διαχειριστών του είναι συμβατά με τις πράξεις των οποίων προτείνεται η διενέργεια στο κράτος υποδοχής, θα πρέπει, εντός τριμήνου αφ’ ότου λάβει όλες τις πληροφορίες της παραγράφου 3, να τις ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και να ενημερώνει αρμοδίως το ίδρυμα.»
|
|
15. I artikel 22.1 första stycket föreskrivs följande:
|
15. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει:
|
|
”Medlemsstaterna skall sätta i kraft de lagar och andra författningar som är nödvändiga för att följa detta direktiv senast den 23 september 2005. De skall genast underrätta kommissionen om detta.”
|
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 23 Σεπτεμβρίου 2005. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
|
|
16. Enligt artikel 22.3–22.4 får, under vissa förutsättningar, medlemsstaterna till den 23 september 2010 uppskjuta tillämpningen av artiklarna 17 och 18 i direktivet på tjänstepensionsinstitut som är etablerade inom deras territorier.
|
16. Δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του εν λόγω άρθρου, τα κράτη μέλη δύνανται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναβάλουν μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 2010 την εφαρμογή των άρθρων 17 και 18 της οδηγίας στα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά τους.
|
|
Den nationella lagstiftningen
|
Η εθνική νομοθεσία
|
|
17. Direktiv 2003/41 införlivades med den tjeckiska rättsordningen genom lag nr 340/2006 av den 24 maj 2006 om verksamhet som bedrivs av tjänstepensionsinstitut från Europeiska unionens medlemsstater och om ändring av lag nr 48/1997 om offentlig sjukförsäkring. Genom lagen ändrades och kompletterades flera andra lagar på samma område.
|
17. Η οδηγία 2003/41 μεταφέρθηκε στην τσεχική έννομη τάξη με τον νόμο αριθ. 340/2006, της 24ης Μαΐου 2006, περί των δραστηριοτήτων των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος τροποποίησε τον νόμο αριθ. 48/1997 περί ασφαλίσεως δημόσιας υγείας, για την τροποποίηση και συμπλήρωση συναφών νόμων.
|
|
Det administrativa förfarandet
|
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
|
|
18. Republiken Tjeckien underrättade den 11 juli 2006 kommissionen om att direktiv 2003/41 hade införlivats med den nationella rättsordningen genom lag nr 340/2006.
|
18. Στις 11 Ιουλίου 2006, η Τσεχική Δημοκρατία ενημέρωσε την Επιτροπή ότι μετέφερε την οδηγία 2003/41 στην εσωτερική έννομη τάξη με τον νόμο 340/2006.
|
|
19. Kommissionen sände med tillämpning av artikel 226 EG den 18 oktober 2006 en formell underrättelse till Republiken Tjeckien. I denna konstaterade kommissionen att artiklarna 1–5, 8, 9, 13 och 15–21 i direktivet inte hade införlivats eller endast hade införlivats delvis.
|
19. Στις 18 Οκτωβρίου 2006 η Επιτροπή απηύθυνε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ, έγγραφο οχλήσεως στην Τσεχική Δημοκρατία με το οποίο διαπίστωνε ότι τα άρθρα 1 έως 5, 8, 9, 13 και 15 έως 21 της οδηγίας δεν είχαν μεταφερθεί ή είχαν μεταφερθεί μόνον εν μέρει στο εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
|
|
20. Republiken Tjeckien svarade genom skrivelse av den 18 december 2006 i vilken det i huvudsak angavs att eftersom det inte fanns några tjänstepensionsinstitut som omfattades av tillämpningsområdet för direktiv 2003/41 i Republiken Tjeckien införlivades genom lag nr 340/2006 endast de bestämmelser i direktivet som möjliggjorde för tjänstepensionsinstitut från andra medlemsstater att tillhandahålla tjänster över gränserna i Tjeckien och att möjliggöra för företag i denna medlemsstat att bidra till de pensionssystem som tjänstepensionsinstituten tillhandahåller. Republiken Tjeckien har i detta sammanhang erinrat om att medlemsstaterna enligt artikel 137.4 första strecksatsen EG har behörighet att fritt utforma sitt nationella system för social trygghet.
|
20. Στην από 18 Δεκεμβρίου 2006 απάντησή της, η Τσεχική Δημοκρατία εξήγησε, κατ’ ουσίαν, ότι, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας στο έδαφός της που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ο νόμος 340/2006 περιορίστηκε στη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας οι οποίες καθιστούν δυνατή την άσκηση, από επαγγελματικούς συνταξιοδοτικούς φορείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, διασυνοριακών δραστηριοτήτων μέσω της παροχής υπηρεσιών στο τσεχικό έδαφος και, κατά συνέπεια, καθιστούν δυνατό για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός της να συνεισφέρουν στα συνταξιοδοτικά συστήματα που προτείνουν τα εν λόγω ιδρύματα. Η Τσεχική Δημοκρατία υπενθύμισε συναφώς ότι τα κράτη μέλη έχουν, δυνάμει του άρθρου 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ, τη δυνατότητα να οργανώνουν ελευθέρως τα εθνικά τους συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
|
|
21. Eftersom kommissionen inte ansåg svaret godtagbart sände kommissionen den 23 mars 2007 ett motiverat yttrande till Republiken Tjeckien i vilket den uppmanade Republiken Tjecken att vidta nödvändiga åtgärder inom två månader efter mottagandet av yttrandet för att, enligt artikel 22.1 i direktiv 2003/41, helt införliva direktivet med nationell rätt och särskilt artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4.
|
21. Μην έχοντας ικανοποιηθεί από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 23 Μαρτίου 2003, αιτιολογημένη γνώμη στην Τσεχική Δημοκρατία, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να μεταφέρει στο σύνολό της την οδηγία 2003/41 και, ιδίως, τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 καθώς και 20, παράγραφοι 2 και 4, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/41, εντός δίμηνης προθεσμίας από της παραλαβής της αιτιολογημένης γνώμης.
|
|
22. Republiken Tjeckien besvarade det motiverade yttrandet genom skrivelse av den 24 juli 2007 och vidhöll att skyldigheten att införliva direktivet inte får påverka medlemsstaternas rätt att fritt fastställa grundprinciperna i sina nationella system för social trygghet.
|
22. Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στη γνώμη με επιστολή της 24ης Ιουλίου 2007, ισχυριζόμενο εκ νέου ότι η υποχρέωση μεταφοράς της οικείας οδηγίας δεν δύναται να θίξει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές των εθνικών τους συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
|
|
23. Eftersom kommissionen inte ansåg svaret tillfyllest beslutade den att väcka förevarande talan.
|
23. Η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση αυτή και αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
|
|
Prövning av talan
|
Επί της προσφυγής
|
|
Upptagande till sakprövning
|
Επί του παραδεκτού
|
|
24. Det framgår av ansökan att kommissionens syfte med förevarande talan är att få fastställt att Republiken Tjeckien har underlåtit att uppfylla sina skyldigheter enligt direktiv 2003/41, ”särskilt” genom att inte ha införlivat artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 i direktivet.
|
24. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή επιδιώκει να αναγνωριστεί, κατά το διατακτικό της προσφυγής της, ότι η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2003/41, παραλείποντας «ιδίως» να μεταφέρει τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, αυτής.
|
|
25. Det ska i detta sammanhang erinras om att domstolen ex officio kan pröva huruvida de villkor som anges i artikel 226 EG för att väcka talan om fördragsbrott är uppfyllda (dom av den 31 mars 1992 i mål C‑362/90, kommissionen mot Italien, REG 1992, s. I‑2353, punkt 8, av den 15 januari 2002 i mål C‑439/99, kommissionen mot Italien, REG 2002, s. I‑305, punkt 8, och av den 4 maj 2006 i mål C‑98/04, kommissionen mot Förenade kungariket, REG 2006, s. I‑4003, punkt 16).
|
25. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως (αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1992, C-362/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1992, σ. I-2353, σκέψη 8, της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. I‑305, σκέψη 8, και της 4ης Μαΐου 2006, C‑98/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, σ. Ι-4003, σκέψη 16).
|
|
26. Det följer av artikel 38.1 c i domstolens rättegångsregler och av rättspraxis som kan hänföras till denna artikel att en ansökan genom vilken en talan anhängiggjorts ska innehålla uppgifter om föremålet för talan samt en kortfattad framställning av grunderna för densamma. Dessa uppgifter skall vara tillräckligt klara och precisa för att svaranden ska kunna förbereda sitt försvar och domstolen ska kunna utöva sin kontroll. Av detta följer att de väsentligaste faktiska och rättsliga omständigheter som talan grundas på, på ett konsekvent och begripligt sätt, ska framgå av innehållet i själva ansökan. Dessa yrkanden ska vara tydligt utformade för att undvika att domstolen dömer utöver vad som har yrkats ( ultra petita ) eller att den inte prövar en anmärkning (se dom av den 26 april 2007 i mål C‑195/04, kommissionen mot Finland, REG 2007, s. I‑3351, punkt 22 samt häri angiven rättspraxis, och av den 21 februari 2008 i mål C‑412/04, kommissionen mot Italien, REG 2008, s. I‑619, punkt 103).
|
26. Από το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να εμφαίνει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου ο καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο εύλογο και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως (βλ. αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, C-195/04, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-3351, σκέψη 22 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C-412/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2008, σ. I-619, σκέψη 103).
|
|
27. Det ska påpekas att såvitt kommissionen genom att använda termen ”särskilt” i ansökan syftar till att talan även ska omfatta andra bestämmelser i direktiv 2003/41 än dem som uttryckligen anges i ansökan uppfyller inte ansökan dessa krav, eftersom det i ansökan varken anges vilka bestämmelser som åsyftas eller varför Republiken Tjeckien har underlåtit att införliva dem inom föreskriven frist.
|
27. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, καίτοι η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τον όρο «ιδίως» στο διατακτικό του δικογράφου της προσφυγής της, επιδιώκει να περιλάβει στην προσφυγή της και άλλες διατάξεις της οδηγίας 2003/41, πέραν των ρητώς αναφερόμενων σε αυτή, το δικόγραφο της προσφυγής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, καθόσον σε αυτό δεν προσδιορίζονται ούτε οι εν λόγω επιπλέον διατάξεις ούτε οι λόγοι για τους οποίους η Τσεχική Δημοκρατία δεν τις μετέφερε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
|
|
28. Talan kan således endast prövas i den del som det har påståtts att Republiken Tjeckien har underlåtit att införliva artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 i direktiv 2003/41.
|
28. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον κατά το μέτρο που βάλλει κατά της φερόμενης παραλείψεως της Τσεχικής Δημοκρατίας να μεταφέρει τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41.
|
|
Prövning i sak
|
Επί της ουσίας
|
|
29. Det har inte ifrågasatts att artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 i direktiv 2003/41 inte har införlivats av Republiken Tjeckien inom den frist som föreskrivs i direktivet eller vid utgången av den period som angavs i det motiverade yttrandet. Republiken Tjeckien, som inte har åberopat möjligheten att delvis skjuta upp tillämpningen av vissa bestämmelser i artiklarna 17 och 18, en möjlighet som föreskrivs i artikel 22.3–22.4 i direktivet, har medgett att de bestämmelser som uttryckligen anges i ansökan inte har införlivats med nationell rätt inom tidsfristen. Det föreskrivs emellertid inte i någon bestämmelse i direktiv 2003/41 en möjlighet för medlemsstaterna eller för vissa medlemsstater att underlåta ett sådant införlivande.
|
29. Δεν αμφισβητείται ότι τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41 δεν μεταφέρθηκαν από την Τσεχική Δημοκρατία εντός της ταχθείσας από την οδηγία προθεσμίας ή κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Πράγματι, το εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο δεν επικαλείται τη δυνατότητα μερικής αναβολής που προβλέπει το άρθρο 22, παράγραφοι 3 και 4, της εν λόγω οδηγίας, όσον αφορά ορισμένες διατάξεις των άρθρων 17 και 18 αυτής, αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις που αναφέρονται ρητώς στην προσφυγή δεν έχουν τεθεί σε ισχύ στην εσωτερική του έννομη τάξη εντός των οικείων προθεσμιών. Εντούτοις, καμία διάταξη της οδηγίας 2003/41 δεν προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ή ορισμένα εξ αυτών δύνανται να μην προβούν στην εν λόγω μεταφορά.
|
|
30. Republiken Tjeckien anser sig emellertid inte vara förpliktad att införliva de bestämmelser i direktiv 2003/41 som uttryckligen anges i ansökan, eftersom den i så fall skulle tvingas ändra grundläggande principer i sitt nationella system för social trygghet. Hur detta system är inrättat omfattas enligt artikel 137.4 första strecksatsen EG av medlemsstaternas behörighet. Bestämmelserna innebär nämligen att en tjänstepensionsordning införs i det nationella pensionssystemet, trots att en sådan ordning saknas i nationell rätt.
|
30. Η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται εντούτοις ότι δεν υποχρεούται να μεταφέρει τις διατάξεις της οδηγίας 2003/41 που αναφέρονται ρητώς στην προσφυγή, επειδή, αν προέβαινε στην ενέργεια αυτή, θα αναγκαζόταν να τροποποιήσει τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού της συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οργάνωση του οποίου εμπίπτει, δυνάμει του άρθρου 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εισάγοντας στο συνταξιοδοτικό σύστημά της καθεστώς επαγγελματικών συντάξεων, μολονότι στο εθνικό του δίκαιο δεν υπάρχει τέτοιου είδους καθεστώς.
|
|
31. Republiken Tjeckien har i detta sammanhang förklarat att dess pensionssystem består av två delar som utgörs av den första och den andra pelaren i pensionssystemet. Den första pelaren, som regleras av lag nr 155/1995 om pensionsförsäkring, utgörs av den lagstadgade allmänna och obligatoriska pension som utgår till samtliga försäkrade och som omfattas av det nationella systemet för social trygghet. Den tredje pelaren, som regleras av lag nr 42/1994 om kompletterande pensionsförsäkring till vilken det utgår ett bidrag från staten, utgörs av individuella pensionsförsäkringsavtal som försäkringstagarna frivilligt har ingått med pensionsfonder som byggts upp med stöd av lagen. Upptagande i fonderna saknar samband med anställning, arbetsgivare eller utövande av egen verksamhet. Å andra sidan saknar det tjeckiska pensionssystemet en andra pelare av tilläggspensioner som utgår till yrkesverksamma, varmed ska förstås såväl anställda som egenföretagare.
|
31. Η Τσεχική Δημοκρατία διευκρινίζει συναφώς ότι το συνταξιοδοτικό σύστημά της απαρτίζεται από δύο μόνο σκέλη, συνιστάμενα αντιστοίχως στον πρώτο και στον τρίτο πυλώνα των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Ο πρώτος πυλώνας, διεπόμενος από τον νόμο αριθ. 155/1995 περί ασφαλίσεως συντάξεων, συνίσταται στην εκ του νόμου, γενική και υποχρεωτική ασφάλιση για όλους τους ασφαλισμένους και υπάγεται στο εθνικό καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο τρίτος πυλώνας, διεπόμενος από τον νόμο αριθ. 42/1994 περί συμπληρωματικής ασφαλίσεως συντάξεως τυγχάνουσας κρατικής χρηματοδοτήσεως, περιλαμβάνει ατομικές συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως που συνάπτουν προαιρετικώς οι ασφαλισμένοι με τα εγκατεστημένα δυνάμει του εν λόγω νόμου ταμεία συντάξεων. Η συμμετοχή στα ταμεία αυτά είναι ανεξάρτητη από τη θέση εργασίας, την ύπαρξη εργοδότη ή την άσκηση ανεξάρτητης δραστηριότητας. Αντιθέτως, το τσεχικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως δεν περιλαμβάνει δεύτερο πυλώνα αποτελούμενο από τις επικουρικές συντάξεις, οι οποίες παρέχονται σε συνάρτηση με επαγγελματική δραστηριότητα, μισθωτή ή ανεξάρτητη.
|
|
32. Republiken Tjeckien har påpekat att enligt gällande lagstiftning kan inte ett tjänstepensionsinstitut etableras i Republiken Tjeckien för att bedriva verksamhet, eftersom det skulle strida mot rättsreglerna om utövande av yrkesverksamhet på finansmarknaden och skulle kunna utlösa straffrättsliga eller administrativa åtgärder. Det saknas dessutom såväl politisk vilja som tillräckliga ekonomiska resurser att införa ett tjänstepensionssystem i Republiken Tjeckien.
|
32. Κατά τον τρόπο αυτόν, η Τσεχική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι, κατά τη νυν ισχύουσα εθνική νομοθεσία, επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί στο τσεχικό έδαφος προκειμένου να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή, καθότι θα προσέκρουε στις νομικές διατάξεις που διέπουν την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στον χρηματοπιστωτικό τομέα και θα εξετίθετο, κατά συνέπεια, στον κίνδυνο της επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή της ασκήσεως ποινικών διώξεων εις βάρος του. Εξάλλου, δεν υπάρχει η πολιτική βούληση ούτε το οικονομικό δυναμικό που απαιτούνται για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος ασφαλίσεως για την παροχή επαγγελματικών συντάξεων.
|
|
33. Enligt Republiken Tjeckien kan det inte krävas att direktiv 2003/41 ska införlivas, eftersom det anges i artikel 137.4 första strecksatsen EG att medlemsstaterna fritt får fastställa de grundläggande principerna för sina system för social trygghet. Ett införlivande skulle påverka ett verksamt utövande av en rätt som framgår av fördraget. Eftersom de bestämmelser i direktivet som uttryckligen anges i förevarande talan ålägger medlemsstater i vilka tjänstepensionsinstitut är etablerade specifika skyldigheter, skulle ett införlivande tveklöst medföra att nödvändiga bestämmelser för att bedriva verksamhet på tjänstepensionsområdet i Tjeckien infördes och följaktligen att det, faktiskt såväl som rättsligt, inrättades en andra pelare i Tjeckien, vilket skulle ha en väsentlig påverkan på den övergripande finansiella jämvikten i Tjeckiens nationella pensionssystem.
|
33. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, δεδομένου ότι το άρθρο 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές του δικού τους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν είναι δυνατό να απαιτείται η μεταφορά οδηγίας που θίγει την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος το οποίο εγγυάται το πρωτογενές δίκαιο. Δεδομένου δε ότι οι διατάξεις τις οποίες αφορά η παρούσα προσφυγή επιβάλλουν υποχρεώσεις στα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων είναι εγκατεστημένοι επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς, η μεταφορά τους θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα τη δημιουργία του νομοθετικού πλαισίου για τη λειτουργία τέτοιων επιχειρήσεων στο έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας και, επομένως, τη δημιουργία δεύτερου πυλώνα στο εν λόγω κράτος μέλος, γεγονός που θα διετάρασσε σοβαρά τη συνολική οικονομική ισορροπία του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος του κράτους αυτού.
|
|
34. Republiken Tjeckien har i illustrationssyfte hänvisat till artikel 9.1 i direktiv 2003/41, vari föreskrivs en skyldighet för medlemsstaterna att registrera tjänstepensionsinstitut som är etablerade inom deras territorier i ett nationellt register eller att auktorisera dem. Skapandet av ett lämpligt register eller inrättandet av en lämplig ordning för auktorisation skulle nödvändigtvis kräva att det antogs bestämmelser om detta. Att anta sådana bestämmelser isolerat utan att anta ett komplext tjänstepensionssystem, det vill säga utan att exempelvis ange de avtalsslutande parternas skyldigheter, skulle inte vara möjligt.
|
34. Ενδεικτικώς, η Τσεχική Δημοκρατία παραπέμπει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/41, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση εγγραφής του ιδρύματος σε εθνικό μητρώο ή την έγκρισή του. Η δημιουργία του καταλλήλου μητρώου ή η οργάνωση καταλλήλου συστήματος εγκρίσεως απαιτεί οπωσδήποτε τη θέσπιση αντιστοίχων νομοθετικών μέτρων. Η μεμονωμένη υιοθέτηση τέτοιου είδους μέτρων, χωρίς να υιοθετηθεί ένα πολύπλοκο σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, δηλαδή χωρίς να προσδιοριστούν, παραδείγματος χάριν, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν είναι δυνατή.
|
|
35. Republiken Tjeckien har sagt sig vara medveten om den omständigheten att tjänstepensionsinstitut inte i största allmänhet kan förväxlas med den andra pelaren i pensionssystemet. Sådana institutioner är emellertid en väsentlig del i andra pelaren och att skapa en ram för att etablera dem skulle nödvändigtvis medföra förändringar i pensionssystemen.
|
35. Η Τσεχική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, κατά κανόνα, επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς δεν πρέπει να συγχέονται με τον δεύτερο πυλώνα των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Ωστόσο, οι φορείς αυτοί αποτελούν ουσιώδες στοιχείο των συνταξιοδοτικών συστημάτων και η δημιουργία νομοθετικού πλαισίου ενόψει της εγκαταστάσεώς τους θα προκαλούσε οπωσδήποτε τροποποιήσεις στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα αυτό καθαυτό.
|
|
36. Republiken Tjeckien har för övrigt påpekat att det införlivande som gjordes genom lag nr 340/2006 lever upp till syftet med direktiv 2003/41. Genom lagen införlivas samtliga bestämmelser om tillhandahållande av tjänstepension över gränserna av institut som är etablerade i andra medlemsstater, vilket möjliggör för företag som är etablerade i Tjeckien att bidra till de pensionsordningar som dessa institut tillhandahåller och som samtidigt gör det möjligt för dem att tillhandahålla lämpliga tjänster i Republiken Tjeckien.
|
36. Η Τσεχική Δημοκρατία τονίζει, περαιτέρω, ότι η μεταφορά που πραγματοποιήθηκε με τον νόμο 340/2006 εξασφαλίζει την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία 2003/41 σκοπού. Με τον εν λόγω νόμο μεταφέρθηκαν, πράγματι, όλες οι διατάξεις που αφορούν τη διασυνοριακή προσφορά υπηρεσιών επαγγελματικών συντάξεων εκ μέρους εταιριών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, οπότε κατέστη δυνατό για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός της να συνεισφέρουν στα συνταξιοδοτικά συστήματα που προτείνουν οι εν λόγω εταιρίες και, συγχρόνως, κατέστη δυνατό για τις τελευταίες να προσφέρουν τις κατάλληλες υπηρεσίες στην Τσεχική Δημοκρατία.
|
|
37. Härav följer att det huvudsakliga syftet med Republiken Tjeckiens argumentation är att motivera varför bestämmelserna i direktiv 2003/41 inte har införlivats genom att hänvisa dels till att det inte har etablerats något tjänstepensionsinstitut i Tjeckien till följd av förbudet i nationell rätt att etablera sådana institut, dels till den omständigheten att ett införlivande av bestämmelserna skulle nödvändiggöra en ändring i de nationella pensionssystemen genom att det då infördes en andra pelare, trots att det framgår av artikel 137.4 första strecksatsen EG att medlemsstaterna fritt får inrätta sina nationella system på detta område.
|
37. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι με την επιχειρηματολογία αυτή η Τσεχική Δημοκρατία αποσκοπεί κατ’ ουσία στο να δικαιολογήσει την παράλειψη μεταφοράς των επίμαχων διατάξεων της οδηγίας 2003/41, αφενός, επικαλούμενη το γεγονός ότι κανένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας δεν είναι εγκατεστημένος στο έδαφός της λόγω της απαγορεύσεως που θεσπίζει το εθνικό δίκαιο όσον αφορά τέτοιου είδους φορείς, και, αφετέρου, η ενσωμάτωση των διατάξεων αυτών θα την υποχρέωνε να τροποποιήσει το εθνικό συνταξιοδοτικό της σύστημα εισάγοντας δεύτερο πυλώνα, ενώ το άρθρο 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ, παρέχει στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να οργανώνουν τα εθνικά τους συστήματα στον τομέα αυτόν.
|
|
38. Det är således nödvändigt att pröva huruvida dessa argument, som härleds såväl från nationell rätt som från gemenskapsrätt, kan motivera att bestämmelserna i direktiv 2003/41, vilka uttryckligen anges i förevarande talan, inte har införlivats.
|
38. Σκόπιμο είναι, συνεπώς, να εξεταστεί αν οι εκτιμήσεις που αντλούνται, αντιστοίχως, από το εθνικό και το κοινοτικό δίκαιο μπορούν να δικαιολογήσουν την παράλειψη μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας 2003/41 που αναφέρονται ρητώς στην υπό κρίση προσφυγή.
|
|
39. Beträffande påståendet att det inte har etablerats något tjänstepensionsinstitut i Republiken Tjeckien, ska det erinras om den fasta rättspraxis enligt vilken den omständigheten att en viss verksamhet som avses i ett direktiv inte förekommer i en specifik medlemsstat inte kan befria denna stat från skyldigheten att anta de lagar och andra författningar som är nödvändiga för att säkerställa ett korrekt införlivande av samtliga bestämmelser i detta direktiv (dom av den 16 november 2000 i mål C‑214/98, kommissionen mot Grekland, REG 2000, s. I‑9601, punkt 22, av den 13 december 2001 i mål C‑372/00, kommissionen mot Irland, REG 2001, s. I‑10303, punkt 11, av den 30 maj 2002 i mål C‑441/00, kommissionen mot Förenade kungariket, REG 2002, s. I‑4699, punkt 15, och av den 8 juni 2006 i mål C‑71/05, kommissionen mot Luxemburg, REG 2006, punkt 12).
|
39. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι κανένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας δεν είναι εγκατεστημένος στο έδαφός της, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η μη ύπαρξη εντός συγκεκριμένου κράτους μέλους δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται δεδομένη οδηγία δεν μπορεί να απαλλάξει το οικείο κράτος από την υποχρέωσή του να λάβει νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα προκειμένου να διασφαλισθεί η προσήκουσα μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του συνόλου των διατάξεων της οδηγίας (αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-214/98, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, σ. I-9601, σκέψη 22, της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-372/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2001, σ. I-10303, σκέψη 11, της 30ής Μαΐου 2002, C-441/00, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2002, σ. I-4699, σκέψη 15, και της 8ης Ιουνίου 2006, C‑71/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 12).
|
|
40. Både rättssäkerhetsprincipen och behovet av att garantera att ett direktiv tillämpas fullt ut, inte bara i praktiken utan också i lag, kräver nämligen att medlemsstaterna återger föreskrifterna i det aktuella direktivet i tvingande lagbestämmelser på ett klart, precist och öppet sätt (se, för ett liknande resonemang, dom av den 15 mars 1990 i mål C‑339/87, kommissionen mot Nederländerna, REG 1990, s. I‑851, punkterna 22 och 25, samt domen i det ovannämnda målet kommissionen mot Grekland, punkt 23).
|
40. Ειδικότερα, τόσο η αρχή της ασφαλείας δικαίου όσο και η ανάγκη διασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής των οδηγιών, όχι μόνο στην πράξη αλλά και νομικώς, απαιτούν από τα κράτη μέλη να επαναλαμβάνουν τις συναφείς επιταγές της οδηγίας με δεσμευτικές νομικές διατάξεις στον τομέα που αφορά η οδηγία (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1990, C-339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1990, σ. Ι-851, σκέψεις 22 και 25, καθώς και Επιτροπή κατά Ελλάδας, προαναφερθείσα, σκέψη 23).
|
|
41. En sådan skyldighet åligger nämligen medlemsstaterna i syfte att föregripa alla förändringar av den faktiska situation som förelåg vid en viss tidpunkt och för att säkerställa att alla rättssubjekt i gemenskapen, inbegripet rättssubjekt i medlemsstater i vilka en viss verksamhet som omfattas av ett direktiv inte förekommer, under alla omständigheter på ett klart och precist sätt kan få kännedom om sina rättigheter och skyldigheter (se, för ett liknande resonemang, domarna i de ovannämnda målen kommissionen mot Grekland, punkt 27, kommissionen mot Irland, punkt 12, av den 30 maj 2002, kommissionen mot Förenade kungariket, punkt 16, och kommissionen mot Luxemburg, punkt 13.
|
41. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τα κράτη μέλη όχι μόνον προκειμένου να προλάβουν οποιαδήποτε τροποποίηση της ισχύουσας σε δεδομένο χρονικό σημείο καταστάσεως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι όλα τα υποκείμενα δικαίου στην Κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των υποκειμένων δικαίου των κρατών μελών στα οποία δεν υπάρχει συγκεκριμένη δραστηριότητα στην οποία αναφέρεται δεδομένη οδηγία, θα γνωρίζουν, εν πάση περιπτώσει, με σαφήνεια τα ακριβή δικαιώματα και τις ακριβείς υποχρεώσεις τους (βλ., συναφώς, προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 27, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 12, της 30ής Μαΐου 2002, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 16, και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 13).
|
|
42. Enligt rättspraxis är det endast om det är meningslöst att införliva ett direktiv av geografiska skäl som införlivandet blir onödigt (se domarna i de ovannämnda målen kommissionen mot Irland, punkt 13, och av den 30 maj 2002, kommissionen mot Förenade kungariket, punkt 17).
|
42. Κατά τη νομολογία, η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση που η μεταφορά της δεν έχει νόημα για γεωγραφικούς λόγους (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 13, και της 30ής Μαΐου 2002, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 17).
|
|
43. Det ska erinras om, vilket bland annat framgår av skälen 1, 6 och 8 i direktiv 2003/41 att syftet med direktiv som antagits med stöd av artiklarna 47.2 EG, 55 EG och 95 EG är att upprätta en inre marknad för tjänstepensioner och att tjänstepensionsinstitut ska ha rätt att tillhandahålla tjänster och frihet att investera på denna marknad.
|
43. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει, ιδίως, από την πρώτη, την έκτη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/41, αυτή, εκδοθείσα βάσει των άρθρων 47, παράγραφος 2, ΕΚ, 55 ΕΚ και 95 ΕΚ, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς για τα συστήματα επαγγελματικών συντάξεων, στο πλαίσιο της οποίας οι επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς πρέπει να απολαύουν της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας επενδύσεων.
|
|
44. I artikel 20.1 i direktiv 2003/41 föreskrivs dels att medlemsstaterna ska tillåta företag som är etablerade inom deras territorier att ge uppdrag åt tjänstepensionsinstitut som är godkända i andra medlemsstater, dels att de ska tillåta tjänstepensionsinstitut som är godkända inom deras territorier att åta sig uppdrag för företag som är etablerade inom andra medlemsstaters territorier.
|
44. Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/41 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, να καθιστούν δυνατή τη χρηματοδότηση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη από επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους, και, αφετέρου, να καθιστούν δυνατή την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους ιδρυμάτων επαγγελματικής συνταξιοδοτήσεως των οποίων η άδεια έχει εκδοθεί στο έδαφός τους σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
|
|
45. För att kunna bedriva sådan verksamhet över gränserna åläggs medlemsstaterna i direktiv 2003/41, vilket framgår av skälen 7 och 8, att underkasta tjänstepensionsinstitut som är etablerade inom deras territorier vissa regler om minimikrav på aktsamhet när det gäller deras verksamhet och kapitalförvaltning för att säkerställa en hög grad av trygghet för de framtida pensionärer som ska ha gagn av deras tjänster.
|
45. Για την άσκηση των διασυνοριακών αυτών δραστηριοτήτων, η οδηγία 2003/41 υποχρεώνει τα κράτη μέλη, όπως προκύπτει από την έβδομη και την εικοστή αιτιολογική της σκέψη, να υποβάλουν τους επαγγελματικούς συνταξιοδοτικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους σε διάφορους κανόνες εποπτείας όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν ένα υψηλό επίπεδο ασφαλείας για τους μελλοντικούς συνταξιούχους που θα είναι αποδέκτες των παροχών τους.
|
|
46. Dessa regler består, enligt artiklarna 8, 9, 13 och 15–18 i direktiv 2003/41, bland annat i en juridisk åtskillnad mellan tjänstepensionsinstitut och uppdragsgivande företag för att skydda institutets tillgångar om företaget går i konkurs, villkor för att få bedriva verksamhet för att garantera tilltron till tjänstepensionsinstituten, såsom registrering i ett nationellt register eller auktorisation, att den faktiska verksamheten drivs av personer med god vandel, att det finns korrekt upprättade regler, att tekniska avsättningar bestyrks av en expert och att medlemmarna hålls informerade, att information ska tillhandahållas behöriga myndigheter samt att fonderna har tillräckliga medel för att täcka sina åtaganden.
|
46. Οι κανόνες αυτοί αφορούν, ιδίως, κατά τα άρθρα 8, 9, 13 και 15 έως 18 της οδηγίας 2003/41, αντιστοίχως, τον νομικό διαχωρισμό μεταξύ των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων και των χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων που συμβάλλονται με αυτά, ώστε, σε περίπτωση πτώχευσης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, να διαφυλάσσονται τα περιουσιακά στοιχεία των συνταξιοδοτικών ιδρυμάτων, τους όρους λειτουργίας που εγγυώνται τη σοβαρότητα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων, όπως η εγγραφή σε εθνικό μητρώο ή η έγκριση, η διαχείριση από έντιμα πρόσωπα, η ύπαρξη καταλλήλων κανόνων, τα τεχνικά αποθεματικά που πιστοποιούνται από ειδικό στον εν λόγω τομέα, η πληροφόρηση των μελών, τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές, καθώς και την παρουσίαση και τη διαχείριση επαρκών κεφαλαίων για την κάλυψη των υποχρεώσεών τους.
|
|
47. I artikel 20.2–20.4 i direktiv 2003/41 föreskrivs det förfarande som ett tjänstepensionsinstitut som är godkänt i en medlemsstat ska följa när det har för avsikt att tillhandahålla sina tjänster i en annan medlemsstat och, i ett sådant fall, de behöriga myndigheternas roll. I artikel 20.2, liksom i artikel 9.5 i direktivet, föreskrivs att tjänstepensionsinstitut som har för avsikt att utöva sådan verksamhet ska godkännas i förväg av de behöriga myndigheterna i den medlemsstat som är värdland, det vill säga den medlemsstat där institutet har sitt säte och/eller huvudsakliga administration.
|
47. Εξάλλου, το άρθρο 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41 προβλέπει τη διαδικασία την οποία πρέπει να τηρεί ένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας που προτίθεται να παράσχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και τον ρόλο των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είναι εγκατεστημένος. Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου, όπως και το άρθρο 9, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας ορίζουν ότι οι όροι λειτουργίας των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων που επιδιώκουν να ασκήσουν διασυνοριακές δραστηριότητες εγκρίνονται προηγουμένως από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, ήτοι εκείνου στο έδαφος του οποίου έχουν την έδρα τους ή/και το κύριο διοικητικό τους κατάστημά τους.
|
|
48. Härav följer, såsom Republiken Tjeckien har påpekat, att de bestämmelser i direktiv 2003/41 som uttryckligen omfattas av förevarande talan, nämligen artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 huvudsakligen ålägger de medlemsstater vari tjänstepensionsinstitut är etablerade skyldigheter.
|
48. Εκ των ανωτέρω προκύπτει, όπως επισημαίνει η Τσεχική Δημοκρατία, ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2003/41 τις οποίες αναφέρεται ρητώς η υπό κρίση προσφυγή, ήτοι τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18, 20, παράγραφοι 2 έως 4, επιβάλλουν ουσιαστικά υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, στο έδαφος των οποίων είναι εγκατεστημένοι επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς.
|
|
49. Enligt Republiken Tjeckien kan ett tjänstepensionsinstitut inte lagligen etablera sig i landet.
|
49. Ασφαλώς, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, κανένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας δεν μπορεί νομίμως να εγκατασταθεί στο έδαφός του.
|
|
50. Enligt den rättspraxis som har anförts i punkterna 39–41 i denna dom och i avsaknad av geografiska skäl som skulle göra ett införlivande av de berörda bestämmelserna meningslöst är det nämligen viktigt att erinra om att för den händelse att Republiken Tjeckien skulle besluta sig för att komplettera sitt nationella pensionssystem med en tjänstepensionsordning som omfattas av den andra pelaren, ska samtliga rättssubjekt i Republiken Tjeckien, liksom andra rättssubjekt i gemenskapen som berörs av lagen, veta vilka rättigheter och skyldigheter de har.
|
50. Εντούτοις, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 39 έως 41 της παρούσας αποφάσεως, και ελλείψει γεωγραφικού λόγου δυνάμενου να καταστήσει άνευ αντικειμένου τη μεταφορά των επίμαχων διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη, είναι σημαντικό, σε περίπτωση κατά την οποία, ενδεχομένως, η Τσεχική Δημοκρατία αποφασίσει να συμπληρώσει το εθνικό της σύστημα συνταξιοδοτήσεως με σύστημα επαγγελματικής συντάξεως αντιστοιχούν στον δεύτερο πυλώνα, όλα τα υποκείμενα δικαίου στο εν λόγω κράτος μέλος, όπως ακριβώς και τα άλλα υποκείμενα δικαίου στην Κοινότητα, να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
|
|
51. En sådan utveckling av det nationella pensionssystemet kan inte på något sätt betraktas som utesluten eller som enbart hypotetisk med hänvisning till att det, såsom Republiken Tjeckien har hävdat, skulle förutsätta en ändring av gällande regelverk och inte enbart att ett faktiskt hinder togs bort. All lagstiftning kan nämligen ändras. I detta fall följer det för övrigt av de handlingar som Republiken Tjeckien har ingett att lagstiftning hade förberetts för att införa en andra pelare i det nationella pensionssystemet i Republiken Tjeckien redan innan direktiv 2003/41 antogs, nämligen år 1993, då arbetsmarknads- och socialministern föreslog den tjeckiska regeringen en lag med detta innehåll. Den tjeckiska regeringen valde slutligen en annan lösning, nämligen att anta en lag om tilläggspensionsförsäkring till vilken det utgår bidrag från staten, och frågan aktualiserades återigen år 2001 när regeringen lade fram ett lagförslag om tjänstepension i det tjeckiska parlamentet. Republiken Tjeckien medgav dessutom vid förhandlingen att en andra pelare skulle kunna komma att införas i framtiden om det skulle utvecklas en politisk vilja i denna riktning.
|
51. Τέτοια εξέλιξη του εθνικού συστήματος επαγγελματικών συντάξεων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκλειστεί ή να θεωρηθεί ως καθαρά υποθετική, όπως ισχυρίζεται η Τσεχική Δημοκρατία, επειδή θα απαιτούσε την τροποποίηση του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος και όχι απλώς την άρση ενός πραγματικού εμποδίου. Ειδικότερα, κάθε νομοθεσία είναι δυνατό να τροποποιηθεί. Εξάλλου, εν προκειμένω, προκύπτει από τα ίδια τα υπομνήματα του εν λόγω κράτους μέλους ότι σχέδια νομοθετικών ρυθμίσεων για την εισαγωγή δεύτερου πυλώνα στο εθνικό συνταξιοδοτικό της σύστημα εκπονήθηκαν στην Τσεχική Δημοκρατία πριν την έκδοση της οδηγίας 2003/41, το 1993, όταν ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων πρότεινε την ψήφιση σχετικού νόμου στην Τσεχική Κυβέρνηση, η οποία τελικά αποφάσισε διαφορετικά, ήτοι να εκδώσει νόμο περί συμπληρωματικής ασφαλίσεως συντάξεων τυγχάνουσας κρατικής χρηματοδοτήσεως, και το 2001, όταν η εν λόγω κυβέρνηση κατέθεσε στο τσεχικό κοινοβούλιο νομοσχέδιο περί επαγγελματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική Δημοκρατία δέχτηκε ότι θα ήταν δυνατό να εισαχθεί στο μέλλον δεύτερος πυλώνας αν υπάρξει η σχετική πολιτική βούληση.
|
|
52. Härav följer att även om inget tilläggspensionsinstitut lagligt kan etableras i Republiken Tjeckien enligt gällande nationell rätt, eftersom det saknas en andra pelare i det nationella pensionssystemet, föreligger en skyldighet för Republiken Tjeckien att till fullo införliva bestämmelserna i artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 i direktiv 2003/41 och att i sin nationella rätt anta och sätta i kraft de lagar och andra författningar som är nödvändiga för detta, enligt artikel 22.1 första stycket i nämnda direktiv.
|
52. Συνεπώς, καίτοι, κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, κανένας επαγγελματικός συνταξιοδοτικός φορέας δεν μπορεί νομίμως να εγκατασταθεί στο έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας ελλείψει δεύτερου πυλώνα στο εθνικό σύστημα συντάξεων, το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να μεταφέρει πλήρως τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41, θεσπίζοντας και θέτοντας σε ισχύ στο εσωτερικό της δίκαιο, κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αυτής, τις αναγκαίες προς τούτο νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.
|
|
53. Tvärtemot vad Republiken Tjeckien har hävdat står inte skyldigheten att införliva direktivet i något motsatsförhållande till Republiken Tjeckiens behörighet att fritt fastställa hur dess nationella pensionssystem ska organiseras och hur den finansiella jämvikten i detta system ska bevaras eftersom det inte krävs att medlemsstaten vid införlivandet inför en andra pelare, och införlivandet kränker således inte Republiken Tjeckiens prerogativ enligt artikel 137.4 första strecksatsen EG.
|
53. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Κυβέρνηση, μια τέτοια υποχρέωση μεταφοράς δεν μπορεί να θίξει την αρμοδιότητα που διαθέτει όσον αφορά την οργάνωση του εν λόγω εθνικού συστήματος συντάξεων και τη διατήρηση της οικονομικής του ισορροπίας, υποχρεώνοντάς την να δημιουργήσει, στο πλαίσιο της μεταφοράς της, δεύτερο πυλώνα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα προνόμια που της αναγνωρίζει το άρθρο 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ.
|
|
54. Ett införlivande i nationell rätt av de berörda bestämmelserna i direktiv 2003/41 förutsätter inte några ändringar över huvud taget i Republiken Tjeckiens nationella pensionssystem.
|
54. Πρώτον, η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των επίμαχων διατάξεων της οδηγίας 2003/41 δεν υποχρεώνει, κατά τον τρόπο αυτόν, σε καμία περίπτωση την Τσεχική Δημοκρατία να τροποποιήσει το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημά της.
|
|
55. Republiken Tjeckien har således fel när medlemsstaten hävdar att ett införlivande ipso facto skulle medföra att det infördes en andra pelare i det nationella pensionssystemet.
|
55. Συναφώς, αδίκως υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία ότι μια τέτοια μεταφορά συνεπάγεται ipso facto την εισαγωγή δεύτερου πυλώνα στο εθνικό συνταξιοδοτικό της σύστημα.
|
|
56. Enligt de förklaringar som Republiken Tjeckien har lämnat som svar på domstolens skriftliga frågor i detta avseende förutsätter etablerandet av en sådan andra pelare, som utgör en del av ett komplext system, att den nationella lagstiftaren antar en heltäckande nationell lagstiftning för att bland annat fastställa nödvändiga villkor för att etablera tjänstepensionsinstitut i landet och de rättsliga sambanden såväl mellan den andra pelaren och övriga pelare i det nationella pensionssystemet som, beträffande den andra pelaren, mellan de rättsliga sambanden inom denna pelare, nämligen relationen mellan arbetsgivare, arbetstagare, tillsynsorgan och, i förekommande fall, andra statsorgan.
|
56. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε το εν λόγω κράτος μέλος σε απάντηση των έγγραφων ερωτήσεων του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, η δημιουργία δεύτερου πυλώνα, αντιστοιχούντος σε σύστημα περίπλοκο, προϋποθέτει όντως τη θέσπιση από τον εθνικό νομοθέτη πλήρους εσωτερικού νομοθετικού πλαισίου για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εγκατάσταση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων στο έδαφός της καθώς και των νομικών σχέσεων τόσο μεταξύ δεύτερου πυλώνα και των λοιπών πυλώνων του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος όσο και, στο πλαίσιο του ίδιου του δεύτερου πυλώνα, μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων που τον συνθέτουν, ήτοι των εργοδοτών, των εργαζομένων, των οργάνων ελέγχου και εποπτείας, καθώς και, ενδεχομένως, άλλων κρατικών οργάνων.
|
|
57. Det finns varken i de bestämmelser i direktiv 2003/41 som uttryckligen är föremål för denna talan eller i någon annan bestämmelse i direktivet någon skyldighet för medlemsstaterna att anta en sådan lagstiftning.
|
57. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι καμία από τις διατάξεις της οδηγίας 2003/41 στις οποίες αναφέρεται ρητώς η υπό κρίση προσφυγή ούτε κάποια άλλη διάταξή της δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη τη θέση σε εφαρμογή τέτοιου κανονιστικού πλαισίου.
|
|
58. Tvärtemot vad Republiken Tjeckien har gjort gälland e, trots att ett införlivande av artikel 9.1 i direktiv 2003/41 med nationell rätt bland annat kräver att samtliga medlemsstater antar bestämmelser om registrering eller auktorisation av tjänstepensionsinstitut som är etablerade i dem, innehåller inte ovannämnda artikel någon bestämmelse som ålägger medlemsstaterna att tillåta sådana institut att etablera sig i dem.
|
58. Έτσι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Τσεχικής Δημοκρατίας, αν η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/41 επιβάλλει βεβαίως, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη να προβλέπουν στην εθνική τους νομοθεσία την εγγραφή σε μητρώο ή την έγκριση των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συντάξεων στο έδαφός τους, η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει κανένα κανόνα που να υποχρεώνει τα εν λόγω κράτη να καταστήσουν δυνατή την εγκατάσταση τέτοιου είδους φορέων στο έδαφός τους.
|
|
59. Såsom framgår av punkterna 43–47 i denna dom utgör direktiv 2003/41 nämligen endast ett första steg på vägen för att etablera en inre marknad för tjänstepensioner genom att det i direktivet anges vissa minimiregler om aktsamhet. Syftet med direktivet är emellertid inte, ens delvis, att harmonisera de nationella pensionssystemen och kräva att medlemsstaterna ska ändra eller avskaffa nationella bestämmelser om hur dessa system är uppbyggda.
|
59. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 47 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 2003/41 αποτελεί ένα πρώτο μόνο βήμα προς την κατεύθυνση μιας εσωτερικής αγοράς επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, μέσω της εφαρμογής, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ενός ελάχιστου επιπέδου κανόνων εποπτείας. Αντιθέτως, δεν αποσκοπεί να εναρμονίσει, έστω μερικώς, τα εθνικά συνταξιοδοτικά συστήματα, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου που καθορίζουν την οργάνωση καθαυτή των συστημάτων αυτών.
|
|
60. Det påpekas uttryckligen i skäl 9 i direktivet att i enlighet med subsidiaritetsprincipen har medlemsstaterna det fulla ansvaret för tjänstepensionssystemens uppbyggnad, liksom för beslut om vilken roll var och en av pelarna i dessa system ska spela, inbegripet en andra pelare, och ett införlivande kränker därför inte medlemsstaternas prerogativ enligt artikel 137.4 första strecksatsen EG.
|
60. Ειδικότερα, στην ένατη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία υπογραμμίζει ρητώς ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των εθνικών συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη αποφάσεως σχετικά με τον ρόλο εκάστου των πυλώνων του συνταξιοδοτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του δεύτερου πυλώνα, και ότι αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θίξει τα προνόμια αυτά.
|
|
61. Likaledes föreskrivs det för övrigt i artikel 20.1 i direktiv 2003/41, i enlighet med skälen 36 och 37 i direktivet, att tjänstepensionsinstitutens verksamhet över gränserna ska utövas utan att det påverkar tillämpningen av nationell social- och arbetsmarknadslagstiftning i värdmedlemsstaten avseende det nationella pensionssystemets uppbyggnad.
|
61. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/41 προβλέπει, εξάλλου, ότι, κατά την τριακοστή έκτη και την τριακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη αυτής, οι διασυνοριακές δραστηριότητες των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών ασκούνται με την επιφύλαξη των διατάξεων της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής που σχετίζονται με την οργάνωση των εθνικών συστημάτων συνταξιοδοτήσεως.
|
|
62. Följaktligen, och i motsats till vad kommissionen också har hävdat i sina skriftliga inlagor, kan inte direktiv 2003/41 på något sätt tolkas så att direktivet medför att en medlemsstat som, liksom Republiken Tjeckien, förbjuder etablering av tjänstepensionsinstitut i landet, eftersom det saknas en andra pelare i dess pensionssystem, ska avskaffa detta förbud och tillåta tjänstepensionsinstitut att etablera sig och att tillhandahålla tjänster, vilket ostridigt omfattas av den andra pelaren i det nationella pensionssystemet.
|
62. Κατά συνέπεια, και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, η οδηγία δεν πρέπει να έχει την έννοια ότι υποχρεώνει ένα κράτος μέλος το οποίο, όπως και η Τσεχική Δημοκρατία, απαγορεύει την εγκατάσταση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων στο έδαφός του λόγω της απουσίας δεύτερου πυλώνα στο εθνικό του σύστημα συνταξιοδοτήσεως, να καταργήσει την απαγόρευση αυτή, ούτως ώστε να καταστήσει δυνατή την εγκατάσταση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων στο έδαφός του, προκειμένου αυτοί να παρέχουν υπηρεσίες οι οποίες αδιαμφισβήτητα εμπίπτουν στον δεύτερο πυλώνα των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.
|
|
63. Ett sådant förbud i nationell rätt måste vara förenligt med bestämmelserna om fri rörlighet i EG‑fördraget, bland annat med bestämmelserna om fri etableringsrätt, vilken innebär ett principiellt förbud mot inskränkningar i utövandet av denna rätt (se, för ett liknande resonemang, bland annat, dom av den 16 maj 2006 i mål C‑372/04, Watts, REG 2006, s. I‑4325, punkt 92 och där angiven rättspraxis, samt av den 11 september 2008 i mål C‑228/07, Petersen, REG 2008, s. I‑6989, punkt 42) såvida inte dessa inskränkningar kan motiveras med hänvisning till tvingande skäl av allmänintresse, vilka inbegriper en risk för att allvarligt rubba balansen i det sociala trygghetssystemet (se, för et liknande resonemang, dom av den 28 april 1998 i mål C‑158/96, Kohll, REG 1998, s. I‑1931, punkt 41, och av den 5 mars 2009 i mål C‑350/07, Kattner Stahlbau, REG 2009, s. I‑0000, punkt 85).
|
63. Βέβαια μια τέτοια προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία απαγόρευση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως τις διατάξεις περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως, που απαγορεύουν καταρχήν τους περιορισμούς ασκήσεως της ελευθερίας αυτής (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2006, C-372/04, Watts, Συλλογή 2006, σ. I-4325, σκέψεις 92 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-228/07, Petersen, Συλλογή 2008, σ. Ι-6989, σκέψη 42), εκτός αν αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει λόγων που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΚ ή επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος σοβαρού πλήγματος στη χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, ιδίως, αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, C-158/96, Kohll, Συλλογή 1998, σ. Ι-1931, σκέψη 41, και της 5ης Μαρτίου 2009, C-350/07, Kattner Stahlbau, που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 85).
|
|
64. Vid prövningen av huruvida denna talan är välgrundad, såtillvida som den endast avser en underlåtenhet att införliva bestämmelserna i direktiv 2003/41 och inte ett möjligt åsidosättande av bestämmelserna i fördraget, vilket kommissionen inte vid något tillfälle har åberopat till stöd för sitt resonemang, är det emellertid varken nödvändigt att pröva huruvida förbudet i tjeckisk rätt mot att etablera tjänstepensionsinstitut i Republiken Tjeckien strider mot bestämmelserna om fri rörlighet eller, följaktligen, att pröva om det kan krävas att denna medlemsstat, för att leva upp till ovannämnda bestämmelser, är skyldig att, i förekommande fall, etablera en andra pelare i sitt nationella pensionssystem.
|
64. Εντούτοις, προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της υπό κρίση προσφυγής, καθότι αφορά μόνον την παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 2003/41 και όχι την ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης, τις οποίες ουδέποτε επικαλέστηκε η Επιτροπή προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η απαγόρευση εγκαταστάσεως των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών φορέων στο έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας που προβλέπει το τσεχικό δίκαιο αντιβαίνει προς τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας και συνεπώς και η εξέταση κατά πόσο είναι δυνατό να υποχρεωθεί το εν λόγω κράτος μέλος να εισαγάγει, ενδεχομένως, δεύτερο πυλώνα στο εθνικό συνταξιοδοτικό του σύστημα, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τους κανόνες αυτούς.
|
|
65. I motsats till vad Republiken Tjeckien har hävdat utgör dessutom inte skyldigheten att införliva direktiv 2003/41 i dess helhet genom att överföra bestämmelserna i artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–4 till nationell rätt att bestämmelserna i artikel 137.4 första strecksatsen EG på något sätt åsidosätts.
|
65. Δεύτερον, παρατηρείται ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Τσεχική Δημοκρατία, η υποχρέωση πλήρους μεταφοράς της οδηγίας 2003/41, μέσω της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων των άρθρων 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, αυτής, ουδόλως παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ.
|
|
66. Det ska i detta sammanhang erinras om att bestämmelser som har antagits enligt artikel 137.4 första strecksatsen EG ”inte [ska] påverka medlemsstaternas erkända rätt att fastställa de grundläggande principerna för sina system för social trygghet och inte i väsentlig grad [ska] påverka den finansiella jämvikten i dessa”.
|
66. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 137, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΕΚ, οι διατάξεις που θεσπίζονται βάσει του άρθρου αυτού «δεν θίγουν την αναγνωρισμένη ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές του δικού τους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν πρέπει να επηρεάζουν αισθητά την οικονομική ισορροπία του».
|
|
67. Det ska inledningsvis slås fast att direktiv 2003/41, som utgör föremålet för denna talan, inte har antagits enligt artikel 137 EG, vilken är den rättsliga grunden för tillnärmning av medlemsstaternas lagstiftning på socialpolitikens område. Direktivet har nämligen, såsom redan har påpekats i punkt 43 i denna dom, antagits med artiklarna 47.2 EG, 55 EG och 95 EG som rättsliga grunder. Syftet med dessa fördragsbestämmelser är att genomföra den inre marknaden genom en rätt att fritt tillhandahålla tjänster och genom fri etableringsrätt.
|
67. Επομένως, διαπιστώνεται ότι, κατά πρώτον, η οδηγία 2003/41 που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής δεν εκδόθηκε βάσει του άρθρου 137 ΕΚ, το οποίο συνιστά τη νομική βάση της Συνθήκης για την προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Όπως τονίστηκε ήδη στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία αυτή έχει ως βάση τα άρθρα 47, παράγραφος 2, ΕΚ, 55 ΕΚ και 95 ΕΚ, που αποσκοπούν στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
|
|
68. Direktiv 2003/41 ska dessutom, enligt artikel 2.2 a, inte tillämpas på institut som förvaltar sociala trygghetssystem, med följd att dessa institut inte påverkas av bestämmelserna i direktivet.
|
68. Δεύτερον, η οδηγία 2003/41, κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, δεν εφαρμόζεται σε ιδρύματα που διαχειρίζονται συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, οπότε τα εν λόγω ιδρύματα δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
|
|
69. Republiken Tjeckien har således underlåtit att uppfylla sina skyldigheter enligt artikel 22.1 i direktiv 2003/41 genom att inte inom föreskriven frist anta de lagar och andra författningar som är nödvändiga för att införliva artiklarna 8, 9, 13, 15–18 och 20.2–20.4 i direktivet. Talan ogillas i övrigt.
|
69. Συνεπώς, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 8, 9, 13, 15 έως 18 και 20, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 2003/41, η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 22, παράγραφος 1. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
|
|
Rättegångskostnader
|
Επί των δικαστικών εξόδων
|
|
70. Enligt artikel 69.2 i rättegångsreglerna ska tappande part förpliktas att ersätta rättegångskostnaderna, om detta har yrkats. Kommissionen har yrkat att Republiken Tjeckien ska förpliktas att ersätta rättegångskostnaderna. Eftersom Republiken Tjeckien har tappat målet, ska kommissionens yrkande bifallas.
|
70. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Τσεχικής Δημοκρατίας, αυτή δε ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
|