Rodyti dviem kalbomis

Šalys
Sprendimo motyvai
Rezoliucinė dalis

BG EL EN ES ET FI FR IT LT LV MT NL PL RO SK SL SV  BG EL EN ES ET FI FR IT LT LV MT NL PL RO SK SL SV 

lt

el

 

Šalys


Byloje T‑509/10
Στην υπόθεση T‑509/10,
Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran, įsteigta Teherane (Iranas), atstovaujama advokačių F. Esclatine ir S. Perrotet,
Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran, με έδρα την Τεχεράνη (Ιράν), εκπροσωπούμενη από τους F. Esclatine και S. Perrotet, δικηγόρους,
ieškovė,
προσφεύγουσα,
prieš
κατά
Europos Sąjungos Tarybą, atstovaujamą M. Bishop ir R. Liudvinaviciute-Cordeiro,
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπουμένου από τον M. Bishop και την R. Liudvinaviciute-Cordeiro,
atsakovę,
καθού,
palaikomą
υποστηριζομένου από την
Europos Komisijos, atstovaujamos M. Konstantinidis ir É. Cujo,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Κωνσταντινίδη και την É. Cujo,
įstojusios į bylą šalies,
παρεμβαίνουσα,
dėl prašymo panaikinti 2010 m. liepos 26 d. Tarybos sprendimą 2010/413/BUSP dėl ribojamųjų priemonių Iranui, kuriuo panaikinama Bendroji pozicija 2007/140/BUSP (OL L 195, p. 39), 2010 m. liepos 26 d. Tarybos įgyvendinimo reglamentą (ES) Nr. 668/2010, kuriuo įgyvendinama Reglamento (EB) Nr. 423/2007 dėl ribojančių priemonių Iranui 7 straipsnio 2 dalis (OL L 195, p. 25), 2010 m. spalio 25 d. Tarybos sprendimą 2010/644/BUSP, kuriuo iš dalies keičiamas Sprendimas 2010/413/BUSP (OL L 281, p. 81), ir 2010 m. spalio 25 d. Tarybos reglamentą (ES) Nr. 961/2010 dėl ribojamųjų priemonių Iranui, kuriuo panaikinamas Reglamentas (EB) Nr. 423/2007 (OL L 281, p. 1), kiek šie aktai susiję su ieškove,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσεως 2007/140/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 195, σ. 39), του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 195, σ. 25), καθώς και της αποφάσεως 2010/644/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2010/413 (ΕΕ L 281, σ. 81), και του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 (ΕΕ L 281, σ. 1), στο μέτρο που οι πράξεις αυτές αφορούν την προσφεύγουσα,
BENDRASIS TEISMAS (ketvirtoji kolegija),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
kurį sudaro pirmininkė I. Pelikánová (pranešėja), teisėjai K. Jürimäe ir M. van der Woude,
συγκείμενο από την I. Pelikánová (εισηγήτρια), πρόεδρο, την K. Jürimäe και τον M. van der Woude, δικαστές,
posėdžio sekretorė C. Kristensen, administratorė,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
atsižvelgęs į rašytinę proceso dalį ir įvykus 2012 m. sausio 11 d. posėdžiui,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιανουαρίου 2012,
priima šį
εκδίδει την ακόλουθη
Sprendimą
Απόφαση
 

Sprendimo motyvai


Ginčo aplinkybės
Ιστορικό της διαφοράς
1. Ieškovė Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran yra Irano bendrovė, priklausanti National Iranian Oil Company , kuri veikia kaip centrinė perkančioji bendrovė National Iranian Oil Company grupės naftos, dujų ir naftos chemijos veiklai.
1. Η προσφεύγουσα, Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran, είναι ιρανική εταιρία ανήκουσα στη National Iranian Oil Company και ενεργούσα ως κεντρικός προμηθευτής για τις δραστηριότητες πετρελαίου, φυσικού αερίου και πετροχημικών του ομίλου της δεύτερης αυτής επιχειρήσεως.
Irano Islamo Respublikai taikomos ribojamosios priemonės
Περιοριστικά μέτρα ληφθέντα κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν
2. Ši byla susijusi su ribojamosiomis priemonėmis, nustatytomis siekiant daryti spaudimą Irano Islamo Respublikai, kad ji nutrauktų branduolinę veiklą, dėl kurios kyla branduolinių ginklų platinimo rizika, ir branduolinių ginklų tiekimo sistemų kūrimą (toliau – branduolinių ginklų platinimas).
2. Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν με στόχο να ασκηθεί πίεση στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν προκειμένου να θέσει τέρμα στις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και στην ανάπτυξη συστημάτων εκτοξεύσεως πυρηνικών όπλων (στο εξής: διάδοση πυρηνικών όπλων).
3. Europos Sąjungoje 2007 m. vasario 27 d. priimta Tarybos bendroji pozicija 2007/140/BUSP dėl ribojančių priemonių Iranui (OL L 61, p. 49), o 2007 m. balandžio 19 d. priimtas Tarybos reglamentas (EB) Nr. 423/2007 dėl ribojančių priemonių Iranui (OL L 103, p. 1).
3. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκδόθηκαν η κοινή θέση 2007/140/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 61, σ. 49), και ο κανονισμός (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 103, σ. 1).
4. Bendrosios pozicijos 2007/140 5 straipsnio 1 dalies b punkte numatytas tam tikrų kategorijų asmenų ir subjektų bet kokių lėšų ir ekonominių išteklių įšaldymas. Šių asmenų ir subjektų sąrašas pateikiamas Bendrosios pozicijos 2007/140 II priede.
4. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως 2007/140 προέβλεπε τη δέσμευση όλων των κεφαλαίων και όλων των οικονομικών πόρων ορισμένων κατηγοριών προσώπων και οντοτήτων. Ο κατάλογος αυτών των προσώπων και οντοτήτων περιλαμβανόταν στο παράρτημα II της κοινής θέσεως 2007/140.
5. Tiek, kiek tai susiję su Europos bendrijos kompetencija, Reglamento Nr. 423/2007 7 straipsnio 2 dalyje numatytas asmenų, subjektų ar organizacijų, kuriuos Europos Sąjungos Taryba pagal Bendrosios pozicijos 2007/140 5 straipsnio 1 dalies b punktą pripažino dalyvaujančiais branduolinių ginklų platinimo veikloje, lėšų įšaldymas. Šių asmenų, subjektų ir organizacijų, kuriems pagal Reglamento Nr. 423/2007 7 straipsnio 2 dalį taikoma lėšų įšaldymo priemonė, sąrašas sudaro šio teisės akto V priedą.
5. Όσον αφορά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 προέβλεπε τη δέσμευση των κεφαλαίων των προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει ως συμμετέχοντες στη διάδοση πυρηνικών όπλων σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως 2007/140. Ο κατάλογος των εν λόγω προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών τους οποίους αφορούν τα μέτρα δεσμεύσεως κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 αποτελούσε το παράρτημα V του ίδιου κανονισμού.
6. Bendroji pozicija 2007/140 panaikinta 2010 m. liepos 26 d. Tarybos sprendimu 2010/413/BUSP dėl ribojamųjų priemonių Iranui (OL L 195, p. 39).
6. Η κοινή θέση 2007/140 καταργήθηκε με την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 195, σ. 39).
7. Sprendimo 2010/413 20 straipsnio 1 dalyje numatytos kelios kategorijos subjektų, kuriems taikomas lėšų įšaldymas. Ši nuostata, be kita ko, susijusi su „asmenimis ir subjektais, < ... > dalyvaujančiais [branduolinių ginklų platinimo veikloje], tiesiogiai su ja susijusiais ar teikiančiais jai paramą, arba jų vardu veikiančiais ar jų vadovaujamais asmenimis ar subjektais, arba jiems nuosavybės teise priklausančiais ar jų kontroliuojamais subjektais, įskaitant neteisėtomis priemonėmis, < ... > kaip nurodyta II priede“.
7. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2010/413 προβλέπει τη δέσμευση των κεφαλαίων πλειόνων κατηγοριών οντοτήτων. Η διάταξη αυτή αφορά, μεταξύ άλλων, τα «[πρόσωπα και τις οντότητες] […] τα οποία ασχολούνται ή έχουν άμεση σχέση με ή υποστηρίζουν [τη διάδοση πυρηνικών όπλων] ή [τα πρόσωπα και τις οντότητες] που ενεργούν εξ ονόματός τους ή υπό την εποπτεία τους ή [τις οντότητες] των οποίων έχουν την κυριότητα ή τις οποίες ελέγχουν, μεταξύ άλλων με παράνομα μέσα, […] όπως απαριθμούνται στο παράρτημα II».
8. Pagal Sprendimo 2010/413 24 straipsnio 2–4 dalis:
8. Το άρθρο 24, παράγραφοι 2 έως 4, της αποφάσεως 2010/413 ορίζει τα εξής:
„2. Jei Taryba nusprendžia asmeniui arba subjektui taikyti 19 straipsnio 1 dalies b [punkte] ir 20 straipsnio 1 dalies b [punkte] nurodytas priemones, ji atitinkamai iš dalies pakeičia II priedą.
«2. Οσάκις το Συμβούλιο αποφασί[ζ]ει να υπαγάγει πρόσωπο ή οντότητα στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τροποποιεί το παράρτημα ΙΙ αναλόγως.
3. Apie savo sprendimą, įskaitant įtraukimo į sąrašą priežastis, 2 [dalyje] nurodytam asmeniui arba subjektui Taryba praneša tiesiogiai, jei žinomas adresas, arba paskelbdama pranešimą, suteikdama tokiam asmeniui ar subjektui galimybę pateikti pastabas.
3. Το Συμβούλιο κοινοποιεί την απόφασή του στο πρόσωπο ή την οντότητα των παραγράφων 1 και 2 μαζί με τους λόγους συμπερίληψης στον κατάλογο, είτε απ’ ευθείας, εάν είναι γνωστή η διεύθυνση, ή δημοσιεύοντας ανακοίνωση με την οποία παρέχεται στο πρόσωπο ή στην οντότητα η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις.
4. Jeigu pateikiamos pastabos arba pateikiama naujų esminių įrodymų, Taryba peržiūri savo sprendimą ir atitinkamai apie tai informuoja asmenį arba subjektą.“
4. Οσάκις υποβάλλονται παρατηρήσεις ή οσάκις κατατίθενται νέα και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο επανεξετάζει την απόφασή του και ενημερώνει σχετικά το πρόσωπο ή την οντότητα.»
9. Sprendimo 2010/413 II priedo sąrašas pakeistas nauju sąrašu, nustatytu 2010 m. spalio 25 d. Tarybos sprendimu 2010/644/BUSP, kuriuo iš dalies keičiamas Sprendimas 2010/413 (OL L 281, p. 81).
9. Ο κατάλογος του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413 αντικαταστάθηκε με νέο κατάλογο, που θεσπίστηκε με την απόφαση 2010/644/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2010/413 (ΕΕ L 281, σ. 81).
10. Reglamentas Nr. 423/2007 panaikintas 2010 m. spalio 25 d. Tarybos reglamentu (ES) Nr. 961/2010 dėl ribojamųjų priemonių Iranui (OL L 281, p. 1).
10. Ο κανονισμός 423/2007 καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 281, σ. 1).
11. Pagal Reglamento Nr. 961/2010 16 straipsnio 2 dalį:
11. Το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 961/2010 προβλέπει τα ακόλουθα:
„2. Įšaldomos visos VIII priede nurodytiems asmenims, subjektams ir organizacijoms priklausančios, jų turimos, valdomos arba kontroliuojamos lėšos ir ekonominiai ištekliai. Į VIII priedą įtraukiami < ... > fiziniai ir juridiniai asmenys, subjektai ir organizacijos, kai pagal Sprendimo [2010/413] 20 straipsnio 1 dalies b [punktą] nustatoma, kad:
«2. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VΙΙΙ. Το παράρτημα VΙΙΙ περιλαμβάνει τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τις οντότητες και τους οργανισμούς που […], σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της απόφασης 2010/413, έχουν αναγνωρισθεί ότι:
a) jie dalyvauja [branduolinių ginklų platinimo veikloje], yra tiesiogiai su tuo susiję arba teikia paramą, < ... > arba jie nuosavybės teise priklauso tokiam asmeniui, subjektui arba organizacijai, arba yra jų kontroliuojami, įskaitant neteisėtas priemones, arba veikia jų vardu ar nurodymu;
α) συμμετέχουν, συνδεόμενοι άμεσα ή παρέχοντας στήριξη [στη διάδοση πυρηνικών όπλων] […], ή ανήκουν ή ελέγχονται από τέτοιο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό, ακόμη και με παράνομο τρόπο, ή ενεργούν εξ ονόματός του ή υπό την καθοδήγησή του·
< ... > “
[…]»
12. Pagal Reglamento Nr. 961/2010 36 straipsnį:
12. Το άρθρο 36 του κανονισμού 961/2010 ορίζει τα εξής:
„2. Jeigu Taryba nusprendžia [subjektui] taikyti 16 straipsnio 2 dalyje nurodytas priemones, ji atitinkamai iš dalies keičia VIII priedą.
«2. Οσάκις το Συμβούλιο αποφασίσει να υπαγάγει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, τροποποιεί αναλόγως το παράρτημα VΙΙΙ.
3. Taryba tiesiogiai, jei adresas žinomas, arba netiesiogiai, t. y. viešai paskelbdama pranešimą, [2 dalyje] nurodyt[am] [subjektui] praneša savo sprendimą, įskaitant įtraukimo į sąrašą motyvus, suteikdama tokiam fiziniam ar juridiniam asmeniui, subjektui arba organizacijai galimybę pateikti pastabas.
3. Το Συμβούλιο γνωστοποιεί την απόφασή του σ[την οντότητα στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2], είτε άμεσα, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, είτε με δημοσίευση σχετικής ανακοίνωσης, παρέχοντας τη δυνατότητα στο εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό να υποβάλει παρατηρήσεις.
4. Jeigu pateikiamos pastabos arba pateikiama naujų esminių įrodymų, Taryba peržiūri savo sprendimą ir atitinkamai apie tai informuoja [subjektą].“
4. Όταν υποβάλλονται παρατηρήσεις ή ουσιαστικά νέα στοιχεία, το Συμβούλιο επανεξετάζει την απόφασή του και ενημερώνει ανάλογα [την οντότητα].»
Ieškovei taikomos ribojamosios priemonės
Περιοριστικά μέτρα που αφορούν την προσφεύγουσα
13. Priimdama 2010 m. liepos 26 d. Sprendimą 2010/413 Taryba ieškovės pavadinimą įtraukė į asmenų, subjektų ir organizacijų sąrašą, esantį šio sprendimo II priedo I lentelėje.
13. Ευθύς μετά την έκδοση της αποφάσεως 2010/413 στις 26 Ιουλίου 2010, το Συμβούλιο προσέθεσε το όνομα της προσφεύγουσας στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που περιλαμβάνονται στον πίνακα Ι του παραρτήματος II της εν λόγω αποφάσεως.
14. Todėl 2010 m. liepos 26 d. Tarybos įgyvendinimo reglamentu (ES) Nr. 668/2010, kuriuo įgyvendinama Reglamento Nr. 423/2007 dėl ribojančių priemonių Iranui 7 straipsnio 2 dalis (OL L 195, p. 25), ieškovės pavadinimas įtrauktas į asmenų, subjektų ir organizacijų sąrašą, esantį Reglamento Nr. 423/2007 V priedo I lentelėje. Priėmus Įgyvendinimo reglamentą Nr. 668/2010, įšaldytos ieškovės lėšos ir ekonominiai ištekliai.
14. Κατά συνέπεια, το όνομα της προσφεύγουσας ενεγράφη στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που περιλαμβάνονται στον πίνακα I του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007 με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 (ΕΕ L 195, σ. 25). Η έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010 είχε ως συνέπεια τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων της προσφεύγουσας.
15. Taryba Sprendime 2010/413 nurodė šiuos motyvus:
15. Στην απόφαση 2010/413, το Συμβούλιο εκθέτει την ακόλουθη αιτιολογία:
„Parduoda įrangą naftos ir dujų sektoriui, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą. Mėgino nupirkti medžiagos (itin atsparaus lydinio vartų), kuri naudojama tik branduolinėje pramonėje. Turi ryšių su bendrovėmis, dalyvaujančiomis Irano branduolinėje programoje.“
«Εμπορεύεται εξοπλισμούς για τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αποπειράθηκε να προμηθεύσει υλικά ([θύρες από κράματα υψηλής αντοχής]) τα οποία χρησιμοποιούνται μόνο στην πυρηνική βιομηχανία. Έχει δεσμούς με επιχειρήσεις που ενέχονται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.»
16. Įgyvendinimo reglamente Nr. 668/2010 vartojama tokia formuluotė:
16. Στον εκτελεστικό κανονισμό 668/2010 χρησιμοποιήθηκε η εξής διατύπωση:
„Parduoda įrangą naftos ir dujų sektoriui, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą. Mėgino nupirkti medžiagos (itin atsparaus lydinio vartų), kuri naudojama tik branduolinėje pramonėje. Turi ryšių su bendrovėmis, dalyvaujančiomis Irano branduolinėje programoje.“
«Εμπορεύεται εξοπλισμούς για τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αποπειράθηκε να προμηθεύσει υλικά (πύλες εξαιρετικής αντοχής από κράματα) τα οποία χρησιμοποιούνται μόνο στην πυρηνική βιομηχανία. Έχει δεσμούς με επιχειρήσεις που ενέχονται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.»
17. 2010 m. liepos 29 d. raštu, kurį ieškovė teigia gavusi 2010 m. rugpjūčio 25 d., Taryba informavo ieškovę, kad jos pavadinimas įtrauktas į Sprendimo 2010/413 II priede esantį sąrašą ir Reglamento Nr. 423/2007 V priede esantį sąrašą.
17. Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 2010, το οποίο η προσφεύγουσα παρέλαβε στις 25 Αυγούστου 2010, το Συμβούλιο πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι το όνομά της είχε περιληφθεί στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως 2010/413 και στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007.
18. 2010 m. rugsėjo 12 d. raštu ieškovė paprašė Tarybos peržiūrėti sprendimą įtraukti ją į Sprendimo 2010/413 II priede esantį sąrašą ir Reglamento Nr. 423/2007 V priede esantį sąrašą. Ji taip pat paprašė Tarybos jai pranešti, kokiais įrodymais ji rėmėsi, nustatydama ribojamąsias priemones jos atžvilgiu.
18. Με επιστολή της 12ης Σεπτεμβρίου 2010, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Συμβούλιο να επανεξετάσει την απόφαση περί εγγραφής της στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως 2010/413 και στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007. Κάλεσε επίσης το Συμβούλιο να της κοινοποιήσει τα στοιχεία βάσει των οποίων είχε λάβει τα εις βάρος της περιοριστικά μέτρα.
19. Sprendimo 2010/644 priėmimas neturėjo įtakos ieškovės pavadinimo įtraukimui į Sprendimo 2010/413 II priedą.
19. Η εγγραφή του ονόματος της προσφεύγουσας στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως 2010/413 δεν επηρεάστηκε από την έκδοση της αποφάσεως 2010/644.
20. Reglamentą Nr. 423/2007 panaikinus Reglamentu Nr. 961/2010 ieškovės pavadinimą Taryba įtraukė į pastarojo reglamento VIII priedo B lentelės 29 punktą. Todėl ieškovės lėšos ir ekonominiai ištekliai įšaldyti pagal šio reglamento 16 straipsnio 2 dalį.
20. Επειδή ο κανονισμός 423/2007 καταργήθηκε με τον κανονισμό 961/2010, το Συμβούλιο προσέθεσε το όνομα της προσφεύγουσας στο σημείο 29 του πίνακα B του παραρτήματος VIII του τελευταίου αυτού κανονισμού. Κατά συνέπεια, τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι της προσφεύγουσας δεσμεύθηκαν δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
21. Dėl ieškovės įtraukimo į sąrašą Reglamente Nr. 961/2010 nurodyti tokie motyvai:
21. Όσον αφορά την εγγραφή της προσφεύγουσας, ο κανονισμός 961/2010 περιέχει την ακόλουθη αιτιολογία:
„Parduoda įrangą naftos ir dujų sektoriui, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą. Mėgino nupirkti medžiagos (itin atsparaus lydinio vartų), kuri naudojama tik branduolinėje pramonėje. Turi ryšių su bendrovėmis, dalyvaujančiomis Irano branduolinėje programoje.“
«Εμπορεύεται εξοπλισμούς για τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αποπειράθηκε να προμηθεύσει υλικά (πύλες εξαιρετικής αντοχής από κράματα) τα οποία χρησιμοποιούνται μόνο στην πυρηνική βιομηχανία. Έχει δεσμούς με επιχειρήσεις που ενέχονται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.»
22. 2010 m. spalio 28 d. laišku Taryba atsakė į ieškovės 2010 m. rugsėjo 12 d. laišką, nurodydama, kad po peržiūros ji atmetė ieškovės prašymą išbraukti jos pavadinimą iš Sprendimo 2010/413 II priede esančio sąrašo ir Reglamento Nr. 961/2010 VIII priede esančio sąrašo. Šiuo atžvilgiu ji nurodė, jog byloje nėra naujų duomenų, pateisinančių jos pozicijos pakeitimą, todėl ieškovei ir toliau turi būti taikomos šiuose teisės aktuose numatytos ribojamosios priemonės.
22. Με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 2010, το Συμβούλιο απάντησε στην από 12 Σεπτεμβρίου 2010 επιστολή της προσφεύγουσας αναφέροντας ότι, κατόπιν επανεξετάσεως, απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας περί διαγραφής του ονόματός της από τον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως 2010/413 και τον κατάλογο του παραρτήματος VIII του κανονισμού 961/2010. Το Συμβούλιο διευκρίνισε, συναφώς, ότι, καθόσον ο φάκελος της υποθέσεως δεν περιείχε νέα στοιχεία δικαιολογούντα μεταβολή της θέσεώς του, τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπουν οι εν λόγω πράξεις θα εξακολουθήσουν να ισχύουν για την προσφεύγουσα.
Procesas ir šalių reikalavimai
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
23. Ieškovė pareiškė šį ieškinį, kurį Bendrojo Teismo kanceliarija gavo 2010 m. spalio 20 d.
23. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 2010, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
24. 2011 m. vasario 3 d. Bendrojo Teismo kanceliarijai pateiktu dokumentu Europos Komisija paprašė leisti įstoti į šią bylą Tarybos pusėje. 2011 m. kovo 11 d. nutartimi Bendrojo Teismo ketvirtosios kolegijos pirmininkas leido įstoti į bylą.
24. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα δίκη υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της 11ης Μαρτίου 2011, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση αυτή.
25. Ieškinyje ieškovė Bendrojo Teismo prašo:
25. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– panaikinti Sprendimą 2010/413 ir Įgyvendinimo reglamentą Nr. 668/2010,
– να ακυρώσει την απόφαση 2010/413 και τον εκτελεστικό κανονισμό 668/2010·
– priteisti iš Tarybos bylinėjimosi išlaidas.
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
26. 2011 m. gruodžio 6 d. pastabose, pateiktose atsakant į Bendrojo Teismo raštu pateiktą klausimą, ieškovė išplėtė pirmąją savo reikalavimų dalį, prašydama Bendrojo Teismo panaikinti Sprendimą 2010/644 ir Reglamentą Nr. 961/2010, kiek šie aktai susiję su ja.
26. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 6 Δεκεμβρίου 2011 απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα διεύρυνε το περιεχόμενο του πρώτου αιτήματός της και ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση 2011/644 και τον κανονισμό 961/2010 στο μέτρο που οι πράξεις αυτές την αφορούν.
27. Taryba ir Komisija Bendrojo Teismo prašo:
27. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– atmesti ieškinį,
– να απορρίψει την προσφυγή·
– priteisti iš ieškovės bylinėjimosi išlaidas.
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Dėl teisės
Σκεπτικό
28. Ieškovė pateikia devynis ieškinio pagrindus. Pirmasis pagrindas grindžiamas neteisėtumu, susijusiu su Sprendimo 2010/413 įsigaliojimu. Šį ieškinio pagrindą iš esmės sudaro dvi dalys. Pirma dalis susijusi su tuo, kad Sprendimas 2010/413 įsigaliojo atgaline data. Antra dalis – su Sprendimo 2010/413 4 straipsnio, aiškinamo atsižvelgiant į 28 straipsnį, neteisėtumu. Antrasis pagrindas susijęs su pareigos motyvuoti pažeidimu. Trečiasis pagrindas – su jos teisės į gynybą ir teisės į veiksmingą teisminę gynybą pažeidimu. Ketvirtasis pagrindas susijęs su proporcingumo principo pažeidimu. Penktasis pagrindas grindžiamas tuo, kad Taryba neturėjo kompetencijos priimti ginčijamų aktų. Šeštasis pagrindas susijęs su piktnaudžiavimu įgaliojimais. Septintasis pagrindas – su teisės klaida, kalbant apie dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje sąvoką. Aštuntasis pagrindas susijęs su faktinių aplinkybių vertinimo klaida, sprendžiant dėl jos veiklos. Devintasis pagrindas, pateiktas tuo atveju, jei nebūtų patenkinti pirmesni reikalavimai, susijęs su akivaizdžia vertinimo klaida ir proporcingumo principo pažeidimu.
28. Η προσφεύγουσα προβάλλει εννέα λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από παρανομίες αφορώσες την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 2010/413. Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει κατ’ ουσίαν δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αντλείται από το ότι η απόφαση 2010/413 τέθηκε σε ισχύ αναδρομικώς. Το δεύτερο σκέλος αντλείται από τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 4 της αποφάσεως 2010/413, σε συνδυασμό με το άρθρο 28. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο τρίτος λόγος αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας καθώς και του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις. Ο έκτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από κατάχρηση εξουσίας. Ο έβδομος λόγος αντλείται από νομική πλάνη όσον αφορά την έννοια της αναμείξεως στη διάδοση πυρηνικών όπλων. Ο όγδοος λόγος αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις δραστηριότητες αυτές. Ο ένατος λόγος, που προβάλλεται επικουρικώς, αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
29. Taryba ir Komisija ginčija ieškovės pateiktų pagrindų pagrįstumą.
29. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν το βάσιμο των προβαλλομένων από την προσφεύγουσα λόγων.
30. Be to, pirma, Taryba ir Komisija tvirtina, kad Bendrasis Teismas neturi jurisdikcijos nagrinėti pirmojo ieškinio pagrindo antros dalies. Antra, per posėdį jos tvirtino, kad i eškinys nepriimtinas tiek, kiek jis pagrįstas tariamu pagrindinių ieškovės teisių pažeidimu.
30. Εξάλλου, αφενός, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Αφετέρου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξαν ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον στηρίζεται σε υποτιθέμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας.
31. Visų pirma iš pradžių reikia nagrinėti Tarybos ir Komisijos argumentus dėl Bendrojo Teismo jurisdikcijos, vėliau – jų argumentus dėl kai kurių ieškinio pagrindų priimtinumo ir galiausiai – prašymo panaikinti Sprendimą 2010/644 ir Reglamentą Nr. 961/2010, ieškovės pateikto jos 2011 m. gruodžio 6 d. pastabose, priimtinumą.
31. Προκαταρκτικώς, πρέπει να εξεταστούν, καταρχάς, τα επιχειρήματα του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου, στη συνέχεια, τα επιχειρήματά τους όσον αφορά το παραδεκτό ορισμένων λόγων της προσφυγής και, τέλος, το παραδεκτό του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως 2010/644 και του κανονισμού 961/2010, που διατύπωσε η προσφεύγουσα με τις από 6 Δεκεμβρίου 2011 παρατηρήσεις της.
Dėl Bendrojo Teismo jurisdikcijos nagrinėti pirmojo pagrindo antrą dalį
Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως
32. Pirmojo pagrindo antra dalimi ieškovė iš esmės tvirtina, kad Sprendimo 2010/413 4 straipsnis yra neteisėtas, nes jame numatyti draudimai, kurių taikymo sritis nustatyta nepakankamai tiksliai.
32. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 4 της αποφάσεως 2010/413 είναι παράνομο καθόσον προβλέπει απαγορευτικά μέτρα το περιεχόμενο των οποίων δεν προσδιορίζεται με επαρκή ακρίβεια.
33. Reikia priimti sprendimą dėl Bendrojo Teismo jurisdikcijos nagrinėti šį pagrindą.
33. Πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του λόγου αυτού.
34. Pagal SESV 275 straipsnį:
34. Το άρθρο 275 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
„Europos Sąjungos Teisingumo Teismo jurisdikcijai nepriklauso nuostatos dėl bendros užsienio ir saugumo politikos bei jų pagrindu priimti aktai.
«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, ούτε όσον αφορά τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει αυτών.
Tačiau Teismo jurisdikcijai priklauso prižiūrėti, kaip laikomasi Europos Sąjungos sutarties 40 straipsnio, ir priimti sprendimus dėl pagal šios Sutarties 263 straipsnio ketvirtojoje pastraipoje numatytas sąlygas pateiktų ieškinių, peržiūrint Europos Sąjungos sutarties V antraštinės dalies 2 skyriaus pagrindu Tarybos priimtų sprendimų, patvirtinančių ribojančias priemones, nukreiptas prieš fizinius ar juridinius asmenis, teisėtumą.“
Το Δικαστήριο, πάντως, είναι αρμόδιο να ελέγχει την τήρηση του άρθρου 40 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, της παρούσας Συνθήκης και αφορούν τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, τις οποίες θεσπίζει το Συμβούλιο βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
35. Sprendimo 2010/413 4 straipsnyje numatyta taip:
35. Το άρθρο 4 της αποφάσεως 2010/413 προβλέπει τα ακόλουθα:
„1. Valstybių narių nacionaliniams subjektams, arba iš valstybių narių teritorijos, arba naudojantis valstybių narių jurisdikcijai priklausančiais laivais ar orlaiviais draudžiama parduoti, tiekti arba perduoti svarbiausią įrangą ir technologijas šiems svarbiausiems naftos ir gamtinių dujų pramonės sektoriams Irane arba šiuose sektoriuose už Irano ribų veikiančioms Irano įmonėms ar Iranui nuosavybės teise priklausančioms įmonėms, nesvarbu, ar valstybių narių teritorija yra jų kilmės vieta:
«1. Απαγορεύονται η πώληση, η προμήθεια ή η μεταβίβαση βασικού εξοπλισμού και τεχνολογίας από υπηκόους των κρατών μελών, ή από το έδαφος των κρατών μελών, ή με τη βοήθεια σκαφών ή αεροσκαφών που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία τους, είτε προέρχονται από τα κράτη μέλη είτε όχι, εφόσον προορίζονται για τους ακόλουθους νευραλγικούς κλάδους του πετρελαίου και του φυσικού αερίου του Ιράν ή για ιρανικές ή ιρανικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους κλάδους αυτούς εκτός Ιράν:
a) perdirbimo;
α) διύλιση,
b) suskystintų gamtinių dujų;
β) υγροποιημένο φυσικό αέριο,
c) žvalgymo;
γ) έρευνα,
d) gamybos.
δ) παραγωγή.
Sąjunga imasi būtinų priemonių atitinkamiems objektams, kuriems turi būti taikoma ši nuostata, nustatyti.
Η Ένωση λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για να καθοριστούν τα σχετικά είδη που θα εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας διάταξης.
2. 1 dalyje nurodytoms svarbiausiuose Irano naftos ir dujų pramonės sektoriuose veikiančioms įmonėms Irane arba šiuose sektoriuose už Irano ribų veikiančioms Irano įmonėms ar Iranui nuosavybės teise priklausančioms įmonėms draudžiama teikti:
2. Απαγορεύεται η παροχή των κατωτέρω, εφ’ όσον προορίζονται για επιχειρήσεις του Ιράν οι οποίες δραστηριοποιούνται στους νευραλγικούς κλάδους της ιρανικής βιομηχανίας πετρελαίου και αερίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή για ιρανικές ή ιρανικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους κλάδους αυτούς εκτός Ιράν:
b) a) techninę pagalbą ar mokymo ir kitas paslaugas, susijusias su svarbiausia įranga ir technologijomis, kaip apibrėžta 1 dalyje;
α) τεχνικής βοήθειας ή εκπαίδευσης και άλλων υπηρεσιών σχετικών με βασικό εξοπλισμό και τεχνολογίες που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1,
c) finansavimą ar finansinę paramą svarbiausios įrangos ir technologijų pardavimui, tiekimui, perdavimui ar eksportui, kaip apibrėžta 1 dalyje, arba siekiant teikti susijusią techninę pagalbą ar mokymą.
β) χρηματοδότησης ή χρηματοδοτικής βοήθειας για οιαδήποτε πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή βασικού εξοπλισμού και τεχνολογίας που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή για την παροχή σχετικής τεχνικής βοήθειας ή εκπαίδευσης.
3. Draudžiama sąmoningai ar apgalvotai dalyvauti veikloje, kuria siekiama išvengti arba dėl kurios išvengiama 1 ir 2 dalyse nurodytų draudimų.“
3. Απαγορεύεται η εν επιγνώσει ή εκ προθέσεως συμμετοχή σε δραστηριότητες οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παράκαμψη των απαγορεύσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.»
36. Sprendimas 2010/413 priimtas remiantis ES 29 straipsniu, kuris yra nuostata, susijusi su bendra užsienio ir saugumo politika, kaip tai suprantama pagal SESV 275 straipsnį. Todėl reikia patikrinti, ar jo 4 straipsnis atitinka SESV 275 straipsnio antroje pastraipoje apibrėžtas sąlygas.
36. Η απόφαση 2010/413 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29 ΕΕ, το οποίο αποτελεί διάταξη σχετική με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας υπό την έννοια του άρθρου 275 ΣΛΕΕ. Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον το άρθρο 4 της αποφάσεως πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
37. Taigi, pirma, Sprendimo 2010/413 4 straipsnyje nustatyti draudimai yra bendro pobūdžio priemonės, nes jų taikymo sritis nustatyta remiantis objektyviais kriterijais, o ne konkrečiais fiziniais ar juridiniais asmenimis. Todėl, kaip teigia Taryba ir Komisija, Sprendimo 2010/413 4 straipsnis nėra sprendimas, kuriuo numatytos fiziniams ar juridiniams asmenims taikomos ribojamosios priemonės, kaip tai suprantama pagal SESV 275 straipsnį.
37. Όμως, αφενός, τα απαγορευτικά μέτρα που θεσπίζονται με το άρθρο 4 της αποφάσεως 2010/413 αποτελούν μέτρα γενικής φύσεως, καθόσον το πεδίο εφαρμογής τους καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και όχι με αναφορά σε προσδιοριζόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, το άρθρο 4 της αποφάσεως 2010/413 δεν αποτελεί απόφαση προβλέπουσα περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων υπό την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
38. Antra, ieškovei ribojamosios priemonės nustatytos įgyvendinant Sprendimo 2010/413 20 straipsnį, o ne jo 4 straipsnį. Todėl šiuo atveju pastarajai nuostatai negali būti taikomas prieštaravimas dėl teisėtumo pagal SESV 277 straipsnį, aiškinamą atsižvelgiant į SESV 263 straipsnį.
38. Αφετέρου, τα περιοριστικά μέτρα που λήφθηκαν κατά της προσφεύγουσας αποτελούν απόρροια της εφαρμογής του άρθρου 20 της αποφάσεως 2010/413, και όχι του άρθρου 4 της αποφάσεως αυτής. Ως εκ τούτου, η τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί, εν προκειμένω, να αποτελέσει αντικείμενο ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.
39. Šiomis aplinkybėmis reikia nuspręsti, kad pagal SESV 275 straipsnio pirmą pastraipą Bendrojo Teismo jurisdikcijai nepriklauso nagrinėti ieškinį dėl Sprendimo 2010/413 4 straipsnio teisėtumo įvertinimo ir todėl priimti sprendimą dėl pirmojo pagrindo antros dalies.
39. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί προσφυγής έχουσας ως αντικείμενο την εκτίμηση της νομιμότητας του άρθρου 4 της αποφάσεως 2010/413 και, ως εκ τούτου, να αποφανθεί επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
Dėl prašymo panaikinti Sprendimą 2010/644 ir Reglamentą Nr. 961/2010 priimtinumo
Επί του παραδεκτού του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως 2010/644 και του κανονισμού 961/2010
40. Kaip matyti iš šio sprendimo 9 ir 10 punktų, po ieškinio pateikimo Sprendimo 2010/413 II priede esantis sąrašas buvo pakeistas nauju sąrašu, nustatytu Sprendimu 2010/644, o Reglamentas Nr. 423/2007 panaikintas ir pakeistas Reglamentu Nr. 961/2010. Ieškovė paprašė leisti pakeisti pradinius reikalavimus taip, kad ieškiniu būtų siekiama panaikinti šiuos keturis aktus (toliau kartu – ginčijami aktai).
40. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις 9 και 10, μετά την άσκηση της προσφυγής, ο κατάλογος του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413 αντικαταστάθηκε από νέο κατάλογο, θεσπισθέντα με την απόφαση 2010/644, ο δε κανονισμός 423/2007 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 961/2010. Η προσφεύγουσα ζήτησε την άδεια να προσαρμόσει τα αρχικά αιτήματά της ούτως ώστε η προσφυγή της να αφορά την ακύρωση των τεσσάρων αυτών πράξεων (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις).
41. Šiuo klausimu reikia priminti, kad, jeigu vykstant procesui sprendimas ar reglamentas, kuris tiesiogiai ir konkrečiai susijęs su asmeniu, pakeičiamas kitu aktu, kurio dalykas tas pats, jis turėtų būti laikomas nauju faktu, leidžiančiu ieškovui pakeisti savo reikalavimus ir ieškinio pagrindus. Iš tiesų, jeigu iš ieškovo būtų reikalaujama pareikšti naują ieškinį, būtų pažeistas gero teisingumo vykdymo principas ir proceso ekonomiškumo reikalavimas. Be to, būtų neteisinga, jeigu atitinkama institucija, atsikirsdama į Sąjungos teisme pateiktame ieškinyje pareikštus kaltinimus dėl teisės akto, galėtų iš dalies pakeisti ginčijamą aktą ar jį pakeisti kitu aktu, ir remtis šiuo pakeitimu procese taip, kad kita šalis netektų galimybės taikyti savo pradinius reikalavimus ir ieškinio pagrindus vėlesniam aktui arba dėl jo pateikti papildomus reikalavimus ir ieškinio pagrindus (pagal analogiją žr. 2008 m. spalio 23 d. Pirmosios instancijos teismo sprendimo People’s Mojahedin Organization of Iran prieš Tarybą , T‑256/07, Rink. p. II‑3019, 46 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
41. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν μια απόφαση ή ένας κανονισμός που αφορά άμεσα και ατομικά έναν ιδιώτη αντικαθίσταται, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, από πράξη με το ίδιο αντικείμενο, η πράξη αυτή πρέπει να θεωρείται ως νέο στοιχείο που παρέχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να προσαρμόσει τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του. Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας της δίκης να υποχρεωθεί ο προσφεύγων να ασκήσει νέα προσφυγή. Επιπροσθέτως, θα ήταν άδικο να έχει το καθού κοινοτικό όργανο τη δυνατότητα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αιτιάσεις που περιέχει η ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ασκηθείσα προσφυγή κατά ορισμένης πράξεως, να προσαρμόζει την προσβαλλόμενη πράξη ή να την αντικαθιστά με άλλη και να επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, αυτήν την τροποποίηση ή την αντικατάσταση για να στερήσει στον αντίδικο τη δυνατότητα να εκτείνει τα αρχικά του αιτήματα και τους αρχικούς ισχυρισμούς του ώστε να αφορούν και τη μεταγενέστερη πράξη ή να διατυπώσει συμπληρωματικά αιτήματα και πρόσθετους ισχυρισμούς κατά της πράξεως αυτής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2008, T‑256/07, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. II‑3019, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42. Todėl pagal šią teismo praktiką nagrinėjamu atveju reikia patenkinti ieškovės prašymus ir pripažinti, kad jos ieškiniu žodinės proceso dalies pabaigoje taip pat siekiama panaikinti Sprendimą 2010/644 ir Reglamentą Nr. 961/2010 tiek, kiek šie aktai su ja susiję, ir leisti šalims performuluoti savo reikalavimus, pagrindus ir argumentus, atsižvelgiant į šią naują aplinkybę, t. y. pasinaudoti teise pateikti papildomus reikalavimus, pagrindus ir argumentus (pagal analogiją žr. 41 punkte minėto Sprendimo People’s Mojahedin Organization of Iran prieš Tarybą 47 punktą).
42. Πρέπει, συνεπώς, εν προκειμένω, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της προσφεύγουσας και να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της αποσκοπεί, κατά την ημερομηνία περατώσεως της προφορικής διαδικασίας, και στην ακύρωση της αποφάσεως 2010/644 και του κανονισμού 961/2010, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές την αφορούν, και να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να αναδιατυπώσουν τα αιτήματά τους, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά τους υπό το φως του νέου αυτού στοιχείου, πράγμα που συνεπάγεται, για τους διαδίκους, το δικαίωμα διατυπώσεως πρόσθετων αιτημάτων, ισχυρισμών και επιχειρημάτων (βλ., κατ’ αναλογία, προμνησθείσα στη σκέψη 41 απόφαση People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 47).
Dėl Tarybos ir Komisijos argumentų, susijusių su ieškinio pagrindų dėl tariamo pagrindinių ieškovės teisių pažeidimo priimtinumu
Επί των επιχειρημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά το παραδεκτό των λόγων που αντλούνται από την υποτιθέμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας
43. Per posėdį Taryba ir Komisija tvirtino, kad ieškovė turi būti laikoma vyriausybine organizacija ir todėl Irano valstybės institucija, kuri negali remtis apsauga ir garantijomis, susijusiomis su pagrindinėmis teisėmis. Todėl jos laikosi nuomonės, kad ieškinio pagrindai, susiję su tariamu šių teisių pažeidimu, turi būti pripažinti nepriimtinais.
43. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να θεωρηθεί ως κυβερνητικός οργανισμός και, ως εκ τούτου, ως ιρανικός κρατικός φορέας, ο οποίος δεν μπορούσε να επικαλεστεί τις προστασίες και τις εγγυήσεις που συνδέονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Εκτιμούν, κατά συνέπεια, ότι οι λόγοι της προσφυγής που αντλούνται από την υποτιθέμενη προσβολή των εν λόγω δικαιωμάτων πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι.
44. Šiuo klausimu, pirma, reikia pažymėti, kad Taryba ir Komisija neginčija pačios ieškovės teisės prašyti panaikinti ginčijamus aktus. Jos tik neigia, kad ji turi tam tikras teises, kuriomis ji remiasi siekdama šio panaikinimo.
44. Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αμφισβητούν αυτό καθαυτό το δικαίωμα της προσφεύγουσας να ζητήσει την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων. Αμφισβητούν μόνον ότι έχει ορισμένα δικαιώματα τα οποία επικαλείται για να επιτύχει την ακύρωση αυτή.
45. Tačiau, antra, klausimas, ar ieškovė turi teisę, nurodytą siekiant pagrįsti panaikinimo pagrindą, susijęs ne su paties šio pagrindo priimtinumu, o su jo pagrįstumu. Todėl Tarybos ir Komisijos argumentus, susijusius su tuo, kad ieškovė yra vyriausybinė organizacija, reikia atmesti tiek, kiek jais siekiama patvirtinti, kad ieškinys iš dalies nepriimtinas.
45. Όμως, δεύτερον, το κατά πόσον η προσφεύγουσα έχει ή όχι το δικαίωμα που επικαλείται προς στήριξη ενός λόγου ακυρώσεως δεν αφορά το παραδεκτό του ίδιου του λόγου ακυρώσεως, αλλά το βάσιμό του. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου και της Επιτροπής, που αντλείται από το ότι η προσφεύγουσα είναι κυβερνητικός οργανισμός, είναι απορριπτέα στο μέτρο που αποβλέπει στη διαπίστωση του μερικού απαραδέκτου της προσφυγής.
46. Trečia, šis argumentas pirmą kartą pateiktas per posėdį, Tarybai ar Komisijai nenurodant teisinių arba faktinių aplinkybių, kurios tapo žinomos vykstant procesui. Kiek tai susiję su bylos esme, jis yra naujas pagrindas, kaip tai suprantama pagal Bendrojo Teismo procedūros reglamento 48 straipsnio 2 dalies pirmą pastraipą, o tai reiškia, kad jį reikia pripažinti nepriimtinu.
46. Τρίτον, η εν λόγω επιχειρηματολογία προβλήθηκε, για πρώτη φορά, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς το Συμβούλιο ή η Επιτροπή να επικαλεστούν το ότι στηριζόταν σε νομικά ή πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Επομένως, στο μέτρο που αφορά την ουσία της διαφοράς, η επιχειρηματολογία αυτή συνιστά νέον ισχυρισμό υπό την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα που συνεπάγεται ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Dėl esmės
Επί της ουσίας
47. Bendrasis Teismas mano, kad ieškovės pateiktus ieškinio pagrindus reikia nagrinėti tokia tvarka:
47. Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα πρέπει να εξεταστούν με την εξής σειρά:
– penktąjį pagrindą, susijusį su tuo, kad Taryba neturėjo kompetencijos priimti ginčijamus aktus,
– πέμπτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις·
– šeštąjį pagrindą, susijusį su piktnaudžiavimu įgaliojimais,
– έκτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας·
– pirmojo pagrindo, susijusio su Sprendimo 2010/413 įsigaliojimu atgaline data, pirmą dalį,
– πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την αναδρομική έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 2010/413·
– antrąjį pagrindą, susijusį su pareigos motyvuoti pažeidimu,
– δεύτερος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως·
– trečiąjį pagrindą, susijusį su ieškovės teisės į gynybą ir jos teisės į veiksmingą teisminę gynybą pažeidimu,
– τρίτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας και του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία·
– septintąjį pagrindą, susijusį su teisės klaida, kalbant apie dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje sąvoką,
– έβδομος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από νομική πλάνη όσον αφορά την έννοια της αναμείξεως στη διάδοση πυρηνικών όπλων·
– aštuntąjį pagrindą, susijusį su faktinių aplinkybių vertinimo klaida, kalbant apie ieškovės veiklą,
– όγδοος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας·
– ketvirtąjį pagrindą, susijusį su proporcingumo principo pažeidimu,
– τέταρτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας·
– devintąjį pagrindą, pateiktą tuo atveju, jei nebūtų patenkinti pirmesni reikalavimai, susijusį su akivaizdžia vertinimo klaida ir proporcingumo principo pažeidimu.
– ένατος λόγος ακυρώσεως, που προβάλλεται επικουρικώς και αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Dėl penktojo ieškinio pagrindo, susijusio su tuo, kad Taryba neturėjo kompetencijos priimti ginčijamus aktus
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις
48. Ieškovė tvirtina, kad Taryba neturėjo kompetencijos priimti ginčijamus aktus. Pirma, ji tvirtina, kad ginčijamų aktų teisinis pagrindas – 2010 m. birželio 17 d. Europos Vadovų Tarybos deklaracija dėl Irano (toliau – 2010 m. birželio 17 d. Deklaracija). Antra, ieškovės nuomone, šioje deklaracijoje tik numatyta, kad Taryba įgyvendins Jungtinių Tautų Saugumo Tarybos rezoliuciją 1929 (2010) (toliau – Rezoliucija 1929 (2010) ir patvirtins papildomas priemones, tačiau nenumatytas savarankiškų lėšų įšaldymo priemonių nustatymas. Trečia, Rezoliucijoje 1929 (2010) nenurodytos priemonės, taikytinos Irano naftos ir dujų pramonei arba ieškovei. Tuo remdamasi ji daro išvadą, kad Taryba neturi kompetencijos nustatyti jai taikytinas ribojamąsias priemones, remdamasi 2010 m. birželio 17 d. Deklaracija.
48. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να εκδώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις. Πρώτον, επικαλείται το ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν ως νομική βάση τη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2010 για το Ιράν (στο εξής: δήλωση της 17ης Ιουνίου 2010). Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η δήλωση αυτή περιορίζεται να προβλέψει την εφαρμογή, εκ μέρους του Συμβουλίου, της αποφάσεως 1929 (2010) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών [στο εξής: απόφαση 1929 (2010)] και τη θέσπιση συνοδευτικών μέτρων, δεν προβλέπει όμως αυτοτελή μέτρα δεσμεύσεως κεφαλαίων. Τρίτον, η απόφαση 1929 (2010) δεν περιλαμβάνει μέτρα αφορώντα την ιρανική βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου ή την προσφεύγουσα. Εξ αυτών, η προσφεύγουσα συνάγει ότι το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να λαμβάνει περιοριστικά έναντι αυτής μέτρα βάσει της δηλώσεως της 17ης Ιουνίου 2010.
49. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą.
49. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
50. Visų pirma reikia pažymėti, kad Taryba nustatė ieškovei taikomas ribojamąsias priemones dėl jos tariamos paramos branduolinių ginklų platinimo veiklai, o ne vien dėl to, kad ji vykdė veiklą naftos, dujų ir naftos chemijos sektoriuose. Todėl aplinkybė, kad Rezoliucijoje 1929 (2010) nenurodytos konkrečios priemonės, taikytinos šiam sektoriui, yra nesvarbi.
50. Πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι το Συμβούλιο θέσπισε τα περιοριστικά έναντι της προσφεύγουσας μέτρα λόγω της στηρίξεως που φέρεται ότι παρέσχε για τη διάδοση πυρηνικών όπλων, και όχι λόγω του γεγονότος απλώς και μόνον ότι δραστηριοποιούνταν στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των πετροχημικών. Επομένως, το ότι η απόφαση 1929 (2010) δεν περιλαμβάνει ειδικά μέτρα αφορώντα τον τελευταίο αυτόν τομέα είναι άνευ σημασίας.
51. Be to, Rezoliucija 1929 (2010) siekiama užkirsti kelią branduolinių ginklų platinimui, be kita ko, užtikrinant, kad būtų laikomasi ankstesnių Jungtinių Tautų Saugumo Tarybos rezoliucijų šioje srityje. Atsižvelgiant į šį tikslą, ją įgyvendinant gali būti nustatomos ribojamosios priemonės, taikytinos subjektams, teikiantiems paramą branduolinių ginklų platinimo veiklai.
51. Κατά τα λοιπά, η απόφαση 1929 (2010) αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων, ιδίως εξασφαλίζοντας την τήρηση των προγενεστέρων συναφών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Λαμβανομένου υπόψη αυτού του σκοπού, η εφαρμογή της αποφάσεως αυτής μπορεί να συνοδευθεί από τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων έναντι των οντοτήτων που έχουν παράσχει στήριξη στη διάδοση πυρηνικών όπλων.
52. Todėl 2010 m. birželio 17 d. Deklaracijos 4 punkto formuluotė, pagal kurią Užsienio reikalų tarybos prašoma „patvirtinti < … > priemones, kuriomis būtų įgyvendinamos [Rezoliucijoje 1929 (2010)] nustatytos priemonės ir jas papildančios priemonės“, apima tokių ribojamųjų priemonių, kaip taikomos ieškovei, nustatymą.
52. Κατά συνέπεια, η διατύπωση του σημείου 4 της δηλώσεως της 17ης Ιουνίου 2010, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων καλείται να «θεσπίσει μέτρα για την εφαρμογή εκείνων που περιέχονται στην [απόφαση 1929 (2010)] καθώς και συνοδευτικά μέτρα», περιλαμβάνει τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων όπως αυτά τα οποία αφορούν την προσφεύγουσα.
53. Be to, 2010 m. birželio 4 d. Deklaracijos 4 punkte taip pat yra fragmentas, pagal kurį „jos taip pat turi apimti naujus draudimus išduoti vizą ir turto įšaldymą, pirmiausia taikytinus Islamo revoliucinės gvardijos nariams“. Priešingai nei tvirtina ieškovė, šioje formuluotėje numatyta galimybė nustatyti ribojamąsias priemones, įskaitant savarankiškas priemones.
53. Επιπλέον, το σημείο 4 της δηλώσεως της 17ης Ιουνίου 2010 περιέχει επίσης ένα χωρίο σύμφωνα με το οποίο «θα πρέπει, επιπλέον, να επεκταθούν τα μέτρα απαγορεύσεως των θεωρήσεων και δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων ιδίως και έναντι των μελών του Σώματος της Επαναστατικής Φρουράς». Αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η διατύπωση αυτή προβλέπει τη δυνατότητα θεσπίσεως περιοριστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων και αυτοτελών μέτρων.
54. Todėl galima teigti, kad nustatydama ieškovei taikomas ribojamąsias priemones Taryba laikėsi ES 26 straipsnio 2 dalies pirmos pastraipos, pagal kurią ji veikia „remdamasi Europos Vadovų Tarybos apibrėžtomis bendromis gairėmis ir strateginėmis kryptimis“.
54. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας περιοριστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας, συμμορφώθηκε προς το άρθρο 26, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο οφείλει να ενεργεί «βάσει των γενικών προσανατολισμών και στρατηγικών κατευθυντήριων γραμμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο».
55. Taigi reikia pripažinti, kad Taryba buvo kompetentinga nustatyti ieškovei taikomas ribojamąsias priemones, ir todėl atmesti penktąjį ieškinio pagrindą kaip nepagrįstą.
55. Πρέπει, συνεπώς, να συναχθεί ότι το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο να θεσπίσει περιοριστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας και, κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Dėl šeštojo ieškinio pagrindo, susijusio su piktnaudžiavimu įgaliojimais
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας
56. Ieškovė tvirtina, kad Taryba piktnaudžiavo įgaliojimais. Šiuo atžvilgiu ji teigia, kad Taryba nustatė jai taikomas ribojamąsias priemones neturėdama įrodymų dėl jos dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje ir nepaisydama jos procesinių teisių. Ieškovės nuomone, šios aplinkybės leidžia manyti, kad Taryba iš tikrųjų siekė pasinaudoti ribojamųjų priemonių sistema, susijusia su branduolinių ginklų platinimu, kad pakenktų Irano naftos, dujų ir naftos chemijos pramonei.
56. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Επικαλείται, συναφώς, το γεγονός ότι το Συμβούλιο θέσπισε περιοριστικά εις βάρος της μέτρα χωρίς να διαθέτει αποδείξεις σχετικά με την ανάμειξή της στη διάδοση πυρηνικών όπλων και χωρίς να σεβαστεί τα διαδικαστικά της δικαιώματα. Οι περιστάσεις αυτές συνεπάγονται, κατά την προσφεύγουσα, ότι το Συμβούλιο επιχείρησε όντως να χρησιμοποιήσει το καθεστώς των περιοριστικών μέτρων που συνδέεται με τη διάδοση πυρηνικών όπλων για να πλήξει την ιρανική βιομηχανία πετρελαίου, φυσικού αερίου και πετροχημικών.
57. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą.
57. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
58. Pagal teismų praktiką teisės aktas tik tada laikomas priimtu piktnaudžiaujant įgaliojimais, jei, remiantis objektyviais, tinkamais ir suderinamais duomenimis, paaiškėja, kad jis buvo priimtas tik ar bent jau iš esmės siekiant kitų nei nurodytieji tikslų arba siekiant išvengti Sutartyje numatytos konkrečiomis aplinkybėmis taikytinos procedūros (žr. 2009 m. spalio 14 d. Pirmosios instancijos teismo sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą , T‑390/08, Rink. p. II‑3967, 50 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
58. Κατά τη νομολογία, μια πράξη εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, καθοριστικό σκοπό άλλον από εκείνον τον οποίο αναφέρει ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2009, T‑390/08, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. II‑3967, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59. Tačiau nagrinėjamu atveju ieškovė nepatvirtino, kad yra tokių duomenų. Iš tiesų ji nepateikė informacijos, dėl kurios būtų galima daryti išvadą, kad aplinkybės, kuriomis ji remiasi, net jei jos būtų patvirtinos, kilo ne dėl paprastų Tarybos klaidų, o dėl jos noro siekti kitų tikslų, nei užkirsti kelią branduolinių ginklų platinimui.
59. Εν προκειμένω, όμως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, ούτε επικαλέστηκε, την ύπαρξη τέτοιων ενδείξεων. Συγκεκριμένα, δεν προσκόμισε στοιχεία που να εμφαίνουν ότι οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται, ακόμη και αν η συνδρομή τους αποδειχθεί, δεν οφείλονταν σε απλά σφάλματα του Συμβουλίου, αλλά είναι απόρροια της βουλήσεώς του να επιτύχει σκοπούς άλλους, πέραν της παρεμποδίσεως της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων.
60. Todėl šeštąjį ieškinio pagrindą reikia atmesti kaip nepagrįstą.
60. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Dėl pirmojo ieškinio pagrindo pirmos dalies, susijusios su Sprendimo 2010/413 įsigaliojimu atgaline data
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την αναδρομική ισχύ της αποφάσεως 2010/413
61. Ieškovė tvirtina, kad Sprendimas 2010/413 yra neteisėtas, nes jo 28 straipsnyje numatyta, kad sprendimas įsigalioja jo priėmimo dieną, kuri yra ankstesnė nei jo paskelbimo Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje diena.
61. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση 2010/413 είναι παράνομη, διότι, κατά το άρθρο 28 αυτής, η απόφαση τίθεται σε ισχύ από την έκδοσή της, η οποία προηγείται της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
62. Taryba ir Komisija ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą.
62. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
63. SESV 297 straipsnio 2 dalies antroje pastraipoje numatyta:
63. Το άρθρο 297, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
„Reglamentai ir visoms valstybėms narėms skirtos direktyvos bei sprendimai, kai juose nenurodyta, kam jie skirti, skelbiami Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje . Jie įsigalioja juose nurodytą dieną arba, jei ji nenurodoma, dvidešimtą dieną nuo jų paskelbimo.“
«Οι κανονισμοί, οι οδηγίες που απευθύνονται σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και οι αποφάσεις, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, άλλως, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους.»
64. Pirma, reikia priminti, kad Sąjungos teisinės sistemos pagrindiniu principu reikalaujama, jog viešosios valdžios institucijos priimtu aktu nebūtų remiamasi asmenų atžvilgiu, kol jie neturi galimybės su juo susipažinti. Antra, nors iš esmės pagal teisinių situacijų saugumo principą draudžiama nustatyti, kad Sąjungos teisės aktas pradeda galioti anksčiau, nei buvo paskelbtas, išimtiniais atvejais gali būti kitaip, kai to reikia dėl siekiamo tikslo ir yra tinkamai atsižvelgiama į suinteresuotųjų asmenų teisėtus lūkesčius (1979 m. sausio 25 d. Teisingumo Teismo sprendimo Weingut Decker , 99/78, Rink. p. 101, 3 ir 8 punktai).
64. Υπενθυμίζεται, αφενός, ότι σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, πράξη των δημοσίων αρχών δεν μπορεί να αντιταχθεί σε ιδιώτες πριν παρασχεθεί σ’ αυτούς η δυνατότητα να λάβουν γνώση της πράξεως αυτής. Αφετέρου, κατά γενικό κανόνα, αν η ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως προσδιορίζεται σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσιεύσεώς της, υπάρχει αντίθεση με την αρχή της ασφάλειας των εννόμων καταστάσεων, μπορεί δε, κατ’ εξαίρεση, να έχουν άλλως τα πράγματα, οσάκις το απαιτεί ο σκοπός που πρέπει να επιτευχθεί και οσάκις η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων τυγχάνει του δέοντος σεβασμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, 99/78, Weingut Decker, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81, σκέψεις 3 και 8).
65. Šiuo atveju neginčijama, kad nors Sprendimas 2010/413, kuriame nenurodyta, kam jis skirtas, priimtas 2010 m. liepos 26 d., Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje jis paskelbtas tik kitą dieną.
65. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση 2010/413, η οποία δεν αναφέρει τον αποδέκτη, εκδόθηκε στις 26 Ιουλίου 2010 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόλις την επομένη.
66. Be to, Taryba net nenurodo priežasčių, pateisinančių Sprendimo 2010/413 galiojimo atgaline data pripažinimą.
66. Εξάλλου, το Συμβούλιο δεν επικαλείται καν λόγους που να δικαιολογούν την αναδρομική ισχύ της αποφάσεως 2010/413.
67. Šiomis aplinkybėmis reikia panaikinti Sprendimo 2010/413 28 straipsnį, kiek jis susijęs su ieškove, ir todėl pripažinti, kad šis sprendimas įsigaliojo dvidešimtą dieną nuo jo paskelbimo Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje .
67. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 28 της αποφάσεως 2010/413 είναι ακυρωτέο ως προς την προσφεύγουσα και πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω απόφαση τέθηκε σε ισχύ την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
68. Tačiau ieškovė nenurodo duomenų, kuriais siektų įrodyti, kad šios aplinkybės gali turėti įtakos kitų Sprendimo 2010/413 nuostatų teisėtumui, kiek jos su juo susiję.
68. Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν επικαλείται στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις θίγουν τη νομιμότητα άλλων διατάξεων της αποφάσεως 2010/413 κατά το μέτρο που την αφορούν.
69. Todėl reikia pritarti pirmojo ieškinio pagrindo pirmai daliai, kiek ja siekiama, kad būtų panaikintas Sprendimo 2010/413 28 straipsnis, ir ją atmesti kaip nereikšmingą dėl likusios ieškinio dalies.
69. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτό κατά το μέτρο που κατατείνει στην ακύρωση του άρθρου 28 της αποφάσεως 2010/413 και να απορριφθεί ως αλυσιτελές κατά τα λοιπά.
Dėl antrojo ieškinio pagrindo, susijusio su pareigos motyvuoti pažeidimu
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
70. Ieškovė tvirtina, kad Taryba ginčijamuose aktuose nenurodė pakankamų teisinių motyvų, todėl ji negali nustatyti faktų, kuriais yra kaltinama, ir patikrinti ar paneigti nurodytų motyvų pagrįstumą.
70. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν έχει αιτιολογήσει επαρκώς κατά νόμο τις προσβαλλόμενες πράξεις, με συνέπεια η προσφεύγουσα να μην έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει τα προσαπτόμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά και να ελέγξει ή να αντικρούσει το βάσιμο της παρατιθέμενης αιτιολογίας.
71. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą. Ji tvirtina, kad nurodyti motyvai susiję su ieškovės parama branduolinių ginklų platinimo veiklai. Ji priduria, kad ginčijami aktai priimti ieškovei žinomomis aplinkybėmis.
71. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας. Προβάλλει ότι η παρατιθέμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία σχετίζεται με τη συμβολή της προσφεύγουσας στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Επιπλέον, το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις ήταν γνωστό στην προσφεύγουσα.
72. Pareiga nurodyti asmens nenaudai priimto akto motyvus, numatyta SESV 296 straipsnio antroje pastraipoje ir konkrečiau šioje byloje Sprendimo 2010/413 24 straipsnio 3 dalyje, Reglamento Nr. 423/2007 15 straipsnio 3 dalyje ir Reglamento Nr. 961/2010 36 straipsnio 3 dalyje, siekiama, pirma, suteikti suinteresuotajam asmeniui pakankamai informacijos, kuri leistų žinoti, ar aktas yra pagrįstas, o jeigu jis turi trūkumų – ginčyti jo galiojimą Sąjungos teisme, ir, antra, leisti šiam teismui atlikti šio akto teisėtumo kontrolę. Taip suformuluota pareiga motyvuoti yra esminis Sąjungos teisės principas, nuo kurio gali būti nukrypstama tik dėl imperatyvių reikalavimų. Todėl iš esmės apie motyvus suinteresuotajam asmeniui turi būti pranešama kartu su jo nenaudai priimtu aktu ir motyvų nenurodymo negali ištaisyti tai, kad suinteresuotasis asmuo apie akto motyvus sužino per procesą Sąjungos teisme. (šiuo klausimu žr. 58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 80 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
72. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως βλαπτικής πράξεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, ειδικότερα εν προ κειμένω, στο άρθρο 24, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2010/413, στο άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 και στο άρθρο 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 961/2010, έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι βάσιμη ή ενδεχομένως πλημμελής, οπότε μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος της ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, και, αφετέρου, να παράσχει τη δυνατότητα στον εν λόγω δικαστή να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξεως αυτής. Η εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστά ουσιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης από την οποία μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση μόνο για επιτακτικούς λόγους. Ως εκ τούτου, η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ταυτόχρονα με τη βλαπτική γι’ αυτόν πράξη, καθόσον η έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να καλυφθεί εκ του ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία της πράξεως κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73. Todėl jei pagal imperatyvius reikalavimus, susijusius su Sąjungos ar jos valstybių narių saugumu ar jų tarptautiniais santykiais, nedraudžiama perduoti tam tikrų duomenų, Taryba pagal Sprendimo 2010/413 24 straipsnio 3 dalį, Reglamento Nr. 423/2007 15 straipsnio 3 dalį ir Reglamento Nr. 961/2010 36 straipsnio 3 dalį privalo informuoti subjektą, kuriam taikoma atsižvelgiant į konkrečias aplinkybes pagal Sprendimo 2010/413 24 straipsnio 3 dalį, Reglamento Nr. 423/2007 15 straipsnio 3 dalį ar Reglamento Nr. 961/2010 16 straipsnio 2 dalį nustatyta priemonė, apie faktines ir konkrečias priežastis, dėl kurių ji mano, kad ši nuostata taikytina suinteresuotajam asmeniui. Ji taip pat turi nurodyti faktines ir teisines aplinkybes, sudarančias teisinį priemonės pagrindą, ir motyvus, dėl kurių ji priimta (šiuo klausimu žr. 58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 81 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
73. Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι, αφορώντες την ασφάλεια της Ένωσης ή των κρατών μελών της ή τον χειρισμό των διεθνών σχέσεών τους, που να δικαιολογούν τη μη κοινοποίηση ορισμένων στοιχείων, το Συμβούλιο υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2010/413, του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 και του άρθρου 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 961/2010, να γνωστοποιεί στην οντότητα την οποία αφορά μέτρο εκδιδόμενο, αναλόγως της περιπτώσεως, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2010/413, του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 ή του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 961/2010 τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η σχετική ρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί στον ενδιαφερόμενο. Επομένως, το Συμβούλιο οφείλει να εκθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η νόμιμη δικαιολόγηση της αποφάσεώς του και τις σκέψεις που το οδήγησαν να λάβει την απόφαση αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
74. Be to, motyvai turi būti pritaikyti prie nagrinėjamo akto pobūdžio ir aplinkybių, kuriomis jis buvo priimtas. Reikalavimas motyvuoti turi būti vertinamas atsižvelgiant į konkretaus atvejo aplinkybes, ypač į akto turinį, motyvų, kuriais remiamasi, pobūdį ir į interesą gauti paaiškinimus, kurį asmenys, jeigu šis aktas jiems skirtas, arba kiti asmenys, su kuriais šis aktas tiesiogiai bei konkrečiai susijęs, gali turėti. Nurodant motyvus, nereikalaujama tiksliai nurodyti visų svarbių faktinių ir teisinių aplinkybių, nes tai, ar akto motyvai yra pakankami, turi būti vertinama atsižvelgiant ne tik į jo tekstą, bet ir į priėmimo aplinkybes bei visas nagrinėjamąją sritį reglamentuojančias teisės normas. Konkrečiai kalbant, asmens nenaudai priimtas aktas yra pakankamai motyvuotas, jeigu jis priimtas suinteresuotajam asmeniui žinomomis aplinkybėmis, leidžiančiomis jam suprasti jo atžvilgiu priimtos priemonės reikšmę (žr. 58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 82 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
74. Περαιτέρω, η αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξεως και του πλαισίου στο οποίο αυτή εκδόθηκε. Η απαίτηση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως της παρατιθέμενης αιτιολογίας και του συμφέροντος για παροχή εξηγήσεων που ενδέχεται να έχουν οι αποδέκτες της πράξεως ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Δεν απαιτείται η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που έχουν επιρροή, καθόσον το ζήτημα της επάρκειας της αιτιολογίας πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της πράξεως αυτής, αλλά και το πλαίσιό της και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα. Ειδικότερα, μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ληφθέντος έναντι αυτού μέτρου (βλ. απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
75. Nagrinėjamu atveju iš ginčijamų aktų motyvų matyti, jog Taryba remiasi trimis savarankiškais motyvais, pateisinančiais ieškovei taikomų ribojamųjų priemonių nustatymą. Todėl reikia juos nagrinėti po vieną.
75. Εν προκειμένω, από την αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων προκύπτει ότι το Συμβούλιο επικαλείται τρεις αυτοτελείς λόγους, προς δικαιολόγηση της λήψεως των περιοριστικών μέτρων σε βάρος της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
76. Kalbant apie pirmąjį motyvą, pagal kurį ieškovė parduoda įrangą naftos ir dujų sektoriui, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą, reikia pripažinti, kad, kaip tvirtina ieškovė, nurodytas motyvas yra labai bendro pobūdžio, nes nepatikslinamas nurodytos įrangos pobūdis ar rūšys ir veiklos, kuria kaltinama ieškovė, pobūdis.
76. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, ότι η προσφεύγουσα εμπορεύεται εξοπλισμό για τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα, η συγκεκριμένη αιτιολόγηση είναι πολύ γενική, καθώς δεν προσδιορίζει τη φύση ή το είδος του εξοπλισμού και τη φύση των δραστηριοτήτων που της προσάπτονται.
77. Tačiau, atsižvelgiant į per posėdį pateiktus paaiškinimus, reikia pripažinti, kad šis motyvas yra pakankamas. Iš tiesų iš Tarybos atsakymo į Bendrojo Teismo klausimą matyti, kad pirmasis motyvas pagrįstas ne konkrečiais prekių, kurios faktiškai panaudotos branduolinių ginklų platinimo veikloje, pirkimo sandoriais, o bendra aplinkybe, kad ieškovės įsigytos prekės, patenkančios į dujų, naftos ir naftos chemijos sektorius, gali būti taip naudojamos. Tačiau ši aplinkybė ieškovei yra žinoma, kuri ją savo raštuose aiškiai pripažino, tačiau ginčija, be kita ko, septintajame ieškinio pagrinde jos reikšmę dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje sąvokos atžvilgiu. Taigi reikia pripažinti, kad nurodytas motyvas leido ieškovei patikrinti ginčijamų aktų pagrįstumą, gintis Bendrajame Teisme ir pastarajam atlikti kontrolę.
77. Ωστόσο, κατόπιν των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η συγκεκριμένη αιτιολογία κρίνεται επαρκής. Συγκεκριμένα, από την απάντηση του Συμβουλίου σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένες αγορές αγαθών, τα οποία όντως χρησιμοποιήθηκαν για τη διάδοση των πυρηνικών όπλων, αλλά εν γένει στο γεγονός ότι τα αγαθά που είχε αποκτήσει η προσφεύγουσα και αφορούν τον κλάδο του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των πετροχημικών προϊόντων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό. Πάντως, το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στην προσφεύγουσα, η οποία άλλωστε το παραδέχθηκε ρητώς με τα υπομνήματά της, αμφισβητώντας, όμως, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο του έβδομου λόγου ακυρώσεως, τη σημασία του όσον αφορά την ανάμειξή της στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Επομένως, η αιτιολογία της αποφάσεως παρέσχε τη δυνατότητα στη μεν προσφεύγουσα να ελέγξει το βάσιμο των προσβαλλομένων πράξεων και να αμυνθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.
78. Dėl antrojo motyvo, susijusio su tuo, kad ieškovė bandė nupirkti itin atsparaus lydinio vartų, naudojamų tik branduolinėje pramonėje, reikia pažymėti, kad pateiktame motyve identifikuojama nurodytų prekių rūšis, suteikiant galimybę ieškovei ginčyti tariamo bandymo pirkti tikrumą ir teigti, kad jos naudojami itin atsparaus lydinio vartai nėra skirti vien tik branduolinei pramonei.
78. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, ότι η προσφεύγουσα επιχείρησε να αγοράσει θύρες από κράματα υψηλής αντοχής, οι οποίες χρησιμοποιούνται μόνο στην πυρηνική βιομηχανία, επισημαίνεται ότι από την αιτιολογία προκύπτει το είδος των συγκεκριμένων αγαθών, οπότε η προσφεύγουσα δύναται να αμφισβητήσει τα περί της συγκεκριμένης αγοράς, υποστηρίζοντας ότι οι χρησιμοποιούμενες από αυτήν θύρες από κράματα υψηλής αντοχής δεν προορίζονταν αποκλειστικά για την πυρηνική βιομηχανία.
79. Tačiau trečias motyvas, pagal kurį ieškovė palaiko ryšius su bendrovėmis, dalyvaujančiomis Irano branduolinėje programoje, yra nepakankamas, nes iš jo ji negali suprasti, kokiais ryšiais su kokiais subjektais ji faktiškai kaltinama, o tai reiškia, kad ji negali patikrinti šio teiginio pagrįstumo ir jo pakankamai tiksliai ginčyti.
79. Αντιθέτως, ο τρίτος λόγος, ότι η προσφεύγουσα διατηρεί δεσμούς με τις εταιρίες που μετείχαν στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, είναι ανεπαρκής κατά το ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια τι είδους σχέσεις είχε η προσφεύγουσα και με ποιες οντότητες, οπότε η προσφεύγουσα δεν είναι σε θέση να ελέγξει το βάσιμο της θέσεως αυτής και να την αμφισβητήσει με την ελάχιστη απαιτούμενη ακρίβεια.
80. Šiomis aplinkybėmis reikia, pirma, atmesti antrąjį pagrindą kaip nepagrįstą, kiek jis taikomas pirmajam ir antrajam Tarybos nurodytiems motyvams. Antra, reikia pritarti antrajam pagrindui ir todėl panaikinti ginčijamus aktus, kiek tai susiję su trečiuoju motyvu.
80. Υπό τις συνθήκες αυτές, αφενός, ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο που παραθέτει το Συμβούλιο. Αφετέρου, ο δεύτερος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός και, συνεπώς, οι προσβαλλόμενες πράξεις να ακυρωθούν, ως προς τον τρίτο λόγο της αιτιολογίας τους.
81. Kadangi trys atitinkami motyvai yra savarankiški, ši išvada nereiškia, kad ginčijami aktai panaikinami, kiek jais nustatytos ieškovei taikomos ribojamosios priemonės. Tačiau į trečiąjį motyvą nebus galima atsižvelgti nagrinėjant kitus ieškinio pagrindus, visų pirma aštuntąjį pagrindą dėl faktinių aplinkybių vertinimo klaidos.
81. Δεδομένου ότι οι τρεις προαναφερθέντες λόγοι είναι αυτοτελείς, η ως άνω διαπίστωση δεν συνεπάγεται ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων κατά το μέρος που επιβάλλουν στην προσφεύγουσα περιοριστικά μέτρα. Ωστόσο, ο τρίτος λόγος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση λοιπών λόγων στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή, ειδικότερα δε του όγδοου λόγου, σχετικά με εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Dėl trečiojo ieškinio pagrindo, susijusio su ieškovės teisės į gynybą ir jos teisės į veiksmingą teisminę gynybą pažeidimu
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας και του δικαιώματός της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας
82. Ieškovė tvirtina, kad priimdama Sprendimą 2010/413 ir Įgyvendinimo reglamentą Nr. 668/2010 Taryba pažeidė jos teisę į gynybą, o tai taip pat reiškia jos teisės į veiksmingą teisminę gynybą pažeidimą.
82. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την απόφαση 2010/413 και τον εκτελεστικό κανονισμό 668/2010, προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας, πράγμα που συνιστά και προσβολή του δικαιώματός της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
83. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą. Pirma, ji tvirtina, kad ieškovė negali remtis teisės į gynybą paisymo principu. Antra, ji mano, kad bet kuriuo atveju ji laikėsi šio principo, kaip ir ieškovės teisės į veiksmingą teisminę gynybą.
83. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας. Αφενός, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί αν επικαλεστεί την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Αφετέρου, φρονεί ότι η αρχή αυτή έχει, σε κάθε περίπτωση, τηρηθεί και ότι έχει γίνει σεβαστό το δικαίωμα της προσφεύγουσας σε αποτελεσματική έννομη προστασία.
– Dėl teisės į gynybą
– Επί των δικαιωμάτων άμυνας
84. Pagal nusistovėjusią teismų praktiką teisės į gynybą, ir visų pirma teisės būti išklausytam, paisymas bet kokioje procedūroje, kuri buvo pradėta subjekto atžvilgiu ir gali pasibaigti jo nenaudai priimtu aktu, yra pagrindinis Sąjungos teisės principas ir turi būti užtikrintas net nesant nagrinėjamą procedūrą reglamentuojančių teisės aktų (58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 91 punktas).
84. Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, ειδικότερα δε του δικαιώματος ακροάσεως, σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά οντότητας και η οποία μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτήν πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και αν δεν υπάρχει καμία ρύθμιση σχετικά με την εν λόγω διαδικασία (απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 91).
85. Pirma, pagal teisės į gynybą paisymo principą reikalaujama, kad suinteresuotajam subjektui būtų pranešta apie įrodymus, kuriais pagrįstas jo nenaudai priimtas aktas. Antra, jis turi turėti galimybę veiksmingai pareikšti savo nuomonę dėl šių įrodymų (pagal analogiją žr. 2006 m. gruodžio 12 d. Pirmosios instancijos teismo sprendimo Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran prieš Tarybą , T‑228/02, Rink. p. II‑4665, 93 punktą).
85. Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει, αφενός, να γνωστοποιούνται στην ενδιαφερόμενη οντότητα τα στοιχεία που προβάλλονται εις βάρος της προς στήριξη της βλαπτικής γι’ αυτήν πράξεως. Αφετέρου, πρέπει να της παρέχεται η δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς την άποψή της σε σχέση με τα στοιχεία αυτά (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2006, T‑228/02, Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. II‑4665, σκέψη 93).
86. Pirmiausia Taryba ir Komisija nesutinka, kad nagrinėjamu atveju taikytinas teisės į gynybą paisymo principas. Remdamosi 2010 m. gegužės 19 d. Bendrojo Teismo sprendimu Tay Za prieš Tarybą (T‑181/08, Rink. p. II‑1965, 121–123 punktai) jos tvirtina, kad ieškovei ribojamosios priemonės taikomos ne dėl jos pačios veiklos, o dėl to, kad ji priklauso bendrai asmenų ir subjektų kategorijai. Todėl ribojamųjų priemonių nustatymo procedūra nebuvo pradėta ieškovės atžvilgiu, kaip tai suprantama pagal pirmiau 84 punkte nurodytą teismų praktiką, ir todėl ji negali remtis teise į gynybą arba gali ja remtis tik ribotai.
86. Καταρχάς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Παραπέμποντας στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2010, T‑181/08, Tay Za κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2010, σ. II‑1965, σκέψεις 121 έως 123), το Συμβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται ότι τα περιοριστικά μέτρα δεν αφορούν τους προσφεύγοντες λόγω των δραστηριοτήτων τους, αλλά λόγω του ότι ανήκουν σε μια γενική κατηγορία προσώπων και οντοτήτων. Κατά συνέπεια, η διαδικασία λήψεως περιοριστικών μέτρων δεν κινήθηκε κατά της προσφεύγουσας υπό την έννοια της παρατεθείσας στη σκέψη 86 ανωτέρω νομολογίας και, επομένως, αυτή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαιώματα άμυνας ή μπορεί να τα επικαλεστεί μόνο σε περιορισμένο βαθμό.
87. Šiems argumentams negalima pritarti.
87. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
88. Iš tiesų, pirma, iš ginčijamų aktų motyvų matyti, kad ribojamųjų priemonių nustatymas ieškovei pateisinamas, be kita ko, sandoriais, kuriuos ji bandė sudaryti, ir jos ryšiais su tam tikrais subjektais. Taigi, skirtingai nei suinteresuotiesiems asmenims byloje, kurioje priimtas 86 punkte minėtas Sprendimas Tay Za prieš Tarybą , ieškovei ribojamosios priemonės taikomos todėl, kad manoma, jog ji pati dalyvauja branduolinių ginklų platinimo veikloje, o ne dėl to, kad ji priklauso bendrai asmenų ir subjektų, susijusių su Irano Islamo Respublika, kategorijai.
88. Συγκεκριμένα, αφενός, από την αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων προκύπτει ότι η έκδοση περιοριστικών μέτρων σε βάρος της προσφεύγουσας παρίσταται δικαιολογημένη, λόγω, μεταξύ άλλων, των συναλλαγών που επιχείρησε να πραγματοποιήσει και από τους δεσμούς που διατηρούσε με ορισμένες οντότητες. Επομένως, αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Tay Za κατά Συμβουλίου, σκέψη 88 ανωτέρω, τα περιοριστικά μέτρα αφορούν τους προσφεύγοντες διότι θεωρείται ότι εμπλέκονται οι ίδιοι στη διάδοση πυρηνικών όπλων, και όχι λόγω του ότι ανήκουν σε μια γενική κατηγορία προσώπων και οντοτήτων συνδεομένων με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
89. Todėl 86 punkte minėto Sprendimo Tay Za prieš Tarybą 121–123 punktuose nurodyti argumentai netaikytini šioje byloje.
89. Κατά συνέπεια, η συλλογιστική που αναπτύσσεται στις σκέψεις 121 έως 123 της αποφάσεως Tay Za κατά Συμβουλίου, σκέψη 88 ανωτέρω, δεν δύναται να μεταφερθεί στην προκειμένη υπόθεση.
90. Antra, bet kuriuo atveju Sprendimo 2010/413 24 straipsnio 3 ir 4 dalyse, Reglamento Nr. 423/2007 15 straipsnio 3 dalyje ir Reglamento Nr. 961/2010 36 straipsnio 3 ir 4 dalyse numatytos nuostatos, kuriomis užtikrinama subjektų, kuriems taikomos pagal šiuos teisės aktus nustatytos ribojamosios priemonės, teisė į gynybą. Ar šios teisės paisoma, tikrina Sąjungos teismas (58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 37 punktas).
90. Αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 24, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως 2010/413, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 και το άρθρο 36, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 961/2010 προβλέπουν διατάξεις διασφαλίζουσες τα δικαιώματα άμυνας των οντοτήτων τις οποίες αφορούν τα ληφθέντα δυνάμει αυτών περιοριστικά μέτρα. Η τήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων υπόκειται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης (απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 37).
91. Šiomis aplinkybėmis darytina išvada, kad šiuo atveju ieškovė gali remtis teisės į gynybą paisymo principu.
91. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα μπορεί να επικαλεστεί την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
92. Pagal teismų praktiką, kalbant apie pirmąjį aktą, pagal kurį įšaldytos subjekto lėšos, apie įrodymus prieš subjektą turi būti pranešama priimant atitinkamą aktą arba kuo greičiau po jo priėmimo. Suinteresuotojo subjekto prašymu, jis taip pat turi teisę pateikti nuomonę dėl šių įrodymų priėmus aktą (šiuo klausimu ir pagal analogiją žr. 2008 m. rugsėjo 3 d. Teisingumo Teismo sprendimo Kadi ir Al Barakaat International Foundation prieš Tarybą ir Komisiją , C‑402/05 P ir C‑415/05 P, Rink. p. I‑6351, 342 punktą ir 85 punkte minėto Sprendimo Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran prieš Tarybą 137 punktą).
92. Κατά τη νομολογία, όσον αφορά την πρώτη πράξη με την οποία δεσμεύονται τα κεφάλαια μιας οντότητας, η κοινοποίηση των επιβαρυντικών στοιχείων πρέπει να λάβει χώρα ταυτόχρονα με την έκδοση της οικείας πράξεως, είτε το συντομότερο δυνατό μετά την έκδοσή της. Η ενδιαφερόμενη οντότητα δικαιούται να εκφράσει, κατόπιν αιτήσεώς της, την άποψή της σε σχέση με τα στοιχεία αυτά αφού εκδοθεί η πράξη (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑6351, σκέψη 342, και απόφαση Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 85 ανωτέρω, σκέψη 137).
93. Be to, reikia pažymėti, kad, kai perduodama pakankamai tiksli informacija, leidžianti suinteresuotajam subjektui veiksmingai pareikšti savo nuomonę dėl Tarybos turimų įrodymų, teisės į gynybą paisymo principas nereiškia, kad šiai institucijai atsiranda pareiga savanoriškai leisti susipažinti su jo bylos dokumentais. Tik suinteresuotojo asmens prašymu Taryba turi leisti susipažinti su visais nekonfidencialiais administraciniais dokumentais, susijusiais su nagrinėjama priemone (žr. 58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 97 punktą ir nurodytą teismo praktiką).
93. Σημειωτέον, εξάλλου, ότι, όταν έχουν κοινοποιηθεί στην ενδιαφερόμενη οντότητα αρκούντως ακριβείς πληροφορίες που της παρέχουν τη δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί των εις βάρος της στοιχείων που λαμβάνει υπόψη του το Συμβούλιο, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν προϋποθέτει ότι το θεσμικό αυτό όργανο υποχρεούται να παράσχει με δική του πρωτοβουλία πρόσβαση στα έγγραφα που περιέχει ο φάκελός του. Μόνον κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποχρεούται το Συμβούλιο να παράσχει πρόσβαση σε όλα τα μη εμπιστευτικά διοικητικά έγγραφα σχετικά με το επίμαχο μέτρο (βλ. απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 97 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
94. Šiuo atveju, pirma, kiek tai susiję su pranešimu apie įrodymus prieš subjektą, apie Sprendimo 2010/413 ir Įgyvendinimo reglamento Nr. 668/2010 priėmimą ieškovei pranešta asmeniškai 2010 m. liepos 29 d. laišku.
94. Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, την κοινοποίηση των επιβαρυντικών στοιχείων, η έκδοση της αποφάσεως 2010/413 και του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010 γνωστοποιήθηκε ατομικά στην προσφεύγουσα με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 2010.
95. Kalbant apie šio pranešimo turinį, ieškovė skundžiasi nurodytų motyvų neapibrėžtumu, o tai reiškia, kad ji turėjo įrodyti priešingai.
95. Όσον αφορά το περιεχόμενο της γνωστοποιήσεως, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η παρατιθέμενη αιτιολογία είναι ασαφής, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να προσκομίσει αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία.
96. Tačiau remiantis pirmiau atlikta antrojo ieškinio pagrindo analize, ginčijami aktai buvo pakankamai teisiškai motyvuoti, kalbant apie pirmąjį ir antrąjį Tarybos nurodytus motyvus.
96. Ωστόσο, από την ως άνω εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες κατά νόμο, ως προς τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο που παραθέτει το Συμβούλιο.
97. Todėl reikia konstatuoti, kad Taryba nepažeidė ieškovės teisės į gynybą, kiek tai susiję su pradiniu pranešimu apie įrodymus jos atžvilgiu.
97. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι το Συμβούλιο δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας όσον αφορά την αρχική κοινοποίηση των επιβαρυντικών στοιχείων.
98. Antra, ieškovė tvirtina, kad ji negalėjo susipažinti su Tarybos byloje esančiais duomenimis ir informacija, susijusiais su ja, nepaisant aiškaus prašymo šiuo klausimu, pateikto 2010 m. rugsėjo 12 d. laiške. Taryba ginčija, kad toks prašymas egzistuoja.
98. Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν είχε πρόσβαση σε στοιχεία και πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υποθέσεως που τηρεί το Συμβούλιο, παρά το ρητό αίτημα που διατύπωσε με το έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 2010. Το Συμβούλιο αμφισβητεί την υποβολή τέτοιου αιτήματος.
99. 2010 m. rugsėjo 12 d. laiške yra toks fragmentas:
99. Το έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 2010 περιέχει το ακόλουθο απόσπασμα:
„Be to, kad [ieškovė] galėtų pasinaudoti savo teisėmis, Tarybos prašoma pakankamai išsamiai informuoti bendrovę apie:
«Επιπλέον, [η προσφεύγουσα], προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά της, ζητεί από το Συμβούλιο να ενημερώσει την εταιρία, κατά τρόπο ευλόγως αναλυτ ικό, σχετικά με
i) tariamus bandymus pirkti itin atsparaus lydinio vartų,
i) τις φερόμενες απόπειρες αγοράς θυρών από κράματα υψηλής αντοχής,
ii) tariamus ryšius su bendrovėmis, organizacijomis ir institucijomis, susijusiomis su branduoline programa,
ii) τους φερόμενους δεσμούς με εταιρίες, οργανισμούς και όργανα σχετιζόμενα με το πυρηνικό πρόγραμμα,
iii) įrangos, kuri gali būti naudojama Irano branduolinėje programoje, pobūdį.“
iii) τη φύση του εξοπλισμού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.»
100. Taryba savo 2010 m. spalio 28 d. laiške į šį prašymą neatsakė.
100. Το Συμβούλιο δεν απάντησε στο αίτημα αυτό με το έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 2010.
101. Šiomis aplinkybėmis darytina išvada, kad Taryba pažeidė ieškovės teisę į gynybą, neatsakydama į prašymą leisti susipažinti su bylos medžiaga, kurį pastaroji pateikė laiku.
101. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας, διότι δεν απάντησε στο αίτημα περί προσβάσεως στον φάκελο της υποθέσεως, το οποίο η προσφεύγουσα είχε εγκαίρως υποβάλει.
102. Trečia, kiek tai susiję su ieškovės teise veiksmingai pateikti savo nuomonę dėl jos atžvilgiu turimų įrodymų, reikia konstatuoti, kad 2010 m. liepos 26 d. priėmus pirmuosius aktus, pagal kuriuos įšaldytos ieškovės lėšos, ji kreipėsi į Tarybą 2010 m. rugsėjo 12 d. laišku, kuriame nurodė savo nuomonę ir paprašė panaikinti jos atžvilgiu nustatytas ribojamąsias priemones. Taryba į šį laišką atsakė 2010 m. spalio 28 d.
102. Τρίτον, όσον αφορά το δικαίωμα των προσφευγόντων να εκφράσουν λυσιτελώς την άποψή τους, διαπιστώνεται ότι, κατόπιν της εκδόσεως των πρώτων πράξεων με τις οποίες δεσμεύτηκαν τα κεφάλαιά τους, στις 26 Ιουλίου 2010, απηύθυναν στο Συμβούλιο τα από 26 Αυγούστου και 14 Σεπτεμβρίου 2010 έγγραφα με τα οποία εξέθεταν την επιχειρηματολογία τους, ζητώντας την άρση των σε βάρος τους περιοριστικών μέτρων. Το Συμβούλιο απάντησε στα έγγραφα αυτά στις 28 Οκτωβρίου 2010.
103. Ieškovė šiuo klausimu taip pat skundžiasi, kad ji turėjo labai mažai laiko pateikti Tarybai prašymą dėl peržiūros, atsižvelgiant į laiško, kuriuo jai pranešta apie jai taikomų ribojamųjų priemonių priėmimą, pristatymo laiką.
103. Η προσφεύγουσα παραπονείται επίσης, στο πλαίσιο αυτό, ότι της τάχθηκε υπερβολικά σύντομη προθεσμία για την υποβολή αιτήματος επανεξετάσεως στο Συμβούλιο, δεδομένου του χρόνου που απαιτήθηκε έως ότου περιέλθει σε αυτή το έγγραφο με το οποίο της γνωστοποιήθηκε η λήψη περιοριστικών μέτρων σε βάρος της.
104. Tačiau, pirma, atitinkamas laikotarpis, kuris praėjo nuo 2010 m. rugpjūčio 25 d. iki rugsėjo 15 d., yra beveik trys savaitės. Toks laikotarpis turi būti laikomas pakankamu, atsižvelgiant į nagrinėjamo atvejo aplinkybes, ir, be kita ko, į nedidelį Tarybos nurodytų įrodymų skaičių. Antra, bet kuriuo atveju ieškovė apsiriboja bendru teiginiu, nepaaiškindama konkretaus sutrumpinto termino poveikio jos gynybai. Todėl jos argumentams šiuo klausimu negalima pritarti.
104. Πάντως, αφενός, η συγκεκριμένη προθεσμία, από τις 25 Αυγούστου έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2010, ήταν σχεδόν τριών εβδομάδων. Η προθεσμία αυτή κρίνεται επαρκής, δεδομένων των περιστάσεων και, ιδίως, του περιορισμένου αριθμού των στοιχείων που επικαλέστηκε το Συμβούλιο. Αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα προβάλλει μια γενική θέση, χωρίς να διευκρινίζει ποιες συγκεκριμένες επιπτώσεις είχε η σύντομη προθεσμία όσον αφορά την άμυνά της. Επομένως, δεν μπορεί να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματά της.
105. Atsižvelgiant į tai, kas išdėstyta, reikia pripažinti, kad buvo laikytasi ieškovės teisės veiksmingai pateikti savo nuomonę.
105. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έγινε σεβαστό το δικαίωμα της προσφεύγουσας να προβάλει λυσιτελώς την άποψή της.
– Dėl teisės į veiksmingą teisminę gynybą
– Επί του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας
106. Pagal nusistovėjusią teismų praktiką veiksmingos teisminės gynybos principas yra bendrasis Sąjungos teisės principas, kylantis iš valstybėms narėms bendrų konstitucinių tradicijų ir įtvirtintas 1950 m. lapkričio 4 d. Romoje pasirašytos Žmogaus teisių ir pagrindinių laisvių apsaugos konvencijos 6 ir 13 straipsniuose. Teisminės kontrolės veiksmingumas reiškia, kad atitinkama Sąjungos institucija privalo ribojamosios priemonės taikymo motyvus pranešti suinteresuotajam subjektui, kiek įmanoma, arba šią priemonę priimant, arba bent jau kuo greičiau po to, kai ją priėmė, kad suinteresuotasis subjektas galėtų pasinaudoti savo teise pareikšti ieškinį per nustatytą terminą. Šios pareigos pranešti tokius motyvus laikymasis iš tiesų būtinas tiek dėl to, kad asmenys, kuriems taikomos ribojamosios priemonės, galėtų kuo geresnėmis sąlygomis ginti savo teises ir visiškai susipažinę su informacija nuspręsti, ar tikslinga kreiptis į Sąjungos teismą, tiek dėl to, kad šis galėtų visiškai vykdyti atitinkamo akto teisėtumo kontrolę, o tai yra jo pareiga (šiuo klausimu ir pagal analogiją žr. 92 punkte minėto Sprendimo Kadi ir Al Barakaat International Foundation prieš Tarybą ir Komisiją 335–337 punktus ir nurodytą teismo praktiką).
106. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απορρέει δε από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου συνεπάγεται ότι η οικεία κοινοτική αρχή οφείλει να γνωστοποιήσει στο οικείο πρόσωπο ή οντότητα τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η δέσμευση των κεφαλαίων τους, κατά το μέτρο του δυνατού, είτε κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως περί αναγραφής του ονόματός τους στον κατάλογο είτε, τουλάχιστον, το ταχύτερο δυνατό μετά τη λήψη αυτής της αποφάσεως, ώστε να παρασχεθεί σ’ αυτούς η δυνατότητα να ασκήσουν, εμπροθέσμως, το δικαίωμά τους για προσφυγή. Η τήρηση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως των λόγων αυτών είναι, πράγματι, αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί στους αποδέκτες των περιοριστικών μέτρων η δυνατότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσουν, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι πρόσφορο να προσφύγουν στον δικαστή της Ένωσης, αλλά και προκειμένου να παρασχεθεί στον εν λόγω δικαστή πλήρως η δυνατότητα ασκήσεως του ελέγχου νομιμότητας της οικείας κοινοτικής πράξεως, τον οποία υπέχει (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 92 ανωτέρω, σκέψεις 335 έως 337 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
107. Šiuo atveju, remiantis antrojo ieškinio pagrindo analize, darytina išvada, kad ieškovė laiku turėjo pakankamai tikslios informacijos dėl dviejų pirmųjų Tarybos nurodytų motyvų, kuriais pateisintas ribojamųjų priemonių nustatymas jos atžvilgiu. Tačiau, kaip konstatuota pirmiau 98–101 p unktuose, Taryba neatsakė į ieškovės prašymą, kuriuo siekta gauti galimybę susipažinti su bylos medžiaga, pateikto nepasibaigus ieškinio pateikimo terminui.
107. Εν προκειμένω, από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η προσφεύγουσα διέθετε εγκαίρως αρκούντως ακριβή στοιχεία σχετικά με τους δύο πρώτους λόγους που επικαλείται το Συμβούλιο προς δικαιολόγηση της λήψεως περιοριστικών μέτρων σε βάρος της. Όπως, όμως, διαπιστώθηκε με τις σκέψεις 100 έως 103 ανωτέρω, το Συμβούλιο δεν απάντησε στο αίτημα της προσφεύγουσας να της δοθεί πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου, αίτημα το οποίο είχε υποβάλει πριν τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
108. Tačiau ši aplinkybė a priori gali turėti įtakos ieškovės gynybai Bendrajame Teisme ir todėl pažeisti jos teisę į veiksmingą teisminę gynybą.
108. Πάντως, το γεγονός αυτό μπορεί καταρχήν να επηρεάσει την άμυνα της προσφεύγουσας του Γενικού Δικαστηρίου και συνιστά, κατά συνέπεια, προσβολή του δικαιώματός της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
109. Atsižvelgiant į visa tai, kas išdėstyta, reikia pritarti trečiajam pagrindui ir todėl panaikinti ginčijamus aktus, kiek jie susiję su ieškove.
109. Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, συνεπώς, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις κατά το μέτρο που αφορούν την προσφεύγουσα.
110. Tačiau savo raštuose Bendrajam Teismui Taryba iš esmės patvirtino, kad jos byloje nėra kitų įrodymų ar informacijos, nei nurodyti ginčijamų aktų motyvuose. Šiomis aplinkybėmis dėl proceso ekonomiškumo ir tinkamo teisingumo vykdymo reikia nagrinėti septintąjį ir aštuntąjį ieškinio pagrindus, atitinkamai susijusius su teisės klaida, kalbant apie dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje sąvoką, ir faktinių aplinkybių vertinimo klaida, kalbant apie ieškovės veiklą. Iš tiesų dėl tokio nagrinėjimo galima išvengti, prireikus, naujo ieškinio Bendrajame Teisme, pagrįsto tais pačiais argumentais, kuriais remiamasi šioje byloje.
110. Ωστόσο, με τα υπομνήματά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε, κατ’ ουσίαν, ότι ο φάκελος της υποθέσεως δεν περιείχε άλλα αποδεικτικά ή πληροφοριακά στοιχεία, πέραν των παρατιθέμενων στην αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστούν, για την οικονομία της διαδικασίας και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ο έβδομος και ο όγδοος λόγος, σχετικά, αντιστοίχως, με πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την έννοια της αναμείξεως στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και με εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, με την εξέταση αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να αποφευχθεί η άσκηση νέας προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, βάσει επιχειρημάτων όμοιων με τα προβληθέντα στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
Dėl septintojo ieškinio pagrindo, susijusio su teisės klaida, kalbant apie dalyvavimo branduolinių ginklų platinimo veikloje sąvoką
Επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την έννοια της αναμείξεως στη διάδοση των πυρηνικών όπλων
111. Ieškovė tvirtina, kad, remiantis pirmuoju motyvu, susijusiu su tuo, kad ji parduoda įrangą naftos ir dujų sektoriui, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą, Taryba padarė teisės klaidą. Iš tiesų vien šia aplinkybe negalima pateisinti ribojamųjų priemonių nustatymo.
111. Η προσφεύγουσα προβάλλει, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αιτιολογίας, ότι εμπορεύεται εξοπλισμό για τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, το γεγονός αυτό δεν αρκεί προς δικαιολόγηση της λήψεως περιοριστικών μέτρων.
112. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą. Ji tvirtina, kad aplinkybė, jog ieškovė gali National Iranian Oil Company grupės nariams nupirkti įrangos, kuri gali būti naudojama vykdant Irano branduolinę programą, reiškia paramą branduolinių ginklų platinimo veiklai.
112. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας. Κατά το Συμβούλιο, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ενδέχεται να αποκτήσει, για λογαριασμό των μελών του ομίλου National Iranian Oil Company, εξοπλισμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα συνιστά στήριξη της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων.
113. Kaip matyti iš šio sprendimo 77 punkto, pirmasis Tarybos nurodytas motyvas nėra pagrįstas konkrečiu ieškovės elgesiu, dėl kurio ji laikoma dalyvaujančia branduolinių ginklų platinimo veikloje. Iš tiesų jis pagrįstas tvirtinimu, kad yra tam tikra rizika, jog ieškovė gali dalyvauti šioje veikloje dėl jos kaip centrinės National Iranian Oil Company grupės perkančiosios bendrovės padėties.
113. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 77 ανωτέρω, ο πρώτος λόγος που παραθέτει το Συμβούλιο δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, που συνιστά ανάμειξη της προσφεύγουσας στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στη διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αναμείξεως της προσφεύγουσας στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, λόγω της θέσεώς της ως κεντρικού προμηθευτή του ομίλου της National Iranian Oil Company.
114. Tačiau Sprendimo 2010/413 20 straipsnio 1 dalyje numatytas lėšų įšaldymas, taikomas „asmen[ims] ir subjekt[ams], < ... > kurie < ... > teik[ia] paramą“ branduolinių ginklų platinimo veiklai. Be to, Reglamento Nr. 423/2007 7 straipsnio 2 dalis ir Reglamento Nr. 961/2010 16 straipsnio 2 dalies a punktas taikomi, be kita ko, subjektams, kurie „teikia paramą“ branduolinių ginklų platinimo veiklai.
114. Πάντως, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2010/413 προβλέπει δέσμευση κεφαλαίων των «προσώπων και οντοτήτων […] τα οποία […] υποστηρίζουν» τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Ομοίως, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 και το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 961/2010 αφορούν, μεταξύ άλλων, τις οντότητες που «παρέχουν στήριξη» στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
115. Teisės aktų leidėjo vartojamoje formuluotėje numatyta, kad ribojamosios priemonės nustatomos subjekto atžvilgiu dėl paramos, kurią jis teikia branduolinių ginklų platinimo veiklai, o tai reiškia, jog prieš tai jis užsiėmė veikla, atitinkančia šį kriterijų. Tačiau nesant tokios faktinės veiklos vien rizikos, kad atitinkamas subjektas teiks paramą branduolinių ginklų platinimo veiklai ateityje, nepakanka.
115. Η διατύπωση που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης συνεπάγεται ότι η λήψη περιοριστικών μέτρων σε βάρος οντότητας, λόγω της στηρίξεως που φέρεται να έχει παράσχει στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, προϋποθέτει προγενέστερη συμπεριφορά που να πληροί το κριτήριο αυτό. Αντιθέτως, ελλείψει τέτοιας συμπεριφοράς, δεν αρκεί μόνον ο κίνδυνος ότι η συγκεκριμένη οντότητα ενδέχεται να παράσχει στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
116. Todėl reikia konstatuoti, kad taikydama aiškinimą, prieštaraujantį Sprendimo 2010/413 20 straipsnio 1 daliai, Reglamento Nr. 423/2007 7 straipsnio 2 daliai ir Reglamento Nr. 961/2010 16 straipsnio 2 dalies a punktui, Taryba padarė teisė klaidą.
116. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι το Συμβούλιο, ακολουθώντας την αντίθετη ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2010/413, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 και του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 961/2010, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
117. Be to, Taryba šiuo klausimu tvirtina, kad pagal SESV 215 straipsnio 1 dalį ji turi teisę visiškai nutraukti ekonominius ir finansinius santykius su trečiąja šalimi arba jos atžvilgiu nustatyti ribojamąsias sektorines priemones.
117. Συναφώς, το Συμβούλιο προβάλλει ακόμη ότι δύναται, δυνάμει του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να διακόψει εντελώς τις χρηματοοικονομικές σχέσεις με τρίτο κράτος ή να του επιβάλει περιοριστικά μέτρα σε συγκεκριμένο κλάδο.
118. Tačiau ši aplinkybė šiuo atveju nereikšminga. Iš tiesų pirmiau 116 punkte nurodytose nuostatose, kuriomis remiantis ieškovei nustatytos ribojamosios priemonės, numatytos ne tokios bendrosios ar sektorinės priemonės, o individualios priemonės.
118. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις στις οποίες στηρίζονται τα ληφθέντα σε βάρος της προσφεύγουσας περιοριστικά μέτρα, τα οποία απαριθμούνται στη σκέψη 116 ανωτέρω, δεν προβλέπουν γενικά ή κλαδικά μέτρα, αλλά εξατομικευμένα.
119. Atsižvelgiant į tai, kas išdėstyta, reikia patvirtinti septintąjį pagrindą ir todėl panaikinti ginčijamus akus, kiek tai susiję su pirmuoju motyvu.
119. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος ακυρώσεως και, συνεπώς, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ως προς τον πρώτο λόγο της αιτιολογίας του.
Dėl aštuntojo ieškinio pagrindo, susijusio su faktinių aplinkybių vertinimo klaida, kalbant apie ieškovės veiklą
Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας
120. Visų pirma reikia priminti, kad, atsižvelgiant į pirmiau atlikto antrojo ir septintojo ieškinio pagrindų nagrinėjimo išvadą, šio pagrindo nagrinėjimas apribotas tik Tarybos nurodytu antruoju motyvu, susijusiu su tuo, kad ieškovė bandė įsigyti itin atsparaus lydinio vartų, naudojamų tik branduolinėje pramonėje.
120. Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, δεδομένου του αποτελέσματος της εξετάσεως του δεύτερου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως ανωτέρω, η εξέταση του όγδοου λόγου περιορίζεται στον δεύτερο λόγο που παρέθεσε το Συμβούλιο στην αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων, ότι η προσφεύγουσα επιχείρησε να αποκτήσει θύρες από κράματα υψηλής αντοχής, οι οποίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από την πυρηνική βιομηχανία.
121. Šiuo klausimu ieškovė tvirtina, kad, priešingai nei Taryba nurodė ginčijamų aktų motyvuose, jos įsigyjami vartai naudojami ne tik branduolinėje pramonėje, bet taip pat dujų, naftos ir naftos chemijos sektoriuose.
121. Η προσφεύγουσα προβάλλει, συναφώς, ότι, αντιθέτως προς ό,τι δέχθηκε το Συμβούλιο με την αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων, οι θύρες αυτές δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην πυρηνική βιομηχανία, αλλά και στον κλάδο του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των πετροχημικών προϊόντων.
122. Taryba, palaikoma Komisijos, ginčija ieškovės argumentų pagrįstumą. Ji tvirtina, jog pastaroji neįrodė, kad ji niekada nebandė įsigyti vartų, naudojamų tik branduolinėje pramonėje.
122. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας. Προβάλλει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ουδέποτε είχε επιχειρήσει να αγοράσει θύρες που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην πυρηνική βιομηχανία.
123. Pagal teismų praktiką akto, kuriuo nustatytos subjektui taikytinos ribojamosios priemonės, teisėtumo teisminė kontrolė apima tiek jį pagrindžiančių faktų ir aplinkybių vertinimą, tiek įrodymų ir informacijos, kuriais pagrįstas toks vertinimas, patikrinimą. Kilus ginčui, Taryba turi pateikti šiuos įrodymus, kad Sąjungos teismas galėtų juos patikrinti (šiuo klausimu žr. 58 punkte minėto Sprendimo Bank Melli Iran prieš Tarybą 37 ir 107 punktus).
123. Κατά τη νομολογία, ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας πράξεως με την οποία ελήφθησαν περιοριστικά μέτρα εις βάρος οντότητας εκτείνεται στην εκτίμηση των γεγονότων και των περιστάσεων βάσει των οποίων δικαιολογείται η πράξη, καθώς και στην εξέταση των αποδεικτικών και πληροφοριακών στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η εκτίμηση αυτή. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόκειται στο Συμβούλιο να προσκομίζει τα στοιχεία αυτά για να ελεγχθούν από τον δικαστή της Ένωσης. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόκειται στο Συμβούλιο να προσκομίσει τα στοιχεία αυτά, προκειμένου να ελεγχθούν από τον δικαστή της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψεις 37 και 107).
124. Nagrinėjamu atveju Taryba nepateikė jokios informacijos ar įrodymo dėl antrojo motyvo be tų, kurie nurodyti ginčijamų aktų motyvuose. Kaip iš esmės ji pati pripažįsta, ji rėmėsi vien nepatvirtintais įtarimais, kad ieškovė bandė įsigyti itin atsparaus lydinio vartų, naudojamų tik branduolinėje pramonėje.
124. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα πληροφοριακό ή αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τον δεύτερο λόγο της αιτιολογίας των προσβαλλομένων πράξεων, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στην εν λόγω αιτιολογία. Όπως κατ’ ουσίαν παραδέχεται το Συμβούλιο, στηρίχθηκε μόνο σε αναφορές, οι οποίες δεν τεκμηριώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και σύμφωνα με τις οποίες η προσφεύγουσα επιχείρησε να αποκτήσει θύρες από κράματα υψηλής αντοχής που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην πυρηνική βιομηχανία.
125. Šiomis aplinkybėmis darytina išvada, jog Taryba nepateikė įrodymų, kad pagrįstų tvirtinimus, kuriais remiamasi kaip antruoju motyvu.
125. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε τα αναφερόμενα στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου του αιτιολογικού των προσβαλλομένων πράξεων.
126. Todėl reikia patvirtinti aštuntąjį pagrindą, kiek jis susijęs su Tarybos pateiktu antruoju motyvu, ir panaikinti ginčijamus aktus, kiek tai susiję su tuo pačiu motyvu.
126. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο όγδοος λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο λόγο που παραθέτει το Συμβούλιο στην αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων και να ακυρώσει, κατά το μέρος αυτό, τις εν λόγω πράξεις.
127. Atsižvelgiant į visa tai, kas išdėstyta, reikia patvirtinti ieškinį ir panaikinti ginčijamus aktus, kiek jie susiję su ieškove.
127. Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει η προσφυγή να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις ως προς την προσφεύγουσα.
128. Kiek tai susiję su ginčijamų aktų panaikinimo pasekmėmis laiko atžvilgiu, pirmiausia reikia pažymėti, kad Įgyvendinimo reglamentas Nr. 668/2010, kuriuo iš dalies pakeistas Reglamento Nr. 423/2007 V priede esantis sąrašas, nebesukelia teisinių pasekmių pastarąjį reglamentą panaikinus Reglamentu Nr. 961/2010. Todėl Įgyvendinimo reglamento Nr. 668/2010 paskelbimas negaliojančiu susijęs tik su jo pasekmėmis nuo jo įsigaliojimo iki panaikinimo.
128. Όσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα της ακυρώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων, παρατηρείται, καταρχάς, ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 668/2010, ο οποίος τροποποίησε τον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007, δεν παράγει πλέον έννομα αποτελέσματα κατόπιν της καταργήσεως του τελευταίου αυτού κανονισμού από τον κανονισμό 961/2010. Επομένως, η ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού 668/2010 αφορά μόνον τα αποτελέσματα που παρήγαγε ο κανονισμός αυτός από την έναρξη ισχύος του έως την κατάργησή του.
129. Vėliau dėl Reglamento Nr. 961/2010 reikia priminti, kad pagal Europos Sąjungos Teisingumo Teismo statuto 60 straipsnio antrą pastraipą, nukrypstant nuo SESV 280 straipsnio, Bendrojo Teismo sprendimai, skelbiantys reglamentą negaliojančiu, įsigalioja tik pasibaigus šio Statuto 56 straipsnio pirmoje pastraipoje nurodytam apeliacinio skundo pateikimo terminui arba, jeigu per šį laikotarpį paduodamas apeliacinis skundas, nuo apeliacinio skundo atmetimo dienos. Taigi Taryba nuo pranešimo apie šį sprendimą turi dviejų mėnesių ir dešimties dienų, pridedamų dėl nuotolio, terminą, kad ištaisytų nustatytus pažeidimus, prireikus priimdama naujas ribojamąsias priemones ieškovės atžvilgiu. Nagrinėjamu atveju, atsižvelgiant į didelį šių priemonių poveikį ieškovės teisėms ir laisvėms, rimtos ir nepataisomos žalos ribojamųjų priemonių, kurios nustatytos Reglamentu Nr. 961/2010, veiksmingumui atsiradimo rizika neatrodo pakankamai didelė, kad būtų galima pateisinti šio reglamento palikimą galioti ieškovės atžvilgiu pasibaigus Teisingumo Teismo statuto 60 straipsnio antroje pastraipoje numatytam terminui (pagal analogiją žr. 2011 m. rugsėjo 16 d. Bendrojo Teismo sprendimo Kadio Morokro prieš Tarybą , T‑316/11, neskelbiamo Rinkinyje, 38 punktą).
129. Στη συνέχεια, όσον αφορά τον κανονισμό 961/2010, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 280 ΣΛΕΕ, οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες ακυρώνεται κανονισμός παράγουν αποτελέσματα μόνον από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού ή, εφόσον έχει ασκηθεί αναίρεση εντός της προθε σμίας αυτής, από την απόρριψή της. Επομένως, το Συμβούλιο διαθέτει δίμηνη προθεσμία, παρεκτεινόμενη λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, από της κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως, για να άρει τις διαπιστωθείσες παραβάσεις λαμβάνοντας, ενδεχομένως, νέο περιοριστικό μέτρο έναντι της προσφεύγουσας. Εν προκειμένω, ο κίνδυνος να θιγεί κατά τρόπο σοβαρό και ανεπανόρθωτο η αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων που επιβάλλει ο κανονισμός 961/2010, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των σημαντικών συνεπειών που επάγονται τα μέτρα αυτά επί των δικαιωμάτων και ελευθεριών της προσφεύγουσας, προφανώς δεν είναι τόσο υψηλός ώστε να δικαιολογεί τη διατήρηση των εννόμων συνεπειών του εν λόγω κανονισμού για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου χρόνο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑316/11, Kadio Morokro κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
130. Galiausiai, kiek tai susiję su Sprendimo 2010/413, iš dalies pakeisto Sprendimu 2010/644, panaikinimo pasekmėmis laiko atžvilgiu, reikia priminti, kad pagal SESV 264 straipsnio antrą pastraipą Bendrasis Teismas gali, jei mano, kad būtina, nurodyti, kurios paskelbto negaliojančiu akto pasekmės lieka galutinės. Šiuo atveju skirtumas tarp Reglamento Nr. 961/2010 panaikinimo įsigaliojimo dienos ir Sprendimo 2010/413, iš dalies pakeisto Sprendimu 2010/644, panaikinimo įsigaliojimo dienos gali labai pakenkti teisiniam saugumui, nes šiais dviem aktais ieškovei nustatytos tokios pačios priemonės. Todėl Sprendimo 2010/413, iš dalies pakeisto Sprendimu 2010/644, pasekmės, susijusios su ieškove, turi likti galioti nuo jo įsigaliojimo dvidešimtą dieną nuo paskelbimo Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje iki Reglamento Nr. 961/2010 panaikinimo įsigaliojimo dienos (pagal analogiją dėl šio punkto žr. 129 punkte minėto Sprendimo Kadio Morokro prieš Tarybą 39 punktą).
130. Τέλος, όσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα της ακυρώσεως της αποφάσεως 2010/413, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2010/644, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να επισημάνει ποια από τα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης πράξεως πρέπει να θεωρηθούν οριστικά. Εν προκειμένω, η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της η ακύρωση του κανονισμού 961/2010 και η ακύρωση της αποφάσεως 2010/413, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2010/644, δύναται να συνεπάγεται σοβαρή προσβολή στην ασφάλεια δικαίου, εφόσον οι δύο αυτές πράξεις επιβάλλουν στους προσφεύγοντες παρεμφερή μέτρα. Τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2010/413, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 2010/644, πρέπει, συνεπώς, να διατηρηθούν ως προς την προσφεύγουσα από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , έως ότου αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ακύρωση του κανονισμού 961/2010 (βλ., κατ’ αναλογία επ’ αυτού, την απόφαση Kadio Morokro κατά Συμβουλίου, σκέψη 129 ανωτέρω, σκέψη 39).
Dėl bylinėjimosi išlaidų
Επί των δικαστικών εξόδων
131. Pagal Procedūros reglamento 87 straipsnio 2 dalį pralaimėjusiai šaliai nurodoma padengti bylinėjimosi išlaidas, jeigu laimėjusi šalis to reikalavo. Kadangi Taryba pralaimėjo bylą, ji turi padengti bylinėjimosi išlaidas pagal ieškovės pateiktus reikalavimus.
131. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.
132. Pagal to paties reglamento 87 straipsnio 4 dalies pirmą pastraipą įstojusios į bylą institucijos pačios padengia savo išlaidas. Todėl Komisija padengia savo bylinėjimosi išlaidas.
132. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Συνεπώς, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
 

Rezoliucinė dalis


Remdamasis šiais motyvais,
Για τους λόγους αυτούς,
BENDRASIS TEISMAS (ketvirtoji kolegija)
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
nusprendžia:
αποφασίζει:
1. Bendrasis Teismas neturi jurisdikcijos nagrinėti pirmojo ieškinio pagrindo antros dalies.
1) Το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
2. Panaikinti, kiek jie susiję su Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran :
2) Ακυρώνει, ως προς τη Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran:
– 2010 m. liepos 26 d. Tarybos sprendimą 2010/413/BUSP dėl ribojamųjų priemonių Iranui, kuriuo panaikinama Bendroji pozicija 2007/140/BUSP,
– την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσεως 2007/140/ΚΕΠΠΑ,
– 2010 m. liepos 26 d. Tarybos įgyvendinimo reglamentą (ES) Nr. 668/2010, kuriuo įgyvendinama Reglamento (EB) Nr. 423/2007 dėl ribojančių priemonių Iranui 7 straipsnio 2 dalis,
– τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν,
– 2010 m. spalio 25 d. Tarybos sprendimą 2010/644/BUSP, kuriuo iš dalies keičiamas Sprendimas 2010/413,
– την απόφαση 2010/644/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2010/413,
– 2010 m. spalio 25 d. Tarybos reglamentą (ES) Nr. 961/2010 dėl ribojamųjų priemonių Iranui, kuriuo panaikinamas Reglamentas Nr. 423/2007.
– τον κανονισμό (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007.
3. Sprendimo 2010/413, iš dalies pakeisto Sprendimu 2010/644, pasekmės, susijusios su Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran , lieka galioti nuo jo įsigaliojimo dvidešimtą dieną nuo paskelbimo Europos Sąjungos oficialiajame leidinyje iki Reglamento Nr. 961/2010 panaikinimo įsigaliojimo dienos.
3) Τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2010/413, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 2010/644, διατηρούνται ως προς την προσφεύγουσα από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έως ότου αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η ακύρωση του κανονισμού 961/2010.
4. Europos Sąjungos Taryba padengia savo ir Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran patirtas bylinėjimosi išlaidas.
4) Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει, εκτός των δικαστικών εξόδων του, τα δικαστικά έξοδα της Manufacturing Support & Procurement Kala Naft Co., Tehran.
5. Europos Komisija padengia savo bylinėjimosi išlaidas.
5) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
I viršu


Tvarko Leidinių biuras