|
|
COMMUNICATION FROM THE COMMISSION on the precautionary principle
|
AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για την αρχή της προφύλαξης
|
|
|
ΣΥΝΟΨΗ
|
|
SUMMARY
|
1. Το πότε και πώς χρησιμοποιείται η αρχή της προφύλαξης είναι ένα ζήτημα που, τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και διεθνώς, προκαλεί πολλές συζητήσεις και οδηγεί στη διατύπωση ποικίλων και μερικές φορές αντικρουόμενων θέσεων. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με το δίλημμα της επίτευξης ισορροπίας μεταξύ αφενός των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των ατόμων, της βιομηχανίας και των οργανώσεων και αφετέρου της ανάγκης να μειωθεί ο κίνδυνος πρόκλησης δυσμενών συνεπειών στο περιβάλλον και στην υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών. Συνεπώς, η επίτευξη της σωστής ισορροπίας για τη λήψη μέτρων που να είναι ανάλογα με το πρόβλημα, να μην εισάγουν διακρίσεις και να είναι διαφανή και συνεπή, απαιτεί μια διαρθρωμένη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων με λεπτομερείς επιστημονικές και άλλες αντικειμενικές πληροφορίες.
|
|
1. The issue of when and how to use the precautionary principle, both within the European Union and internationally, is giving rise to much debate, and to mixed, and sometimes contradictory views. Thus, decision-makers are constantly faced with the dilemma of balancing the freedom and rights of individuals, industry and organisations with the need to reduce the risk of adverse effects to the environment, human, animal or plant health. Therefore, finding the correct balance so that the proportionate, non-discriminatory, transparent and coherent actions can be taken, requires a structured decision-making process with detailed scientific and other objective information.
|
2. Ο σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι τετραπλός:
|
|
2. The Communication's fourfold aim is to:
|
- να σκιαγραφηθεί η προσέγγιση της Επιτροπής για τη χρήση της αρχής της προφύλαξης
|
|
- outline the Commission's approach to using the precautionary principle,
|
- να καθορίσει τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την εφαρμογή της αρχής αυτής
|
|
- establish Commission guidelines for applying it,
|
- να διαμορφωθεί κοινό πεδίο κατανόησης για την αξιολόγηση, την εκτίμηση, τη διαχείριση και την κοινοποίηση των κινδύνων που η επιστήμη δεν είναι ακόμα σε θέση να αξιολογήσει πλήρως και
|
|
- build a common understanding of how to assess, appraise, manage and communicate risks that science is not yet able to evaluate fully, and
|
- να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης ως κεκαλυμμένη μορφή προστατευτισμού.
|
|
- avoid unwarranted recourse to the precautionary principle, as a disguised form of protectionism.
|
Η παρούσα ανακοίνωση επιδιώκει επίσης να συμβάλει στη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη για το θέμα αυτό, τόσο εντός της Κοινότητας όσο και διεθνώς.
|
|
It also seeks to provide an input to the ongoing debate on this issue, both within the Community and internationally.
|
3. Η αρχή της προφύλαξης δεν ορίζεται στη Συνθήκη η οποία την αναφέρει μόνο μία φορά - για την προστασία του περιβάλλοντος. Στην πράξη, το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης είναι πολύ ευρύτερο και καλύπτει τις περιπτώσεις εκείνες όπου η προκαταρκτική αντικειμενική επιστημονική αξιολόγηση επισημαίνει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας για το ότι δυνητικά επικίνδυνες συνέπειες για το περιβάλλον ή την υγεία του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών μπορεί να είναι ασυνεπείς με το υψηλό επίπεδο προστασίας που έχει επιλέξει η Κοινότητα.
|
|
3. The precautionary principle is not defined in the Treaty, which prescribes it only once - to protect the environment. But in practice, its scope is much wider, and specifically where preliminary objective scientific evaluation, indicates that there are reasonable grounds for concern that the potentially dangerous effects on the environment, human, animal or plant health may be inconsistent with the high level of protection chosen for the Community.
|
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Κοινότητα, όπως και άλλα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), έχει το δικαίωμα να καθορίζει το επίπεδο προστασίας - ειδικότερα σε ό,τι αφορά το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών - που θεωρεί προσήκον. Ο τρόπος εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης αποτελεί κλειδί για την πολιτική της και οι επιλογές της για το σκοπό αυτό θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις απόψεις που υπερασπίζεται διεθνώς, σχετικά με το πώς πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή αυτή.
|
|
The Commission considers that the Community, like other WTO members, has the right to establish the level of protection - particularly of the environment, human, animal and plant health, - that it deems appropriate. Applying the precautionary principle is a key tenet of its policy, and the choices it makes to this end will continue to affect the views it defends internationally, on how this principle should be applied.
|
4. Η αρχή της προφύλαξης πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο μιας διαρθρωμένης προσέγγισης για την ανάλυση του κινδύνου που περιέχει τρεις συνιστώσες: την αξιολόγηση του κινδύνου, τη διαχείριση του κινδύνου και την κοινοποίηση του κινδύνου. Η αρχή της προφύλαξης είναι ιδιαίτερα συναφής με τη διαχείριση του κινδύνου.
|
|
4. The precautionary principle should be considered within a structured approach to the analysis of risk which comprises three elements: risk assessment, risk management, risk communication. The precautionary principle is particularly relevant to the management of risk.
|
Η αρχή της προφύλαξης, που χρησιμοποιείται κυρίως από τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων κατά τη διαχείριση του κινδύνου, δεν πρέπει να συγχέεται με το στοιχείο της σύνεσης που οι επιστήμονες εφαρμόζουν όταν αξιολογούν τα επιστημονικά δεδομένα.
|
|
The precautionary principle, which is essentially used by decision-makers in the management of risk, should not be confused with the element of caution that scientists apply in their assessment of scientific data.
|
Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης προϋποθέτει ότι έχουν προσδιοριστεί τα δυνητικά επικίνδυνα αποτελέσματα ενός φαινομένου, προϊόντος ή διεργασίας και ότι η επιστημονική αξιολόγηση δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του κινδύνου με επαρκή βεβαιότητα.
|
|
Recourse to the precautionary principle presupposes that potentially dangerous effects deriving from a phenomenon, product or process have been identified, and that scientific evaluation does not allow the risk to be determined with sufficient certainty.
|
Η υιοθέτηση μιας προσέγγισης που θα βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης πρέπει να ξεκινά με μια επιστημονική αξιολόγηση, όσο το δυνατόν πληρέστερη, και όπου είναι δυνατόν, να προσδιορίζει σε κάθε στάδιο το βαθμό της επιστημονικής αβεβαιότητας.
|
|
The implementation of an approach based on the precautionary principle should start with a scientific evaluation, as complete as possible, and where possible, identifying at each stage the degree of scientific uncertainty.
|
5. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πρέπει να γνωρίζουν το βαθμό αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων. Η κρίση σχετικά με το ποιο είναι "αποδεκτό" επίπεδο κινδύνου για την κοινωνία είναι κατ' εξοχήν πολιτική ευθύνη. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων που βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα απαράδεκτο κίνδυνο, με επιστημονική αβεβαιότητα και με τις ανησυχίες της κοινής γνώμης έχουν καθήκον να δώσουν απαντήσεις. Συνεπώς όλοι αυτοί οι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
|
|
5. Decision-makers need to be aware of the degree of uncertainty attached to the results of the evaluation of the available scientific information. Judging what is an "acceptable" level of risk for society is an eminently political responsibility. Decision-makers faced with an unacceptable risk, scientific uncertainty and public concerns have a duty to find answers. Therefore, all these factors have to be taken into consideration.
|
Σε ορισμένες περιπτώσεις η σωστή απάντηση μπορεί να είναι να μην γίνει καμία ενέργεια ή τουλάχιστον να μην θεσπιστούν δεσμευτικά νομικά μέτρα. Σε περίπτωση απόφασης για να γίνουν κάποιες ενέργειες υπάρχει ένα ευρύτατο φάσμα πρωτοβουλιών, από νομικώς δεσμευτικά μέτρα μέχρι την κατάρτιση ενός ερευνητικού σχεδίου ή τη διατύπωση μιας σύστασης.
|
|
In some cases, the right answer may be not to act or at least not to introduce a binding legal measure. A wide range of initiatives is available in the case of action, going from a legally binding measure to a research project or a recommendation.
|
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι διαφανής και να εμπλέκει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη όσο το δυνατό νωρίτερα και στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση.
|
|
The decision-making procedure should be transparent and should involve as early as possible and to the extent reasonably possible all interested parties.
|
6. 1/4ταν κριθεί αναγκαία η ανάληψη δράσης, τα μέτρα βάσει της αρχής της προφύλαξης πρέπει να είναι inter alia:
|
|
6. Where action is deemed necessary, measures based on the precautionary principle should be, inter alia:
|
- ανάλογα προς το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας,
|
|
- proportional to the chosen level of protection,
|
- μη επιφέροντα διακρίσεις κατά την εφαρμογή τους,
|
|
- non-discriminatory in their application,
|
- συνεπή με παρόμοια μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί,
|
|
- consistent with similar measures already taken,
|
- να βασίζονται σε εξέταση των ενδεχόμενων οφελών και του κόστους της δράσης ή της μη ανάληψης δράσης (συμπεριλαμβανομένης, όπου χρειάζεται και είναι εφικτό, μιας οικονομικής ανάλυσης κόστους/οφέλους),
|
|
- based on an examination of the potential benefits and costs of action or lack of action (including, where appropriate and feasible, an economic cost/benefit analysis),
|
- να υπόκεινται σε αναθεώρηση, υπό το φως των νέων επιστημονικών δεδομένων, και
|
|
- subject to review, in the light of new scientific data, and
|
- να είναι σε θέση να αποδίδουν ευθύνες για την προσκόμιση των επιστημονικών αποδείξεων που είναι απαραίτητες για μια εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.
|
|
- capable of assigning responsibility for producing the scientific evidence necessary for a more comprehensive risk assessment.
|
Αναλογικότητα σημαίνει ότι τα μέτρα είναι ειδικά προσαρμοσμένα στο επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας,. Ο κίνδυνος σπάνια μπορεί να μηδενιστεί αλλά μια ελλιπής αξιολόγηση του κινδύνου μπορεί να μειώσει σημαντικά το φάσμα των επιλογών που διαθέτουν οι διαχειριστές του κινδύνου. Η καθολική απαγόρευση μπορεί να μην συνιστά αντίδραση ανάλογη με ένα δυνητικό κίνδυνο σε όλες τις περιπτώσεις. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι η μόνη δυνατή απάντηση σε ένα δεδομένο κίνδυνο.
|
|
Proportionality means tailoring measures to the chosen level of protection. Risk can rarely be reduced to zero, but incomplete risk assessments may greatly reduce the range of options open to risk managers. A total ban may not be a proportional response to a potential risk in all cases. However, in certain cases, it is the sole possible response to a given risk.
|
Μέτρα μη επιφέροντα διακρίσεις σημαίνει ότι συγκρίσιμες καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν ίδιας αντιμετώπισης και ότι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για κάτι τέτοιο.
|
|
Non-discrimination means that comparable situations should not be treated differently, and that different situations should not be treated in the same way, unless there are objective grounds for doing so.
|
Συνέπεια σημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής και η φύση των μέτρων πρέπει να είναι συγκρίσιμα με εκείνα των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί σε ισοδύναμα πεδία και όπου ήταν διαθέσιμα όλα τα επιστημονικά δεδομένα.
|
|
Consistency means that measures should be of comparable scope and nature to those already taken in equivalent areas in which all scientific data are available.
|
Η εξέταση του κόστους και των οφελών συνεπάγεται τη σύγκριση του συνολικού κόστους που θα έχουν για την Κοινότητα η ανάληψη και η μη ανάληψη δράσης, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Δεν πρόκειται για μια απλή οικονομική ανάλυση κόστους-οφέλους: το πεδίο εφαρμογής είναι πολύ ευρύτερο και περιλαμβάνει την εξέταση μη οικονομικών στοιχείων, όπως είναι η αποτελεσματικότητα των δυνατών επιλογών και η αποδοχή τους από την κοινή γνώμη. Κατά την εξέταση αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η γενική αρχή και η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις οποίες η προστασία της υγείας υπερισχύει των οικονομικών συμφερόντων.
|
|
Examining costs and benefits entails comparing the overall cost to the Community of action and lack of action, in both the short and long term. This is not simply an economic cost-benefit analysis: its scope is much broader, and includes non-economic considerations, such as the efficacy of possible options and their acceptability to the public. In the conduct of such an examination, account should be taken of the general principle and the case law of the Court that the protection of health takes precedence over economic considerations.
|
Μέτρα υποκείμενα σε αναθεώρηση υπό το φως νέων επιστημονικών δεδομένων, σημαίνει ότι τα μέτρα που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης πρέπει να διατηρούνται εν ισχύ όσο τα επιστημονικά στοιχεία παραμένουν ελλιπή ή μη καταληκτικά και όσο ο κίνδυνος θεωρείται τόσο μεγάλος ώστε να μην είναι δυνατόν να γίνει ανεκτός από την κοινωνία, δεδομένου του επιλεγέντος επιπέδου προστασίας. Τα μέτρα πρέπει να αναθεωρούνται περιοδικώς υπό το φως της επιστημονικής προόδου και να τροποποιούνται ανάλογα.
|
|
Subject to review in the light of new scientific data, means measures based on the precautionary principle should be maintained so long as scientific information is incomplete or inconclusive, and the risk is still considered too high to be imposed on society, in view of chosen level of protection. Measures should be periodically reviewed in the light of scientific progress, and amended as necessary.
|
Η απόδοση ευθύνης για την προσκόμιση επιστημονικών αποδείξεων είναι ήδη κοινή συνέπεια των μέτρων αυτών. Οι χώρες που επιβάλουν την απαίτηση προηγούμενης έγκρισης (άδεια κυκλοφορίας στο εμπόριο) για προϊόντα που κρίνουν a priori επικίνδυνα αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης της ζημίας, χαρακτηρίζοντας τα προϊόντα αυτά ως επικίνδυνα εκτός εάν και μέχρις ότου οι επιχειρήσεις πραγματοποιήσουν την επιστημονική εργασία που είναι αναγκαία για να αποδειχθεί ότι τα προϊόντα αυτά είναι ασφαλή.
|
|
Assigning responsibility for producing scientific evidence is already a common consequence of these measures. Countries that impose a prior approval (marketing authorisation) requirement on products that they deem dangerous a priori reverse the burden of proving injury, by treating them as dangerous unless and until businesses do the scientific work necessary to demonstrate that they are safe.
|
1/4που δεν υπάρχει διαδικασία προέγκρισης, μπορεί να εναπόκειται στο χρήστη ή τις δημόσιες αρχές να αποδείξουν τη φύση μιας πηγής κινδύνου και το επίπεδο του κινδύνου που ενδέχεται να έχει ένα προϊόν ή μια διεργασία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να ληφθεί ένα ειδικό μέτρο προφύλαξης για να μετατοπιστεί το βάρος απόδειξης στον παραγωγό, τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι γενικός κανόνας.
|
|
Where there is no prior authorisation procedure, it may be up to the user or to public authorities to demonstrate the nature of a danger and the level of risk of a product or process. In such cases, a specific precautionary measure might be taken to place the burden of proof upon the producer, manufacturer or importer, but this cannot be made a general rule.
|
|
|
|
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
|
|
Table of Contents
|
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
|
|
1. Introduction
|
2. ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ
|
|
2. The goals of this communication
|
3. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
|
|
3. The precautionary principle in the European Union
|
5. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ
|
|
4. The precautionary principle in international law
|
5.1 Οι κινητήριοι παράγοντες για την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης
|
|
5. The constituent parts of the precautionary principle
|
5.1.1 Εντοπισμός των δυνάμει αρνητικών αποτελεσμάτων
|
|
5.1. Factors triggering recourse to the precautionary principle
|
5.1.2 Επιστημονική αξιολόγηση
|
|
5.1.1. Identification of potentially negative effects
|
5.1.3 Επιστημονική αβεβαιότητα
|
|
5.1.2. Scientific evaluation
|
5.2. Τα μέτρα που απορρέουν από την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης
|
|
5.1.3. Scientific uncertainty
|
5.2.1. Η απόφαση για την ανάληψη ή όχι δράσης
|
|
5.2. Measures resulting from reliance on the precautionary principle
|
5.2.2. Φύση της ενδεχομένως αποφασισθείσας δράσης
|
|
5.2.1. The decision whether or not to act
|
6. ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ
|
|
5.2.2. Nature of the action ultimately taken
|
6.1.Υλοποίηση
|
|
6. Guidelines for applying the precautionary principle.
|
6.2. Ο κινητήριος μοχλός
|
|
6.1. Implementation
|
6.3. Οι γενικές εφαρμοστέες αρχές
|
|
6.2. The triggering factor
|
6.3.1. Η αναλογικότητα
|
|
6.3. The general principles of application
|
6.3.2. Η μη διακριτική μεταχείριση
|
|
6.3.1. Proportionality
|
6.3.3. Η συνέπεια
|
|
6.3.2. Non-discrimination
|
6.3.4. Η εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων που συνεπάγονται η ανάληψη δράσης ή η μη ανάληψη δράσης
|
|
6.3.3. Consistency
|
6.3.5. Η εξέταση της επιστημονική εξέλιξης
|
|
6.3.4. Examination of the benefits and costs of action and lack of action
|
6.4. Το βάρος απόδειξης
|
|
6.3.5. Examination of scientific developments
|
7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
|
|
6.4. The burden of proof
|
|
|
7. CONCLUSION
|
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
|
|
ANNEX I
|
Ορισμένα πρόσφατα γεγονότα έδειξαν ότι η κοινή γνώμη έχει αυξημένη αντίληψη των κινδύνων στους οποίους ενδέχεται να εκτίθενται οι πληθυσμιακές ομάδες ή το περιβάλλον τους.
|
|
· The legislative texts
|
Η εκπληκτική ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας ευνόησε αυτήν τη νέα ικανότητα ευαισθητοποίησης ως προς την εμφάνιση νέων κινδύνων, προτού οι επιστημονικές έρευνες προλάβουν να ρίξουν φως στο πρόβλημα. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους φόβους που συνοδεύουν αυτήν την αντίληψη και να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα για την εξάλειψη αυτών των φόβων, ή τουλάχιστον να περιορίζουν τον κίνδυνο σε ένα ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο. Το Συμβούλιο ενέκρινε στις 13 Απριλίου 1999 ψήφισμα με το οποίο ζητά από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων, «να είναι στο μέλλον περισσότερο αποφασισμένη να χρησιμοποιεί την αρχή της προφύλαξης κατά τη σύνταξη προτάσεων νομοθετικών πράξεων και στις άλλες της δραστηριότητες τις σχετικές με τους καταναλωτές και να αναπτύσσει κατά προτεραιότητα σαφείς και αποτελεσματικές κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή αυτής της αρχής». Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί συνιστώσα της απάντησης της Επιτροπής.
|
|
· Case law
|
Η διάσταση της αρχής της προφύλαξης ξεπερνά τις προβληματικές που συνδέονται με τους κινδύνους σε βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Αφορά επίσης φαινόμενα των οποίων η χρονική εμβέλεια είναι μακροπρόθεσμη και επηρεάζει την ευημερία των μελλοντικών γενεών.
|
|
· Policy orientations
|
1/4ταν αποφασίζουμε για τη λήψη μέτρων χωρίς να περιμένουμε να διαθέτουμε όλες τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις, αυτό παραπέμπει σαφώς σε μια προσέγγιση βασισμένη στην προφύλαξη.
|
|
ANNEX II
|
Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με το δίλημμα της επίτευξης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των ατόμων, της βιομηχανίας και των οργανώσεων και, αφετέρου, της ανάγκης να μειωθεί ή να εξαλειφθεί ο κίνδυνος δυσμενών αποτελεσμάτων για το περιβάλλον ή την υγεία.
|
|
ANNEX III
|
Η εξεύρεση της σωστής ισορροπίας ώστε να μπορέσουν να ληφθούν αποφάσεις ανάλογες με τον κίνδυνο, μη εισάγουσες διακρίσεις, διαφανείς και συνεπείς, οι οποίες ταυτόχρονα να διασφαλίζουν το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας, απαιτεί μια δομημένη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων συνοδεία λεπτομερών επιστημονικών και άλλων αντικειμενικών πληροφοριών. Η δομή αυτή παρέχεται από τα τρία συστατικά στοιχεία της ανάλυσης κινδύνων: την αξιολόγηση του κινδύνου, την επιλογή της στρατηγικής για τη διαχείριση του κινδύνου και την κοινοποίηση του κινδύνου.
|
|
|
Κάθε αξιολόγηση κινδύνου πρέπει να βασίζεται στο υπάρχον σώμα των επιστημονικών και στατιστικών δεδομένων. Συνήθως οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται όταν υπάρχουν επαρκείς διαθέσιμες πληροφορίες για τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα αλλά σε άλλες περιστάσεις μπορεί να εκλείπουν ορισμένα δεδομένα.
|
|
1. Introduction
|
Το εάν θα γίνει ή όχι προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης είναι μια απόφαση η οποία λαμβάνεται υπό συνθήκες όπου οι επιστημονικές πληροφορίες είναι ανεπαρκείς, μη καταληκτικές ή αβέβαιες και όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ενδεχόμενα αποτελέσματα για το περιβάλλον ή την υγεία του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών είναι δυνάμει επικίνδυνα και ασυνεπή με το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας.
|
|
A number of recent events has shown that public opinion is becoming increasingly aware of the potential risks to which the population or their environment are potentially exposed.
|
2. ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ
|
|
Enormous advances in communications technology have fostered this growing sensitivity to the emergence of new risks, before scientific research has been able to fully illuminate the problems. Decision-makers have to take account of the fears generated by these perceptions and to put in place preventive measures to eliminate the risk or at least reduce it to the minimum acceptable level. On 13 April 1999 the Council adopted a resolution urging the Commission inter alia " to be in the future even more determined to be guided by the precautionary principle in preparing proposals for legislation and in its other consumer-related activities and develop as priority clear and effective guidelines for the application of this principle". This Communication is part of the Commission's response.
|
Σκοπός της ανακοίνωσης αυτής είναι να ενημερωθούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδιαίτερα δε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη, για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εφαρμόζει ή προτίθεται να εφαρμόσει την αρχή της προφύλαξης όταν πρόκειται να λάβει αποφάσεις σχετικά με τη θέση ενός κινδύνου υπό έλεγχο. Ωστόσο, η παρούσα ανακοίνωση γενικής εμβέλειας δεν στοχεύει στο να θέσει τέρμα στη συζήτηση αλλά να συμβάλει στον τρέχοντα προβληματισμό, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
|
|
The dimension of the precautionary principle goes beyond the problems associated with a short or medium-term approach to risks. It also concerns the longer run and the well-being of future generations.
|
Η παρούσα ανακοίνωση επιδιώκει να διαμορφώσει ένα κοινό πεδίο για την κατανόηση των παραγόντων που οδηγούν στην προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης και της θέσης που κατέχει η αρχή αυτή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και στο να διατυπώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης που θα βασίζονται σε ορθολογικές και συνεκτικές αρχές.
|
|
A decision to take measures without waiting until all the necessary scientific knowledge is available is clearly a precaution-based approach.
|
Οι προσανατολισμοί που σκιαγραφούνται στην παρούσα ανακοίνωση έχουν μόνο την πρόθεση να χρησιμεύσουν ως γενικές κατευθυντήριες γραμμές και δεν επιδιώκουν με κανένα τρόπο να τροποποιήσουν ή να επηρεάσουν τις διατάξεις της Συνθήκης ή του παράγωγου κοινοτικού δικαίου.
|
|
Decision-makers are constantly faced with the dilemma of balancing the freedoms and rights of individuals, industry and organisations with the need to reduce or eliminate the risk of adverse effects to the environment or to health.
|
Ένας άλλος στόχος είναι να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για κεκαλυμμένο προστατευτισμό. Η ανάπτυξη διεθνών κατευθυντήριων γραμμών θα μπορούσε να διευκολύνει την επίτευξη του στόχου αυτού. Η Επιτροπή θέλει επίσης να υπογραμμίσει στην ανακοίνωσή της αυτή ότι η μελετώμενη χρήση της αρχής της προφύλαξης σέβεται τις υποχρεώσεις αυτές και καθόλου δεν αποτελεί μέσο για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμφωνίες του ΠΟΕ.
|
|
Finding the correct balance so that proportionate, non-discriminatory, transparent and coherent decisions can be arrived at, which at the same time provide the chosen level of protection, requires a structured decision making process with detailed scientific and other objective information. This structure is provided by the three elements of risk analysis: the assessment of risk, the choice of risk management strategy and the communication of the risk.
|
Είναι επίσης απαραίτητο να τερματισθεί η σύγχυση που υφίσταται μεταξύ της χρήσης της αρχής της προφύλαξης και της επιδίωξης εκμηδένισης του κινδύνου, κάτι που στην πραγματικότητα υφίσταται σπανιότατα. Η επιδίωξη υψηλού επιπέδου προστασίας για την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον και τους καταναλωτές εντάσσεται στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς που αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της Κοινότητας.
|
|
Any assessment of risk that is made should be based on the existing body of scientific and statistical data. Most decisions are taken where there is sufficient information available for appropriate preventive measures to be taken but in other circumstances, these data may be wanting in some respects.
|
Η Κοινότητα έχει ήδη προσφύγει στο παρελθόν στην αρχή της προφύλαξης. Ιδιαίτερη πείρα έχει συσσωρευτεί εδώ και καιρό σε θέματα περιβάλλοντος για το οποίο πολλά μέτρα εμπνέονται από την αρχή της προφύλαξης, όπως αυτά που αφορούν την προστασία της στιβάδας του όζοντος ή σε θέματα μεταβολών του κλίματος.
|
|
Whether or not to invoke the Precautionary Principle is a decision exercised where scientific information is insufficient, inconclusive, or uncertain and where there are indications that the possible effects on the environment, or human, animal or plant health may be potentially dangerous and inconsistent with the chosen level of protection.
|
3. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
|
|
2. The goals of this communication
|
Η Κοινότητα επεδίωξε σταθερά την επίτευξη προστασίας υψηλού επιπέδου, μεταξύ άλλων σε θέματα περιβάλλοντος και υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα μέτρα που επιτρέπουν την επίτευξη αυτού του υψηλού επιπέδου προστασίας μπορούν να καθορίζονται σε επαρκείς επιστημονικές βάσεις. Ωστόσο όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας για το ότι δυνητικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να πλήξουν το περιβάλλον, την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, αλλά τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν λεπτομερή αξιολόγηση των κινδύνων αυτών, έχει γίνει πολιτικώς δεκτή η αρχή της προφύλαξης ως στρατηγική διαχείρισης των κινδύνων σε πολλούς τομείς.
|
|
The aim of this Communication is to inform all interested parties, in particular the European Parliament the Council and Member States of the manner in which the Commission applies or intends to apply the precautionary principle when faced with taking decisions relating to the containment of risk. However, this general Communication does not claim to be the final word - rather, the idea is to provide input to the ongoing debate both at Community and international level.
|
Προκειμένου να δοθεί πληρέστερη εικόνα της προσφυγής στην αρχή της προφύλαξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει να εξετασθούν τα νομοθετικά κείμενα, η νομολογία που ανέπτυξε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή το Πρωτοδικείο και οι πολιτικοί προσανατολισμοί που απορρέουν από τα κείμενα αυτά.
|
|
This Communication seeks to establish a common understanding of the factors leading to recourse to the precautionary principle and its place in decision making, and to establish guidelines for its application based on reasoned and coherent principles.
|
Νομικά κείμενα
|
|
The guidelines outlined in this Communication are only intended to serve as general guidance and in no way to modify or affect the provisions of the Treaty or secondary Community legislation.
|
Το σημείο αφετηρίας για την ανάλυσή μας βρίσκεται στα νομικά κείμενα στα οποία υπάρχει ρητή ή έμμεση αναφορά στην αρχή της προφύλαξης. (Παράρτημα I, Αναφορά 1).
|
|
Another objective is to avoid unwarranted recourse to the precautionary principle, which in certain cases could serve as a justification for disguised protectionism. Accordingly the development of international guidelines could facilitate the achievement of this end. The Commission also wishes to stress in this Communication that, far from being a way of evading obligations arising from the WTO Agreements, the envisaged use of the precautionary principle complies with these obligations.
|
Σε κοινοτικό επίπεδο, η μόνη ρητή αναφορά στην αρχή της προφύλαξης βρίσκεται στον τίτλο για το περιβάλλον της συνθήκης ΕΚ και συγκεκριμένα στο άρθρο 174. Δεν πρέπει ωστόσο να συνάγουμε ότι η αρχή αυτή είναι εφαρμόσιμη μόνο στον τομέα του περιβάλλοντος. (Παράρτημα I, Αναφορές 2, 3 και 4). Παρ' όλο που η αρχή αναφέρεται στη Συνθήκη, δεν δίνεται ορισμός.
|
|
It is also necessary to clarify a misunderstanding as regards the distinction between reliance on the precautionary principle and the search for zero risk, which in reality is rarely to be found. The search for a high level of health and safety and environmental and consumer protection belongs in the framework of the single market, which is a cornerstone of the Community.
|
1/4πως συμβαίνει και με άλλες γενικές έννοιες που περιέχονται στη νομοθεσία, όπως η έννοια της επικουρικότητας ή της αναλογικότητας, εναπόκειται στους υπευθύνους λήψης αποφάσεων και σε τελευταίο βαθμό στα δικαιοδοτικά όργανα, να διευκρινίζουν τα όρια της αρχής αυτής. Με άλλα λόγια η εμβέλεια της αρχής της προφύλαξης συνδέεται επίσης με την εξέλιξη της νομολογίας η οποία κατά κάποιο τρόπο επηρεάζεται από τις κοινωνικές και πολιτικές αξίες που κυριαρχούν στην κοινωνία.
|
|
The Community has already relied on the precautionary principle. Abundant experience has been gained over many years in the environmental field, where many measures have been inspired by the precautionary principle, such as measures to protect the ozone layer or concerning climate change.
|
Δεν πρέπει ωστόσο να συμπεράνουμε ότι η έλλειψη ορισμού σημαίνει αβεβαιότητα δικαίου. Η πρακτική που ακολουθείται κατά την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης από τα κοινοτικά όργανα και ο δικαστικός έλεγχος επιτρέπουν στην πράξη τον ακριβέστερο ορισμό της εμβέλειας της έννοιας της αρχής της προφύλαξης.
|
|
3. The precautionary principle in the European Union
|
Η νομολογία
|
|
The Community has consistently endeavoured to achieve a high level of protection, among others in environment and human, animal or plant health. In most cases, measures making it possible to achieve this high level of protection can be determined on a satisfactory scientific basis. However, when there are reasonable grounds for concern that potential hazards may affect the environment or human, animal or plant health, and when at the same time the available data preclude a detailed risk evaluation, the precautionary principle has been politically accepted as a risk management strategy in several fields.
|
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Πρωτοδικείο είχαν ήδη την ευκαιρία να ελέγξουν την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης σε υποθέσεις και με τον τρόπο αυτό να ξεκινήσουν να αναπτύσσουν μια σχετική νομολογία. (βλ. Παράρτημα I, Αναφορές 5, 6 και 7).
|
|
To understand fully the use of the precautionary principle in the European Union, it is necessary to examine the legislative texts, the case law of the Court of Justice and the Court of First Instance, and the policy approaches that have emerged.
|
Οι πολιτικοί προσανατολισμοί
|
|
Legal Texts
|
Αυτοί διαφαίνονται σε ό,τι αφορά την Επιτροπή στο Πράσινο Βιβλίο που εξέδωσε σχετικά με τις γενικές αρχές της νομοθεσίας τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ανακοίνωσή της της 30ής Απριλίου 1997 για την υγεία των καταναλωτών και την ασφάλεια των τροφίμων, σε ό,τι αφορά το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 10ης Μαρτίου 1998 σχετικά με το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής, σε ό,τι αφορά το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 13ης Απριλίου 1999 και σε ό,τι αφορά τη μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή του ΕΟΧ (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος) στο ψήφισμά της της 16ης Μαρτίου 1999 (Παράρτημα Ι, Αναφορές 8-12).
|
|
The analysis starts with the legal texts which explicitly or implicitly refer to the precautionary principle (Annex I, Ref. 1).
|
Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι η αρχή της προφύλαξης είναι μια αρχή γενικής εφαρμογής που πρέπει να λαμβάνεται ιδίως υπόψη στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών.
|
|
At Community level the only explicit reference to the precautionary principle is to be found in the environment title of the EC Treaty, and more specifically Article 174. However, one cannot conclude from this that the principle applies only to the environment (Annex I, Refs. 2 and 3). Although the principle is adumbrated in the Treaty, it is not defined there.
|
|
|
Like other general notions contained in the legislation, such as subsidiarity or proportionality, it is for the decision-makers and ultimately the courts to flesh out the principle. In other words, the scope of the precautionary principle also depends on trends in case law, which to some degree are influenced by prevailing social and political values.
|
Παρ' όλο που στη Συνθήκη η αρχή της προφύλαξης δεν αναφέρεται ρητώς παρά μόνον στον τομέα του περιβάλλοντος, το πεδίο εφαρμογής της είναι πολύ ευρύτερο. Καλύπτει εκείνες τις συγκεκριμένες περιστάσεις όπου τα επιστημονικά τεκμήρια είναι ανεπαρκή, μη καταληκτικά ή αβέβαια και όπου υπάρχουν ενδείξεις, χάρη σε μια προκαταρκτική αντικειμενική επιστημονική αξιολόγηση, ότι είναι λογικό να υπάρχουν ανησυχίες για το ότι τα δυνάμει επικίνδυνα αποτελέσματα για το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών είναι ασυνεπή με το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας.
|
|
However, it would be wrong to conclude that the absence of a definition has to lead to legal uncertainty. The Community authorities' practical experience with the precautionary principle and its judicial review make it possible to get an ever-better handle on the precautionary principle.
|
4. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
|
|
Case law
|
Σε διεθνές επίπεδο για πρώτη φορά αναγνωρίζεται η αρχή της προφύλαξης στον Παγκόσμιο Χάρτη για τη Φύση που εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1982. Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε σε διάφορες διεθνείς συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. (Βλ. Παράρτημα ΙΙ).
|
|
The Court of Justice of the European Communities and the Court of First Instance have already had occasion to review the application of the precautionary principle in cases they have adjudicated and hence to develop case law in this area. (see Annex I, Refs. 5, 6 and 7)
|
Η καθιέρωση της αρχής αυτής έγινε κατά τη διάσκεψη του Ρίο για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, στη διάρκεια της οποίας εγκρίθηκε η δήλωση του Ρίο, όπου στην αρχή 15 αναφέρεται: "προκειμένου να προστατευθεί το περιβάλλον, η προσέγγιση βάσει της προφύλαξης πρέπει να εφαρμόζεται ευρέως από τα κράτη ανάλογα με τις ικανότητές τους. 1/4που υφίσταται απειλή για σοβαρή ή αμετάκλητη ζημία, η έλλειψη πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναβολή λήψης μέτρων αποτελεσματικών ως προς το κόστος προκειμένου να προληφθεί η υποβάθμιση του περιβάλλοντος». Εξάλλου η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και η σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα, που εγκρίθηκαν στην ίδια διάσκεψη, περιέχουν και οι δύο αναφορά στην αρχή της προφύλαξης. Πρόσφατα, στις 28 Ιανουαρίου 2000, κατά τη διάσκεψη των μερών της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα, στο πρωτόκολλο για τη βιοασφάλεια σχετικά με την ασφαλή μεταφορά, μεταχείριση και χρησιμοποίηση ζώντων τροποποιημένων οργανισμών προϊόντων της βιοτεχνολογίας επιβεβαιώθηκε η θεμελιώδης λειτουργία της αρχής της προφύλαξης (βλ. Παράρτημα ΙΙ).
|
|
Policy orientations
|
Συνεπώς προκύπτει ότι η αρχή αυτή εδραιώθηκε σταδιακά στο διεθνές δίκαιο του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του οποίου εξελίχθηκε σε γνήσια αρχή του διεθνούς δικαίου με γενική εμβέλεια.
|
|
Policy orientations were set out by the Commission in the Green Paper on the General Principles of Food Safety and the Communication of 30 April 1997 on Consumer Health and Food Safety, by Parliament in its Resolution of 10 March 1998 concerning the Green Paper, by the Council in its Resolution of 13 April 1999 and by the Joint Parliamentary Committee of the EEA (European Economic Area) in its Resolution of 16 March 1999 (Annex I, Refs. 8-12).
|
Οι συμφωνίες του ΠΟΕ επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση αυτή. Το προοίμιο της συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ δίνει έμφαση στους όλο και στενότερους δεσμούς μεταξύ του διεθνούς εμπορίου και της προστασίας του περιβάλλοντος. [1] Μια συνεπής προσέγγιση συνεπάγεται ότι η αρχή της προφύλαξης έχει ληφθεί δεόντως υπόψη στις συμφωνίες αυτές, ιδίως στη συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (SPS) καθώς και στη συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο (TBT), προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι αυτή η αρχή που έχει γενικό χαρακτήρα εφαρμόζεται κατάλληλα σ' αυτήν την έννομη τάξη.
|
|
Hence the Commission considers that the precautionary principle is a general one which should in particular be taken into consideration in the fields of environmental protection and human, animal and plant health.
|
[1] «Τα μέρη της παρούσας συμφωνίας ... αναγνωρίζοντας ότι οι σχέσεις τους στον εμπορικό και οικονομικό τομέα είναι ανάγκη να διαμορφώνονται με απώτερο σκοπό την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης και υψηλού, συνεχώς αυξανόμενου επιπέδου του πραγματικού εισοδήματος και της πραγματικής ζήτησης, καθώς και την επέκταση της παραγωγής και του εμπορίου στους τομείς των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, επιτρέποντας ταυτόχρονα την άριστη χρήση των πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο σύμφωνα με τους στόχους της διαρκούς ανάπτυξης επιδιώκοντας τόσο την προστασία και τη διατήρηση του περιβάλλοντος όσο και την αύξηση των μέσων για την επίτευξη αυτού του στόχου κατά τρόπο που να συμβιβάζεται με τις αντίστοιχες ανάγκες και ανησυχίες τους στα διάφορα επίπεδα της οικονομικής ανάπτυξης, ...»
|
|
Although the precautionary principle is not explicitly mentioned in the Treaty except in the environmental field, its scope is far wider and covers those specific circumstances where scientific evidence is insufficient, inconclusive or uncertain and there are indications through preliminary objective scientific evaluation that there are reasonable grounds for concern that the potentially dangerous effects on the environment, human, animal or plant health may be inconsistent with the chosen level of protection .
|
Έτσι, εντός του ΠΟΕ κάθε μέλος διαθέτει το αυτόνομο δικαίωμα να καθορίζει το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος ή της υγείας που εκείνο κρίνει πρόσφορο. Συνεπώς μπορεί να εφαρμόζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης, με τα οποία επιτυγχάνεται υψηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο που θα απέρρεε από τους σχετικούς διεθνείς κανόνες ή συστάσεις. Οι πρόσφατες εξελίξεις που σχετίζονται με ορισμένες υποθέσεις μέσα στον ΠΟΕ επιβεβαιώνουν τις σκέψεις αυτές.
|
|
4. The precautionary principle in international law
|
Η συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (συμφωνία SPS) σαφώς επικυρώνει τη χρήση της αρχής της προφύλαξης, παρ' όλο που ο όρος καθαυτός δεν χρησιμοποιείται ρητώς. Αν και ο γενικός κανόνας είναι να βασίζεται κάθε μέτρο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας σε επιστημονικές αρχές και να μην διατηρείται εν ισχύ άνευ επαρκών επιστημονικών αποδείξεων, προβλέπεται στο άρθρο 5(7) παρέκκλιση από τις αρχές αυτές σύμφωνα με την οποία: «στις περιπτώσεις όπου τα σχετικά επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή, οποιοδήποτε μέλος δύναται να εγκρίνει προσωρινά μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας βάσει των διαθεσίμων σχετικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων των προερχόμενων από τους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς καθώς και από μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας που εφαρμόζονται από άλλα μέλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα μέλη επιδιώκουν να αποκτήσουν τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες, ώστε να προβούν σε περισσότερο αντικειμενική εκτίμηση των κινδύνων και να επανεξετάσουν αναλόγως το μέτρο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας εντός ευλόγου προθεσμίας».
|
|
At international level, the precautionary principle was first recognised in the World Charter for Nature, adopted by the UN General Assembly in 1982. It was subsequently incorporated into various international conventions on the protection of the environment. (cf. Annex II).
|
Συνεπώς, σύμφωνα με τη συμφωνία SPS, τα μέτρα που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης όταν τα επιστημονικά δεδομένα είναι ανεπαρκή, είναι προσωρινά και συνεπάγονται την ανάληψη προσπαθειών για τη διευκρίνιση ή την απόκτηση των απαραίτητων επιστημονικών δεδομένων. Πρέπει να τονισθεί ότι ο προσωρινός χαρακτήρας των μέτρων δεν είναι αναγκαστικά συνδεδεμένος με μια χρονική προθεσμία αλλά εξαρτάται από την εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης.
|
|
This principle was enshrined at the 1992 Rio Conference on the Environment and Development, during which the Rio Declaration was adopted, whose principle 15 states that: "in order to protect the environment, the precautionary approach shall be widely applied by States according to their capability. Where there are threats of serious or irreversible damage, lack of full scientific certainty shall not be used as a reason for postponing cost-effective measures to prevent environmental degradation". Besides, the United Nations' Framework Convention on Climate Change and the Convention of Biological Diversity both refer to the precautionary principle. Recently, on 28 January 2000, at the Conference of the Parties to the Convention on Biological Diversity, the Protocol on Biosafety concerning the safe transfer, handling and use of living modified organisms resulting from modern biotechnology confirmed the key function of the Precautionary Principle (see Annex II).
|
Η χρήση του όρου «περισσότερο αντικειμενική εκτίμηση των κινδύνων» στο άρθρο 5.7 υποδηλώνει ότι το μέτρο προφύλαξης μπορεί να βασίζεται σε μια λιγότερο αντικειμενική εκτίμηση αλλά πρέπει ωστόσο να περιέχει μια αξιολόγηση του κινδύνου.
|
|
Hence this principle has been progressively consolidated in international environmental law, and so it has since become a full-fledged and general principle of international law.
|
Η έννοια της αξιολόγησης του κινδύνου στη συμφωνία SPS αφήνει ερμηνευτικό περιθώριο για το τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση μιας προσέγγισης προφύλαξης. Η αξιολόγηση του κινδύνου στην οποία βασίζεται ένα μέτρο μπορεί να περιλαμβάνει μη ποσοτικοποιήσιμα δεδομένα πραγματολογικής ή ποιοτικής φύσης και δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε καθαρώς ποσοτικά επιστημονικά δεδομένα. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ στην περίπτωση των αυξητικών ορμονών με την οποία απορρίφθηκε η αρχική ερμηνεία της ομάδας σύμφωνα με την οποία η αξιολόγηση του κινδύνου έπρεπε να είναι ποσοτική και να καθορίζει ένα ελάχιστο βαθμό κινδύνου.
|
|
The WTO agreements confirm this observation. The preamble to the WTO Agreement highlights the ever closer links between international trade and environmental protection [1]. A consistent approach means that the precautionary principle must be taken into account in these agreements, notably in the Agreement on Sanitary and Phytosanitary Measures (SPS) and in the Agreement on Technical Barriers to Trade (TBT), to ensure that this general principle is duly enforced in this legal order.
|
Οι αρχές που περιέχονται στο άρθρο 5.7 της συμφωνίας SPS πρέπει να τηρούνται σε ό,τι αφορά τα μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, ωστόσο δεδομένης της φύσης άλλων τομέων, όπως είναι το περιβάλλον, ενδέχεται να πρέπει να ληφθούν υπόψη αρχές εν μέρει διαφορετικές.
|
|
[1] "The parties to this agreement ... recognising that their relations in the field of trade and economic endeavour should be conducted with a view to raising standards of living, ensuring full employment and a large and steadily growing volume of real income and effective demand, and expanding the production of and trade in goods and services, while allowing for the optimal use of the world's resources in accordance with the objective of sustainable development, seeking both to protect and preserve the environment and to enhance the means for doing to in a manner consistent with their respective needs and concerns at different levels of economic development ..."
|
Μελετώνται διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης στον Codex Alimentarius. Τέτοιου είδους οδηγίες σε αυτόν αλλά και σε άλλους τομείς μπορούν ν' ανοίξουν το δρόμο για μια εναρμονισμένη προσέγγιση από τα μέλη του ΠΟΕ, ώστε να σχεδιαστούν μέτρα για την προστασία της υγείας ή του περιβάλλοντος αλλά και να αποφευχθεί η κατάχρηση της αρχής της προφύλαξης η οποία θα μπορούσε διαφορετικά να οδηγήσει σε αδικαιολόγητους φραγμούς για το εμπόριο.
|
|
Hence, each Member of the WTO has the independent right to determine the level of environmental or health protection they consider appropriate. Consequently a member may apply measures, including measures based on the precautionary principle, which lead to a higher level of protection than that provided for in the relevant international standards or recommendations.
|
Υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ακολουθώντας και το παράδειγμα άλλων μελών του ΠΟΕ, η Κοινότητα διαθέτει το δικαίωμα να καθορίζει εκείνο το επίπεδο προστασίας, ιδίως σε θέματα περιβάλλοντος και υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, που αυτή θεωρεί προσήκον. Στο πλαίσιο αυτό, η Κοινότητα οφείλει να τηρεί τα άρθρα 6, 95, 152 και 174 της Συνθήκης. Για το σκοπό αυτό, η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής της. Είναι σαφές ότι οι επιλογές της Κοινότητας θα έχουν αντίκτυπο στις θέσεις που η Κοινότητα θα υποστηρίξει σε διεθνές επίπεδο, ιδίως δε σε πολυμερές, σε ό,τι αφορά την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης.
|
|
The Agreement on the Application of Sanitary and Phytosanitary Measures (SPS Agreement) clearly sanctions the use of the precautionary principle, although the term itself is not explicitly used. Although the general rule is that all sanitary and phytosanitary measures must be based on scientific principles and that they should not be maintained without adequate scientific evidence, a derogation from these principles is provided for in Article 5 (7) which stipulates that: "in cases where relevant scientific evidence is insufficient, a Member may provisionally adopt sanitary or phytosanitary measures on the basis of available pertinent information, including that from the relevant international organizations as well as from sanitary or phytosanitary measures applied by other Members. In such circumstances, Members shall seek to obtain the additional information necessary for a more objective assessment of risk and review the sanitary or phytosanitary measure accordingly within a reasonable period of time."
|
Δεδομένων των καταβολών της αρχής της προφύλαξης και των αυξανόμενων προεκτάσεων της στο διεθνές δίκαιο, και ιδίως στις συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, σε διεθνές επίπεδο η αρχή αυτή πρέπει να αντικατοπτρίζεται δεόντως στους διάφορους τομείς όπου μπορεί να έχει εφαρμογή.
|
|
Hence, according to the SPS Agreement, measures adopted in application of a precautionary principle when the scientific data are inadequate, are provisional and imply that efforts be undertaken to elicit or generate the necessary scientific data. It is important to stress that the provisional nature is not bound up with a time limit but with the development of scientific knowledge.
|
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, όπως και τα άλλη μέλη του ΠΟΕ, η Κοινότητα διαθέτει το δικαίωμα να καθορίζει εκείνο το επίπεδο προστασίας, ιδίως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, που εκείνη θεωρεί προσήκον. Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής της. Οι επιλογές της Κοινότητας για το σκοπό αυτό έχουν και θα συνεχίσουν να έχουν αντίκτυπο στις θέσεις που η Κοινότητα θα υποστηρίξει σε διεθνές επίπεδο, και ιδίως σε πολυμερές, σε ό,τι αφορά την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης.
|
|
The use of the term "more objective assessment of risk" in Article 5.7 infers that a precautionary measure may be based on a less objective appraisal but must nevertheless includes an evaluation of risk.
|
5. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ
|
|
The concept of risk assessment in the SPS leaves leeway for interpretation of what could be used as a basis for a precautionary approach. The risk assessment on which a measure is based may include non-quantifiable data of a factual or qualitative nature and is not uniquely confined to purely quantitative scientific data. This interpretation has been confirmed by the WTO's Appellate body in the case of growth hormones, which rejected the panel's initial interpretation that the risk assessment had to be quantitative and had to establish a minimum degree of risk.
|
Από την ανάλυση της αρχής της προφύλαξης αναδεικνύονται δύο πτυχές οι οποίες είναι από τη φύση τους διακριτές: (i) η πολιτική απόφαση να γίνουν ή να μη γίνουν ενέργειες, που συνδέεται με τους κινητήριους παράγοντες για τη χρήση της αρχής της προφύλαξης (ii) στην περίπτωση που λαμβάνεται θετική απόφαση, πώς ενεργούμε, δηλαδή ποια είναι τα μέτρα που απορρέουν από τη χρήση της αρχής της προφύλαξης.
|
|
The principles enshrined in Article 5.7 of the SPS must be respected in the field of sanitary and phytosanitary measures; however, because of the specific nature of other areas, such as the environment, it may be that somewhat different principles will have to be applied.
|
Υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις ως προς τη συνεκτίμηση της επιστημονικής αβεβαιότητας στην ανάλυση του κινδύνου και ιδίως εάν αυτή η συνεκτίμηση πρέπει να γίνεται κατά την αξιολόγηση του κινδύνου ή κατά τη διαχείρισή του. Αυτές οι αποκλίνουσες απόψεις προκύπτουν από μια σύγχυση μεταξύ της συνετής προσέγγισης και της εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης. Αυτές οι δύο πτυχές είναι συμπληρωματικές αλλά δεν πρέπει να συγχέονται.
|
|
International guidelines are being considered in relation to the application of the Precautionary Principle in Codex Alimentarius. Such guidance in this, and other sectors, could pave the way to a harmonised approach by the WTO Members, to drawing up health or environment protection measures, while avoiding the misuse of the precautionary principle which could otherwise lead to unjustifiable barriers to trade.
|
Η συνετή προσέγγιση εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής για την αξιολόγηση των κινδύνων που καθορίζεται πριν από οποιαδήποτε αξιολόγηση του κινδύνου και η οποία επικαλείται τα στοιχεία που αναλύονται στο 5.1.3. Αποτελεί συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της επιστημονικής γνώμης που εκδίδουν οι αξιολογητές του κινδύνου.
|
|
In the light of these observations, the Commission considers that, following the example set by other Members of the WTO, the Community is entitled to prescribe the level of protection, notably as regards the environment and human, animal and plant health, which it considers appropriate. In this context, the Community must respect Articles 6, 95, 152 and 174 of the Treaty. To this end, reliance on the precautionary principle constitutes an essential plank of its policy. It is clear that the choices made will affect its positions at international and notably multilateral level, as regards recourse to the precautionary principle.
|
Η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης αντιθέτως ανήκει στη σφαίρα της διαχείρισης του κινδύνου, όταν η επιστημονική αβεβαιότητα δεν επιτρέπει πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων εκτιμούν ότι μπορεί να απειληθεί το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος ή της υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών.
|
|
Bearing in mind the very origins of the precautionary principle and its growing role in international law, and notably in the agreements of the World Trade Organisation, this principle must be duly addressed at international level in the various areas in which it is likely to be of relevance.
|
Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα για την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της ανάλυσης του κινδύνου και ειδικότερα στη διαχείριση του κινδύνου.
|
|
Following the example set by the other members of the WTO, the Commission considers that the Community is entitled to prescribe the level of protection, notably as regards environmental protection and human, animal and plant health, that it considers appropriate. Recourse to the precautionary principle is a central plank of Community policy. The choices made to this end will continue to influence its positions at international level, and notably at multinational level, as regards the precautionary principle.
|
5.1 Οι κινητήριοι παράγοντες για την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης
|
|
5. The constituent parts of the precautionary principle
|
Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης γίνεται μόνο στην υποθετική περίπτωση δυνητικού κινδύνου, ακόμα και αν ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως και το ποσοτικοποιημένο εύρος του ή τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να καθορισθούν λόγω της ανεπάρκειας ή του μη καταληκτικού χαρακτήρα των επιστημονικών δεδομένων.
|
|
An analysis of the precautionary principle reveals two quite distinct aspects: (i) the political decision to act or not to act as such, which is linked to the factors triggering recourse to the precautionary principle; (ii) in the affirmative, how to act, i.e. the measures resulting from application of the precautionary principle.
|
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η αρχή της προφύλαξης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να νομιμοποιεί τη λήψη αποφάσεων αυθαίρετου χαρακτήρα.
|
|
There is a controversy as to the role of scientific uncertainty in risk analysis, and notably as to whether it belongs under risk assessment or risk management. This controversy springs from a confusion between a prudential approach and application of the precautionary principle. These two aspects are complementary but should not be confounded.
|
5.1.1 Εντοπισμός των δυνάμει αρνητικών αποτελεσμάτων
|
|
The prudential approach is part of risk assessment policy which is determined before any risk assessment takes place and which is based on the elements described in 5.1.3; it is therefore an integral part of the scientific opinion delivered by the risk evaluators.
|
Η αξιολόγηση των επιστημονικών δεδομένων που αφορούν τους κινδύνους είναι όρος για την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης. Υπάρχει ένα στοιχείο που προηγείται λογικά και χρονολογικά αυτής της αξιολόγησης: πρόκειται για τον εντοπισμό των δυνάμει αρνητικών αποτελεσμάτων ενός φαινομένου. Για να υπάρξει καλύτερη αντίληψη των αποτελεσμάτων αυτών είναι αναγκαίο να γίνεται μια επιστημονική εξέταση. Η απόφαση για την πραγματοποίηση αυτής της εξέτασης χωρίς να αναμένονται πρόσθετες πληροφορίες συνδέεται με μια λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση του κινδύνου.
|
|
On the other hand, application of the precautionary principle is part of risk management, when scientific uncertainty precludes a full assessment of the risk and when decision-makers consider that the chosen level of environmental protection or of human, animal and plant health may be in jeopardy.
|
5.1.2 Επιστημονική αξιολόγηση
|
|
The Commission considers that measures applying the precautionary principle belong in the general framework of risk analysis, and in particular risk management.
|
Η επιστημονική αξιολόγηση των δυνάμει δυσμενών αποτελεσμάτων πρέπει να γίνεται βάσει των διαθέσιμων δεδομένων όταν εξετάζεται εάν είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει να γίνεται, όπου είναι εφικτό, όταν λαμβάνεται απόφαση για το εάν θα χρησιμοποιηθεί ή όχι η αρχή της προφύλαξης. Αυτό απαιτεί αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα και λογικό συλλογισμό, που οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που εκφράζει την πιθανότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα του αντικτύπου μιας πηγής κινδύνου στο περιβάλλον ή στην υγεία ενός δεδομένου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης της έκτασης της ενδεχόμενης ζημίας, της εμμονής, της αντιστρεψιμότητας και του καθυστερημένου αποτελέσματος. Ωστόσο δεν είναι δυνατό σε όλες τις περιπτώσεις να πραγματοποιηθεί μια εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του κινδύνου αλλά προσπάθειες πρέπει να καταβάλλονται για την αξιολόγηση των διαθέσιμων επιστημονικών πληροφοριών.
|
|
5.1. Factors triggering recourse to the precautionary principle
|
1/4που αυτό είναι δυνατό, η έκθεση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από μια αξιολόγηση της υπάρχουσας γνώσης και των διαθέσιμων πληροφοριών, με τις απόψεις των επιστημόνων για την αξιοπιστία της αξιολόγησης καθώς και για τις αβεβαιότητες που παραμένουν. Εάν είναι απαραίτητο θα περιέχει επίσης τον εντοπισμό ζητημάτων για περαιτέρω επιστημονική έρευνα.
|
|
The precautionary principle is relevant only in the event of a potential risk, even if this risk cannot be fully demonstrated or quantified or its effects determined because of the insufficiency or inclusive nature of the scientific data.
|
Η αξιολόγηση του κινδύνου έχει τέσσερις συνιστώσες: τον εντοπισμό της πηγής του κινδύνου, το χαρακτηρισμό της πηγής του κινδύνου, την εκτίμηση της έκθεσης και το χαρακτηρισμό του κινδύνου (Παράρτημα ΙΙΙ). Τα όρια της επιστημονικής γνώσης μπορεί να επηρεάζουν καθεμιά από αυτές τις συνιστώσες, επιδρώντας στο συνολικό επίπεδο της υπολειπόμενης αβεβαιότητας και επηρεάζοντας τέλος τα θεμέλια των προστατευτικών ή προληπτικών ενεργειών. Η ολοκλήρωση αυτών των τεσσάρων βημάτων πρέπει να επιχειρείται πριν από τη λήψη απόφασης για δράση.
|
|
It should however be noted that the precautionary principle can under no circumstances be used to justify the adoption of arbitrary decisions.
|
|
|
5.1.1. Identification of potentially negative effects
|
5.1.3 Επιστημονική αβεβαιότητα
|
|
Before the precautionary principle is invoked, the scientific data relevant to the risks must first be evaluated. However, one factor logically and chronologically precedes the decision to act, namely identification of the potentially negative effects of a phenomenon. To understand these effects more thoroughly it is necessary to conduct a scientific examination. The decision to conduct this examination without awaiting additional information is bound up with a less theoretical and more concrete perception of the risk.
|
Η επιστημονική αβεβαιότητα είναι συνήθως απόρροια πέντε χαρακτηριστικών της επιστημονικής μεθόδου: της επιλεγείσας μεταβλητής, των μετρήσεων που έγιναν, των δειγμάτων που ελήφθησαν, των υποδειγμάτων που χρησιμοποιήθηκαν και της αιτιώδους σχέσης. Η επιστημονική αβεβαιότητα μπορεί να προκύπτει επίσης από μια αντιδικία επί των υπαρχόντων δεδομένων ή την έλλειψη ορισμένων σχετικών δεδομένων. Η αβεβαιότητα μπορεί να σχετίζεται με ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία της ανάλυσης.
|
|
5.1.2. Scientific evaluation
|
Μια πιο αφηρημένη και γενικευμένη προσέγγιση που προτιμάται από κάποιους επιστήμονες είναι ο διαχωρισμός του συνόλου των αβεβαιοτήτων σε τρεις κατηγορίες: πόλωση, τυχαιότητα και αληθινή μεταβλητότητα. Κάποιοι άλλοι εμπειρογνώμονες κατηγοριοποιούν με βάση την εκτίμηση του διαστήματος εμπιστοσύνης της πιθανότητας εμφάνισης και της δριμύτητας της επίπτωσης του κινδύνου.
|
|
A scientific evaluation of the potential adverse effects should be undertaken based on the available data when considering whether measures are necessary to protect the environment, the human, animal or plant health. An assessment of risk should be considered where feasible when deciding whether or not to invoke the precautionary principle. This requires reliable scientific data and logical reasoning, leading to a conclusion which expresses the possibility of occurrence and the severity of a hazard's impact on the environment, or health of a given population including the extent of possible damage, persistency, reversibility and delayed effect. However it is not possible in all cases to complete a comprehensive assessment of risk, but all effort should be made to evaluate the available scientific information.
|
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και η Επιτροπή δρομολόγησε ένα σχέδιο με θέμα "Τεχνολογικός κίνδυνος και διαχείριση της αβεβαιότητας" που διεξάγεται υπό την αιγίδα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Επιστήμης και Τεχνολογίας. Οι τέσσερις εκθέσεις του παρατηρητηρίου θα δημοσιευτούν στο προσεχές μέλλον και θα παρέχουν εμπεριστατωμένη περιγραφή της επιστημονικής αβεβαιότητας.
|
|
Where possible, a report should be made which indicates the assessment of the existing knowledge and the available information, providing the views of the scientists on the reliability of the assessment as well as on the remaining uncertainties. If necessary, it should also contain the identification of topics for further scientific research.
|
Οι αξιολογητές του κινδύνου συνηθίζουν να λαμβάνουν υπόψη αυτούς τους παράγοντες αβεβαιότητας χρησιμοποιώντας στοιχεία σύνεσης, όπως για παράδειγμα:
|
|
Risk assessment consists of four components - namely hazard identification, hazard characterisation, appraisal of exposure and risk characterisation (Annex III). The limits of scientific knowledge may affect each of these components, influencing the overall level of attendant uncertainty and ultimately affecting the foundation for protective or preventive action. An attempt to complete these four steps should be performed before decision to act is taken.
|
- βασίζονται σε ζώα ως υποδείγματα για να καταλήξουν στα δυνητικά για τον άνθρωπο αποτελέσματα·
|
|
5.1.3. Scientific uncertainty
|
- χρησιμοποιούν κλίμακες σωματικού βάρους για τις συγκρίσεις μεταξύ των ειδών·
|
|
Scientific uncertainty results usually from five characteristics of the scientific method : the variable chosen, the measurements made, the samples drawn, the models used and the causal relationship employed. Scientific uncertainty may also arise from a controversy on existing data or lack of some relevant data . Uncertainty may relate to qualitative or quantitative elements of the analysis.
|
- υιοθετούν έναν συντελεστή ασφάλειας κατά την αξιολόγηση μιας ημερήσιας αποδεκτής δόσης προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μεταβλητότητα εντός του είδους και μεταξύ των ειδών· η τιμή του συντελεστή αυτού μεταβάλλεται σε συνάρτηση με το βαθμό αβεβαιότητας των διαθέσιμων δεδομένων·
|
|
A more abstract and generalised approach preferred by some scientists is to separate all uncertainties into three categories of - Bias, Randomness and True Variability. Some other experts categorise uncertainty in terms of estimation of confidence interval of the probability of occurrence and of the severity of the hazard's impact.
|
- δεν καθορίζουν ημερήσια αποδεκτή δόση για τις αναγνωρισμένες γενοτοξικές καρκινογόνους ουσίες·
|
|
This issue is very complex and the Commission launched a project "Technological Risk and the Management of Uncertainty" conducted under the auspices of the European Scientific Technology Observatory. The four ESTO reports will be published shortly and will give a comprehensive description of scientific uncertainty.
|
- λαμβάνουν ως βάση το επίπεδο «ALARA» (as low as reasonably achievable: τόσο χαμηλό όσο είναι λογικά εφικτό) για ορισμένες τοξικές προσμείξεις.
|
|
Risk evaluators accommodate these uncertainty factors by incorporating prudential aspects such as :
|
Οι διαχειριστές του κινδύνου πρέπει να έχουν τέλεια γνώση αυτών των παραγόντων αβεβαιότητας όταν υιοθετούν μέτρα βάσει της επιστημονικής γνώμης που τους παρέχεται από τους αξιολογητές.
|
|
_ relying on animal models to establish potential effects in man;
|
Ωστόσο υπάρχουν καταστάσεις όπου τα επιστημονικά δεδομένα είναι πολύ ανεπαρκή για να μπορέσουν να εφαρμοσθούν συγκεκριμένα αυτά τα στοιχεία σύνεσης, καταστάσεις όπου η απουσία προτυποποίησης των παραμέτρων δεν επιτρέπει καμία παρέκταση και όπου υπάρχουν υποψίες για τις σχέσεις αιτίων προς αποτελέσματα αλλά δεν έχουν αποδειχθεί. Στις περιπτώσεις αυτές οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων τοποθετούνται ενώπιον του διλήμματος να προβούν ή όχι σε ενέργειες.
|
|
_ using body weight ranges to make inter-species comparisons;
|
Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης προϋποθέτει: - τον εντοπισμό των δυνάμει αρνητικών αποτελεσμάτων που απορρέουν από ένα φαινόμενο, ένα προϊόν ή μια διεργασία· - επιστημονική αξιολόγηση του κινδύνου που, λόγω της ανεπάρκειας των δεδομένων, του μη καταληκτικού χαρακτήρα τους ή της ασάφειάς τους, δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί με επαρκή βεβαιότητα ο εν λόγω κίνδυνος
|
|
_ adopting a safety factor in evaluating an acceptable daily intake to account for intra- and inter-species variability; the magnitude of this factor depends on the degree of uncertainty of the available data;
|
5.2. Τα μέτρα που απορρέουν από την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης
|
|
_ not adopting an acceptable daily intake for substances recognised as genotoxic or carcinogenic;
|
5.2.1. Η απόφαση για την ανάληψη ή όχι δράσης
|
|
_ adopting the "ALARA" (as low as reasonably achievable) level as a basis for certain toxic contaminants.
|
Απέναντι στην κατάσταση που μόλις περιγράψαμε, μερικές φορές κατόπιν περισσότερο ή λιγότερο πιεστικού αιτήματος της ανήσυχης κοινής γνώμης, οι πολιτικοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων οφείλουν να δώσουν απαντήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται μέτρα. Η απόφαση να μη γίνει καμία ενέργεια μπορεί και αυτή να αποτελεί απάντηση.
|
|
Risk managers should be fully aware of these uncertainty factors when they adopt measures based on the scientific opinion delivered by the evaluators.
|
Η επιλογή της απάντησης που πρέπει να δοθεί σε μια ορισμένη κατάσταση απορρέει από μια κατ' εξοχήν πολιτική απόφαση, σε συνάρτηση με το ποιο θεωρεί η κοινωνία "αποδεκτό" επίπεδο κινδύνου.
|
|
However, in some situations the scientific data are not sufficient to allow one to apply these prudential aspects in practice, i.e. in cases in which extrapolations cannot be made because of the absence of parameter modelling and where cause-effect relationships are suspected but have not been demonstrated. It is in situations like these that decision-makers face the dilemma of having to act or not to act.
|
5.2.2. Φύση της ενδεχομένως αποφασισθείσας δράσης
|
|
Recourse to the precautionary principle presupposes:
|
Η φύση της εγκριθείσας πράξης επιδρά στο είδος του ελέγχου που θα ασκηθεί. Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την έκδοση τελικών πράξεων που αποσκοπούν στο να παράγουν νομικά αποτελέσματα τα οποία υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Οι πολιτικοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων έχουν στη διάθεσή τους ένα φάσμα ενεργειών από τη στιγμή που θα προσφύγουν στην αρχή της προφύλαξης. Η απόφαση χρηματοδότησης ενός ερευνητικού προγράμματος ή και η απόφαση να πληροφορηθεί η κοινή γνώμη τα ενδεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα ενός προϊόντος ή μιας διεργασίας μπορούν και αυτές να αποτελούν ενέργειες εμπνεόμενες από την αρχή της προφύλαξης.
|
|
_ identification of potentially negative effects resulting from a phenomenon, product or procedure;
|
Η νομιμότητα κάθε διάταξης που θεσπίζεται από τα κοινοτικά όργανα εμπίπτει στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη συνεπή νομολογία του Δικαστηρίου, όταν η Επιτροπή ή άλλο θεσμικό κοινοτικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης, ιδίως ως προς τη φύση ή την έκταση των μέτρων που θεσπίζει, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή οφείλει να περιορίζεται στο να εξετάζει εάν κατά τη χρήση της διακριτικής ευχέρειας δεν υφίσταται πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή επίσης εάν η Επιτροπή υπερέβη εμφανώς τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει.
|
|
_ a scientific evaluation of the risk which because of the insufficiency of the data, their inconclusive or imprecise nature, makes it impossible to determine with sufficient certainty the risk in question.
|
Τα μέτρα δεν πρέπει συνεπώς να λαμβάνονται αυθαιρέτως.
|
|
5.2. Measures resulting from reliance on the precautionary principle
|
Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την έκδοση τελικών πράξεων που έχουν σκοπό να παράγουν νομικά αποτελέσματα τα οποία υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
|
|
5.2.1. The decision whether or not to act
|
6. ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ
|
|
In the kind of situation described above - sometimes under varying degrees of pressure from public opinion - decision-makers have to respond. However, responding does not necessarily mean that measures always have to be adopted. The decision to do nothing may be a response in its own right.
|
6.1. Υλοποίηση
|
|
The appropriate response in a given situation is thus the result of an eminently political decision, a function of the risk level that is "acceptable" to the society on which the risk is imposed.
|
1/4ταν οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων μαθαίνουν για κάποιο κίνδυνο που απειλεί το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, ο οποίος εάν δεν ληφθούν κάποιες ενέργειες μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις, προκύπτει το ζήτημα της λήψης των κατάλληλων προστατευτικών μέτρων. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πρέπει να ζητούν να τους παρασχεθεί, μέσω διαρθρωμένης προσέγγισης, επιστημονική αξιολόγηση, όσο το δυνατόν πληρέστερη, του κινδύνου για το περιβάλλον ή την υγεία προκειμένου να επιλέξουν τον πλέον πρόσφορο τρόπο δράσης.
|
|
5.2.2. Nature of the action ultimately taken
|
Ο καθορισμός των κατάλληλων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που θα βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης, πρέπει να ξεκινά με μια επιστημονική αξιολόγηση και, εάν χρειάζεται, με την απόφαση να δοθεί εντολή προς τους επιστήμονες να επιτελέσουν μια όσο το δυνατόν πληρέστερη και αντικειμενική επιστημονική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση αυτή θα αναδεικνύει τα υπάρχοντα αντικειμενικά τεκμήρια, τα γνωστικά κενά και τις επιστημονικές αβεβαιότητες.
|
|
The nature of the decision influences the type of control that can be carried out. Recourse to the precautionary principle does not necessarily mean adopting final instruments designed to produce legal effects that are open to judicial review. There is a whole range of actions available to decision-makers under the head of the precautionary principle. The decision to fund a research programme or even the decision to inform the public about the possible adverse effects of a product or procedure may themselves be inspired by the precautionary principle.
|
Η υλοποίηση μιας προσέγγισης βάσει της αρχής της προφύλαξης πρέπει να ξεκινά με μια όσο το δυνατόν πληρέστερη επιστημονική αξιολόγηση του κινδύνου και, εφόσον είναι δυνατό, να εντοπίζει σε κάθε στάδιο το βαθμό της επιστημονικής αβεβαιότητας.
|
|
It is for the Court of Justice to pronounce on the legality of any measures taken by the Community institutions. The Court has consistently held that when the Commission or any other Community institution has broad discretionary powers, notably as regards the nature and scope of the measures it adopts, review by the Court must be limited to examining whether the institution committed a manifest error or misuse of power or manifestly exceed the limits of its powers of appraisal.
|
|
|
Hence the measures may not be of an arbitrary nature.
|
6.2. Ο κινητήριος μοχλός
|
|
Recourse to the precautionary principle does not necessarily mean adopting final instruments designed to produce legal effects, which are subject to judicial review.
|
Από τη στιγμή που έχει γίνει η επιστημονική αξιολόγηση, όσο το δυνατόν καλύτερα, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δρομολόγηση μιας απόφασης για την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης. Τα συμπεράσματα της αξιολόγησης αυτής πρέπει να δείχνουν ότι μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο το επιθυμητό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος ή μιας πληθυσμιακής ομάδας. Τα συμπεράσματα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν αξιολόγηση των επιστημονικών αβεβαιοτήτων και να περιγράφουν τις υποθέσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να αντισταθμιστεί η έλλειψη επιστημονικών ή στατιστικών δεδομένων. Μπορεί επίσης να γίνει αξιολόγηση των δυνητικών συνεπειών από τη μη ανάληψη δράσης και να χρησιμοποιηθεί ως κινητήριος μοχλός από τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων. Η απόφαση για την αναμονή ή όχι νέων επιστημονικών δεδομένων προτού εξεταστούν τα δυνατά μέτρα πρέπει να λαμβάνεται από τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων με τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια. Η απουσία επιστημονικής απόδειξης για την ύπαρξη μιας σχέσης αιτίου αποτελέσματος, μιας ποσοτικής σχέσης δόσης / απόκρισης ή μιας ποσοτικής αξιολόγησης της πιθανότητας εμφάνισης δυσμενών αποτελεσμάτων ύστερα από έκθεση, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να δικαιολογούν την απουσία ενεργειών. Aκόμα και εάν οι επιστημονικές συμβουλές προβάλλονται μόνο από μια μειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή διαθέτει αναγνωρισμένη αξιοπιστία και κύρος [2].
|
|
6. Guidelines for applying the precautionary principle.
|
[2] βλ. Έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ για τις ορμόνες, παράγραφος 194: "Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ύπαρξη και μόνο διαφορετικών απόψεων από την πλευρά των ειδικευμένων επιστημόνων οι οποίοι εξέτασαν το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να υποδηλώνει ότι υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα".
|
|
6.1. Implementation
|
Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τη βούλησή της να ακολουθεί όσο το δυνατό πιο διαφανείς διαδικασίες και να ζητά την εμπλοκή, σε όσο το δυνατόν πιο πρώιμο στάδιο, όλων των ενδιαφερόμενων μερών [3]. Αυτό θα βοηθήσει τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων να λάβουν νόμιμα μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την κοινωνία επιπέδου προστασίας της υγείας ή του περιβάλλοντος.
|
|
When decision-makers become aware of a risk to the environment or human, animal or plant health that in the event of non-action may have serious consequences, the question of appropriate protective measures arise. Decision-makers have to obtain, through a structured approach, a scientific evaluation, as complete as possible, of the risk to the environment, or health, in order to select the most appropriate course of action
|
[3] Σημαντικές προσπάθειες έχουν καταβληθεί για τις πτυχές που αφορούν κυρίως τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Με την υπογραφή της σύμβασης του Aarhus τον Ιούνιο του 1998 η Κοινότητα και τα κράτη μέλη απέδειξαν ότι αποδίδουν μεγάλη σημασία στην πρόσβαση στην πληροφόρηση και τη δικαιοσύνη.
|
|
The determination of appropriate action including measures based on the precautionary principle should start with a scientific evaluation and, if necessary, the decision to commission scientists to perform an as objective and complete as possible scientific evaluation. It will cast light on the existing objective evidence, the gaps in knowledge and the scientific uncertainties.
|
Η αξιολόγηση των δυνητικών συνεπειών από τη μη ανάληψη ενεργειών και των αβεβαιοτήτων της επιστημονικής αξιολόγησης πρέπει να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης για τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων όταν αποφασίζουν για το εάν θα προχωρήσουν σε ενέργειες βάσει της αρχής της προφύλαξης.
|
|
The implementation of an approach based on the precautionary principle should start with a scientific evaluation, as complete as possible, and where possible, identifying at each stage the degree of scientific uncertainty.
|
1/4λα τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να εμπλέκονται όσο το δυνατόν εκτενέστερα στη μελέτη των διαφόρων επιλογών για τη διαχείριση του κινδύνου από τη στιγμή που τα αποτελέσματα της επιστημονικής αξιολόγησης ή/και της αποτίμησης του κινδύνου είναι διαθέσιμα και η διαδικασία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο διαφανής.
|
|
|
|
|
6.2. The triggering factor
|
6.3. Οι γενικές αρχές για την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης
|
|
Once the scientific evaluation has been performed as best as possible, it may provide a basis for triggering a decision to invoke the precautionary principle. The conclusions of this evaluation should show that the desired level of protection for the environment or a population group could be jeopardised. The conclusions should also include an assessment of the scientific uncertainties and a description of the hypotheses used to compensate for the lack of the scientific or statistical data. An assessment of the potential consequences of inaction should be considered and may be used as a trigger by the decision-makers. The decision to wait or not to wait for new scientific data before considering possible measures should be taken by the decision-makers with a maximum of transparency. The absence of scientific proof of the existence of a cause-effect relationship, a quantifiable dose/response relationship or a quantitative evaluation of the probability of the emergence of adverse effects following exposure should not be used to justify inaction. Even if scientific advice is supported only by a minority fraction of the scientific community, due account should be taken of their views, provided the credibility and reputation of this fraction are recognised. [2]
|
Οι αρχές αυτές δεν περιορίζονται στην εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης. Εφαρμόζονται σε κάθε μέτρο διαχείρισης των κινδύνων και πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια προσέγγιση που βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εφαρμόζει, στο μέτρο του δυνατού, αυτά τα γενικώς χρησιμοποιούμενα κριτήρια όταν είναι διαθέσιμη η πλήρης αξιολόγηση του κινδύνου.
|
|
[2] cf The WTO Appellate Body report on hormones, paragraph 124 : « In some cases, the very existence of divergent views presented by qualified scientists who have investigated the particular issue at hand, may indicate a state of scientific uncertainty »
|
Η επίκληση της αρχής της προφύλαξης δεν επιτρέπει συνεπώς την παρέκκλιση από τις γενικές αρχές της ορθής διαχείρισης των κινδύνων.
|
|
The Commission has confirmed its wish to rely on procedures as transparent as possible and to involve all interested parties at the earliest possible stage [3]. This will assist decision makers in taking legitimate measures which are likely to achieve the society's chosen level of health or environmental protection
|
Οι γενικές αρχές περιλαμβάνουν:
|
|
[3] A considerable effort has already been made notably as regards public health and the environment. As regards the latter, the Community and the Member States have demonstrated the importance they attach to access to information and justice by signing the Aarhus Convention of June 1998.
|
- την αναλογικότητα
|
|
An assessment of the potential consequences of inaction and of the uncertainties of the scientific evaluation should be considered by decision-makers when determining whether to trigger action based on the precautionary principle.
|
- τη μη διακριτική μεταχείριση
|
|
All interested parties should be involved to the fullest extent possible in the study of various risk management options that may be envisaged once the results of the scientific evaluation and/or risk assessment are available and the procedure be as transparent as possible.
|
- τη συνέπεια
|
|
6.3. The general principles of application
|
- την εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων που συνεπάγονται οι ενέργειες ή μη ανάληψη ενεργειών,
|
|
The general principles are not limited to application of the precautionary principle. They apply to all risk management measures. An approach inspired by the precautionary principle does not exempt one from applying wherever possible these criteria, which are generally used when a complete risk assessment is at hand.
|
- την εξέταση των επιστημονικών εξελίξεων.
|
|
Thus reliance on the precautionary principle is no excuse for derogating from the general principles of risk management.
|
6.3.1. Η αναλογικότητα
|
|
These general principles include:
|
Τα υπό εξέταση μέτρα πρέπει να επιτρέπουν την επίτευξη του κατάλληλου επιπέδου προστασίας. Τα μέτρα που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα με το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας και πρέπει να στοχεύουν στην επίτευξη μηδενικού επιπέδου κινδύνου το οποίο βεβαίως υφίσταται σπάνια. Ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις μια έστω ατελής εκτίμηση του κινδύνου μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό των διαθέσιμων επιλογών για τους διαχειριστές του κινδύνου.
|
|
- proportionality,
|
Σε ορισμένες περιπτώσεις η πλήρης απαγόρευση μπορεί να είναι απάντηση δυσανάλογη με το δυνητικό κίνδυνο. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι η μόνη δυνατή απάντηση σε ένα δεδομένο κίνδυνο.
|
|
- non-discrimination,
|
Τα μέτρα μείωσης του κινδύνου μπορούν να περιλαμβάνουν εναλλακτικές λύσεις λιγότερο περιοριστικές για τις συναλλαγές αλλά που επιτρέπουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου επιπέδου προστασίας, όπως είναι για παράδειγμα μια κατάλληλη θεραπεία, η μείωση της έκθεσης, η ενίσχυση των ελέγχων, ο καθορισμός προσωρινών ορίων, οι συστάσεις προς τις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες κλπ. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες υποκατάστασης των προϊόντων ή των διεργασιών που ενέχουν κινδύνους, από άλλα προϊόντα ή διεργασίες που παρουσιάζουν λιγότερο σημαντικούς κινδύνους.
|
|
- consistency,
|
Το μέτρο της μείωσης του κινδύνου δεν πρέπει να αφορά μόνο τους άμεσους κινδύνους για τους οποίους η αναλογικότητα της δράσης είναι ευκολότερο να αξιολογηθεί. Οι αιτιώδεις δεσμοί με το αποτέλεσμα είναι δυσκολότερο να αποδειχθούν επιστημονικώς ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που τα αρνητικά αποτελέσματα γίνονται αισθητά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έκθεση και, εκ του γεγονότος αυτού, η αρχή της προφύλαξης πρέπει να χρησιμοποιείται συχνά στις περιπτώσεις αυτές. Σε μια τέτοια περίπτωση τα δυνητικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της αναλογικότητας των μέτρων που συνίστανται στην αμελλητί δρομολόγηση ενεργειών που αποσκοπούν στον περιορισμό ή την εξάλειψη ενός κινδύνου του οποίου τα αποτελέσματα θα γίνουν εμφανή σε δέκα ή είκοσι χρόνια ή στις μελλοντικές γενιές. Αυτή είναι ιδιαιτέρως η περίπτωση των συνεπειών για τα οικοσυστήματα. Ο κίνδυνος που μεταφέρεται στο μέλλον μπορεί να εξαλειφθεί ή να μειωθεί μόνο κατά τη στιγμή της έκθεσης σε αυτόν, δηλαδή αμέσως.
|
|
- examination of the benefits and costs of action or lack of action
|
Τα μέτρα οφείλουν να είναι ανάλογα με το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας.
|
|
- examination of scientific developments.
|
6.3.2. Η μη διακριτική μεταχείριση
|
|
6.3.1. Proportionality
|
Σύμφωνα με την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης συγκρίσιμες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός και αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά.
|
|
The measures envisaged must make it possible to achieve the appropriate level of protection. Measures based on the precautionary principle must not be disproportionate to the desired level of protection and must not aim at zero risk, something which rarely exists. However, in certain cases, an incomplete assessment of the risk may considerably limit the number of options available to the risk managers.
|
Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει της αρχής της προφύλαξης πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνεται ισότιμο επίπεδο προστασίας χωρίς να μπορεί να γίνει επίκληση της γεωγραφικής καταγωγής ή της φύσης μιας παραγωγής για να εφαρμοστούν κατά τρόπο αυθαίρετο διαφορετικές μεταχειρίσεις.
|
|
In some cases a total ban may not be a proportional response to a potential risk. In other cases, it may be the sole possible response to a potential risk.
|
Η εφαρμογή των μέτρων δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις.
|
|
Risk reduction measures should include less restrictive alternatives which make it possible to achieve an equivalent level of protection, such as appropriate treatment, reduction of exposure, tightening of controls, adoption of provisional limits, recommendations for populations at risk, etc. One should also consider replacing the products or procedures concerned by safer products or procedures.
|
|
|
The risk reduction measure should not be limited to immediate risks where the proportionality of the action is easier to assess. It is in situations in which the adverse effects do not emerge until long after exposure that the cause-effect relationships are more difficult to prove scientifically and that - for this reason - the precautionary principle often has to be invoked. In this case the potential long-term effects must be taken into account in evaluating the proportionality of measures in the form of rapid action to limit or eliminate a risk whose effects will not surface until ten or twenty years later or will affect future generations. This applies in particular to effects on the eco-system. Risks that are carried forward into the future cannot be eliminated or reduced except at the time of exposure, that is to say immediately.
|
6.3.3. Η συνέπεια
|
|
Measures should be proportional to the desired level of protection.
|
Τα μέτρα πρέπει να είναι συνεπή με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί σε παρόμοιες καταστάσεις ή χρησιμοποιούν παρόμοιες προσεγγίσεις. Οι αξιολογήσεις των κινδύνων περιλαμβάνουν μια σειρά στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για μια όσο το δυνατόν πληρέστερη αξιολόγηση. Τα στοιχεία αυτά έχουν ως σκοπό τον εντοπισμό και το χαρακτηρισμό των πηγών κινδύνου, ιδίως προσδιορίζοντας τη σχέση μεταξύ της δόσης και του αποτελέσματος, την εκτίμηση του βαθμού έκθεσης του στοχευόμενου πληθυσμού ή του περιβάλλοντος. Εάν η έλλειψη ορισμένων επιστημονικών δεδομένων δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του κινδύνου λαμβανομένων υπόψη των εγγενών αβεβαιοτήτων της αξιολόγησης, τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της αρχής της προφύλαξης πρέπει να έχουν εμβέλεια και χαρακτήρα που να μπορούν να συγκριθούν με εκείνα των μέτρων που ήδη έχουν ληφθεί σε ισότιμους τομείς όπου υπήρχαν διαθέσιμα όλα τα επιστημονικά δεδομένα.
|
|
|
Τα μέτρα πρέπει να είναι συνεπή με μέτρα που έχουν ήδη θεσπισθεί σε παρόμοιες περιστάσεις ή χρησιμοποιούν παρόμοιες προσεγγίσεις..
|
|
6.3.2. Non-discrimination
|
|
|
The principle of non-discrimination means that comparable situations should not be treated differently and that different situations should not be treated in the same way, unless there are objective grounds for doing so.
|
6.3.4. Η εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων που συνεπάγονται η ανάληψη δράσης ή η μη ανάληψη δράσης
|
|
Measures taken under the precautionary principle should be designed to achieve an equivalent level of protection without invoking the geographical origin or the nature of the production process to apply different treatments in an arbitrary manner.
|
Πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ των πλέον πιθανών θετικών ή αρνητικών συνεπειών της υπό εξέταση ενέργειας και των θετικών ή αρνητικών συνεπειών από τη μη ανάληψη ενεργειών υπό όρους συνολικού κόστους για την Κοινότητα, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Τα υπό εξέταση μέτρα πρέπει να είναι σε θέση να αποφέρουν συνολικό όφελος ως προς τη μείωση του κινδύνου σε ένα αποδεκτό επίπεδο.
|
|
Measures should not be discriminatory in their application.
|
Η εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην οικονομική ανάλυση κόστους/οφέλους. Η ανάλυση έχει μεγαλύτερη εμβέλεια ενσωματώνοντας μη οικονομικά κριτήρια.
|
|
6.3.3. Consistency
|
Η εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων πρέπει ωστόσο να περιλαμβάνει μια οικονομική ανάλυση κόστους /οφελών εφόσον αυτό είναι πρόσφορο και εφικτό.
|
|
Measures should be consistent with the measures already adopted in similar circumstances or using similar approaches. Risk evaluations include a series of factors to be taken into account to ensure that they are as thorough as possible. The goal here is to identify and characterise the hazards, notably by establishing a relationship between the dose and the effect and assessing the exposure of the target population or the environment. If the absence of certain scientific data makes it impossible to characterise the risk, taking into account the uncertainties inherent to the evaluation, the measures taken under the precautionary principle should be comparable in nature and scope with measures already taken in equivalent areas in which all the scientific data are available.
|
Ωστόσο άλλες μέθοδοι ανάλυσης μπορούν επίσης να υιοθετούνται, όπως αυτές που αφορούν την αποτελεσματικότητα και τη δυνατότητα αποδοχής των ενδεχόμενων επιλογών από το στοχευόμενο πληθυσμό. Πράγματι, μπορεί μια κοινωνία να είναι έτοιμη να καταβάλει υψηλότερο τίμημα προκειμένου να διασφαλίσει κάποιο από τα συμφέροντά της, όπως το περιβάλλον ή την υγεία, το οποίο η ίδια αναγνωρίζει ως μέγιστης σημασίας.
|
|
Measures should be consistent with the measures already adopted in similar circumstances or using similar approaches.
|
Η Επιτροπή δηλώνει, σύμφωνα και με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι πρέπει αναμφίβολα να δίνεται μεγαλύτερο βάρος στην προστασία της δημόσιας υγείας έναντι των οικονομικών συμφερόντων.
|
|
|
Τα εγκριθέντα μέτρα προϋποθέτουν την εξέταση των πλεονεκτημάτων και των επιβαρύνσεων που απορρέουν από την ανάληψη ενεργειών ή την απουσία ενεργειών. Η εξέταση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει μια οικονομική ανάλυση κόστους / οφελών, εφόσον αυτό είναι πρόσφορο και εφικτό. Ωστόσο άλλες μέθοδοι ανάλυσης μπορούν επίσης να υιοθετούνται, όπως αυτές που αφορούν την αποτελεσματικότητα και τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο των δυνητικών επιλογών. ’λλωστε οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων μπορούν να καθοδηγούνται από μη οικονομικά κριτήρια.
|
|
6.3.4. Examination of the benefits and costs of action and lack of action
|
|
|
A comparison must be made between the most likely positive or negative consequences of the envisaged action and those of inaction in terms of the overall cost to the Community, both in the long- and short-term. The measures envisaged must produce an overall advantage as regards reducing risks to an acceptable level.
|
6.3.5. Η εξέταση των επιστημονικών εξελίξεων
|
|
Examination of the pros and cons cannot be reduced to an economic cost-benefit analysis. It is wider in scope and includes non-economic considerations.
|
Τα μέτρα πρέπει να διατηρούνται όσο τα επιστημονικά δεδομένα παραμένουν ανεπαρκή, ασαφή ή μη καταληκτικά και όσο ο κίνδυνος εκτιμάται επαρκώς υψηλός ώστε να μην μπορεί να γίνει ανεκτός από την κοινωνία. Λόγω νέων επιστημονικών δεδομένων μπορεί τα μέτρα να τροποποιηθούν, ακόμα και να καταργηθούν, πριν από την καθορισθείσα προθεσμία. Αυτό ωστόσο δεν συνδέεται με τον παράγοντα "χρόνος" αλλά με την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων.
|
|
However, examination of the pros and cons should include an economic cost-benefit analysis where this is appropriate and possible.
|
Εξάλλου οι επιστημονικές έρευνες πρέπει να συνεχίζουν να διεξάγονται προκειμένου να πραγματοποιηθεί περισσότερο προηγμένη ή πληρέστερη επιστημονική αξιολόγηση. Στο πλαίσιο αυτό έχει επίσης σημασία να υποβάλλονται τα μέτρα σε τακτική επιστημονική παρακολούθηση (monitoring) ώστε να μπορούν να επαναξιολογούνται υπό το φως των νέων επιστημονικών δεδομένων.
|
|
Besides, other analysis methods, such as those concerning the efficacy of possible options and their acceptability to the public may also have to be taken into account. A society may be willing to pay a higher cost to protect an interest, such as the environment or health, to which it attaches priority.
|
Η συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (SPS) προβλέπει ότι τα μέτρα που θεσπίζονται ενώ οι επιστημονικές αποδείξεις είναι ανεπαρκείς οφείλουν να τηρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Οι όροι αυτοί αφορούν μόνο τον τομέα εφαρμογής της συμφωνίας SPS αλλά λόγω των ιδιαιτεροτήτων ορισμένων τομέων, όπως είναι το περιβάλλον, ίσως να πρέπει να τηρούνται αρχές εν μέρει διαφορετικές.
|
|
The Commission affirms, in accordance with the case law of the Court that requirements linked to the protection of public health should undoubtedly be given greater weight that economic considerations.
|
Το άρθρο 5 παράγραφος 7 της συμφωνίας SPS περιέχει ορισμένους ειδικούς κανόνες:
|
|
The measures adopted presuppose examination of the benefits and costs of action and lack of action. This examination should include an economic cost/benefit analysis when this is appropriate and feasible. However, other analysis methods, such as those concerning efficacy and the socio-economic impact of the various options, may also be relevant. Besides the decision-maker may, in certain circumstances, by guided by non-economic considerations such as the protection of health.
|
- Τα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα εν αναμονή πιο εμπεριστατωμένων επιστημονικών δεδομένων. Ο προσωρινός χαρακτήρας ωστόσο συνδέεται περισσότερο με την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων παρά απλά με τον παράγοντα "χρόνος".
|
|
|
- Πρέπει να διεξάγονται έρευνες για την απόκτηση πρόσθετων επιστημονικών δεδομένων που είναι αναγκαία για μια πιο αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου.
|
|
6.3.5. Examination of scientific developments
|
- Τα μέτρα πρέπει να επανεξετάζονται περιοδικώς ώστε να συνεκτιμώνται τα νέα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών πρέπει να επιτρέπουν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του κινδύνου και, εφόσον είναι αναγκαίο, την αναθεώρηση των μέτρων σε συνάρτηση με τα συμπεράσματα.
|
|
The measures should be maintained as long as the scientific data are inadequate, imprecise or inconclusive and as long as the risk is considered too high to be imposed on society. The measures may have to be modified or abolished by a particular deadline, in the light of new scientific findings. However, this is not always linked to the time factor, but to the development of scientific knowledge.
|
- Το εύλογο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στη συμφωνία SPS περιλαμβάνει συνεπώς, αφενός, το χρόνο που είναι αναγκαίος για την πραγματοποίηση των σχετικών επιστημονικών εργασιών και, αφετέρου, την πραγματοποίηση μιας αξιολόγησης του κινδύνου που θα λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματα των εργασιών αυτών. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση δημοσιονομικών περιορισμών ή πολιτικών προτεραιοτήτων για να δικαιολογούνται υπερβολικές καθυστερήσεις στην απόκτηση των αποτελεσμάτων, την επαναξιολόγηση του κινδύνου και την τροποποίηση των προσωρινών μέτρων.
|
|
Besides, scientific research should be carried out with a view to obtaining a more advanced or more complete scientific assessment. In this context, the measures should be subjected to regular scientific monitoring, so that they can be reevaluated in the light of new scientific information.
|
Έρευνες πρέπει επίσης να διεξάγονται για τη βελτίωση των μεθοδολογιών και των μέσων για την αξιολόγηση του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης ενσωμάτωσης όλων των σχετικών παραγόντων (π.χ. κοινωνικο-οικονομικά στοιχεία, τεχνολογικές προοπτικές).
|
|
The Agreement on Sanitary and Phytosanitary Measures (SPS) provides that measures adopted in the context of inadequate scientific evidence must respect certain conditions. Hence these conditions concern only the scope of the SPS Agreement, but the specific nature of certain sectors, such as the environment, may mean that somewhat different principles have to be applied.
|
Τα μέτρα, αν και προσωρινά, πρέπει να διατηρούνται σε ισχύ όσο τα επιστημονικά δεδομένα παραμένουν ελλιπή, ασαφή ή μη καταληκτικά και όσο ο κίνδυνος εκτιμάται ότι είναι επαρκώς σημαντικός για να μην μπορεί να γίνει ανεκτός από την κοινωνία.
|
|
Article 5(7) of the SPS agreement includes certain specific rules:
|
Η διατήρηση των μέτρων εξαρτάται από την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων, υπό το φως των οποίων πρέπει αυτά να επαναξιολογούνται. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίζονται οι επιστημονικές έρευνες με σκοπό την απόκτηση εμπεριστατωμένων δεδομένων.
|
|
- The measures must be of a provisional nature pending the availability of more reliable scientific data. However this provisional nature is linked to the development of scientific knowledge rather than to a time factor.
|
Τα μέτρα που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης πρέπει να επανεξετάζονται και, εφόσον είναι αναγκαίο, να τροποποιούνται σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας και της παρακολούθησης του αντικτύπου τους.
|
|
- Research must be carried out to elicit the additional scientific data required for a more objective assessment of the risk.
|
|
|
- The measures must be periodically reviewed to take account of new scientific data. The results of scientific research should make it possible to complete the risk evaluation and if necessary to review the measures on the basis of the conclusions.
|
6.4. Το βάρος απόδειξης
|
|
- Hence the reasonable period envisaged in the SPS Agreement includes the time needed for completion of the necessary scientific work and, besides, the time needed for performance of a risk evaluation based on the conclusions of this scientific work. It should not be possible to invoke budgetary constraints or political priorities to justify excessive delays in obtaining results, re-evaluating the risk or amending the provisional measures.
|
- Οι κανόνες που υφίστανται στην κοινοτική νομοθεσία και σε πολλές τρίτες χώρες εφαρμόζουν την αρχή της προηγούμενης έγκρισης ("θετικός κατάλογος") πριν από την κυκλοφορία στο εμπόριο ορισμένων ειδών προϊόντων, όπως είναι τα φάρμακα, τα παρασιτοκτόνα ή τα πρόσθετα τροφίμων. Είναι και αυτός ένας τρόπος εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης που μεταθέτει την ευθύνη για την προσαγωγή επιστημονικών αποδείξεων. Αυτή είναι ιδιαίτερα η περίπτωση των ουσιών που εκτιμάται «a priori» ότι είναι επικίνδυνες ή που ενδέχεται να είναι επικίνδυνες σε ένα ορισμένο επίπεδο απορρόφησης. Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης, λαμβάνοντας τις προφυλάξεις του, αντέστρεψε σαφώς το βάρος απόδειξης ορίζοντας ότι οι ουσίες αυτές θεωρούνται επικίνδυνες μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Εναπόκειται συνεπώς στις επιχειρήσεις να πραγματοποιούν τις επιστημονικές εργασίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση του κινδύνου. 1/4σο το επίπεδο του κινδύνου για την υγεία ή το περιβάλλον δεν μπορεί να αξιολογηθεί με επαρκή βεβαιότητα, ο νομοθέτης δεν διαθέτει τις νομικές βάσεις για να εγκρίνει τη χρήση της ουσίας, εκτός φυσικά από την εξαιρετική περίπτωση της χορήγησης άδειας για δοκιμές.
|
|
Research could also be conducted for the improvement of the methodologies and instruments for assessing risk, including greater integration of all pertinent factors (e.g. socio-economic information, technological perspectives).
|
- Σε άλλες περιπτώσεις, όπου δεν προβλέπεται να προηγείται η χορήγηση έγκρισης, μπορεί να εναπόκειται στο χρήστη, στον ιδιώτη, σε μια ένωση καταναλωτών ή πολιτών ή στη δημόσια αρχή να αποδείξουν τη φύση μιας πηγής κινδύνου και το επίπεδο κινδύνου ενός προϊόντος ή μιας διεργασίας. Ένα μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της αρχής της προφύλαξης μπορεί να περιλαμβάνει σε ορισμένες περιπτώσεις μια ρήτρα που μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον παραγωγό, τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα· μια τέτοια όμως υποχρέωση δεν μπορεί να εκλαμβάνεται συστηματικά ως γενική αρχή. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, όταν ένα μέτρο εγκρίνεται δυνάμει της αρχής της προφύλαξης εν αναμονή συμπληρωματικών επιστημονικών δεδομένων, ώστε να δίνεται στους επαγγελματίες που έχουν οικονομικό συμφέρον για την παραγωγή ή/και την εμπορευματοποίηση της διεργασίας ή του προϊόντος, η δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επιστημονικές έρευνες σε εθελοντική βάση.
|
|
The measures, although provisional, shall be maintained as long as the scientific data remain incomplete, imprecise or inconclusive and as long as the risk is considered too high to be imposed on society.
|
Τα μέτρα που βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης μπορούν να αποδίδουν ευθύνες ως προς την προσκόμιση των επιστημονικών αποδείξεων που είναι αναγκαίες για την πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου.
|
|
Maintenance of the measures depends on the development of scientific knowledge, in the light of which they should be reevaluated. This means that scientific research shall be continued with a view to obtaining more complete data.
|
7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
|
|
Measures based on the precautionary principle shall be reexamined and if necessary modified depending on the results of the scientific research and the follow up of their impact.
|
Στην παρούσα ανακοίνωση που έχει γενική εμβέλεια, η Επιτροπή διατύπωσε τη θέση της σχετικά με την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης. Η ανακοίνωση αυτή αντανακλά τη βούληση της Επιτροπής για διαφάνεια και διάλογο με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ταυτόχρονα αποτελεί συγκεκριμένο εργαλείο προσανατολισμού για κάθε ενδεχόμενο μέτρο που εφαρμόζει την αρχή της προφύλαξης.
|
|
|
Η Επιτροπή επιθυμεί να επαναλάβει τη μεγάλη σημασία που αποδίδει στη διάκριση μεταξύ, αφενός, της απόφασης, κατ' εξοχήν πολιτικής φύσης, για την ανάληψη ενεργειών ή όχι και, αφετέρου, των μέτρων που απορρέουν από την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης, τα οποία πρέπει να τηρούν τις γενικές αρχές που είναι εφαρμοστέες για κάθε μέτρο διαχείρισης των κινδύνων. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι κάθε απόφασης πρέπει να προηγείται εξέταση όλων των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και, εάν είναι δυνατόν, μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου. Η λήψη απόφασης για την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης δεν σημαίνει ότι τα μέτρα μπορεί να είναι αυθαίρετα ή να επιφέρουν διακρίσεις.
|
|
6.4. The burden of proof
|
Η ανακοίνωση αυτή μπορεί επίσης να συμβάλει στην επιβεβαίωση της θέσης της Κοινότητας σε διεθνές επίπεδο όπου η αναφορά στην αρχή της προφύλαξης γίνεται όλο και πιο συχνή. Ωστόσο, η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι η ανακοίνωση αυτή δεν αποτελεί την τελευταία λέξη στον προβληματισμό, αλλά ότι αντιθέτως πρέπει να χρησιμεύσει ως σημείο αφετηρίας για μια ευρύτερη μελέτη των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να γίνεται η αξιολόγηση, η εκτίμηση, η διαχείριση και η κοινοποίηση των κινδύνων.
|
|
- Community rules and those of many third countries enshrine the principle of prior approval (positive list) before the placing on the market of certain products, such as drugs, pesticides or food additives. This is one way of applying the precautionary principle, by shifting responsibility for producing scientific evidence. This applies in particular to substances deemed "a priori" hazardous or which are potentially hazardous at a certain level of absorption. In this case the legislator, by way of precaution, has clearly reversed the burden of proof by requiring that the substances be deemed hazardous until proven otherwise. Hence it is up to the business community to carry out the scientific work needed to evaluate the risk. As long as the human health risk cannot be evaluated with sufficient certainty, the legislator is not legally entitled to authorise use of the substance, unless exceptionally for test purposes.
|
|
|
- In other cases, where such a prior approval procedure does not exist, it may be for the user, a private individual, a consumer association, citizens or the public authorities to demonstrate the nature of a danger and the level of risk posed by a product or process. Action taken under the head of the precautionary principle must in certain cases include a clause reversing the burden of proof and placing it on the producer, manufacturer or importer, but such an obligation cannot be systematically entertained as a general principle. This possibility should be examined on a case-by-case basis when a measure is adopted under the precautionary principle, pending supplementary scientific data, so as to give professionals who have an economic interest in the production and/or marketing of the procedure or product in question the opportunity to finance the necessary research on a voluntary basis.
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
|
|
Measures based on the precautionary principle may assign responsibility for producing the scientific evidence necessary for a comprehensive risk evaluation.
|
ΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚ ΠΕΡΙ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ
|
|
7. CONCLUSION
|
Τα νομοθετικά κείμενα
|
|
This Communication of a general scope sets out the Commission's position as regards recourse to the precautionary principle. The Communication reflects the Commission's desire for transparency and dialogue with all stakeholders. At the same it is provides concrete guidance for applying the precautionary principle.
|
Αναφορά 1
|
|
The Commission wishes to reaffirm the crucial importance it attaches to the distinction between the decision to act or not to act, which is of an eminently political nature, and the measures resulting from recourse to the precautionary principle, which must comply with the general principles applicable to all risk management measures. The Commission also considers that every decision must be preceded by an examination of all the available scientific data and, if possible, a risk evaluation that is as objective and comprehensive as possible. A decision to invoke the precautionary principle does not mean that the measures will be adopted on an arbitrary or discriminatory basis.
|
Η συνθήκη του ’μστερνταμ που περιέχει διατάξεις της συνθήκης του Μάαστριχτ του 1992, και ιδίως το άρθρο 174 αυτής, αναφέρει
|
|
This Communication should also contribute to reaffirming the Community's position at international level, where the precautionary principle is receiving increasing attention. However the Commission wishes to stress that this Communication is not meant to be the last word; rather, it should be seen as the point of departure for a broader study of the conditions in which risks should be assessed, appraised, managed and communicated.
|
- «2. Η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει.
|
|
|
3. Κατά την εκπόνηση της πολιτικής της στον τομέα του περιβάλλοντος, η Κοινότητα λαμβάνει υπόψη:
|
|
ANNEX I
|
- τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα,...
|
|
Legal and other bases for EC decisions on precautionary measures
|
- τα πλεονεκτήματα και τις επιβαρύνσεις που μπορεί να προκύψουν από τη δράση ή την απουσία δράσης....»
|
|
The legislative texts
|
Αναφορά 2
|
|
Ref. 1
|
Το άρθρο 6 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι «οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη».
|
|
The EC Treaty, incorporating provisions already introduced by the Maastricht Treaty of 1992, and more specifically Article 174 thereof, states:
|
Αναφορά 3
|
|
_ "2. Community policy on the environment shall aim at a high level of protection taking into account the diversity of situations in the various regions of the Community. It shall be based on the precautionary principle and on the principles that preventive action should be taken, that environmental damage should as a priority be rectified at source and that the polluter should pay ...
|
Έτσι, το άρθρο 95 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει: «Η Επιτροπή, στις προτάσεις της που προβλέπονται στην παράγραφο 1 σχετικά με την υγεία, την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των καταναλωτών, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας λαμβάνοντας κυρίως υπόψη όσες νέες εξελίξεις βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επιδιώκουν επίσης την επίτευξη αυτού του στόχου».
|
|
3. In preparing its policy on the environment, the Community shall take account of:
|
Αναφορά 4
|
|
_ available scientific and technical data, ...
|
Το άρθρο 152 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει στην πρώτη παράγραφο: «Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Κοινότητας, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου».
|
|
_ the potential benefits and costs of action or lack of action ..."
|
Η νομολογία
|
|
Ref. 2
|
Αναφορά 5
|
|
Article 6 of the EC Treaty provides that "environmental protection requirements must be integrated into the definition and implementation of the Community policies and activities referred to in Article 3, in particular with a view to promoting sustainable development".
|
Στην απόφασή του για την εγκυρότητα της απόφασης της Επιτροπής που απαγορεύει την εξαγωγή βοείου κρέατος καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου προκειμένου να περιορισθεί ο κίνδυνος μετάδοσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, υπόθεση C-157/96 και C-180/96), το Δικαστήριο διευκρίνισε:
|
|
Ref. 3
|
«Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συνδρομή ή τη σημασία κινδύνων για την υγεία των ατόμων, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, χωρίς να οφείλουν να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων» (σκέψη 99). Στην ακόλουθη σκέψη του Δικαστηρίου διευκρινίζεται μεταγενέστερα ο τρόπος του συλλογισμού του: «Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 130Ρ, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο η προστασία της υγείας του ανθρώπου εμπίπτει στους στόχους της πολιτικής της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος. Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι η πολιτική αυτή, η οποία αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας, στηρίζεται ιδίως στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης και ότι οι ανάγκες στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των άλλων πολιτικών της Κοινότητας» (σκέψη 100).
|
|
Hence, Article 95(3) of the EC Treaty provides that: "The Commission, in its proposals envisaged in paragraph 1 concerning health, safety, environmental protection and consumer protection, will take as a base a high level of protection, taking account in particular of any new development based on scientific facts. Within their respective powers, the European Parliament and the Council will also seek to achieve this objective".
|
Αναφορά 6
|
|
Ref. 4
|
Σε μια άλλη απόφαση σχετική με την προστασία της υγείας των καταναλωτών (απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, υπόθεση Τ-199/96), το Πρωτοδικείο επαναλαμβάνει το σκεπτικό της απόφασης που αφορά την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (βλ. σκέψεις 66 και 67).
|
|
The first paragraph of Article 152 of the EC Treaty provides that: "A high level of human health protection shall be ensured in the definition and implementation of all Community policies and activities".
|
Αναφορά 7
|
|
Case law
|
Τέλος σε διάταξη της 30ής Ιουνίου 1999 (υπόθεση Τ-70/99) ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου επιβεβαιώνει τις θέσεις που διατυπώθηκαν στις προαναφερόμενες αποφάσεις. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι σ' αυτήν τη δικαστική απόφαση γίνεται σαφής υπαινιγμός στην αρχή της προφύλαξης και επιβεβαιώνεται ότι «για τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία της υγείας πρέπει αδιαφιλονίκητα να αναγνωρίζεται ότι έχουν χαρακτήρα επικρατέστερο σε σχέση με οικονομικά κριτήρια».
|
|
Ref. 5
|
? Οι πολιτικοί προσανατολισμοί
|
|
In its judgement on the validity of the Commission's decision banning the exportation of beef from the United Kingdom to reduce the risk of BSE transmission (Judgements of 5 May 1998, cases C-157/96 and C-180/96), the Court held:
|
Αναφορά 8
|
|
"Where there is uncertainty as to the existence or extent of risks to human health, the institutions may take protective measures without having to wait until the reality and seriousness of those risks become fully apparent." (Grounds 63). The next section fleshes out the Court's reasoning: "That approach is borne out by Article 130r(1) of the EC Treaty, according to which Community policy on the environment is to pursue the objective inter alia of protecting human health. Article 130r(2) provides that that policy is to aim at a high level of protection and is to be based in particular on the principles that preventive action should be taken and that environmental protection requirements must be integrated into the definition and implementation of other Community policies."(Grounds 64).
|
Στην ανακοίνωσή της της 30ής Απριλίου 1997 για την υγεία των καταναλωτών και την ασφάλεια των τροφίμων (COM(97) 183 τελικό), η Επιτροπή αναφέρει:
|
|
Ref. 6
|
«Κατά την ανάλυση κινδύνων, η Επιτροπή θα ακολουθεί την αρχή της προφύλαξης στις περιπτώσεις που η επιστημονική βάση για την ανάληψη ενεργειών είναι ανεπαρκής ή σε περίπτωση που υπάρχουν ασάφειες».
|
|
In another judgement concerning protection of consumer health (Judgement of 16 July 1998, case T-199/96), the Court of First Instance cites the above passage from the BSE judgement (see Grounds 66 and 67).
|
|
|
Ref. 7
|
Αναφορά 9
|
|
Recently, in the Order of 30 June 1999 (Case T-70/99), the President of the Court of First Instance confirmed the positions expressed in the abovementioned judgements. Note that this judgement contains an explicit reference to the precautionary principle and affirms that "requirements linked to the protection of public health should undoubtedly be given greater weight that economic considerations."
|
Στο πράσινο βιβλίο «Γενικές αρχές της νομοθεσίας τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση» της 30ής Απριλίου 1997 (COM(97) 176 τελικό), η Επιτροπή επαναλαμβάνει:
|
|
Policy orientations
|
«Η συνθήκη απαιτεί από την Κοινότητα να συμβάλει στη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών. Για να διασφαλισθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και συνοχής, τα μέτρα προστασίας θα πρέπει να βασίζονται σε αξιολόγηση των κινδύνων λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογικών πλευρών, τα άριστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και το βαθμό στον οποίο υπάρχουν διαθέσιμες μέθοδοι επιθεώρησης, δειγματοληψίας και ελέγχου. 1/4που δεν είναι δυνατή μια πλήρης αξιολόγηση κινδύνων, τα λαμβανόμενα μέτρα θα πρέπει να βασίζονται στην αρχή της προφύλαξης».
|
|
Ref. 8
|
Αναφορά 10
|
|
In its Communication of 30 April 1997 on consumer health and food safety (COM(97) 183 final), the Commission states: "the Commission will be guided in its risk analysis by the precautionary principle, in cases where the scientific basis is insufficient or some uncertainty exists".
|
Στο ψήφισμά του της 10ης Μαρτίου 1998 σχετικά με το ανωτέρω Πράσινο Βιβλίο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαπίστωσε:
|
|
Ref. 9
|
«Η κοινοτική νομοθεσία τροφίμων στηρίζεται στη βασική αρχή της προληπτικής προστασίας της υγείας και της προστασίας των καταναλωτών,
|
|
In its Green Paper on the General Principles of Food Law in the European Union of 30 April 1997 (COM(97) 176 final), the Commission reiterates this point:
|
υπογραμμίζει ότι η σχετική πολιτική θα πρέπει να βασίζεται σε επιστημονική αξιολόγηση των κινδύνων, η οποία θα συμπληρώνεται εν ανάγκη με την ανάλογη διαχείριση των κινδύνων, βάσει της αρχής της προφύλαξης και
|
|
"The Treaty requires the Community to contribute to the maintenance of a high level of protection of public health, the environment and consumers. In order to ensure a high level of protection and coherence, protective measures should be based on risk assessment, taking into account all relevant risk factors, including technological aspects, the best available scientific evidence and the availability of inspection sampling and testing methods. Where a full risk assessment is not possible, measures should be based on the precautionary principle."
|
καλεί την Επιτροπή να λάβει προληπτικά μέτρα ενόψει ενδεχόμενων αμφισβητήσεων της κοινοτικής νομοθεσίας τροφίμων εκ μέρους των αρμόδιων οργάνων του ΠΟΕ ζητώντας από τις οικείες επιστημονικές επιτροπές να υποβάλλουν πλήρες επιχειρηματολόγιο βασισμένο στην αρχή της προφύλαξης ».
|
|
Ref. 10
|
Αναφορά 11
|
|
In its Resolution of 10 March 1998 on the Green Paper, the European Parliament states:
|
Η μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή του ΕΟΧ (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος) ενέκρινε στις 16 Μαρτίου 1999 ψήφισμα σχετικά με την «ασφάλεια των τροφίμων στον ΕΟΧ». Για το σκοπό αυτό, αφενός «δίνει έμφαση στη σημασία που έχει η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης» (σημείο 5) και, αφετέρου, «επιβεβαιώνει την προεξάρχουσα ανάγκη για μια προσέγγιση βασισμένη στην αρχή της προφύλαξης εντός του ΕΟΧ σε ό,τι αφορά την εκτίμηση και την αξιολόγηση εφαρμογών για την προώθηση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών που προορίζονται για την αλυσίδα τροφίμων...» (σημείο 13).
|
|
"European food law is based on the principle of preventive protection of consumer health;
|
Αναφορά 12
|
|
stresses that policy in this area must be founded on a scientifically-based risk analysis supplemented, where necessary, by appropriate risk management based on the precautionary principle;
|
Το Συμβούλιο ενέκρινε στις 13 Απριλίου 1999 ψήφισμα με το οποίο ζητά από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων «να είναι στο μέλλον περισσότερο αποφασισμένη να χρησιμοποιεί την αρχή της προφύλαξης κατά τη σύνταξη προτάσεων νομοθετικών πράξεων και στις άλλες της δραστηριότητες τις σχετικές με τους καταναλωτές και να αναπτύσσει κατά προτεραιότητα σαφείς και αποτελεσματικές κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της αρχής αυτής».
|
|
invites the Commission to anticipate possible challenges to Community food law by WTO bodies by requesting the scientific committees to present a full set of arguments based on the precautionary principle."
|
|
|
Ref. 11
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
|
|
The Joint Parliamentary Committee of the EEA (European Economic Area), adopted a Resolution on Food Safety in the EEA on 16 March 1999. In this connection, on the one hand, it "emphasises the importance of application of the precautionary principle" (point 5) and, on the other, "reaffirms the over-riding need for a precautionary approach within the EEA to the assessment and evaluation of applications for the marketing of GMOs intended to enter the food chain..." (point 13).
|
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
|
|
Ref. 12
|
Το περιβάλλον
|
|
On 13 April 1999, the Council adopted a Resolution urging the Commission, inter alia, "to be in the future even more determined to be guided by the precautionary principle in preparing proposals for legislation and in its other consumer-related activities and develop as a priority clear and effective guidelines for the application of this principle".
|
Αν και η αρχή της προφύλαξης έχει ευρύτερη εφαρμογή, αναπτύχθηκε κατά πρώτο λόγο στο πλαίσιο της πολιτικής για το περιβάλλον.
|
|
|
Στην υπουργική δήλωση της δεύτερης διεθνούς συνδιάσκεψης για την προστασία της Βόρειας Θάλασσας (1987) διευκρινίζεται: «προκειμένου να προστατευθεί η Βόρεια Θάλασσα από τις ενδεχομένως επιζήμιες συνέπειες των πλέον επικίνδυνων ουσιών, επιβάλλεται μια προσέγγιση με βάση την προφύλαξη. Μπορεί να απαιτηθεί η λήψη μέτρων για τον έλεγχο των εκπομπών των ουσιών αυτών προτού προσδιοριστεί επισήμως η σχέση αιτίου-αποτελέσματος σε επιστημονικό επίπεδο». Κατά την τρίτη διεθνή συνδιάσκεψη για την προστασία της Βόρειας Θάλασσας (1990) διατυπώθηκε νέα υπουργική δήλωση. Σ' αυτήν αποσαφηνίζεται η προηγούμενη δήλωση και αναφέρεται ότι: «οι κυβερνήσεις που υπογράφουν την παρούσα δήλωση ... θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αρχή της προφύλαξης, δηλαδή να λαμβάνουν μέτρα για την αποφυγή των δυνητικά επιζήμιων συνεπειών από ουσίες που είναι ανθεκτικές στη διάσπαση, τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις για την ύπαρξη αιτιώδους σχέσης μεταξύ των εκπομπών και των αποτελεσμάτων».
|
|
ANNEX II
|
Η αρχή της προφύλαξης αναγνωρίστηκε ρητώς κατά τη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992, και συμπεριλήφθηκε στην αποκαλούμενη δήλωση του Ρίο. Από τότε η αρχή της προφύλαξης βρήκε τη θέση της σε πολλές πράξεις για το περιβάλλον και ειδικότερα σε πράξεις που αφορούν τις παγκόσμιες κλιματικές μεταβολές, τις ουσίες που καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος και τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας.
|
|
THE PRECAUTIONARY PRINCIPLE IN INTERNATIONAL LAW
|
Η αρχή της προφύλαξης περιλαμβάνεται στην αρχή 15 της δήλωσης του Ρίο μεταξύ των αρχών για τα γενικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των εθνικών αρχών:
|
|
The environment
|
«Προκειμένου να προστατευθεί το περιβάλλον, η προσέγγιση βάσει της προφύλαξης πρέπει να εφαρμόζεται ευρέως από τα κράτη ανάλογα με τις ικανότητές τους. 1/4που υφίσταται απειλή για σοβαρή ή αμετάκλητη ζημία, η έλλειψη πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναβολή λήψης μέτρων αποτελεσματικών ως προς το κόστος προκειμένου να προληφθεί η υποβάθμιση του περιβάλλοντος».
|
|
Although applied more broadly, the Precautionary Principle has been developed primarily in the context of environmental policy.
|
Η αρχή 15 αναπαράγεται με παρόμοια διατύπωση:
|
|
Hence, the Ministerial Declaration of the Second International Conference on the Protection of the North Sea (1987) states that "in order to protect the North Sea from possibly damaging effects of the most dangerous substances, a precautionary approach is necessary which may require action to control inputs of such substances even before a causal link has been established by absolutely clear scientific evidence". A new Ministerial Declaration was delivered at the Third International Conference on the Protection of the North Sea (1990). It fleshes out the earlier declaration, stating that "the participants ... will continue to apply the precautionary principle, that is to take action to avoid potentially damaging impacts of substances that are persistent, toxic and liable to bioaccumulate even where there is no scientific evidence to prove a causal link between emissions and effects"
|
1. Στο προοίμιο της Σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα (1992):
|
|
The Precautionary Principle was explicitly recognised during the UN Conference on Environment and Development (UNCED) in Rio de Janeiro 1992 and included in the so-called Rio Declaration. Since then the Precautionary Principle has been implemented in various environmental instruments, and in particular in global climate change, ozone depleting substances and biodiversity conservation.
|
(...) Σημειώνοντας, επίσης, ότι, όπου απειλείται σοβαρά με συρρίκνωση ή με υποβάθμιση η βιολογική ποικιλότητα, η έλλειψη πλήρους επιστημονικής τεκμηρίωσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναβολή λήψεως των μέτρων που απαιτούνται για την αποφυγή ή την ελαχιστοποίηση μιας τέτοιας απειλής, (...)
|
|
The precautionary Principle is listed as Principle 15 of the Rio Declaration among the principles of general rights and obligations of national authorities:
|
2. Στο άρθρο 3 (αρχές) της σύμβασης για τις κλιματικές μεταβολές (1992):
|
|
"In order to protect the environment, the precautionary approach should be widely applied by States according to their capabilities. Where there are threats of serious or irreversible damage, lack of full scientific certainty shall not be used as a reason for postponing cost-effective measures to prevent environmental degradation".
|
(...) Τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να λάβουν «προληπτικά μέτρα για να προβλέπουν, να αποτρέπουν ή να περιορίζουν στο ελάχιστο τις αιτίες των κλιματικών μεταβολών και να μετριάζουν τις δυσμενείς επιπτώσεις τους. 1/4που υπάρχουν απειλές σοβαρής ή ανήκεστης βλάβης, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η έλλειψη πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας ως λόγος για την αναβολή των εν λόγω μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολιτικές και τα μέτρα για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος πρέπει να είναι αποδοτικά, ώστε να εξασφαλίζονται παγκόσμια οφέλη με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, οι πολιτικές και τα μέτρα αυτά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά πλαίσια, να είναι σφαιρικά, να καλύπτουν όλες τις σχετικές πηγές, καταβόθρες και ταμιευτήρες αερίων του θερμοκηπίου και την προσαρμογή, καθώς και να συμπεριλαμβάνουν όλους τους οικονομικούς τομείς. Οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συντονισμένης δράσης των ενδιαφερομένων συμβαλλομένων μερών.»
|
|
Principle 15 is reproduced in similar wording in:
|
Στη σύμβαση του Παρισιού για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Βορειοανατολικού Ατλαντικού (Σεπτέμβριος 1992) η αρχή της προφύλαξης ορίζεται ως η αρχή «σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η λήψη μέτρων εφόσον συντρέχουν λόγοι ανησυχίας λόγω άμεσης ή έμμεσης εισαγωγής ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον, οι οποίες συνεπάγονται κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, επιβαρύνουν τους βιολογικούς πόρους και τα θαλάσσια οικοσυστήματα, υποβαθμίζουν την ψυχαγωγική αξία ή παρεμποδίζουν άλλες θεμιτές χρήσεις της θάλασσας, ακόμη και αν δεν υπάρχουν αποδείξεις αιτιώδους σχέσης μεταξύ της εισαγωγής τους και των επιπτώσεων αυτών».
|
|
1. The preamble of the Convention of Biological Diversity (1992):
|
Πρόσφατα, στις 28 Ιανουαρίου 2000, κατά τη διάσκεψη των μερών της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα, στο πρωτόκολλο για τη βιοασφάλεια σχετικά με την ασφαλή μεταφορά, μεταχείριση και χρησιμοποίηση ζώντων τροποποιημένων οργανισμών προϊόντων της βιοτεχνολογίας επιβεβαιώθηκε η θεμελιώδης λειτουργία της αρχής της προφύλαξης: «H έλλειψη επιστημονικής βεβαιότητας λόγω ανεπαρκών σχετικών επιστημονικών πληροφοριών και γνώσεων ως προς την έκταση των δυνητικών δυσμενών συνεπειών ενός ζώντος τροποποιημένου οργανισμού στη διατήρηση και βιώσιμη χρήση της βιολογικής ποικιλότητας στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου, δεν πρέπει να αποτρέπει το συμβαλλόμενο μέρος να λάβει μια απόφαση, όπως αρμόζει, σε σχέση με την εισαγωγή του εν λόγω ζώντος τροποποιημένου οργανισμού όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω, προκειμένου να αποφευχθούν ή να ελαχιστοποιηθούν οι δυνητικές δυσμενείς συνέπειες».
|
|
(...) Noting also that where there is a threat of significant reduction or loss of biological diversity, lack of full scientific certainty should not be used as a reason for postponing measures to avoid or minimise such a threat (...)
|
Επίσης στο προοίμιο της συμφωνίας του ΠΟΕ υπογραμμίζονται οι όλο και στενότεροι δεσμοί μεταξύ του διεθνούς εμπορίου και του περιβάλλοντος.
|
|
2. In article 3 (Principles) of the Convention of Climate Change (1992):
|
Η συμφωνία του ΠΟΕ για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (SPS)
|
|
(..)The Parties should take precautionary measures to anticipate, prevent or minimise the causes of climate change and mitigate its adverse effects. Where there are threats of serious or irreversible damage, lack of full scientific certainty should not be used as a reason for postponing such measures, taking into account that policies and measures to deal with climate change should be cost-effective so as to ensure global benefits at the lowest possible cost. To achieve this, such policies and measures should take into account different socio-economic contexts, be comprehensive, cover all relevant sources, sinks and reservoirs of greenhouse gases and adaptation, and comprise all economic sectors. Efforts to address climate change may be carried out cooperatively by interested Parties.
|
Παρ' όλο που ο όρος "αρχή της προφύλαξης" δεν χρησιμοποιείται ρητώς στη συμφωνία του ΠΟΕ για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (SPS), το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο για τα μέτρα της ΕΚ σχετικά με το κρέας και τα προϊόντα κρέατος (ορμόνες) (ΑΒ-1997-4, παράγραφος 124) δηλώνει ότι η αρχή αυτή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 5.7 της συμφωνίας. Στο άρθρο 5.7 διαβάζουμε: «Στις περιπτώσεις όπου τα σχετικά επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή, οποιοδήποτε μέλος δύναται να εγκρίνει προσωρινά μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας βάσει των διαθεσίμων σχετικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων των προερχόμενων από τους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς καθώς και από μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας που εφαρμόζονται από άλλα μέλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα μέλη επιδιώκουν να αποκτήσουν τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες, ώστε να προβούν σε περισσότερο αντικειμενική εκτίμηση των κινδύνων και να επανεξετάσουν αναλόγως το μέτρο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας εντός ευλόγου προθεσμίας».
|
|
In the Paris Convention for the protection of the marine environment of the north-east Atlantic (September 1992), the precautionary principle is defined as the principle "by virtue of which preventive measures are to be taken when there are reasonable grounds for concern that substances or energy introduced, directly or indirectly, into the marine environment may bring about hazards to human health, harm living resources and marine ecosystems, damage amenities or interfere with other legitimate uses of the sea, even when there is no conclusive evidence of a causal relationship between the inputs and the effects."
|
Το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο για τις ορμόνες (παράγραφος 124) αναγνωρίζει ότι «δεν είναι αναγκαίο να τεθεί ως αρχή ότι το άρθρο 5.7 είναι εξαντλητικό σε ό,τι αφορά τη σχετικότητα της αρχής της προφύλαξης». Επιπλέον τα μέλη έχουν το δικαίωμα να καθορίσουν το δικό τους επίπεδο υγειονομικής προστασίας, που μπορεί να είναι υψηλότερο (δηλαδή πιο προστατευτικό) από αυτό που διαφαίνεται στα υπάρχοντα διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις». Επιπλέον δέχεται ότι "οι υπεύθυνες, αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις ενεργούν γενικά με σύνεση και προφύλαξη όταν υπάρχει κίνδυνος ανήκεστης βλάβης της ανθρώπινης υγείας, δηλαδή κίνδυνος πρόκλησης θανάτου.» Το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο για τα ιαπωνικά μέτρα σχετικά με τα γεωργικά προϊόντα (ΑΒ-1998-8, παράγραφος 89) διευκρινίζει τις τέσσερις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου για την υιοθέτηση και διατήρηση προσωρινών μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας. Ένα μέλος μπορεί προσωρινά να υιοθετήσει ένα μέτρο υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας εάν το μέτρο αυτό:
|
|
Recently, on 28 January 2000, at the Conference of the Parties to the Convention on Biological diversity, the Protocol on Biosafety concerning the safe transfer, handling and use of living modified organisms resulting from modern biotechnology confirmed the key function of the Precautionary Principle. In fact, article 10, paragraph 6 states: "Lack of scientific certainty due to insufficient relevant scientific information and knowledge regarding the extent of the potential adverse effects of a living modified organism on the conservation and sustainable use of biological diversity in the Party of import, taking also into account risks to human health, shall not prevent that Party from taking a decision, as appropriate, with regard to the import of living modified organism in question as referred to in paragraph 3 above, in order to avoid or minimize such potential adverse effects".
|
1) επιβάλλεται σε μια κατάσταση όπου "οι σχετικές επιστημονικές πληροφορίες είναι ανεπαρκείς" και
|
|
Besides, the preamble to the WTO Agreement highlights the ever closer links between international trade and environmental protection.
|
2) θεσπίζεται "βάσει των σχετικών διαθέσιμων πληροφοριών".
|
|
The WTO SPS Agreement
|
Ένα τέτοιο προσωρινό μέτρο μπορεί να μη διατηρηθεί εν ισχύ εκτός εάν το μέλος που θέσπισε το μέτρο:
|
|
Although the term -Precautionary Principle" is not explicitly used in the WTO Agreement on the Application of Sanitary and Phytosanitary Measures (SPS), the Appellate Body on EC measures concerning meat and meat products (Hormones) (AB-1997-4, paragraph 124) states that it finds reflection in Article 5.7 of this Agreement. Art 5.7 reads:-In cases where relevant scientific evidence is insufficient, a Member may provisionally adopt sanitary or phytosanitary measures on the basis of available scientific information, including that from the relevant international organizations as well as from sanitary and phytosanitary measures applied by other Members. In such circumstances, Members shall seek to obtain the additional information necessary for a more objective assessment of risk and review the sanitary or phytosanitary measure accordingly within a reasonable period of time."
|
1) "επιδιώκει να αποκτήσει τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για μια πιο αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου" και
|
|
The Appellate Body on Hormones (Paragraph 124) recognises...." that there is no need to assume that Article 5.7 exhausts the relevance of a precautionary principle". Moreover, Members have the "right to establish their own level of sanitary protection, which level may be higher (i.e. more cautious) than that implied in existing international standards, guidelines and recommendations". Furthermore, it accepts that "responsible, representative governments commonly act from perspectives of prudence and precaution where risks of irreversible, e.g. life-terminating, damage to human health are concerned." The Appellate Body on Japan-Measures affecting agricultural products (AB-1998-8, paragraph 89) clarifies the four requirements which must be met in order to adopt and maintain provisional SPS measures. A Member may provisionally adopt an SPS measure if this measure is:
|
2) "επανεξετάζει το μέτρο ... εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος".
|
|
1) imposed in respect of a situation where -relevant scientific information is insufficient"; and
|
Αυτές οι τέσσερις απαιτήσεις είναι σαφώς σωρευτικές και εξίσου σημαντικές για να υπάρχει συνέπεια με τις διατάξεις του άρθρου 5.7. Σε ό,τι αφορά το "εύλογο χρονικό διάστημα" για την επανεξέταση του μέτρου, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο επισημαίνει (παράγραφος 93) ότι αυτό πρέπει να καθορίζεται κάθε φορά ξεχωριστά, ανάλογα με την περίπτωση, και εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της δυσκολίας για την απόκτηση των πρόσθετων πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την επανεξέταση και των χαρακτηριστικών του προσωρινού μέτρου υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας.
|
|
2) adopted "on the basis of available pertinent information".
|
|
|
Such a provisional measure may not be maintained unless the Member which adopted the measure:
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
|
|
1) -seek(s) to obtain the additional information necessary for a more objective risk assessment"; and
|
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
|
|
2) -review(s) the ... measure accordingly within a reasonable period of time"
|
Η ολοκλήρωση αυτών των τεσσάρων βημάτων πρέπει να επιχειρείται πριν από την ανάληψη δράσης.
|
|
These four requirements are clearly cumulative and are equally important for the purpose of determining consistency with the provision of Art 5.7. Whenever one of these four requirements is not met, the measure at issue is inconsistent with Art 5.7. As to what constitutes a -reasonable period of time" to review the measure, the Appellate Body points out (Paragraph 93), that this has to be established on a case-by-case basis and depends on the specific circumstances of each case, including the difficulty of obtaining the additional information necessary for the review and the characteristics of the provisional SPS measure.
|
- Ο εντοπισμός της πηγής του κινδύνου σημαίνει ότι εντοπίζονται οι βιολογικοί, χημικοί ή φυσικοί παράγοντες που μπορεί να έχουν δυσμενή αποτελέσματα. Μια νέα ουσία ή ένας βιολογικός παράγοντας μπορούν να αποκαλύπτονται μέσω των αποτελεσμάτων τους στον πληθυσμό (νόσος ή θάνατος) ή στο περιβάλλον και είναι δυνατόν να περιγραφούν τα πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματα στον πληθυσμό ή το περιβάλλον προτού το αίτιο εντοπισθεί πέραν αμφιβολίας.
|
|
|
- Ο χαρακτηρισμός της πηγής του κινδύνου συνίσταται στον καθορισμό, ποσοτικά ή/και ποιοτικά, της φύσης και της σοβαρότητας των δυσμενών αποτελεσμάτων που συνδέονται με αιτιώδεις παράγοντες ή δραστηριότητα. Στο στάδιο αυτό πρέπει να προσδιοριστεί η σχέση μεταξύ του ποσού της επικίνδυνης ουσίας και του αποτελέσματος. Ωστόσο η σχέση είναι μερικές φορές δύσκολο ή αδύνατο να αποδειχθεί, για παράδειγμα, επειδή ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν έχει καθορισθεί με απόλυτη βεβαιότητα.
|
|
ANNEX III
|
- Η εκτίμηση της έκθεσης συνίσταται σε ποσοτική ή ποιοτική αξιολόγηση της πιθανότητας έκθεσης στον υπό μελέτη παράγοντα. Εκτός από τις πληροφορίες για τους ίδιους τους παράγοντες (πηγή, κατανομή, συγκεντρώσεις, χαρακτηριστικά κλπ.), είναι αναγκαίο να υπάρχουν δεδομένα για την πιθανότητα μόλυνσης ή έκθεσης του πληθυσμού ή του περιβάλλοντος στον εν λόγω κίνδυνο.
|
|
THE FOUR COMPONENTS OF RISK ASSESSMENT
|
- Ο χαρακτηρισμός του κινδύνου αντιστοιχεί στην ποιοτική ή/και ποσοτική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγενείς αβεβαιότητες, την πιθανότητα, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των γνωστών ή δυνητικών δυσμενών περιβαλλοντικών αποτελεσμάτων ή αποτελεσμάτων για την υγεία. Ο χαρακτηρισμός αυτός γίνεται βάσει των τριών στοιχείων που προηγούνται και εξαρτάται πολύ από τις αβεβαιότητες, τις παραλλαγές, τις υποθέσεις εργασίας και τις συγκυρίες που υφίστανται σε κάθε στάδιο της διεργασίας. 1/4ταν τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ακατάλληλα ή μη καταληκτικά, μπορεί να επιλεγεί για την υπόθεση «της χειρότερης των περιπτώσεων» μια προσεκτική και συνετή προσέγγιση για την προστασία του περιβάλλοντος, της υγείας ή της ασφάλειας. Η συσσώρευση τέτοιου είδους υποθέσεων θα οδηγήσει σε υπερβολική παρουσίαση του πραγματικού κινδύνου αλλά έτσι παρέχεται κάποια εγγύηση ότι δεν θα υποτιμηθεί ο κίνδυνος.
|
|
An attempt to complete as far as possible these four components should be performed before action is taken.
|
|
|
Hazard identification means identifying the biological, chemical or physical agents that may have adverse effects. A new substance or biological agent may reveal itself through its effects on the population (illness or death), or on the environment and it may be possible to describe the actual or potential effects on the population or environment before the cause is identified beyond doubt.
|
|
|
Hazard characterisation consists of determining, in quantitative and/or qualitative terms, the nature and severity of the adverse effects associated with the causal agents or activity. It is at this stage that a relationship between the amount of the hazardous substance and the effect has to be established. However, the relationship is sometimes difficult or impossible to prove, for instance because the causal link has not been established beyond doubt.
|
|
|
Appraisal of exposure consists of quantitatively or qualitatively evaluating the probability of exposure to the agent under study. Apart from information on the agents themselves (source, distribution, concentrations, characteristics, etc.), there is a need for data on the probability of contamination or exposure of the population or environment to the hazard.
|
|
|
Risk characterisation corresponds to the qualitative and/or quantitative estimation, taking account of inherent uncertainties, of the probability, of the frequency and severity of the known or potential adverse environmental or health effects liable to occur. It is established on the basis of the three preceding and closely depends on the uncertainties, variations, working hypotheses and conjectures made at each stage of the process. When the available data are inadequate or non-conclusive, a prudent and cautious approach to environmental protection, health or safety could be to opt for the worst-case hypothesis. When such hypotheses are accumulated, this will lead to an exaggeration of the real risk but gives a certain assurance that it will not be underestimated.
|
|