Dvojezični izpis

Opinion of the Advocate-General

BG DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LV MT NL PL PT RO SK SL SV  BG DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LV MT NL PL PT RO SK SL SV 

sl

el

 

Opinion of the Advocate-General


1. High Court (Irska) s svojim vprašanjem za predhodno odločanje Sodišče v bistvu poziva, naj pojasni obseg pravice do izjave v okviru postopka obravnavanja prošnje za subsidiarno zaščito, ki jo je ruandski državljan vložil na podlagi Direktive 2004/83/ES(2) . Ta subsidiarna zaščita se uporablja za državljane tretje države, ki ne izpolnjujejo pogojev za begunce, a je bilo v zvezi z njimi izkazano, da obstajajo utemeljeni razlogi za prepričanje, da bi se, če bi se vrnili v izvorno državo, soočili z utemeljenim tveganjem, da bi utrpeli resno škodo.(3)
1. Με το προδικαστικό ερώτημά του, το High Court (Ιρλανδία) καλεί, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως επικουρικής προστασίας που υποβλήθηκε από υπήκοο της Ρουάντα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ (2) . Η επικουρική αυτή προστασία καλύπτει κάθε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο μπορεί να υποτεθεί με βάση σοβαρούς και επιβεβαιωμένους λόγους ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του (3) .
2. Evropska unija v skladu s členom 78(2) PDEU določi merila, ki so skupna vsem državam članicam, v zvezi s pogoji, ki jih morajo državljani tretjih držav izpolniti za priznanje mednarodne zaščite na podlagi Direktive 2004/83. Člen 4(1) Direktive v poglavju II, ki se nanaša na posamično obravnavo prošnje za mednarodno zaščito, določa:
2. Στηριζόμενη στο άρθρο 78, παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε κοινά κριτήρια στο σύνολο των κρατών μελών όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι υπήκοοι τρίτων χωρών προκειμένου να τους παρέχεται διεθνής προστασία, εκδίδοντας την οδηγία 2004/83. Στο πλαίσιο του κεφαλαίου II της οδηγίας αυτής, αφιερωμένου στην ατομική αξιολόγηση αιτήσεων για παροχή διεθνούς προστασίας, το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
„Države članice lahko naložijo prosilcu dolžnost, da čimprej predloži vse potrebne elemente za utemeljitev prošnje za mednarodno zaščito. Dolžnost države članice je, da v sodelovanju s prosilcem obravnava ustrezne elemente prošnje.“
«Τα κράτη μέλη μπορούν να κρίνουν ότι εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Αποτελεί καθήκον των κρατών μελών να αξιολογούν, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησής του.»
3. Predložitveno sodišče v obravnavani zadevi Sodišče sprašuje, ali je treba dolžnost sodelovanja iz te določbe razlagati tako, da mora organ, pristojen za obravnavanje prošnje, pred sprejetjem zavrnilne odločbe in po tem, ko je bila prošnja za azil že zavrnjena, sporočiti elemente, s katerimi namerava to odločbo utemeljiti, in pridobiti stališča prosilca v zvezi s tem.
3. Στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προς το Δικαστήριο είναι αν το καθήκον συνεργασίας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι υποχρεώνει την υπεύθυνη για την εξέταση της αιτήσεως αρχή να κοινοποιήσει, πριν από την έκδοση δυσμενούς αποφάσεως και εφόσον έχει απορριφθεί αίτηση για παροχή ασύλου, τα στοιχεία στα οποία προτίθεται να στηρίξει την εν λόγω απόφαση και να λάβει γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος.
4. Predlog za sprejetje predhodne odločbe izhaja iz spora med M. M., ruandskim državljanom, pripadnikom plemena Tutsi, in Minister for Justice, Equality and Law Reform, Irsko in Attorney General glede zakonitosti postopka, ki so ga uporabili irski organi za obravnavanje njegove prošnje za subsidiarno zaščito.
4. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του M., υπηκόου της Ρουάντα και μέλους της εθνότητας των Τούτσι, και του Υπουργού Δικαιοσύνης, Ισότητας και Νομικών Μεταρρυθμίσεων [Minister for Justice, Equality and Law Reform], της Ιρλανδίας και του Γενικού Εισαγγελέα [Attorney General], η οποία αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολούθησαν οι εν λόγω ιρλανδικές αρχές κατά την εξέταση της αιτήσεώς του για επικουρική προστασία.
5. M. M. je po izteku študijskega vizuma, ki so mu ga izdali irski organi, pri Office of the Refugee Applications Commissionner (urad komisarja, pristojnega za obravnavo prošenj za azil)(4) 21. maja 2008 vložil prošnjo za azil. Zaradi zavrnitve te prošnje je 31. decembra 2008 vložil prošnjo za subsidiarno zaščito, ki je bila 24. septembra 2010 prav tako zavrnjena. Minister for Justice, Equality and Law Reform je menil, da zaradi resnih dvomov o verodostojnosti njegovih trditev ni mogoče dokazati, da bi lahko ob vrnitvi v izvorno državo utrpel resno škodo, kar bi bil utemeljen razlog za priznanje subsidiarne zaščite.
5. Μετά τη λήξη της θεωρήσεως εισόδου που του είχε χορηγηθεί από τις ιρλανδικές αρχές, ο M. υπέβαλε στις 21 Μαΐου 2008 ενώπιον του Office of the Refugee Applications Commissionner (Γραφείο Επιτρόπου για την Εξέταση Αιτήσεων Ασύλου) (4) αίτηση για τη χορήγηση ασύλου. Μετά την απόρριψη της αιτήσεώς του, ο M. υπέβαλε στις 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση για επικουρική προστασία η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2010. Ο Minister for Justice, Equality and Law Reform θεώρησε ότι, επειδή υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών του, δεν ήταν δυνατό να καταδειχθεί ότι κινδύνευε να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ώστε να δικαιολογείται η παροχή επικουρικής προστασίας.
6. M. M. je zoper to zadnjo odločitev vložil ničnostno tožbo pri High Court. Meni, da pristojni nacionalni organi niso izpolnili dolžnosti sodelovanja, ki jo imajo na podlagi člena 4(1) Direktive 2004/83, ker mu niso omogočili predložitve stališč glede osnutka odločbe o zavrnitvi njegove prošnje, ki se je med drugim sklicevala na dokument, s katerim zadevna oseba med postopkom ni bila seznanjena.
6. Η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ο Μ. ενώπιον του High Court στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Ο προσφεύγων εκτιμά ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν τήρησαν το καθήκον συνεργασίας που τους επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, καθόσον δεν του έδωσαν τη δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του επί του σχεδίου της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του, η οποία αναφερόταν ιδίως σε ένα έγγραφο του οποίου ο ενδιαφερόμενος δεν έλαβε γνώση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
7. High Court v predložitveni odločbi navaja, da se ne strinja z analizo M. M. glede razlage člena 4(1) Direktive 2004/83. V zvezi s tem se sklicuje na sodbo, ki jo je 24. marca 2011 izdalo v zadevi Ahmed proti Minister for Justice, Equality and Law Reform, in na dva od argumentov, ki jih je navedlo za zavrnitev take razlage. Prvi je bil povezan z nujnostjo preprečiti številnost faz postopka. Drugi se je nanašal na precejšnje sodelovanje med pristojnim nacionalnim organom in prosilcem že med obravnavanjem prošnje za azil. High Court je namreč pojasnilo, da prošnja za subsidiarno zaščito ni bila vložena ločeno, temveč na podlagi postopka obravnavanja prošnje za azil, med katerim je bil prosilec že večkrat zaslišan.
7. Στην απόφασή του περί παραπομπής, το High Court τονίζει ότι δεν συμμερίζεται την ανάλυση του Μ. όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83. Αναφέρεται, συναφώς, στην απόφασή του της 24ης Μαρτίου 2011, Ahmed κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, και σε δύο από τις εκτιμήσεις του προκειμένου να απορρίψει την εν λόγω ερμηνεία. Η πρώτη συνδεόταν με την ανάγκη αποφυγής πληθώρας διαδικαστικών φάσεων. Η δεύτερη είχε σχέση με την εκτεταμένη ανταλλαγή απόψεων και εγγράφων που είχε λάβει χώρα μεταξύ της αρμόδιας εθνικής αρχής και του αιτούντος κατά τη φάση της εξετάσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση ασύλου. Το High Court επισήμανε, συγκεκριμένα, ότι η αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας δεν υποβλήθηκε μεμονωμένα, αλλά μετά από διαδικασία εξετάσεως αιτήσεως ασύλου στο πλαίσιο της οποίας ο αιτών εξέθεσε επανειλημμένως τις απόψεις του.
8. High Court v predložitveni odločbi kljub temu navaja, da je Raad van State (državni svet) (Nizozemska) v sodbi z dne 12. julija 2007 očitno drugače razlagal člen 4(1) Direktive 2004/83. Ker je High Court želelo preprečiti morebitno razhajanje razlag med sodišči držav članic, je prekinilo odločanje in Sodišču v predhodno odločanje predložilo to vprašanje:
8. Ωστόσο, στην απόφασή του περί παραπομπής, το High Court επισημαίνει ότι, με την απόφασή του της 12ης Ιουλίου 2007, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) (Κάτω Χώρες) φαίνεται ότι υιοθέτησε μια διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83. Προς αποφυγή οποιωνδήποτε αποκλινουσών ερμηνειών από τα δικαστήρια των διαφόρων κρατών μελών, το High Court αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
„Ali morajo upravni organi države članice, če prosilec prosi za subsidiarno zaščito, potem ko mu ni bil priznan status begunca, in je predlagano, naj se taka prošnja zavrne, na podlagi obveznosti sodelovanja s prosilcem, ki je zadevni državi članici naložena s členom 4(1) Direktive […] 2004/83[…], prosilcu predložiti rezultate take presoje, preden se sprejme končna odločitev, zato da se lahko prosilec izjavi o vidikih predlagane odločitve, ki kažejo na to, da bo prošnja zavrnjena?“
«Σε περίπτωση που ο αιτούμενος να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα ζητεί, μετά την απόρριψη της αιτήσεώς του, την παροχή επικουρικής προστασίας και προτείνεται η απόρριψη και της εν λόγω αιτήσεως, υπέχουν οι διοικητικές αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους, βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου απαιτήσεως συνεργασίας με τον αιτούντα, την υποχρέωση γνωστοποιήσεως στον αιτούντα των αποτελεσμάτων της αξιολογήσεώς τους, πριν από την έκδοση τελικής αποφάσεως, κατά τρόπον ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του επί της προτεινόμενης απορριπτικής αποφάσεως;»
9. Stališča so predložile stranke v sporu o glavni stvari, češka in nemška vlada, Irska, francoska, madžarska, nizozemska in švedska vlada ter Evropska komisija.
9. Παρατηρήσεις κατατέθηκαν από τους διαδίκους της κύριας δίκης, την Τσεχική και τη Γερμανική Κυβέρνηση,, από την Ιρλανδική Κυβέρνηση, τη Γαλλική, την Ουγγρική, την Ολλανδική και τη Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
10. Zastopnik M. M. je Sodišče na obravnavi pozval, naj se postavljeno vprašanje preoblikuje tako, da bo v bistvu lahko presodilo, ali je bilo v zadevnem postopku obravnave zagotovljeno spoštovanje pravice do učinkovitega pravnega sredstva, kot je določena v členu 47 Listine Evropske unije o temeljnih pravicah.(5) Ker tako preoblikovanje močno presega okvir, ki ga je določilo predložitveno sodišče, in ker posledično stranke o tem vprašanju niso razpravljale, Sodišče pozivam, naj ga ne dovoli.
10. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του Μ. ζήτησε από το Δικαστήριο να αναδιατυπώσει το υποβληθέν ερώτημα ούτως ώστε να μπορέσει, ουσιαστικά, να κρίνει αν η επίμαχη διαδικασία εξετάσεως επέτρεψε την εξασφάλιση του σεβασμού του δικαιώματος για αποτελεσματική ένδικη προστασία, το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5) . Δεδομένου ότι η αναδιατύπωση αυτή υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο που ορίστηκε από το αιτούν δικαστήριο και ότι, κατά συνέπεια, το εν λόγω ζήτημα ουδόλως συζητήθηκε από τους διαδίκους, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα αυτό.
I – Analiza
I – Η ανάλυσή μου
11. Predložitveno sodišče s svojim vprašanjem Sodišče v bistvu sprašuje, ali je treba dolžnost sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 razlagati tako, da mora država članica pred sprejetjem zavrnilne odločbe zadevno osebo zaslišati v zvezi z izvedeno presojo dejanskega stanja in okoliščin.
11. Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το καθήκον συνεργασίας, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να ακούσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου όσον αφορά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και λοιπών περιστάσεων στην οποία προέβη, προτού εκδώσει απορριπτική απόφαση.
12. Bistvo odgovora na vprašanje, ki ga je postavilo predložitveno sodišče, je jasno.
12. Το διακύβευμα της απαντήσεως που θα δοθεί στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα είναι προφανές.
13. Po eni strani je treba določiti obseg pravice do izjave v okviru postopka obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito. Gre predvsem za vprašanje, ali mora organ, pristojen za obravnavanje prošnje za subsidiarno zaščito, na podlagi dolžnosti sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 pred sprejetjem zavrnilne odločbe in po tem, ko je bila prošnja za azil že zavrnjena, posredovati elemente, s katerimi namerava utemeljiti to odločbo, in pridobiti stališča prosilca v zvezi s tem.
13. Αφενός, θα πρέπει να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ζητούμενο είναι αν το καθήκον συνεργασίας που καθιερώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 υποχρεώνει την αρμόδια για την εξέταση αιτήσεως επικουρικής προστασίας αρχή να κοινοποιήσει, πριν από την έκδοση δυσμενούς αποφάσεως και ενώ έχει απορριφθεί αίτηση για παροχή ασύλου, τα στοιχεία στα οποία προτίθεται να στηρίξει την εν λόγω απόφαση και να λάβει γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος.
14. Po drugi strani je treba pojasniti minimalna jamstva, ki jih pristojni nacionalni organi ne smejo odreči prosilcem za mednarodno zaščito v okviru postopka obravnavanja njihove prošnje. Čeprav namreč države članice v skladu z uvodno izjavo 11 Direktive 2005/85/ES(6) in sodno prakso Sodišča obravnavanje prošenj za mednarodno zaščito organizirajo po lastni presoji, pa morajo kljub vsemu zagotoviti spoštovanje pravic in procesnih načel, tudi minimalnih, določenih v tej direktivi.(7)
14. Αφετέρου, θα πρέπει να διευκρινιστεί ποιες ακριβώς είναι οι ελάχιστες εγγυήσεις τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν να αναγνωρίσουν στους αιτούμενους διεθνή προστασία στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεώς τους. Πράγματι, καίτοι, σύμφωνα με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85/ΕΚ (6) και τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη διαθέτουν κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την οργάνωση της διαχείρισης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, υποχρεούνται να εγγυώνται ότι γίνονται σεβαστά ακόμη και τα πλέον ελάχιστα διαδικαστικά δικαιώματα και οι αρχές που καθιερώνονται στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας (7) .
A – Uvodne ugotovitve
Α – Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις
15. Pred preučitvijo vprašanja bi rad navedel dve ugotovitvi.
15. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος, θεωρώ σκόπιμο να διατυπώσω δύο παρατηρήσεις.
16. Prvič, takoj je treba poudariti, da na podlagi besedila člena 4(1) Direktive 2004/83 državam članicam ni mogoče naložiti obveznosti, ki jo zatrjuje M. M., in to ne glede na jezikovno različico tega besedila.
16. Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί εξ αρχής ότι το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 δεν επιτρέπει τη θέσπιση υποχρεώσεως, όπως αυτή που επικαλείται ο Μ., βαρύνουσα τα κράτη μέλη, τούτο δε ανεξάρτητα από τη γλωσσική απόδοση του εν λόγω κειμένου.
17. Da bi odgovorili na vprašanje, ki ga postavlja predložitveno sodišče, bo zato treba najprej spomniti na obseg pravice do izjave v pravnem redu Unije, kot ga je Sodišče opredelilo v sodni praksi, in na podlagi tega določiti obseg, ki naj bi ga ta pravica imela v okviru postopka obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito.
17. Συνεπώς, για να απαντηθεί το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνηστεί το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως στην έννομη τάξη της Ένωσης, όπως το έχει ορίσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του, για να προσδιοριστεί ακολούθως το περιεχόμενο που θα πρέπει να προσδίδεται στο δικαίωμα αυτό στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
18. Nato bo treba preučiti, kako je zakonodajalec Unije to pravico udejanjil v direktivah 2004/83 in 2005/85. Obseg obveznosti sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 je namreč treba preučiti ne samo z vidika sistematike in cilja te določbe, ampak ga je treba presojati tudi z vidika pravil, ki urejajo postopek priznavanja mednarodne zaščite, določen v Direktivi 2005/85.
18. Κατόπιν, θα πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμενοποίησε το δικαίωμα αυτό ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο των οδηγιών 2004/83 και 2005/85. Πράγματι, το περιεχόμενο του καθήκοντος συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 πρέπει όχι μόνο να εξεταστεί υπό το φως της οικονομίας και του σκοπού της εν λόγω διατάξεως, αλλά και να εκτιμηθεί βάσει των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας η οποία προσδιορίζεται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/85.
19. Poudariti je namreč treba, da Direktiva 2004/83 glede na naslov in uvodne izjave ter vsebino in namen ne določa procesnih pravil, ki veljajo pri obravnavanju prošnje za mednarodno zaščito, niti ne določa procesnih jamstev, ki jih je treba pri tem zagotoviti prosilcu. Edini namen te direktive je določiti merila, skupna vsem državam članicam, glede pogojev, ki jih morajo izpolnjevati državljani tretjih držav, da se jim prizna mednarodna zaščita,(8) in glede vsebine te zaščite.
19. Πρέπει, όντως, να τονιστεί ότι η οδηγία 2004/83, τόσο με βάση τον τίτλο και το προοίμιό της όσο και με βάση το περιεχόμενο και τον σκοπό της, δεν προορίζεται να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες που θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας ούτε να καθιερώσει τις διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να παρέχονται στον αιτούντα. Μοναδικός σκοπός της οδηγίας αυτής είναι να ορίσει κοινά στο σύνολο των κρατών μελών κριτήρια όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι υπήκοοι τρίτων χωρών για να μπορούν να τύχουν διεθνούς προστασίας (8) και το περιεχόμενο της προστασίας αυτής.
20. V zvezi s tem člen 4 Direktive 2004/83 vsebuje seznam dejstev in okoliščin, ki jih morajo države članice upoštevati pri presoji utemeljenosti prošnje, v odstavku 1 tega člena pa je določena dolžnost sodelovanja, katere obseg je sporen v tej zadevi.
20. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83 ορίζει τον κατάλογο των στοιχείων, αντιστοιχούντων σε γεγονότα και περιστάσεις, τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να εκτιμούν για να αξιολογούν τη βασιμότητα της αιτήσεως και καθιερώνει, στην παράγραφο 1, το καθήκον συνεργασίας, το περιεχόμενο του οποίου βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσης υποθέσεως.
21. Obseg tega sodelovanja je pojasnjen v Direktivi 2005/85.
21. Το περιεχόμενο της συνεργασίας αυτής προσδιορίζεται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/85.
22. Cilj Direktive 2005/85, ki je bila sprejeta nekaj mesecev po Direktivi 2004/83, je bil določiti procesna pravila, skupna vsem državam članicam, za priznanje in odvzem statusa begunca. V zvezi s tem so v poglavjih II in III Direktive 2005/85 pojasnjene pravice in procesne obveznosti, ki jih morata prosilec in država članica izpolniti v zvezi z obravnavanjem prošnje za azil, sodelovanje iz člena 4(1) Direktive 2004/83 pa je podrobneje opisano.
22. Η οδηγία 2005/85, η οποία εκδόθηκε λίγους μήνες μετά την οδηγία 2004/83, έχει ως σκοπό να θεσπίσει κοινούς διαδικαστικούς κανόνες για όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη χορήγηση και την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Στο πλαίσιο αυτό, η οδηγία 2005/85 καθορίζει, στα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ, τα διαδικαστικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αιτούντα και στο κράτος μέλος όσον αφορά την αξιολόγηση μιας αιτήσεως ασύλου και θέτει τους συγκεκριμένους κανόνες που διέπουν τη συνεργασία που καθιερώνεται στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83.
23. Pojasniti je treba področje uporabe Direktive 2005/85.
23. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/85.
24. V skladu s členom 3(1) se uporablja za vse prošnje za azil, vložene na ozemlju države članice.
24. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται επί όλων των αιτήσεων ασύλου που υποβάλλονται στο έδαφος των κρατών μελών.
25. Direktiva se v skladu s členom 3(3) uporablja tudi, če država članica uvede enoten postopek za obravnavanje prošnje z vidika dveh oblik mednarodne zaščite, in sicer azila in subsidiarne zaščite. V skladu s to določbo namreč države članice, „[č]e […] izvajajo ali uvedejo en postopek, po katerem obravnavajo prošnje za azil kot prošnje na podlagi […] konvencije [o statusu beguncev(9) ] in kot prošnje za druge vrste mednarodne zaščite, ki se zagotovi v okoliščinah, kot so opredeljene v členu 15 Direktive 2004/83 [o subsidiarni zaščiti], uporabljajo to direktivo skozi ves postopek“.
25. Κατά το άρθρο της 3, παράγραφος 3, η οδηγία εφαρμόζεται επίσης όταν τα κράτη μέλη εισάγουν ενιαία διαδικασία διά της οποίας μια αίτηση εξετάζεται υπό αμφότερες τις μορφές διεθνούς προστασίας, ήτοι τόσο ως αίτηση ασύλου όσο και ως αίτηση επικουρικής προστασίας. Πράγματι, κατά την εν λόγω διάταξη, «[ό]ταν τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ή εισάγουν διαδικασία διά της οποίας οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται τόσο ως αιτήσεις βάσει της Σύμβασης [περί του καθεστώτος των προσφύγων (9) ] όσο και ως αιτήσεις άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, που παρέχονται υπό τις περιστάσεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ [σχετικά με την επικουρική προστασία], εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας αυτής».
26. Kot razumem, je večina ali skoraj večina držav članic sprejela tako imenovani sistem „vseobsegajočega postopka“, ki ga je zakonodajalec Unije močno podpiral že leta 2004(10), danes pa je določen v spremenjenem predlogu Direktive 2005/85(11) .
26. Αντιλαμβάνομαι ότι η πλειονότητα ή μάλλον το σύνολο σχεδόν των κρατών μελών έχει υιοθετήσει το σύστημα αυτό «του ενός γραφείου υποδοχής», σύστημα που ενεθάρρυνε ευρέως ο νομοθέτης της Ένωσης από το 2004 (10) και το οποίο καθιερώνεται σήμερα στο πλαίσιο της τροποποιημένης προτάσεως της οδηγίας 2005/85 (11) .
27. Nasprotno pa naj bi se na obravnavi izkazalo, da država članica, ki uvede ločen upravni postopek za obravnavanje prošnje za subsidiarno zaščito, na podlagi člena 3(3) Direktive 2005/85 ni dolžna stricto sensu uporabljati procesnih jamstev, dodeljenih v okviru obravnavanja prošnje za azil.
27. Αντίθετα, από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει καθιερώσει χωριστή διοικητική διαδικασία για την εξέταση αιτήσεως επικουρικής προστασίας, δεν υποχρεούται, stricto sensu, με βάση το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85, να εφαρμόζει τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχονται στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου.
28. Drugič, treba je spomniti, da sta bili direktivi 2004/83 in 2005/85 sprejeti na podlagi člena 63, prvi odstavek, točka 1, ES, s katerim je bilo Svetu Evropske unije naloženo, da ukrepe, ki se nanašajo na azil, sprejema na podlagi popolne in splošne uporabe Ženevske konvencije. Ti direktivi tako prispevata k vzpostavitvi skupnega evropskega azilnega sistema, ki temelji na popolni in splošni uporabi te konvencije, njun cilj pa je podpreti pristojne nacionalne organe pri izvajanju tega sistema z opredelitvijo skupnih pojmov in meril.
28. Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι οι οδηγίες 2004/83 και 2005/85 εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, της Συνθήκης ΕΚ, δυνάμει του οποίου ανατέθηκε στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θεσπίσει μέτρα σχετικά με το άσυλο με γνώμονα μια ολοκληρωμένη και συνολική εφαρμογή της Συμβάσεως της Γενεύης. Επομένως, οι δύο αυτές οδηγίες συμβάλλουν στην καθιέρωση ενός κοινού ευρωπαϊκού καθεστώτος ασύλου βασιζόμενου στην ολοκληρωμένη και συνολική εφαρμογή της εν λόγω Συμβάσεως και έχουν ως στόχο να βοηθήσουν τις αρμόδιες εθνικές αρχές να εφαρμόζουν τη Σύμβαση διά του καθορισμού κοινών εννοιών και κριτηρίων.
29. Zato bom v skladu s sodno prakso Sodišča(12) zadevne določbe razložil ne samo z vidika splošne sistematike in cilja direktiv 2004/83 in 2005/85, ampak tudi ob upoštevanju določb Ženevske konvencije(13) in zlasti razlage, ki jo je v zvezi s tem uporabil Visoki komisariat Združenih narodov za begunce (UNHCR)(14) .
29. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (12), θα προχωρήσω στην ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων, όχι μόνο υπό το φως της γενικής οικονομίας και του σκοπού των οδηγιών 2004/83 και 2005/85, αλλά επίσης λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Γενεύης (13) και, ιδίως, την ερμηνεία που υιοθέτησε συναφώς η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR) (14) .
B – Obseg pravice do izjave
Το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως
30. Sodišče je potrdilo pomen pravice do izjave in njen zelo širok obseg v pravnem redu Unije.
30. Το Δικαστήριο έχει τονίσει τη σημασία του δικαιώματος ακροάσεως και το ευρύτατο περιεχόμενό του στην έννομη τάξη της Ένωσης.
31. Ta pravica se tako v skladu z ustaljeno sodno prakso šteje za splošno načelo prava Unije, ki po eni strani izhaja iz pravice do dobrega upravljanja, določene v členu 41 Listine, in po drugi strani iz spoštovanja pravice do obrambe in pravice do pravičnega sojenja, ki sta zagotovljeni v členih 47 in 48 Listine(15) .
31. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα αυτό συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που συνδέεται, αφενός, με το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη, και, αφετέρου, με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη που εξασφαλίζουν τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη (15) .
32. Pravica do izjave se mora uporabljati v vsakem postopku, ki bi se lahko končal s sprejetjem upravne ali sodne odločbe, ki bi škodovala interesom neke osebe. To pravico morajo na podlagi člena 41(2)(a) Listine(16) upoštevati institucije Unije, kot splošno načelo prava Unije pa jo morajo spoštovati tudi uprave vseh držav članic, kadar sprejemajo odločbe, ki spadajo na področje uporabe prava Unije, tudi če veljavni predpisi ne določajo izrecno take formalnosti.(17) Pravica do izjave se mora zato uporabljati v postopku obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito, ki ga pristojni nacionalni organ vodi v skladu s pravili, sprejetimi v okviru skupnega evropskega azilnega sistema.
32. Το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να εφαρμόζεται επί οποιασδήποτε διαδικασίας δυναμένης να οδηγήσει στην έκδοση διοικητικής ή δικαστικής αποφάσεως επηρεάζουσας δυσμενώς τα συμφέροντα ενός προσώπου. Ο σεβασμός του δικαιώματος αυτού επιβάλλεται όχι μόνο στα όργανα της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη (16), αλλά επίσης, επειδή συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, στις διοικήσεις όλων των κρατών μελών όταν αυτές εκδίδουν αποφάσεις εντασσόμενες στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, τούτο δε ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς την τήρηση τέτοιου τύπου (17) . Κατά συνέπεια, το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να εφαρμόζεται στη διαδικασία εξετάσεως αιτήσεων διεθνούς προστασίας εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού καθεστώτος ασύλου.
33. S pravico do izjave je v skladu z ustaljeno sodno prakso vsaki osebi zagotovljena pravica, da predloži pisna ali ustna stališča glede elementov, s katerimi namerava uprava utemeljiti odločbo, ki bi lahko posegla v položaj te osebe.(18) Od uprave zahteva, da zadevni osebi omogoči, da se med postopkom seznani s temi elementi ter da primerno in učinkovito izrazi svoje stališče. To tudi pomeni, da se uprava z vso potrebno pozornostjo seznani s stališči zadevne osebe.
33. Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα ακροάσεως εγγυάται σε παν πρόσωπο το δικαίωμα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του, γραπτές ή προφορικές, σχετικά με τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει απόφαση ικανή να το βλάψει (18) . Απαιτεί από τη διοίκηση να δώσει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών διαρκούσης της διαδικασίας και να γνωστοποιήσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του. Επιβάλλει επίσης στη διοίκηση την υποχρέωση να λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις του ενδιαφερομένου με τη δέουσα προσοχή.
34. Pravica do izjave ima več ciljev.
34. Το δικαίωμα ακροάσεως υπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς.
35. Prvič, uporablja se pri ugotavljanju dejanskega stanja in torej pri preučitvi spisa. Na podlagi stališč zadevne osebe in predložitve vseh elementov, ki bi lahko vplivali na vsebino odločbe uprave, mora biti ta uprava zmožna ob celovitem poznavanju zadeve izčrpno preučiti vsa dejstva, okoliščine ali pravne elemente, na katerih temelji postopek.
35. Πρώτον, χρησιμεύει για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται από τον ενδιαφερόμενο και η κοινοποίηση όλων των στοιχείων που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση της διοίκησης πρέπει να είναι ικανές να παράσχουν στη διοίκηση τη δυνατότητα να εξετάσει με πλήρη επίγνωση και με εξαντλητικό τρόπο το σύνολο των γεγονότων και των περιστάσεων ή των νομικών στοιχείων στα οποία στηρίζεται η διαδικασία.
36. Drugič, pravica do izjave mora omogočiti učinkovito varstvo zadevne osebe. Ta ima pravico sodelovati v postopku, ki se nanjo nanaša, in v okviru tega ji je treba omogočiti, da se predhodno izreče o vseh pomembnih točkah, s katerimi namerava uprava utemeljiti svojo odločbo. Pravica do izjave ji mora omogočiti, da popravi napako ali uveljavlja dejstva v zvezi s svojim osebnim položajem, ki govorijo v prid temu, ali bo odločba sprejeta ali ne oziroma bo imela tako ali drugačno vsebino.(19) To pomaga ustvariti zaupanje, ki ga mora zadevna oseba imeti do uprave.
36. Δεύτερον, το δικαίωμα ακροάσεως επιτρέπει να εξασφαλίζεται ουσιαστική προστασία του ενδιαφερομένου. Ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος στη διαδικασία που τον αφορά και, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να έχει τη βεβαιότητα ότι θα μπορέσει να εκφραστεί εκ των προτέρων επί όλων των σημαντικών σημείων στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της. Το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να του επιτρέπει να διορθώσει ένα σφάλμα ή να προβάλει στοιχεία αφορώντα την προσωπική του κατάσταση τα οποία συνηγορούν υπέρ του ότι η απόφαση θα εκδοθεί, δεν θα εκδοθεί ή θα έχει το άλφα ή το βήτα περιεχόμενο (19) . Αυτό συμβάλλει στην θεμελίωση της εμπιστοσύνης που ο διοικούμενος πρέπει να μπορεί να έχει απέναντι στη διοίκηση.
37. Sodišče je jasno priznalo obstoj pravice do izjave v okviru upravnih postopkov, ki jih zadevna oseba sproži zaradi uveljavljanja pravic, kot sta oprostitev carine(20) ali finančna pomoč Skupnosti(21) .
37. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς την ύπαρξη του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που κινεί ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να τύχει δικαιώματος όπως η τελωνειακή ατέλεια (20) ή η κοινοτική οικονομική συνδρομή (21) .
38. Pojasnilo je tudi obseg te pravice v okviru kvazikazenskih postopkov, v katerih uprava sproži pregon zadevne osebe zaradi dejanja, ki se šteje za kaznivo, ter zoper njo sprejme gospodarske in finančne sankcije.(22)
38. Έχει προσδιορίσει επίσης το περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος στο πλαίσιο διαδικασιών όπως διαδικασίες οιονεί καταστολής, όπου η διοίκηση στρέφεται δικαστικά κατά του ενδιαφερομένου λόγω πράξεώς του που κρίνεται καταδικαστέα και του επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις (22) .
39. Kadar Komisija sankcionira omejevalni sporazum ali zlorabo prevladujočega položaja, je Sodišče tako sprejelo, da pravica do izjave pomeni, da se ob koncu preiskave in pred sprejetjem odločbe zadevno osebo obvesti o očitkih zoper njo.(23) To obvestilo o ugotovitvah o možnih kršitvah je pripravljalni dokument, ki ne določa vnaprej končne odločbe Komisije. Vsebuje pa predhodne ugotovitve Komisije glede obstoja kršitve pravil o konkurenci, pri čemer je pojasnjena presoja dejstev in pravnih elementov, ki jo je izvedla v okviru preučitve zadeve, in pomeni začetek kontradiktorne faze postopka.(24)
39. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπου η Επιτροπή επιβάλλει κυρώσεις για σύμπραξη ή για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το δικαίωμα ακροάσεως επιβάλλει, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την έκδοση της αποφάσεως, τη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο των αιτιάσεων π ου του προσάπτονται (23) . Η κοινοποίηση αυτή των αιτιάσεων συνιστά προπαρασκευαστικό έγγραφο το οποίο δεν προκαταλαμβάνει την τελική απόφαση της Επιτροπής. Ωστόσο, εκθέτει τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, εξηγώντας τις πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της εξέτασης της υπόθεσης, και σηματοδοτεί την έναρξη της φάσεως που στοιχεί στη διαδικασία της εκατέρωθεν ακροάσεως (24) .
40. Sodišče tako tudi pri sklepih, s katerimi Svet zamrzne sredstva subjektov, vpletenih v teroristična dejanja, načeloma zahteva, da je treba pred sprejetjem teh omejevalnih ukrepov zadevno osebo seznaniti z obremenilnimi dokazi in ji omogočiti, da se o tem izjavi.(25) Vendar to načelo velja samo za sklepe, sprejete po zamrznitvi sredstev. Sodišče se je namreč glede začetnih sklepov odločilo, da bo pravico do izjave omejilo zaradi zaščite višjega javnega interesa. Ker morajo imeti taki sklepi po svoji naravi učinek presenečenja in jih je treba uporabiti nemudoma, Sodišče daje prednost učinkovitosti upravnega ukrepa, tako da se omeji pravica, da se zadevni osebi sporočijo razlogi, in omogoči njeno zaslišanje hkrati oziroma takoj po sprejetju sklepa.
40. Ομοίως, προκειμένου για τις αποφάσεις με τις οποίες το Συμβούλιο δεσμεύει τα κεφάλαια οργανώσεων ή προσώπων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες, το Δικαστήριο απαιτεί, κατ’ αρχήν, να προηγείται της λήψεως των εν λόγω περιοριστικών μέτρων η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο των στοιχείων που του προσάπτονται καθώς και η παροχή σ’ αυτόν της ευκαιρίας να εκθέσει τις απόψεις του (25) . Ωστόσο, η αρχή αυτή εφαρμόζεται μόνο στις αποφάσεις που έπονται της δεσμεύσεως των κεφαλαίων. Πράγματι, όσον αφορά τις αρχικές αποφάσεις, το Δικαστήριο αποφάσισε να θέσει περιορισμούς στο δικαίωμα ακροάσεως, εν ονόματι της προστασίας υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Καθότι οι αποφάσεις αυτές πρέπει, ως εκ της φύσεώς τους, να μπορούν να έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και να εφαρμόζονται παραχρήμα, το Δικαστήριο δίδει προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητα της δράσεως της διοικήσεως περιορίζοντας την κοινοποίηση της αιτιολογίας στο εμπλεκόμενο πρόσωπο και ενεργοποιώντας το δικαίωμα ακροάσεως αυτού από τη στιγμή της λήψεως της αποφάσεως ή αμέσως μετά από αυτήν.
41. Čeprav je pravica do izjave lahko v nekaterih posebnih okoliščinah omejena, če bi lahko škodovala višjemu javnemu interesu, pa se vseeno šteje za bistveno postopkovno zahtevo. Sodišče mora zato in v skladu s sodno prakso kršitev te pravice sankcionirati kot tako, kar mora povzročiti razglasitev ničnosti sklepa ali dela sklepa, ki se nanaša na dejansko stanje ali očitke, glede katerih zadevna oseba ni mogla izraziti stališč.(26)
41. Ενώ το δικαίωμα ακροάσεως μπορεί, υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις, να περιορίζεται οσάκις ενέχει τον κίνδυνο να συνιστά απειλή κατά υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, δεν παύει, ωστόσο, να αποτελεί ουσιώδη τύπο. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τη νομολογία, αφεαυτής, η παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος πρέπει να επισύρει κυρώσεις εκ μέρους του δικαστή και να συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως ή του μέρους της αποφάσεως που έχει σχέση με τα πραγματικά περιστατικά ή τις αιτιάσεις επί των οποίων ο ενδιαφερόμενος δεν είχε την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του (26) .
42. Sodišče še ni imelo priložnosti izreči se o obsegu pravice do izjave v okviru postopka obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito. Vseeno menim, da so ugotovitve, ki jih je izpeljalo v okviru navedene sodne prakse, enako veljavne.
42. Το Δικαστήριο δεν έχει κληθεί κατά το παρελθόν να αποφανθεί επί του περιεχομένου του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως για διεθνή προστασία. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, οι σκέψεις τις οποίες ανέπτυξε στις προαναφερθείσες αποφάσεις του επιβάλλονται και στο πλαίσιο αυτό με την ίδια ένταση.
43. V takem postopku, za katerega je značilen težek človeški in materialni položaj in v katerem je očitno, da gre za ohranitev bistvenih pravic zadevne osebe, je namreč spoštovanje tega procesnega jamstva bistvenega pomena. Ne samo da ima zadevna oseba osrednje mesto, saj sproži postopek in je edina, ki lahko konkretno opiše svojo osebno zgodbo in okoliščine, v katerih se je odvijala, ampak bo izdana odločba zanjo tudi temeljnega pomena.
43. Πράγματι, προκειμένου για διαδικασία αυτού του είδους, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη ανθρώπινων και υλικών δυσχερειών και με ζητούμενο ασφαλώς την προστασία των βασικών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, ο σεβασμός της διαδικαστικής αυτής εγγυήσεως έχει θεμελιώδη σημασία. Εκτός του ότι ο ενδιαφερόμενος κατέχει προεχόντως κεντρική θέση, καθότι κινεί τη διαδικασία και είναι ο μόνος που μπορεί να εκθέσει, με συγκεκριμένο τρόπο, το προσωπικό του ιστορικό καθώς και το πλαίσιο εντός του οποίου αυτό εξελίχθηκε, η απόφαση που θα εκδοθεί θα έχει ζωτική σημασία για τον ίδιο.
44. V nadaljevanju bom preučil, kako je zakonodajalec Unije pravico do izjave izvajal v okviru direktiv 2004/83 in 2005/85.
44. Στο σημείο αυτό, θα εξετάσω με ποιον τρόπο έχει ρυθμίσει ο νομοθέτης της Ένωσης το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο των οδηγιών 2004/83 και 2005/85.
C – Izvajanje pravice do izjave v postopku obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito
Η ρύθμιση του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως για διεθνή προστασία
45. Zakonodajalec Unije se je v skladu z uvodno izjavo 10 Direktive 2004/83 in uvodno izjavo 8 Direktive 2005/85 zavezal, da bo pri določitvi materialnih in procesnih pravil, povezanih s priznanjem mednarodne zaščite, spoštoval temeljne pravice.
45. Σύμφωνα με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/83 και την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85, ο νομοθέτης της Ένωσης δεσμεύθηκε να εξασφαλίσει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη θέσπιση των ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων που έχουν σχέση με την παροχή διεθνούς προστασίας.
46. Zakonodajalec Unije je torej poskrbel, da pristojni nacionalni organi v okviru postopka obravnavanja prošnje za mednarodno zaščito zagotavljajo učinkovito uveljavljanje procesnih pravic, priznanih prosilcu, zlasti njegove pravice do izjave.
46. Έτσι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ο νομοθέτης της Ένωσης μερίμνησε ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να εγγυώνται την πραγματική άσκηση των διαδικαστικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στον αιτούντα και ιδίως του δικαιώματος ακροάσεως.
47. Prvič, ugotavljam, da mora pristojni nacionalni organ svojo nalogo izpolniti s posamičnim, objektivnim in nepristranskim obravnavanjem prošnje za mednarodno zaščito v skladu s členom 8(2)(a) Direktive 2005/85. Poleg tega se mora v skladu s členom 23(2), prvi pododstavek, Direktive 2005/85 ustrezno in izčrpno seznaniti z dejstvi in okoliščinami, na katerih temelji prošnja za mednarodno pomoč.
47. Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται να εκπληρώσει την αποστολή της προβαίνοντας σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη εξέταση της αιτήσεως για διεθνή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85. Περαιτέρω, οφείλει να λάβει υπόψη τα γεγονότα και τις περιστάσεις στα οποία στηρίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας κατά τρόπο προσήκοντα και εξαντλητικό, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2005/85.
48. Drugič, navesti moram, da prosilec zaradi zagotovitve učinkovitega spoštovanja pravice do izjave uživa procesna jamstva, ki so med drugim navedena v členih 10 in 13 Direktive 2005/85. Pristojni nacionalni organ mora zadevno osebo torej v jeziku, ki ga ta razume, obvestiti o postopku in sredstvih, ki jih ima na voljo za predstavitev argumentov. Poleg tega ji mora priskrbeti tolmača ter ji zagotoviti skrbno in natančno obravnavanje njene prošnje, tako da za vodenje razgovora zadolži osebo, ki je usposobljena, da upošteva osebne in splošne okoliščine prošnje. Nazadnje, pristojni nacionalni organ mora zagotoviti zaupnost razgovora, tako da se dejansko omogoči, da prosilec brez bojazni jasno opiše svoj primer ter v celoti izrazi svoje mnenje in svoje občutke.
48. Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματικά ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως, παρέχονται στον αιτούντα οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 10 και 13 της οδηγίας 2005/85. Συγκεκριμένα, η αρμόδια εθνική αρχή οφείλει να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο, σε γλώσσα την οποία αυτός κατανοεί, για τη διαδικασία που θα τηρηθεί καθώς και για τα μέσα που τίθενται στη διάθεσή του για να προβάλει τα επιχειρήματά του. Επιπλέον, οφείλει να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει διερμηνέα και να του εγγυηθεί επιμελή και προσεκτική εξέταση της αιτήσεώς του, αναθέτοντας την πραγματοποίηση της συνεντεύξεως σε πρόσωπο ικανό και κατάλληλο να εκτιμήσει την ατομική ή γενική κατάστασή του η οποία πλαισιώνει την αίτηση. Τέλος, η αρμόδια εθνική αρχή οφείλει να εξασφαλίσει την εμπιστευτικότητα της συνεντεύξεως, γεγονός που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη στον αιτούντα ώστε να πεισθεί να περιγράψει με σαφήνεια την κατάστασή του και να εκφράσει με πληρότητα τις απόψεις και τα συναισθήματά του.
49. Tretjič, ugotavljam, da je prosilec pred sprejetjem odločbe zaslišan na enem ali več sestankih, na katerem oziroma katerih lahko navede vsa dejstva in okoliščine, s katerimi utemeljuje svojo prošnjo.
49. Τρίτον, διαπιστώνεται ότι, προτού εκδοθεί απόφαση, χωρεί ακρόαση του αιτούντος, στο πλαίσιο μιας ή περισσοτέρων συναντήσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας ή των οποίων έχει τη δυνατότητα να εκθέσει όλα τα γεγονότα και τις περιστάσεις επί των οποίων θεμελιώνει την αίτησή του.
50. Prosilec je najprej zaslišan na sestanku, katerega načelo je določeno v členu 12(2)(b) Direktive 2005/85.(27)
50. Κατ’ αρχάς, ο αιτών εκθέτει τις απόψεις του στο πλαίσιο συνάντησης σύμφωνα με την αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2005/85 (27) .
51. Po mojem mnenju je s tem sestankom udejanjena dolžnost sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83, katere obseg je sporen v tej zadevi.
51. Κατά τη γνώμη μου, η συνάντηση αυτή συγκεκριμενοποιεί το καθήκον συνεργασίας που καθιερώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης εν προκειμένω.
52. Navedeni sestanek mora v skladu s členom 12(2)(b) Direktive 2005/85 pristojnemu nacionalnemu organu omogočiti, da prosilcu pomaga „pri izpolnjevanju njegove prošnje in predložitvi bistvenih podatkov v zvezi s prošnjo v smislu člena 4(2) Direktive 2004/83/ES“. Ti podatki niso samo „[podatki] o prosilcu“ in vsa dokumentacija, ki jo ima „glede svoje starosti, porekla, vključno s poreklom [svojih] sorodnikov, identitete, državljanstva(-ev), nekdanje(‑ih) držav(e) in kraja(‑ev) stalnega prebivališča, prejšnjih prošenj za azil, prepotovanih poti, osebnih in potnih listih“, temveč so tudi razlogi za prošnjo za mednarodno zaščito.
52. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2005/85, η εν λόγω συνάντηση επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να βοηθήσει τον αιτούντα «στη συμπλήρωση της αίτησής του και στην υποβολή των ουσιωδών πληροφοριών σχετικά με την αίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/83». Οι πληροφορίες αυτές συνίστανται όχι μόνο «[στις] δηλώσεις του αιτούντος» και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτών στη διάθεσή του «σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό καθώς και το ιστορικό των [...] συγγενών του, την ταυτότητα, την (τις) ιθαγένεια(-ες), τη (τις) χώρα(-ες) και το (τα) μέρος(-η) προηγούμενης διαμονής του, προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, τα δρομολόγια που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα» αλλά και στους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία.
53. Prvi sestanek tako dejansko spada v okvir iz člena 4 Direktive 2004/83, zato ga je treba razumeti v povezavi z načeli, ki jih je zakonodajalec Unije določil v tem členu.
53. Επομένως, η πρώτη αυτή συνάντηση εντάσσεται σαφώς στο πλαίσιο που θεσπίζει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83 και πρέπει, ως εκ τούτου, να συνδυάζεται με τις αρχές που θέτει ο νομοθέτης της Ένωσης στο εν λόγω άρθρο.
54. Navedeni člen določa pravila, po katerih se morajo pristojni nacionalni organi ravnati pri posredovanju in presoji dejstev in okoliščin, na katerih temelji njena prošnja za mednarodno zaščito.
54. Το άρθρο αυτό θεσπίζει τους κανόνες τους οποίους οφείλουν να εφαρμόζουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές όσον αφορά την κοινοποίηση και την αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων επί των οποίων ο αιτών στηρίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία.
55. Cilj v primeru prošnje za azil je, da se v skladu s členom 2(c) Direktive 2004/83 in na podlagi zelo konkretnih informacij ugotovi, ali je bojazen posameznika, da bo ob vrnitvi v izvorno državo preganjan, objektivno utemeljena. Cilj v primeru prošnje za subsidiarno zaščito je, da se z vidika člena 2(e) te direktive ugotovi, ali obstajajo utemeljeni razlogi za prepričanje, da bi se zadevna oseba, če bi se vrnila v izvorno državo, soočila z utemeljenim tveganjem, da utrpi resno škodo.
55. Όταν πρόκειται για αίτηση ασύλου, στόχος είναι να διαπιστωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83, και με βάση πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες, αν είναι αντικειμενικά βάσιμος ο φόβος του αιτούντος ότι θα διωχθεί μόλις επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Όταν πρόκειται για αίτηση επικουρικής προστασίας, σκοπός είναι να εκτιμηθεί, υπό το φως του άρθρου 2, στοιχείο ε΄, της εν λόγω οδηγίας, αν υφίστανται σοβαροί και εμπεριστατωμένοι λόγοι να εικάζεται ότι, αν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
56. V skladu s členom 4(1) navedene direktive je dokazno breme na strani prosilca za mednarodno zaščito. Ta mora namreč predložiti vse potrebne elemente za utemeljitev prošnje za mednarodno zaščito,(28) kar je popolnoma razumljivo, saj se a priori samo prosilec lahko sklicuje na okoliščine, v katerih se je znašel, in v zvezi s tem predloži dokaze.
56. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το βάρος της αποδείξεως φέρει ο αιτούμενος διεθνή προστασία. Πράγματι, υποχρεούται να υποβάλει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την θεμελίωση της αιτήσεώς του (28), πράγμα απολύτως λογικό, αφού ο αιτών είναι, εκ προοιμίου, το μόνο πρόσωπο που δύναται να περιγράψει την κατάσταση στην οποία τελεί και να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις.
57. Zakonodajalec Unije je za omilitev tega načela vendarle dodal, da je „[d]olžnost države članice […], da v sodelovanju s prosilcem obravnava ustrezne elemente prošnje“. Zakonodajalec Unije je torej prav na tej stopnji postopka nameraval uvesti sodelovanje, katerega obseg je sporen v tej zadevi.
57. Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης μετρίασε την αρχή αυτή προσθέτοντας ότι «[ε]ναπόκειται στα κράτη μέλη να αξιολογούν, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησής του». Επομένως, αυτό είναι το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε να εισαγάγει τη συνεργασία, το περιεχόμενο της οποίας εξετάζεται εν προκειμένω.
58. Sodelovanje je torej omejeno na predstavitev upoštevnega dejanskega stanja in predložitev elementov, ki so nujni za presojo utemeljenosti prošnje.
58. Επομένως, η συνεργασία πρέπει να γίνει δεκτό ότι περιορίζεται στην παράθεση των ασκούντων επιρροή πραγματικών περιστατικών και στην κοινοποίηση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την εκτίμηση του βασίμου της αιτήσεως.
59. Uporaba pojma sodelovanja poleg tega pomeni, da obe stranki sodelujeta pri doseganju skupnega cilja.
59. Περαιτέρω, η αναφορά στην έννοια της συνεργασίας εξυπονοεί ότι τα δύο μέρη συνεργάζονται για την επίτευξη ενός κοινού στόχου.
60. Komisija je morala v okviru priprave Direktive 2004/83 določiti „deljeno“ obveznost prosilca in države članice, pristojne za obravnavanje prošnje, pri preverjanju in presoji vseh upoštevnih dejstev.(29)
60. Στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας 2004/83, επιδίωξη της Επιτροπής ήταν να καθιερώσει μια «κοινή» υποχρέωση του αιτούντος και του κράτους μέλους που καλείται να εξετάσει την αίτηση όσον αφορά την εξακρίβωση και την αξιολόγηση όλων των σχετικών πραγματικών περιστατικών (29) .
61. V okviru stališč, ki jih je izrazil UNHCR, je šlo za uvedbo „skupne odgovornosti prosilca in ocenjevalca“ pri ugotavljanju in presoji elementov, nujnih za obravnavanje prošnje.(30)
61. Στα σχόλιά της, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR) αναφερόταν στο ότι έπρεπε να καθιερωθεί «κοινή ευθύνη του αιτούντος και του εξετάζοντος» όσον αφορά τη διαπίστωση και την αξιολόγηση των αναγκαίων για την εκτίμηση της αιτήσεως στοιχείων (30) .
62. Ta dolžnost sodelovanja v skladu s členom 11 Direktive 2005/85 za prosilca za azil pomeni obveznost.
62. Το καθήκον αυτό συνεργασίας αποτελεί υποχρέωση για τον αιτούμενο το άσυλο, σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/85.
63. On namreč sproži postopek za uveljavljanje pravice. Prav tako lahko samo on konkretno opiše svojo osebno zgodbo in okoliščine, v katerih se je odvijala, ter zagotovi prve koristne informacije. To sodelovanje je izraženo z različnimi obveznostmi, med njimi je zlasti obveznost posameznika, da se ob določenem času osebno zglasi, izroči dokumente in predmete, ki jih ima pri sebi in ki so pomembni za obravnavanje prošnje, ali da privoli v snemanje svojih izjav.
63. Πράγματι, ο αιτών είναι εκείνος που κινεί τη διαδικασία προκειμένου να του παρασχεθεί ένα δικαίωμα. Αυτός επίσης είναι ο μόνος που μπορεί να εκθέσει, με συγκεκριμένο τρόπο, το προσωπικό του ιστορικό καθώς και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό εξελίχθηκε και μπορεί να παράσχει τις πρώτες χρήσιμες πληροφορίες. Η συνεργασία αυτή μεταφράζεται σε διάφορες υποχρεώσεις στις οποίες περιλαμβάνονται, ιδίως, η υποχρέωσή του να εμφανιστεί αυτοπροσώπως, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, να παραδώσει τα ευρισκόμενα στην κατοχή του έγγραφα και τα αντικείμενα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την εξέταση της αιτήσεώς του ή ακόμη να συναινέσει στην ηχογράφηση των δηλώσεών του.
64. To dolžnost sodelovanja ima tudi država članica. Po mojem mnenju so razlog zanjo težave, ki jih lahko ima prosilec za mednarodno zaščito pri predložitvi dokazov.
64. Το καθήκον αυτό συνεργασίας βαρύνει επίσης το κράτος μέλος. Τούτο εξηγείται, κατά τη γνώμη μου, αν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες τις οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο αιτούμενος διεθνή προστασία στην προσπάθειά του να προσκομίσει αποδείξεις.
65. Po eni strani od njega ni mogoče pričakovati, da bo vedno lahko ugotovil, ali njegova zahteva temelji na merilih iz Ženevske konvencije ali Direktive 2004/83, ali da bo poznal druge instrumente za zaščito človekovih pravic, na katerih temeljijo druge oblike mednarodne zaščite, ali da bo lahko takoj predložil najustreznejše dokaze za obravnavanje njegove prošnje.
65. Αφενός, είναι μάλλον απίθανο ότι θα μπορεί πάντοτε να κρίνει αν η αίτησή του αναφέρεται στα κριτήρια της Συμβάσεως της Γενεύης ή της οδηγίας 2004/83, ότι θα έχει γνώση των άλλων νομικών πράξεων των σχετικών με τα δικαιώματα του ανθρώπου στα οποία θεμελιώνονται άλλες μορφές διεθνούς προστασίας ή ότι θα είναι σε θέση να προσκομίσει, εξ αρχής, τις πλέον προσήκουσες αποδείξεις για την εξέταση της αιτήσεώς του.
66. Po drugi strani je treba nujno upoštevati morebitno prikrajšanost, ne samo materialno, ampak tudi psihološko, ki jo morda čuti prosilec za azil. Kot opozarja UNHCR, se lahko zgodi, da ta iz izvorne države pribeži samo z najnujnejšimi stvarmi, brez vsakršnega osebnega dokumenta, zato svojih izjav ne more podpreti s predložitvijo dokaznih listin. Poleg tega se lahko prosilec znajde v hudi psihični stiski in je glede na izkušnje v izvorni državi nezaupljiv do javnega organa ter se morda boji govoriti brez zadržkov in si ne upa navesti popolnoma in čisto vseh dejstev o svojem položaju.(31)
66. Αφετέρου, είναι αναγκαίο να μη λησμονείται η ένδεια, όχι μόνο υλική αλλά και ψυχολογική, στην οποία μπορεί να βρίσκεται ο αιτούμενος άσυλο. Όπως υπενθυμίζει η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, ο αιτούμενος άσυλο, φεύ γοντας από τη χώρα καταγωγής του, μπορεί να φτάσει με τα απολύτως απαραίτητα, να μην έχει κανένα έγγραφο ταυτότητας και μπορεί, κατά συνέπεια, να μην είναι σε θέση να αποδείξει τα λεγόμενά του με αποδεικτικά έγγραφα. Ο αιτών μπορεί, εξάλλου, να πάσχει από πραγματική ψυχική κατάθλιψη και να αισθάνεται δυσπιστία έναντι μιας δημόσιας αρχής, λαμβανομένης υπόψη της εμπειρίας του στη χώρα καταγωγής του, και μπορεί να φοβάται να μιλήσει ελεύθερα και να εκθέσει με πληρότητα όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κατάστασή του (31) .
67. V teh okoliščinah mora sodelovanje iz člena 4(1) Direktive 2004/83 glede na okoliščine posameznega primera omogočiti presojo in zbiranje elementov, ki so najbolj upoštevni za obravnavanje prošnje za mednarodno zaščito, ter v sodelovanju s prosilcem in s sredstvi, ki jih ima na voljo pristojni nacionalni organ, pridobitev vseh informacij, ki so nujne za presojo verodostojnosti prosilca in utemeljenosti njegove prošnje.
67. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συνεργασία που προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 επιτρέπει, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, να αξιολογηθούν και να συλλεγούν τα πλέον χρήσιμα στοιχεία για τους σκοπούς αξιολογήσεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας και να συγκεντρωθούν, από κοινού με τον αιτούντα και χάρη στους πόρους που διαθέτει η αρμόδια εθνική αρχή, όλες οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμηθεί η αξιοπιστία του αιτούντος και το βάσιμο της αιτήσεώς του.
68. Na tej stopnji preučitve je torej že mogoče sklepati, da zakonodajalec Unije z uvedbo dolžnosti sodelovanja v členu 4(1) Direktive 2004/83 države članice ni hotel prisiliti k temu, da pred sprejetjem zavrnilne odločbe sporoči elemente, s katerimi namerava tako odločbo utemeljiti, in pridobiti stališča prosilca v zvezi s tem. Edini namen tega sodelovanja in sestanka, na katerem se lahko tako sodelovanje uresniči, je prosilcu pomagati pri izpolnjevanju prošnje in zbiranju dokazov, ki se v ta namen štejejo za nujne.
68. Επομένως, μπορεί ήδη στη φάση αυτή της παρούσης αναλύσεως να συναχθεί ότι, καθιερώνοντας καθήκον συνεργασίας στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν, πριν από την έκδοση δυσμενούς αποφάσεως, τα στοιχεία στα οποία προτίθενται να στηρίξουν την εν λόγω απόφαση και να λάβουν γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος. Η συνεργασία αυτή, όπως και η συνάντηση διά της οποίας μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί, έχει ως μοναδικό στόχο να βοηθήσει τον αιτούντα στη συμπλήρωση της αιτήσεώς του και να επιτρέψει στην αρμόδια αρχή να συλλέξει τα στοιχεία που κρίνονται ουσιώδη για τον σκοπό αυτό.
69. Dalje, treba je poudariti, da ima prosilec pravico do izjave tudi v okviru osebnega razgovora iz člena 12(1) Direktive 2005/85.
69. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο αιτών έχει επίσης το δικαίωμα να εκθέσει τις απόψεις του στο πλαίσιο της προσωπικής συνεντεύξεως που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85.
70. Na podlagi člena 13(3) te direktive mora ta razgovor prosilcu omogočiti, da razloge za svojo prošnjo celovito predstavi. Zato prav tako ni namenjen temu, da se zadevni osebi sporoči ocena, ki jo bo izvedel pristojni nacionalni organ, in da se pred sprejetjem odločbe pridobijo stališča prosilca.
70. Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, της ιδίας οδηγίας, η εν λόγω συνέντευξη πρέπει να επιτρέπει στον αιτούντα να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αιτήσεώς του. Κατά συνέπεια, σκοπός της δεν είναι να καταστήσει γνωστή στον ενδιαφερόμενο την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί η αρμόδια εθνική αρχή και να του επιτρέψει να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του πριν από την έκδοση της αποφάσεως.
71. Nazadnje je treba opozoriti, da prosilec po vsakem sestanku prejme zapisnike.
71. Τέλος, επισημαίνεται ότι κοινοποιούνται στον αιτούντα οι εκθέσεις που συντάσσονται μετά από κάθε συνάντηση.
72. Na podlagi člena 14 Direktive 2005/85 je namreč treba o vsakem razgovoru med prosilcem in pristojnim nacionalnim organom sestaviti pisni zapisnik, ki ga je treba zadevni osebi poslati „pravočasno“ oziroma dovolj zgodaj, da lahko pravočasno pripravi in vloži pritožbo. Ta zapisnik mora vsebovati vsaj bistvene podatke o prošnji. Poleg tega lahko država članica zahteva prosilčevo potrditev njegove vsebine, pri čemer se lahko razlogi za odklonitev po potrebi zabeležijo v njegovem spisu. Prosilec ima tako možnost, da pred sprejetjem odločbe ali po njem v okviru pravnega sredstva nekatere elemente popravi.
72. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2005/85, επί των συνεντεύξεων του αιτούντος με την αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να συντάσσεται γραπτή έκθεση, η οποία πρέπει να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο «εγκαίρως» ή όσο ενωρίτερα απαιτείται για να μπορέσει να προετοιμαστεί και να ασκήσει εμπρόθεσμα ένδικο βοήθημα. Η εν λόγω έκθεση πρέπει να περιέχει «τουλάχιστον» τις βασικές πληροφορίες σχετικά με την αίτηση. Εξάλλου, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο να εγκρίνει το περιεχόμενο της εκθέσεως, ενώ σε περίπτωση που αρνείται να εγκρίνει το περιεχόμενο της έκθεσης, οι λόγοι άρνησης τίθενται στον προσωπικό του φάκελο. Επομένως, ο αιτών έχει τη δυνατότητα να διορθώσει ορισμένα στοιχεία πριν από την έκδοση της αποφάσεως ή, μετά την έκδοση αυτής, στο πλαίσιο της εκδικάσεως ένδικου βοηθήματος.
73. Na podlagi te analize materialnih in procesnih pravil, ki veljajo pri obravnavanju prošnje za mednarodno zaščito, je treba ugotoviti, da namen zakonodajalca Unije ni bil, da državam članicam naloži, da morajo v okviru sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 ali med osebnimi razgovori in ob sporočanju pred sprejetjem odločbe zadevni osebi posredovati osnutek načrtovane odločbe in pridobiti njeno stališče, če nameravajo izdati zavrnilno odločbo.
73. Μετά την ανάλυση αυτή των ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων που διέπουν την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, διαπιστώνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να υποχρεώσει τα κράτη μέλη, είτε στο πλαίσιο της συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 είτε στο πλαίσιο των προσωπικών συνεντεύξεων και των επαφών που προηγούνται της λήψεως της αποφάσεως, να κοινοποιούν στον ενδιαφερόμενο το σχέδιο της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί και να λαμβάνουν γνώση των απόψεών του, όταν προτίθενται να εκδώσουν δυσμενή απόφαση.
74. Če taka obveznost torej ne izhaja iz določb direktiv 2004/83 in 2005/85, ali jo je mogoče izpeljati iz sodne prakse Sodišča v zvezi z obsegom pravice do izjave?
74. Αν, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως από τις διατάξεις των οδηγιών 2004/83 και 2005/85, μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως;
75. Menim, da ne.
75. Δεν το πιστεύω.
76. Že res, da smo videli, da se je Sodišče v okviru kvazikazenskih postopkov, na primer ko Komisija sankcionira omejevalni sporazum ali zlorabo prevladujočega položaja, sprejelo, da pravica do izjave pomeni, da se pred sprejetjem odločbe zadevni osebi sporočijo očitki zoper njo. V tem obvestilu se navedejo predhodne ugotovitve Komisije glede obstoja kršitve pravil o konkurenci, pri čemer se pojasni presoja dejstev in pravnih elementov, ki jo je izvedla v okviru preučitve zadeve.(32)
76. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι αλήθεια ότι, στο πλαίσιο διαδικασιών με οιονεί κατασταλτικό χαρακτήρα, όπως οι διαδικασίες με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει κυρώσεις επί συμπράξεως ή καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το δικαίωμα ακροάσεως απαιτεί, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο των αιτιάσεων που του καταλογίζονται. Η κοινοποίηση αυτή εκθέτει τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, καθότι εξηγεί τις πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η ίδια στο πλαίσιο της εξετάσεως της υποθέσεως (32) .
77. V okviru tega pravica do izjave zadevni osebi dejansko omogoča, da pred sprejetjem odločbe izve, kako namerava organ pravno presojati zatrjevana dejstva, in da po potrebi izrazi stališče glede njegove pravne obrazložitve.
77. Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαίωμα ακροάσεως επιτρέπει όντως στον ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, του τρόπου με τον οποίο η αρχή προτίθεται να εκτιμήσει νομικά τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά και να εκφράσει την άποψή της, ενδεχομένως, ως προς τη νομική αιτιολογία.
78. Vendar gre za kvazikazenske postopke, v katerih Komisija sproži postopke zoper podjetje zaradi dejanja, ki se šteje za kaznivo. Obvestilo o ugotovitvah o možnih kršitvah je torej primerljivo z „obtožnico“, ki jo Komisija izda na podlagi preiskave. Z njo se začne kontradiktorna faza postopka, v kateri se podjetju nato omogoči, da predloži pisna stališča in da izjavo v okviru zaslišanja o dejstvih, ki se mu očitajo, dokazih, na katerih ta dejstva temeljijo, in o kvalifikaciji teh dejstev.
78. Όμως, βρισκόμαστε στον χώρο διαδικασιών οιονεί ποινικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή κινεί δίωξη κατά ορισμένης επιχειρήσεως, συνεπεία πράξεως που κρίνεται καταδικαστέα. Επομένως, η κοινοποίηση των αιτιάσεων μπορεί να εξομοιωθεί προς «κατηγορία» που απαγγέλλεται κατά το πέρας της έρευνας που διεξήγαγε η Επιτροπή. Σηματοδοτεί την έναρξη της φάσεως της διαδικασίας της εκατέρωθεν ακροάσεως, όπου δίδεται στην επιχείρηση η δυνατότητα να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις της και να εκθέσει τις απόψεις της στο πλαίσιο ακροάσεως επί των πραγματικών περιστατικών που της προσάπτονται, των συναφών αποδεικτικών στοιχείων καθώς και επί του χαρακτηρισμού των εν λόγω πραγματικών περιστατικών.
79. V okviru tega se pravica do izjave razume kot dejanska pravica do obrambe, ki podjetju omogoča, da zavrne očitke zoper sebe, še preden mu Komisija izreče sankcijo ali naloži kazen.
79. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα ακροάσεως νοείται ως πραγματικό δικαίωμα άμυνας, το οποίο επιτρέπει στην επιχείρηση να αρνηθεί τις αιτιάσεις που διατυπώνονται εις βάρος της προτού η Επιτροπή της επιβάλλει κύρωση ή ποινή.
80. V okviru postopka, kakršen je ta v zadevi v glavni stvari, ki ga zadevna oseba sproži zaradi uveljavljanja pravice, je ta lahko svoja stališča glede upoštevnih elementov že izrazila.
80. Όταν πρόκειται για διαδικασία όπως η αποτελούσα αντικείμενο της κύριας δίκης, την οποία κινεί ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να του αναγνωριστεί ένα δικαίωμα, ο εν λόγω ενδιαφερόμενος έχει ήδη εκθέσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα ληπτέα υπόψη στοιχεία.
81. Kot je Sodišče opozorilo v zgoraj navedenih sodbah Sopropé in Francija proti People’s Mojahedin Organization of Iran, je namen pravila, v skladu s katerim mora biti naslovniku odločbe, ki posega v njegov položaj, omogočeno, da predstavi svoja stališča, preden bo ta sprejeta, v tem, da se zadevnemu organu omogoči, da ustrezno upošteva vse upoštevne elemente. Da bi se zagotovilo učinkovito varstvo navedenega naslovnika, je namen pravila zlasti v tem, da ta naslovnik lahko popravi napako ali uveljavlja dejstva v zvezi s svojim osebnim položajem, ki govorijo v prid temu, ali bo odločba sprejeta ali ne oziroma bo imela tako ali drugačno vsebino.
81. Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες αποφάσεις του Γαλλική Δημοκρατία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran και Sopropé, ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να δίδεται στον αποδέκτη μιας βλαπτικής αποφάσεως η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προτού ληφθεί η εν λόγω απόφαση έχει ως σκοπό να επιτρέπει στην οικεία αρχή να λάβει υπόψη λυσιτελώς το σύνολο των συναφών στοιχείων. Για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία του περί ου πρόκειται αποδέκτη, ο κανόνας αυτός έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να μπορεί ο τελευταίος να διορθώσει ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία της προσωπικής καταστάσεώς του συνηγορούντα υπέρ του να ληφθεί, να μη ληφθεί ή να έχει το άλφα ή το βήτα περιεχόμενο η απόφαση.
82. Ugotoviti pa je treba, da je zakonodajalec Unije glede na zgoraj opisan zakonodajni okvir poskrbel za to, da se pred sprejetjem odločbe pravica prosilca do izjave zagotovi pod temi pogoji.
82. Πρέπει δε να διαπιστωθεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του κανονιστικού πλαισίου που περιγράφηκε προηγουμένως, ο νομοθέτης της Ένωσης μερίμνησε ώστε, πριν από την έκδοση μιας αποφάσεως, να εξασφαλίζεται το δικαίωμα ακροάσεως του αιτούντος υπό τους όρους αυτούς.
83. Če se prvi elementi, na katerih temelji prošnja za mednarodno zaščito, najprej predložijo na podlagi standardnega obrazca ali vprašalnika, pa lahko prosilec resničnost dejstev in okoliščin, ki jim je izpostavljen v izvorni državi, pozneje potrdi v fazi preučitve prošnje. V teh okoliščinah lahko sodelovanje iz člena 4(1) Direktive 2004/83 prosilcu omogoči, da preuči najbolj upoštevne elemente in v sodelovanju s pristojnim nacionalnim organom zbere vse informacije, potrebne za utemeljitev njegove prošnje. Osebni razgovor ali razgovori iz člena 12 Direktive 2005/85 za prosilca pomenijo novo priložnost, da se posvetuje z osebo, ki je najbolje usposobljena za upoštevanje njegovih osebnih okoliščin. Navede lahko vse razloge za svojo prošnjo in vse nove elemente, ki jih ni vključil v obrazložitev, ter jih pojasni. Pristojnemu nacionalnemu organu tak razgovor omogoči, da zelo konkretno preuči upoštevnost vseh teh elementov ter presodi osebnost posameznika in verodostojnost njegovih izjav ter po potrebi razjasni nekatera protislovja.
83. Ενώ τα πρώτα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας παρέχονται, πρωτίστως, με βάση ένα έντυπο ή ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο, ο αιτών μπορεί, στη συνέχεια, να καταστήσει γνωστά τα γεγονότα και τις περιστάσεις που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του κατά τη φάση εξετάσεως της αιτήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία που καθιερώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 επιτρέπει στο αιτούντα να αξιολογήσει τα πλέον χρήσιμα στοιχεία και να συγκεντρώσει, από κοινού με την αρμόδια εθνική αρχή, όλες τις αναγκαίες για την υποστήριξη της αιτήσεώς του πληροφορίες. Η δε προσωπική συνέντευξη ή οι συνεντεύξεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2005/85 αποτελούν μια νέα ευκαιρία για τον αιτούντα να συζητήσει με το πρόσωπο που είναι πλέον κατάλληλο να αντιληφθεί και να εκτιμήσει την προσωπική του κατάσταση. Έχει τη δυνατότητα να εκθέσει το σύνολο των λόγων της αιτήσεώς του καθώς και όλα τα νέα στοιχεία τα οποία δεν περιέλαβε στα επιχειρήματά του και να παράσχει εξηγήσεις. Στη δε αρμόδια εθνική αρχή, η συνέντευξη αυτή επιτρέπει να εξετάσει πολύ συγκεκριμένα τη λυσιτέλεια όλων αυτών των στοιχείων προκειμένου να εκτιμήσει την προσωπικότητα του αιτούντος καθώς και την αξιοπιστία των δηλώσεών του και να επισημάνει και διευκρινίσει, ενδεχομένως, ορισμένες αντιφάσεις.
84. Poleg tega ne smemo pozabiti, da mora nacionalni pristojni organ v skladu s členom 9 Direktive 2005/85 odločbo o zavrnitvi prošnje za azil obrazložiti s pravnega in dejanskega vidika. Poleg tega morajo države članice na podlagi člena 39 te direktive zagotoviti pravico do učinkovitega sodnega varstva. Nacionalno sodišče tako lahko zakonitost sprejete dokončne odločbe in zlasti razloge, na podlagi katerih je pristojni organ zavrnil prošnjo za azil kot neutemeljeno, temeljito presodi v okviru tožbe zoper odločbo o zavrnitvi navedene prošnje.(33)
84. Εξάλλου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2005/85, η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται να αναφέρει, στην απόφασή της περί απορρίψεως αιτήσεως ασύλου, τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους στήριξε την εν λόγω απόφαση. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 39 της ιδίας οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυώνται το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Έτσι, η νομιμότητα της τελικώς υιοθετηθείσας αποφάσεως και, ιδίως, οι λόγοι που οδήγησαν την αρμόδια αρχή να απορρίψει την αίτηση ασύλου ως αβάσιμη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διεξοδικού ελέγχου από το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο εκδικάσεως της προσφυγής που ασκείται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της οικείας αιτήσεως (33) .
85. Nazadnje je treba opozoriti, da se postopki, uvedeni z direktivama 2004/83 in 2005/85, štejejo za minimalne standarde. Države članice lahko v skladu s členom 3 Direktive 2004/83 in členom 5 Direktive 2005/85 sprejmejo ali ohranijo ugodnejše standarde v zvezi z vsebinskimi pogoji in postopki za priznanje in odvzem mednarodne zaščite, če so ti standardi združljivi z navedenima direktivama. Države članice zato lahko okrepijo temeljna jamstva, ki so prosilcu dodeljena v okviru obravnavanja njegove prošnje. Nizozemska vlada v svojih stališčih tako navaja, da mora pristojni minister na Nizozemskem prosilca pisno in obrazloženo obvestiti, da namerava zavrniti njegovo prošnjo za mednarodno zaščito, da bi tako pridobil njegova pisna stališča in po potrebi odpravil morebitne pomanjkljivosti odločbe.
85. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι οι διαδικασίες που καθιερώνονται στο πλαίσιο των οδηγιών 2004/83 και 2005/85 αντιστοιχούν στις ελάχιστες προδιαγραφές. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83 και το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/85, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές προδιαγραφές όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καθώς και τις διαδικασίες χορηγήσεως και ανακλήσεως διαφόρων μορφών διεθνούς προστασίας, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές ευθυγραμμίζονται προς τις εν λόγω οδηγίες. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν κάλλιστα να ενισχύσουν τις θεμελιώδεις εγγυήσεις που παρέχονται στον αιτούντα στη φάση της εξετάσεως της αιτήσεώς του. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ότι, στις Κάτω Χώρες, ο αρμόδιος υπουργός υποχρεούται να πληροφορήσει τον αιτούντα, εγγράφως και αιτιολογημένως, σχετικά με την πρόθεσή του να απορρίψει την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας προκειμένου ο αιτών να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις του και ο υπουργός να διορθώσει, ενδεχομένως, τυχόν ελαττώματα της αποφάσεως.
86. Glede na navedeno zato menim, da je treba dolžnost sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 v povezavi s procesnimi pravili in jamstvi, določenimi z Direktivo 2005/85, razlagati tako, da organu, pristojnemu za obravnavanje prošnje, pred sprejetjem zavrnilne odločbe ni treba posredovati elementov, s katerimi namerava utemeljiti to odločbo, in pridobiti stališč prosilca v zvezi s tem.
86. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, εκτιμώ ότι το καθήκον συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, ερμηνευόμενο υπό το φως των διαδικαστικών κανόνων και εγγυήσεων που καθιερώνονται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/85, έχει την έννοια ότι η υπεύθυνη για την εξέταση της αιτήσεως αρχή δεν υποχρεούται να κοινοποιήσει, πριν από την έκδοση δυσμενούς αποφάσεως, τα στοιχεία στα οποία προτίθεται να στηρίξει την εν λόγω απόφαση και να λάβει γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος.
87. Taka razlaga velja v okviru obravnavanja prošnje za azil.
87. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως για παροχή ασύλου.
88. Prav tako v skladu s členom 3(3) Direktive 2005/85 velja, kadar država članica uvede enotni postopek za obravnavanje prošnje z vidika dveh oblik mednarodne zaščite, in sicer na zahtevo zadevne osebe ali po uradni dolžnosti, tako da pristojni nacionalni organ samodejno preuči razloge za priznanje subsidiarne zaščite, če niso izpolnjeni pogoji za pridobitev statusa begunca. Kot smo namreč videli, mora v tem primeru skozi celoten postopek upoštevati procesna pravila in jamstva, določena z Direktivo 2005/85.
88. Επιβάλλεται ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85, όταν το κράτος μέλος έχει εισαγάγει ενιαία διαδικασία διά της οποίας εξετάζει μια αίτηση υπό το πρίσμα αμφοτέρων των μορφών διεθνούς προστασίας, κατ’ αίτηση του ενδιαφερομένου ή αυτεπαγγέλτως, οπότε η αρμόδια εθνική αρχή εξετάζει αυτομάτως τους λόγους παροχής επικουρικής προστασίας, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Στην περίπτωση δε αυτή, όπως προεκτέθηκε, υποχρεούται να τηρεί τους διαδικαστικούς κανόνες και τις εγγυήσεις που καθιερώνει η οδηγία 2005/85 καθόλη τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
89. Nasprotno pa državi članici, kadar prošnjo za subsidiarno zaščito obravnava v okviru ločenega postopka, zaradi področja uporabe Direktive 2005/85 ni treba priznati procesnih jamstev, predvidenih za obravnavanje prošnje za azil. Vseeno pa mora, prvič, s prosilcem sodelovati v okviru člena 4(1) Direktive 2004/83 in, drugič, zagotoviti pravico do izjave, saj se ta, kot sem navedel, šteje za splošno načelo prava Unije.
89. Αντιθέτως, όταν το κράτος μέλος εξετάζει την αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας, δεν υποχρεούται, λόγω του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2005/85, να παράσχει τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται για την εξέταση αιτήσεως ασύλου. Ωστόσο, δεν παύει να υποχρεούται, αφενός, να συνεργαστεί με τον αιτούντα, στο πλαίσιο που καθορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, και, αφετέρου, να εγγυηθεί το δικαίωμα ακροάσεως, καθόσον, όπως προανέφερα, το δικαίωμα αυτό συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.
90. Zato na podlagi zgornjih ugotovitev menim, da pristojnemu nacionalnemu organu, če se po zavrnitvi prošnje za azil v okviru novega postopka vloži prošnja za subsidiarno zaščito, ni treba posredovati osnutka odločbe, vendar samo če je zadevni osebi omogočil navedbo vseh trditev in predložitev vseh dokumentov, s katerimi bi lahko dokazala, da izpolnjuje posebne pogoje za priznanje subsidiarne zaščite iz člena 15 Direktive 2004/83.
90. Συνεπώς, και λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στην περίπτωση που, μετά την απόρριψη αιτήσεως για παροχή ασύλου, υποβάλλεται αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας στο πλαίσιο νέας διαδικασίας, η αρμόδια εθνική αρχή δεν υποχρεούται, κατά τη γνώμη μου, να κοινοποιήσει το σχέδιο της αποφάσεώς της, υπό τον όρο, πάντως, ότι παρέσχε στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να προβάλει το σύνολο των επιχειρημάτων του και να προσκομίσει όλα τα έγγραφα που μπορούν να αποδείξουν ότι πληροί τις ειδικές προϋποθέσεις παροχής της επικουρικής προστασίας του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83.
91. Ob upoštevanju vseh teh ugotovitev Sodišču zato predlagam, naj razsodi, da je treba dolžnost sodelovanja iz člena 4(1) Direktive 2004/83 v povezavi s procesnimi pravili in jamstvi iz Direktive 2005/85 razlagati tako, da pristojnemu nacionalnemu organu, kadar namerava zavrniti prošnjo za subsidiarno zaščito, vloženo po zavrnitvi prošnje za azil, pred sprejetjem odločbe ni treba sporočiti elementov, s katerimi namerava utemeljiti svojo odločbo, in pridobiti stališč prosilca v zvezi s tem.
91. Επομένως, έχοντας υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το καθήκον συνεργασίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, ερμηνευόμενο υπό το φως των διαδικαστικών κανόνων και εγγυήσεων που καθιερώνονται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/85, έχει την έννοια ότι, όταν η αρμόδια εθνική αρχή προτίθεται να απορρίψει αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας υποβληθείσα μετά την απόρριψη αιτήσεως για παροχή ασύλου, δεν υποχρ εούται να κοινοποιήσει, πριν από την έκδοση της αποφάσεώς της, τα στοιχεία στα οποία προτίθεται να στηρίξει την απόφαση αυτή και να λάβει γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος.
92. Države članice lahko v skladu s členom 3 Direktive 2004/83 in členom 5 Direktive 2005/85 sprejmejo ali ohranijo ugodnejše standarde v zvezi s postopki za priznanje in odvzem mednarodne zaščite, če so ti standardi združljivi z navedenima direktivama.
92. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83 και το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/85, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές προδιαγραφές όσον αφορά τις διαδικασίες χορηγήσεως και ανακλήσεως διαφόρων μορφών διεθνούς προστασίας, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές ευθυγραμμίζονται προς τις εν λόγω οδηγίες.
D – Uporaba v obravnavani zadevi
Η εφαρμογή στην εκκρεμούσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά
93. Čeprav samo sodišče, ki odloča v sporu o glavni stvari, presoja, ali je bila odločba sprejeta ob neupoštevanju procesnih jamstev, dodeljenih prosilcu, bi v okviru pravosodnega sodelovanja, uvedenega s členom 267 PDEU, predložitvenemu sodišču vseeno rad podal nekaj naslednjih ugotovitev.
93. Καίτοι εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά να κρίνει αν η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που παρέχονται στον αιτούντα, θεωρώ σκόπιμο, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, να παράσχω στο αιτούν δικαστήριο τα κάτωθι στοιχεία εκτιμήσεως.
94. V času dejanskega stanja v postopku v glavni stvari so bila pravila v zvezi z obravnavanjem prošenj za azil določena z zakonom iz leta 1996 o beguncih (Refugee Act 1996). Določbe v zvezi s postopkom obravnavanja prošnje za subsidiarno zaščito pa je vsebovala uredba iz leta 2006 o priznanju zaščite v okviru Evropskih skupnosti (European Communities (Eligibility for Protection) Regulations 2006)(34), s katero je bila prenesena Direktiva 2004/83.
94. Κατά τον χρόνο επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, οι κανόνες σχετικά με τη διαχείριση των αιτήσεων ασύλου περιέχονταν στον νόμο του 1996 περί προσφύγων (Refugee Act 1996). Οι διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία εξετάσεως αιτήσεως για παροχή επικουρικής προστασίας περιέχονταν στις κανονιστικές διατάξεις του 2006 σχετικά με τις προϋποθέσεις παροχής της προστασίας στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [European Communities (Eligibility for Protection) Regulations 2006], οι οποίες μεταφέρουν τις διατάξεις της οδηγίας 2004/83 στην εσωτερική έννομη τάξη (34) .
95. Kot sem razumel na obravnavi, se prošnja za subsidiarno zaščito na Irskem obravnava v okviru ločenega postopka. Trenutno tam ni enotnega postopka. Kot sta potrdili Irska in Komisija, se za ta postopek torej ne uporabljajo procesna jamstva, ki jih je zakonodajalec Unije določil z Direktivo 2005/85.
95. Από τα λεχθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αντελήφθην ότι η εξέταση αιτήσεως για παροχή επικουρικής προστασίας στην Ιρλανδία χωρεί στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας. Προς το παρόν, δεν υφίσταται ενιαία διαδικασία. Επομένως, όπως επιβεβαίωσαν η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι διαδικαστικές εγγυήσεις που έχει καθιερώσει ο νομοθέτης της Ένωσης με την οδηγία 2005/85 δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη διαδικασία.
96. Prvič, M. M. pred predložitvenim sodiščem trdi, da ni bil zaslišan v okviru obravnavanja njegove prošnje za subsidiarno zaščito in da ni bil seznanjen z elementi, s katerimi je nameraval pristojni nacionalni organ utemeljiti zavrnilno odločbo.
96. Πρώτον, ο M. ισχυρίζεται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι δεν είχε την ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις του στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεώς του για επικουρική προστασία και ότι αγνοούσε τα στοιχεία στα οποία προετίθετο να στηρίξει την απορριπτική της απόφαση η αρμόδια εθνική αρχή.
97. Iz listin iz spisa je razvidno, da na tej stopnji postopka dejansko ni bil zaslišan v okviru osebnega razgovora.
97. Από τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία προκύπτει ότι ο αιτών πράγματι δεν είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του στο πλαίσιο προσωπικής συνεντεύξεως στη φάση αυτή της διαδικασίας.
98. Čeprav se prošnja za subsidiarno zaščito obravnava v okviru ločenega postopka, pa menim, da ne bi smeli prezreti procesnih jamstev, ki jih je M. M. užival že med obravnavanjem njegove prošnje za azil. Ta dva postopka sta namreč še vedno tesno povezana in zelo konkretno temeljita na preteklih osebnih okoliščinah in podobnih dejstvih. Vendar se je treba prepričati, da je M. M. lahko dejansko in učinkovito navedel vsa stališča glede razlogov, na katerih še posebej temelji njegova prošnja za subsidiarno zaščito.
98. Καίτοι η εξέταση της αιτήσεως για επικουρική προστασία εντάσσεται στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας, θεωρώ ότι δεν πρέπει να αγνοηθούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις των οποίων έτυχε ο M. κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του για παροχή ασύλου. Πράγματι, οι δύο αυτές διαδικασίες εξακολουθούν να συνδέονται στενά και να βασίζονται, πολύ συγκεκριμένα, στο ίδιο προσωπικό ιστορικό και στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι δόθηκε όντως στον Μ. η δυνατότητα να προβάλει αποτελεσματικώς και λυσιτελώς όλες τις παρατηρήσεις του επί των λόγων στους οποίους στηρίζεται ειδικότερα η αίτησή του για επικουρική προστασία.
99. Glede na dokaze, ki jih imam, se mi zdi, da je zadevna oseba dejansko imela možnost predstaviti argumente v zvezi z elementi, ki naj bi upravičili ne samo priznanje statusa begunca, ampak tudi subsidiarno zaščito.
99. Με βάση δε τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, έχω την αίσθηση ότι δόθηκε πράγματι η δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να καταστήσει γνωστά τα επιχειρήματά του σχετικά με τα στοιχεία που δικαιολογούν τη χορήγηση όχι μόνο του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά και την παροχή της επικουρικής προστασίας.
100. M. M. je prošnjo za azil pri uradu ORAC vložil 21. maja 2008, ko je bil zaslišan v okviru predhodnega razgovora na podlagi člena 8 zakona iz leta 1996 o beguncih. Pri tem mu je bil izročen vprašalnik, s katerim naj bi od zadevne osebe dobili vse upoštevne informacije v zvezi z njo in o razlogih za njeno prošnjo. M. M. je bil podlagi tega in v skladu s členom 11 tega zakona zaslišan 23. avgusta 2008 med osebnim razgovorom, med katerim mu je bilo dovoljeno navesti vse razloge za utemeljitev njegove prošnje in elemente, na katerih temelji. O tem razgovoru je bil sestavljen zapisnik, ki se šteje za odločbo na prvi stopnji(35) in ki je vseboval zavrnilno mnenje urada ORAC, saj je ta zlasti menil, da prošnja zadevne osebe ni dovolj verodostojna glede na roke, v katerih je bila vložena.
100. Ο M. υπέβαλε την αίτησή του για παροχή ασύλου ενώπιον του ORAC στις 21 Μαΐου 2008, ημερομηνία κατά την οποία διατύπωσε τις απόψεις του στο πλαίσιο προκαταρκτικής συνεντεύξεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 του νόμου του 1996 για τους πρόσφυγες. Με την ευκαιρία εκείνη, του δόθηκε ερωτηματολόγιο προκειμένου να παράσχει στην αρμόδια αρχή όλες τις πληροφορίες που τον αφορούσαν, η δε αρμόδια αρχή να λάβει γνώση των λόγων στους οποίους στηριζόταν η αίτησή του. Στη βάση αυτή και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του εν λόγω νόμου, ο M. εξέφρασε τις απόψεις του στις 23 Αυγούστου 2008, κατά τη διάρκεια προσωπικής συνεντεύξεως, στο πλαίσιο της οποίας του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει όλους τους λόγους που δικαιολογούσαν την αίτησή του και όλα τα στοιχεία στα οποία αυτή στηριζόταν. Επί της συνεντεύξεως αυτής συντάχθηκε έκθεση, η οποία συνιστά απόφαση σε πρώτο βαθμό (35) και η οποία περιείχε αρνητική εισήγηση του ORAC, το οποίο έκρινε, ιδίως, ότι η αίτηση του ενδιαφερομένου δεν ήταν αρκετά αξιόπιστη, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών εντός των οποίων είχε υποβάλει την εν λόγω αίτηση.
101. Zadevna oseba je bila o tem mnenju uradno obveščena 8. septembra 2008. M. M. je v skladu s členom 16(1) zakona iz leta 1996 o beguncih zoper navedeno mnenje vložil pritožbo pri Refugee Appeals Tribunal (Irska). Pritožba je bila obravnavana v okviru pisnega postopka, saj je bil ustni del postopka na podlagi člena 13(5) in (6)(c) tega zakona izpuščen, ker prosilec prošnje brez upravičenega razloga ni vložil v razumnem roku.(36) Na podlagi tega postopka je po eni strani lahko zavzel stališče glede razlogov, s katerimi je urad ORAC zavrnil njegovo prošnjo za azil, in po drugi strani znova pojasnil, zakaj se ne more vrniti v izvorno državo, pri čemer je svojim pisanjem priložil dodatne elemente, predložene 25. septembra 2008.
101. Η σχετική εισήγηση κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 8 Σεπτεμβρίου 2008. Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του νόμου του 1996 για τους πρόσφυγες, ο M. άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω εισηγήσεως ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal (Ιρλανδία). Η προσφυγή εξετάστηκε στο πλαίσιο έγγραφης διαδικασίας, καθότι δεν χωρεί η προφορική φάση της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφοι 5 και 6, στοιχείο γ΄, του εν λόγω νόμου, οσάκις ο ενδιαφερόμενος δεν υπέβαλε την αίτησή του εντός εύλογης προθεσμίας, και τούτο άνευ βασίμου λόγου (36) . Η διαδικασία αυτή του επέτρεψε, αφενός, να τοποθετηθεί επί των λόγων τους οποίους επικαλέστηκε το ORAC προκειμένου να απορρίψει την αίτησή του για παροχή ασύλου και, αφετέρου, να αναπτύξει εκ νέου όλους τους λόγους που τον εμπόδιζαν να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, προσθέτοντας στους γραπτούς ισχυρισμούς του συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία κοινοποίησε στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
102. Refugee Appeals Tribunal je z odločbo z dne 28. oktobra 2008 potrdilo zavrnilno mnenje urada ORAC in predlagalo, naj se M. M. ne prizna status begunca. Ta odločba, ki mora biti obrazložena v skladu s členom 16(17) zakona iz leta 1996 o beguncih, je bila zadevni osebi posredovana 31. oktobra 2008. Ta pred High Court ni izpodbijala niti ugotovitev urada ORAC niti zadnje navedene odločbe.(37)
102. Με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2008, το Refugee Appeals Tribunal επικύρωσε την αρνητική εισήγηση του ORAC και ζήτησε να μη χορηγηθεί στον Μ. το καθεστώς του πρόσφυγα. Η απόφαση αυτή, η οποία πρέπει να είναι αιτιολογημένη σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 17, του νόμου του 1996 για τους πρόσφυγες, κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο την 31η Οκτωβρίου 2008. Ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε ενώπιον του High Court τα πορίσματα του ORAC ούτε την τελευταία αυτή απόφαση (37) .
103. M. M. je bil z dopisom, vročenim 8. decembra 2008, obveščen o odločitvi Minister for Justice, Equality and Law Reform, da zavrne njegovo prošnjo za azil in sprejme sklep o njegovem izgonu. Tej vročitvi je bilo priloženo obvestilo, da lahko zaprosi, prvič, za status na podlagi subsidiarne zaščite in, drugič, za začasno dovoljenje, da ostane na ozemlju te države. V ta namen sta bila navedenemu dopisu priložena informativni list o subsidiarni zaščiti in obrazec za vložitev prošnje. Prosilec je bil pozvan, naj poleg osebnih podatkov predloži vse dodatne dokumente in podrobno navede razloge, ki se nanašajo še posebej na okoliščine, navedene v utemeljitev njegove prošnje za subsidiarno zaščito, pri čemer naj zlasti pojasni, kako resno škodo bi lahko utrpel ob vrnitvi v izvorno državo.
103. Με έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 2008 που του κοινοποιήθηκε, ο Μ. ενημερώθηκε σχετικά με την απόφαση του Minister for Justice, Equality and Law Reform να απορρίψει την αίτησή του για παροχή ασύλου και να διατάξει την απέλασή του. Η κοινοποίηση αυτή συνοδευόταν από ειδοποίηση που τον πληροφορούσε ότι μπορούσε να ζητήσει, αφενός, να υπαχθεί στο καθεστώς που παρέχεται στο πλαίσιο της επικουρικής προστασίας και, αφετέρου, προσωρινή άδεια διαμονής στη χώρα. Για τον σκοπό αυτό, επισυναπτόταν στο εν λόγω έγγραφο πληροφοριακό σημείωμα σχετικά με την επικουρική προστασία καθώς και το έντυπο για την υποβολή της αιτήσεως. Πέραν των προσωπικών του στοιχείων, ο αιτών κλήθηκε να κοινοποιήσει κάθε άλλο έγγραφο και να εκθέσει διεξοδικά τους αναφερόμενους ειδικά στις περιστάσεις που επεκαλείτο προς υποστήριξη της αιτήσεώς του λόγους προσδιορίζοντας, ιδίως, τη σοβαρή βλάβη που θα μπορούσε να υποστεί εφόσον επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του.
104. M. M. je nato 31. decembra 2008 vložil prošnjo za subsidiarno zaščito, ki jo je 15. julija 2009 in 6. avgusta 2010 dopolnil z dokumenti v utemeljitev svoje prošnje. Ta prošnja je bila obravnavana v skladu s praviloma 4 in 5 uredbe iz leta 2006, s katerima je bil prenesen člen 4 Direktive 2004/83. Pristojni nacionalni organ je moral tako v skladu s pravilom 5 uredbe iz leta 2006 upoštevati vsa ustrezna dejstva, ki se nanašajo na izvorno državo v času, ko se sprejme odločitev o prošnji, vključno z zakoni in predpisi izvorne države in načinom njihove uporabe, izjave in dokumentacijo, ki jih predloži prosilec, vključno z informacijami o tem, ali je bil ali bi lahko bil prosilec podvržen preganjanju oziroma mu je bila ali bi mu lahko bila povzročena resna škoda, individualni položaj in osebne okoliščine prosilca, vključno z dejavniki, kot so poreklo, spol in starost ter dejavnosti prosilca po odhodu iz izvorne države, zaradi katerih bi bil ob vrnitvi v to državo izpostavljen preganjanju ali resni škodi.
104. Κατόπιν αυτού, ο M. υπέβαλε στις 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας, την οποία συμπλήρωσε στις 15 Ιουλίου 2009 και στις 6 Αυγούστου 2010 με έγγραφα προς στήριξη του αιτήματός του. Η αίτηση εξετάστηκε σύμφωνα με τους κανόνες 4 και 5 των κανονιστικών πράξεων του 2006, οι οποίοι μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας 2004/83. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κανόνα 5 των κανονιστικών πράξεων του 2006, η αρμόδια εθνική αρχή όφειλε να λάβει υπόψη όλα τα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών της καθώς και της εφαρμογής τους, τις δηλώσεις και τα έγγραφα που κοινοποίησε ο αιτών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το ότι έχει υποστεί ή θα μπορούσε να υποστεί διώξεις ή με το ότι έχει υποστεί ή θα μπορούσε να υποστεί σοβαρή βλάβη, καθώς και την προσωπική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραμέτρων όπως το παρελθόν του, το φύλο του, η ηλικία του και οι δραστηριότητες τις οποίες άσκησε αφότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και οι οποίες ενδέχεται να συνεπάγονται διώξεις ή σοβαρή βλάβη εις βάρος του σε περίπτωση επιστροφής του.
105. Minister for Justice, Equality and Law Reform je prošnjo za subsidiarno zaščito zavrnil 24. septembra 2010, saj je menil, da zaradi resnih dvomov o verodostojnosti trditev prosilca ni mogoče dokazati, da bi ta ob vrnitvi v izvorno državo lahko utrpel resno škodo. Ta zavrnilna odločba je bila M. M. vročena 30. septembra 2010.
105. Την αίτησή του για παροχή επικουρικής προστασίας απέρριψε στις 24 Σεπτεμβρίου 2010 ο Minister for Justice, Equality and Law Reform, ο οποίος θεώρησε ότι, συνεπεία των σοβαρών αμφιβολιών σχετικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτούντος, ήταν αδύνατον να καταδειχθεί ότι κινδύνευε να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Η απορριπτική αυτή απόφαση κοινοποιήθηκε στον M. στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
106. Na podlagi povzetka dejstev, ki sem ga pravkar navedel, je po mojem mnenju mogoče ugotoviti, da je imel M. M. možnost predložiti vsa dejstva in okoliščine, ki po njegovem mnenju upravičujejo mednarodno zaščito na podlagi pravice do azila ali na podlagi pravice do subsidiarne zaščite. Prav tako je mogoče domnevati, da je bil seznanjen z vsemi elementi, na podlagi katerih je pristojni nacionalni organ nameraval preučiti utemeljenost te prošnje, saj ga je urad ORAC med obravnavanjem njegove prošnje za azil večkrat zaslišal, dalje, da se je lahko seznanil z razlogi, iz katerih je ta izdal negativno mnenje v okviru pritožbe, vložene pri Refugee Appeals Tribunal. Nazadnje, prejel je obrazložitev zavrnilne odločbe, ki jo je izdal Minister for Justice, Equality and Law Reform.
106. Από την προηγηθείσα έκθεση των πραγματικών περιστατικών μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί ότι δόθηκε στον M. η δυνατότητα να παρουσιάσει το σύνολο των γεγονότων και των περιστάσεων που δικαιολογούν, κατά την άποψή του, την παροχή διεθνούς προστασίας, είτε η προστασία αυτή συνίσταται στην παροχή ασύλου είτε στην παροχή επικουρικής προστασίας. Περαιτέρω, τεκμαίρω ότι ο Μ. γνώριζε τα στοιχεία με βάση τα οποία η αρμόδια εθνική αρχή προετίθετο να εκτιμήσει τη βασιμότητα της εν λόγω αιτήσεως, καθότι, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως της αιτήσεώς του για παροχή ασύλου, εξέθεσε επανειλημμένως τις απόψεις του ενώπιον του ORAC, κατόπιν δε έλαβε γνώση, στο πλαίσιο της ασκηθείσας ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal προσφυγής, των λόγων στους οποίους αυτό στηρίχθηκε για να προβεί σε αρνητική εισήγηση. Τέλος, του κοινοποιήθηκαν οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε η απορριπτική απόφαση του Minister for Justice, Equality and Law Reform.
107. Drugič, M. M. pristojnemu nacionalnemu organu očita, da je svojo presojo oprl na dokumente, objavljene leta 2010, zlasti na poročilo ministrstva za zunanje zadeve Združenih držav Amerike o razmerah v Ruandi, pri čemer je zadevna oseba predložila enako poročilo za leto 2008 in dodatne informacije o ruandskem pravosodnem sistemu, ki so bile posodobljene v dopisu z dne 6. avgusta 2010.
107. Δεύτερον, ο M. προσάπτει στην αρμόδια εθνική αρχή ότι στήριξε την εκτίμησή της σε έγγραφα δημοσιευθέντα το 2010, ιδίως δε σε μια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την κατάσταση στη Ρουάντα, ενώ ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε την ίδια έκθεση, όπως είχε δημοσιευθεί το 2008, καθώς και συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το δικαστικό σύστημα της Ρουάντα τις οποίες επικαιροποίησε σε επιστολή της 6ης Αυγούστου 2010.
108. Pristojnemu nacionalnemu organu ni mogoče očitati, da je o utemeljenosti zadevne prošnje presojal na podlagi najnatančnejših in najnovejših informacij o splošnih razmerah v Ruandi.
108. Αδυνατώ να προσάψω στην αρμόδια εθνική αρχή το γεγονός ότι εκτίμησε τη βασιμότητα της επίμαχης αιτήσεως με βάση τις πλέον ακριβείς και πλέον πρόσφατες πληροφορίες όσον αφορά τη γενική κατάσταση στη Ρουάντα.
109. Države članice morajo prošnjo za mednarodno zaščito v skladu s členom 4(3)(a) Direktive 2004/83 namreč obravnavati za vsak primer posebej in upoštevati „vsa ustrezna dejstva, ki se nanašajo na izvorno državo v času odločanja o prošnji [(38) ]“. Poleg tega mora organ, pristojen za obravnavanje prošnje, na podlagi člena 8(2) Direktive 2005/85, določbe, ki se v zadevnem postopku seveda ne uporablja, izvesti ustrezno in objektivno preučitev, pri tem pa zagotoviti, da „se iz različnih virov […] pridobijo točni in ažurni podatki o splošnih razmerah, ki vladajo v izvorni […] držav[i] prosilc[a]“.
109. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/83, τα κράτη μέλη οφείλουν να αξιολογούν συγκεκριμένη αίτηση διεθνούς προστασίας σε εξατομικευμένη βάση λαμβάνοντας υπόψη «όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση [(38) ]». Εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/85, διατάξεως που, ομολογουμένως, δεν εφαρμόζεται στην επίμαχη διαδικασία, η υπεύθυνη για την εξέταση της αιτήσεως αρχή πρέπει να προβαίνει σε προσήκουσα και αντικειμενική εξέταση και οφείλει, για τον σκοπό αυτό, να μεριμνά ώστε «να λαμβάνονται συγκεκριμένες και ακριβείς πληροφορίες από διάφορες πηγές, [...] ως προς τη γενική κατάσταση στ[η] χώρ[α] καταγωγής τ[ου] αιτούντ[ος] άσυλο».
110. Kot je High Court navedlo v zgoraj navedeni sodbi Ahmed proti Minister for Justice, Equality and Law Reform, mora prosilec zato pričakovati, da bo organ, pristojen za obravnavanje prošnje, pri opravljanju svoje naloge zagotovil, da ima najnovejše podatke.
110. Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε το High Court στην προπαρατεθείσα απόφασή του Ahmed κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, ο αιτών πρέπει να θεωρεί αναμενόμενο ότι η υπεύθυνη για την εξέταση της αιτήσεως αρχή θα επιτελέσει το έργο της πεπεισμένη ότι έχει στη διάθεσή της απολύτως επικαιροποιημένα στοιχεία.
111. Zdaj se postavlja vprašanje, ali je poročilo iz leta 2010 lahko bistveno vplivalo na odločitev pristojnega nacionalnega organa. Če to drži in ker je posledično šlo za bistveni element, menim, da bi bilo treba zadevni osebi omogočiti, da v zvezi s tem predloži stališča. Glede na dokumente iz spisa se zdi, da v obravnavani zadevi ni bilo tako. Predložitveno sodišče po eni strani navaja, da se splošne in varnostne razmere v Ruandi v obdobju 2007–2010 niso bistveno spremenile. Po drugi strani pa navaja, da glede na osebne okoliščine prosilca in pomanjkanje verodostojnosti, ki se mu v bistvu očita, razlike med poročiloma iz let 2008 in 2010 niso zelo upoštevne. Zdi se torej, da so informacije, na katere se je oprl Minister for Justice, Equality and Law Reform, samo potrjevale ugotovitve, ki so bile sprejete že v okviru postopka obravnavanja prošnje za azil.
111. Το ερώτημα ανακύπτει πάραυτα αν η έκθεση του 2010 ήταν ικανή να καθοδηγήσει σημαντικά την αρμόδια εθνική αρχή εν όψει της λήψεως της αποφάσεώς της. Αν ίσχυε αυτό και ως εκ του ότι η εν λόγω έκθεση θα αποτελούσε, συνεπώς, ουσιώδες στοιχείο, εκτιμώ ότι θα έπρεπε να δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να υποβάλει σχετικώς τις παρατηρήσεις του. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, δεν φαίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο. Αφενός, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν επήλθαν αξιόλογες αλλαγές στη γενική κατάσταση και στις συνθήκες ασφαλείας στη Ρουάντα κατά την περίοδο 2007-2010. Αφετέρου, αναφέρει ότι, όσον αφορά την προσωπική κατάσταση του αιτούντος και, ιδίως, το έλλειμμα αξιοπιστίας που του καταλογίζεται κατ’ ουσίαν, οι διαφορές μεταξύ της εκθέσεως του 2008 και εκείνης του 2010 δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Συνεπώς, φαίνεται ότι οι πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε ο Minister for Justice, Equality and Law Reform ενίσχυσαν απλώς τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί κατά τη διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου.
112. Tretjič, M. M. navaja, da ni vedel, kdaj bo odločeno o njegovi prošnji za subsidiarno zaščito, pri čemer graja tudi trajanje postopka.
112. Τρίτον, ο M. ισχυρίζεται ότι αγνοούσε πότε θα λαμβανόταν απόφαση επί της αιτήσεώς του για παροχή επικουρικής προστασίας, ενώ επικρίνει και τη διάρκεια της διαδικασίας.
113. Iz listin iz spisa je razvidno, da je postopek obravnavanja prošnje za azil, ki jo je vložil M. M., trajal šest mesecev in pol, postopek v zvezi z njegovo prošnjo za subsidiarno zaščito pa 21 mesecev. O položaju zadevne osebe je bilo torej odločeno po postopku, ki je trajal nekaj več kot dve leti in tri mesece.
113. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία, η διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο M. διήρκεσε εξήμισι μήνες και η διαδικασία σχετικά με την αίτησή του για παροχή επικουρικής προστασίας 21 μήνες. Κατά συνέπεια, η κατάσταση του ενδιαφερομένου αποσαφηνίστηκε πλήρως μετά από μια διαδικασία που διήρκεσε λίγο περισσότερο από δύο έτη και τρεις μήνες.
114. Tako trajanje se mi zdi očitno nerazumno. Čeprav na Irskem za obravnavanje prošnje za subsidiarno zaščito ne veljajo procesna pravila iz člena 23(2) Direktive 2005/85 – ki določa, da morajo države članice zagotoviti, da se postopek obravnavanja prošnje za subsidiarno zaščito konča v najkrajšem možnem času, in da, če v roku šestih mesecev ni mogoče odločiti o prošnji , prosilca obvestijo o zamudi ali mu pošljejo informacije o roku – pa še vedno velja, da mora pristojni nacionalni organ ob sprejetju odločbe, ki spada na področje uporabe prava Unije, zagotoviti spoštovanje pravice zadevne osebe do dobrega upravljanja, ki se šteje za splošno načelo prava Unije.
114. Εκτιμώ ότι η διάρκεια αυτή δεν είναι προδήλως εύλογη. Ναι μεν στην Ιρλανδία η εξέταση της αιτήσεως για επικουρική προστασία δεν υπόκειται στους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/85 –το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες εξετάσεως αιτήσεων για επικουρική προστασία να ολοκληρώνονται το ταχύτερο δυνατό και, όταν δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση εντός εξαμήνου , να ενημερώνεται ο αιτών για την καθυστέρηση ή να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αιτήσεώς του–, η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται πάντως να εγγυάται, οσάκις λαμβάνει απόφαση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, τον σεβασμό του δικαιώματος του ενδιαφερομένου για χρηστή διοίκηση που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.
115. Prošnje za subsidiarno pomoč je torej treba tako kot prošnje za azil obravnavati skrbno in v razumnem roku, saj hitrost postopka ne prispeva samo k pravni varnosti prosilca, ampak tudi k njegovemu vključevanju.
115. Επομένως, οι αιτήσεις για επικουρική προστασία, όπως και οι αιτήσεις για παροχή ασύλου, πρέπει να υπόκεινται σε ενδελεχή έλεγχο εντός εύλογης προθεσμίας, καθότι η ταχύτητα της διαδικασίας συμβάλλει όχι μόνο στην ασφάλεια δικαίου του αιτούντος αλλά και στην ενσωμάτωσή του.
116. Predložitveno sodišče bo moralo zato preučiti, koliko je razmeroma dolgo trajanje tega postopka škodovalo pravicam in jamstvom, ki so M. M. dodeljeni v okviru postopka obravnavanja njegove prošnje za subsidiarno zaščito.
116. Συνεπώς, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον η σχετικά μακρά διάρκεια της επίμαχης διαδικασίας έθιξε ενδεχομένως τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις που παρέχονται στον Μ. στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του για επικουρική προστασία.
II – Predlog
II – Συμπέρασμα
117. Na podlagi zgoraj navedenega Sodišču predlagam, naj na vprašanje High Court odgovori:
117. Υπό το φως των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο High Court ως εξής:
„Dolžnost sodelovanja iz člena 4(1) Direktive Sveta 2004/83/ES z dne 29. aprila 2004 o minimalnih standardih glede pogojev, ki jih morajo izpolnjevati državljani tretjih držav ali osebe brez državljanstva, da se jim prizna status begunca ali osebe, ki iz drugih razlogov potrebuje mednarodno zaščito, in o vsebini te zaščite v povezavi s procesnimi pravili in jamstvi, določenimi z Direktivo Sveta 2005/85/ES z dne 1. decembra 2005 o minimalnih standardih glede postopkov za priznanje ali odvzem statusa begunca v državah članicah, je treba razlagati tako, da pristojnemu nacionalnemu organu, kadar ta namerava zavrniti prošnjo za subsidiarno zaščito, vloženo po zavrnitvi prošnje za azil, pred sprejetjem odločbe ni treba sporočiti elementov, s katerimi namerava utemeljiti odločbo, in pridobiti stališč prosilca v zvezi s tem.
«Το καθήκον συνεργασίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, ερμηνευόμενο υπό το φως των διαδικαστικών κανόνων και εγγυήσεων που καθιερώνονται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, έχει την έννοια ότι, όταν η αρμόδια εθνική αρχή προτίθεται να απορρίψει αίτηση για παροχή επικουρικής προστασίας υποβληθείσα μετά την απόρριψη αιτήσεως για παροχή ασύλου, δεν υποχρεούται να κοινοποιήσει, πριν από την έκδοση της αποφάσεώς της, τα στοιχεία στα οποία προτίθεται να στηρίξει την απόφαση αυτή και να λάβει γνώση των σχετικών παρατηρήσεων του αιτούντος.
Države članice lahko v skladu s členom 3 Direktive 2004/83 in členom 5 Direktive 2005/85 sprejmejo ali ohranijo ugodnejše standarde v zvezi s postopki za priznanje in odvzem mednarodne zaščite, če so ti standardi združljivi z navedenima direktivama.“
Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83 και το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/85, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές προδιαγραφές όσον αφορά τις διαδικασίες χορηγήσεως και ανακλήσεως διαφόρων μορφών διεθνούς προστασίας, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές ευθυγραμμίζονται προς τις εν λόγω οδηγίες.»
(1) .
(1) .
(2)  – Direktiva Sveta 2004/83/ES z dne 29. aprila 2004 o minimalnih standardih glede pogojev, ki jih morajo izpolnjevati državljani tretjih držav ali osebe brez državljanstva, da se jim prizna status begunca ali osebe, ki iz drugih razlogov potrebuje mednarodno zaščito, in o vsebini te zaščite (UL, posebna izdaja v slovenščini, poglavje 19, zvezek 7, str. 96).
(2) – Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ L 304, σ. 12).
(3)  – Glej opredelitev v členu 2(e) Direktive 2004/83.
(3) – Βλ. τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2004/83.
(4)  – V nadaljevanju: ORAC.
(4) – Στο εξής: ORAC.
(5)  – V nadaljevanju: Listina.
(5) – Στο εξής: Χάρτης.
(6)  – Direktiva Sveta 2005/85/ES z dne 1. decembra 2005 o minimalnih standardih glede postopkov za priznanje ali odvzem statusa begunca v državah članicah (UL L 326, str. 13, in popravek UL 2006, L 236, str. 36).
(6) – Οδηγία του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ L 326, σ. 13).
(7)  – Glej sodbo z dne 28. julija 2011 v zadevi Samba Diouf (C‑69/10, še neobjavljena v ZOdl.), v kateri je Sodišče poudarilo, da imajo države članice v več pogledih diskrecijsko pravico pri izvajanju določb Direktive 2005/85 ob upoštevanju posebnosti nacionalnega prava (točka 29).
(7)  – Βλ. την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, C‑69/10, Samba Diouf (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), όπου το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν από πολλές απόψεις διακριτική ευχέρεια κατά τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2005/85, λαμβανομένων υπόψη, ασφαλώς, των ιδιαιτεροτήτων του εθνικού τους δικαίου (σκέψη 29).
(8)  – Glej člen 1 navedene direktive.
(8) – Βλ. άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας.
(9)  – Ta konvencija, podpisana v Ženevi 28. julija 1951 ( Zbirka pogodb Združenih narodov, zv. 189, str. 150, št. 2545 (1954) (v nadaljevanju: Ženevska konvencija)), je začela veljati 22. aprila 1954. Dopolnjena je bila s Protokolom o statusu beguncev z dne 31. januarja 1967, ki je začel veljati 4. oktobra 1967.
(9) – Η Σύμβαση αυτή, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [Recueil des traités des Nations unies, ( Συλλογή των Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών) , τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954) (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης)], τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954. Τη Σύμβαση συμπληρώνει το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.
(10)  – Sporočilo Komisije Svetu in Evropskemu parlamentu z naslovom: „Učinkovitejši skupni evropski azilni sistem: enotni postopek kot naslednji korak“ (COM(2004) 503 final).
(10)  – Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τον τίτλο: «Ένα πιο αποτελεσματικό κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου. - Η ενιαία διαδικασία ως επόμενο βήμα» [COM(2004) 503 τελικό].
(11)  – Spremenjen predlog Direktive Evropskega parlamenta in Sveta o skupnih postopkih za priznanje ali odvzem statusa mednarodne zaščite (COM(2011) 319 final, točka 3.1.5). Ta predlog določa enoten postopek, tako da je jasno, da bi bilo treba prošnje obravnavati ob upoštevanju obeh oblik mednarodne zaščite iz Direktive 2004/83, s ciljem, da se vsa procesna jamstva, ki veljajo pri obravnavanju prošnje za azil, razširijo na obravnavanje prošnje za subsidiarno zaščito.
(11) – Τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας [COM(2011) 319 τελικό, σημείο 3.1.5]. Η πρόταση αυτή καθιερώνει ενιαία διαδικασία και προβλέπει, επομένως, σαφώς ότι οι αιτήσεις πρέπει να εξετάζονται υπό το φως αμφοτέρων των μορφών διεθνούς προστασίας κατά την οδηγία 2004/83, ούτως ώστε όλες οι διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εξέταση μιας αιτήσεως ασύλου να ισχύουν και κατά την εξέταση αιτήσεως επικουρικής προστασίας.
(12)  – Sodba z dne 9. novembra 2010 v združenih zadevah B in D (C‑57/09 in C‑101/09, še neobjavljena v ZOdl.).
(12) – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, C‑57/09 και C‑101/09, B και D (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(13)  – Točka 78 in navedena sodna praksa.
(13) – Σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
(14)  – V skladu s členom 35(1) Ženevske konvencije je naloga UNHCR skrbeti za uporabo mednarodnih konvencij, s katerimi je zagotovljena zaščita beguncev. Zanimivo se je sklicevati na Priročnik o postopkih in merilih za določitev statusa begunca v skladu s Konvencijo iz leta 1951 in Protokolom iz leta 1967 o statusu beguncev, ki ga je UNHCR uredil januarja 1992, na voljo pa je na spletnem naslovu http://unhcr.org/refworld/docid/3ae6b32b0.html.
(14)  – Κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης, η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες έχει ως σκοπό να μεριμνά για την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων που εξασφαλίζουν την προστασία των προσφύγων. Έχει ενδιαφέρον η αναδρομή στον οδηγό των εφαρμοστέων διαδικασιών και κριτηρίων για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα με βάση τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, τον οποίο εξέδωσε η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες τον Ιανουάριο του 1992 και είναι προσβάσιμος στο Διαδίκτυο http://unhcr.org/refworld/docid/3ae6b32b0.html.
(15) – Glej sodbi Sodišča z dne 18. decembra 2008 v zadevi Sopropé (C‑349/07, ZOdl., str. I‑10369, točke od 36 do 38 in navedena sodna praksa) in z dne 21. decembra 2011 v zadevi Francija proti People’s Mojahedin Organization of Iran (C‑27/09 P, še neobjavljena v ZOdl., točka 66) ter sodbo Splošnega sodišča z dne 21. marca 2012 v združenih zadevah Fulmen in Mahmoudian proti Svetu (T‑439/10 in T‑440/10, še neobjavljena v ZOdl., točki 71 in 72 in navedena sodna praksa).
(15)  – Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑349/07, Sopropé (Συλλογή 2008, σ. I‑10369, σκέψεις 36 έως 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C‑27/09 P, Γαλλική Δημοκρατία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66), καθώς και του Γενικού Δικαστηρίου, της 21ης Μαρτίου 2012, T‑439/10 et T‑440/10, Fulmen και Mahmoudian κατά Συμβουλίου (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 71 και 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
(16)  – Sodišče je v sodbi z dne 21. decembra 2011 v zadevi Cicala (C‑482/10, še neobjavljena v ZOdl.) izrecno navedlo, da se besedilo člena 41(2)(c) Listine ne nanaša na države članice, ampak samo na institucije in organe Unije (točka 28).
(16)  – Το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C‑482/10, Cicala (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), ανέφερε ρητώς ότι, με βάση το γράμμα του, το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του Χάρτη δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη αλλά αποκλειστικώς στα θεσμικά και άλλα όργανα της Ένωσης (σκέψη 28).
(17)  – Zgoraj navedena sodba Sopropé (točka 38).
(17) – Προπαρατεθείσα απόφαση Sopropé (σκέψη 38).
(18)  – Prav tam (točka 37 in navedena sodna praksa ter točka 50).
(18)  – Αυτόθι (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψη 50).
(19)  – Prav tam (točka 49). Glej tudi zgoraj navedeno sodbo Francija proti People’s Mojahedin Organization of Iran (točka 65).
(19) – Αυτόθι (σκέψη 49). Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλική Δημοκρατία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (σκέψη 65).
(20)  – Glej zlasti sodbo Sodišča z dne 21. novembra 1991 v zadevi Technische Universität München (C‑269/90, Recueil, str. I‑5469, točke od 23 do 25) o oprostitvi carine za uvoz znanstvene naprave in sodbo Splošnega sodišča z dne 9. novembra 1995 v zadevi France-aviation proti Komisiji (T‑346/94, Recueil, str. II‑2841, točka 34) za uporabo te sodne prakse v postopkih za povračilo carin.
(20)  – Βλ., ιδίως, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München (Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψεις 23 έως 25), αφορώσα τη χορήγηση τελωνειακής ατέλειας για την εισαγωγή μιας επιστημονικής συσκευής, καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Νοεμβρίου 1995, T‑346/94, France-aviation κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑2841, σκέψη 34), σχετικά με την εφαρμογή της νομολογίας αυτής στις διαδικασίες επιστροφής τελωνειακών δασμών.
(21)  – Sodba z dne 24. oktobra 1996 v zadevi Komisija proti Lisrestal in drugim (C‑32/95 P, Recueil, str. I-5373).
(21)  – Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λ.π. (Συλλογή 1996, σ. I‑5373).
(22)  – Za uporabo na področju pravil o konkurenci glej sodbo z dne 3. septembra 2009 v združenih zadevah Papierfabrik August Koehler in drugi proti Komisiji (C‑322/07 P, C‑327/07 P in C‑338/07 P, ZOdl., str. I‑7191) ter glede uporabe na področju boja proti terorizmu zgoraj navedeno sodbo Francija proti People’s Mojahedin Organization of Iran (točke od 61 do 66 in navedena sodna praksa).
(22)  – Σχετικά με την εφαρμογή στον τομέα των κανόνων ανταγωνισμού, βλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑7191) και στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλική Δημοκρατία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (σκέψεις 61 έως 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
(23)  – Glej zlasti sklepne predloge, ki sem jih predstavil v zadevi, v kateri je bila izdana zgoraj navedena sodba Papierfabrik August Koehler in drugi proti Komisiji.
(23)  – Βλ., ιδίως, τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής.
(24)  – Glej v tem smislu sodbo z dne 17. novembra 1987 v združenih zadevah British American Tobacco in Reynolds Industries proti Komisiji (142/84 in 156/84, Recueil, str. 4487, točka 70).
(24) – Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84 British American Tobacco και Reynolds Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 70).
(25)  – Zgoraj navedena sodba Francija proti People’s Mojahedin Organization of Iran (točki 61 in 62).
(25)  – Προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλική Δημοκρατία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (σκέψεις 61 και 62).
(26)  – Glede uporabe glej zgoraj navedeni sodbi Technische Universität München in Papierfabrik August Koehler in drugi proti Komisiji.
(26)  – Βλ., για τη σχετική εφαρμογή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Technische Universität München καθώς και Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής.
(27)  – Postopek iz člena 14 Direktive 2005/85 se za ta sestanek uporablja na podlagi odstavka 4.
(27)  – Η διαδικασία που καθιερώνεται στο άρθρο 14 της οδηγίας 2005/85 εφαρμόζεται και για την εν λόγω συνάντηση σύμφωνα με την παράγραφο 4 αυτού.
(28)  – Glej v zvezi s tem člen 10(1)(a) Direktive 2005/85.
(28) – Βλ., επίσης, συναφώς, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.
(29)  – Glej pripombe Komisije k členu 7(a), ki so navedene v Predlogu Direktive Sveta z dne 12. septembra 2001 o minimalnih pogojih, ki jih morajo izpolnjevati državljani tretjih držav in osebe brez državljanstva, da lahko pridobijo status begunca ali osebe, ki iz drugih razlogov potrebuje mednarodno zaščito in o vsebini tega statuta (COM(2001) 510 final).
(29)  – Βλ. σχόλια της Επιτροπής επί του άρθρου 7, στοιχείο α΄, που περιέχονται στην πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους [COM(2001) 510 τελικό].
(30)  – Glej komentar z opombami UNHCR o Direktivi 2004/83 v zvezi s členom 4(1) te direktive.
(30)  – Βλ. σχολιασμένες παρατηρήσεις της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες επί του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83.
(31)  – Glej komentarje z opombami UNHCR o Direktivi 2004/83 v zvezi s členom 4 te direktive ter točke od 195 do 205 Priročnika o postopkih in merilih za določitev statusa begunca v skladu s Konvencijo iz leta 1951 in Protokola iz leta 1967 o statusu beguncev, navedenega v opombi 14.
(31)  – Βλ. τις σχολιασμένες παρατηρήσεις της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες επί του άρθρου 3 της οδηγίας 2004/83 και των σημείων 195 έως 205 του οδηγού των εφαρμοστέων διαδικασιών και κριτηρίων για τον προσδιορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα με γνώμονα τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, στον οποίο αναφέρεται η υποσημείωση 14 ανωτέρω.
(32)  – Glej opombi 23 in 24.
(32) – Βλ. υποσημειώσεις 23 και 24.
(33)  – Glej v zvezi s tem zgoraj navedeno sodbo Samba Diouf (točka 56).
(33) – Βλ., σχετικά με το θέμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση Samba Diouf (σκέψη 56).
(34)  – V nadaljevanju: uredba iz leta 2006.
(34) – Στο εξής: κανονιστικές πράξεις του 2006.
(35)  – V skladu s členom 13(4)(a) navedenega zakona je treba ta zapisnik poslati prosilcu.
(35)  – Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 4, στοιχείο a΄, του νόμου, η σχετική έκθεση πρέπει να κοινοποιείται στον αιτούντα.
(36)  – Tako velja tudi, če je prošnja med drugim očitno neutemeljena ali če je prosilec zavajal organe tako, da je dajal napačne podatke (prenos člena 23(4) Direktive 2005/85).
(36)  – Αυτό ισχύει επίσης όταν η αίτηση είναι, ιδίως, προφανώς αβάσιμη ή όταν ο αιτών παραπλάνησε τις αρχές υποβάλλοντας ψευδή στοιχεία (μεταφορά του άρθρου 23, παράγραφος 4, της οδηγίας 2005/85 στην εσωτερική έννομη τάξη).
(37)  – Iz stališč, ki jih je predložila Irska, je razvidno, da lahko prosilec, ki sta mu urad ORAC in/ali Refugee Appeals Tribunal izdala negativno mnenje, pri High Court vloži pritožbo na podlagi člena 5(1)(h) in (i) zakona iz leta 2000 o nezakonitem priseljevanju in trgovini z ljudmi (Illegal Immigrants (Trafficking) Act 2000).
(37)  – Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η Ιρλανδική Κυβέρνηση, ο αιτών, η αίτηση του οποίου αποτέλεσε αντικείμενο αρνητικής εισηγήσεως εκ μέρους του ORAC και/ή απορριπτικής αποφάσεως του Refugee Appeals Tribunal, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του High Court κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο h΄ και i΄, του νόμου του 2000 σχετικά με την παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων [Illegal Immigrants (Trafficking) Act 2000].
(38)  – Moj poudarek.
(38)  – Η έμφαση δική μου.
Na vrh


Upravljavec Urad za publikacije