Bilingual display

Summary
Parties
Grounds
Decision on costs
Operative part

DA DE EL EN ES FR IT NL PT  DA DE EL EN ES FR IT NL PT 

en

el

 

Summary


1. A compulsory contribution constituting a parafiscal charge, applied under the same conditions as regards its collection to both domestic and imported products, the revenue from which is used for the benefit of domestic products only, so that the advantages accruing from it wholly offset the burden borne by those products, constitutes a charge having an effect equivalent to customs duties prohibited by Article 12 of the Treaty. If those advantages only partly offset the burden borne by domestic products, such a charge constitutes discriminatory taxation within the meaning of Article 95 of the Treaty, the collection of which is prohibited as regards the proportion used to offset the burden borne by domestic products.
1. Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
A parafiscal charge of that kind, being governed by Article 12 et seq. or Article 95 of the Treaty, is not governed by Article 30 thereof.
Μια επιβάρυνση υπέρ τρίτων, δεδομένου ότι διέπεται από τα άρθρα 12 επ. και 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης αυτής.
2. Articles 12, 13 and 95 of the Treaty have direct effect and create rights for individuals which the national courts must protect.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.
3. A compulsory contribution constituting a parafiscal charge, applied under the same conditions as regards its collection to both domestic and imported products, the revenue from which is used for the benefit of domestic products only, so that the advantages accruing from it wholly offset the burden borne by those products, may, depending on how the revenue from it is used, constitute State aid incompatible with the common market if the conditions for the application of Article 92 of the Treaty are met, that being a matter for the Commission to determine in accordance with the procedure laid down for that purpose in Article 93 of the Treaty. In that respect, regard must be had to the jurisdiction of the national courts where, in introducing that charge, the Member State concerned failed to comply with its obligations under Article 93(3) of the Treaty, and where a Commission decision under Article 93(2) of the Treaty has found the levying of the charge as a method of financing State aid to be incompatible with the common market.
3. Υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως προς χρηματοδότηση κρατικής ενισχύσεως.
 

Parties


In Case C-17/91,
Στην υπόθεση C-17/91,
REFERENCE to the Court under Article 177 of the EEC Treaty by the Rechtbank van Eerste Aanleg (Court of First Instance), Turnhout, Belgium, for a preliminary ruling in the proceedings pending before that court between
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (Βασίλειο του Βελγίου) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Georges Lornoy en Zonen NV and Others
Georges Lornoy en Zonen NV κ.λπ.
and
και
Belgian State
Βελγικού Δημοσίου,
on the interpretation of Articles 12, 13, 30, 92 and 95 of the EEC Treaty,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, 13, 30, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
THE COURT (Sixth Chamber),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
composed of: C.N. Kakouris, President of the Chamber, J.L. Murray, G.F. Mancini, F.A. Schockweiler and M. Diez de Velasco, Judges,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,
Advocate General: G. Tesauro,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
Registrar: D. Triantafyllou, Administrator,
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
after considering the written observations submitted on behalf of:
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
° the undertakings Georges Lornoy en Zonen, Jos Theys, Van Lommel et Staf Lornoy en Zonen, by L. Schuermans, of the Turnhout Bar, and J. de Lat, of the Herentals Bar,
* οι επιχειρήσεις Georges Lornoy en Zonen, Jos Theys, Van Lommel και Staf Lornoy en Zonen, εκπροσωπούμενες από τους L. Schuermans, δικηγόρο Turnhout, και J. de Lat, δικηγόρο Herentals
° the Commission of the European Communities, by R. Fischer, Legal Adviser, acting as Agent,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο R. Fischer,
having regard to the Report for the Hearing,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
after hearing the oral observations of Georges Lornoy en Zonen NV, Jos Theys NV, Van Lommel PVBA and Staf Lornoy en Zonen NV, represented by J. Keustermans and L. Schuermans, Avocats, and the Belgian State, represented by A Vastersavendts, Avocat, at the hearing on 4 June 1992,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν οι δικηγόροι J. Keustermans και L. Schuermans, εκπροσωπούντες τις Georges Lornoy en Zonen NV, Jos Theys NV, Van Lommel PVBA και Staf Lornoy en Zonen NV, και ο δικηγόρος A. Vastersavendts, εκπροσωπών το Βελγικό Δημόσιο, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1992,
after hearing the Opinion of the Advocate General at the sitting on 25 June 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1992,
gives the following
εκδίδει την ακόλουθη
Judgment
Απόφαση
 

Grounds


1 By order of 14 January 1991, received at the Court on 18 January 1991, the Rechtbank van Eerste Aanleg, Turnhout, referred to the Court for a preliminary ruling under Article 177 of the EEC Treaty a number of questions on the interpretation of Articles 12, 13, 30, 92 and 95 of the EEC Treaty.
1 Με διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, το Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 12, 13, 30, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Those questions were raised in proceedings between certain undertakings trading in calves and the Belgian State concerning the legality of a compulsory contribution levied in Belgium on the slaughter or export of beef cattle, calves and pigs, for the benefit of a "Fonds de la santé et de la production des animaux" (Fund for Animal Health and Livestock Production, hereinafter "the Fund").
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων που επιδίδονται στο εμπόριο μόσχων και του Βελγικού Δημοσίου σχετικά με τη νομιμότητα μιας υποχρεωτικής εισφοράς που επιβάλλεται εντός του Βελγίου λόγω της σφαγής ή της εξαγωγής βοοειδών, μόσχων και χοίρων υπέρ ενός "Ταμείου για την υγεία και την παραγωγή των ζώων".
3 The Belgian Law of 24 March 1987 on animal health (Moniteur Belge of 17 April 1987) is intended, according to Article 2 thereof, "to combat animal disease in order to promote public health and the economic welfare of livestock farmers".
3 Ο βελγικός νόμος της 24ης Μαρτίου 1987, περί της υγείας των ζώων (Belgisch Staatsblad της 17.4.1987), έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 2 αυτού, "την καταπολέμηση των ασθενειών των ζώων χάριν της δημόσιας υγείας και της οικονομικής ευμάρειας των κατόχων ζώων".
4 Article 32(2) of the Law in question provides as follows:
4 Το άρθρο 32, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
"A 'Fund for Animal Health and Livestock Production' , hereinafter referred to as 'the Fund' , shall be set up in the Ministry of Agriculture. The purpose of the Fund shall be to contribute towards the financing of compensation, allowances and other benefits for combating animal disease and improving the hygiene, health and quality of animals and animal products.
"Ιδρύεται στο Υπουργείο Γεωργίας 'Ταμείο για την υγεία και την παραγωγή των ζώων' , αναφερόμενο στο εξής ως 'το Ταμείο' . Το Ταμείο αυτό έχει ως αποστολή να παρεμβαίνει στην κάλυψη των αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων παροχών σχετικά με την καταπολέμηση των επιζωοτιών και τη βελτίωση της υγιεινής, της υγείας και της ποιότητας των ζώων και των ζωικών προϊόντων.
The Fund shall be financed by:
Το Ταμείο χρηματοδοτείται από:
1. Compulsory contributions from natural and legal persons who raise, process, transport, handle, sell or trade in animals;
1) τις υποχρεωτικές εισφορές που βαρύνουν φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία παράγουν, μεταποιούν, μεταφέρουν, κατεργάζονται, πωλούν ή εμπορεύονται ζώα ή ζωικά προϊόντα
...".
(...)."
5 The same article provides that the amount of the compulsory contributions, the procedures for their collection and the penalties for non-payment are to be laid down by royal decree.
5 Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι με βασιλικό διάταγμα καθορίζονται το ύψος των υποχρεωτικών εισφορών, ο τρόπος εισπράξεώς τους και οι κυρώσεις σε περίπτωση μη πληρωμής.
6 The ninth subparagraph of that article provides that:
6 Το ένατο εδάφιο αυτού του άρθρου προβλέπει ότι
"If the compulsory contribution is collected from persons who process, transport, handle, sell or trade in animals, it shall, on every transaction, be passed back up to the stage of the producer ..."
"η υποχρεωτική εισφορά, όταν εισπράττεται από πρόσωπα που μεταποιούν, μεταφέρουν, κατεργάζονται, πωλούν ή εμπορεύονται ζώα ή ζωικά προϊόντα, μετακυλίεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μέχρι τον παραγωγό (...)".
7 Pursuant to that Law, the Royal Decree of 11 December 1987 (Moniteur Belge of 23 December 1987), which entered into force on 1 January 1988, fixes the amount of the compulsory contribution per head of beef cattle, calf and pig slaughtered or exported to be paid into the Fund by the slaughterhouses or exporters.
7 Κατ' εφαρμογή αυτού του νόμου, το βασιλικό διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 1987 (Belgisch Staatsblad της 23.12.1987), το οποίο άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1988, καθορίζει το ύψος της εν λόγω υποχρεωτικής εισφοράς ανά βοοειδές, μόσχο και χοίρο που σφάζονται ή εξάγονται, η οποία βαρύνει τα σφαγεία ή τους εξαγωγείς, προς χρηματοδότηση του Ταμείου.
8 Under Article 4(1) of that decree, "the compulsory contributions imposed on slaughterhouses and exporters are to be recovered by them from the supplier of the animals who, if appropriate, shall recover them from the seller up to the stage of the producer". Article 4(2) provides that the contribution is to be shown separately on the invoice of the slaughterhouse or exporter. The decree further provides that, in the event of non-payment of the contributions after two reminders have been issued, the slaughterhouse or exporter concerned is to pay double the amount due.
8 Κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος αυτού, "οι υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλονται στα σφαγεία και στους εξαγωγείς χρεώνονται από αυτούς στον προμηθευτή των ζώων ο οποίος τις χρεώνει, ενδεχομένως, στον πωλητή μέχρι και τον παραγωγό". Στο δεύτερο εδάφιο αυτής της διατάξεως γίνεται χωριστή μνεία της εν λόγω εισφοράς στο τιμολόγιο του σφαγείου ή του εξαγωγέα. Το βασιλικό αυτό διάταγμα προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση μη καταβολής των εισφορών μετά από δύο ειδοποιήσεις το σφαγείο ή ο εξαγωγέας οφείλει να καταβάλει το διπλάσιο του οφειλομένου ποσού.
9 It is apparent from the documents before the Court that the plaintiffs in the main proceedings are Belgian undertakings which import calves from other Member States for slaughter in Belgium. After being required to pay the contributions in question, they brought an action against the Belgian State before the Rechtbank van Eerste Aanleg, Turnhout, for recovery of the sums paid. In support of that claim, they asserted that those contributions were contrary to Articles 12, 13 and 95 of the EEC Treaty, because they were also levied on calves imported into Belgium, whereas the Fund' s resources were used solely for the benefit of Belgian producers.
9 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ενάγουσες της κύριας δίκης είναι βελγικές επιχειρήσεις που εισάγουν μόσχους, προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να σφαγούν στο Βέλγιο. Αφού κατέβαλαν τις εν λόγω εισφορές, ενήγαγαν το Βελγικό Δημόσιο ενώπιον του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout, ζητώντας την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών. Προς στήριξη του αιτήματός τους, προβάλλουν ότι οι εν λόγω εισφορές αντίκεινται προς τα άρθρα 12, 13 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω του ότι επιβλήθηκαν και επί των εισαχθέντων στο Βέλγιο μόσχων, ενώ οι πόροι του Ταμείου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά προς όφελος της βελγικής παραγωγής.
10 In those circumstances, the Rechtbank van Eerste Aanleg, Turnhout, stayed the proceedings and referred the following questions to the Court of Justice for a preliminary ruling:
10 Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"(1) Must the EEC Treaty, and in particular Articles 12, 13, 30, 92 and 95 thereof, and the applicable Community directives, be interpreted as meaning that a Member State is not prohibited from introducing a compulsory contribution for the support of a 'Fund for Animal Health and Livestock Production' ° in order to finance compensation, allowances and other benefits with a view to combating animal disease and improving the hygiene, health and quality of animals and animal products ° first of all by imposing on slaughterhouses in that Member State for every slaughtered calf a compulsory contribution, which under the legislation is to be passed back in every sales transaction to the stage of the producer ° which may and does mean that the contribution is charged to importers of calves from another Member State ° and secondly by imposing on every exporter of calves the same contribution, which may also be passed back in every sales transaction to the stage of the producer?
"1) 'Εχουν την έννοια η Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως δε οι διατάξεις των άρθρων 12, 13, 30, 92 και 95, και οι ενδεχομένως εφαρμοστέες ευρωπαϊκές οδηγίες ότι δεν απαγορεύεται σε κράτος μέλος η θέσπιση ορισμένης υποχρεωτικής εισφοράς για τη χρηματοδότηση ενός 'Ταμείου για την υγεία και την παραγωγή των ζώων' * ταμείο το οποίο έχει ως σκοπό να παρεμβαίνει στην κάλυψη των αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων παροχών σχετικά με την καταπολέμηση των επιζωοτιών και τη βελτίωση της υγιεινής, της υγείας και της ποιότητας των ζώων και των ζωικών προϊόντων * μέσω, αφενός, επιβολής εισφοράς σε βάρος των σφαγείων του κράτους μέλους ανά σφαγμένο μόσχο, ενώ ορίζεται από τον νόμο ότι η υποχρεωτική αυτή εισφορά μετακυλίεται σε κάθε πράξη πωλήσεως μέχρι και τον παραγωγό * πράγμα το οποίο μπορεί να έχει ως συνέπεια, και έχει ως συνέπεια, ότι η εισφορά αυτή χρεώνεται στους εισαγωγείς αυτών των μόσχων από άλλο κράτος μέλος *, και, αφετέρου, επιβολής σε κάθε εξαγωγέα μόσχων της ίδιας εισφοράς, η οποία επίσης μπορεί να μετακυλίεται σε κάθε πράξη πωλήσεως μέχρι και τον παραγωγό;
(2) If the first question is answered in the affirmative, should such a contribution ° given the purpose for which it is imposed, as described above ° be regarded as a charge having equivalent effect, a charge and/or financial assistance for activities which exclusively benefit the domestic product concerned, and is it consequently prohibited?
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει η εισφορά αυτή * η οποία επιβάλλεται για τον σκοπό που προαναφέρθηκε * να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, φόρος και/ή ενίσχυση δραστηριοτήτων που διενεργούνται αποκλειστικά προς όφελος των προαναφερθέντων εγχωρίων προϊόντων και, κατά συνέπεια, απαγορεύεται;
(3) If the second question is answered in the affirmative, may an individual rely on the unlawful nature of this practice directly before a national court?"
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, μπορούν οι ιδιώτες να το επικαλεστούν τούτο ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων;"
11 Reference is made to the Report for the Hearing for a fuller account of the facts of the case, the national legislation at issue and the written observations submitted to the Court, which are mentioned or discussed hereinafter only in so far as is necessary for the reasoning of the Court.
11 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται πιο κάτω μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 In its questions, the national court seeks essentially to ascertain whether Articles 12 and 13, 30 et seq., 92 and 95 of the Treaty preclude the introduction of a compulsory contribution which constitutes a parafiscal charge levied on domestic and imported products alike, in accordance with the same collection procedures, and paid into a fund which operates solely for the benefit of domestic production. It also asks whether those provisions have direct effect.
12 Με τα ερωτήματά του το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 12 και 13, 30 επ., 92 και 95 της Συνθήκης αντιτάσσονται στη θέσπιση υποχρεωτικής εισφοράς η οποία συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων πλήττουσα αδιακρίτως τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, κατά τον ίδιο τρόπο επιβολής, υπέρ ενός Ταμείου του οποίου οι δραστηριότητες αποβαίνουν προς όφελος μόνον των εγχωρίων προϊόντων. Ερωτά επίσης αν οι εν λόγω διατάξεις έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
13 In order to answer those questions, Articles 12 and 13, 30 et seq. and 95 of the Treaty should be considered first, followed by Article 92.
13 Για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν καταρχάς οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13, 30 επ. και 95 της Συνθήκης, κατόπιν δε οι διατάξεις του άρθρου 92 της Συνθήκης.
Articles 12 and 13, 30 et seq. and 95 of the EEC Treaty
Επί των άρθρων 12 και 13, 30 επ. και 95 της Συνθήκης
14 The Court has consistently held (see, in particular, the judgments in Case 74/76 Iannelli and Volpi [1977] ECR 557 and in Cases C-78/90 to 83/90 Compagnie Commerciale de l' Ouest [1992] ECR I-1847) that the scope of Article 30 does not extend to the obstacles to trade covered by other specific provisions of the Treaty, and that obstacles of a fiscal nature or having an effect equivalent to customs duties which are covered by Articles 9 to 16 and 95 of the Treaty do not fall within the prohibition laid down in Article 30.
14 Κατά πάγια νομολογία (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli, Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, και της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Compagnie Commerciale de l' Ouest, Συλλογή 1992, σ. Ι-1847), το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης δεν περιλαμβάνει τα εμπόδια στα οποία αναφέρονται άλλες ειδικές διατάξεις της Συνθήκης αυτής, τα δε εμπόδια φορολογικής φύσεως ή ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 9 έως 16 και 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30.
15 In view of those decisions, the Court must consider first whether a measure such as that described in the questions submitted by the national court falls within the scope of Articles 12 and 13 or Article 95 of the Treaty, and only if the answer is in the negative need it consider whether the measure under examination falls within the scope of Article 30 of the Treaty.
15 Ενόψει της νομολογίας αυτής, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει καταρχάς αν ένα μέτρο, όπως αυτό που περιγράφεται στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 12 και 13 ή του άρθρου 95 της Συνθήκης, μόνον δε στην περίπτωση κατά την οποία η απάντηση είναι αρνητική θα πρέπει να εξεταστεί αν το υπό κρίση μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Articles 12, 13 and 95 of the Treaty
Ως προς τα άρθρα 12, 13 και 95 της Συνθήκης
16 Since the Treaty provisions concerning charges having equivalent effect and those concerning discriminatory internal taxation cannot be applied concurrently (see the judgments in Case 94/74 IGAV v ENCC [1975] ECR 699 and in Joined Cases C-149/91 and C-150/91 Sanders [1992] ECR I-3899), it is necessary to determine the precise scope of each of those provisions.
16 Δεδομένου ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις περί εσωτερικών φόρων δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικώς (βλ. τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1975, 94/74, IGAV, Συλλογή τόμος 1975, σ. 213, και της 11ης Ιουνίου 1992, C-149/91 και C-150/91, Sanders, Συλλογή 1992, σ. Ι-3899), πρέπει να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής καθεμιάς από αυτές τις διατάξεις.
17 Articles 12 and 13 of the Treaty prohibit customs duties on imports and exports in trade between the Member States and charges having equivalent effect. With regard to customs duties and charges having equivalent effect on imports, the Court has stated (judgments in Case 77/72 Capolongo [1973] ECR 611, Compagnie Commerciale de l' Ouest and Sanders, cited above) that in principle that prohibition covers all charges levied at the time of or by reason of importation, which are imposed specifically on an imported product but not on a similar domestic product. It has also held that pecuniary charges intended to finance the activities of an agency governed by public law can constitute charges having equivalent effect.
17 Τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης περιέχουν την απαγόρευση εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, καθώς και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. 'Οσον αφορά τους δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, το Δικαστήριο τόνισε (αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72, Capolongo, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 567, Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders, προαναφερθείσες) ότι, καταρχήν, η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε επιβάρυνση λόγω ή επ' ευκαιρία της εισαγωγής η οποία πλήττει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν, κατ' αποκλεισμό του ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος. 'Εχει επίσης δεχθεί ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου μπορούν να αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
18 In the same judgments, the Court stated that, in interpreting the term "charge having an effect equivalent to a customs duty on imports", it might be necessary to take account of the use to which the pecuniary charges levied are put. When such a pecuniary charge or duty is intended exclusively to support activities which specifically benefit taxed domestic products, the result may be that the general duty levied, according to the same criteria, on the imported product and the domestic product nevertheless constitutes for one of them a net additional financial burden, whilst for the other it constitutes in reality a set-off against benefits or aid previously received. Consequently, a duty imposed under a general system of internal taxation applying systematically to domestic and imported products according to the same criteria can nevertheless constitute a charge having an effect equivalent to customs duties on imports when the revenue from that contribution is intended exclusively to support activities which specifically benefit the taxed domestic products.
18 Το Δικαστήριο, στις ίδιες αποφάσεις, διευκρίνισε ότι κατά την ερμηνεία της έννοιας της "επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό" πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός των επιβαλλομένων χρηματικών επιβαρύνσεων. Πράγματι, όταν μια τέτοια χρηματική επιβάρυνση ή μια τέτοια εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των φορολογουμένων εγχωρίων προϊόντων μπορεί ενδεχομένως η γενική εισφορά που επιβάλλεται, με βάση τα ίδια κριτήρια, στο εισαγόμενο και στο εγχώριο προϊόν να αποτελεί παρά ταύτα πρόσθετη καθαρή χρηματική επιβάρυνση για το ένα προϊόν, ενώ για κάποιο άλλο να αποτελεί στην πραγματικότητα την αντιπαροχή αποκτηθέντων οφελών ή ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, εισφορά εμπίπτουσα σ' ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που περιλαμβάνει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, με βάση τα ίδια κριτήρια, μπορεί παρά ταύτα να αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν το προϊόν της εισφοράς αυτής διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων.
19 Article 95 prohibits Member States from directly or indirectly imposing on the products of other Member States any internal taxation in excess of that imposed on similar domestic products or of such a nature as to afford protection to other domestic products. The applicability of the provision in question therefore depends on whether or not the internal taxation measure is discriminatory or protective (judgment in Compagnie Commerciale de l' Ouest, cited above, paragraph 25).
19 Το άρθρο 95, εξάλλου, απαγορεύει σε κράτος μέλος να πλήττει άμεσα ή έμμεσα τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους υψηλότερους από αυτούς που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ή που μπορούν να έχουν προστατευτικά αποτελέσματα για άλλου είδους προϊόντα της εγχώριας παραγωγής. Το κριτήριο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι, κατά συνέπεια, η φύση του εσωτερικού φόρου ως μέτρου που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 25).
20 Where a charge is imposed on domestic and imported products according to the same criteria, the Court has consistently held that it may be necessary to take into account the purpose to which the revenue from the charge is put. Thus, if the revenue from such a charge is intended to finance activities for the special advantage of the taxed domestic product, it may follow that the charge imposed on the basis of the same criteria nevertheless constitutes discriminatory taxation in so far as the fiscal burden on the domestic products is neutralized by the advantages which the charge is used to finance, whilst the charge on the imported product constitutes a net burden (judgments in Case 73/79 Commission v Italy [1980] ECR 1533, paragraph 15, and in Compagnie Commerciale de l' Ouest, cited above, paragraph 26).
20 Προκειμένου περί επιβαρύνσεως πλήττουσας τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση πανομοιότυπα κριτήρια, θα πρέπει ενδεχομένως, κατά πάγια νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός του προϊόντος της επιβαρύνσεως. 'Ετσι, όταν το προϊόν μιας τέτοιας επιβαρύνσεως προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων, είναι δυνατόν η εισφορά που επιβάλλεται με βάση τα ίδια κριτήρια να αποτελεί εντούτοις φορολογία που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, στο μέτρο που η φορολογική επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα εξουδετερώνεται από τα οφέλη των οποίων καθιστά δυνατή τη χρηματοδότηση, ενώ η επιβάρυνση που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρή επιβάρυνση (αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 137, σκέψη 15, και Compagnie Commerciale de l' Ouest, προαναφερθείσα, σκέψη 26).
21 It follows from the foregoing considerations that if the advantages stemming from the use of the proceeds of the contribution in question fully offset the burden borne by the domestic product when it is placed on the market, that contribution constitutes a charge having an effect equivalent to customs duties, contrary to Article 12 et seq. of the Treaty. If those advantages only partly offset the burden borne by domestic products, the charge in question is subject to Article 95 of the Treaty. In the latter case, the charge would be incompatible with Article 95 of the Treaty and is therefore prohibited to the extent to which it discriminates against imported products, that is to say to the extent to which it partially offsets the burden borne by the taxed domestic product (see, most recently, the judgment in Sanders, cited above).
21 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, όταν τα οφέλη που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος της εν λόγω εισφοράς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο, η εισφορά αυτή συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό αντίθετη προς τα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιβάρυνση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, απαγορεύεται στο μέτρο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του εισαγομένου προϊόντος, δηλαδή στο μέτρο που αντισταθμίζει εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει το φορολογούμενο προϊόν (βλ., τελευταία, την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders).
22 It is for the national court to determine whether the burden borne by the domestic product is wholly or partly offset by the use of the revenue from the charge in question (judgment in Compagnie Commerciale de l' Ouest, cited above, paragraph 28).
22 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν η επιβάρυνση που υφίσταται το εγχώριο προϊόν αντισταθμίζεται πλήρως ή εν μέρει μέσω της χρησιμοποιήσεως των εσόδων της εν λόγω επιβαρύνσεως (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 28).
23 In view of the foregoing, it must be stated in reply to the national court that a compulsory contribution constituting a parafiscal charge, applied under the same conditions as regards its collection to both domestic and imported products, the revenue from which is used for the benefit of domestic products only, so that the advantages accruing from it wholly offset the burden borne by those products, constitutes a charge having an effect equivalent to customs duties prohibited by Article 12 of the Treaty. If those advantages only partly offset the burden borne by domestic products, such a charge constitutes discriminatory taxation prohibited by Article 95 of the Treaty.
23 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
24 Finally, the Court has consistently held that Articles 12, 13 and 95 of the Treaty have direct effect and create individual rights which the national courts must protect (judgments in Case 26/62 Van Gend & Loos [1963] ECR 1, in Capolongo, cited above, and in Case 74/76 Iannelli v Meroni [1977] ECR 557).
24 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van Gend & Loos, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861, και Capolongo και Iannelli, προαναφερθείσες).
Article 30 et seq.
Ως προς τα άρθρα 30 επ.
25 In view of the foregoing considerations, by virtue of which the parafiscal charge at issue is governed either by Article 12 et seq. or by Article 95 of the Treaty, depending on matters of fact to be examined by the national court, Article 30 cannot apply to the present case (judgment in Compagnie Commerciale de l' Ouest, cited above, paragraph 29).
25 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, κατά τις οποίες η επίδικη επιβάρυνση υπέρ τρίτων διέπεται είτε από τα άρθρα 12 επ. είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, ανάλογα με τα πραγματικά στοιχεία που πρέπει να ελέγξει το εθνικό δικαστήριο, το άρθρο 30 δεν μπορεί εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 29).
26 It must therefore be stated in reply to the national court that a parafiscal charge of the kind at issue in the main proceedings, being governed by Article 12 et seq. or Article 95 of the Treaty, is not governed by Article 30 thereof.
26 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, δεδομένου ότι διέπεται από τα άρθρα 12 επ. και 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης αυτής.
Article 92 et seq. of the Treaty
Επί των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης
27 The national court asks whether a parafiscal charge of the kind at issue is compatible with the Treaty provisions on State aid.
27 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν μια χρηματική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως η επίδικη, συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις.
28 Although the parafiscal charge in question may be prohibited either by Articles 12 and 13 or by Article 95 of the Treaty, the use to which the revenue from that charge is put, for the benefit of domestic products, may nevertheless constitute State aid incompatible with the common market, if the conditions for the application of Article 92 of the Treaty, as interpreted by the Court in previous decisions, are met (judgments in Compagnie Commerciale de l' Ouest and in Sanders, cited above).
28 Πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η επίδικη επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να απαγορεύεται είτε από τα άρθρα 12 και 13 είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν αποκλείεται η διάθεση του προϊόντος της επιβαρύνσεως αυτής υπέρ των εγχωρίων προϊόντων να μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders).
29 However, the Court has consistently held that the incompatibility of State aid with the common market is neither absolute nor unconditional. The intention of the Treaty, in providing through Article 93 for aid to be kept under constant review and supervised by the Commission, is that the finding that an aid may be incompatible with the common market is to be determined, subject to review by the Court, by means of an appropriate procedure which it is the Commission' s responsibility to set in motion. Individuals cannot therefore simply, on the basis of Article 92 alone, challenge the compatibility of an aid with Community law before the national courts or ask them to decide as the main or a subsidiary issue on any incompatibility (judgments in Iannelli, cited above, in Case 78/76 Steinike and Weinlig [1977] ECR 595, in Compagnie Commerciale de l' Ouest and in Sanders, both cited above).
29 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απαλλαγμένο αιρέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας στο άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας την ευθύνη φέρει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνον το άρθρο 92, να αμφισβητούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το συμβατό μιας ενισχύσεως με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητούν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις Iannelli, προαναφερθείσα, της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike και Weinlig, Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders, προαναφερθείσες).
30 Nevertheless, it is for the national courts to uphold the rights of the persons concerned in the event of a possible breach by the national authorities of the prohibition on putting aid into effect in the last sentence of Article 93(3) of the Treaty which has direct effect. Where such a breach is invoked by individuals who may rely thereon and is established by the national courts, the latter must take all the consequential measures under national law as regards both the validity of decisions giving effect to aid measures and the recovery of the financial support granted. When national courts take a decision in this connection, they do not decide on the compatibility of the aid measures with the common market, the final assessment of which is the exclusive responsibility of the Commission, subject to review by the Court of Justice (judgments in Case C-354/90 Fédération Nationale du Commerce Extérieur [1991] ECR I-5505 and in Sanders, cited above).
30 Ωστόσο, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές παραβλέπουν, ενδεχομένως, την απαγόρευση εφαρμογής ενισχύσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα. 'Οταν τα εθνικά δικαστήρια διαπιστώνουν μια τέτοια παράβαση, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τους ιδιώτες οι οποίοι μπορούν να επικαλούνται την απαγόρευση αυτή, οφείλουν να συνάγουν όλες τις συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεων όσο και την ανάκτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν. 'Ομως, όταν εκδίδουν απόφαση επ' αυτού, τα εθνικά δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί του συμβατού των μέτρων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η τελική κρίση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur, Συλλογή 1991, σ. Ι-5505, και την προαναφερθείσα απόφαση Sanders).
31 It is also for the national courts to uphold the rights of those concerned, by drawing all the inferences, in accordance with their national law, as regards the validity of measures implementing the aid in question and the recovery of the financial support granted, where the Commission finds by a decision adopted under Article 93(2) of the Treaty that a measure granting aid is incompatible with the common market (judgment in Steinike and Weinlig, cited above).
31 Εναπόκειται ομοίως στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των ιδιωτών, συνάγοντας όλες τις συνέπειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεων καθώς και την επιστροφή των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή διαπιστώσει, με απόφαση εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το ασυμβίβαστο μέτρου ενισχύσεως με την κοινή αγορά (προαναφερθείσα απόφαση Steinike και Weinlig).
32 It must therefore be stated in reply to the national court that a parafiscal charge of the kind at issue in the main proceedings may, depending on how the revenue from it is used, constitute State aid incompatible with the common market if the conditions for the application of Article 92 of the Treaty are met, that being a matter for the Commission to determine in accordance with the procedure laid down for that purpose in Article 93 of the Treaty. In that respect, regard must also be had to the jurisdiction of the national courts where, in introducing the charge, the Member State concerned failed to comply with its obligations under Article 93(3) of the Treaty, and where a Commission decision under Article 93(2) of the Treaty has found the levying of the charge as a method of financing State aid to be incompatible with the common market.
32 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως προς χρηματοδότηση κρατικής ενισχύσεως.
 

Decision on costs


Costs
Επί των δικαστικών εξόδων
33 The costs incurred by the Commission of the European Communities, which has submitted observations to the Court, are not recoverable. Since these proceedings are, for the parties to the main proceedings, a step in the proceedings pending before the national court, the decision on costs is a matter for that court.
33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
 

Operative part


On those grounds,
Για τους λόγους αυτούς,
THE COURT (Sixth Chamber),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
in answer to the questions referred to it by the Rechtbank van Eerste Aanleg, Turnhout, by order of 14 January 1991, hereby rules:
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 1991, το Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout, αποφαίνεται:
1. A compulsory contribution constituting a parafiscal charge, applied under the same conditions as regards its collection to both domestic and imported products, the revenue from which is used for the benefit of domestic products only, so that the advantages accruing from it wholly offset the burden borne by those products, constitutes a charge having an effect equivalent to customs duties prohibited by Article 12 of the Treaty. If those advantages only partly offset the burden borne by domestic products, such a charge constitutes discriminatory taxation prohibited by Article 95 of the Treaty.
1) Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2. A parafiscal charge of that kind, being governed by Article 12 et seq. or Article 95 of the Treaty, is not governed by Article 30 thereof.
2) Μια τέτοια επιβάρυνση υπέρ τρίτων, δεδομένου ότι διέπεται από τα άρθρα 12 επ. και 95 της Συνθήκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης αυτής.
3. Articles 12, 13 and 95 of the Treaty create rights for individuals which the national courts must protect.
3) Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.
4. A parafiscal charge of the kind at issue in the main proceedings may, depending on how the revenue from it is used, constitute State aid incompatible with the common market if the conditions for the application of Article 92 of the Treaty are met, that being a matter for the Commission to determine in accordance with the procedure laid down for that purpose in Article 93 of the Treaty. In that respect, regard must also be had to the jurisdiction of the national courts where, in introducing the charge, the Member State concerned failed to comply with its obligations under Article 93(3) of the Treaty, and where a Commission decision under Article 93(2) of the Treaty has found the levying of the charge as a method of financing State aid to be incompatible with the common market.
4) Μια τέτοια επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως προς χρηματοδότηση κρατικής ενισχύσεως.
Top


Managed by the Publications Office