Grounds
|
|
1. By order of 10 July 2001, received at the Court on 27 July 2001, the Landesgericht Feldkirch (Regional Court, Feldkirch) referred for a preliminary ruling under Article 234 EC three questions on the interpretation of Article 73b of the EC Treaty (now Article 56 EC) and point 1(e) of Annex XII to the Agreement on the European Economic Area of 2 May 1992 (OJ 1994 L 1, p. 3, hereinafter "the EEA Agreement" ).
|
1 Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Ιουλίου 2001, το Landesgericht Feldkirch υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 56 ΕΚ) και του παραρτήματος XII, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μα_ου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ).
|
|
2. Those questions were raised in the course of an appeal brought by Ms Salzmann against the refusal of registration in the land register of the contract of sale of an unbuilt plot of land at Fußach in the Land of Vorarlberg (Austria).
|
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η D. Salzmann κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της περί καταχωρίσεως στο κτηματολόγιο του συμβολαίου πωλήσεως ανοικοδόμητου οικοπέδου στο Fußach του ομόσπονδου κράτους του Vorarlberg (Αυστρία).
|
|
Legal background
|
Το νομικό πλαίσιο
|
|
Community law
|
Το κοινοτικό δίκαιο
|
|
3. Article 73b(1) of the Treaty provides:
|
3 Το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
|
|
"Within the framework of the provisions set out in this Chapter, all restrictions on the movement of capital between Member States and between Member States and third countries shall be prohibited."
|
«Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.»
|
|
4. Point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement states that "during transition periods, EFTA [European Free Trade Association] States shall not treat new and existing investments by companies or nationals of EC Member States or other EFTA States less favourably than under the legislation existing at the date of signature of the Agreement, without prejudice to the right of EFTA States to introduce legislation which is in conformity with the Agreement and in particular provisions concerning the purchase of secondary residences which correspond in their effect to legislation that has been upheld within the Community in accordance with Article 6(4) of the Directive [Council Directive 88/361/EEC of 24 June 1988 for the implementation of Article 67 of the Treaty (OJ 1988 L 178, p. 5)]" .
|
4 Σύμφωνα με το παράρτημα XII, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας για τον ΕΟX, «κατά τη διάρκεια των μεταβατικών περιόδων, τα κράτη της ΕΖΕΣ [Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών] δεν εφαρμόζουν στις υφιστάμενες και στις νέες επενδύσεις εταιριών ή υπηκόων των κρατών μελών της ΕΚ ή των άλλων κρατών της ΕΖΕΣ λιγότερο ευνοϊκό καθεστώς από εκείνο που προβλέπει η ισχύουσα κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας νομοθεσία τους, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών της ΕΖΕΣ να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις που συμβιβάζονται με τη συμφωνία, και ιδίως διατάξεις σχετικά με την αγορά δευτερεύουσας κατοικίας οι οποίες, όσον αφορά τα κράτη αυτά, αντιστοιχούν σε διατάξεις που διατηρούνται εν ισχύι στο εσωτερικό της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας [88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης (EE L 178, σ. 5)]».
|
|
5. Article 6(4) of Directive 88/361 provides:
|
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 88/361 ορίζει τα εξής:
|
|
"Existing national legislation regulating purchases of secondary residences may be upheld until the Council adopts further provisions in this area in accordance with Article 69 of the Treaty. This provision does not affect the applicability of other provisions of Community law."
|
«Η ισχύουσα εθνική νομοθεσία που διέπει την αγορά δευτερεύουσας κατοικίας δύναται να διατηρηθεί μέχρις ότου εγκρίνει το Συμβούλιο περαιτέρω σχετικές διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 69 της Συνθήκης. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει την εφαρμογή άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.»
|
|
6. Article 70 of the Act concerning the conditions of accession of the Republic of Austria, the Republic of Finland and the Kingdom of Sweden and the adjustments to the Treaties on which the European Union is founded (OJ 1994 C 241, p. 21, and OJ 1995 L 1, p. 1, hereinafter "the Act of Accession" ) provides:
|
6 Το άρθρο 70 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1, στο εξής Πράξη Προσχωρήσεως) ορίζει τα εξής:
|
|
"Notwithstanding the obligations under the Treaties on which the European Union is founded, the Republic of Austria may maintain its existing legislation regarding secondary residences for five years from the date of accession."
|
«Παρά τις υποχρεώσεις της δυνάμει των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας δύναται να διατηρήσει την υφιστάμενη νομοθεσία της περί δευτερεύουσας κατοικίας επί πενταετία μετά την προσχώρηση.»
|
|
National law
|
Το εθνικό δίκαιο
|
|
7. Under the Bundes-Verfassungsgesetznovelle (Law amending the Federal Constitution) of 5 June 1992 (BGBl. 1992/276), the Länder are authorised to introduce administrative controls on property transactions in respect of plots of building land. In the case of the Land of Vorarlberg, Paragraph 3(1) of the Vorarlberger Grundverkehrsgesetz (Vorarlberg Land Transfer Law) of 23 September 1993 (LGBl. 1993/61), as amended in LGBl. 1995/11, 1996/9 and 1997/85 (hereinafter "the VGVG" ), provides:
|
7 O Bundes-Verfassungsgesetznovelle (νόμος περί αναθεωρήσεως του ομοσπονδιακού Συντάγματος), της 5ης Ιουνίου 1992 (BGBl. 1992/276), παρέσχε στα ομόσπονδα κράτη την αρμοδιότητα να θεσπίζουν διοικητικούς ελέγχους στις μεταβιβάσεις ακινήτων που αφορούν οικοδομήσιμα οικόπεδα. Όσον αφορά το ομόσπονδο κράτος του Vorarlberg, ο Grundverkehrsgesetz (νόμος περί ακίνητης ιδιοκτησίας), της 23ης Σεπτεμβρίου 1993 (LGBl. 1993/61), όπως τροποποιήθηκε και δημοσιεύθηκε στις LGBl. 1995/11, 1996/9 και 1997/85 (στο εξής: VGVG), ορίζει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, τα εξής:
|
|
"Insofar as follows from the law of the European Union, the rules on the acquisition of land by foreigners ... shall not apply to
|
«Καθόσον τούτο προκύπτει από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν ισχύουν [...] οι διατάξεις περί της κτήσεως κυριότητας ακινήτων από αλλοδαπούς ως προς
|
|
...
|
[...]
|
|
(e) persons and companies for the purpose of direct investments, real property investments and other capital transactions.
|
(e) πρόσωπα και εταιρίες με σκοπό άμεσες επενδύσεις, επενδύσεις ακινήτων και λοιπές εμπορικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της κινήσεως κεφαλαίων.»
|
|
"
|
8 Το άρθρο 7 του VGVG ορίζει τα εξής:
|
|
8. Under Paragraph 7 of the VGVG:
|
«1. Για την κτήση κυριότητας [...] οικοδομημένων οικοπέδων, πλην των προοριζομένων για εξοχικές κατοικίες, δεν απαιτείται άδεια της αρμόδιας για τις μεταβιβάσεις ακινήτων αρχής όταν ο ιδιοκτήτης προβαίνει εγγράφως σε δήλωση κατά την παράγραφο 2 [...].
|
|
"1. Acquisition of rights ... in built plots of land other than for holiday purposes shall not require the authorisation of the land transfer authority if the owner ... makes a declaration in writing in accordance with subparagraph 2 ...
|
2. Ο αγοραστής πρέπει να δηλώσει ότι το οικόπεδο είναι οικοδομημένο, ότι η αγορά δεν πραγματοποιείται με σκοπό την απόκτηση εξοχικής κατοικίας και ότι είναι αυστριακής ιθαγενείας [...] ή πληροί μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 [...].»
|
|
2. The acquirer shall declare that the plot of land is built on, that the acquisition is not for holiday purposes, and that he is an Austrian national ... or satisfies one of the conditions in Paragraph 3 ...
|
9 Το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του VGVG ορίζει τα εξής:
|
|
"
|
«Για την κτήση κυριότητας ανοικοδόμητων οικοπέδων, πλην των προοριζομένων για εξοχικές κατοικίες, χορηγείται άδεια, όταν
|
|
9. Paragraph 8(3)(b) of the VGVG provides:
|
[...]
|
|
"Acquisition of rights in unbuilt plots of land other than for holiday purposes shall be authorised if
|
b) ο αγοραστής παράσχει αληθοφανείς αποδείξεις περί του ότι θα χρησιμοποιήσει εντός εύλογης προθεσμίας το οικόπεδο σύμφωνα με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο ή ότι η κτήση του δικαιώματος κυριότητας είναι αναγκαία χάριν του δημοσίου ή του γενικού συμφέροντος ή για πολιτιστικούς σκοπούς. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ενδεχόμενη ανάγκη του αγοραστή.»
|
|
...
|
10 Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG, όπως παρατέθηκε ανωτέρω, το οποίο δημοσιεύθηκε στην LGBl. 1997/85 και άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1998, θεσπίστηκε κατόπιν της αποφάσεως του Verfassungsgerichtshof (Αυστρία) της 10ης Δεκεμβρίου 1996 με την οποία ακυρώθηκε το προηγουμένως εφαρμοστέο άρθρο 8, παράγραφος 3, το οποίο είχε θεσπιστεί στις 23 Σεπτεμβρίου 1993 και είχε την εξής διατύπωση:
|
|
(b) the acquirer shows that the land will within a reasonable time be put to a use in conformity with the land use plan or is required for public interest, charitable or cultural purposes. A need of the acquirer is also to be taken into account in this connection.
|
«Για την αγορά οικοδομήσιμων οικοπέδων, πλην των προοριζομένων για εξοχικές κατοικίες, χορηγείται άδεια, όταν [...]
|
|
"
|
a) η αγορά αυτή είναι αναγκαία για κατοικία, για βιομηχανικές και εμπορικές εγκαταστάσεις και για την εκπλήρωση σκοπών δημοσίου ή γενικού συμφέροντος ή πολιτιστικών σκοπών
|
|
10. That version of Paragraph 8(3) of the VGVG, which was published in LGBl. 1997/85 and entered into force on 1 January 1998, was adopted after the Verfassungsgerichtshof (Austrian Constitutional Court), by judgment of 10 December 1996, set aside the previously applicable version, adopted on 23 September 1993, which was worded as follows:
|
[...]».
|
|
"Acquisition of rights in building plots other than for holiday purposes shall be authorised where
|
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
|
...
|
11 Η D. Salzmann, αυστριακής ιθαγενείας, κάτοικος Fußach, αγόρασε από τον επίσης αυστριακής ιθαγενείας Walter Schneider, οικόπεδο κείμενο στον ίδιο δήμο. Δεν ζήτησε τη χορήγηση της προηγούμενης διοικητικής αδείας μεταβιβάσεως που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG (στο εξής: προηγούμενη άδεια), η οποία αποτελεί προϋπόθεση του κύρους αυτού του είδους μεταβιβάσεως.
|
|
(a) it is required for the purpose of building a dwelling, for industrial and commercial buildings, or for public interest, charitable or cultural purposes.
|
12 Η D. Salzmann ζήτησε από τον Grundbuchsrichter des Bezirksgerichts Bregenz (αρμόδιο για τα ζητήματα κτηματολογίου δικαστή του Bezirksgericht Bregenz) (Αυστρία) την εγγραφή αυτής της μεταβιβάσεως ακινήτου στο κτηματολόγιο και συνήψε στην αίτησή της μια δήλωση ανάλογη προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του VGVG, με την οποία ανέλαβε τη δέσμευση να μη χρησιμοποιήσει το οικόπεδο του οποίου την κυριότητα απέκτησε για την οικοδόμηση εξοχικής κατοικίας. Ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας, την οποία θεσπίζει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG, αντιβαίνει στις υποχρεώσεις που υπέχει η Δημοκρατία της Αυστρίας από το κοινοτικό δίκαιο και ότι δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι μια δήλωση ανάλογη προς την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 2, αρκεί κατ' αυτήν για την εγγραφή στο κτηματολόγιο.
|
|
...
|
13 Η αίτηση της D. Salzmann απορρίφθηκε με την από 16 Νοεμβρίου 1998 διάταξη του Rechtspfleger des Bezirksgerichts Bregenz, δικαστικού υπαλλήλου απασχολουμένου από το Bezirksgericht Bregenz και ασκούντος ορισμένες κατ' ανάθεση αρμοδιότητες υπό την εποπτεία του δικαστηρίου αυτού, με την αιτιολογία ότι η προηγούμενη άδεια, η οποία απαιτείται για τη σύσταση του δικαιώματος, δεν είχε χορηγηθεί. Η D. Salzmann άσκησε τότε κατά της διατάξεως αυτής «Rekurs», την οποία εξέτασε το Bezirksgericht Bregenz.
|
|
"
|
14 Κατόπιν αιτήσεως του Bezirksgericht Bregenz προς το Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2001, C-178/99, Salzmann (Συλλογή 2001, Ι-4421, σκέψη 21), ότι δεν ήταν αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα, δεδομένου ότι το Bezirksgericht Bregenz ασκούσε, στην ενώπιόν του εκκρεμή διαφορά, διοικητικής φύσεως λειτουργία και, συνεπώς, δεν μπορούσε να θεωρηθεί δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ).
|
|
The main proceedings and the questions referred for a preliminary ruling
|
15 Ως εκ τούτου, το Bezirksgericht Bregenz υπέβαλε τη «Rekurs» της D. Salzmann στην κρίση του Landesgericht Feldkirch.
|
|
11. Ms Salzmann, an Austrian national residing at Fußach, purchased a building plot in that commune from Walter Schneider, another Austrian. She did not apply for the prior administrative authorisation of transfer of ownership provided for in Paragraph 8(3) of the VGVG (hereinafter "prior authorisation" ), upon which the validity of that type of transaction depends.
|
16 Το Landesgericht διερωτάται αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας.
|
|
12. Ms Salzmann applied to the Grundbuchsrichter (land registry judge) of the Bezirksgericht Bregenz (Austria) for entry of that real property transaction in the land register, and annexed to her application a declaration analogous to that provided for in Paragraph 7(2) of the VGVG, by which she undertook not to use the land acquired for the purpose of building a holiday home. She claimed that the prior authorisation procedure introduced by Paragraph 8(3) of the VGVG contravened the Community obligations of the Republic of Austria and was unnecessary, since a declaration analogous to that provided for in Paragraph 7(2) of the VGVG was sufficient, in her view, for the purpose of effecting entry in the land register.
|
17 Πρώτον, διερωτάται αν η D. Salzmann, η οποία είναι αυστριακής ιθαγενείας, μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως κάθε υπερεθνικού στοιχείου στη διαφορά της κύριας δίκης.
|
|
13. Ms Salzmann's application was rejected by order of 16 November 1998 of the Rechtspfleger (Registrar) of the Bezirksgericht Bregenz, a judicial official employed by the Bezirksgericht Bregenz and performing certain duties by delegation and under the authority of that court, on the ground that prior authorisation, which has constitutive effect for the purpose of establishing title, was lacking. Ms Salzmann then brought a "Rekurs" (appeal) against that order, which was heard by the Bezirksgericht Bregenz.
|
18 Το Landesgericht φρονεί, δεύτερον, ότι, αν η D. Salzmann μπορεί να επικαλεσθεί τη διάταξη αυτή, πρέπει τότε να εξετασθούν οι τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις κύρους που απαρίθμησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, C-302/97, Konle (Συλλογή 1999, σ. Ι-3099, σκέψη 40). Πρώτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος. Περαιτέρω, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η αρμόδια για τη χορήγηση προηγούμενης αδείας αρχή δεν διαθέτει, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο αγοραστής οικοδομήσιμου οικοπέδου πρέπει να παράσχει «αληθοφανείς» αποδείξεις περί του μελλοντικού προορισμού του επιμάχου οικοπέδου, περιθώριο εκτιμήσεως ικανό να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενή διάκριση. Τέλος, πρέπει να εκτιμηθεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG είναι ανάλογο προς τον σκοπό που του ανέθεσε ο νομοθέτης του ομόσπονδου κράτους του Vorarlberg. Κατά το Landesgericht, το κύρος του VGVG φαίνεται αβέβαιο από πλευράς των τριών αυτών προϋποθέσεων.
|
|
14. The Bezirksgericht Bregenz having made a reference to the Court for a preliminary ruling, the Court, by its judgment in Case C-178/99 Salzmann [2001] ECR I-4421, paragraph 21, held that it had no jurisdiction to answer the questions submitted to it, since the Bezirksgericht Bregenz was acting in an administrative capacity in the context of the proceedings pending before it and could not, therefore, be regarded as a court or tribunal within the meaning of Article 177 of the EC Treaty (now Article 234 EC).
|
19 Τρίτον, αν θεωρηθεί ότι η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το Landesgericht διερωτάται αν η διαδικασία αυτή θα μπορούσε παρά ταύτα να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το δικαστήριο αυτό φρονεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει σε ισχύ τη διαδικασία αυτή επί πενταετία μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
|
|
15. The Bezirksgericht Bregenz then submitted Ms Salzmann's "Rekurs" to the Landesgericht Feldkirch.
|
20 Τέλος, το Landesgericht διερωτάται αν συμβιβάζεται η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας προς το παράρτημα ΧΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο VGVG που έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης άρχισε να ισχύει μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας.
|
|
16. The Landesgericht Feldkirch has doubts as to the compatibility of the prior authorisation procedure with Community law.
|
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landesgericht Feldkirch αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
17. First, it is uncertain whether Ms Salzmann, who is an Austrian national, is entitled to rely on Article 73b(1) of the Treaty, which prohibits restrictions on the movement of capital, in the light of the absence of any transnational element in the main proceedings.
|
«1) Μπορούν οι πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να επικαλούνται την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων για διεπόμενη από το εθνικό δίκαιο δικαιοπραξία, όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει την απαγόρευση της εις βάρος των ημεδαπών διακρίσεως, πλην όμως το εθνικό δίκαιο δεν εξασφαλίζει ρητώς στους πολίτες της Ενώσεως την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων;
|
|
18. The Landesgericht considers, secondly, that, if Ms Salzmann were entitled to invoke that provision, it would be necessary to examine the three cumulative conditions of validity set out by the Court in Case C-302/97 Konle [1999] ECR I-3099, paragraph 40. First, it would need to be verified that Paragraph 8(3) of the VGVG is justified by an objective in the general interest. Second, it would need to be ascertained that the competent authority for the purpose of issuing the prior authorisation does not enjoy, in view of the fact that the acquirer of a plot of building land is required to "show" what the future use of the plot in question is to be, an element of latitude which could be applied in a discriminatory manner. Finally, it would be necessary to determine whether or not Paragraph 8(3) of the VGVG is proportionate to the objective assigned to it by the legislature of the Land of Vorarlberg. According to the Landesgericht, the validity of the VGVG seems uncertain with reference to those three conditions.
|
2) Συμβιβάζεται με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων το γεγονός ότι για την κτήση κυριότητας επί ανοικοδόμητου οικοπέδου απαιτείται άδεια της αρμόδιας για τις μεταβιβάσεις ακινήτων αρχής, αποτελούσα απαραίτητη προϋπόθεση του κύρους της δικαιοπραξίας;
|
|
19. Third, if the prior authorisation procedure were found to be incompatible with Article 73b(1) of the Treaty, the Landesgericht wonders whether it might nevertheless be covered by the derogation provided for in Article 70 of the Act of Accession. If so, it considers that the Republic of Austria was entitled to maintain that procedure in force for a period of five years with effect from its accession to the European Union.
|
3) Τι αποτέλεσμα έχει η ρήτρα standstill του παραρτήματος XII, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ επί νέων ειδών καταστάσεων που απαιτούν άδεια σύμφωνα με το δίκαιο περί μεταβιβάσεως ακινήτων, δημιουργήθηκαν δε μετά την από 2 Μα_ου 1992 υπογραφή της Συμφωνίας ΕΟΧ;»
|
|
20. Lastly, the Landesgericht is uncertain whether the prior authorisation procedure is compatible with point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement, in view of the fact that the VGVG applicable to the case in the main proceedings entered into force after the signature of that agreement.
|
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
|
|
21. In those circumstances, the Landesgericht Feldkirch decided to submit the following questions to the Court for a preliminary ruling:
|
22 Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η διαδικασία αυτή θα μπορούσε παρά ταύτα να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
|
|
"1. May nationals of a Member State of the European Union rely on free movement of capital for a domestic transaction if national law prohibits discrimination against that country's own nationals but has no legislation expressly guaranteeing free movement of capital for citizens of the Union?
|
Επί του παραδεκτού
|
|
2. Is it compatible with free movement of capital for authorisation by the land transfer authority with constitutive effect to be required for the acquisition of building land which has not been built on?
|
23 Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση είναι αμιγώς εσωτερικής φύσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος να ερμηνευθεί το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι κατ' αυτές απαράδεκτα.
|
|
3. What effect does the "standstill" clause in point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement have on wholly new kinds of situations regarding authorisation under land transfer law, not created until after signature of the EEA Agreement on 2 May 1992?
|
24 Η D. Salzmann και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ ισχυρίζονται, αντιθέτως, ότι η ερμηνεία του άρθρου 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης δικαιολογείται από την ύπαρξη, στη διαφορά της κύριας δίκης, στοιχείων συνδέσεως προς το κοινοτικό δίκαιο.
|
|
"
|
25 Η D. Salzmann εκθέτει, αφενός, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του VGVG παραπέμπει κατ' ουσίαν στο περιεχόμενο του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, ο εκ μέρους του Δικαστηρίου εκ προοιμίου καθορισμός του ακριβούς περιεχομένου των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης είναι αναγκαίος προκειμένου να είναι σε θέση το αιτούν δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του VGVG. Εν πάση περιπτώσει, η D. Salzmann φρονεί ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει. Συναφώς, αναφέρεται στη σκέψη 33 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Konle, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να μην απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο μόνον υπό εξαιρετικές συνθήκες, συνιστάμενες στην πρόδηλη έλλειψη σχέσεως μεταξύ μια ενδεχόμενης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και του υποστατού ή του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης ή στην υποθετική φύση του υποβληθέντος προβλήματος και στην έλλειψη νομικών ή πραγματικών στοιχείων παρεχόντων στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν. Εν προκειμένω, η D. Salzmann φρονεί ότι αυτές οι εξαιρετικές συνθήκες δεν συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης.
|
|
The first and second questions
|
26 H D. Salzmann ισχυρίζεται, αφετέρου, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του VGVG παρέχει στους κοινοτικούς υπηκόους ίση μεταχείριση όσον αφορά την κτήση της κυριότητας ακινήτων. Συνεπώς, η έλλειψη προηγούμενης αδείας την οποία της αντέταξε το Bezirksgericht Bregenz θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη επίσης και για να θεωρηθεί άκυρη η εκ μέρους των υπηκόων άλλων κρατών μελών κτήση της κυριότητας οικοδομήσιμων οικοπέδων κειμένων στο ομόσπονδο κράτους του Vorarlberg. Στην περίπτωση αυτή, η προηγούμενη άδεια θα αποτελούσε εμπόδιο στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων την οποία διασφαλίζει το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι τα συστατικά στοιχεία της διαφοράς περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους είναι εντελώς τυχαίο, η δε εν δυνάμει ύπαρξη διασυνοριακού στοιχείου είναι ακόμη πιο σημαντική δεδομένου ότι ο δήμος του Fußach είναι όμορος προς τη Γερμανία. Η D. Salzmann φρονεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δέχεται να ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 7ης Μα_ου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-2343, σκέψεις 44 και 45).
|
|
22. By its first and second questions, the national court seeks in essence to ascertain whether Article 73b(1) of the Treaty precludes national rules such as the prior authorisation procedure at issue in the main proceedings and, if so, whether that procedure is nevertheless covered by the derogation provided for in Article 70 of the Act of Accession.
|
27 Συναφώς, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ προσθέτει ότι το Δικαστήριο έκρινε γενικότερα ότι είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο άπαξ το εθνικό δίκαιο επιβάλλει να αναγνωρίζονται στους ημεδαπούς τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών στην ίδια κατάσταση θα αρύεντο από το κοινοτικό δίκαιο (αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2000, C-281/98, Angonese, Συλλογή 2000, σ. Ι-4139, σκέψεις 14 και 18, και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. Ι-10663, σκέψη 23).
|
|
Admissibility
|
28 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 234 ΕΚ αποτελεί ένα μέσο δικαστικής συνεργασίας, χάριν του οποίου το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορεί να τους είναι αναγκαία για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας επίμαχης διατάξεως του εθνικού δικαίου επί της διαφοράς επί της οποίας έχουν κληθεί να αποφανθούν (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2000, C-254/98, TK-Heimdienst, Συλλογή 2000, σ. Ι-151, σκέψη 12, και της 5ης Μαρτίου 2002, C-515/99, C-519/99 έως C-524/99 και C-526/99 έως C-540/99, Reisch κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. Ι-2157, σκέψη 22).
|
|
23. The Austrian Government and the Commission maintain that the situation at issue in the main proceedings is purely internal in nature and that there is, accordingly, no need to interpret Article 73b(1) of the Treaty. The questions referred for a preliminary ruling are therefore inadmissible.
|
29 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης, προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενο των κανόνων του εθνικού δικαίου που παραπέμπουν σ' αυτό. Δεδομένου ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59).
|
|
24. Ms Salzmann and the EFTA Surveillance Authority claim, conversely, that the interpretation of Article 73b(1) of the Treaty is justified by the fact that there are aspects of the action in the main proceedings which connect it with Community law.
|
30 Εξάλλου, κατά παγία νομολογία, μόνο στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται κατ' αρχήν να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος όσο και τη λυσιτέλειά του (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Guimont, σκέψη 22, και Reisch κ.λπ., σκέψη 25).
|
|
25. Ms Salzmann argues, first, that Paragraph 3(1) of the VGVG refers essentially to the content of Community law. Thus, prior determination by the Court of the exact scope of the obligations imposed on the Member States by Article 73b(1) of the Treaty is necessary to enable the national court to apply Paragraph 3(1) of the VGVG. In any event, Ms Salzmann submits that it is for the national court to assess the relevance of the questions which it refers. In that regard, she relies on paragraph 33 of the judgment in Konle , in which the Court held that it can refrain from giving a preliminary ruling on a question submitted by a national court only in exceptional circumstances, namely where it is quite obvious that any interpretation of Community law bears no relation to the facts of the main action or its purpose, or where the problem is hypothetical and the Court does not have before it the factual or legal material necessary to give a useful answer to the question submitted to it. In this instance, Ms Salzmann submits that those exceptional circumstances are not established in the case in the main proceedings.
|
31 Συνεπώς, τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-355/97, Beck και Bergdorf, Συλλογή 1999, σ. Ι-4977, σκέψεις 22 έως 24).
|
|
26. Ms Salzmann observes, secondly, that Paragraph 3(1) of the VGVG grants Community nationals equal treatment with regard to the acquisition of real property. The lack of prior authorisation, which was the argument raised against her by the Bezirksgericht Bregenz, could, therefore, also be used to refuse to give effect to the acquisition by nationals of other Member States of building plots in the Land of Vorarlberg. In such a situation, prior authorisation would constitute an obstacle to the free movement of capital guaranteed by Article 73b(1) of the Treaty. Consequently, the fact that the material circumstances in the main proceedings are confined to a single Member State is purely accidental, the potential existence of a transborder element being all the more significant since the commune of Fußach borders on Germany. Ms Salzmann is of the opinion that, in such situations, the Court agrees to interpret Community law (Joined Cases C-321/94 to C-324/94 Pistre and Others [1997] ECR I-2343, paragraphs 44 and 45).
|
32 Βεβαίως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους και είναι αληθές ότι μια εθνική ρύθμιση όμως όπως ο VGVG, που εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο επί των Αυστριακών υπηκόων όσο και επί των υπηκόων των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν εμπίπτει κατά κανόνα στις διατάξεις της Συνθήκης περί θεμελιωδών ελευθεριών, παρά μόνον κατά το μέτρο που εφαρμόζεται σε καταστάσεις που έχουν σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πάντως, οι διαπιστώσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στην υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ερμηνεύοντας τις κοινοτικές διατάξεις που διαπνέουν το περιεχόμενο των επιμάχων στην κύρια δίκη εθνικών διατάξεων. Πράγματι, μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποία προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης το Δικαστήριο δεν δίδει απάντηση (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle, σκέψη 33, Angonese, σκέψη 18, και Reisch κ.λπ., σκέψη 25).
|
|
27. On that point, the EFTA Surveillance Authority adds that the Court has in general held that it has jurisdiction, on a reference for a preliminary ruling, to interpret Community law where national law requires that a national be allowed to enjoy the same rights as those which nationals of other Member States would derive from Community law in the same situation (Case C-281/98 Angonese [2000] ECR I-4139, paragraphs 14 and 18, and Case C-448/98 Guimont [2000] ECR I-10663, paragraph 23).
|
33 Η περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο επιβάλλει να αναγνωρίζονται στους ημεδαπούς τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών στην ίδια κατάσταση θα αρύεντο από το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιστοιχεί στην προαναφερθείσα εξαιρετική περίπτωση. Αντιθέτως, σε μια τέτοια κατάσταση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απάντησή του μπορούσε να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο (προπαρατεθείσα απόφαση Reisch κ.λπ., σκέψη 26).
|
|
28. In that regard, it must first be observed that Article 234 EC is an instrument of judicial cooperation, by means of which the Court provides the national courts with the points of interpretation of Community law which may be helpful to them in assessing the effects of a provision of national law at issue in the disputes before them (see, to that effect, Case C-254/98 TK-Heimdienst [1998] ECR I-151, paragraph 12, and Joined Cases C-515/99, C-519/99 to C-524/99 and C-526/99 to C-540/99 Reisch and Others [2002] ECR I-2157, paragraph 22).
|
34 Εξάλλου, όταν η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπει για τις καθαρά εσωτερικές καταστάσεις προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου ιδίως να αποφευχθεί η δημιουργία διακρίσεων σε βάρος των ημεδαπών, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών που συμπίπτουν με διατάξεις ή έννοιες του κοινοτικού δικαίου, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-43/00, Andersen og Jensen, Συλλογή 2002, σ. Ι-379, σκέψη 18). Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα αυστριακά δικαστήρια θεωρούν ότι οι Αυστριακοί υπήκοοι δύνανται, οσάκις ασκούν τα δικαιώματα που αντλούν από την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, να επικαλούνται την ίση μεταχείριση που προβλέπεται υπέρ των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του ΕΟΧ με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του VGVG.
|
|
29. In this case, the national court seeks the interpretation by the Court of Article 73b(1) of the Treaty for the purpose of determining the scope of rules of national law which refer thereto. Since the questions submitted relate to the interpretation of Community law, the Court is, in principle, obliged to give a ruling (see, to that effect, Case C-415/93 Bosman [1995] ECR I-4921, paragraph 59).
|
35 Επομένως, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
|
|
30. Moreover, it is settled case-law that it is for the national courts alone to determine, having regard to the particular features of each case, both the need to refer a question for a preliminary ruling and the relevance of such a question (see, to that effect, the judgments in Guimont , paragraph 22, and Reisch , paragraph 25).
|
36 Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας.
|
|
31. It follows that, in the factual and legislative context which the national court is responsible for defining and the accuracy of which is not a matter for this Court to determine, the questions submitted by the national court enjoy a presumption of relevance (Case C-355/97 Beck and Bergdorf [1999] ECR I-4977, paragraphs 22 to 24).
|
Επί της ουσίας
|
|
32. It is true that it is apparent from the documents before the Court that all the facts in the main proceedings are confined to a single Member State, and that national legislation such as the VGVG, which applies without distinction to Austrian nationals and to nationals of other Member States of the European Union, may generally fall within the scope of the provisions of the Treaty relating to fundamental freedoms only to the extent that it applies to a situation related to intra-Community trade. However, those findings do not affect the Court's obligation to reply to the national court by interpreting the provisions of Community law which set the framework for the scope of the national provisions at issue in the main proceedings. It is only in the exceptional case, where it is quite obvious that the interpretation of Community law sought bears no relation to the facts or the purpose of the main action, that the Court refrains from giving a ruling (see, to that effect, Konle , paragraph 33; Angonese , paragraph 18, and Reisch , paragraph 25).
|
37 Η D. Salzmann υποστηρίζει, αφενός, ότι απλώς και μόνον η ύπαρξη της διαδικασίας χορηγήσεως προηγούμενης αδείας την οποία προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης κινήσεως κεφαλαίων και, λόγω της υπάρξεως της διαδικασίας αυτής, δεν τηρείται καμία από τις τρεις προϋποθέσεις κύρους που διατύπωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 40 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Konle. Συναφώς, η D. Salzmann ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η προηγούμενη άδεια, η οποία συνεπάγεται «υποχρέωση οικοδομήσεως» την οποία υπέχει ο αγοραστής του οικοδομήσιμου οικοπέδου, δεν δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος. Περαιτέρω, φρονεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG, επιβάλλοντας στον αγοραστή την υποχρέωση να αποδείξει τη μελλοντική χρήση του ακινήτου που θα αγοράσει, αφήνει στην αρμόδια αρχή περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο υπάρχει κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ως διακριτική ευχέρεια, υπό την έννοια της σκέψεως 41 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Konle. Τέλος, όσον αφορά το εάν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, η D. Salzmann ισχυρίζεται ότι το Landtag Vorarlberg είχε την ευχέρεια να θεσπίσει μέτρα τα οποία σέβονται περισσότερο τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Εξ αυτού συνάγει ότι η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
33. A situation where national law requires that a national be allowed to enjoy the same rights as those which nationals of other Member States would derive from Community law in the same situation does not correspond to the abovementioned exceptional case. On the contrary, in such a situation, the Court has already held that its reply might be useful to the national court (Reisch , paragraph 26).
|
38 Η D. Salzmann ισχυρίζεται, αφετέρου, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG δεν μπορεί να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως, διότι άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1998, δηλαδή πολλούς μήνες μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και είναι περιοριστικότερο από το καθεστώς που θέσπιζε η προηγουμένως ισχύουσα διάταξη.
|
|
34. Moreover, where, in relation to purely internal situations, domestic legislation adopts solutions which are consistent with those adopted in Community law in order, in particular, to avoid discrimination against foreign nationals, it is clearly in the Community interest that, in order to forestall future differences of interpretation, provisions or concepts taken from Community law should be interpreted uniformly, irrespective of the circumstances in which they are to apply (see Case C-43/00 Andersen og Jensen [2002] ECR I-379, paragraph 18). In this case, the documents before the Court show that the Austrian courts consider that Austrian nationals may rely, when exercising the rights which they derive from the free movement of capital, on the equal treatment to which nationals of the Member States of the European Union and the EEA are entitled under Paragraph 3(1) of the VGVG.
|
39 Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι το νομικό σύστημα που έχει εφαρμογή επί της ακίνητης περιουσίας εμπίπτει στις αρμοδιότητες που επιφυλάσσονται στα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 295 ΕΚ), ωστόσο δεν εκφεύγει των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 38). Έτσι, εθνικά μέτρα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, που ρυθμίζουν την κτήση ακίνητης περιουσίας σε ορισμένες ζώνες, απαγορεύοντας την εγκατάσταση δευτερευουσών κατοικιών, υπόκεινται στην υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κινήσεως κεφαλαίων (προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle, σκέψη 22, και Reisch κ.λπ., σκέψη 28).
|
|
35. Consequently, it is not evident that the interpretation of Community law sought bears no relation to the facts or the purpose of the action before the national court. The questions referred for a preliminary ruling are therefore admissible.
|
40 Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί μήπως το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν επιτρέπει εθνικά μέτρα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, σύμφωνα με το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου προς το Δικαστήριο.
|
|
36. It must therefore be considered whether Article 73b(1) of the Treaty precludes national rules such as the prior authorisation procedure at issue in the main proceedings.
|
41 Μολονότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG δεν εισάγει ρητή διάκριση μεταξύ των αυστριακών υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του ΕΟΧ, η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας την οποία θεσπίζει περιορίζει εξ ορισμού την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Reischl κ.λπ., σκέψη 32). Η εν λόγω διαδικασία εμπίπτει, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
Substance
|
42 Το μέτρο αυτό μπορεί πάντως να επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, ότι εφαρμόζεται χωρίς να δημιουργεί διακρίσεις και ότι τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή ότι είναι πρόσφορο προς εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που επιδιώκεται και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 40· απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital, Συλλογή 2002, σ. Ι-607, σκέψη 33, και προπαρατεθείσα απόφαση Reisch κ.λπ., σκέψη 33).
|
|
37. Ms Salzmann maintains that in the first place the prior authorisation procedure laid down in Paragraph 8(1) of the VGVG is, by its very existence, a restriction on the free movement of capital and does not comply with any of the three conditions of validity set out by the Court in paragraph 40 of Konle . In that connection, she submits, first, that prior authorisation, which entails an "obligation to build" for the acquirer of a building plot, is not justified by an objective in the general interest. Next, by requiring the acquirer to provide proof of the future use of the land to be acquired, Paragraph 8(3) of the VGVG allows the competent authorities an element of latitude which could be applied in a discretionary manner, as referred to in paragraph 41 of Konle . Finally, as to whether or not Paragraph 8(3) of the VGVG is proportionate, Ms Salzmann argues that the Landtag Vorarlberg (Parliament of the Land of Vorarlberg) was free to introduce measures more observant of fundamental freedoms. She therefore concludes that the prior authorisation procedure is incompatible with Article 73b(1) of the Treaty.
|
43 Όσον αφορά, κατ' αρχάς την προϋπόθεση της εξυπηρετήσεως σκοπού γενικού συμφέροντος, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, θεσπίζοντας τη διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας, το Landtag Vorarlberg επιδιώκει συγκεκριμένο χωροταξικό σκοπό. To Landtag Vorarlberg, εκτός του ότι έχει τη βούληση να εμποδίσει την οικοδόμηση ακινήτων που δεν πληρούν τους όρους του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, επιθυμεί να ευνοήσει την πλέον προσήκουσα χρήση των προς οικοδόμηση ακινήτων εκ μέρους των αγοραστών. Από τις επεξηγηματικές σημειώσεις περί του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 3, του VGVG (οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην έκθεση πεπραγμένων της 26ης βουλευτικής περιόδου του Landtag Vorarlberg, 1997), τη σπουδαιότητα των οποίων για την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου στην Αυστρία δέχθηκε το Δικαστήριο (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 41), προκύπτει η μέριμνα του Landtag Vorarlberg για τα θέματα αυτά.
|
|
38. In the second place, Paragraph 8(3) of the VGVG is not covered by the derogation provided for in Article 70 of the Act of Accession, since it entered into force on 1 January 1998, several months after the accession of the Republic of Austria to the European Union, and it is more restrictive than the system established by the provision previously in force.
|
44 Συναφώς, από παγία νομολογία προκύπτει ότι οι περιορισμοί στην εγκατάσταση δευτερευουσών κατοικιών σε ορισμένη γεωγραφική ζώνη, τους οποίους επιβάλλει ένα κράτος μέλος που επιδιώκει, προς εξυπηρέτηση χωροταξικών σκοπών, τη διατήρηση μόνιμου πληθυσμού και ανεξάρτητης έναντι του τουριστικού τομέα οικονομικής δραστηριότητας, μπορούν να θεωρηθούν ως συμβάλλοντες στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle, σκέψη 40, και Reisch κ.λπ., σκέψη 34).
|
|
39. As a preliminary point, it must be recalled that, although the legal regime applicable to property ownership is a field of competence reserved for the Member States under Article 222 of the EC Treaty (now Article 295 EC), it is not exempted from the fundamental rules of the Treaty (Konle , paragraph 38). Thus, national measures such as those at issue in the main proceedings, which regulate the acquisition of land for the purposes of prohibiting the establishment of secondary residences in certain areas, must comply with the provisions of the Treaty on the free movement of capital (Konle , paragraph 22, and Reisch , paragraph 28).
|
45 Όσον αφορά, στη συνέχεια, την προϋπόθεση της εφαρμογής του περιοριστικού μέτρου χωρίς να δημιουργούνται διακρίσεις, η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 3, του VGVG πρέπει να ερμηνεύεται αφενός υπό το πρίσμα της αρχής της νομιμότητας του άρθρου 18 του Ομοσπονδιακού Συντάγματος της Αυστρίας και αφετέρου λαμβανομένων υπόψη των επεξηγηματικών σημειώσεων τις οποίες αναφέρει η σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως. Από το άρθρο 18 του Ομοσπονδιακού Αυστριακού Συντάγματος προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται να χορηγεί την προηγούμενη άδεια εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της. Ομοίως, δυνάμει των εν λόγω επεξηγηματικών σημειώσεων, η προηγούμενη άδεια πρέπει να θεωρείται ως «μη εισάγων διάκριση περιορισμός κατά την κτήση της κυριότητας μη οικοδομημένων οικοπέδων». Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι η άδεια αυτή δεν συμβιβάζεται για τον ως άνω λόγο με το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
40. It is therefore necessary to consider whether Article 73b(1) of the Treaty precludes national measures such as those at issue in the main proceedings, as the national court asks the Court to do.
|
46 Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι ένα μέτρο όπως το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG, δεδομένου ότι επιβάλλει στον αγοραστή να αποδείξει τη μελλοντική χρήση του οικοπέδου που αγοράζει, αφήνει στην αρμόδια αρχή ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που μπορεί να προσομοιάζει με διακριτική ευχέρεια (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 41).
|
|
41. Although the wording of Paragraph 8(3) of the VGVG does not establish any formal discrimination between Austrian nationals and nationals of the other Member States of the European Union or the EEA, the prior authorisation procedure which it introduces restricts, by its very purpose, the free movement of capital (see, to that effect, Reisch , paragraph 32). That procedure therefore falls within the scope of the prohibition laid down in Article 73b(1) of the Treaty.
|
47 Συνεπώς, δεν αποκλείεται μια διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη να εφαρμόζεται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις.
|
|
42. Such a measure may nevertheless be permitted, provided that it pursues an objective in the public interest, is applied in a non-discriminatory way and observes the principle of proportionality, that is to say, is appropriate for ensuring that the aim pursued is achieved and does not go beyond what is necessary for that purpose (Konle , paragraph 40; Case C-390/99 Canal Satélite Digital [2002] ECR I-607, paragraph 33, and Reisch , paragraph 33).
|
48 Όσον αφορά, τέλος, την προϋπόθεση της αναλογικότητας, η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG είναι ανάλογο προς τον σκοπό γενικού συμφέροντος που του ανέθεσε το Landtag Vorarlberg. Εν πάση περιπτώσει, μια διαδικασία προηγουμένης δηλώσεως η οποία έχει κριθεί επαρκής για τα οικοδομημένα οικόπεδα προδήλως δεν αποτελεί, όσον αφορά τα οικοδομήσιμα οικόπεδα, μια λιγότερο περιοριστική εναλλακτική λύση σε σχέση με τη χορήγηση προηγούμενης αδείας, δεδομένου ότι δεν διασφαλίζει την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση των προς οικοδόμηση ακινήτων. Μόνον η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας, η οποία παρέχει τη δυνατότητα, ενδεχομένως, να απαιτούνται από τον αγοραστή ορισμένες συγκεκριμένες ενέργειες, διασφαλίζει το αποτέλεσμα αυτό.
|
|
43. With regard, first, to the condition relating to meeting an objective in the public interest, the Austrian Government maintains that, by introducing the prior authorisation procedure, the Landtag Vorarlberg is pursuing a specific objective of town and country planning. Apart from desiring to prevent the establishment of buildings contravening the specifications of land use plans, the Landtag Vorarlberg is also seeking to encourage the most judicious use of the available building land by acquirers. The explanatory memoranda on Paragraph 8(1) and (3) of the VGVG (published in the official record of proceedings of the XXVIth Landtag Vorarlberg, 1997), the significance of which in the interpretation and application of the law in Austria has been accepted by the Court (Konle , paragraph 41), attest to the concerns of the Landtag Vorarlberg.
|
49 Συναφώς, αναγνωρίζεται ότι μια διαδικασία απλής δηλώσεως δεν επιτρέπει οπωσδήποτε, αφ' εαυτής, την επίτευξη του στόχου που επιδιώκει η δημόσια αρχή με τη διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 46).
|
|
44. In that regard, it is settled case-law that restrictions on the establishment of secondary residences in a specific geographical area, which a Member State imposes in order to maintain, for town and country planning purposes, a permanent population and an economic activity independent of the tourist sector, may be regarded as contributing to an objective in the public interest (see Konle , paragraph 40, and Reisch , paragraph 34).
|
50 Εντούτοις, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, μια διαδικασία απλής δηλώσεως, εφόσον συνοδεύεται από κατάλληλα νομοθετήματα, μπορεί πράγματι να καταστήσει δυνατή την εξάλειψη της προϋποθέσεως της χορηγήσεως προηγούμενης αδείας, χωρίς να θιγεί η υλοποίηση των στόχων που επιδιώκει η δημόσια αρχή (αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-163/94, C-165/94 και C-250/94, Sanz de Lera κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-4821, σκέψη 27, και Konle, προπαρατεθείσα, σκέψεις 46 και 47).
|
|
45. Second, with regard to the condition of non-discriminatory application of the restrictive measure, the Austrian Government argues that the wording of Paragraph 8(3) of the VGVG must be interpreted both in the light of the principle of compliance with the law, as enshrined in Article 18 of the Austrian Federal Constitution, and in the light of the explanatory memoranda mentioned in paragraph 43 of this judgment. The effect of Article 18 of the Austrian Federal Constitution is that the competent authority must grant prior authorisation provided that the conditions to which the grant thereof is subject are fulfilled. Likewise, on the basis of those explanatory memoranda, prior authorisation must be regarded as a "non-discriminatory restriction at the time of the acquisition of unbuilt plots of land" . Consequently, it should not, on that basis, be held to be incompatible with Article 73b(1) of the Treaty.
|
51 Εν προκειμένω, σε μια κατάσταση η οποία διακρίνεται, αφενός, από τη δυνατότητα ελέγχου του αν η μελλοντική αγορά και οικοδόμηση συμβιβάζονται με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο, την οποία παρέχει στη δημόσια αρχή το σύστημα χορηγήσεως προηγούμενης αδείας, και, αφετέρου, από την ύπαρξη χρηματικών κυρώσεων, από την ύπαρξη δυνατότητας ασκήσεως ειδικής αγωγής περί ακυρώσεως της συμβάσεως πωλήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 2, του VGVG και από την ύπαρξη κυρώσεως συνισταμένης στον αναγκαστικό πλειστηριασμό του επίμαχου οικοπέδου, που μπορεί να διαταχθεί δυνάμει του άρθρου 28 του VGVG, η διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυτα αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του χωροταξικού σκοπού τον οποίο επιδιώκει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle, σκέψη 47, και Reisch κ.λπ., σκέψη 38). Σε μια τέτοια περίπτωση, το γενικό συμφέρον δεν επιτάσσει όπως η εκ μέρους της διοικητικής αρχής εξέταση του σχεδίου αγοράς ενός οικοδομήσιμου οικοπέδου αναστέλλει την άσκηση της ελευθερίας που διεκδικείται.
|
|
46. It must be observed, however, that, in so far as it requires the acquirer to produce proof of the future use of the land he is acquiring, a measure such as Paragraph 8(3) of the VGVG allows the competent administrative authority considerable latitude which may be akin to a discretionary power (see, to that effect, Konle , paragraph 41).
|
52 Λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου δυσμενούς διακρίσεως που ενυπάρχει σε μια διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη και του ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι απόλυτα αναγκαία για την επίτευξη του χωροταξικού σκοπού που επιδιώκει, η διαδικασία αυτή αποτελεί περιορισμό στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων ασυμβίβαστο προς το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
47. It is therefore possible that a prior authorisation procedure such as that at issue in the main proceedings could be applied in a discriminatory way.
|
53 Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας πρέπει ωστόσο να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Συνεπώς, η διατήρησή της σε ισχύ μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2000 δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG θεσπίστηκε πολλούς μήνες μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαπίστωση του Landesgericht ότι η «υποχρέωση οικοδομήσεως», την οποία υπέχει ο αγοραστής οικοδομήσιμου οικοπέδου, υφίσταται μόλις από της ενάρξεως ισχύος του νυν άρθρου 8, παράγραφος 3, είναι ανακριβής. Αντιθέτως, ορισμένες αγορές οικοπέδων είχαν ήδη υποβληθεί σε διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 1, στοιχείο b, του Vorarlberger Grundverkehrsgesetz (LGBl. 1977/18), όπως τροποποιήθηκε και δημοσιεύθηκε στην LGBl. 1987/63 (στο εξής: VGVG 1977). Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG είναι κατ' ουσίαν πανομοιότυπο προς τη νομοθεσία αυτή, η οποία ίσχυε κατά την ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα έκρινε το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle (σκέψη 52) και Beck και Bergdorf (σκέψη 34), θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
|
|
48. Finally, with regard to the condition of proportionality, the Austrian Government claims that Paragraph 8(3) of the VGVG is proportionate to the public-interest objective assigned to it by the Landtag Vorarlberg. In any event, a prior declaration procedure, while deemed sufficient for built land, clearly does not constitute, in the case of building land, a less restrictive alternative to prior authorisation, since it would not guarantee optimal utilisation of the available building land. Only the prior authorisation procedure, which makes it possible, where appropriate, to demand certain specific steps of the acquirer, guarantees such a result.
|
54 Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι κάθε διάταξη που θεσπίζεται μετά την ημερομηνία της προσχωρήσεως δεν αποκλείεται, εκ του γεγονότος αυτού και μόνον, από το σύστημα παρεκκλίσεων του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Έτσι, αν η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι κατ' ουσίαν παρεμφερής με την προηγούμενη ή εάν μόνον περιορίζει ή εξαλείφει εμπόδιο στην άσκηση των κοινοτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που περιλαμβάνονται στην προηγούμενη νομοθεσία, θα τύχει της παρεκκλίσεως (προπαρατεθείσες αποφάσεις Konle, σκέψη 52, και Beck και Bergdorf, σκέψη 34).
|
|
49. It must be acknowledged, in that regard, that a procedure simply involving a declaration is not necessarily sufficient to enable the aim pursued by the public authority by recourse to a prior authorisation procedure to be achieved (Konle , paragraph 46).
|
55 Το κριτήριο της κατ' ουσίαν ταυτίσεως, το οποίο επιτρέπει να περιλαμβάνεται μια νομοθεσία μεταγενέστερη της ημερομηνίας προσχωρήσεως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, ώστε η μεταγενέστερη νομοθεσία που βασίζεται σε διαφορετική λογική απ' ό,τι η προγενέστερη και θέτει σε εφαρμογή νέες διαδικασίες δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως νομοθεσία. Έτσι, το ευεργέτημα του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν μπορεί να επεκταθεί σε μεταγενέστερη νομοθεσία που έχει πλείονες ουσιώδεις διαφορές σε σχέση με την υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως νομοθεσία (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 53).
|
|
50. However, as the Court has already held, a procedure simply involving a declaration may in fact, if it is coupled with appropriate legal instruments, make it possible to eliminate the requirement of prior authorisation without undermining the effective pursuit of the aims of the public authority (Joined Cases C-163/94, C-165/94 and C-250/94 Sanz de Lera and Others [1995] ECR I-4821, paragraph 27, and Konle , paragraphs 46 and 47).
|
56 Εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του VGVG έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να διατηρεί σε ισχύ τη νομοθεσία περί δευτερευουσών κατοικιών, η οποία είχε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1995, ή αν έχει πλείονες ουσιώδεις διαφορές οι οποίες δεν επιτρέπουν να τύχει της παρεκκλίσεως την οποία θεσπίζει το άρθρο 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Beck και Bergdorf, σκέψη 36).
|
|
51. In this case, in a situation characterised, on the one hand, by the fact that under the system of prior declaration the public authority can check that acquisition and building projects conform to the land use plan, and, on the other hand, by the availability of pecuniary sanctions, of a specific action for annulment of the contract of sale, provided for in Paragraph 25(2) of the VGVG, and of a penalty consisting of the compulsory sale of the land in question, which may be ordered under Paragraph 28 of the VGVG, the prior authorisation procedure cannot be regarded as a measure strictly necessary in order to achieve the town and country planning objective pursued by the national legislation at issue in the main proceedings (see, to that effect, Konle , paragraph 47, and Reisch , paragraph 38). In such a situation, the public interest does not demand that the examination by the administrative authorities of the proposed acquisition of a plot of building land have the effect of suspending the exercise of the freedom claimed.
|
57 Συνεπώς, στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει διαδικασία χορηγήσεως προηγούμενης αδείας όπως αυτή την οποία καθιερώνει ο VGVG και ότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
|
|
52. In view of the risk of discrimination inherent in a prior authorisation procedure such as that at issue in the main proceedings, and of the fact that it is not strictly necessary in order to achieve the town and country planning objective pursued by it, that procedure constitutes a restriction on the free movement of capital, which is incompatible with Article 73b(1) of the Treaty.
|
Επί του τρίτου ερωτήματος
|
|
53. The Austrian Government argues that the prior authorisation procedure is nevertheless covered by the derogation provided for in Article 70 of the Act of Accession. Its maintenance in force until 1 January 2000 is therefore not incompatible with Community law. Although it is not disputed that Paragraph 8(3) of the VGVG was adopted several months after the accession of the Republic of Austria to the European Union, the Landesgericht's statement that the "building requirement" imposed on the acquirer of a plot of building land has existed only since the entry into force of Paragraph 8(3) in its present form is incorrect. On the contrary, certain land purchases were already subject to a prior authorisation procedure under Paragraphs 5(2) and 1(b) of the Vorarlberger Grundverkehrsgesetz (LGBl. 1977/18), as amended in LGBl. 1987/63 (hereinafter "the VGVG 1977" ). Paragraph 8(3) of the VGVG is, in substance, identical to that legislation, which was in force on the date of accession of the Republic of Austria to the European Union. Consequently, in accordance with the Court's findings in Konle (paragraph 52) and Beck and Bergdorf (paragraph 34), it is covered by Article 70 of the Act of Accession.
|
58 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν το παράρτημα ΧΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ δεν επέτρεπε τη θέσπιση, το 1993, κανονιστικής ρυθμίσεως υποβάλλουσας την αγορά των οικοδομήσιμων οικοπέδων σε σύστημα χορηγήσεως προηγούμενης αδείας.
|
|
54. It must be recalled that any provision adopted after the date of accession is not, by that fact alone, automatically excluded from the derogation laid down in Article 70 of the Act of Accession. Thus, if it is in substance identical to the previous legislation or if it is limited to reducing or eliminating an obstacle to the exercise of Community rights and freedoms in the earlier legislation, it will be covered by the derogation (Konle , paragraph 52, and Beck and Bergdorf , paragraph 34).
|
59 Η D. Salzmann ισχυρίζεται ότι η χορήγηση προηγούμενης αδείας είναι ασυμβίβαστη προς το παράρτημα ΧΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
|
|
55. The criterion of substantive identity, which allows legislation adopted after the date of accession to be included within the scope of Article 70 of the Act of Accession, is to be strictly interpreted, so that later legislation which is based on an approach which differs from that of the previous law and establishes new procedures cannot be treated as legislation existing at the time of accession. Thus, Article 70 of the Act of Accession cannot be applied to later legislation which includes a number of significant differences when compared with the legislation existing on the date of accession (Konle , paragraph 53).
|
60 Αφενός, θεωρεί ότι η ρήτρα standstill έχει κυρίως εφαρμογή στην αυστριακή νομοθεσία περί δευτερευουσών κατοικιών. Επισημαίνει ότι ο Bundes-Verfassungsgesetznovelle, ο οποίος παρέσχε στα ομόσπονδα κράτη την αρμοδιότητα να επιβάλλουν περιορισμούς στις μεταβιβάσεις ακινήτων που αφορούν οικοδομήσιμα οικόπεδα, εκδόθηκε στις 5 Ιουνίου 1992. Δεδομένου ότι είναι μεταγενέστερος της συμφωνίας ΕΟΧ δεν συμβιβάζεται προς το παράρτημα XII, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ. Κατά μείζονα λόγο, ο VGVG που εκδόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1993 βάσει αυτού του συνταγματικού νόμου είναι ωσαύτως ασυμβίβαστος προς τη Συμφωνία ΕΟΧ.
|
|
56. In this case, it is for the national court to determine whether Paragraph 8(3) of the VGVG has as its sole purpose the maintenance in force of the legislation on secondary residences which was applicable on 1 January 1995, or whether it includes significant differences which preclude its being covered by the derogation established by Article 70 of the Act of Accession (see, to that effect, Beck and Bergdorf , paragraph 36).
|
61 Αφετέρου, η D. Salzmann υποστηρίζει ότι η έννοια του όρου «υφιστάμενη νομοθεσία [κατά τον χρόνο συνάψεως της Συμφωνίας ΕΟΧ]» μπορεί να καλύπτει τις εθνικές διατάξεις που θεσπίστηκαν μετά τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΟΧ, αλλά υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τούτο μπορεί να συμβαίνει μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι σε καμία περίπτωση περιοριστικότερες των υφισταμένων στις 2 Μα_ου 1992 διατάξεων. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία.
|
|
57. The answer to be given to the first two questions referred for a preliminary ruling must therefore be that Article 73b(1) of the Treaty precludes a prior authorisation procedure such as that established by the VGVG and that it is for the national court to determine whether such a procedure is covered by the derogation established by Article 70 of the Act of Accession.
|
62 Η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Επιτροπή και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1999, C-321/97, Andersson και Wåkerås-Andersson (Συλλογή 1999, σ. Ι-3551, σκέψεις 27 επ.), ότι δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει τη Συμφωνία ΕΟΧ όσον αφορά τον πριν από την προσχώρηση των οικείων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρόνο.
|
|
The third question
|
63 Η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Επιτροπή και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ συνάγουν από τα ανωτέρω ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
|
|
58. By its third question, the national court seeks in essence to ascertain whether point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement precluded the adoption in 1993 of legislation making the acquisition of building land conditional upon a system of prior authorisation.
|
64 Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί, επικουρικώς, ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει το παράρτημα ΧΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο VGVG που εκδόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1993 δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, περιοριστικότερος από τον VGVG 1977, τον οποίο αντικατέστησε.
|
|
59. Ms Salzmann claims that prior authorisation is incompatible with point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement.
|
65 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο είναι κατ' αρχήν αρμόδιο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί της ερμηνείας της Συμφωνίας ΕΟΧ, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, όταν ένα τέτοιο ζήτημα έχει εγερθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Andersson και Wåkerås-Andersson, σκέψη 27).
|
|
60. On the one hand, she submits that that "standstill" clause applies in particular to the Austrian legislation on secondary residences. She points out that the Bundes-Verfassungsgesetznovelle, which authorised the Länder to introduce restrictions on land transactions relating to building land, was adopted on 5 June 1992. Since it was adopted after the date of signature of the EEA Agreement, it is inherently incompatible with point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement. The VGVG, which was adopted on 23 September 1993 on the basis of that constitutional law, is likewise and a fortiori incompatible with the EEA Agreement.
|
66 Όμως, η αρμοδιότητα αυτή για την ερμηνεία της Συμφωνίας ΕΟΧ βάσει του άρθρου 234 ΕΚ ισχύει μόνον όσον αφορά τις Κοινότητες. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ερμηνείας της Συμφωνίας αυτής όσον αφορά την εφαρμογή της εντός των κρατών της ΕΖΕΣ (προπαρατεθείσα απόφαση Andersson και Wåkerås-Andersson, σκέψη 28).
|
|
61. On the other hand, Ms Salzmann acknowledges that the concept of "legislation existing [at the date of signature of the EEA Agreement]" may cover national provisions adopted after the signature of the EEA Agreement, but she points out that, under the case-law of the Court, that is only on the condition that such provisions are in no case more restrictive than the provisions existing on 2 May 1992. That condition is not satisfied in the case of the national legislation at issue in the main proceedings.
|
67 Τέτοια αρμοδιότητα δεν απονέμεται στο Δικαστήριο ούτε στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, από τα άρθρα 108, παράγραφος 2, της Συμφωνίας αυτής και 34 της Συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (ΕΕ 1994, L 344, σ. 1), η οποία συνήφθη στις 2 Μα_ου 1992, προκύπτει ότι το Δικαστήριο ΕΖΕΣ είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της εφαρμοστέας εντός των κρατών της ΕΖΕΣ Συμφωνίας ΕΟΧ. Η Συμφωνία ΕΟΧ δεν περιέχει διάταξη προβλέπουσα παράλληλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (προπαρατεθείσα απόφαση Andersson και Wåkerås-Andersson, σκέψη 29).
|
|
62. The Austrian Government, the Commission and the EFTA Surveillance Authority point out that, in the judgment in Case C-321/97 Andersson and Wåkerås-Andersson [1999] ECR I-3551, paragraph 27 et seq., the Court held that it had no jurisdiction to interpret the EEA Agreement in relation to the period prior to the accession of the Member States concerned to the European Union.
|
68 Το γεγονός ότι το οικείο κράτος της ΕΖΕΣ προσχώρησε στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οπότε το ερώτημα έχει υποβληθεί από δικαστήριο κράτους μέλους, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να απονεμηθεί στο Δικαστήριο αρμοδιότητα ερμηνείας της Συμφωνίας ΕΟΧ όσον αφορά την εφαρμογή της σε καταστάσεις που δεν ανάγονται στην κοινοτική έννομη τάξη (προπαρατεθείσα απόφαση Andersson και Wåkerås-Andersson, σκέψη 30).
|
|
63. The Austrian Government, the Commission and the EFTA Surveillance Authority infer from that that it is unnecessary to answer the second question submitted by the national court.
|
69 Συγκεκριμένα, στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου περιλαμβάνεται η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είναι η Συμφωνία ΕΟΧ, όσον αφορά την εφαρμογή της εντός των νέων κρατών μελών από την ημερομηνία της προσχωρήσεώς τους (προπαρατεθείσα απόφαση Andersson και Wåkerås-Andersson, σκέψη 31).
|
|
64. The Austrian Government submits, in the alternative, that, if the Court takes the view that it has jurisdiction in this case to interpret point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement, it should be acknowledged that the VGVG adopted on 23 September 1993 is not, on any view, more restrictive than the VGVG 1977, which it superseded.
|
70 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει την έννοια των όρων «υφιστάμενη νομοθεσία», υπό την έννοια του παραρτήματος ΧΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ, προκειμένου να εκτιμήσει το εθνικό δικαστήριο μήπως ο VGVG που εκδόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1993 είναι περιοριστικότερος από τον VGVG 1977 και αν η Συμφωνία ΕΟΧ απαγόρευε το 1993 αυτή την τροποποίηση της νομοθεσίας. Έτσι, το Δικαστήριο θα οδηγείτο να αποφανθεί επί των συνεπειών της Συμφωνίας ΕΟΧ στην εθνική έννομη τάξη του αιτούντος δικαστηρίου για τον προ της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρόνο, δηλαδή επί καταστάσεως που δεν εμπίπτει στην κοινοτική έννομη τάξη.
|
|
65. In that regard, it must be recalled that the Court has, in principle, jurisdiction under Article 234 EC to give a preliminary ruling on the interpretation of the EEA Agreement where such a question is raised before a court or tribunal of a Member State of the European Union (Andersson and Wåkerås-Andersson , paragraph 27).
|
71 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο τρίτο υποβληθέν ερώτημα.
|
|
66. However, that jurisdiction to interpret the EEA Agreement under Article 234 EC applies solely with regard to the Communities. The Court therefore has no jurisdiction to rule on the interpretation of that agreement as regards its application in the EFTA States (Andersson and Wåkerås-Andersson , paragraph 28).
|
|
|
67. Nor has such jurisdiction has been conferred on the Court of Justice in the context of the EEA Agreement. Under Article 108(2) of that Agreement and Article 34 of the Agreement between the EFTA States on the establishment of a Surveillance Authority and a Court of Justice (OJ 1994 L 344, p. 1), the EFTA Court has jurisdiction to rule on the interpretation of the EEA Agreement applicable in the States of EFTA. There is no provision in the EEA Agreement for parallel jurisdiction to be exercised by the Court of Justice (Andersson and Wåkerås-Andersson , paragraph 29).
|
|
|
68. The fact that the EFTA State in question subsequently became a Member State of the European Union, so that the question emanates from a court or tribunal of one of the Member States, cannot have the effect of conferring on the Court of Justice jurisdiction to interpret the EEA Agreement as regards its application to situations which do not come within the Community legal order (Andersson and Wåkerås-Andersson , paragraph 30).
|
|
|
69. The jurisdiction of the Court of Justice covers the interpretation of Community law, of which the EEA Agreement forms an integral part, as regards its application in the new Member States with effect from the date of their accession (Andersson and Wåkerås-Andersson , paragraph 31).
|
|
|
70. In this case, the Court has been asked to interpret the concept of "existing legislation" within the meaning of point 1(e) of Annex XII to the EEA Agreement, for the purposes, for the national court, of determining whether or not the VGVG adopted on 23 September 1993 is more restrictive than the VGVG 1977 and whether, in 1993, the EEA Agreement precluded that amendment of legislation. The Court would thus be led to rule on the effects of the EEA Agreement, within the national legal system of which the referring court forms part, during the period prior to the accession of the Republic of Austria to the European Union, that is to say, in a situation which does not come within the Community legal order.
|
|
|
71. Accordingly, the Court has no jurisdiction to answer the third question submitted.
|
|