Visualización bilingüe

Partes
Motivación de la sentencia
Parte dispositiva

BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV  BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV 

es

el

 

Partes


En el asunto C‑508/10,
Στην υπόθεση C‑508/10,
que tiene por objeto un recurso por incumplimiento en virtud del artículo 258 TFUE, interpuesto el 25 de octubre de 2010,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσας στις 25 Οκτωβρίου 2010,
Comisión Europea, representada por la Sra. M. Condou-Durande y el Sr. R. Troosters, en calidad de agentes, que designa domicilio en Luxemburgo,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Κοντού-Durande και τον R. Troosters, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
parte demandante,
προσφεύγουσα,
contra
κατά
Reino de los Países Bajos, representado por la Sra. C. Wissels y el Sr. J. Langer, en calidad de agentes,
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από την C. Wissels και τον J. Langer,
parte demandada,
καθού,
apoyado por:
υποστηριζόμενου από την:
República Helénica, representada por la Sra. T. Papadopoulou, en calidad de agente, que designa domicilio en Luxemburgo,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την T. Παπαδοπούλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
parte coadyuvante,
παρεμβαίνουσα,
EL TRIBUNAL DE JUSTICIA (Sala Segunda),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
integrado por el Sr. J.N. Cunha Rodrigues, Presidente de Sala, y los Sres. U. Lõhmus, A. Rosas, A. Ó Caoimh (Ponente) y C.G. Fernlund, Jueces;
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, A. Rosas, A. Ó Caoimh (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,
Abogado General: Sr. Y. Bot;
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
Secretario: Sr. A. Calot Escobar;
γραμματέας: A. Calot Escobar
habiendo considerado los escritos obrantes en autos;
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
oídas las conclusiones del Abogado General, presentadas en audiencia pública el 19 de enero de 2012;
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 2012,
dicta la siguiente
εκδίδει την ακόλουθη
Sentencia
Απόφαση
 

Motivación de la sentencia


1. Mediante su demanda la Comisión Europea solicita al Tribunal de Justicia que declare que el Reino de los Países Bajos no ha respetado las obligaciones establecidas por la Directiva 2003/109/CE del Consejo, de 25 de noviembre de 2003, relativa al estatuto de los nacionales de terceros países residentes de larga duración (DO 2004, L 16, p. 44), y en consecuencia ha incumplido las obligaciones que le incumben en virtud del artículo 258 TFUE, al exigir el pago de tasas elevadas y no proporcionadas a los nacionales de terceros países y a los miembros de su familia que solicitan el estatuto de residente de larga duración,.
1. Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στο μέτρο που απαιτεί την καταβολή υψηλών και μη εύλογων τελών από τους υπηκόους τρίτων χωρών και τα μέλη της οικογενείας τους που υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος κατοίκου μακράς διαρκείας, αθέτησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44), και, ως εκ τούτου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 258 ΣΛΕΕ.
Marco jurídico
Το νομικό πλαίσιο
Normativa de la Unión
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
La Directiva 2003/109
Η οδηγία 2003/109
2. Los considerandos segundo, tercero, sexto, noveno, décimo y decimoctavo de la Directiva 2003/109, que se adoptó con fundamento en el artículo 63 CE, puntos 3 y 4, tienen la siguiente redacción:
2. Η δεύτερη, τρίτη, έκτη, ένατη, δέκατη και δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 63, σημεία 3 και 4, ΕΚ, έχουν ως ακολούθως:
«(2) En la reunión extraordinaria de Tampere, celebrada los días 15 y 16 de octubre de 1999, el Consejo Europeo proclamó que el estatuto jurídico de los nacionales de terceros países debería aproximarse al de los nacionales de los Estados miembros y que a una persona que resida legalmente en un Estado miembro, durante un período de tiempo aún por determinar, y cuente con un permiso de residencia de larga duración, se le debería conceder en ese Estado miembro un conjunto de derechos de carácter uniforme lo más cercano posible al de los ciudadanos de la Unión Europea.
«(2) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την ειδική σύνοδό του στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, δήλωσε ότι θα πρέπει να υπάρξει προσέγγιση του νομικού καθεστώτος των υπηκόων τρίτων χωρών προς εκείνο των υπηκόων των κρατών μελών και ότι στα άτομα που έχουν διαμείνει νομίμως σε κράτος μέλος επί περίοδο που θα προσδιορισθεί και τα οποία διαθέτουν άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, θα πρέπει να χορηγείται εντός του εν λόγω κράτους μέλους σύνολο ενιαίων δικαιωμάτων κατά το δυνατόν παραπλήσιων προς τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(3) La presente Directiva respeta los derechos fundamentales y observa los principios reconocidos en particular por el Convenio Europeo para la Protección de los Derechos Humanos y de las Libertades Fundamentales y por la Carta de los Derechos Fundamentales de la Unión Europea.
(3) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και από τον χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[…]
[…]
(6) El criterio principal para la adquisición del estatuto de residente de larga duración debe ser la duración de residencia en el territorio de un Estado miembro. […]
(6) Το κύριο κριτήριο για την απόκτηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος θα πρέπει να είναι η διάρκεια διαμονής στην επικράτεια ενός κράτους μέλους. […]
[…]
[…]
(9) Las razones de orden económico no deben ser motivo para denegar la concesión del estatuto de residente de larga duración y no deben considerarse que interfieran en las condiciones pertinentes.
(9) Οι οικονομικές εκτιμήσεις δεν θα πρέπει να αποτελούν λόγο άρνησης χορήγησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος και δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως παρεμβολή στους σχετικούς όρους.
(10) Es importante establecer un conjunto de normas de procedimiento que regulen las solicitudes de obtención del estatuto de residente de larga duración. Dichas normas deben ser eficaces y aplicables en relación con la carga normal de trabajo de las administraciones de los Estados miembros, así como transparentes y equitativas, con objeto de ofrecer a las personas interesadas un nivel adecuado de seguridad jurídica. No deben constituir un medio para impedir el ejercicio del derecho de residencia.
(10) Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα κανόνων που να διέπει τις διαδικασίες για την εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές και διαχειρίσιμες, λαμβάνοντας υπόψη [τον] συνήθη φόρτο εργασίας των διοικήσεων των κρατών μελών, καθώς και διαφανείς και δίκαιες, προκειμένου να προσφέρουν το κατάλληλο επίπεδο ασφαλείας […] δικαίου στους ενδιαφερομένους. Δεν θα πρέπει να αποτελούν μέσο παρεμπόδισης της άσκησης του δικαιώματος διαμονής.
[…]
[…]
(18) La fijación de las condiciones a las que se supedita el derecho de residencia en otro Estado miembro de los nacionales de terceros países residentes de larga duración debe contribuir a la realización efectiva del mercado interior en tanto que espacio en el que esté asegurada la libre circulación de todas las personas. Podría constituir también un factor importante de movilidad, en particular, en el mercado laboral de la Unión.
(18) Ο καθορισμός των όρων στους οποίους υπόκειται το δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος των υπηκόων τρίτων χωρών που είναι επί μακρόν διαμένοντες θα πρέπει να συμβάλλει στην πραγματική υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ως χώρου στον οποίον εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα κινητικότητας, ιδίως στην αγορά εργασίας της Ένωσης.»
3. Del artículo 1 de la Directiva 2003/109 resulta que ésta regula:
3. Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/109 καθορίζει:
«[…]
«[…]
«a) las condiciones de concesión y retirada del estatuto de residente de larga duración, y derechos correspondientes, otorgado por un Estado miembro a los nacionales de terceros países que residen legalmente en su territorio, y
α) τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος από ένα κράτος μέλος στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νόμιμα στην επικράτειά του, καθώς και τα συναφή δικαιώματα και
b) las condiciones de residencia en Estados miembros distintos del que les haya concedido el estatuto de larga duración de los nacionales de terceros países que gocen de dicho estatuto.»
β) τις προϋποθέσεις διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών υπό καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε κράτη μέλη άλλα από εκείνο που τους χορήγησε το καθεστώς αυτό.»
4. El capítulo II de la Directiva 2003/109 regula la adquisición del estatuto de residente de larga duración en un Estado miembro.
4. Το κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109 αφορά την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος σε ένα κράτος μέλος.
5. Conforme al artículo 4, apartado 1, de la misma Directiva, que forma parte del capítulo II, los Estados miembros concederán el estatuto de residente de larga duración a los nacionales de terceros países que hayan residido legal e ininterrumpidamente en su territorio durante los cinco años inmediatamente anteriores a la presentación de la solicitud correspondiente.
5. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, που εντάσσεται στο εν λόγω κεφάλαιο ΙΙ, τα κράτη μέλη παρέχουν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν στην επικράτειά τους νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
6. El artículo 5 de dicha Directiva regula las condiciones para la obtención del estatuto de residente de larga duración. Según su apartado 1, letras a) y b), los Estados miembros requerirán al nacional de un tercer país que aporte la prueba de que dispone para sí mismo y para los miembros de su familia que estuvieren a su cargo de recursos fijos y regulares suficientes para su propia manutención y la de los miembros de su familia, sin recurrir al sistema de asistencia social del Estado miembro de que se trate, por un lado, y por otro de un seguro de enfermedad que cubra todos los riesgos normalmente asegurados para los propios nacionales del Estado miembro de que se trate.
6. Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τις προϋποθέσεις απόκτησης του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος. Κατά την παράγραφο 1, στοιχεία α΄ και β΄, του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τον υπήκοο τρίτης χώρας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογενείας του, αφενός, σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους καθώς και, αφετέρου, ασφάλιση ασθενείας, που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων οι οποίοι συνήθως καλύπτονται για τους ημεδαπούς στο οικείο κράτος μέλος.
7. El apartado 2 del citado artículo 5 dispone que los Estados miembros podrán requerir a los nacionales de terceros países que cumplan las medidas de integración de conformidad con la legislación nacional.
7. Η παράγραφος του ίδιου άρθρου 5 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτήσουν από τους υπηκόους τρίτων χωρών να συμμορφωθούν με όρους ενσωμάτωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
8. En virtud del artículo 7, apartado 1, de la Directiva 2003/109, para obtener el estatuto de residente de larga duración, el nacional del tercer país interesado presentará una solicitud ante las autoridades competentes del Estado miembro en que resida, acompañada de los documentos justificativos que determine la legislación nacional, que acrediten que el solicitante reúne los requisitos contemplados en los artículos 4 y 5 de esa misma Directiva.
8. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109, προκειμένου να αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διαμένει, συνοδευόμενη από τα επίσημα δικαιολογητικά που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και αποδεικνύουν ότι πληροί τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας όρους.
9. El artículo 8 de esa Directiva, titulado «Permiso de residencia de residente de larga duración-CE», establece en su apartado 2:
9. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Άδεια παραμονής επί μακρόν διαμένοντος ΕΚ», προβλέπει τα ακόλουθα:
«Los Estados miembros expedirán al residente de larga duración el permiso de residencia de residente de larga duración-CE. El permiso tendrá una validez mínima de cinco años; la renovación será automática a su vencimiento, previa solicitud, en su caso.»
«Τα κράτη μέλη χορηγούν στον επί μακρόν διαμένοντα άδεια παραμονής επί μακρόν διαμένοντος ΕΚ. Αυτή η άδεια έχει διάρκεια ισχύος τουλάχιστον πέντε ετών· κατά τη λήξη της, ανανεώνεται αυτοδικαίως κατόπιν αιτήσεως, εφόσον απαιτείται.»
10. El capítulo III de la Directiva 2003/109 regula el derecho de residencia de un nacional de un tercer país, beneficiario del estatuto de residente de larga duración, en el territorio de un Estado miembro distinto del que le concedió ese estatuto, así como el derecho de residencia de los miembros de su familia en ese distinto Estado miembro.
10. Το κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας 2003/109 αφορά το δικαίωμα υπηκόου τρίτης χώρας, που έχει αποκτήσει καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, να διαμένει στο έδαφος κρατών μελών άλλων από εκείνο που του χορήγησε το εν λόγω καθεστώς καθώς και το δικαίωμα των μελών της οικογενείας του να διαμένουν στο ίδιο αυτό κράτος μέλος.
11. El artículo 14, apartado 2, de la misma Directiva, que forma parte del capítulo III, dispone:
11. Το άρθρο 14, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, που εντάσσεται στο εν λόγω κεφάλαιο, έχει ως εξής:
«Los residentes de larga duración podrán residir en un segundo Estado miembro por los motivos siguientes:
«Οι επί μακρόν διαμένοντες μπορούν να διαμένουν σε δεύτερο κράτος μέλος για τους ακόλουθους λόγους:
a) ejercicio de una actividad económica como trabajador por cuenta ajena o cuenta propia;
«α) άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο μισθωτής ή ανεξάρτητης απασχόλησης ή
b) realización de estudios o formación profesional;
β) παρακολούθηση σπουδών ή επαγγελματική κατάρτιση·
c) otros fines.»
γ) άλλοι σκοποί.»
12. El artículo 15, apartado 1, de dicha Directiva, que regula las condiciones para la residencia en un segundo Estado miembro, prevé que, cuanto antes y a más tardar transcurridos tres meses desde la entrada en el territorio del segundo Estado miembro, el residente de larga duración presentará una solicitud de permiso de residencia ante las autoridades competentes de éste
12. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, που αφορά τους όρους διαμονής σε δεύτερο κράτος μέλος, ορίζει ότι, το ταχύτερο δυνατό και όχι αργότερα από τρεις μήνες από την είσοδό του στο έδαφος του εν λόγω δεύτερου κράτους μέλους, ο επί μακρόν διαμένων υποβάλλει αίτηση για άδεια διαμονής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αυτού.
13. El artículo 16 de la Directiva 2003/109 enuncia las condiciones para la residencia de los miembros de la familia del residente de larga duración autorizados para acompañarle o reunirse con él en un segundo Estado miembro. Distingue entre la familia ya constituida en el primer Estado miembro que ha concedido el estatuto de residente de larga duración, a la que se refiere el artículo 16, apartados 1 y 2, de esa Directiva, y la familia que no se ha constituido en el primer Estado miembro. En ese último supuesto, conforme al apartado 5 del mismo artículo, será de aplicación la Directiva 2003/86/CE del Consejo, de 22 de septiembre de 2003, sobre el derecho a la reagrupación familiar (DO L 251, p. 12).
13. Το άρθρο 16 της οδηγίας 2003/109 θεσπίζει τους όρους διαμονής των μελών της οικογενείας του επί μακρόν διαμένοντος που επιτρέπεται να τον συνοδεύσουν ή να επανενωθούν μαζί του σε δεύτερο κράτος μέλος. Διακρίνει μεταξύ οικογενειών που έχουν ήδη συσταθεί στο πρώτο κράτος μέλος που χορήγησε το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, και οικογενειών που δεν έχουν συσταθεί στο πρώτο κράτος μέλος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το άρθρο 16, παράγραφος 5 ορίζει ότι εφαρμογή έχει η οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ L 251, σ. 12).
14. El artículo 19 de la Directiva 2003/109, titulado «Examen de la solicitud y expedición del permiso de residencia», prevé en sus apartados 2 y 3:
14. Οι παράγραφοι του άρθρου 19 της οδηγίας 2003/109, που τιτλοφορείται «Εξέταση της αίτησης και χορήγηση της αδείας διαμονής», έχουν ως εξής:
«2. Si se cumplen las condiciones previstas en los artículos 14, 15 y 16, y sin perjuicio de las normas sobre el orden público, la seguridad pública y la salud pública consideradas en los artículos 17 y 18, el segundo Estado miembro expedirá al residente de larga duración un permiso de residencia renovable. […]
«2. Εφόσον πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στα άρθρα 14, 15 και 16, και με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 17 και 18 που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, το δεύτερο κράτος μέλος χορηγεί στον επί μακρόν [διαμένοντα] ανανεώσιμη άδεια διαμονής. […]
3. El segundo Estado miembro expedirá a los miembros de la familia del residente de larga duración un permiso de residencia renovable de duración idéntica al expedido al residente de larga duración.»
3. Το δεύτερο κράτος μέλος χορηγεί στα μέλη της οικογενείας του επί μακρόν διαμένοντος ανανεώσιμες άδειες διαμονής ίσης διαρκείας με αυτήν που χορήγησε στον επί μακρόν διαμένοντα.»
La Directiva 2004/38/CE
Η οδηγία 2004/38/ΕΚ
15. La Directiva 2004/38/CE del Parlamento Europeo y del Consejo, de 29 de abril de 2004, relativa al derecho de los ciudadanos de la Unión y de los miembros de sus familias a circular y residir libremente en el territorio de los Estados miembros, por la que se modifica el Reglamento (CEE) nº 1612/68 y se derogan las Directivas 64/221/CEE, 68/360/CEE, 72/194/CEE, 73/148/CEE, 75/34/CEE, 75/35/CEE, 90/364/CEE, 90/365/CEE y 93/96/CEE (DO L 158, p. 77, y corrección de errores en DO 2004, L 229, p. 35, y DO 2007, L 204, p. 28) –que se adoptó con fundamento en los artículos 12 CE, 18 CE, 40 CE, 44 CE y 52 CE–, prevé en su artículo 25, apartado 2, que los documentos mencionados en el apartado 1 del mismo artículo, a saber un certificado de registro, un documento acreditativo de la residencia permanente, un resguardo de presentación de la solicitud de tarjeta de residencia de miembro de la familia, una tarjeta de residencia o una tarjeta de residencia permanente, «se expedirán con carácter gratuito o previo abono de una cantidad que no rebasará la impuesta a los nacionales para la expedición de documentos similares».
15. Η οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελ ών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, ΕΕ 2005, L 197, σ. 34, και ΕΕ 2007, L 204, σ. 28) –που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 12 ΕΚ, 18 ΕΚ, 40 ΕΚ, 44 ΕΚ και 52 ΕΚ– προβλέπει, στο άρθρο της 25, παράγραφος 2, ότι όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή η βεβαίωση εγγραφής, το έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή, η βεβαίωση που πιστοποιεί την υποβολή αίτησης για χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους της οικογενείας, το δελτίο διαμονής ή το δελτίο μόνιμης διαμονής, «χορηγούνται ατελώς ή έναντι τέλους που δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο στους ημεδαπούς για τη χορήγηση παρεμφερών εγγράφων».
Normativa nacional
Η εθνική νομοθεσία
16. El artículo 24, apartado 2, de la Ley de modificación general de la Ley de extranjería (Wet tot algehele herziening van de Vreemdelingenwet), de 23 de noviembre de 2000 (Stb. 2000, nº 495; en lo sucesivo, «VW»), dispone:
16. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του νόμου για την εξ ολοκλήρου αναθεώρηση του νόμου περί αλλοδαπών (Wet tot algehele herziening van de Vreemdelingenwet), της 23ης Νοεμβρίου 2000 [ Stb. (ολλανδική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) 2000, αριθ. 495, στο εξής: VW), έχει ως εξής:
«En los casos que determine [el ministro competente] y de conformidad con las normas que adopte, el extranjero deberá abonar tasas por la tramitación de la solicitud. A estos efectos, [el ministro competente] podrá, además, establecer que el extranjero deba abonar tasas por la expedición del documento que acredite su residencia regular. En caso de no abonarse dichas tasas, no se tramitará la solicitud o no se expedirá el documento.»
«Στις περιπτώσεις που ορίζονται από τον [αρμόδιο υπουργό] και σύμφωνα με τους κανόνες που αυτός θεσπίζει, ο αλλοδαπός καταβάλλει τέλη για την εξέταση της αιτήσεώς του. Στο πλαίσιο αυτό, [ο αρμόδιος υπουργός] μπορεί να προβλέπει επίσης ότι ο αλλοδαπός καταβάλλει τέλη συνδεόμενα με τη χορήγηση εγγράφου που πιστοποιεί το νόμιμο της διαμονής του. Σε περίπτωση μη καταβολής των οφειλόμενων τελών, η αίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη ή το έγγραφο δεν χορηγείται.»
17. Los artículos 3.34 a 3.34i del Reglamento sobre extranjería de 2000 (Voorschrift Vreemdelingen 2000, en lo sucesivo, «VV») dieron aplicación al artículo 24, apartado 2, de la VW.
17. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του VW τέθηκε σε εφαρμογή με τα άρθρα 3.34 έως 3.34 i, της κανονιστικής απόφασης περί αλλοδαπών του 2000 (Voorschrift Vreemdelingen 2000, στο εξής: VV).
18. Esos artículos 3.34 a 3.34i establecen las tasas que deben pagar los nacionales de terceros países, a excepción de los turcos, al solicitar un permiso de residencia, fijando los siguientes importes:
18. Τα εν λόγω άρθρα 3.34 έως 3.34 i ορίζουν το ύψος των τελών που πρέπει να καταβάλλουν οι υπήκοοι τρίτων χωρών, εξαιρουμένων των Τούρκων υπηκόων που ζητούν τη χορήγηση τίτλου διαμονής, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
>lt>3
>lt>21
19. El artículo 3.34f del VV prevé una posible exención del pago de las tasas siempre que ello se justifique con fundamento en el artículo 8 del Convenio Europeo para la Protección de los Derechos Humanos y de las Libertades Fundamentales, firmado en Roma el 4 de noviembre de 1950. El apartado 3 de esa disposición del VV está así redactado:
19. Το άρθρο 3.34 f της VV προβλέπει δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής των τελών εφόσον τούτο δικαιολογείται βάσει του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Η παράγραφος 3 της διάταξης αυτής έχει ως εξής:
«Como excepción al artículo 3.34c, letra b), el extranjero que no sea nacional comunitario no estará obligado al pago de tasas por la tramitación de una solicitud de modificación del permiso de residencia, en relación con un permiso de residencia como el previsto en el artículo 14 de la [VW], por un motivo de residencia mencionado en el artículo 3.4, apartado 1, letra a), del [VV], si dicho extranjero lo solicita, si ello se justifica en relación con el artículo 8 del [citado Convenio] y si demuestra que no dispone de recursos suficientes para el pago de las tasas.»
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3.34 c, στοιχείο b, ο αλλοδαπός ο οποίος δεν είναι κοινοτικός υπήκοος δεν υποχρεούται να καταβάλει τέλη για την εξέταση αιτήσεως τροποποιήσεως της αδείας διαμονής, στο πλαίσιο αδείας διαμονής όπως αυτή του άρθρου 14 του [VW], για λόγο διαμονής απαριθμούμενο στο άρθρο 3.4, παράγραφος 1, στοιχείο a, του [VV], σε περίπτωση που ο εν λόγω αλλοδαπός ζητεί την απαλλαγή από τα τέλη αυτά και εφόσον τούτο δικαιολογείται από το άρθρο 8 της [ΕΣΔΑ] και υπό τον όρο ότι ο αλλοδαπός αποδεικνύει ότι δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για να καταβάλει τα τέλη.»
El procedimiento administrativo
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
20. Dado que nacionales de terceros países le habían presentado denuncias acerca de la percepción de las tasas previstas por la normativa neerlandesa en materia de expedición de títulos de residencia a dichos nacionales, la Comisión solicitó aclaraciones a las autoridades neerlandesas en un escrito de 30 de noviembre de 2007.
20. Μετά από καταγγελίες που της υποβλήθηκαν από υπηκόους τρίτων χωρών σχετικά με την είσπραξη τελών που προβλέπει η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση για τη χορήγηση αδειών διαμονής στους εν λόγω υπηκόους, η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 2007, ζήτησε διευκρινίσεις από τις ολλανδικές αρχές.
21. Éstas expusieron su interpretación de la normativa aplicable en un escrito de 7 de febrero de 2008. No negaron los importes de las tasas a cargo de esos nacionales, pero afirmaron que la competencia en la materia corresponde a los Estados miembros ya que la Directiva 2003/109 no ha regulado el importe de esas tasas.
21. Οι εν λόγω αρχές εξέθεσαν την ερμηνεία τους επί της εφαρμοστέας κανονιστικής ρύθμισης με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2008. Δεν αμφισβήτησαν τα ποσά των τελών με τα οποία επιβαρύνονται οι εν λόγω υπήκοοι, αλλά ισχυρίστηκαν ότι, δεδομένου ότι η οδηγία 2003/109 δεν ρυθμίζει το ζήτημα του ύψους των οφειλόμενων τελών, η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη μέλη.
22. En esas circunstancias la Comisión envió el 27 de junio de 2008 un escrito de requerimiento al Reino de los Países Bajos en el que ponía de relieve que las tasas exigidas a los nacionales de terceros países beneficiarios de los derechos atribuidos por la Directiva 2003/109 deben ser equitativas. Esas tasas no deben en ningún caso disuadir a esos nacionales, cuando reúnen las condiciones establecidas por esa Directiva, de ejercer los derechos que nacen de ella. Suponiendo incluso que el coste real de tramitación de las solicitudes de dichos nacionales fuera superior al el de la tramitación de las solicitudes de ciudadanos de la Unión, el importe de las tasas exigidas por el Reino de los Países Bajos es desproporcionado.
22. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή, με απόφαση που εξέδωσε στις 27 Ιουνίου 2008, απέστειλε έγγραφο οχλήσεως προς το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με το οποίο υπογράμμισε ότι τα τέλη που επιβάλλονται στους υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους αναγνωρίζονται δικαιώματα που χορηγεί η οδηγία 2003/109 πρέπει να είναι δίκαια. Τα τέλη αυτά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποθαρρύνουν τους υπηκόους αυτούς, οσάκις πληρούν τις προϋποθέσεις της εν λόγω οδηγίας, από το να επικαλούνται τα δικαιώματα που αντλούν από αυτήν. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το πραγματικό κόστος διεκπεραίωσης των αιτήσεων των εν λόγω υπηκόων υπερβαίνει το κόστος διεκπεραίωσης των αιτήσεων των πολιτών της Ένωσης, το ύψος των τελών που επιβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι δυσανάλογο.
23. Estimando que la respuesta del Reino de los Países Bajos a ese escrito de requerimiento era insatisfactoria, la Comisión envió el 23 de marzo de 2009 un dictamen motivado a ese Estado miembro, instándole a tomar las medidas necesarias para atenerse a ese dictamen en un plazo de dos meses a partir de su recepción.
23. Κρίνοντας ως μη ικανοποιητική την απάντηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στο έγγραφό της οχλήσεως, η Επιτροπή απηύθυνε προς το εν λόγω κράτος μέλος την από 23 Μαρτίου 2009 αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δίμηνης προθεσμίας από την παραλαβή της.
24. En escrito de 25 de mayo de 2009 el Reino de los Países Bajos respondió a ese dictamen motivado, destacando de nuevo la competencia de los Estados miembros para percibir tasas en el contexto de la aplicación de la Directiva 2003/109, siempre que su percepción no haga imposible o excesivamente difícil el ejercicio de los derechos atribuidos por esa Directiva. Según dicho Estado miembro, los importes de las tasas impuestas por la normativa neerlandesa, calculados en función del coste real de las formalidades, no obstaculizan el ejercicio de sus derechos por los nacionales de terceros países interesados.
24. Με έγγραφο της 25ης Μαΐου 2009, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη υπογραμμίζοντας εκ νέου ότι τα κράτη μέλη έχουν αρμοδιότητα να εισπράττουν τέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2003/109, υπό τον όρο βεβαίως ότι η επιβολή των εν λόγω τελών δεν καθιστά ανέφικτη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία αυτή. Κατά το κράτος μέλος αυτό, τα ποσά των τελών που επιβάλλει η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση, υπολογιζόμενα βάσει του πραγματικού κόστους των διοικητικών ενεργειών, δεν παρεμποδίζουν τους ενδιαφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών να ασκούν τα δικαιώματά τους.
25. Dadas estas circunstancias, la Comisión decidió interponer el presente recurso.
25. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
26. Mediante auto del Presidente del Tribunal de Justicia de 12 de abril de 2011 se admitió la intervención de la República Helénica en apoyo de las pretensiones del Reino de los Países Bajos.
26. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Απριλίου 2011, επετράπη στην Ελληνική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
Sobre el recurso
Επί της προσφυγής
Sobre la admisibilidad del recurso
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Alegaciones de las partes
Επιχειρήματα των διαδίκων
27. El Reino de los Países Bajos mantiene que debe declararse la inadmisibilidad del recurso.
27. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
28. En efecto, la demanda de la Comisión no menciona la infracción de ninguna disposición específica de la Directiva 2003/109. El décimo considerando de ésta, en el que la Comisión se funda principalmente en su recurso, carece de valor jurídico obligatorio y no establece obligaciones autónomas. Aunque es cierto que la Comisión se refiere también a la obligación de cooperación leal prevista en el artículo 4 TUE, apartado 3, tampoco ha explicado de qué modo se fundamentan en esa disposición sus alegaciones contra las tasas discutidas.
28. Συγκεκριμένα, αφενός, με το δικόγραφο της προσφυγής δεν προβάλλεται παράβαση συγκεκριμένης διάταξης της οδηγίας 2003/109. Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, στην οποία η Επιτροπή στηρίζει κατά κύριο λόγο την προσφυγή της, δεν έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν επιβάλλει αυτοτελείς υποχρεώσεις. Μολονότι αληθεύει ότι η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 10 ΕΚ, νυν άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το θεσμικό αυτό όργανο ουδόλως εξήγησε κατά πόσον οι αιτιάσεις του σχετικά με τα επίμαχα τέλη βασίζονται στη διάταξη αυτή.
29. El Reino de los Países Bajos afirma además que durante la fase administrativa la Comisión no alegó en ningún momento que la normativa neerlandesa fuera contraria al sistema, la estructura o el espíritu de esa Directiva. En ese sentido, incluso si se estimara que la Comisión está facultada para introducir tal alegación en una fase avanzada del procedimiento por incumplimiento, ese Estado miembro mantiene que, a diferencia de la sentencia de 29 de noviembre de 2001, Comisión/Italia (C‑202/99, Rec. p. I‑9319), en la que el Tribunal de Justicia acogió una alegación de esa naturaleza, en el presente recurso no se invoca ninguna disposición obligatoria del Derecho de la Unión.
29. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει επιπλέον ότι η Επιτροπή, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ουδέποτε διατύπωσε αιτίαση ότι η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει στο σύστημα, στην οικονομία ή στο πνεύμα της εν λόγω οδηγίας. Συναφώς, ακόμα και αν κριθεί ότι η Επιτροπή δικαιούται να προβάλει τέτοια αιτίαση σε προχωρημένο στάδιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-202/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-9319), με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε τέτοια αιτίαση, η υπό κρίση προσφυγή δεν στηρίζεται σε καμία δεσμευτικού χαρακτήρα διάταξη του δικαίου της Ένωσης.
30. Por otro lado, el Reino de los Países Bajos impugna el alcance del recurso interpuesto por la Comisión, dado que ésta, según afirma, sólo se refiere en el petitum de su demanda a las tasas exigidas a los nacionales de terceros países para obtener el estatuto de residente de larga duración previsto en el capítulo II de la Directiva 2003/109. Por tanto, el presente recurso no puede tener como objeto las tasas exigidas por las solicitudes presentadas con fundamento en el capítulo III de dicha Directiva.
30. Εκτός αυτού, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί την έκταση της προσφυγής της Επιτροπής στο μέτρο που, κατά το κράτος μέλος αυτό, το εν λόγω θεσμικό όργανο περιόρισε το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής του στα τέλη που επιβάλλονται στους υπηκόους τρίτων χωρών για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος, όπως προβλέπει το κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109. Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή δεν μπορεί να αφορά τέλη επιβαλλόμενα προς διεκπεραίωση αιτήσεων υποβαλλόμενων δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ της οδηγίας αυτής.
31. Así pues, ese Estado miembro considera que la demanda de la Comisión debe declararse inadmisible.
31. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φρονεί ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
32. La Comisión impugna la excepción de inadmisibilidad aducida por el Reino de los Países Bajos. Por un lado, un recurso que pretende acreditar que la normativa neerlandesa es contraria al sistema, la estructura o el espíritu de la Directiva es ciertamente admisible, como el Tribunal de Justicia afirmó en la sentencia Comisión/Italia, antes citada. Por otro lado, la Comisión sostiene que, a pesar de la presentación sumaria en las pretensiones de la demanda de sus objeciones contra la normativa neerlandesa, ese Estado miembro ha podido determinar con precisión el alcance del recurso de la Comisión. El hecho de que dicho Estado haya podido exponer explicaciones detalladas y aducir sus motivos de defensa acerca de todos los aspectos manifestados por la Comisión en el procedimiento administrativo acredita el carácter fundado de esa alegación.
32. Η Επιτροπή αντικρούει την ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Αφενός, προσφυγή αποβλέπουσα στο να διαπιστωθεί η αντίθεση της ολλανδικής κανονιστικής ρύθμισης προς το σύστημα, την οικονομία ή το πνεύμα της οδηγίας δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι παραδεκτή, όπως έχει κρίνει και το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής εκθέτει συνοπτικά μόνον τις αντιρρήσεις του θεσμικού αυτού οργάνου ως προς την ολλανδική κανονιστική ρύθμιση, το καθού κράτος μέλος ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια την έκταση της προσφυγής της Επιτροπής. Άλλωστε, το γεγονός ότι το κράτος μέλος αυτό μπόρεσε να παράσχει λεπτομερείς εξηγήσεις και να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεώς του ως προς όλα τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, αποδεικνύει ότι το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής είναι βάσιμο.
Apreciación del Tribunal de Justicia
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
33. Con carácter previo es oportuno recordar que en un recurso por incumplimiento la finalidad del procedimiento administrativo es dar al Estado miembro interesado la ocasión, por una parte, de cumplir sus obligaciones derivadas del Derecho de la Unión y, por otra, de formular adecuadamente las alegaciones que, en su defensa, estime pertinentes frente a las imputaciones de la Comisión (sentencia de 14 de octubre de 2004, Comisión/Francia, C‑340/02, Rec. p. I‑9845, apartado 25).
33. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (βλ., απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑340/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2004, σ. I-9845, σκέψη 25).
34. El procedimiento administrativo previo previsto en el artículo 258 TFUE delimita el objeto de un recurso interpuesto al amparo de dicho artículo. La regularidad de este procedimiento constituye una garantía esencial querida por el Tratado FUE no sólo para la protección de los derechos del Estado miembro de que se trate, sino también para garantizar que el eventual procedimiento contencioso tenga por objeto un litigio claramente definido (véase las sentencias de 13 de diciembre de 2001, Comisión/Francia, C‑1/00, Rec. p. I‑9989, apartado 53, y de 29 de abril de 2010, Comisión/Alemania, C‑160/08, Rec. p. I‑3713, apartado 42).
34. Συνεπώς, το αντικείμενο της ασκούμενης δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ προσφυγής οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη κατά τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγύηση όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους αλλά και για να εξασφαλισθεί ότι η δίκη που ενδεχομένως θα κινηθεί θα έχει ως αντικείμενο σαφώς καθορισμένη διαφορά (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-1/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I‑9989, σκέψη 53, και της 29ης Απριλίου 2010, C‑160/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2010, σ. I-3713, σκέψη 42).
35. En virtud del artículo 21, párrafo primero, del Estatuto del Tribunal de Justicia de la Unión Europea y del artículo 38, apartado 1, letra c), del Reglamento de Procedimiento de dicho Tribunal, incumbe a la Comisión, en todo recurso interpuesto con arreglo al artículo 258 TFUE, indicar las imputaciones precisas sobre las que debe pronunciarse el Tribunal de Justicia así como, al menos en forma sumaria, los fundamentos de hecho y de Derecho sobre los que se basan dichas imputaciones (véanse las sentencias de 13 de diciembre de 1990, Comisión/Grecia, C‑347/88, Rec. p. I‑4747, apartado 28, y de 16 de junio de 2005, Comisión/Italia, C‑456/03, Rec. p. I‑5335, apartado 23).
35. Δυνάμει των άρθρων 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας αυτού, η Επιτροπή υποχρεούται, επί προσφυγών ασκουμένων δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, να διατυπώνει τις ακριβείς αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, καθώς και, τουλάχιστον κατά τρόπο συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων βασίζονται οι αιτιάσεις αυτές (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1990, σ. I-4747, σκέψη 28, και της 16ης Ιουνίου 2005, C-456/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2005, σ. I-5335, σκέψη 23).
36. De ello se deduce que el recurso de la Comisión debe contener una exposición coherente y detallada de las razones que han llevado a la Comisión a la convicción de que el Estado miembro de que se trate ha incumplido alguna de las obligaciones que le incumben en virtud de los Tratados.
36. Κατά συνέπεια, το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο συνεπή και λεπτομερή τους λόγους που την οδήγησαν να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις Συνθήκες.
37. Es preciso constatar que el presente recurso contiene una exposición clara de los fundamentos de hecho y de Derecho en los que se sustenta. En efecto, tanto del procedimiento administrativo, y en especial del dictamen motivado dirigido por la Comisión al Reino de los Países Bajos, como de la demanda se deduce que la Comisión mantiene en sustancia que el importe desproporcionado de las tasas exigidas a los nacionales de terceros países por ese Estado miembro en relación con la aplicación de la Directiva 2003/109 vulnera el objetivo pretendido por ésta y obstaculiza el ejercicio de los derechos que la misma atribuye a esos nacionales.
37. Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το δικόγραφό της εκθέτει κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων βασίζεται. Συγκεκριμένα, τόσο από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, και ειδικότερα από την αιτιολογημένη γνώμη που απέστειλε η Επιτροπή στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, όσο και από το ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής του προκύπτει ότι το θεσμικό αυτό όργανο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το δυσανάλογο ύψος των τελών που επιβάλλει στους υπηκόους τρίτων χωρών το καθού κράτος μέλος στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2003/109 υπονομεύει τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή και παρεμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων που αυτή απονέμει στους εν λόγω υπηκόους.
38. Consta ciertamente que en su demanda la Comisión no trató de demostrar la infracción de una disposición específica de la Directiva 2003/109 por el Reino de los Países Bajos, sino que por el contrario mantuvo a la luz de los considerandos de ésta que ese Estado miembro había vulnerado el sistema general, el espíritu, el objetivo y por tanto el efecto útil de la referida Directiva.
38. Δεν αμφισβητείται ασφαλώς ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή δεν επιδίωξε να καταδείξει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη συγκεκριμένη διάταξη της οδηγίας 2003/109, αλλ’ αντιθέτως υποστήριξε, υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω οδηγίας, ότι το καθού κράτος μέλος δεν τήρησε τη γενική οικονομία, το πνεύμα, τον σκοπό και, συνακόλουθα, την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής.
39. Sin embargo, el Tribunal de Justicia ya ha juzgado que cuando la Comisión afirma que una normativa nacional es contraria al sistema, a la estructura o a la finalidad de una directiva, sin que la infracción del Derecho de la Unión resultante de la misma pueda vincularse a disposiciones específicas de esa directiva, no puede declararse la inadmisibilidad de su recurso tan sólo por este motivo (sentencia de 29 de noviembre de 2001, Comisión/Italia, antes citada, apartado 23).
39. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στις περιπτώσεις που η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια εθνική ρύθμιση αντιβαίνει στο σύστημα, στην οικονομία ή στο πνεύμα μιας οδηγίας, χωρίς η εξ αυτού απορρέουσα παραβίαση του δικαίου της Ένωσης να μπορεί να συνδεθεί με συγκεκριμένες διατάξεις της οικείας οδηγίας, η προσφυγή της δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη αποκλειστικά για τον λόγο αυτό (προπαρατεθείσα απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23).
40. Como el Abogado General ha señalado en el punto 38 de sus conclusiones, la mención por la Comisión en su escrito de réplica de la sentencia citada en el precedente apartado pretendía únicamente responder a la excepción de inadmisibilidad aducida por el Reino de los Países Bajos en su escrito de contestación a la demanda y no constituía una modificación del objeto del incumplimiento reprochado contraria a las exigencias del artículo 258 TFUE.
40. Όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών του, η επίκληση από την Επιτροπή, με το υπόμνημά της απαντήσεως, της νομολογίας που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη αποσκοπούσε στην αντίκρουση της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών με το υπόμνημά του αντικρούσεως και δεν συνιστούσε τροποποίηση του αντικειμένου της προσαπτόμενης παραβάσεως, αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.
41. También conviene observar que en el presente asunto dicho Estado miembro ha podido exponer eficazmente sus motivos de defensa contra las imputaciones de la Comisión a pesar de la sucinta redacción de las pretensiones en la demanda de ésta.
41. Επισημαίνεται επίσης ότι, εν προκειμένω, το εν λόγω κράτος μέλος ήταν σε θέση να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του προς αντίκρουση των αιτιάσεων της Επιτροπής, τούτο δε παρά τη συνοπτική διατύπωση του αιτητικού του δικογράφου της προσφυγής που άσκησε το θεσμικό αυτό όργανο.
42. En efecto, la Comisión mencionó expresamente en su escrito de requerimiento, en el dictamen motivado y en su demanda no sólo la situación de los nacionales de terceros países que solicitan la concesión del estatuto de residente de larga duración, regulada por el capítulo II de la Directiva 2003/109, sino también la de los nacionales de terceros países que ya han adquirido ese estatuto en otro Estado miembro y solicitan para sí o para los miembros de sus familias el derecho a residir en el territorio neerlandés, situación regulada por el capítulo III de esa Directiva. Por otro lado, el alcance del recurso se deduce con gran claridad de las conclusiones del dictamen motivado según las cuales, al citar los artículos 7, 8, 15 y 16 de dicha Directiva, la Comisión se proponía hacer referencia a las tasas exigidas por las solicitudes de títulos de residencia regulados tanto en el capítulo II como en el capítulo III de la misma Directiva.
42. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αναφέρεται ρητώς, με το έγγραφο οχλήσεως, με την αιτιολογημένη γνώμη αλλά και με το δικόγραφο της προσφυγής, όχι μόνον στην κατάσταση των υπηκόων τρίτων χωρών που ζητούν να τους χορηγηθεί καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, η οποία εμπίπτει στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109, αλλά επίσης στην κατάσταση υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν ήδη αποκτήσει το καθεστώς αυτό σε άλλο κράτος μέλος και ζητούν τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής επί ολλανδικού εδάφους για τους ίδιους και για τα μέλη της οικογενείας τους, κατάσταση η οποία εμπίπτει στο κεφάλαιο ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας. Επιπλέον, η έκταση της προσφυγής προκύπτει σαφέστατα από το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής, από το οποίο συνάγεται ότι η Επιτροπή, ως εκ του ότι παρέθεσε τα άρθρα 7, 8, 15 και 16 της οδηγίας 2003/109, είχε την πρόθεση να συμπεριλάβει τα τέλη διεκπεραίωσης των αιτήσεων για τη χορήγηση αδείας διαμονής τόσο του κεφαλαίου ΙΙ όσο και του κεφαλαίου ΙΙΙ της οδηγίας αυτής.
43. No puede considerarse que el hecho de que las pretensiones de la demanda se refieran únicamente al «pago de tasas elevadas y no equitativas por los nacionales de terceros países y los miembros de sus familias que solicitan el estatuto de residente de larga duración» limite el alcance del recurso únicamente a las solicitudes de nacionales de terceros países reguladas por el capítulo II de la Directiva 2003/109, por las que las autoridades neerlandesas exigen el pago de 201 euros, siendo así que de las pretensiones de la demanda, entendidas a la luz de su motivación, se deduce que ésa también abarca el importe de las tasas exigidas a los nacionales de terceros países y los miembros de sus familias con fundamento en el capítulo III de la misma Directiva.
43. Το γεγονός ότι το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής αναφέρεται μόνο στην «καταβολή υψηλών και άδικων τελών από υπηκόους τρίτων χωρών και τα μέλη της οικογενείας τους που ζητούν να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος» δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζει την έκταση της προσφυγής αποκλειστικά στις αιτήσεις υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίες εμπίπτουν στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109 και για τις οποίες οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές ζητούν την καταβολή ποσού 201 ευρώ, δεδομένου ότι από το εν λόγω αιτητικό προκύπτει, λαμβανομένου υπόψη του σκεπτικού του δικογράφου της προσφυγής, ότι η προσφυγή αφορά επίσης τα ποσά των τελών που ζητούνται, δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας, τόσο από τους υπηκόους τρίτων χωρών όσο και από τα μέλη της οικογενείας τους.
44. De cuanto antecede resulta que el recurso por incumplimiento debe declararse admisible, y como quiera que los argumentos del Reino de los Países Bajos pretenden impugnar por lo demás la realidad del incumplimiento alegado, deberá apreciarse su fundamento al examinar el fondo del presente litigio.
44. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η προσφυγή λόγω παραβάσεως της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή ενώ, στο μέτρο που, κατά τα λοιπά, τα επιχειρήματα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών αποσκοπούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη της προσαπτόμενης παραβάσεως, το βάσιμό τους θα πρέπει να εξεταστεί κατά την εξέταση της ουσίας της υπό κρίση υπόθεσης.
Sobre el fondo
Επί της ουσίας
Alegaciones de las partes
Επιχειρήματα των διαδίκων
45. Hay que observar que los argumentos de las partes se articulan en torno a tres aspectos, a saber la existencia o no de un obstáculo al ejercicio de los derechos atribuidos por la Directiva 2003/109, el carácter desproporcionado de las tasas exigidas a los nacionales de terceros países y la comparación entre éstos y los ciudadanos de la Unión, y por tanto entre las Directivas 2003/109 y 2004/38 en relación con el importe de esas tasas.
45. Επισημαίνεται ότι η επιχειρηματολογία των διαδίκων περιστρέφεται γύρω από τρία στοιχεία, ήτοι την ύπαρξη ή μη εμποδίου στην άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2003/109, τον δυσανάλογο χαρακτήρα των τελών που επιβάλλονται στους υπηκόους τρίτων χωρών και, τέλος, τη σύγκριση μεταξύ των τελευταίων και των πολιτών της Ένωσης και, ως εκ τούτου, μεταξύ των οδηγιών 2003/109 και 2004/38 όσον αφορά το ύψος των εν λόγω τελών.
46. La Comisión no rebate, como principio, la percepción de tasas por la expedición de los permisos y de los títulos de residencia previstos por la Directiva 2003/109 ni el margen de apreciación de que disponen los Estados miembros, en defecto de una disposición específica en esa Directiva que regule el importe de esas tasas. No obstante, sostiene que, a la luz, en particular, del décimo considerando de la misma Directiva, esas tasas tienen que ser de un importe razonable y equitativo y no deben disuadir a los nacionales de terceros países que reúnen las condiciones establecidas por dicha Directiva del ejercicio del derecho de residencia que ésta les atribuye.
46. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ούτε την αρχή της είσπραξης των τελών για τη χορήγηση των αδειών και τίτλων διαμονής που προβλέπει η οδηγία 2003/109 ούτε το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη ελλείψει ειδικής διάταξης στην οδηγία αυτή καθορίζουσας το ύψος των τελών. Εντούτοις, το θεσμικό αυτό όργανο εκτιμά ότι, υπό το πρίσμα ιδιαίτερα της δέκατης αιτιολογικής σκέψης της ίδιας οδηγίας, το ύψος των τελών αυτών πρέπει να είναι εύλογο και δίκαιο, ενώ δεν πρέπει να αποθαρρύνει τους υπηκόους τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις της εν λόγω οδηγίας από το να ασκούν το δικαίωμα διαμονής που αυτή τους απονέμει.
47. Los importes pagados en los Países Bajos por los nacionales de terceros países que solicitan el estatuto de residente de larga duración o presentan una solicitud de residencia en ese Estado miembro tras haber obtenido ese estatuto en otro Estado miembro son 7 a 27 veces superiores a los previstos para los ciudadanos de la Unión por la tramitación de sus solicitudes para la obtención de un título de residencia. Según la Comisión, esos elevados importes, que obstaculizan el ejercicio de los derechos reconocidos por la Directiva 2003/109, vulneran el efecto útil de ésta.
47. Στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τα ποσά που καταβάλλουν οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι ζητούν να τους χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος ή υποβάλλουν αίτηση χορηγήσεως αδείας διαμονής στο κράτος μέλος αυτό αφού τους χορηγηθεί προηγουμένως το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος μέλος, είναι από 7 έως 27 φορές υψηλότερα από τα ποσά που προβλέπονται για τους πολίτες της Ένωσης προς διεκπεραίωση των αιτήσεών τους για τη χορήγηση αδείας διαμονής. Κατά την Επιτροπή, τα υψηλά αυτά ποσά, που παρεμποδίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η οδηγία 2003/109, υπονομεύουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής.
48. Basándose en el segundo considerando de la Directiva 2003/109, la Comisión sostiene que el importe de las tasas exigidas en virtud de ésta ha de ser «comparable» al de las tasas que los ciudadanos de la Unión que ejercen su derecho a la libre circulación han de pagar para obtener documentos similares. Acerca de ello, la Comisión reconoce que la situación jurídica de los nacionales de terceros países no es idéntica a la de los ciudadanos de la Unión, y que no disponen de los mismos derechos. No obstante, dado que la finalidad de esa Directiva es análoga a la de la Directiva 2004/38, la Comisión considera desproporcionado que, en relación con averiguaciones comparables que persiguen fines similares, el importe de las tasas exigidas a esos nacionales sea varias veces superior al que se estima razonable para los ciudadanos de la Unión en el contexto de la Directiva 2004/38. El importe máximo fijado por esa última Directiva debe considerarse por tanto como un indicador importante para determinar un importe equitativo en el sentido de la Directiva 2003/109, que no pueda disuadir a los interesados de presentar una solicitud para obtener el estatuto de residente de larga duración.
48. Στηριζόμενη στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ύψος των τελών που επιβάλλονται δυνάμει της οδηγίας αυτής πρέπει να είναι «συγκρίσιμο» με εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλουν για τη χορήγηση παρεμφερών εγγράφων οι πολίτες της Ένωσης που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Συναφώς, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η έννομη κατάσταση των υπηκόων τρίτων χωρών και εκείνη των πολιτών της Ένωσης δεν είναι πανομοιότυπες και ότι οι δύο αυτές κατηγορίες δεν απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο σκοπός της οδηγίας αυτής είναι ανάλογος εκείνου της οδηγίας 2004/38, το θεσμικό αυτό όργανο θεωρεί ότι είναι δυσανάλογο, για παρόμοιες διοικητικές ενέργειες που επιδιώκουν παρόμοιους σκοπούς, το ύψος των τελών που αξιώνεται από τους εν λόγω υπηκόους τρίτων χωρών να είναι κατά πολύ υψηλότερο από εκείνο που κρίνεται εύλογο για τους πολίτες της Ένωσης στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38. Επομένως, το ανώτατο ποσό που ορίζει η τελευταία αυτή οδηγία πρέπει να θεωρείται σημαντικό ενδεικτικό στοιχείο για τον καθορισμό του εύλογου ποσού κατά την έννοια της οδηγίας 2003/109, το οποίο δεν πρέπει να είναι ικανό να αποθαρρύνει τους ενδιαφερόμενους από το να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος.
49. Para poner de relieve el carácter desproporcionado de las tasas discutidas en el presente asunto la Comisión se refiere a los apartados 74 y 75 de la sentencia de 29 de abril de 2010, Comisión/Países Bajos (C‑92/07, Rec. p. I‑3683), en la que el Tribunal de Justicia declaró que el Reino de los Países Bajos había incumplido las obligaciones que le incumbían en virtud del Derecho de la Unión, al haber establecido y mantenido, para la expedición de permisos de residencia a los nacionales turcos, derechos desproporcionados con respecto a los que se exigían a los nacionales de los Estados miembros. En el presente asunto el importe de las tasas exigidas por las autoridades neerlandesas por la expedición de los documentos previstos por la Directiva 2003/109 también debe considerarse desproporcionado a fortiori.
49. Προκειμένου να υπογραμμίσει τον δυσανάλογο χαρακτήρα του ποσού των τελών περί του οποίου πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή επικαλείται τις σκέψεις 74 και 75 της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 2010, C-92/07, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2010, σ. I-3683), με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ, για τη χορήγηση αδείας διαμονής σε Τούρκους υπηκόους, καθεστώς που προβλέπει τέλη δυσανάλογα σε σχέση με εκείνα που επιβάλλονται σε υπηκόους των κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, το ύψος των τελών που ζητούν οι ολλανδικές αρχές για τη χορήγηση των εγγράφων που προβλέπει η οδηγία 2003/109 πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να κριθεί επίσης δυσανάλογο.
50. El Reino de los Países Bajos refuta la pertinencia de la Directiva 2004/38 para definir el alcance del concepto de procedimiento «equitativo» que figura en el décimo considerando de la Directiva 2003/109. Según ese Estado, la Directiva 2004/38 es más reciente que la Directiva 2003/109 y guarda relación con un marco jurídico diferente. En efecto, mientras que el permiso de residencia concedido en virtud de la Directiva 2004/38 sólo tiene efecto declarativo, ya que el derecho fundamental de los ciudadanos de la Unión a circular y residir libremente en el territorio de los Estados miembros nace del propio Tratado FUE, el permiso concedido en virtud de la Directiva 2003/109 tiene un efecto constitutivo.
50. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί τη λυσιτέλεια της οδηγίας 2003/109 για τον καθορισμό του περιεχομένου της έννοιας της «δίκαιης» διαδικασίας που περιλαμβάνεται στη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109. Κατά το κράτος μέλος αυτό, η οδηγία 2004/38 είναι νεώτερη από την οδηγία 2003/109 και αφορά διαφορετικό νομικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, ενώ η άδεια διαμονής που χορηγείται δυνάμει της οδηγίας 2004/38 έχει αποκλειστικά αναγνωριστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι το θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών απορρέει από την ίδια τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η άδεια που χορηγείται δυνάμει της οδηγίας 2003/109 έχει διαπλαστικό χαρακτήρα.
51. Ese Estado miembro también afirma que el recurso de la Comisión no tiene en cuenta la génesis de la Directiva 2003/109. El legislador de la Unión decidió intencionalmente no establecer una disposición sobre la percepción de derecho o tasas, ya que una propuesta de la Comisión en ese sentido fue rechazada. El legislador de la Unión decidió por tanto atribuir a los Estados miembros la potestad de determinar el importe de los derechos o tasas exigibles en virtud de esa Directiva.
51. Ομοίως, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η προσφυγή της Επιτροπής παραγνωρίζει το ιστορικό της θεσπίσεως της οδηγίας 2003/109. Ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε ρητώς να μην προβλέψει διάταξη σχετική με την είσπραξη των τελών, απορρίπτοντας σχετική πρόταση της Επιτροπής. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε να αφήσει στα κράτη μέλη την εξουσία να καθορίζουν το ύψος των τελών που μπορούν να επιβληθούν δυνάμει της οδηγίας αυτής.
52. Según el Reino de los Países Bajos, la doctrina de la sentencia Comisión/Países Bajos, antes citada, no puede transferirse al presente asunto. En primer término, si bien el Tribunal de Justicia juzgó que los derechos controvertidos en el asunto que originó esa sentencia tenían carácter desproporcionado, lo estimó así a la luz de la cláusula de «standstill» prevista por la Decisión nº 1/80 adoptada el 19 de septiembre de 1980 por el Consejo de Asociación, instituido por el Acuerdo por el que se crea una Asociación entre la Comunidad Económica Europea y Turquía, firmado el 12 de septiembre de 1963, en Ankara, por la República de Turquía, por una parte, así como por los Estados miembros de la CEE y la Comunidad, por otra parte, y celebrado, aprobado y confirmado en nombre de ésta mediante la Decisión 64/732/CEE del Consejo, de 23 de diciembre de 1963 (DO 1964, 217, p. 3685; EE 11/01, p. 18), que se opone a la introducción de nuevas restricciones en el ordenamiento jurídico del Estado miembro interesado. En segundo término, aunque el artículo 59 del Protocolo adicional, firmado el 23 de noviembre de 1970 en Bruselas y celebrado, ap robado y confirmado en nombre de la Comunidad mediante el Reglamento (CEE) nº 2760/72 del Consejo, de 19 de diciembre de 1972 (DO L 293, p. 1; EE 11/01, p. 213), obliga a una comparación entre el importe de los derechos o tasas exigidos a los nacionales turcos y el de los exigidos a los ciudadanos de la Unión, esa necesidad de comparación entre estos últimos y los nacionales de terceros países residentes de larga duración no figura en la Directiva 2003/109.
52. Κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Πρώτον, μολονότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα επίμαχα τέλη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπόθεση εκείνη ήταν δυσανάλογα, εντούτοις έλαβε υπόψη τη ρήτρα «standstill» της αποφάσεως 1/80, την οποία εξέδωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1980 το Συμβούλιο Συνδέσεως, το οποίο συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48), ρήτρα η οποία απαγορεύει την εισαγωγή νέων περιορισμών στην έννομη τάξη του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Δεύτερον, μολονότι το άρθρο 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και το οποίο συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149), επιβάλλει σύγκριση μεταξύ του ύψους των τελών που υποχρεούνται να καταβάλουν οι Τούρκοι υπήκοοι και εκείνων που αξιώνονται από τους πολίτες της Ένωσης, τέτοια απαίτηση σύγκρισης μεταξύ πολιτών της Ένωσης και υπηκόων τρίτων χωρών δεν περιλαμβάνεται στην οδηγία 2003/109.
53. Ese Estado miembro alega también que la Comisión no ha demostrado que se impida a los nacionales de terceros países ejercer los derechos atribuidos por la Directiva 2003/109 a causa del importe de las tasas exigidas. Las solicitudes de concesión del estatuto de residente de larga duración presentadas por esos nacionales han aumentado rápidamente entre los años 2006 y 2009, lo que no lleva a pensar en absoluto en un efecto restrictivo causado por el importe de esas tasas. De igual modo, la sola circunstancia de que las tasas vigentes en caso de solicitud del estatuto de residente de larga duración sean superiores al importe previsto para los ciudadanos de la Unión que solicitan documentos análogos no es en sí un sinónimo de obstáculo. Además, la averiguación que debe practicarse en el caso de solicitudes emanantes de nacionales de terceros países es mucho más amplia que la que debe realizarse en el caso de los ciudadanos de la Unión.
53. Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν κατέδειξε ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών παρεμποδίζονται να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους απονέμει η οδηγία 2003/109 λόγω του υψηλού ποσού των επιβαλλόμενων τελών. Ο αριθμός των αιτήσεων για τη χορήγηση καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος που υποβλήθηκαν από υπηκόους αυτής της κατηγορίας αυξήθηκε ραγδαία μεταξύ των ετών 2006 και 2009, πράγμα που ουδόλως συνηγορεί υπέρ του αποτρεπτικού αποτελέσματος των τελών αυτών. Ομοίως, το γεγονός και μόνον ότι το ποσό των ισχυόντων τελών σε περίπτωση αιτήσεως χορηγήσεως του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος είναι υψηλότερο από το ποσό που προβλέπεται για τους αιτούμενους τη χορήγηση ανάλογων εγγράφων πολίτες της Ένωσης δεν συνεπάγεται αφεαυτού την ύπαρξη εμποδίου. Εκτός αυτού, η διοικητική έρευνα που διεξάγεται σε περίπτωση αιτήσεων υποβαλλόμενων από υπηκόους τρίτων χωρών είναι σε σημαντικό βαθμό διεξοδικότερη από εκείνη που πραγματοποιείται για τη διεκπεραίωση αιτήσεων των πολιτών της Ένωσης.
54. En su escrito de formalización de la intervención en apoyo de las pretensiones del Reino de los Países Bajos, la República Helénica manifiesta que las Directivas 2003/109 y 2004/38 tienen objetivos diferentes, y destaca también la diferencia entre las condiciones y los procedimientos previstos en esas Directivas.
54. Η Ελληνική Δημοκρατία, με το υπόμνημα παρέμβασης που κατέθεσε προς στήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, υποστηρίζει ότι οι οδηγίες 2003/109 και 2004/38 επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς, επισημαίνοντας επιπλέον τη μη ταύτιση των όρων και διαδικασιών που προβλέπονται στις εν λόγω δύο οδηγίες.
55. Según ese Estado miembro, para fijar las tasas exigidas por la expedición de un permiso o de un título de residencia a los nacionales de terceros países residentes de larga duración se ha de tener en cuenta el importe de la contrapartida consistente en el coste de los servicios administrativos prestados para el control no sólo del derecho de residencia sino también de la integración de las personas interesadas, como condición necesaria para la adquisición del estatuto de residente de larga duración, por un lado, y, por otro, el equilibrio financiero del sistema nacional de gestión de la inmigración en su conjunto, como motivo relacionado con el interés general.
55. Κατά το κράτος μέλος αυτό, για τον καθορισμό των τελών αδείας διαμονής των επί μακρόν διαμενόντων μεταναστών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αφενός, το ύψος των ανταποδοτικών οφελών που αντιστοιχούν στο κόστος των παρεχόμενων διοικητικών υπηρεσιών όχι μόνο για τον έλεγχο και την πιστοποίηση του δικαιώματος διαμονής αλλά και για την ενσωμάτωση των εν λόγω ατόμων, ως αναγκαίος όρος απόκτησης του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη, καθώς και, αφετέρου, η χρηματοοικονομική ισορροπία του εθνικού συστήματος διαχείρισης της μετανάστευσης στο σύνολό του, ως λόγος γενικού συμφέροντος.
Apreciación del Tribunal de Justicia
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56. Debe observarse con carácter previo que el importe de las tasas exigidas a los nacionales de países terceros por el Reino de los Países Bajos que son objeto del presente recurso varía de 188 a 830 euros.
56. Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το ύψος των επίμαχων στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής τελών τα οποία αξιώνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών από τους υπηκόους τρίτων χωρών κυμαίνεται μεταξύ 188 και 830 ευρώ.
57. En respuesta a las preguntas escritas del Tribunal de Justicia el Reino de los Países Bajos ha explicado a qué corresponden los importes que se han de pagar.
57. Απαντώντας σε γραπτές ερωτήσεις που του έθεσε το Δικαστήριο, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εξήγησε σε τι αντιστοιχούν τα εν λόγω ποσά.
58. De tal forma, la cantidad de 201 euros se exige por el permiso de residencia de un residente de larga duración-CE expedido por el Reino de los Países Bajos a un nacional de un tercer país en virtud del artículo 8, apartado 2, de la Directiva 2003/109, disposición incluida en el capítulo II de ésta. Ese permiso se expide a los nacionales de terceros países que han adquirido el estatuto de residente de larga duración conforme a los artículos 4, 5 y 7, apartado 2, de esa Directiva.
58. Συγκεκριμένα, ποσό 201 ευρώ ζητείται για την άδεια διαμονής του επί μακρόν διαμένοντος–ΕΚ που χορηγεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σε υπήκοο τρίτης χώρας δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/109, διάταξης που περιέχεται στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας αυτής. Η άδεια αυτή χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σύμφωνα με τ α άρθρα 4, 5 και 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.
59. La cantidad de 433 euros corresponde a las tasas exigidas a un nacional de un tercer país que, tras haber adquirido el estatuto de residente de larga duración en un primer Estado miembro, solicita el derecho de residencia en el territorio neerlandés en virtud del artículo 14, apartado 1, de la Directiva 2003/109. Esa solicitud de permiso de residencia abarca el ejercicio de una actividad económica por cuenta ajena o propia o la prosecución de estudios o de una formación profesional conforme al apartado 2, letras a) y b), del mismo artículo.
59. Το ποσό των 433 ευρώ αντιστοιχεί στα τέλη που οφείλει υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, έχοντας αποκτήσει καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε πρώτο κράτος μέλος, ζητεί, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109, τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής στην ολλανδική επικράτεια. Αυτή η αίτηση για άδεια διαμονής καλύπτει την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο μισθωτής ή ανεξάρτητης απασχόλησης ή την παρακολούθηση σπουδών ή την επαγγελματική κατάρτιση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχεία α΄ και β΄, του εν λόγω άρθρου.
60. Por las solicitudes de permiso de residencia «con otros fines», previstas en el artículo 14, apartado 2, letra c), de la Directiva 2003/109, se exige el pago de 331 euros a los nacionales de terceros países.
60. Όσον αφορά τις αιτήσεις για άδεια διαμονής «με άλλους σκοπούς», που εμπίπτουν στο άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2003/109, οι υπήκοοι τρίτων χωρών οφείλουν να καταβάλουν ποσό ύψους 331 ευρώ.
61. En lo que atañe a los importes exigibles a los miembros de la familia de nacionales de terceros países que solicitan un permiso de residencia en los Países Bajos en virtud del artículo 16 de la Directiva 2003/109, tanto este último como la normativa nacional diferencian las solicitudes presentadas por los miembros de la familia del residente de larga duración cuando la familia ya se ha constituido en el primer Estado miembro en el que ese residente adquirió su estatuto, por un lado, y, por otro, las solicitudes presentadas por los miembros de la familia cuando ésta no se ha constituido en el primer Estado miembro. Mientras que en el caso de la primera categoría de residentes se exige el pago de 188 euros a todos los miembros de la familia, en el caso de la segunda categoría se exige el pago de 830 euros al primer miembro de ésta que presente una solicitud en virtud del citado artículo 16, y el pago de 188 euros a cada uno de los otros miembros de la familia.
61. Όσον αφορά τα ποσά που απαιτούνται από τα μέλη της οικογενείας των υπηκόων τρίτων χωρών που ζητούν τη χορήγηση αδείας διαμονής στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών δυνάμει του άρθρου 16 της οδηγίας 2003/109, τόσο το άρθρο αυτό όσο και η εθνική κανονιστική ρύθμιση διακρίνουν μεταξύ, αφενός, αιτήσεων που υποβάλλονται από τα μέλη της οικογενείας του επί μακρόν διαμένοντος οσάκις η οικογένεια έχει ήδη δημιουργηθεί στο πρώτο κράτος μέλος εντός του οποίου ο εν λόγω επί μακρόν διαμένων απέκτησε το καθεστώς αυτό και, αφετέρου, αιτήσεων που υποβάλλονται από τα μέλη της οικογενείας οσάκις η οικογένεια δεν έχει δημιουργηθεί στο πρώτο κράτος μέλος. Ενώ, για την πρώτη κατηγορία διαμενόντων, τα μέλη της οικογενείας οφείλουν να καταβάλουν ποσό ύψους 188 ευρώ, για τη δεύτερη κατηγορία το ποσό αυτό ανέρχεται στα 830 ευρώ στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από το πρώτο μέλος της οικογενείας δυνάμει του εν λόγω άρθρου 16, και στα 188 ευρώ σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από καθένα εκ των λοιπών μελών της οικογενείας.
62. Acerca de las obligaciones que incumben a los Estados miembros en virtud de la Directiva 2003/109 en relación con las tasas exigidas a los nacionales de terceros países y a los miembros de su familia por la expedición de los títulos y permisos de residencia, es oportuno recordar en primer lugar que ninguna disposición de esa Directiva fija el importe de las tasas que los Estados miembros pueden exigir por la expedición de esos documentos.
62. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία 2003/109 σε σχέση με τα τέλη που ζητούν από τους υπηκόους τρίτων χωρών και από τα μέλη της οικογενείας τους για τη χορήγηση τίτλων και αδειών διαμονής, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι καμία διάταξη της οδηγίας αυτής δεν καθορίζει το ύψος των τελών που μπορούν να ζητούν τα κράτη μέλη για τη χορήγηση τέτοιων εγγράφων.
63. Como el Reino de los Países Bajos ha alegado, si bien la propuesta de directiva presentada por la Comisión preveía la expedición de los permisos de residencia a título gratuito o mediante el pago de una cantidad no superior a los derechos y tasas exigidos a los nacionales del Estado miembro interesado por la expedición de los documentos de identidad, al adoptar la Directiva 2003/109 el legislador de la Unión decidió no incluir tal disposición en el texto de ésta.
63. Όπως υποστήριξε και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μολονότι η πρόταση οδηγίας που είχε υποβάλει η Επιτροπή προέβλεπε τη χορήγηση αδειών διαμονής δωρεάν ή έναντι ποσού μη υπερβαίνοντος τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στους ημεδαπούς για την έκδοση δελτίων ταυτότητας, ο νομοθέτης της Ένωσης, εκδίδοντας την οδηγία 2003/109, αποφάσισε να μη συμπεριλάβει τέτοια διάταξη στο κείμενό της.
64. Por tanto, no está en discusión, ni lo rebate la Comisión, que los Estados miembros pueden someter la expedición de permisos y títulos de residencia en virtud de la Directiva 2003/109 al pago de derechos o tasas, ni que disponen de un margen de apreciación para fijar su importe.
64. Επομένως, δεν αμφισβητείται, ούτε και από την Επιτροπή, ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εξαρτούν τη δυνάμει της οδηγίας 2003/109 χορήγηση αδειών και τίτλων διαμονής από την καταβολή τελών καθώς και ότι, κατά τον καθορισμό των τελών αυτών, διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως.
65. Sin embargo, la facultad de apreciación atribuida a los Estados miembros por la Directiva 2003/109 en esa materia no es ilimitada. En efecto, esos Estados no pueden aplicar una normativa nacional que pueda poner en peligro la realización de los objetivos perseguidos por una directiva, y como consecuencia privarla de su efecto útil (véase en ese sentido la sentencia de 28 de abril de 2011, El Dridi, C‑61/11 PPU, Rec. p. I‑0000, apartado 55).
65. Παρά ταύτα, η εξουσία εκτιμήσεως που παρέχει συναφώς στα κράτη μέλη η οδηγία 2003/109 δεν είναι απεριόριστη. Συγκεκριμένα, τα κράτη δεν μπορούν να εφαρμόσουν εθνική ρύθμιση που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει μια οδηγία και, συνεπώς, να της στερήσουν την πρακτική της αποτελεσματικότητα (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Απριλίου 2011, C-61/11 PPU, El Dridi, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 55).
66. Como resulta de los considerandos cuarto, sexto y duodécimo de la Directiva 2003/109, el objetivo principal de ésta es la integración de los nacionales de terceros países que se han instalado permanentemente en los Estados miembros. El derecho de residencia de los residentes de larga duración y de los miembros de su familia en otro Estado miembro, previsto por el capítulo III de la misma Directiva, también trata de contribuir a la realización efectiva del mercado interior en tanto que espacio en el que esté asegurada la libre circulación de todas las personas, según resulta del decimoctavo considerando de la Directiva.
66. Όπως προκύπτει από την τέταρτη, την έκτη και τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109, πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας αυτής είναι η ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών που είναι επί μακρόν διαμένοντες στα κράτη μέλη. Όπως προκύπτει από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, το δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος των επί μακρόν διαμενόντων και των μελών της οικογενείας τους, το οποίο προβλέπεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας, σκοπεί επίσης να συμβάλει στην πραγματική υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ως χώρου στον οποίον εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
67. Tanto para la primera categoría de nacionales de terceros países, a los que se refiere el capítulo II de la Directiva 2003/109 como para la segunda categoría, cuyas solicitudes de residencia en otro Estado miembro se regulan por el capítulo III de la misma Directiva, ésta, en especial en sus artículos 4, 5, 7 y 14 a 16, establece condiciones específicas de fondo y de procedimiento que deben respetarse antes de que los Estados miembros interesados expidan los permisos de residencia solicitados. En sustancia, los solicitantes deben probar que disponen de recursos suficientes y de un seguro de enfermedad, para evitar convertirse en una carga para el Estado miembro interesado, y deben presentar a las autoridades competentes una solicitud acompañada de los documentos justificativos necesarios.
67. Τόσο για την πρώτη κατηγορία υπηκόων τρίτων χωρών που εμπίπτει στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109 όσο και για τη δεύτερη κατηγορία υπηκόων, οι αιτήσεις των οποίων για τη χορήγηση αδείας διαμονής σε άλλο κράτος μέλος εμπίπτουν στο κεφάλαιο ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας, η οδηγία αυτή, και ειδικότερα τα άρθρα της 4, 5, 7 και 14 έως 16, προβλέπει συγκεκριμένες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για τη χορήγηση των ζητούμενων αδειών διαμονής από τα ενδιαφερόμενα κράτη. Κατ’ ουσίαν, οι αιτούντες πρέπει να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους και ασφάλιση ασθενείας, ώστε να μην αποτελούν βάρος για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και να επισυνάπτουν στην αίτησή τους προς τις αρμόδιες αρχές τα αναγκαία δικαιολογητικά.
68. Teniendo en cuenta el objetivo perseguido por la Directiva 2003/109 y el sistema que instaura, es preciso señalar que, si los nacionales de terceros países reúnen las condiciones y respetan los procedimientos previstos por esa Directiva, tienen el derecho a obtener el estatuto de residente de larga duración así como los otros derechos derivados de la concesión de ese estatuto.
68. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 2003/109 και του συστήματος που αυτή θέτει σε εφαρμογή, επισημαίνεται ότι, εφόσον οι υπήκοοι τρίτων χωρών πληρούν τις προϋποθέσεις και τηρούν τις διαδικασίες της οδηγίας αυτής, δικαιούνται να αποκτήσουν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος καθώς και τα λοιπά δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς αυτό.
69. En consecuencia, aunque el Reino de los Países Bajos esté facultado para someter la expedición de los permisos de residencia en virtud de la Directiva 2003/109 a la percepción de tasas, la cuantía en la que éstas se fijan no debe tener por objeto ni como efecto crear un obstáculo a la obtención del estatuto de residente de larga duración atribuido por esa Directiva, pues en tal caso se vulneraría tanto el objetivo perseguido por ella como su espíritu.
69. Επομένως, μολονότι επιτρέπεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να εξαρτά τη δυνάμει της οδηγίας 2003/109 χορήγηση αδειών διαμονής από την είσπραξη τελών, το ύψος στο οποίο καθορίζονται τα τέλη αυτά δεν μπορεί να έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εμποδίου στην απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος που προβλέπει η οδηγία αυτή, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, καταστρατηγείται ο σκοπός και το πνεύμα της οδηγίας αυτής.
70. Las tasas que tuvieran una incidencia económica considerable para los nacionales de terceros países que reúnan las condiciones previstas por la Directiva 2003/109 para la concesión de esos permisos de residencia podrían privar a esos nacionales de la posibilidad de ejercer los derechos atribuidos por esa Directiva, en oposición al décimo considerando de ésta.
70. Η επιβολή τελών συνεπαγόμενων σημαντική οικονομική επιβάρυνση των υπηκόων τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία για τη χορήγηση των αδειών αυτών ενδέχεται να στερήσει από τους εν λόγω υπηκόους τη δυνατότητα να επικαλεστούν τα δικαιώματα που απονέμει η οδηγία 2003/109, αντιθέτως προς τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της.
71. Pues bien, según resulta de ese considerando, el conjunto de normas de procedimiento que regulan las solicitudes de obtención del estatuto de residente de larga duración no deben constituir un medio para impedir el ejercicio del derecho de residencia.
71. Όπως όμως προκύπτει από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, το σύστημα κανόνων που διέπει τις διαδικασίες για την εξέταση της αίτησης χορηγήσεως του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος δεν θα πρέπει να αποτελεί μέσο παρεμπόδισης της άσκησης του δικαιώματος διαμονής.
72. Habida cuenta de la estrecha relación entre los derechos concedidos a los nacionales de terceros países por el capítulo II de la Directiva 2003/109 y los regulados por el capítulo III de ésta, las mismas consideraciones se aplican a las solicitudes de permiso de residencia presentadas con arreglo a los artículos 14 a 16 de dicha Directiva por los nacionales de terceros países y por los miembros de su familia en un Estado miembro distinto del que haya concedido el estatuto de residente de larga duración.
72. Λαμβανομένης υπόψη της στενής σχέσης μεταξύ των δικαιωμάτων που χορηγεί στους υπηκόους τρίτων χωρών το κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2003/109 και εκείνων που απορρέουν από το κεφάλαιο ΙΙΙ αυτής, οι ίδιες εκτιμήσεις εφαρμόζονται όσον αφορά τις αιτήσεις για άδεια διαμονής που υποβάλλονται, κατά τα άρθρα 14 έως 16 της οδηγίας αυτής, από τους υπηκόους τρίτων χωρών και από τα μέλη της οικογενείας τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος.
73. De ello se deduce que, como quiera que el elevado importe de las tasas exigidas a los nacionales de terceros países por el Reino de los Países Bajos puede crear un obstáculo al ejercicio de los derechos atribuidos por la Directiva 2003/109, la normativa neerlandesa vulnera el objetivo perseguido por esa Directiva y la priva de su efecto útil.
73. Επομένως, στο μέτρο κατά το οποίο το υψηλό ποσό των τελών που επιβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στους υπηκόους τρίτων χωρών ενδέχεται να δημιουργεί εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2003/109, η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση διακυβεύει τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία, στερώντας της την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
74. Es oportuno observar además que, como se recuerda en el apartado 65 de la presente sentencia, la facultad de apreciación de la que dispone el Reino de los Países Bajos para fijar el importe de las tasas que pueden exigirse a los nacionales de terceros países por la expedición de permisos de residencia en virtud de los capítulos II y III de la Directiva 2003/109 no es ilimitada, y no permite por tanto prever el pago de tasas que sean excesivas a causa de su considerable incidencia económica en esos nacionales.
74. Επιπλέον, όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 64 της παρούσας αποφάσεως, η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά τον καθορισμό του ύψους των τελών που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους τρίτων χωρών για τη χορήγηση αδειών διαμονής βάσει των κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 2003/109 δεν είναι απεριόριστη, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η επιβολή τελών που θεωρούνται υπερβολικά, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγονται για τους υπηκόους τρίτων χωρών.
75. En efecto, conforme al principio de proporcionalidad, que forma parte de los principios generales del Derecho de la Unión, los medios puestos en práctica por la normativa nacional que transpone la Directiva 2003/109 deben ser aptos para lograr los objetivos previstos por esa normativa y no deben exceder de lo necesario para alcanzarlos.
75. Συγκεκριμένα, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, τα εθνικά μέτρα που θεσπίζει η εθνική κανονιστική ρύθμιση μεταφοράς της οδηγίας 2003/109 πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων από τη ρύθμιση σκοπών και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή τους μέτρου.
76. No puede excluirse ciertamente que el importe de las tasas aplicables a los nacionales de terceros países incluidos en el ámbito de la Directiva 2003/109 pueda variar según la clase de permiso de residencia solicitado y las averiguaciones que el Estado miembro esté obligado a practicar en ese aspecto. Como resulta del apartado 61 de la presente sentencia, esa misma Directiva establece en su artículo 16 una distinción entre la expedición de permisos de residencia a los miembros de la familia del nacional de un tercer país, según si esa familia se ha constituido o no en el Estado miembro que haya concedido a ese nacional su estatuto de residente de larga duración.
76. Ασφαλώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το ύψος των τελών που εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/109 να κυμαίνεται αναλόγως του είδους της αιτούμενης αδείας διαμονής καθώς και των σχετικών ελέγχων τους οποίους οφείλει να διενεργεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 61 της παρούσας αποφάσεως, η ίδια η οδηγία, με το άρθρο της 16, προβαίνει σε διάκριση όσον αφορά τη χορήγηση αδείας διαμονής στα μέλη της οικογενείας του υπηκόου τρίτης χώρας αναλόγως του αν η εν λόγω οικογένεια δημιουργήθηκε ή όχι στο κράτος μέλος το οποίο χορήγησε στον υπήκοο αυτό το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος.
77. No obstante, es preciso constatar que en el presente asunto los importes de las tasas exigidas por el Reino de los Países Bajos varían dentro de una escala cuyo valor mínimo es unas siete veces superior al importe que se ha de pagar para obtener un documento nacional de identidad. Incluso si los ciudadanos neerlandeses y los nacionales de terceros países y los miembros de su familia a los que se refiere la Directiva 2003/109 no están en una situación idéntica, la diferencia señalada demuestra el carácter desproporcionado de las tasas exigidas en aplicación de la normativa neerlandesa objeto del presente asunto.
77. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το ύψος των τελών που ζητεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κυμαίνεται εντός συγκεκριμένων ορίων, στο πλαίσιο των οποίων η χαμηλότερη τιμή είναι σχεδόν επτά φορές μεγαλύτερη από το ποσό που καταβάλλεται για την απόκτηση εθνικού δελτίου ταυτότητας. Παρά το γεγονός ότι οι Ολλανδοί πολίτες δεν τελούν σε πανομοιότυπη κατάσταση με εκείνη των υπηκόων τρίτων χωρών καθώς και των μελών της οικογενείας τους που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/109, εντούτοις, η μεγάλη αυτή απόκλιση στα επιβαλλόμενα τέλη αποδεικνύει τον δυσανάλογο χαρακτήρα των τελών που ζητούνται κατ’ εφαρμογή της επίμαχης εν προκειμένω εθνικής κανονιστικής ρύθμισης.
78. Toda vez que las tasas exigidas por el Reino de los Países Bajos en virtud de la normativa nacional que da aplicación a la Directiva 2003/109 son en sí mismas desproporcionadas y aptas para crear un obstáculo al ejercicio de los derechos atribuidos por la citada Directiva, no es necesario examinar el argumento adicional de la Comisión de que deben compararse las tasas exigidas a los nacionales de terceros países y a los miembros de su familia en virtud de esa Directiva y las percibidas de los ciudadanos de la Unión por la expedición de documentos similares en virtud de la misma Directiva.
78. Δεδομένου ότι τα τέλη που επιβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών βάσει της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2003/109 είναι αφεαυτών δυσανάλογα και ικανά να δημιουργήσουν εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία αυτή, παρέλκει η εξέταση του πρόσθετου επιχειρήματος της Επιτροπής ότι είναι αναγκαίο να συγκριθούν τα τέλη που επιβάλλονται στους υπηκόους τρίτων χωρών και στα μέλη της οικογενείας τους δυνάμει της εν λόγω οδηγίας με εκείνα που οφείλουν να καταβάλουν οι πολίτες της Ένωσης για τη χορήγηση παρεμφερών εγγράφων κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2004/38.
79. En consecuencia, procede declarar que el Reino de los Países Bajos ha incumplido las obligaciones que le incumben en virtud de la Directiva 2003/109, al haber aplicado a los nacionales de terceros países que solicitan la adquisición del estatuto de residente de larga duración en los Países Bajos y a los que, habiendo adquirido ese estatuto en un Estado miembro distinto del Reino de los Países Bajos, solicitan ejercer el derecho a residir en ese Estado miembro, así como a los miembros de su familia que solicitan autorización para acompañarlos o reunirse con ellos, tasas excesivas y desproporcionadas que pueden crear un obstáculo al ejercicio de los derechos atribuidos por dicha Directiva.
79. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στο μέτρο που επέβαλε στους υπηκόους τρίτων χωρών που ζητούν να τους χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στις Κάτω Χώρες και στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι, έχοντας αποκτήσει το καθεστώς αυτό σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, ζητούν να ασκήσουν το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους που ζητούν τη χορήγηση αδείας προκειμένου να τους συνοδεύσουν ή να τους συναντήσουν εκεί εκ νέου, υπερβολικά και δυσανάλογα τέλη, ικανά να δημιουργήσουν εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2003/109, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Costas
Επί των δικαστικών εξόδων
80. A tenor del artículo 69, apartado 2, párrafo primero, del Reglamento de Procedimiento del Tribunal de Justicia, la parte que pierda el proceso será condenada en costas, si así lo hubiere solicitado la otra parte. En aplicación del apartado 4, párrafo primero, del mismo artículo, los Estados miembros que intervengan como coadyuvantes en el litigio soportarán sus propias costas.
80. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
81. Dado que la Comisión ha solicitado que se condene en costas al Reino de los Países Bajos, y se han desestimado los motivos formulados por éste, procede condenarle en costas. La República Helénica, que ha intervenido en el litigio como coadyuvante, soportará sus propias costas.
81. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία παρενέβη στη δίκη, φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
 

Parte dispositiva


En virtud de todo lo expuesto, el Tribunal de Justicia (Sala Segunda) decide:
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Declarar que el Reino de los Países Bajos ha incumplido las obligaciones que le incumben en virtud de la Directiva 2003/109/CE del Consejo, de 25 de noviembre de 2003, relativa al estatuto de los nacionales de terceros países residentes de larga duración, al haber aplicado a los nacionales de terceros países que solicitan la adquisición del estatuto de residente de larga duración en los Países Bajos y a los que, habiendo adquirido ese estatuto en un Estado miembro distinto del Reino de los Países Bajos, solicitan ejercer el derecho a residir en ese Estado miembro, así como a los miembros de su familia que solicitan autorización para acompañarlos o reunirse con ellos, tasas excesivas y desproporcionadas que pueden crear un obstáculo al ejercicio de los derechos atribuidos por dicha Directiva.
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στο μέτρο που επέβαλε στους υπηκόους τρίτων χωρών που ζητούν να τους χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στις Κάτω Χώρες και στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι, έχοντας αποκτήσει το καθεστώς αυτό σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, ζητούν να ασκήσουν το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους που ζητούν τη χορήγηση αδείας προκειμένου να τους συνοδεύσουν ή να τους συναντήσουν εκεί εκ νέου, υπερβολικά και δυσανάλογα τέλη, ικανά να δημιουργήσουν εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Condenar en costas al Reino de los Países Bajos.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
3) La República Helénica cargará con sus propias costas.
3) Η Ελληνική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Arriba


Gestionado por la Oficina de Publicaciones