Conclusiones del abogado general
|
|
I. Introducción
|
I – Εισαγωγή
|
|
1. El presente asunto trata en esencia sobre la cuestión de si una acción cuyo objeto sea constatar la inexistencia de una responsabilidad delictual está incluida en las competencias especiales previstas «en materia delictual o cuasidelictual», en favor del «tribunal del lugar donde se hubiere producido o pudiere producirse el hecho dañoso», a tenor del artículo 5, número 3, del Reglamento (CE) nº 44/2001 del Consejo, 22 de diciembre del 2000, relativo a la competencia judicial, el reconocimiento y la ejecución de resoluciones judiciales en materia civil y mercantil. (2) En caso de respuesta negativa, el demandado en una acción de ese tipo estará sometido a los órganos jurisdiccionales del lugar donde se halle su domicilio, conforme a la regla de competencia general enunciada en el artículo 2 de dicho Reglamento.
|
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα κατά πόσον αγωγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί η μη ύπαρξη ευθύνης εξ αδικοπραξίας υπάγεται στην ειδική δωσιδικία που προβλέπεται «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», υπέρ του «δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2) . Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ο εναγόμενος μιας τέτοιας αγωγής πρέπει να ενάγεται ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο βρίσκεται η κατοικία του, σύμφωνα με τον κανόνα περί γενικής δικαιοδοσίας του άρθρου 2 του προαναφερθέντος κανονισμού.
|
|
2. La cuestión prejudicial ha sido planteada por el Bundesgerichtshof, en el marco de un litigio que enfrenta, por una parte, a Folien Fischer AG (en lo sucesivo, «Folien Fischer») y Fofitec AG (en lo sucesivo, «Fofitec»), sociedades domiciliadas en Suiza y, por otra, a Ritrama SpA, con domicilio social en Italia. La acción declarativa negativa (3) ejercitada ante un tribunal alemán por Folien Fischer y Fofitec pretende que se declare que Ritrama SpA no puede obtener ningún derecho de un acto delictivo que las dos demandantes hubieran cometido potencialmente, ni sobre la base de una práctica comercial de Folien Fischer impugnada por la demandada, ni por razón de la negativa de Fofitec a concederle licencias de sus patentes.
|
2. Το προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε από το Bundesgerichtshof στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Folien Fischer AG (στο εξής: Folien Fischer) και της Fofitec AG (στο εξής: Fofitec), εταιριών που εδρεύουν στην Ελβετία, και, αφετέρου, της Ritrama SpA, η εταιρική έδρα της οποίας βρίσκεται στην Ιταλία. Η αρνητική αναγνωριστική αγωγή (3) που ασκήθηκε από τις Folien Fischer και Fofitec ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου έχει ως αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ritrama SpA ουδέν δικαίωμα μπορεί να αντλήσει από αδικοπραξία που ενδεχομένως διέπραξαν οι δύο ενάγουσες, τόσο βάσει της εκ μέρους της εναγόμενης αμφισβητούμενης εμπορικής πρακτικής της Folien Fischer, όσο και εξαιτίας της αρνήσεως της Fofitec να παραχωρήσει στην εναγομένη άδειες εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων της ευρεσιτεχνίας.
|
|
3. Se trata de una solicitud de interpretación inédita, aunque el Tribunal de Justicia ya ha tratado cuestiones prejudiciales relativas a acciones declarativas negativas, en un asunto que enfrentaba a los propietarios de unas mercancías transportadas con distintos conocimientos de embarque con el propietario del barco que se hizo cargo de las mismas. (4) La respuesta suscita gran interés en la medida en que tanto los tribunales de varios Estados miembros como la doctrina, en particular en Alemania, tal y como indica el Bundesgerichtshof en su auto de remisión, han adoptado posiciones muy divergentes en cuanto a la aplicabilidad o no del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 a ese tipo de acciones.
|
3. Πρόκειται περί ενός πρωτόγνωρου αιτήματος για ερμηνεία, μολονότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει επί προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούσαν αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές στο πλαίσιο υποθέσεως όπου αντιδικούσαν οι κύριοι των εμπορευμάτων που μεταφέρθηκαν βάσει φορτωτικών και ο πλοιοκτήτης που ανέλαβε τη μεταφορά (4) . Η απάντηση που θα δοθεί παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεδομένων των άκρως διισταμένων απόψεων ως προς τη δυνατότητα ή μη εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 σε αυτού του είδους τις αγωγές, οι οποίες διατυπώθηκαν τόσο εκ μέρους δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, όσο και από θεωρητικούς, κυρίως στη Γερμανία, όπως αναφέρει το Bundesgerichtshof στην απόφαση περί παραπομπής.
|
|
II. Marco jurídico
|
II – Το νομικό πλαίσιο
|
|
4. Tal y como se desprende de los considerandos primero y segundo del Reglamento nº 44/2001, éste contiene, en interés del «buen funcionamiento del mercado interior», «disposiciones mediante las que se unifiquen las normas sobre conflictos de jurisdicción en materia civil y mercantil […]» aplicables en los Estados miembros. (5)
|
4. Όπως προκύπτει από την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, τούτος περιέχει, «για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς», «διατάξ[εις] σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις […]» οι οποίες εφαρμόζονται στα κράτη μέλη (5) .
|
|
5. Con arreglo al undécimo considerando del Reglamento, «las reglas de competencia judicial deben presentar un alto grado de previsibilidad y deben fundamentarse en el principio de que la competencia judicial se basa generalmente en el domicilio del demandado y esta competencia debe regir siempre, excepto en algunos casos muy concretos en los que la materia en litigio o la autonomía de las partes justifique otro criterio de vinculación».
|
5. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «[οι] κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα».
|
|
6. El duodécimo considerando del citado Reglamento establece que «el foro del domicilio del demandado debe completarse con otros foros alternativos a causa del estrecho nexo existente entre el órgano jurisdiccional y el litigio o para facilitar una buena administración de justicia».
|
6. Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προβλέπει ότι «[η] δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης».
|
|
7. Las reglas de competencia se enuncian en los artículos 2 a 31 del Reglamento nº 44/2001, en su capítulo II.
|
7. Οι κανόνες περί δικαιοδοσίας θεσπίζονται στα άρθρα 2 έως 31 του κανονισμού 44/2001, που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο II αυτού.
|
|
8. El artículo 2, apartado 1, de dicho Reglamento, que figura en la sección 1 del capítulo II, titulada «Disposiciones generales», establece lo siguiente:
|
8. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 του κεφαλαίου II που φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
|
|
«Salvo lo dispuesto en el presente Reglamento, las personas domiciliadas en un Estado miembro estarán sometidas, sea cual fuere su nacionalidad, a los órganos jurisdiccionales de dicho Estado».
|
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»
|
|
9. El artículo 3, apartado 1, del Reglamento nº 44/2001, incluido en la misma sección, es del siguiente tenor:
|
9. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, που περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα, ορίζει:
|
|
«Las personas domiciliadas en un Estado miembro sólo podrán ser demandadas ante los tribunales de otro Estado miembro en virtud de las reglas establecidas en las secciones 2 a 7 del presente capítulo».
|
«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»
|
|
10. El artículo 5, número 3, del Reglamento, que forma parte de la sección 2 del capítulo II, titulada «Competencias especiales», prevé lo siguiente:
|
10. Το άρθρο 5, σημείο 3, του εν λόγω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Ειδικές δικαιοδοσίες» τμήμα 2 του κεφαλαίου II, προβλέπει:
|
|
«Las personas domiciliadas en un Estado miembro podrán ser demandadas en otro Estado miembro:
|
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
|
|
[…]
|
[…]
|
|
3) En materia delictual o cuasidelictual, ante el tribunal del lugar donde se hubiere producido o pudiere producirse el hecho dañoso». (6)
|
3) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.» (6)
|
|
III. Litigio principal, cuestión prejudicial y procedimiento ante el Tribunal de Justicia
|
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
|
|
11. Folien Fischer es una sociedad domiciliada en Suiza que se dedica al desarrollo, fabricación y venta de productos de papel plastificado y laminas plásticas. Comercializa, particularmente en Alemania, material de soporte para formularios de tarjetas en rollo continuo. Fofitec, que también tiene su sede en Suiza y que pertenece al grupo de empresas de Folien Fischer, es titular de varias patentes en el mismo ámbito de actividad.
|
11. Η Folien Fischer είναι εταιρία εδρεύουσα στην Ελβετία και δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη, παραγωγή και πώληση επικαλυμμένων χάρτινων ειδών και μεμβρανών. Εμπορεύεται, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία υποθέματα για έντυπα καρτών σε ελεύθερη μορφή. Η Fofitec, η οποία εδρεύει επίσης στην Ελβετία και ανήκει στον όμιλο εταιριών της Folien Fischer, είναι κάτοχος διαφόρων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στον ίδιο τομέα δραστηριότητας.
|
|
12. Ritrama SpA, sociedad domiciliada en Italia, desarrolla, produce y comercializa láminas y plásticos refinados de distintos tipos.
|
12. Η Ritrama SpA, η οποία έχει την έδρα της στην Ιταλία, αναπτύσσει, παράγει και εμπορεύεται πολυστρωματικά υλικά και κατεργασμένες μεμβράνες διαφόρων ειδών.
|
|
13. Mediante escrito de marzo de 2007, Ritrama SpA denunció como contrarios al Derecho de la competencia la política de distribución de Folien Fischer y su negativa a otorgar licencias sobre las patentes.
|
13. Με επιστολή του Μαρτίου του 2007, η Ritrama SpA προέβαλε ότι η πολιτική διανομής της Folien Fischer και η άρνησή της να παραχωρήσει άδειες εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας αντέβαιναν στο δίκαιο ανταγωνισμού.
|
|
14. Tras dicho escrito, Folien Fischer y Fofitec ejercitaron ante el Landgericht Hamburg (Alemania) una acción declarativa negativa al objeto de que se declarara judicialmente, por una parte, que Folien Fischer no está obligada a abandonar sus prácticas comerciales en lo relativo a los descuentos y el contenido de los contratos de distribución y, por otra parte, que Ritrama SpA no tiene ningún derecho a exigir su cese ni a reclamar una indemnización. Asimismo, Folien Fischer y Fofitec solicitaron que dicho tribunal declarase que Fofitec no está obligada a otorgar ninguna licencia sobre las patentes europeas pertinentes de las que es titular.
|
14. Κατόπιν της επιστολής αυτής, οι Folien Fischer και Fofitec άσκησαν ενώπιον του Landgericht Hamburg (Γερμανία) αρνητική αναγνωριστική αγωγή με σκοπό να αναγνωρισθεί δικαστικώς, αφενός, ότι η Folien Fischer δεν υποχρεούτο να θέσει τέρμα στην εμπορική της πρακτική αναφορικά με την παροχή εκπτώσεων και την κατάρτιση συμβάσεων διανομής και, αφετέρου, ότι η Ritrama SpA δεν δικαιούτο ούτε να θέσει τέρμα στην εμπορική αυτή πρακτική, ούτε να λάβει αποζημίωση για τον λόγο αυτό. Οι Folien Fischer και Fofitec ζήτησαν επίσης από το εν λόγω δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Fofitec δεν υποχρεούτο να παραχωρήσει άδεια εκμεταλλεύσεως αναφορικά με τα κρίσιμα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που αυτή κατείχε.
|
|
15. Tras la interposición de esa acción declarativa negativa, Ritrama SpA y Ritrama AG, filial domiciliada en Suiza, a través de la cual la primera indica que comercializa sus productos, en particular, en Alemania, promovieron una acción ejecutoria ante el Tribunale di Milano (Italia). Como apoyo a sus pretensiones de indemnización por daños y perjuicios y de que se condenase a Fofitec a conceder licencias sobre las patentes en cuestión, adujeron que el comportamiento de Folien Fischer y Fofitec es contrario al Derecho de la competencia.
|
15. Κατόπιν της ασκήσεως της αρνητικής αυτής αναγνωριστικής αγωγής, η Ritrama SpA και η Ritrama AG, θυγατρική εταιρία εδρεύουσα στην Ελβετία, μέσω της οποίας η πρώτη εμπορεύεται, κατά δήλωσή της, τα προϊόντα της, μεταξύ άλλων στη Γερμανία, άσκησαν καταψηφιστική αγωγή ενώπιον του Tribunale di Milano (Ιταλία). Προς στήριξη του αιτήματός τους να τους καταβληθεί αποζημίωση, καθώς και του αιτήματος να υποχρεωθεί η Fofitec να παραχωρήσει αναγκαστικές άδειες εκμεταλλεύσεως για τα κρίσιμα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ισχυρίστηκαν ότι η συμπεριφορά των Folien Fischer και Fofitec αντεβαίνε στους κανόνες του ανταγωνισμού.
|
|
16. El Landgericht Hamburg, mediante resolución de 9 de mayo de 2008, declaró inadmisible la acción declarativa negativa interpuesta por Folien Fischer y Fofitec, por falta de competencia internacional.
|
16. Η αρνητική αναγνωριστική αγωγή των Folien Fischer και Fofitec απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, με απόφαση που εξέδωσε το Landgericht Hamburg στις 9 Μαΐου 2008.
|
|
17. El 14 de enero de 2010, el Oberlandesgericht Hamburg (Alemania) confirmó dicha decisión en apelación al no admitir la competencia internacional de los tribunales alemanes, basándose en que la competencia en materia delictual prevista en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 no comprende una acción declarativa negativa, como la ejercida por Folien Fischer y Fofitec, puesto que esa acción pretende precisamente establecer que en Alemania no se ha cometido ningún acto ilícito.
|
17. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό, στις 14 Ιανουαρίου 2010, από το Oberlandesgericht Hamburg (Γερμανία), το οποίο έκρινε ότι δεν υφίστατο διεθνής αρμοδιότητα των γερμανικών δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 δικαιοδοσία ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί σε αρνητική αναγνωριστική αγωγή, όπως αυτή που άσκησαν οι Folien Fischer και Fofitec, καθότι τέτοια αγωγή σκοπεί ακριβώς στο να αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε αδικοπραξία στη Γερμανία.
|
|
18. Folien Fischer y Fofitec han interpuesto ante el Bundesgerichtshof (Alemania) un recurso de «revisión», en el que mantienen las mismas pretensiones que en la fase de apelación. En su petición de decisión prejudicial, observa el citado órgano jurisdiccional que el Tribunal de Justicia todavía no se ha pronunciado sobre si la competencia judicial prevista en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 también está fundada cuando el autor potencial del daño ejerce una acción declarativa negativa, mediante la cual pretende que se declare que a los potenciales perjudicados no les corresponde ningún derecho derivado de la posible actuación delictual. Considera que la correcta interpretación de esa disposición no es evidente, tal y como demuestran las opiniones divergentes de la doctrina y de los diferentes tribunales de los Estados miembros de la Unión, así como de la Confederación Suiza en relación con la regla equivalente del Convenio de Lugano.
|
18. Το Bundesgerichtshof (Γερμανία) επελήφθη αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησαν οι Folien Fischer και Fofitec, οι οποίες ενέμειναν στα αιτήματα που είχαν προβάλει στον δεύτερο βαθμό. Στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Bundesgerichtshof παρατηρεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί επί του ζητήματος κατά πόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 δικαιοδοσία θεμελιώνεται επίσης και στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος ως ζημιώσας ασκήσει αρνητική αναγνωριστική αγωγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο ενδεχομένως ζημιωθείς δεν δύναται να εγείρει αξίωση στηριζόμενη επί της τυχόν αδικοπραξίας. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η ορθή ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως δεν είναι προφανής σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των άκρως διισταμένων απόψεων της θεωρίας και διαφόρων δικαστηρίων κρατών μελών της Ένωσης, καθώς και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, όσον αφορά τον αντίστοιχο κανόνα που περιλαμβάνει η Σύμβαση του Λουγκάνο.
|
|
19. En ese contexto, el Bundesgerichthof decidió suspender el procedimiento y plantear al Tribunal de Justicia la siguiente cuestión prejudicial, precisando que se inclinaba a aplicar el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 a una acción declarativa negativa:
|
19. Στο πλαίσιο αυτό, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι κλίνει υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 σε αρνητική αναγνωριστική αγωγή:
|
|
«¿Debe interpretarse el artículo 5, número 3, del Reglamento [nº 44/2001] en el sentido de que la competencia judicial en materia delictual también comprende una acción declarativa negativa [“negative Feststellungsklage”] mediante la cual el potencial autor del daño pretende que se declare que al potencial perjudicado en un determinado contexto no le corresponde ninguna acción derivada del hecho ilícito (en el caso de autos, infracción del Derecho de la competencia)?»
|
«Έχει το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι η επί αδικοπραξιών δωσιδικία εφαρμόζεται επίσης και σε περίπτωση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής [“negative Feststellungsklage”], με την οποία ο φερόμενος ως ζημιώσας ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο φερόμενος ως ζημιωθείς δεν έχει, αναφορικά με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αξιώσεις που πηγάζουν από αδικοπραξία (εν προκειμένω: παράβαση των διατάξεων του δικαίου συμπράξεων επιχειρήσεων);»
|
|
20. La petición de decisión prejudicial se recibió en la Secretaría del Tribunal de Justicia el 18 de marzo de 2011.
|
20. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως καταχωρίσθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 2011.
|
|
21. Folien Fischer y Fofitec, Ritrama SpA, los Gobiernos alemán, francés, neerlandés, polaco y portugués y el Gobierno suizo, formularon observaciones escritas al Tribunal de Justicia. El Presidente del Tribunal de Justicia, mediante decisión de 19 de julio de 2011, rechazó las observaciones escritas de la Comisión, presentadas fuera de plazo.
|
21. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι Folien Fischer και Fofitec, η Ritrama SpA, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Πολωνική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ελβετική Κυβέρνηση. Οι εκπροθέσμως κατατεθείσες γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής απορρίφθηκαν με σχετική απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 2011.
|
|
22. Durante la vista, celebrada el 15 de febrero de 2012, estuvieron representados Folien Fischer y Fofitec, Ritrama SpA, el Gobierno alemán y la Comisión.
|
22. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2012, εκπροσωπήθηκαν οι Folien Fischer και Fofitec, η Ritrama SpA, η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
|
|
IV. Análisis
|
IV – Ανάλυση
|
|
A. Observaciones preliminares
|
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
|
– Sobre la pertinencia de la cuestión prejudicial
|
– Επί της λυσιτέλειας του προδικαστικού ερωτήματος
|
|
23. En primer lugar, Ritrama SpA ha cuestionado la pertinencia de la cuestión prejudicial para la resolución del litigio principal, basándose en que su escrito de marzo de 2007, al que se refiere el órgano jurisdiccional remitente, no era un requerimiento formal, sino una mera invitación a llevar a cabo las negociaciones para resolver una discrepancia, y que por lo tanto Folien Fischer y Fofitec no estaban legitimadas para ejercitar la acción.
|
23. Κατ’ αρχάς, η Ritrama SpA αμφισβήτησε τη λυσιτέλεια του προδικαστικού ερωτήματος για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η επιστολή της του Μαρτίου του 2007, στην οποία παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, δεν απεστάλη ως τυπική όχληση, αλλά ως απλή πρόσκληση για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς διευθέτηση της διαφοράς, και ότι οι Folien Fischer και Fofitec δεν είχαν, επομένως, έννομο συμφέρον.
|
|
24. Asimismo ha añadido que, en caso de respuesta afirmativa a la cuestión planteada, los tribunales alemanes carecerían de la competencia internacional basada en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, puesto que el acto ilegal litigioso no podía haberse producido en Alemania de acuerdo con el Derecho procesal, dado que las partes del litigio principal no competían en el territorio alemán y ninguna de ellas estaba sujeta al Derecho alemán, ya que sus domicilios respectivos no se hallaban en dicho territorio. Ritrama SpA precisó en la vista que desde 2004 ya no operaba en el mercado alemán. Según manifestó, si bien es cierto que su filial suiza Ritrama AG opera en Alemania, no es posible la asimilación de sociedades con personalidades jurídicas diferentes en el marco de un proceso civil sobre responsabilidad extracontractual.
|
24. Προσέθεσε ότι, ακόμα και αν δοθεί θετική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, τα γερμανικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, καθότι η επίμαχη παράνομη πράξη δεν ήταν δυνατόν να έχει διαπραχθεί στη Γερμανία υπό την έννοια του δικονομικού δικαίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι εταιρίες που είναι διάδικοι στην κύρια δίκη δεν ανταγωνίζονται επί γερμανικού εδάφους και ότι ουδεμία εξ αυτών υπόκειται στο γερμανικό δίκαιο δεδομένου ότι οι αντίστοιχες εταιρικές τους έδρες δεν βρίσκονται εντός του εδάφους αυτού. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ritrama SpA διευκρίνισε ότι από το 2004 δεν δραστηριοποιείτο πλέον στη γερμανική αγορά. Κατά την άποψή της, καίτοι η ελβετική θυγατρική της, Ritrama AG, δραστηριοποιείται πράγματι στη Γερμανία, εντούτοις, είναι αδύνατον να εξομοιωθούν εταιρίες με αυτοτελείς νομικές προσωπικότητες στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας που αφορά εξωσυμβατική ευθύνη.
|
|
25. Según jurisprudencia reiterada, en el marco del procedimiento de remisión prejudicial, el órgano jurisdiccional nacional es el mejor situado para apreciar, a la luz de las particularidades del asunto, tanto la necesidad de una decisión prejudicial para poder dictar sentencia como la pertinencia de las cuestiones que plantean al Tribunal de Justicia. (7) Desde el momento en que las cuestiones planteadas se refieren a la interpretación del Derecho de la Unión, en principio el Tribunal de Justicia está obligado a pronunciarse, sin perjuicio, no obstante, de que deba examinar las circunstancias en las que el juez nacional se dirige a él, con objeto de verificar su propia competencia. (8)
|
25. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο είναι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, το πλέον κατάλληλο να εκτιμήσει αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο ασκούν πράγματι επιρροή (7) . Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που τα ως άνω ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών, επιφυλασσόμενο εντούτοις, προκειμένου να ελέγξει την αρμοδιότητά του, να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες απευθύνθηκε προς αυτό το αιτούν δικαστήριο (8) .
|
|
26. En el caso de autos, el Bundesgerichthof ha planteado su petición de decisión prejudicial, a mi parecer, de un modo suficiente para demostrar que ésta responde a una necesidad objetiva vinculada con la solución del litigio principal.
|
26. Εν προκειμένω, το Bundesgerichtshof θεμελίωσε, κατά την άποψή μου, επαρκώς την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ώστε να αποδείξει ότι αυτή ανταποκρίνεται σε μια αντικειμενική ανάγκη που συνδέεται με την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
|
|
– Sobre las cuestiones que deben distinguirse
|
– Επί των επιμέρους ζητημάτων
|
|
27. A la vista de los elementos incorporados a los autos, cabe recordar que no hay que confundir las diferentes etapas del razonamiento que debe seguir un órgano jurisdiccional que conozca de un litigio en materia civil y mercantil que incluya un elemento internacional.
|
27. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αναφέρθηκαν στο πλαίσιο των συζητήσεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν πρέπει ιδίως να συγχέονται τα επί μέρους στάδια της συλλογιστικής που πρέπει να ακολουθεί ένα δικαστήριο τα οποίο έχει επιληφθεί διαφοράς σε αστική και εμπορική υπόθεση ενέχουσας στοιχείο αλλοδαπότητας.
|
|
28. En primer lugar, dicho órgano jurisdiccional ha de verificar que es competente internacionalmente, en particular teniendo en cuenta las disposiciones del Reglamento nº 44/2001. Esa problemática constituye el único objeto de la cuestión planteada por el órgano jurisdiccional remitente en el presente asunto.
|
28. Κατ’ αρχάς, το ως άνω δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει ότι έχει πράγματι διεθνή δικαιοδοσία, ιδίως κατά τις διατάξεις του κανονισμού 44/2001. Το ζήτημα αυτό και μόνον αποτελεί αντικείμενο του ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.
|
|
29. Así pues, el órgano jurisdiccional competente debe examinar si existen en Derecho nacional normas de procedimiento, (9) como las relativas a las condiciones de admisibilidad, que pudieran impedir que el ejercicio de la acción progresase. Solo en este contexto puede plantearse la cuestión del interés en ejercitar la acción de la demandante.
|
29. Το αρμόδιο δικαστήριο οφείλει, επομένως, να εξετάσει εάν υπάρχουν στο εθνικό δίκαιο δικονομικοί κανόνες (9), όπως εκείνοι που αφορούν τις προϋποθέσεις παραδεκτού, οι οποίοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να εμποδίσουν την εκδίκαση της αγωγής. Μόνον σε αυτό το επίπεδο μπορεί να τεθεί το ζήτημα του έννομου συμφέροντος του ενάγοντος.
|
|
30. A continuación, dicho órgano jurisdiccional debe determinar cuál es la legislación aplicable en virtud de las normas de conflicto de leyes incluidas en los instrumentos jurídicos de la Unión, del Derecho internacional o, subsidiariamente, de Derecho nacional en vigor en el Estado miembro en el que tenga su sede.
|
30. Εν συνεχεία, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει τον εφαρμοστέο νόμο, μέσω των κανόνων συγκρούσεως νόμων που περιέχονται στα νομοθετήματα του δικαίου της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή, επικουρικώς, του εθνικού δικαίου που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο αυτό εδρεύει.
|
|
31. Finalmente, y solo entonces, deberá aplicar al litigio, de manera concreta, la legislación designada por la norma de conflicto de leyes pertinente. Esas disposiciones de Derecho material determinan, en particular, las condiciones en las que el hecho causal puede ser considerado dañoso respecto de la víctima, así como los elementos de prueba que ésta deberá aportar en apoyo de su demanda de reparación. (10)
|
31. Τέλος και μόνον στο στάδιο αυτό, το ως άνω δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει, κατά συγκεκριμένο τρόπο, στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί τη νομοθεσία που ορίζει ο σχετικός κανόνας συγκρούσεως νόμων. Οι ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις της νομοθεσίας αυτής καθορίζουν, ιδίως, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το γενεσιουργό αίτιο μπορεί να κριθεί ζημιογόνο για το θύμα, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που οφείλει να προσκομίσει το τελευταίο προς στήριξη της αγωγής του προς αποζημίωση (10) .
|
|
– Sobre el efecto de la jurisprudencia relativa a los instrumentos «paralelos» al Reglamento nº 44/2001
|
– Επί της επιρροής που ασκεί η νομολογία σχετικά με τα μέσα που είναι «παράλληλα» ως προς τον κανονισμό 44/2001
|
|
32. La toma en consideración de la jurisprudencia del Tribunal de Justicia sobre la interpretación del Convenio de Bruselas o del Convenio de Lugano es adecuada e incluso necesaria, puesto que el Reglamento nº 44/2001, que sustituye al primero en las relaciones entre los Estados miembros, contiene disposiciones que pueden ser calificadas de equivalentes. (11)
|
32. Η συνεκτίμηση της νομολογίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών ή της Συμβάσεως του Λουγκάνο είναι ενδεδειγμένη και μάλιστα απαραίτητη, δεδομένου ότι ο κανονισμός 44/2001, ο οποίος αντικαθιστά τη Σύμβαση των Βρυξελλών στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, περιέχει διατάξεις που μπορούν, κατ’ ουσίαν, να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες (11) .
|
|
33. Tal es el caso del artículo 5, número 3, contenido en cada uno de esos textos, que tiene por objeto definir las reglas de competencia «en materia delictual y cuasidelictual», aun cuando la redacción del Reglamento nº 44/2001 difiera de la del Convenio de Bruselas, ya que incluye expresamente un elemento de competencia vinculado con el «lugar donde el hecho dañoso […] pudiere producirse», como en el Convenio de Lugano, en su versión revisada de 2007. La mención añadida sólo aporta una precisión, (12) sin introducir ninguna distorsión sustancial entre dichos instrumentos, puesto que el Tribunal de Justicia ya se ha pronunciado sobre las acciones de cesación destinadas a evitar que se produzca un perjuicio, y ha considerado que están incluidas en el ámbito de aplicación del artículo 5, número 3, del Convenio de Bruselas. (13)
|
33. Τέτοια είναι η περίπτωση του περιεχόμενου σε κάθε ένα εκ των νομοθετημάτων αυτών άρθρου 5, σημείο 3, που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των κανόνων περί δικαιοδοσίας «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», καίτοι το γράμμα του κανονισμού 44/2001 διαφέρει από εκείνο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθότι περιλαμβάνει ρητώς έναν κανόνα δικαιοδοσίας που αφορά τον «τόπ[ο] όπου […] ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», όπως και από εκείνο της Συμβάσεως του Λουγκάνο, όπως αναθεωρήθηκε το 2007. Η μνεία που προσετέθη παρέχει απλώς μια διευκρίνιση (12), χωρίς να εισάγει ουσιαστική στρέβλωση μεταξύ των μέσων αυτών, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι αγωγές επί παραλείψει με αντικείμενο την αποτροπή προκλήσεως ζημίας, εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών (13) .
|
|
– Sobre el alcance del asunto
|
– Επί του περιεχομένου της υποθέσεως
|
|
34. Deseo recordar que el presente asunto versa sobre la determinación de la materia cubierta por la regla de competencia especial que figura en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 y en particular sobre la definición del vínculo de conexión previsto por la citada disposición.
|
34. Υπενθυμίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην ειδική δωσιδικία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, και ειδικότερα τον καθορισμό του συνεκτικού δεσμού που προβλέπεται στη διάταξη αυτή.
|
|
35. El Tribunal de Justicia no está obligado a pronunciarse sobre la cuestión de si las acciones declarativas negativas pueden admitirse en materia de responsabilidad extracontractual. Se trata aquí de una cuestión que concierne sobre todo al interés en ejercitar una acción del demandante, que depende de las normas de Derecho procesal vigentes en cada Estado miembro, aunque la particularidad de dichas acciones deba tenerse en cuenta al aplicar el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001.
|
35. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει επί του ερωτήματος κατά πόσον και υπό ποίες προϋποθέσεις μπορούν να γίνουν δεκτές αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές σε υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης. Πρόκειται περί ζητήματος που αφορά κυρίως το έννομο συμφέρον του ενάγοντος και διέπεται από τους κανόνες διαδικασίας που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος, παρότι η ιδιαιτερότητα τέτοιων αγωγών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου, 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.
|
|
36. Si el Tribunal de Justicia estima que la regla de competencia especial que figura en esa excepción no puede aplicarse a dichas acciones, serán los tribunales designados en la regla general enunciada en el artículo 2 de dicho Reglamento, es decir, los del Estado miembro en que tenga su domicilio el demandado, los competentes para pronunciarse sobre la admisibilidad y, llegado el caso, sobre el fundamento de dicha acción.
|
36. Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ειδικός κανόνας αρμοδιότητας της προβλέπουσας εξαίρεση διατάξεως αυτής δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε τέτοιου είδους αγωγές, αρμόδια να αποφανθούν επί του παραδεκτού και, ενδεχομένως, επί του βάσιμου τέτοιας αγωγής θα είναι τα δικαστήρια που ορίζει ο γενικός κανόνας του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού, ήτοι εκείνα του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος.
|
|
B. Sobre la posible aplicabilidad del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 a las acciones declarativas negativas en materia delictual
|
Β – Επί της ενδεχόμενης δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 σε αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές αναφορικά με ενοχές εξ αδικοπραξίας
|
|
– Sobre el objeto de la cuestión planteada
|
– Επί της σημασίας του υποβληθέντος ερωτήματος
|
|
37. El órgano jurisdiccional remitente solicita al Tribunal de Justicia que se pronuncie sobre si las disposiciones del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 pueden aplicarse a una acción declarativa negativa como la ejercida en el litigio principal. En concreto, se plantea la cuestión de si un órgano jurisdiccional alemán puede basar su competencia internacional en esta disposición, que designa «al tribunal del lugar donde se hubiere producido o pudiere producirse el hecho dañoso» para conocer de la demanda de Folien Fischer y Fofitec, cuyo objeto es que se declare la inexistencia de responsabilidad civil en materia de competencia derivada de un delito supuestamente cometido por estas sociedades de Derecho suizo que operan en particular en el mercado alemán.
|
37. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον αρνητική αναγνωριστική αγωγή, όπως η ασκηθείσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001. Συγκεκριμένα, το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσον γερμανικό δικαστήριο μπορεί να θεμελιώσει τη διεθνή του δικαιοδοσία στη διάταξη αυτή, η οποία ορίζει ως αρμόδιο «τ[ο] δικαστ[ή]ριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», προκειμένου να αποφανθεί επί της αγωγής των Folien Fischer και Fofitec που έχει αίτημα να διαπιστωθεί η μη ύπαρξη αστικής ευθύνης σε υπόθεση ανταγωνισμού λόγω αδικοπραξίας που φέρονται ότι διέπραξαν οι διεπόμενες από το ελβετικό δίκαιο εταιρίες αυτές, οι οποίες δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στη γερμανική αγορά.
|
|
38. El Tribunal de Justicia todavía no se ha pronunciado en ninguna ocasión sobre esta cuestión. En cambio, varios órganos jurisdiccionales de los Estados miembros de la Unión y de la Confederación Suiza han tomado postura en sentidos opuestos. Según la información, no exhaustiva, de la que dispongo, un gran número de órganos jurisdiccionales de los Estados miembros, (14) aunque no todos, (15) han descartado la aplicación del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 a las acciones declarativas negativas en materia delictual, mientras que el Tribunal Federal suizo se ha mostrado favorable a la aplicación, en este sentido, de las idénticas disposiciones existentes en el artículo 5, número 3, del Convenio de Lugano, cuando era competente para conocer de la acción ejecutoria opuesta. (16)
|
38. Το Δικαστήριο δεν έχει ως σήμερα αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Αντιθέτως, τα δικαστήρια των κρατών μελών και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας έχουν υιοθετήσει αποκλίνουσες θέσεις. Κατά τις μη εξαντλητικές πληροφορίες που διαθέτω, μεγάλος αριθμός δικαστηρίων κρατών μελών (14), όχι όμως το σύνολό τους (15), τάχθηκαν κατά της εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 ως προς αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές σε υποθέσεις αδικοπραξίας, ενώ το ελβετικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο τάχθηκε συναφώς υπέρ της εφαρμογής των ταυτοσήμων διατάξεων που περιέχονται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως του Λουγκάνο, οσάκις θεμελιωνόταν ελβετική δικαιοδοσία όσον αφορά την αντιτασσόμενη καταψηφιστική αγωγή (16) .
|
|
39. El órgano jurisdiccional remitente señala que también se inclina a considerar que el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 permite definir la competencia internacional en el caso de las acciones tendentes a que se declare la ausencia de una actuación delictiva. El Bundesgerichtshof señala que en la doctrina alemana (17) prevalece la opinión de que ante el tribunal competente en materia delictual se podría ejercer también una acción declarativa negativa para que se declare la inexistencia de derechos derivados de posibles actuaciones delictuales.
|
39. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι τείνει επίσης υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 επιτρέπει τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας σε περίπτωση αγωγής με αίτημα να αναγνωριστεί η μη ύπαρξη αδικοπραξίας. Το Bundesgerichtshof εκθέτει ότι, κατά την κρατούσα άποψη στη γερμανική θεωρία (17), το βάσει της διατάξεως αυτής αρμόδιο δικαστήριο σε υπόθεση αδικοπραξίας μπορεί, επίσης, να επιληφθεί αρνητικής αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί η μη ύπαρξη δικαιωμάτων αντλούμενων από ενδεχόμενη αδικοπραξία.
|
|
40. En este sentido, tanto los Estados miembros que han intervenido en el presente asunto como el órgano jurisdiccional remitente sostienen que procedería, mediante un juego de espejos, aplicar el mismo planteamiento de las normas de competencia para una acción declarativa negativa en materia delictual que para una acción de indemnización o una demanda de daños y perjuicios, que serían su reflejo, al estar simétricamente opuestos.
|
40. Υποστηρίζεται, σχετικώς, τόσο από τα κράτη μέλη που έλαβαν μέρος στην παρούσα διαδικασία όσο και από το αιτούν δικαστήριο, ότι θα έπρεπε, μέσω αντανακλαστικού αποτελέσματος, να υιοθετηθεί η ίδια προσέγγιση ως προς τους κανόνες περί δικαιοδοσίας για μια αρνητική αναγνωριστική αγωγή εξ αδικοπραξίας και για την αντίστοιχή της καταψηφιστική αγωγή ή την αγωγή αποζημιώσεως, καθότι η τελευταία είναι συμμετρικά αντίθετη προς την πρώτη.
|
|
41. Sin embargo, del mismo modo que un espejo puede deformar la imagen, es posible que la simetría alegada no sea perfecta, o incluso que no sea pertinente. En el presente asunto me inclino a pensar, no sin dudas, que cabe cuestionar la teoría mayoritariamente defendida, a la luz, en particular, del tenor y la finalidad del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, de la falta de incidencia en este asunto de la identidad del objeto del litigio entre una acción declarativa negativa y una acción declarativa positiva y de las consecuencias prácticas derivadas de la interpretación extensiva que se propone.
|
41. Εντούτοις, όπως η αντανάκλαση μπορεί ακριβώς να παραμορφώνει, ενδέχεται η προβληθείσα συμμετρία να μην είναι τέλεια ή λυσιτελής. Εν προκειμένω, τείνω προς την άποψη, έστω με ορισμένους ενδοιασμούς, ότι η επί του εν λόγω ζητήματος κρατούσα θεωρία μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω λαμβανομένων, ειδικότερα, υπόψη του περιεχομένου και του σκοπού του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, του γεγονότος ότι η ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς μεταξύ αρνητικής και καταψηφιστικής αγωγής δεν έχει επιπτώσεις στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς και των πρακτικών συνεπειών που απορρέουν από την προτεινόμενη διασταλτική ερμηνεία.
|
|
42. Quiero precisar, de entrada, que no descarto que las acciones declarativas negativas puedan estar incluidas en las normas de competencia previstas por el Reglamento nº 44/2001, puesto que, por su parte, los requisitos de su admisibilidad ante los órganos jurisdiccionales de los Estados miembros vienen definidos por las normas procesales nacionales. En este sentido, deseo señalar que los planteamientos nacionales difieren pero que, en general, la posibilidad de recurrir a la acción declarativa negativa está sometida a requisitos relativos al objeto de dicha acción y al interés jurídico o el interés del demandante en ejercitar la acción para ejercer esta forma de protección jurídica. (18)
|
42. Διευκρινίζω εξαρχής ότι δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να εμπίπτουν οι αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές στους κανόνες περί δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός 44/2001, καθότι υπενθυμίζεται ότι οι προϋποθέσεις αποδοχής τους από τα δικαστήρια των κρατών μελών καθορίζονται, αυτές καθαυτές, από το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Ως προς τούτο, επισημαίνω ότι οι εθνικές προσεγγίσεις διίστανται, αλλά ότι η δυνατότητα ασκήσεως αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής υπόκειται κατά κανόνα σε προϋποθέσεις που αφορούν το αντικείμενο της αγωγής αυτής και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος να κάνει χρήση αυτού του είδους της έννομης προστασίας (18) .
|
|
43. Sin embargo, considero que en caso de que se ejerza dicha acción en materia delictual, no procede aplicar la regla de competencia especial contemplada en el artículo 5, número 3, del mencionado Reglamento, sino la regla de competencia general enunciada en el artículo 2 del mismo Reglamento, por las razones que expondré más abajo.
|
43. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώ ότι εάν ασκηθεί τέτοια αγωγή σε υπόθεση αδικοπραξίας, δεν πρέπει, για τους λόγους που θα εκθέσω ακολούθως, να εφαρμοσθεί ο κανόνας ειδικής δωσιδικίας του άρθρου 5, σημείο 3, του εν λόγω κανονισμού, αλλά ο κανόνας γενικής δωσιδικίας του άρθρου 2 του ίδιου κανονισμού.
|
|
– Sobre la interpretación literal del artículo del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001
|
– Επί της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001
|
|
44. Según reiterada jurisprudencia, con el fin de asegurar la plena eficacia y una aplicación uniforme en el territorio de todos los Estados miembros, los conceptos utilizados en el Reglamento nº 44/2001 deben interpretarse no como una simple remisión al Derecho interno de uno u otro de los Estados afectados, sino de manera autónoma, principalmente con referencia a su sistema y objetivos. (19)
|
44. Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητά του και η ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, οι περιεχόμενες στον κανονισμό 44/2001 έννοιες δεν πρέπει να ερμηνεύονται με απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του άλλου κράτους, αλλά αυτοτελώς, σε συνάρτηση κυρίως με το σύστημα και τους σκοπούς του νομοθετήματος (19) .
|
|
45. El Tribunal de Justicia ha establecido en repetidas ocasiones que el concepto de «materia delictual o cuasidelictual» en el sentido del artículo 5, número 3, del Convenio de Bruselas abarca todas las demandas «dirigidas a exigir la responsabilidad de un demandado» y «que no estén relacionadas con la “materia contractual”» en el sentido del artículo 5, número 1, del citado Convenio, precisando que un contrato implica un compromiso libremente asumido por una parte frente a otra. (20) Esta jurisprudencia, extrapolable al artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, establece un criterio de cualificación que impone el cumplimiento de dos requisitos, a saber, por una parte, un requisito positivo correspondiente al objeto de la acción y, por otra, un requisito negativo correspondiente a la causa de la acción. (21)
|
45. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η έννοια «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» περιλαμβάνει κάθε απαίτηση με την οποία «τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου» και «δεν αφορά “διαφορές εκ συμβάσεως”», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της εν λόγω συμβάσεως, υπό τη διευκρίνιση ότι η σύμβαση προϋποθέτει μια ελευθέρως αναληφθείσα δέσμευση από ένα συμβαλλόμενο μέρος έναντι του αντισυμβαλλομένου (20) . Η νομολογία αυτή, εφαρμοζόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, θέτει ένα κριτήριο χαρακτηρισμού που επιβάλλει τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων, ήτοι, αφενός, μίας θετικής ως προς το αντικείμενο της αγωγής και, αφετέρου, μίας αρνητικής ως προς την αιτία της αγωγής (21) .
|
|
46. Se deduce por tanto que un órgano jurisdiccional de un Estado miembro únicamente podrá ser competente en virtud del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 si la acción de la que conoce tiene por objeto «exigir la responsabilidad delictual o cuasidelictual del demandado» (22) con el fin de obligarle a que ponga fin a un acto que puede generar daños o a repararlos en caso de que estos ya se hubieran producido. Ahora bien, en el marco de una acción declarativa negativa, no es el demandado quien está acusado de cometer un acto dañoso cuya responsabilidad se pretende declarar, sino el demandante quien pretende establecer lo contrario, es decir, que no es el autor de un acto culpable que puede generar un daño del que se deduciría un derecho de reparación. En este sentido, el Gobierno alemán ha señalado acertadamente, aunque no comparto la conclusión que extrae de esa constatación, que en una acción declarativa negativa hay una inversión de los papeles tradicionales en materia de delitos, puesto que en este caso el demandante es el deudor potencial de un crédito derivado de una actuación delictual mientras que el demandado es la posible víctima de dicho acto.
|
46. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να έχει δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, μόνον αν η αγωγή της οποίας επιλαμβάνεται έχει ως αντικείμενο «να αναγνωρισθεί η ευθύνη του εναγομένου εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» (22) προκειμένου να υποχρεωθεί αυτός να πάψει να ενεργεί κατά τρόπο προκαλούντα ζημία ή να ανορθώσει τη ζημία εάν αυτή έχει ήδη προκληθεί. Στο πλαίσιο, όμως, αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, δεν κατηγορείται ο εναγόμενος για τη διάπραξη ζημιογόνου πράξεως ούτε ζητείται να αναγνωρισθεί η ευθύνη του, αλλά ο ενάγων είναι εκείνος που ζητεί να αναγνωρισθεί το αντίθετο, τουτέστιν ότι δεν είναι αυτουργός αδικοπραξίας, ικανής να προκαλέσει ζημία η οποία θα συνεπάγεται δικαίωμα αποζημίωσης. Ως προς τούτο, η Γερμανική Κυβέρνηση επισήμανε ορθώς, καίτοι δεν συμμερίζομαι το συμπέρασμα που αντλεί από τη διαπίστωση αυτή, ότι σε μια αρνητική αναγνωριστική αγωγή υπάρχει αναστροφή των συνήθων ρόλων σε υποθέσεις αδικοπραξίας, καθότι, εν προκειμένω, ο ενάγων είναι ο ενδεχόμενος οφειλέτης παροχής αιτία αδικοπραξίας, ενώ ο εναγόμενος είναι το πιθανό θύμα της πράξεως αυτής.
|
|
47. Así, la acción declarativa negativa no tiene por objeto que se establezca y declare la responsabilidad del demandado, como en la jurisprudencia anteriormente mencionada, sino todo lo contrario, excluir la responsabilidad del demandante. Además, una acción como la controvertida en el litigio principal no es una acción de responsabilidad delictual propiamente dicha, puesto que no pretende que se declare la existencia de vulneraciones del Derecho de la competencia supuestamente cometidas por las demandantes en territorio alemán, sino que persigue el objetivo, diametralmente opuesto, de exonerarlas al constatar que su comportamiento es conforme a dicho Derecho. Concretamente, Folien Fischer y Fofitec no cuestionan la existencia de actos que pueden constituir un hecho causante de posibles perjuicios, sino que afirman que no puede declararse su responsabilidad, al no ser dichos actos ilícitos.
|
47. Επομένως, η αρνητική αναγνωριστική αγωγή δεν σκοπεί στην απόδειξη και στη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του εναγομένου, όπως στην προπαρατεθείσα νομολογία, αλλά στο αντίθετο, δεδομένου ότι επιδιώκει τον αποκλεισμό της ευθύνης του ενάγοντος. Εξάλλου, αγωγή, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποτελεί, κατά κυριολεξία, αγωγή λόγω ευθύνης εξ αδικοπραξίας, δεδομένου ότι δεν σκοπεί στο να διαπιστωθεί η ύπαρξη παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού που τελέσθηκαν από τις ενάγουσες επί γερμανικού εδάφους, αλλά, εκ διαμέτρου αντιθέτως, στο να απεχοποιηθούν αυτές μέσω της διαπιστώσεως ότι η συμπεριφορά τους είναι σύμφωνη προς το εν λόγω δίκαιο. Ειδικότερα, οι Folien Fischer και Fofitec δεν αμφισβητούν την ύπαρξη πράξεων ικανών να αποτελούν το γενεσιουργό αίτιο ενδεχόμενης ζημίας, αλλά δηλώνουν ότι δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί ευθύνη τους, δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις δεν είναι παράνομες.
|
|
48. En la jurisprudencia derivada de la sentencia Bier, denominada «Mines de potasse d’Alsace», (23) el Tribunal de Justicia interpretó el artículo 5, número 3, del Convenio de Bruselas de modo que se ofreciera al demandante la opción de elegir entre el lugar del hecho causal y el lugar en que se materializa el daño. (24) Entiendo, aunque el Tribunal de Justicia no lo dice expresamente, que la elección entre dos foros competentes permitida al demandante de una acción en materia delictual pretende favorecer a la supuesta víctima, que es quien ocupa, en principio, dicha posición procesal. (25) Nada indica en la jurisprudencia que ese mismo trato favorable deba ser concedido al autor de un posible hecho dañoso.
|
48. Στη νομολογία που απορρέει από την απόφαση Bier, γνωστή ως «Mines de potasse d’Alsace» (23), το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα επιλογής μεταξύ του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και του τόπου όπου επήλθε η ζημία (24) . Κατά την άποψή μου, καίτοι το Δικαστήριο δεν το αναφέρει ρητώς, η δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο αρμοδίων δικαστηρίων που παρασχέθηκε επομένως στον ασκούντα αγωγή εξ αδικοπραξίας σκοπεί στο να ευνοηθεί ο φερόμενος ως θύμα, ο οποίος είναι κατ’ αρχήν ο ασκών την αγωγή (25) . Ουδόλως υποδηλώνεται στη νομολογία ότι η ίδια εύνοια πρέπει να επιδεικνύεται και έναντι του αυτουργού μιας πιθανής ζημιογόνου πράξεως.
|
|
49. La sentencia Henkel, antes citada, en lo que respecta al Convenio de Bruselas, y el texto del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, permiten en efecto incluir en el campo de aplicación de esta disposición la consideración de un perjuicio que, aun no habiéndose producido, puede producirse al haberse identificado un hecho dañoso. El perjuicio resultante de un delito puede, efectivamente, ser únicamente futuro, pero debe tener una consistencia real y no abstracta; de lo contrario, el foro especial relativo a la materia delictual podría crearse de manera discrecional. Así, es cierto que una a cción de responsabilidad delictual puede basarse en un riesgo cuando la causa de los posibles perjuicios exista y sea identificable pero éstos no se han producido todavía. Sin embargo, la acción declarativa negativa presupone, por su parte, incluso la exclusión del riesgo de que se produzca el hecho dañoso, lo que equivale a negar el vínculo de conexión y, por tanto, el foro especial correspondiente previsto en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001.
|
49. Η προπαρατεθείσα απόφαση Henkel σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, καθώς και το γράμμα του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 επιτρέπουν ασφαλώς να συμπεριληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής η συνεκτίμηση μιας ζημίας που δεν έχει ακόμα επέλθει, αλλά ενδέχεται να επέλθει εξαιτίας ενός προσδιορισθέντος ζημιογόνου γεγονότος. Η εξ αδικοπραξίας ζημία μπορεί, βεβαίως, να είναι μελλοντική, πρέπει όμως να έχει συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο χαρακτήρα, διότι, άλλως, η ειδική δωσιδικία σε υποθέσεις αδικοπραξίας θα μπορούσε να θεμελιώνεται κατά διακριτική ευχέρεια. Επομένως, αγωγή για ευθύνη εξ αδικοπραξίας μπορεί πράγματι να βασίζεται σε έναν κίνδυνο, οσάκις το αίτιο της ενδεχόμενης ζημίας υφίσταται και είναι προσδιορίσιμο, η ζημία όμως δεν είναι ακόμα υπαρκτή. Σε κάθε περίπτωση, ως προς την αρνητική αναγνωριστική αγωγή, τούτη προϋποθέτει ότι δεν υφίσταται ούτε ο κίνδυνος επελεύσεως της ζημίας, ότι δεν υφίσταται, δηλαδή, αιτιώδης συνάφεια και, επομένως, ούτε η σχετική ειδική δωσιδικία που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.
|
|
50. La acción negativa persigue una declaración, en Derecho privado, que en mi opinión implica necesariamente que el vínculo de conexión, en el Derecho procesal internacional, no existe. En efecto, podría imaginarse un supuesto particular en el que el demandante admitiera la existencia de un perjuicio sufrido por el demandado, pero solicitara la declaración negativa de que no es responsable de dicho perjuicio, por ejemplo porque el acto cometido no fuera ilícito o porque no existiera relación de causalidad entre el acto enjuiciado y el perjuicio alegado. (26) Sin embargo, incluso en este supuesto, la aplicación del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 a semejante acción declarativa negativa no me parece compatible con la jurisprudencia recogida en la sentencia Tacconi, antes citada, puesto que en este caso la demanda no persigue «exigir la responsabilidad del demandado» y, por tanto, no depende, en mi opinión, de esta disposición especial, sino de la regla de competencia general relativa al domicilio del demandado.
|
50. Η αρνητική αγωγή σκοπεί σε μια ιδιωτικού δικαίου διαπίστωση η οποία, κατά την άποψή μου, προϋποθέτει κατ’ανάγκη ότι δεν υφίσταται συνεκτικός δεσμός κατά το διεθνές δικονομικό δίκαιο. Ασφαλώς, ενδέχεται να συντρέχει περίπτωση στην οποία ο ενάγων παραδέχεται την ύπαρξη ζημίας που υπέστη ο εναγόμενος, ζητεί όμως την αρνητική διαπίστωση ότι δεν είναι υπεύθυνος για τη ζημία αυτή, παραδείγματος χάρη, επειδή η διαπραχθείσα πράξη δεν είναι παράνομη ή επειδή δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίμαχης πράξεως και της προβαλλόμενης ζημίας (26) . Εντούτοις, ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, σε μια τέτοια αρνητική αναγνωριστική αγωγή δεν συνάδει, κατά την άποψή μου, προς τη νομολογία που υπομνήσθηκε στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Tacconi, διότι στην περίπτωση αυτή, η αγωγή δεν σκοπεί στο να «τεθεί ζήτημα ευθύνης του εναγομένου» και, επομένως, δεν εμπίπτει, κατά την άποψή μου, στην ειδική αυτή διάταξη, αλλά στον κανόνα της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου.
|
|
51. En el presente asunto, el órgano jurisdiccional remitente recuerda que el efecto de la negativa de Fofitec a conceder las licencias se produce en el territorio de la República Federal de Alemania, Estado miembro cuyo Derecho resulta aplicable, según el Bundesgerichtshof, en virtud de las normas de conflicto de leyes pertinentes. Sin embargo, en la sentencia Marinari, (27) el Tribunal de Justicia declaró que no era la intención del Convenio de Bruselas vincular las normas de competencia territorial en él recogidas a las disposiciones nacionales relativas a los presupuestos de la responsabilidad civil extracontractual. Deseo añadir a este respecto que el artículo 6, apartado 3, del Reglamento (CE) nº 864/2007 (28) permite a la persona que reclame la indemnización optar entre las leyes aplicables a una obligación extracontractual que se derive de una restricción de la competencia que afecte al mercado de varios Estados miembros.
|
51. Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το αποτέλεσμα της αρνήσεως της Fofitec να παραχωρήσει άδειες εκμεταλλεύσεως επέρχεται εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κράτος μέλος του οποίου το δίκαιο είναι εφαρμοστέο, κατά το Bundesgerichtshof, βάσει των σχετικών κανόνων συγκρούσεως νόμων. Εντούτοις, στην απόφαση Marinari (27), το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόθεση των συντακτών της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν ήταν να εξαρτήσουν τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που αυτή καθορίζει από τις εθνικές διατάξεις περί των προ ϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής αστικής ευθύνης. Προσθέτω, συναφώς, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 (28) παρέχει στο πρόσωπο που ζητεί αποζημίωση τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ των δικαίων που εφαρμόζονται σε εξωσυμβατική ενοχή, η οποία οφείλεται σε μια θίγουσα τις αγορές πολλών κρατών μελών πράξη που περιορίζει τον ανταγωνισμό.
|
|
52. El Tribunal de Justicia ha establecido, con respecto a la aplicación del artículo 5, número 3, del Convenio de Bruselas y por tanto igualmente a la norma de competencia similar del Reglamento nº 44/2001, que una acción extracontractual no está comprendida en el campo de aplicación de esta disposición cuando no persigue la reparación de un perjuicio en el sentido de esta norma, incluso aunque dicha acción se base en una conducta supuestamente culpable. (29)
|
52. Αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και επομένως του παρεμφερούς επίσης κανόνος περί δικαιοδοσίας του κανονισμού 44/2001, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αγωγή εξωσυμβατικής ευθύνης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής οσάκις δεν σκοπεί στην αποκατάσταση ζημίας υπό την έννοια αυτής, ακόμα και αν η αγωγή αυτή στηρίζεται σε μια υποτιθέμενη άδικη ενέργεια (29) .
|
|
53. Por consiguiente, la interpretación literal del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 no permite sostener la idea de que esta disposición pueda aplicarse a las acciones declarativas negativas.
|
53. Κατά συνέπεια, από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εν λόγω διάταξη είναι εφαρμοστέα στις αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές.
|
|
– Sobre la interpretación teleológica del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001
|
– Επί της τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001
|
|
54. El Reglamento nº 44/2001 tiene el objetivo particular de reforzar la protección jurídica de las personas residentes en la Unión, permitiendo al mismo tiempo al demandante determinar fácilmente el órgano jurisdiccional ante el cual puede ejercitar una acción, y a un demandado normalmente prudente prever razonablemente ante qué órgano jurisdiccional puede ser demandado. (30)
|
54. Ο κανονισμός 44/2001 σκοπεί, ιδίως, στην ενίσχυση της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων στην Ένωση, παρέχοντας τη δυνατότητα, αφενός, στον ενάγοντα να εντοπίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει και, αφετέρου, στον εν γένει ενημερωμένο εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (30) .
|
|
55. En este sentido, del undécimo considerando del Reglamento nº 44/2001 resulta que, con el fin de asegurar un alto grado de previsibilidad y, por tanto, de seguridad jurídica, prevalecerá siempre el foro de competencia correspondiente al domicilio del demandado, excepto en algunos casos muy concretos en los que la materia en litigio o la autonomía de las partes justifique otro criterio de vinculación.
|
55. Ως προς τούτο, από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι, για τους σκοπούς της προβλεψιμότητας και, επομένως, της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να δίνεται πάντα προτεραιότητα στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, εκτός από κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα.
|
|
56. El artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 constituye una excepción con respecto a la norma de competencia general establecida en el artículo 2, apartado 1, que tiene por objeto proteger a la parte que sufre la acción ejercitada por el demandante. (31) Por tanto, su interpretación debe depender de una concepción estricta, incluso restrictiva. (32)
|
56. Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 αποτελεί κανόνα περί δικαιοδοσίας ο οποίος αποκλίνει από τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, που έχει ως σκοπό να προστατεύσει τον διάδικο κατά του οποίου ασκήθηκε η αγωγή (31) . Ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρώς, ακόμα και συσταλτικώς (32) .
|
|
57. La norma de competencia especial enunciada en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 tiene por finalidad tener en cuenta «la existencia de una conexión particularmente estrecha entre la controversia y el órgano jurisdiccional al que puede atribuirse la competencia por razones de buena administración de la justicia y de sustanciación adecuada del proceso». (33) Dicha disposición ofrece una opción al demandante, al permitirle, a título excepcional, que recurra a un órgano jurisdiccional situado en un Estado diferente al del domicilio del demandado, a causa del estrecho vínculo existente entre dicho órgano jurisdiccional y la naturaleza del litigio. De este modo, para aplicar esta excepción al foro del domicilio del demandado, es fundamental que efectivamente concurra, a la vista de los datos relativos al litigio en cuestión, un criterio de proximidad (34) requerido de manera reforzada en este supuesto, puesto que debe existir un nexo «particularmente estrecho» entre el litigio y el órgano jurisdiccional ante el que se demanda, que será el (35) del «lugar donde se hubiere producido o pudiere producirse el hecho dañoso» de conformidad con la disposición en cuestión.
|
57. Σκοπός του κανόνα της ειδικής δωσιδικίας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 είναι να ληφθεί υπόψη η «ύπαρξη ενός ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που ενδέχεται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς τον σκοπό της αποτελεσματικής οργανώσεως της διαδικασίας» (33) . Η διάταξη αυτή παρέχει επιλογή στον ενάγοντα, καθόσον του επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση, να προσφύγει σε δικαστήριο που βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εναγόμενος, λόγω του ειδικού δεσμού του δικαστηρίου αυτού με τη φύση της διαφοράς. Προκείμενου να είναι επομένως δυνατή η απόκλιση από τον κανόνα του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγόμενου, πρέπει απαραιτήτως να εξακριβωθεί ότι υφίσταται πράγματι, έναντι των στοιχείων της οικείας διαφοράς, ένα στοιχείο συνάφειας (34), που απαιτείται εν προκειμένω να είναι ισχυρότερο, καθότι ένας «ιδιαιτέρως στενός» σύνδεσμος πρέπει να συνδέει τη διαφορά και το επιληφθέν δικαστήριο, το οποίο είναι εκείνο (35) του «τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» υπό την έννοια της επίμαχης διατάξεως.
|
|
58. En el marco de una acción declarativa negativa, la identificación de dicha proximidad reforzada puede dar lugar a equívocos. Así, en el litigio principal, la competencia internacional del órgano jurisdiccional alemán ante el que se recurrió debería haberse basado en el efecto de competencia desleal derivado de las omisiones o actos cometidos por dos sociedades establecidas en Suiza sobre el mercado alemán en detrimento de una sociedad italiana, Ritrama SpA, que, aunque niega haber desarrollado actividades en Alemania, sin duda alguna ha realizado operaciones de producción y de comercialización en otros Estados miembros de la Unión. Efectivamente, en materia de competencia, existen distintos factores capaces de provocar la dispersión de los foros de competencia correspondientes a los actos ilícitos y sus efectos.
|
58. Στο πλαίσιο αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, δεν μπορεί να προσδιορισθεί τέτοιο ισχυρό στοιχείο συνάφειας χωρίς να χωρεί αμφιβολία. Τουτέστιν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διεθνής δικαιοδοσία του επιληφθέντος γερμανικού δικαστηρίου βασίσθηκε στα αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελέσματα που είχαν στην γερμανική αγορά οι παραλείψεις ή οι πράξεις δύο εγκατεστημένων στην Ελβετία εταιριών, εις βάρος ιταλικής εταιρίας, της Ritrama SpA, η οποία αρνείται ότι άσκησε δραστηριότητες στη Γερμανία, προέβη όμως αναμφισβήτητα σε παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης. Πράγματι, σε υποθέσεις ανταγωνισμού, υπάρχουν διάφοροι παράγοντες ικανοί να επιφέρουν διαχωρισμό των δικαιοδοσιών για τις αδικοπραξίες και τα αποτελέσματά τους.
|
|
59. En mi opinión, el objetivo del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 no abre la posibilidad de incluir en su campo de aplicación los litigios relativos a la inexistencia de un delito. El sistema general en el que se encuentra este texto puede llevarnos a esta misma conclusión.
|
59. Κατά την άποψή μου, ο σκοπός του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 αποκλείει την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη διαπίστωση της μη υπάρξεως αδικοπραξίας. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται λαμβανομένης υπόψη της όλης οικονομίας του νομοθετήματος αυτού.
|
|
– Sobre la interpretación sistemática del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001
|
– Επί της συστηματικής ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001
|
|
60. Es cierto que en la sentencia Tatry, antes citada, dictada en el marco de la interpretación del artículo 21 del Convenio de Bruselas, (36) relativo a la litispendencia, el Tribunal de Justicia estimó que existía, en materia de transporte marítimo en régimen de conocimiento de embarque, una identidad de causa y objeto entre, por una parte, una demanda que tiene por objeto la indemnización de un perjuicio y, por otra, una demanda contraria que tiene por objeto que se declare que no se produjo perjuicio. (37) El órgano jurisdiccional remitente, así como las partes que han formulado observaciones, a excepción de Ritrama SpA, consideran que esta jurisprudencia debe extrapolarse a la interpretación del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 y que debe conducir a que el foro de competencia previsto por dicho artículo se aplique igualmente a las acciones declarativas negativas. (38)
|
60. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, που εκδόθηκε στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (36) αναφορικά με την εκκρεμοδικία, το Δικαστήριο έκρινε πράγματι ότι, σε υπόθεση θαλάσσιας μεταφοράς με φορτωτική, υφίστατο αντιστοιχία αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ, αφενός, αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας και, αφετέρου, αγωγής με το αντίθετο αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν υφίστατο ζημία (37) . Το αιτούν δικαστήριο, όπως και οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις, εξαιρούμενης της Ritrama SpA, εκτιμούν ότι η νομολογία αυτή πρέπει να εφαρμοσθεί για την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 και ότι πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό δωσιδικία επίσης σε αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές (38) .
|
|
61. Por lo demás, no creo que la jurisprudencia surgida de la sentencia Tatry, antes citada, constituya un obstáculo serio a la interpretación restrictiva del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 que propongo. Admito que, en materia delictual, la acción declarativa negativa puede tener el mismo objeto que una acción positiva de la que es simétrica, en cuanto que una persigue que se declare que un autor potencial no ha cometido un hecho dañoso, mientras que la otra pretende que se establezca lo contrario.
|
61. Σε κάθε περίπτωση, η νομολογία που προέκυψε από την προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, δεν συνιστά, κατά την άποψή μου, σημαντικό πρόσκομμα για μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, υπέρ της οποίας τάσσομαι. Παραδέχομαι ότι, σε υποθέσεις αδικοπραξίας, η αρνητική αναγνωριστική αγωγή ενδέχεται να έχει το ίδιο αντικείμενο με την αντιστοιχούσα σε αυτή καταψηφιστική αγωγή, καθόσον με τη μία ζητείται να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι ένας φερόμενος ως αυτουργός δεν διέπραξε ζημιογόνο πράξη, ενώ με την άλλη ζητείται να αποδειχθεί το αντίθετο.
|
|
62. Sin embargo, si bien el concepto de objeto del litigio permite delimitar correctamente el alcance del contencioso sometido a un órgano jurisdiccional en cuanto a la litispendencia y a la autoridad de cosa juzgada que se deriva del mismo, de acuerdo con dicha sentencia, sin embargo no se desprende de ella que este concepto permita definir si existe o no, en el marco de un litigio dado, el vínculo de conexión necesario según el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001.
|
62. Εντούτοις, καίτοι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση, η έννοια του αντικειμένου της διαφοράς επιτρέπει όντως να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της υποβαλλόμενης σε δικαστήριο διαφοράς όσον αφορά την προκύπτουσα εκκρεμοδικία και το δεδικασμένο, εντούτοις, δεν προκύπτει επίσης ότι η έννοια αυτή επιτρέπει να καθορισθεί κατά πόσον, στο πλαίσιο δεδομένης διαφοράς, υπάρχει ή όχι η κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 απαιτούμενη συνάφεια.
|
|
63. Efectivamente, en la sentencia Tatry, antes citada, el Tribunal de Justicia se pronunció únicamente en virtud de disposiciones relativas a la litispendencia que, como tales, no establecen foros de competencia sino que simplemente definen cuál de los dos órganos jurisdiccionales ante los que se acude simultáneamente debe pronunciarse en primer lugar a este respecto. Por tanto, la problemática es muy diferente a la que se somete al Tribunal de Justicia en el presente asunto.
|
63. Συγκεκριμένα, στην προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, το Δικαστήριο απεφάνθη αποκλειστικώς βάσει των διατάξεων περί εκκρεμοδικίας, οι οποίες δεν θεσπίζουν, αυτές καθαυτές, κανόνες περί δικαιοδοσίας, αλλά καθορίζουν μόνον ποιο εκ των δύο ταυτοχρόνως επιληφθέντων δικαστηρίων πρέπει να αποφανθεί σχετικώς πρώτο. Πρόκειται, επομένως, περί ενός αρκετά διαφορετικού ζητήματος από εκείνο που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.
|
|
64. Por otra parte, considero que la redacción del artículo 5 del Reglamento nº 44/2001 conduce a que la competencia jurisdiccional se base, no en el objeto del litigio sino en el vínculo de conexión previsto por cada foro especial de competencia, que, como revela el análisis comparado de las normas de competencia contenidas en dicho artículo, son dos elementos diferentes. Así, «en materia contractual» el vínculo de conexión es el relativo al «lugar en el que hubiere sido o debiere ser cumplida la obligación que sirviere de base a la demanda» (artículo 5, número 1, del Reglamento nº 44/2001), o, incluso, «en materia de alimentos», dicho factor corresponde al «lugar del domicilio o de la residencia habitual del acreedor de alimentos» (artículo 5, número 2, del Reglamento nº 44/2001).
|
64. Επιπλέον, κατά την άποψή μου, από τον τρόπο διατυπώσεως του άρθρου 5 του κανονισμού 44/2001 συνάγεται ότι η δικαιοδοσία δεν στηρίζεται στο αντικείμενο της διαφοράς, αλλά στον συνεκτικό δεσμό που προβλέπεται για κάθε ειδική δικαιοδοσία, δύο στοιχεία που είναι διαφορετικά, όπως καταδεικνύεται από τη συγκριτική ανάλυση των κανόνων περί δικαιοδοσίας του εν λόγω άρθρου. Τουτέστιν, «ως προς διαφορές εκ συμβάσεως», ο συνεκτικός δεσμός είναι εκείνος που αφορά τον «τόπ[ο] όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» (άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001), ενώ «ως προς υποχρεώσεις διατροφής», ο παράγοντας αυτός αφορά τον «τόπ[ο] όπου ο δικαιούχος της διατροφής έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του» (άρθρο 5, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001).
|
|
65. Las partes intervinientes que defienden que el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 comprende las acciones tendentes a que se declare la ausencia de responsabilidad delictual alegan que, en el marco de otros foros de competencia previstos en el artículo 5 de dicho Reglamento, esa misma norma se aplica tanto a una acción declarativa negativa como a una acción positiva.
|
65. Όσοι εκ των μετεχόντων στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνει τις αγωγές με αίτημα τη διαπίστωση περί μη ευθύνης εξ αδικοπραξίας, προβάλλουν ότι, στο πλαίσιο των υπολοίπων δικαιοδοσιών του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού, εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας τόσο για την αρνητική αναγνωριστική αγωγή, όσο και για την καταψηφιστική αγωγή.
|
|
66. Sin embargo, considero que en otros supuestos diferentes al contemplado en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, la naturaleza positiva o negativa de la acción ejercitada no afecta a la conexión prevista por las disposiciones del mencionado artículo 5. En cambio, en materia delictual, la naturaleza de la acción resulta esencial para determinar la competencia jurisdiccional, puesto que lo que marca la diferencia es la existencia o no del hecho dañoso, elemento que resulta determinante para el vínculo de conexión.
|
66. Φρονώ, εντούτοις, ότι σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνη του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, ο καταψηφιστικός ή αρνητικός χαρακτήρας μιας αγωγής δεν επηρεάζει τον συνεκτικό δεσμό που προβλέπουν οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 5. Αντιθέτως, σε υποθέσεις αδικοπραξίας, ο χαρακτήρας της αγωγής είναι ουσιαστικής σημασίας για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας, διότι η ειδοποιός διαφορά είναι η ύπαρξη ή μη του ζημιογόνου γεγονότος, που συνιστά καθοριστικό στοιχείο για τον συνεκτικό δεσμό.
|
|
– Sobre las consecuencias prácticas de una interpretación extensiva del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001
|
– Επί των πρακτικών συνεπειών μιας διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001
|
|
67. El Gobierno francés realiza una propuesta particular, al defender que la autoridad de cosa juzgada de la resolución emitida sobre la base de una acción declarativa negativa como la del litigio principal, se limite al territorio del Estado miembro en el que tiene su sede el órgano jurisdiccional competente, sabiendo que este tipo de acciones no son admitidas como tal en el Derecho francés de la responsabilidad extracontractual.
|
67. Η Γαλλική Κυβέρνηση προβαίνει σε μια ειδικότερη πρόταση, τασσόμενη υπέρ του περιορισμού, εντός της επικράτειας του κράτους μέλους όπου εδρεύει το αρμόδιο δικαστήριο, της ισχύος του δεδικασμένου που έχει αποκτήσει η απόφαση η οποία εκδόθηκε επί αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, όπως η ασκηθείσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθότι αυτού του είδους οι αγωγές δεν γίνονται δεκτές, αυτές καθαυτές, στο γαλλικό δίκαιο περί εξωσυμβατικής ευθύνης.
|
|
68. En mi opinión, sería contrario al sistema establecido por el Reglamento nº 44/2001 admitir, en un primer momento, un foro de competencia jurisdiccional como el invocado en la petición de decisión prejudicial, y considerar posteriormente que, puesto que las consecuencias jurídicas o prácticas de esta admisión son inaceptables, habría que limitar el efecto de la decisión dictada por el órgano jurisdiccional de que se trate al territorio del Estado miembro al que pertenezca.
|
68. Κατά την άποψή μου, θα ήταν αντίθετο προς το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 44/2001, κατά πρώτο λόγο, να γίνει δεκτή μια δικαιοδοσία όπως η μνημονευόμενη στην αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, και εν συνεχεία, κατά δεύτερο λόγο, να γίνει δεκτό ότι, εφόσον οι νομικές ή οι πρακτικές επιπτώσεις της παραδοχής αυτής είναι απαράδεκτες, τα αποτελέσματα της αποφάσεως που ενδέχεται να εκδώσει το οικείο δικαστήριο πρέπει να περιορισθούν στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου αυτό βρίσκεται.
|
|
69. Las disposiciones del Reglamento nº 44/2001 deben poder producir efectos en todos los Estados miembros, sin quedar limitadas al territorio de uno u otro Estado miembro, como sugirió el Gobierno francés, ya que de lo contrario este Reglamento perdería su efecto útil. (39) De hecho el Reglamento nº 44/2001 tiene por objetivo establecer unas normas de competencia válidas para los órganos jurisdiccionales de todos los Estados miembros al mismo tiempo, de modo que, para un mismo litigio, se dicte una sola decisión con alcance internacional. (40)
|
69. Οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 πρέπει να μπορούν να παράγουν τα αποτελέσματά τους σε όλα τα κράτη μέλη, δίχως περιορισμό στο έδαφος του ενός ή του άλλου κράτους μέλους, όπως προτείνει η Γαλλική Κυβέρνηση, ειδάλλως ο κανονισμός αυτός θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (39) . Σκοπός και μέλημα ακόμα του κανονισμού 44/2001 είναι να ορίζει κανόνες περί δικαιοδοσίας που να ισχύουν για τα δικαστήρια όλων των κρατών μελών ταυτοχρόνως και να συνεπάγονται την έκδοση, για την ίδια διαφορά, μίας μόνον αποφάσεως έχουσας διεθνή ισχύ (40) .
|
|
70. Admito que el Tribunal de Justicia ha reconocido que una parte puede «torpedear» o «entorpecer» la acción de la otra, al beneficiarse de una excepción de litispendencia en virtud de una aplicación extensiva del artículo 21 del Convenio. (41) Sin embargo, admitir que una acción declarativa negativa en materia delictual pueda basarse en el foro especial de competencia previsto por el artículo 5, número 3 del Reglamento nº 44/2001 podría, en mi opinión, aumentar el riesgo de acciones de entorpecimiento, al ofrecer a los autores de hechos dañosos potenciales la opción de acudir a un órgano jurisdiccional distinto del lugar del domicilio del demandado. (42)
|
70. Παραδέχομαι ότι το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι διάδικος μπορεί να «τορπιλίσει» ή να «βραχυκυκλώσει» την αγωγή του αντιδίκου, προβάλλοντας ένσταση εκκρεμοδικίας, κατά διασταλτική εφαρμογή του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (41) . Εντούτοις, τυχόν παραδοχή του ότι αρνητική αναγνωριστική αγωγή εξ αδικοπραξίας θα μπορούσε να βασισθεί στην ειδική δωσιδικία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 ενδέχεται, κατά την άποψή μου, να αυξήσει τον κίνδυνο αγωγών με σκοπό τη «βραχυκύκλωση», παρέχοντας στους οιονεί αυτουργούς ζημιογόνων πράξεων την επιλογή να προσφύγουν ενώπιον δικαστηρίου διαφορετικού από εκείνο της κατοικίας του εναγομένου (42) .
|
|
71. Es necesario evitar una interpretación del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 que, aun siendo satisfactoria en el plano teórico, cree semejantes problemas prácticos.
|
71. Δεν πρέπει να γίνει δεκτή τυχόν ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, η οποία θα ήταν μεν ικανοποιητική σε θεωρητικό επίπεδο, θα προκαλούσε δε τέτοια πρακτικά προβλήματα.
|
|
72. En consecuencia, en mi opinión el Tribunal de Justicia debe optar por una concepción restrictiva del ámbito de aplicación de la norma de competencia especial prevista en el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 por lo que respecta a su posible aplicación a las acciones declarativas negativas en materia extracontractual y dar prioridad a la norma de competencia general vinculada al domicilio del demandado.
|
72. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να κλίνει υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας του πεδίου εφαρμογής του κανόνα της ειδικής δωσιδικίας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, όσον αφορά την ενδεχόμενη εφαρμογή του σε αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές εξ αδικοπραξίας και να ταχθεί υπέρ του κανόνα της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου.
|
|
V. Conclusión
|
V – Πρόταση
|
|
73. En virtud de las consideraciones anteriores, propongo que el Tribunal de Justicia responda a la cuestión prejudicial planteada por el Bundesgerichtshof del siguiente modo:
|
73. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof ως εξής:
|
|
«El artículo 5, número 3, del Reglamento (CE) nº 44/2001 del Consejo, de 22 de diciembre de 2000, relativo a la competencia judicial, el reconocimiento y la ejecución de las resoluciones judiciales en materia civil y mercantil, debe interpretarse en el sentido de que la competencia judicial en materia delictual no comprende una acción declarativa negativa mediante la cual el autor de un potencial hecho dañoso pretende que se declare que, de las circunstancias del asunto, no se deriva derecho alguno para la víctima potencial en materia delictual.»
|
«Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι η δωσιδικία της αδικοπραξίας δεν εφαρμόζεται επίσης και σε περίπτωση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ο φερόμενος ως ζημιώσας ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο φερόμενος ως ζημιωθείς δεν έχει, αναφορικά με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αξιώσεις που πηγάζουν από αδικοπραξία.»
|
|
(1) .
|
(1) .
|
|
(2) – DO 2001, L 12, p. 1. Para el texto consolidado, que integra en el texto de base, las modificaciones y las correcciones sucesivas de dicho Reglamento, que carecen de pertinencia en el presente asunto, véase 2001 R0044-ES-8.4.2009-007.001-1.
|
(2) – ΕΕ 2001, L 12, σ. 1. Για το ενοποιημένο κείμενο, στο οποίο ενσωματώνονται οι διαδοχικές τροποποιήσεις και διορθώσεις του εν λόγω κανονισμού που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, βλ. 2001R0044-FR-08.04.2009-007.001-1.
|
|
(3) – Acción conocida en Derecho alemán como «negative Feststellungsklage».
|
(3) – Αγωγή που προβλέπεται στο γερμανικό δίκαιο ως «negative Feststellungsklage».
|
|
(4) – Sentencia de 6 de diciembre de 1994, Tatry (C‑406/92, Rec. p. I‑5439).
|
(4) – Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry (Συλλογή 1994, σ. I‑5439).
|
|
(5) – En las presentes conclusiones, el término «Estado miembro» se referirá a los Estados miembros de la Unión Europea, excepto al Reino de Dinamarca, conforme al artículo 1, apartado 3, del Reglamento nº 44/2001.
|
(5) – Στις παρούσες προτάσεις, η έννοια του «κράτους μέλους» παραπέμπει στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.
|
|
(6) – El artículo 5, apartado 3, del Convenio relativo a la competencia judicial, el reconocimiento y la ejecución de resoluciones judiciales en materia civil y mercantil, firmado en Bruselas el 27 de septiembre de 1968 (DO 1972, L 299, p. 32; EE 01/01, p. 186), en su versión modificada por los sucesivos convenios relativos a la adhesión de los nuevos Estados miembros a dicho Convenio (texto consolidado: DO 1998, C 27, p. 1) (en lo sucesivo, «Convenio de Bruselas»), establece una regla similar en sustancia, pero no se refiere expresamente al supuesto de que el hecho dañoso «pudiere producirse».
|
(6) – Το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1972, L 299, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), θεσπίζει έναν κατ’ ουσίαν παρόμοιο κανόνα ο οποίος όμως δεν αφορά ρητώς την περίπτωση στην οποία το ζημιογόνο γεγονός «ενδέχεται να συμβεί».
|
|
Una regla idéntica a la del Reglamento nº 44/2001 figura en el artículo 5, número 3, del Convenio relativo a la competencia judicial y a la ejecución de resoluciones judiciales en materia civil y mercantil, celebrado en Lugano el 16 de septiembre de 1988 (DO 1988, L 319, p. 9), en su versión revisada por el Convenio firmado en Lugano el 30 de octubre de 2007 [véase la Decisión 2007/712/CE del Consejo, de 15 de octubre de 2007, relativa a la firma, en nombre de la Comunidad, de dicho Convenio (DO L 339, p. 1)], que entró en vigor el 1 de mayo de 2011 y que vincula a la Comunidad Europea, al Reino de Dinamarca, a la República de Islandia, al Reino de Noruega y a la Confederación Suiza (en lo sucesivo, «Convenio de Lugano»).
|
Ένας κανόνας πανομοιότυπος ως προς όλα τα σημεία προς εκείνον του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στο Λουγκάνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ L 319, σ. 9), όπως αναθεωρήθηκε με τη Σύμβαση που υπεγράφη στο Λουγκάνο στις 30 Οκτωβρίου 2007 [βλ. απόφαση 2007/712/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την υπογραφή, εξ ονόματος της Κοινότητας, της εν λόγω συμβάσεως (ΕΕ L 339, σ. 1)], που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2011 και δεσμεύει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το Βασίλειο της Δανίας, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας, το Βασίλειο της Νορβηγίας και την Ελβετική Συνομοσπονδία (στο εξής: Σύμβαση του Λουγκάνο).
|
|
(7) – Véanse, en particular, la sentencia de 21 de octubre de 2010, Padawan (C‑467/08, Rec. p. I‑0000), apartados 21 y ss. y jurisprudencia citada.
|
(7) – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C‑467/08, Padawan (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 21 επ. καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(8) – Véase, en particular, la sentencia de 4 de julio de 2006, Adeneler y otros, (C‑212/04, Rec. p. I‑6057), apartados 39 y ss.
|
(8) – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6057, σκέψεις 39 επ.).
|
|
(9) – El Tribunal de Justicia recordó recientemente que el Reglamento nº 44/2001, al igual que el Convenio de Bruselas, no tienen por objeto unificar todas las normas de procedimiento de los Estados miembros, aunque, en el marco de su autonomía procesal, los Estados miembros no pueden fijar normas procesales aplicables a las acciones iniciadas ante sus órganos jurisdiccionales que vulneren el Derecho de la Unión, en particular lo dispuesto en dicho Reglamento (sentencia de 15 de marzo de 2012, G, C‑292/10, Rec. p. I‑0000, apartados 44 y 45).
|
(9) – Το Δικαστήριο υπενθύμισε προσφάτως ότι ο κανονισμός 44/2001, όπως και η Σύμβαση των Βρυξελλών, δεν έχει σκοπό να ενοποιήσει όλους τους κανόνες δικονομικού δικαίου των κρατών μελών, αλλά ότι, στο πλαίσιο της δικονομικής αυτοτέλειάς τους, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν δικονομικούς κανόνες, εφαρμοστέους στις ενώπιον των δικαστηρίων τους ασκηθείσες αγωγές, οι οποίοι να αντίκεινται στο δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C‑292/10, G, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 44 και 45).
|
|
(10) – La sentencia de 7 de marzo de 1995, Shevill y otros (C‑68/93, Rec. p. I‑415), apartados 38 a 41, precisa que «los requisitos de apreciación del carácter dañoso del hecho controvertido y los requisitos de prueba de la existencia y alcance del perjuicio alegado por la víctima de la difamación no dependen del Convenio [de Bruselas], sino que se rigen por el Derecho material designado por las normas relativas al conflicto de leyes del Derecho nacional del órgano jurisdiccional que conozca del asunto, siempre que dicha aplicación no menoscabe el efecto útil del Convenio». Lo mismo ocurre con el Reglamento nº 44/2001.
|
(10) – Στην απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995, C‑68/93, Shevill κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑415, σκέψεις 38 έως 41), διευκρινίσθηκε ότι «οι προϋποθέσεις εκτιμήσεως του ζημιογόνου χαρακτήρα των επιδίκων πραγματικών περιστατικών και οι προϋποθέσεις αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της βλάβης που επικαλείται ο δυσφημισθείς δεν ρυθμίζονται από τη Σύμβαση [των Βρυξελλών], αλλά διέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο που ορίζουν οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του εθνικού δικαίου του δικάζοντος δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή αυτή δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της Συμβάσεως». Το ίδιο ισχύει και για τον κανονισμό 44/2001.
|
|
(11) – Véase, en particular, la sentencia de 25 de octubre de 2011, eDate Advertising y otros (C‑509/09 y C‑161/10, Rec. p. I‑0000), apartado 39 y jurisprudencia citada.
|
(11) – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, C‑509/09 και C‑161/10, eDate Advertising κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(12) – Véase, por analogía, el Informe explicativo sobre el Convenio de Lugano revisado, elaborado por F. Pocar (DO 2009, C 319, p. 15, punto 61).
|
(12) – Βλ., κατ’ αναλογία, την εισηγητική έκθεση του F. Pocar, αναφορικά με την αναθεωρηθείσα Σύμβαση του Λουγκάνο (ΕΕ 2009, C 319, σ. 15, σημείο 61).
|
|
(13) – Véanse las sentencias de 1 de octubre de 2002, Henkel (C‑167/00, Rec. p. I‑8111), sobre una acción preventiva ejercida por una asociación de protección de consumidores, al objeto de que se prohibiera el uso de cláusulas abusivas por un comerciante en los contratos celebrados con consumidores, y de 5 de febrero de 2004, DFDS Torline (C‑18/02, Rec. p. I‑1417), sobre una acción preventiva ejercida por una asociación de armadores para impugnar la legalidad de un preaviso de acción colectiva que en su opinión podía causar perjuicios.
|
(13) – Βλ. αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 2002, C‑167/00, Henkel (Συλλογή 2002, σ. I‑8111), αναφορικά με αγωγή για προληπτικούς λόγους, που ασκήθηκε από ένωση προστασίας των καταναλωτών με σκοπό να απαγορευθεί η εκ μέρους εμπόρου χρήση ρητρών, που είχαν κριθεί καταχρηστικές, στις συμβάσεις με ιδιώτες, και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑18/02, DFDS Torline (Συλλογή 2004, σ. I‑1417), αναφορικά με αγωγή για προληπτικούς λόγους, την οποία άσκησε ένωση εφοπλιστών για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εξαγγελίας συλλογικής δράσεως, η οποία, κατά την ένωση αυτή, ενδέχετο να προκαλέσει ζημία.
|
|
(14) – Véanse las resoluciones de inaplicabilidad, dictadas, en especial, en Alemania por el Landgericht München el 23 de octubre de 2008 (7 O 17209/07, www.juris.de) y el Oberlandesgericht Dresden el 28 de julio de 2009 (14 U 1008/08, www.juris.de). Con respecto al foro de competencia similar contenido en el artículo 5, número 3, del Convenio de Bruselas, véase, en Alemania, la sentencia del Oberlandesgericht München de 25 de octubre de 2001 (6 U 5508/00, www.juris.de); en los Países Bajos, las sentencias del Gerechtshof’s‑Gravenhage de 22 de enero de 1998, Evans/Chiron (IEPT19980122), y del Rechtbank’s‑Gravenhage de 19 de junio de 2002, Freelift/Stannah Stairlifts (NiPR 2002, Afl. 4, nr. 279), y, en Italia, la resolución del Tribunale di Bologna de 22 de septiembre de 1998 (Resp. civ. e prev., 2000, p. 754), y las sentencias de la Corte suprema di Cassazione de 19 de diciembre de 2003 (n. 19550, Riv. Dir. Ind., 2005, II, p. 162) y de la Corte d’appello de Milano de 2 de marzo de 2004 (Dir. ind., 2004, p. 431).
|
(14) – Αποφάσεις περί μη δυνατότητας εφαρμογής εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία από το Landgericht München στις 23 Οκτωβρίου 2008 (7 O 17209/07, www.juris.de), και από το Oberlandesgericht Dresden στις 28 Ιουλίου 2009 (14 U 1008/08, www.juris.de). Όσον αφορά την παρεμφερή δωσιδικία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, βλ. στη Γερμανία απόφαση του Oberlandesgericht München της 25ης Οκτωβρίου 2001 (6 U 5508/00, www.juris.de)· στις Κάτω Χώρες: αποφάσεις του Gerechtshof’s‑Gravenhage της 22ας Ιανουαρίου 1998, Evans κατά Chiron (IEPT19980122), και του Rechtbank’s‑Gravenhage της 19ης Ιουνίου 2002, Freelift κατά Stannah Stairlifts (NiPR 2002, Afl. 4, nr. 279)· καθώς και στην Ιταλία: απόφαση του Tribunale di Bologna της 22ας Σεπτεμβρίου 1998 (Resp. civ. e prev., 2000, σ. 754), αποφάσεις του Corte suprema di cassazione της 19ης Δεκεμβρίου 2003 (n. 19550, Riv. Dir. Ind., 2005, II, p. 162) και του Corte di appello de Milano της 2ας Μαρτίου 2004 (Dir. ind., 2004, σ. 431).
|
|
(15) – Resoluciones en favor de la aplicación del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 dictadas, en Alemania, por el Oberlandesgericht Düsseldorf el 12 de mayo de 2005 (I‑2 U 67/03, nº 34, www.juris.de) y el Landgericht Frankfurt el 25 de marzo de 2010 (2‑03 O 580/08, 2/03 O 580/08, 2/3 O 580/08, 2‑3 O 580/08, www.juris.de); en los Países Bajos, por el Rechtbank Breda el 29 de junio de 2011, Mivena/Geogreen c.s. (LJN: BR0157), y, en el Reino Unido, por la High Court of Justice (England & Wales) – Queen’s Bench Division (Commercial Court), Equitas Ltd and another v Wave City Shipping Co Ltd and others, at para 11 Christopher Clarke LJ (2005) EWHC 923 (Comm). Véanse también las resoluciones en favor de la aplicación del artículo 5, número 3 del Convenio de Bruselas dictadas en Italia por la Corte suprema di Cassazione el 17 de octubre de 2002 (n. 14769, Riv. dir. inter., 2003, p. 238) y el Tribunale di Brescia el 11 de noviembre de 1999 (Riv. Dir. Ind., II, p. 236).
|
(15) – Αποφάσεις υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 εκδόθηκαν στη Γερμανία από το Oberlandesgericht Düsseldorf στις 12 Μαΐου 2005 (I‑2 U 67/03, n° 34, www.juris.de), και από το Landgericht Frankfurt στις 25 Μαρτίου 2010 (2‑03 O 580/08, 2/03 O 580/08, 2/3 O 580/08, 2‑3 O 580/08, www.juris.de)· στις Κάτω Χώρες από το Rechtbank Breda στις 29 Ιουνίου 2011, Mivena κατά Geogreen c.s. (LJN: BR0157) και στο Ηνωμένο Βασίλειο από το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Commercial Court), Equitas Ltd and another v Wave City Shipping Co Ltd and others, at para 11 Christopher Clarke LJ (2005) EWHC 923 (Comm). Βλ., επίσης, τις αποφάσεις υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών που εκδόθηκαν στην Ιταλία από το Corte suprema di cassazione στις 17 Οκτωβρίου 2002 (n. 14769, Riv. dir. inter., 2003, σ. 238), και από το Tribunal di Brescia στις 11 Νοεμβρίου 1999 (Riv. Dir. Ind., II, σ. 236).
|
|
(16) – Véanse, en especial, las sentencias del Tribunal federal suizo de 2 de agosto de 1999 (ATF 125 III 346); de 23 de octubre de 2006, G. GmbH./A. AG und B. AG (4C.210/2006, ATF 132 III 778), de 23 de octubre de 2006, F. AG/G. GmbH (4C.208/2006/len), y de 13 de marzo de 2007 (ATF 133 III 282). Sentencias disponibles en la página del Tribunal de Justicia (http://curia.europa.eu/common/recdoc/convention/fr/tableau/tableau.htm), en el apartado «Information au titre du protocole nº 2 annexé à la convention de Lugano», respectivamente, con los n os 2000/19, 2007/14, 2008/19 y 2008/20.
|
(16) – Μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 2ας Αυγούστου 1999 (ATF 125 III 346)· της 23ης Οκτωβρίου 2006, G. GmbH./A. AG und B. AG (4C.210/2006, ATF 132 III 778)· της 23ης Οκτωβρίου 2006, F. AG/G. GmbH (4C.208/2006/len), και της 13ης Μαρτίου 2007 (ATF 133 III 282). Αποφάσεις προσβάσιμες στον ιστότοπο του Δικαστηρίου (http://curia.europa.eu/common/recdoc/convention/fr/tableau/tableau.htm), υπό τον τίτλο «Πληροφορίες σχετικά με το υπ’ αριθ. 2 πρωτόκολλο που προσαρτάται στη Σύμβαση του Λουγκάνο», υπ’ αριθ. 2000/19, 2007/14, 2008/19 και 2008/20 αντιστοίχως.
|
|
(17) – Véase el apartado 13 de la petición de decisión prejudicial.
|
(17) – Βλ. σημείο 13 της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
|
|
(18) – Quiero señalar que este tipo de acciones puede forzar a la supuesta víctima a intervenir, como potencial titular de un crédito de daños y perjuicios, en un procedimiento judicial en una fase en la que todavía no se encuentre en situación de aportar las pruebas necesarias para cumplir con la carga de probar la existencia de la responsabilidad extracontractual de la que la otra parte pretende exonerarse.
|
(18) – Επισημαίνω ότι αυτού του είδους οι αγωγές μπορούν να αναγκάσουν τον φερόμενο ως ζημιωθέντα να συμμετάσχει, ως ενδεχόμενος δικαιούχος αποζημιώσεως, σε μια δικαστική διαδικασία σε ένα στάδιο κατά το οποίο δεν είναι ακόμα σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες αποδείξεις προς εκπλήρωση του βάρους αποδείξεως της ύπαρξης εξωσυμβατικής ευθύνης, από την οποία προσπαθεί να απαλλαγεί ο αντίδικος.
|
|
(19) – Dichos conceptos deben, por tanto, concebirse con independencia de la definición resultante del Derecho material establecido por las normas relativas al conflicto de leyes vigentes en el Estado miembro donde se encuentre el órgano jurisdiccional que conoce del asunto. Véanse, en especial en relación con el Convenio de Bruselas, las sentencias de 26 de marzo de 1992, Reichert y Kockler (C‑261/90, Rec. p. I‑2149), apartado 15, y de 20 de enero de 2005, Engler (C‑27/02, Rec. p. I‑481), apartado 33, así como, en relación con el Reglamento nº 44/2001, la sentencia de 16 de julio de 2009, Zuid‑Chemie (C‑189/08, Rec. p. I‑6917), apartado 17 y jurisprudencia citada.
|
(19) – Οι έννοιες αυτές πρέπει, επομένως, να ερμηνεύονται ανεξαρτήτως του ορισμού που προκύπτει από το ουσιαστικό δίκαιο που καθορίζουν οι κανόνες συγκρούσεως νόμων που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το επιληφθέν δικαστήριο. Βλ., μεταξύ άλλων, αναφορικά με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1992, C‑261/90, Reichert και Kockler (Συλλογή 1992, σ. I‑2149, σκέψη 15), της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑27/02, Engler (Συλλογή 2005, σ. I‑481, σκέψη 33), καθώς και, όσον αφορά τον κανονισμό 44/2001, την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑189/08, Zuid‑Chemie (Συλλογή 2009, σ. I‑6917, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(20) – Véase, en especial, la sentencia de 17 de septiembre de 2002, Tacconi (C‑334/00, Rec. p. I‑7357), apartados 21 a 23 y jurisprudencia citada.
|
(20) – Βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑334/00, Tacconi (Συλλογή 2002, σ. I‑7357, σκέψεις 21 έως 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(21) – En el presente asunto, el segundo requisito de aplicabilidad del artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 no plantea problema alguno, puesto que está claro que las relaciones jurídicas que vinculan a Folien Fischer y Fofitec con Ritrama SpA no son de naturaleza contractual.
|
(21) – Στην υπό κρίση υπόθεση, η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 δεν θέτει πρόβλημα, καθότι είναι σαφές ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ των Folien Fischer και Fofitec και της Ritrama SpA δεν εμπίπτουν στις διαφορές εκ συμβάσεως.
|
|
(22) – Véase la sentencia Henkel, antes citada, apartado 41.
|
(22) – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Henkel (σκέψη 41).
|
|
(23) – Sentencia de 30 de noviembre de 1976 (21/76, Rec. p. 1735).
|
(23) – Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, 21/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 613).
|
|
(24) – Véase, en especial, la sentencia de 19 de septiembre de 1995, Marinari (C‑364/93, Rec. p. I‑2719), apartados 11 y 12.
|
(24) – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, C‑364/93, Marinari (Συλλογή 1995, σ. I‑2719, σκέψεις 11 και 12).
|
|
(25) – En el punto 17 de sus conclusiones en el asunto Wintersteiger (C‑523/10), pendiente ante el Tribunal de Justicia, el Abogado General Cruz Villalón evoca, a este respecto, la atribución «a la víctima del daño [de] un margen decisorio».
|
(25) – Στο σημείο 17 των προτάσεών του στην εκκρεμή υπόθεση C-523/10, Wintersteiger,, ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón αναφέρεται συναφώς στο ζήτημα της αναγνωρίσεως «σε αυτόν που υπέστη τη ζημία περιθωρί[ου] λήψης αποφάσεως».
|
|
(26) – Sobre la necesidad de establecer una relación de causalidad entre un perjuicio y el hecho del que éste se deriva, véase en especial la sentencia DFDS Torline, antes citada, apartado 32 y jurisprudencia citada.
|
(26) – Ως προς την ανάγκη αποδείξεως αιτιώδους σχέσεως μεταξύ της ζημίας και του γεγονότος στο οποίο αυτή οφείλεται, βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση DFDS Torline (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(27) – Sentencia antes citada, apartados 16 y ss.
|
(27) – Προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψεις 16 επ.).
|
|
(28) – Reglamento del Parlamento Europeo y del Consejo, de 11 de julio de 2007, relativo a la ley aplicable a las obligaciones extracontractuales («Roma II») (DO L 199, p. 40).
|
(28) – Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ L 199, σ. 40).
|
|
(29) – Así, la sentencia Reichert y Kockler, antes citada (apartados 19 y 20), excluye la acción pauliana, existente en el Derecho francés, de dicho ámbito de aplicación, justificándose en que su objeto «no es que se condene al deudor a reparar los daños que ha causado a su acreedor con un acto fraudulento, sino que desaparezcan, frente al acreedor, los efectos del acto dispositivo realizado por el deudor» y que no puede, por tanto, considerarse como una demanda «que tiene por objeto exigir la responsabilidad de un demandado, en el sentido del número 3 del artículo 5 del Convenio».
|
(29) – Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προπαρατεθείσα απόφαση Reichert και Kockler (σκέψεις 19 και 20) απέκλεισε την προβλεπόμενη από το γαλλικό δίκαιο παυλιανή αγωγή από το προαναφερθέν πεδίο εφαρμογής με το σκεπτικό ότι αντικείμενό της «δεν είναι να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε στον δανειστή του με την καταδολιευτική πράξη του, αλλά να εξαφανιστούν έναντι του δανειστή τα αποτελέσματα της εκποιητικής δικαιοπραξίας που συνήψε ο οφειλέτης του» και ότι, επομένως, δεν πρόκειται περί «αγωγή[ς] αποβλέπουσα[ς] στο να αναγνωριστεί η ευθύνη του εναγομένου όπως νοείται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως».
|
|
(30) – Véanse, en especial, las sentencias de 19 de febrero de 2002, Besix (C‑256/00, Rec. p. I‑1699), apartado 26 y jurisprudencia citada, así como G, antes citada, apartado 39 y jurisprudencia citada.
|
(30) – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-256/00, Besix (Συλλογή 2002, σ. I-1699, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση G (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(31) – La norma enunciada en dicho artículo 2 tiende a favorecer al demandado, parte generalmente más débil por ser éste el que sufre la acción, permitiéndole defenderse más fácilmente. Véanse las sentencias de 20 de marzo de 1997, Farrell (C‑295/95, Rec. p. I‑1683), apartado 19, y de 13 de julio de 2000, Group Jose (C‑412/98, Rec. p. I‑5925), apartado 35.
|
(31) – Ο κανόνας του εν λόγω άρθρου 2 διάκειται ευνοϊκώς προς τον εναγόμενο, τον πλέον αδύναμο διάδικο δεδομένου ότι η αγωγή στρέφεται κατ’ αυτού, διευκολύνοντας την άμυνά του. Βλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1997, C-295/95, Farrell (Συλλογή 1997, σ. I-1683, σκέψη 19), και της 13ης Ιουλίου 2000, C-412/98, Group Josi (Συλλογή 2000, σ. I-5925, σκέψη 35).
|
|
(32) – El Tribunal de Justicia ha establecido expresamente que las reglas de competencia que constituyen excepciones al principio general no pueden dar lugar a una interpretación que vaya más allá de los supuestos contemplados por el Convenio de Bruselas. Véanse las sentencias de 27 de octubre de 1998, Réunion europénne y otros (C‑51/97, Rec. p. I‑6511), apartado 16, y Zuid‑Chemie, antes citada, apartado 22 y jurisprudencia citada. Lo mismo resulta aplicable para el Reglamento nº 44/2001.
|
(32) – Το Δικαστήριο έχει ρητώς κρίνει ότι οι κανόνες περί δικαιοδοσίας που αποκλίνουν από τη γενική αρχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του δεν επιτρέπουν ερμηνεία που να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει η Σύμβαση των Βρυξελλών. Βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑51/97, Réunion européenne κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑6511, σκέψη 16), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Zuid‑Chemie (σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τούτο ισχύει επίσης για τον κανονισμό 44/2001.
|
|
(33) – En relación con el artículo 5, apartado 3, del Convenio de Bruselas, véase la sentencia de 10 de junio de 2004, Kronhofer (C‑168/02, Rec. p. I‑6009), apartado 15 y jurisprudencia citada. Sobre el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001, véase la sentencia eDate Advertising y otros, antes citada, apartado 40 y jurisprudencia citada.
|
(33) – Όσον αφορά το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, βλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, C‑168/02, Kronhofer (Συλλογή 2004, σ. I‑6009, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όσον αφορά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, βλ. προπαρατεθείσα απόφαση eDate Advertising κ.λπ. (σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
(34) – El duodécimo considerando del Reglamento nº 44/2001 señala que un criterio de vinculación especial, distinto al del domicilio del demandado, puede estar justificado en algunos casos, a causa del estrecho vínculo existente entre el órgano jurisdiccional y el litigio en aras de la buena administración de justicia. Véase también la resolución del Parlamento Europeo, de 7 de septiembre de 2010, sobre la aplicación y revisión del Reglamento nº 44/2001, que propone introducir el requisito de «una conexión suficiente, sustancial o significativa», para «restringir la posibilidad de recurrir a los foros de conveniencia» en materia delictual [(2009/2140(INI), P7 TA(2010)0304, considerando Q y punto 25].
|
(34) – Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 αναφέρει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δικαιολογείται ένα κριτήριο ειδικού συνδέσμου, διαφορετικό από εκείνο της κατοικίας του εναγομένου, οσάκις υφίσταται στενός σύνδεσμος μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή προς διευκόλυνση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Βλ., επίσης, ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2010, για την εφαρμογή και την αναθεώρηση του κανονισμού 44/2001, με το οποίο προτείνεται η θέσπιση της επιταγής «να υφίσταται ικανός, ουσιώδης και σημαντικός δεσμός» ώστε να «περιορίζεται το ενδεχόμενο επικλήσεως του “forum shopping”» επί ενοχών εξ αδικοπραξίας [2009/2140(ΙΝΙ), P7_TA(2010)0304, αιτιολογική σκέψη Q, και σημείο 25].
|
|
(35) – Deseo destacar que el artículo 5, número 3, del Reglamento nº 44/2001 establece un foro de competencia que no se extiende al conjunto de los órganos jurisdiccionales de un Estado miembro, como el del artículo 2 de dicho Reglamento, sino que se limita al tribunal más cercano al delito o cuasidelito.
|
(35) – Υπογραμμίζω ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 θεσπίζει έναν κανόνα δικαιοδοσίας που δεν καλύπτει το σύνολο των δικαστηρίων του κράτους μέλους, όπως βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού, αλλά περιορίζεται στο δικαστήριο που βρίσκεται εγγύτερα της αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας.
|
|
(36) – La disposición equivalente del Reglamento nº 44/2001 aparece en el artículo 27 del mismo, que establece en sus apartados 1 y 2 que: «[cuando] se formularen demandas con el mismo objeto y la misma causa entre las mismas partes ante tribunales de Estados miembros distintos, el tribunal ante el que se formulare la segunda demanda suspenderá de oficio el procedimiento en tanto no se declarare competente el tribunal ante el que se interpuso la primera», y que «[cuando] el tribunal ante el que se interpuso la primera demanda se declarare competente, el tribunal ante el que se interpuso la segunda se inhibirá en favor de aquél». El artículo 27 del Convenio de Lugano, revisado en 2007, es similar en sustancia.
|
(36) – Η αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 44/2001 περιέχεται στο άρθρο 27 αυτού, το οποίο, στις παραγράφους 1 και 2, ορίζει: «[α]ν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο» και «[ό]ταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου δικαστηρίου». Το άρθρο 27 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, όπως αναθεωρήθηκε το 2007, είναι ουσιαστικώς παρόμοιο.
|
|
(37) – Según la sentencia Tatry, antes citada, «[el mismo] artículo 21 debe interpretarse en el sentido de que una demanda por la que se solicita que se declare que el demandado es responsable de un perjuicio y que se le condene a pagar una indemnización por daños y perjuicios tiene la misma causa y el mismo objeto que una demanda anterior de dicho demandado por la que se solicita que se declare que no es responsable de dicho perjuicio ».
|
(37) – Κατά το γράμμα της προπαρατεθείσας αποφάσεως Tatry, «[τ]ο ίδιο αυτό άρθρο 21 έχει την έννοια ότι η αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος έχει ευθύνη για ορισμένη ζημία και να υποχρεωθεί συναφώς στην καταβολή αποζημιώσεως έχει την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο με προγενέστερη αγωγή, την οποία έχει ασκήσει ο εναγόμενος αυτός με αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν υπέχει ευθύνη για την εν λόγω ζημία.»
|
|
(38) – Observo que esta jurisprudencia ha dado lugar a propuestas dirigidas a ponerla en entredicho. Efectivamente, se ha contemplado la posibilidad de excluir la aplicación de la regla de litispendencia en caso de simultaneidad entre una acción limitada a una demanda de declaración negativa y una acción sobre el fondo, en particular cuando la primera acción tiene el objetivo escondido de «entorpecer» esta última. Véase informe de la Comisión al Parlamento Europeo, al Consejo y al Comité Económico y Social Europeo sobre la aplicación del Reglamento nº 44/2001 [COM(2009) 174 final, apartados 3.3 y 3.4], y el Libro verde sobre la revisión de dicho Reglamento nº 44/2001 [COM(2009) 175 final, pp. 5 y 7].
|
(38) – Υπογραμμίζω ότι η νομολογία αυτή έδωσε λαβή σε προτάσεις που απέβλεπαν στην αμφισβήτησή της. Συγκεκριμένα, προτάθηκε να αποκλεισθεί η εφαρμογή του κανόνα περί εκκρεμοδικίας σε περίπτωση συμπτώσεως μεταξύ αγωγής με αρνητικό μόνον αναγνωριστικό αίτημα και αγωγής επί της ουσίας, ιδίως οσάκις η πρώτη αγωγή έχει ως κεκαλυμμένο σκοπό να «τορπιλίσει» τη δεύτερη. Βλ. την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή για την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 [COM(2009) 174 τελικό, σημεία 3.3 και 3.4] καθώς και την Πράσινη Βίβλο για την αναθεώρηση του κανονισμού 44/2001 [COM(2009) 175 τελικό, σ. 5 και 7].
|
|
(39) – El alcance de una resolución dictada por un órgano jurisdiccional de un Estado miembro se extiende, en principio, a todo el territorio de la Unión, en las condiciones previstas en el capítulo III del Reglamento nº 44/2001. Así, cada Estado miembro está obligado a reconocer y ejecutar las resoluciones dictadas en otro Estado miembro, confiriéndoles de este modo el efecto transfronterizo previsto por el Reglamento.
|
(39) – Η ισχύς αποφάσεως που εκδίδει δικαστήριο κράτους μέλους εκτείνεται, κατ’ αρχήν, σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης, υπό τους προβλεπόμενους στο κεφάλαιο III του κανονισμού 44/2001 όρους. Κάθε κράτος μέλος οφείλει σχετικώς να αναγνωρίζει και να εκτελεί απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος, προσδίδοντας επομένως σε αυτήν το διασυνοριακό αποτέλεσμα που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
|
|
(40) – No existe contradicción entre este punto y la jurisprudencia surgida de las sentencias, antes citadas, Shevill y otros, y eDate Advertising y otros, en las que el Tribunal de Justicia limitó la competencia territorial de los órganos jurisdiccionales en algunos casos, pero no la fuerza de cosa juzgada de las resoluciones dictadas por dichos órganos.
|
(40) – Δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ του σημείου αυτού και της νομολογίας που απορρέει από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Shevill κ.λπ. και eDate Advertising κ.λπ., στις οποίες το Δικαστήριο περιόρισε την κατά τόπον αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε ορισμένες περιπτώσεις, όχι όμως την ισχύ του δεδικασμένου των αποφάσεων που εξέδωσαν τα εν λόγω δικαστήρια.
|
|
(41) – Véase la sentencia Tatry, antes citada, en combinación con la sentencia de 9 de diciembre de 2003, Gasser (C‑116/02, Rec. p. I‑14693), apartado 41 y apartados 70 y ss.
|
(41) – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, σε συνδυασμό με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C‑116/02, Gasser (Συλλογή 2003, σ. I‑14693, σκέψη 41 καθώς και σκέψεις 70 επ.).
|
|
(42) – En su informe sobre la aplicación del Reglamento nº 44/2001 (citado en la nota 38, apartado 3.4), la Comisión puso de relieve que algunas partes intentan «adelantarse al ejercicio de la competencia por un tribunal competente iniciando procedimientos ante otro tribunal que, por lo general, aunque no siempre, carece de competencia, preferiblemente en un Estado en el que los procedimientos para decidir sobre el tema de la competencia o sobre el fondo son lentos. Dicha táctica, denominada (“torpedeo”), puede ser particularmente abusiva si los primeros procedimientos tienen por objetivo una declaración de no responsabilidad, impidiendo así de manera efectiva los procedimientos sobre el fondo de la otra parte ante un tribunal competente. Pueden incluso llevar a una situación en la que no puede presentarse ninguna acción por daños y perjuicios».
|
(42) – Στην έκθεσή της σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σημείο 3.4), η Επιτροπή επεσήμανε ότι ορισμένοι διάδικοι προσπαθούν «να αποτρέψουν την εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο προσφεύγοντας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, το οποίο συνήθως, αν και όχι πάντοτε, δεν έχει δικαιοδοσία κατά προτίμηση σε κράτος όπου η διαδικασία για τη διαπίστωση της δικαιοδοσίας και/ή την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης είναι χρονοβόρα. Η τακτική αυτή (“τορπιλισμός”) ενδέχεται να αποβεί ιδιαίτερα καταχρηστική, εάν η πρώτη δίκη αποσκοπεί σε αναγνώριση της μη ύπαρξης ευθύνης, με αποτέλεσμα ο αντίδικος να μην μπορεί να ασκήσει αγωγή επί της ουσίας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε πλήρη αδυναμία άσκησης αγωγής για αποζημίωση».
|