Grounds
|
|
Legal background
|
Νομικό πλαίσιο
|
|
1 Article 92(1) of the Treaty establishing the European Community (hereinafter `the Treaty') reads as follows:
|
1 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (στο εξής: Συνθήκη) έχει ως εξής:
|
|
`Save as otherwise provided in this Treaty, any aid granted by a Member State or through State resources in any form whatsoever which distorts or threatens to distort competition by favouring certain undertakings or the production of certain goods shall, in so far as it affects trade between Member States, be incompatible with the common market.'
|
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϋκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
|
|
2 Article 92(3)(c) of the Treaty permits the Commission, by way of derogation, to declare to be compatible with the common market `aid to facilitate the development of certain economic activities or of certain economic areas, where such aid does not adversely affect trading conditions to an extent contrary to the common interest'.
|
2 Κατά παρέκκλιση, το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να αναγνωρίζει ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά «οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον».
|
|
3 On 20 May 1992 the Commission adopted Community guidelines on State aid for small and medium-sized enterprises (SMEs) (OJ 1992 C 213, p. 2). Point 3.2 provides an exemption from the obligation of notification laid down by Article 93(3) of the Treaty for aid in respect of a given type of expenditure of an absolute amount of less than ECU 50 000 over a three-year period. Point 1.6, however, excludes from the scope of those guidelines aid for enterprises in sectors subject to special Community rules on State aid, one of which is the transport sector.
|
3 Στις 20 Μαου 1992 η Επιτροπή υιοθέτησε ένα κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο για τις χορηγούμενες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενισχύσεις (ΕΕ C 213, σ. 2). Σύμφωνα με το σημείο 3.2, προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση της επιβαλλομένης με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης κοινοποιήσεως όταν πρόκειται για ενισχύσεις, το απόλυτο ύψος των οποίων, όσον αφορά συγκεκριμένη κατηγορία δαπανών, δεν υπερβαίνει τις 50 000 ECU σε περίοδο τριών ετών. Πάντως, σύμφωνα με το σημείο 1.6, εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου οι ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις των υποκειμένων σε ειδικούς κοινοτικούς κανόνες επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων τομέων, ιδίως του τομέα των μεταφορών.
|
|
4 The Commission laid down the provisions applicable to State aid for undertakings in the aviation sector in its communication 94/C 350/07 entitled `Application of Articles 92 and 93 of the EC Treaty and Article 61 of the [Agreement on the European Economic Area] to State aids in the aviation sector' (OJ 1995 C 350, p. 5, hereinafter the `Aviation Guidelines'). Point 50 (Chapter IX) of the Aviation Guidelines confirms that the procedure for accelerated clearance of aid for SMEs does not apply to aid in the transport sector.
|
4 Η Επιτροπή όρισε τις εφαρμοστέες επί των κρατικών ενισχύσεων διατάξεις στις οποίες εμπίπτουν οι επιχειρήσεις του αεροπορικού τομέα με την ανακοίνωση 94/C 350/07, τιτλοφορούμενη «Εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 της Συμφωνίας [για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο] επί των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών» (ΕΕ 1994, C 350, σ. 5, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές). Το σημείο 50 (κεφάλαιο IX) των κατευθυντηρίων γραμμών επιβεβαιώνει ότι η ταχεία διαδικασία εγκρίσεως που προβλέπεται για τα καθεστώτα ενισχύσεως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν εφαρμόζεται επί των ενισχύσεων στον τομέα των μεταφορών.
|
|
5 The Aviation Guidelines cover aid granted by Member States in favour of Community air carriers (point 10, Chapter II). Point 51 (Chapter X) states that the Commission will apply the Aviation Guidelines as from their publication in the Official Journal of the European Communities and will decide at the appropriate time on an update of them.
|
5 Οι κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν τις χορηγούμενες από τα κράτη μέλη στους αερομεταφορείς της Κοινότητας ενισχύσεις (σημείο 10, κεφάλαιο ΙΙ). Το σημείο 51 (κεφάλαιο Ξ) διευκρινίζει ότι η Επιτροπή τις εφαρμόζει από τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ενώ αποφασίζει, σε εύθετο χρόνο, την αναπροσαρμογή τους.
|
|
6 Point 8 (Section I.4.) includes the statement that the Commission `wishes to establish a level playing field on which the Community air carriers can effectively compete'.
|
6 Στο σημείο 8 (τμήμα Ι.4) αναφέρεται ότι η Επιτροπή «επιθυμεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον εντός του οποίου οι αερομεταφορείς της Κοινότητας θα μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά [επί ίσοις όροις]».
|
|
7 At point 14 (Chapter III), it is specifically stated: `Direct aids aimed at covering operating losses are, in general, not compatible with the common market and may not benefit from an exemption.'
|
7 Στο σημείο 14 (κεφάλαιο ΙΙΙ) διευκρινίζεται: «οι άμεσες ενισχύσεις οι οποίες στοχεύουν στην κάλυψη λειτουργικών ζημιών είναι, κατά κανόνα, ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και δεν μπορούν να εξαιρεθούν».
|
|
8 In Chapter V, which relates, inter alia, to exemptions for the development of certain economic activities which may be granted under Article 92(3)(c) of the Treaty and Article 61(3)(c) of the Agreement on the European Economic Area (hereinafter the `EEA Agreement'), the Aviation Guidelines provide that restructuring aid may be declared compatible with the common market only under certain conditions. One such condition is that the aid must form part of a comprehensive restructuring programme to be approved by the Commission (point 38(1) of the Aviation Guidelines). The programme to be financed by the State aid can only be considered `not contrary to the common interest' if its objective is not to increase the capacity and the offer of the airline concerned, to the detriment of its direct European competitors (point 38(4)).
|
8 Στο κεφάλαιο V, το οποίο αφορά ιδίως τις εξαιρέσεις για την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης και του άρθρου 61, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΞ), οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ότι οι χορηγούμενες με σκοπό την αναδιάρθρωση ενισχύσεις αναγνωρίζονται ενδεχομένως ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές απαιτεί η ενίσχυση να εντάσσεται σε γενικό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως, το οποίο πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή (σημείο 38, υπό 1, των κατευθυντηρίων γραμμών). Το χρηματοδοτούμενο μέσω της κρατικής ενισχύσεως πρόγραμμα μπορεί να θεωρηθεί ως «αντικείμενο προς το κοινό συμφέρον» μόνον αν ο στόχος του δεν έγκειται στην αύξηση της μεταφορικής ικανότητας και της προσφοράς της ενδιαφερομένης εταιρίας εις βάρος των ευθέως ανταγωνιστικών προς αυτήν ευρωπαϋκών εταιριών (σημείο 38, υπό 4, των κατευθυντηρίων γραμμών).
|
|
9 Finally, at point 50 (Chapter IX), in the interest of administrative simplification, the Aviation Guidelines introduce an accelerated clearance procedure for small aid schemes in the aviation sector. It is explained that the Commission will apply a more rapid administrative clearance procedure to new or modified existing aid schemes notified pursuant to Article 93(3) of the Treaty if:
|
9 Τέλος, στο σημείο 50 των κατευθυντηρίων γραμμών (κεφάλαιο ΙΞ) και για την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών, καθιερώνεται ταχεία διαδικασία εγκρίσεως μικρού ύψους ενισχύσεων στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Διευκρινίζεται ότι η Επιτροπή πρόκειται να εφαρμόσει ταχύτερη διαδικασία εγκρίσεως νέων προγραμμάτων ενισχύσεως ή τροποποιήσεως ήδη υφισταμένων, τα οποία κοινοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εφόσον:
|
|
- the amount of the aid given to the same beneficiary is not higher than ECU 1 million over a three-year period,
|
- το ύψος της χορηγουμένης στον ίδιο δικαιούχο ενισχύσεως δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ECU για περίοδο τριών ετών,
|
|
- the aid is linked to specific investment objectives, operating aids being excluded.
|
- η ενίσχυση συνδέεται με συγκεκριμένους επενδυτικούς στόχους, αποκλειομένων ενισχύσεων εκμεταλλεύσεως.
|
|
Factual background
|
Ιστορικό της διαφοράς
|
|
10 Vlaamse Luchttransportmaatschappij NV (hereinafter `VLM') is a private airline established in Antwerp. It was set up on 21 February 1992 with an initial capital of BFR 10 million. The capital was subsequently increased several times; it reached BFR 75 million at the end of 1993 and was increased to BFR 100 million during 1994. Since 1993 VLM has provided scheduled flights inter alia between Antwerp and London (London City Airport) and between Rotterdam and London (London City Airport).
|
10 H Vlaamse Luchttransportmaatschappij NV (στο εξής: VLM) είναι ιδιωτική αεροπορική εταιρία εδρεύουσα στην Αμβέρσα. Συστήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1992 με αρχικό κεφάλαιο 10 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων (BFR). Ακολούθως, το κεφάλαιο αυξήθηκε επανειλημμένα, εγγίζοντας στα τέλη του 1993 το ποσό των 75 εκατομμυρίων BFR, για να φθάσει, τρέχοντος του 1994, το ποσό των 100 εκατομμυρίων BFR. Από το 1993 πραγματοποιεί τακτικές πτήσεις ιδίως μεταξύ Αμβέρσας και Λονδίνου (London City Airport) και μεταξύ Ρόττερνταμ και Λονδίνου (London City Airport).
|
|
11 The Antwerp-London route is also served by other airlines, in particular the British company Cityflyer Express Ltd (hereinafter `Cityflyer'), into and out of Gatwick Airport.
|
11 Η γραμμή Αμβέρσας Λονδίνου εξυπηρετείται και από άλλες εταιρίες, ιδίως από τη βρετανική επιχείρηση Cityflyer Express Limited (στο εξής: Cityflyer), με σημεία αναχωρήσεως και αφίξεως το αεροδρόμιο Gatwick.
|
|
12 On 17 December 1993, without prior notification to the Commission, the Flemish Region granted VLM an interest-free loan of BFR 20 million, repayable in annual instalments of BFR 4 million from the second year.
|
12 Στις 17 Δεκεμβρίου 1993 η Περιφέρεια της Φλάνδρας χορήγησε στη VLM άτοκο δάνειο ύψους 20 εκατομμυρίων BFR, εξοφλητέο με την καταβολή ετησίων δόσεων ύψους 4 εκατομμυρίων BFR, αρχής γενομένης από το δεύτερο έτος μετά την καταβολή του, χωρίς να το κοινοποιήσει προηγουμένως στην Επιτροπή.
|
|
13 The contract granting the loan provides as follows:
|
13 Η σύμβαση δανείου ορίζει:
|
|
`Artikel 1: Voorwerp
|
«Artikel 1: Voorwerp
|
|
De begunstigde verbindt zich tot de verdere uitbouw en exploitatie van meerdere Europese vliegroutes.
|
De begunstigde verbindt zich tot de verdere uitbouw en exploitatie van meerdere Europese vliegroutes.
|
|
Ter ondersteuning van deze activiteit verleent het Gewest de begunstigde een terugbetaalbaar renteloos voorschot.
|
Ter ondersteuning van deze activiteit verleent het Gewest de begunstigde een terugbetaalbaar renteloos voorschot.
|
|
...
|
(...) Artikel 3: Voorwaarden
|
|
Artikel 3: Voorwaarden
|
Voor de duur van het contract is voor de vervreemding of hypothekering van onroerend en roerend patrimonium en het handelsfonds van de zaak alsook voor de vervreemding van bepaalde activa van de begunstigde vooraf instemming nodig van het Gewest.
|
|
Voor de duur van het contract is voor de vervreemding of hypothekering van onroerend en roerend patrimonium en het handelsfonds van de zaak alsook voor de vervreemding van bepaalde activa van de begunstigde vooraf instemming nodig van het Gewest.
|
Bij verwijzing van de aandeelhoudersstruktuur is vooraf de instemming van het Gewest vereist.
|
|
Bij wijziging van de aandeelhoudersstructuur is vooraf de instemming van het Gewest vereist.
|
Het kapitaal van de onderneming mag tijdens de duur van het contract niet worden verlaagd zonder voorafgaande toestemming van het Gewest.
|
|
Het kapitaal van de onderneming mag tijdens de duur van het contract niet worden verlaagd zonder voorafgaande toestemming van het Gewest.
|
Indien deze voorwaarden niet worden nageleefd, is de overeenkomst onmiddelijk opzegbaar en wordt het voorschot onmiddelijk opeisbaar.
|
|
Indien deze voorwaarden niet worden nageleefd, is de overeenkomst onmiddellijk opzegbaar en wordt het voorschot onmiddellijk opeisbaar.
|
(...)»
|
|
...'
|
[«Άρθρο 1: Αντικείμενο
|
|
(`Article 1: Subject-matter
|
Ο δικαιούχος αναλαμβάνει τη δέσμευση να επιδοθεί στην ανάπτυξη και εκμετάλλευση ορισμένων ευρωπαϋκών αεροπορικών γραμμών.
|
|
The recipient undertakes to develop and operate several European air routes.
|
Προς στήριξη της δραστηριότητας αυτής, η Περιφέρεια της Φλάνδρας χορηγεί στον δικαιούχο άτοκο δάνειο.
|
|
The Flemish Region grants the recipient a repayable interest-free loan in order to support that activity.
|
(...)
|
|
...
|
Άρθρο 3: Όροι
|
|
Article 3: Conditions
|
Κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως, απαιτείται η προηγούμενη συμφωνία της Περιφερείας της Φλάνδρας για την εκχώρηση ή την εγγραφή υποθήκης επί κινητών και ακινήτων και επί της εμπορικής περιουσίας, καθώς και για την εκχώρηση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Vlaamse Luchttransportmaatschappij NV.
|
|
For the duration of the agreement, the prior consent of the Flemish Region is necessary for the disposal of, or granting of security over, any moveable or immoveable property or the goodwill of the business and for the disposal of certain assets of the recipient.
|
Κάθε τροποποίηση της δομής του καθεστώτος που διέπει τους μετόχους εξαρτάται από την προέγκριση της Περιφερείας.
|
|
The consent of the Flemish Region is also required for any modification of the shareholding structure.
|
Κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως, το εταιρικό κεφάλαιο της επιχειρήσεως δεν μπορεί να μειωθεί χωρίς την προέγκριση της Περιφερείας.
|
|
The share capital of the undertaking may not be reduced during the term of the agreement without the prior consent of the Flemish Region.
|
Σε περίπτωση μη τηρήσεως των ανωτέρω όρων, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί πάραυτα και το δάνειο καθίσταται αμέσως απαιτητό.
|
|
If these conditions are not complied with, the agreement may be terminated immediately and the loan is repayable forthwith.
|
(...)»]
|
|
...').
|
14 Στις 16 Νοεμβρίου 1994 η Επιτροπή κίνησε, κατόπιν καταγγελίας της Cityflyer, τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (ΕΕ 1994, C 359, σ. 2).
|
|
14 In response to a complaint by Cityflyer the Commission initiated the procedure under Article 93(2) of the Treaty on 16 November 1994 (OJ 1994 C 359, p. 2).
|
15 Η Cityflyer και η αεροπορική εταιρία British Airways κατέθεσαν παρατηρήσεις. Κάλεσαν την Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι το άτοκο δάνειο αποτελούσε ενίσχυση, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
|
|
15 Cityflyer and British Airways submitted comments. They asked the Commission to declare that the interest-free loan constituted aid incompatible with the common market.
|
16 Στις 23 Ιανουαρίου 1995 κατέθεσε παρατηρήσεις και η Βελγική Κυβέρνηση.
|
|
16 On 23 January 1995 the Belgian Government also submitted comments.
|
17 Με την περάτωση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 1995 την απόφαση 95/466/ΕΚ σχετικά με τη χορηγηθείσα από την Περιφέρεια της Φλάνδρας ενίσχυση στη βελγική εταιρία Vlaamse Luchttransportmaatschappij NV (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση). Η απόφαση κοινοποιήθηκε στη Βελγική Κυβέρνηση στις 25 Σεπτεμβρίου 1995 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 9 Νοεμβρίου 1995 (ΕΕ L 267, σ. 49).
|
|
17 At the end of the procedure, on 26 July 1995, the Commission adopted Decision 95/466/EC concerning aid granted by the Flemish Region to the Belgian airline Vlaamse Luchttransportmaatschappij NV (hereinafter `the contested decision'). That decision was notified to the Belgian Government on 25 September 1995 and was published in the Official Journal on 9 November 1995 (OJ 1995 L 267, p. 49).
|
18 Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κατέληξε ότι το χορηγηθέν από την Περιφέρεια της Φλάνδρας στη VLM δάνειο εμπεριείχε στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, στερούμενα νομιμότητας ως χορηγηθέντα στην επιχείρηση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι τα ανωτέρω στοιχεία ενισχύσεως ήσαν ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης και του άρθρου 61 της Συμφωνίας ΕΟΞ (άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατόπιν αυτού, κάλεσε το Βέλγιο ν' αξιώσει τόκους επί του δανείου με επιτόκιο 9,3 % (άρθρο 2) και την επιστροφή της ενισχύσεως που αντιστοιχούσε στον προκύπτοντα από την επί του δανείου εφαρμογή του επιτοκίου συντελεστή, αρχής γενομένης από την ημερομηνία χορηγήσεως του δανείου (άρθρο 3). Το επιτόκιο 9,3 % είναι προϋόν της προσθέσεως στο βασικό επιτόκιο 7,3 %, το οποίο ίσχυε για το δημόσιο χρέος του Βελγίου το 1994, ενός συντελεστή περιθωρίου κινδύνων ύψους 2 % (τελευταίο εδάφιο του κεφαλαίου V της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
18 In that decision the Commission concluded that the loan granted by the Flemish Region to VLM included an aid component which was unlawful because it was granted to the undertaking in breach of the requirements of Article 93(3) of the Treaty. It also considered that the aid component was incompatible with the common market for the purposes of Article 92 of the Treaty and Article 61 of the EEA Agreement (Article 1 of the contested decision). It consequently required Belgium to order that interest at the rate of 9.3% be paid on that loan (Article 2) and that the aid component, equal to interest charged at that rate on the amount borrowed since the date on which the loan was granted, be repaid (Article 3). The rate of 9.3% was obtained by adding together a base rate of 7.3% applicable to Belgian State debt in 1994 and a risk premium of 2% (last paragraph in Chapter V of the contested decision).
|
Διαδικασία
|
|
Procedure
|
19 Το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο κατατέθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1995 και πρωτοκολλήθηκε την επομένη.
|
|
19 The application initiating proceedings was lodged on 27 November 1995 and registered the following day.
|
20 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (πέμπτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997.
|
|
20 Upon hearing the report of the Judge-Rapporteur, the Court of First Instance (Fifth Chamber, Extended Composition) opened the oral procedure. The parties presented oral argument and replied to the oral questions of the Court at the hearing on 25 September 1997.
|
Αιτήματα
|
|
Forms of order sought
|
21 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
|
21 The applicant claims that the Court should:
|
- να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση
|
|
- annul the contested decision; and
|
- να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
|
|
- order the defendant to pay the costs.
|
22 Η καθής ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
|
22 The defendant contends that the Court should:
|
- να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή
|
|
- dismiss the application as unfounded; and
|
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
|
|
- order the applicant to pay the costs.
|
23 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η καθής προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής.
|
|
23 At the hearing the defendant claimed that the application was inadmissible.
|
Επί του παραδεκτού
|
|
Admissibility Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
24 According to the defendant, the action is inadmissible under the second paragraph of Article 173 of the EC Treaty because the applicant is not a Member State. The application is also inadmissible under the fourth paragraph of Article 173 of the Treaty on the grounds that the applicant was not directly and individually affected by the contested decision, which was not addressed to it. Furthermore, it does not have an interest of its own in bringing proceedings in respect of the contested decision. Its interest in bringing proceedings is based on the fact that it granted the aid in question and, as such, is not distinct from that of the Belgian State (Case 282/85 DEFI v Commission [1986] ECR 2469).
|
24 Κατά την καθής, η ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον η προσφεύγουσα δεν είναι κράτος μέλος. Αλλά και βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης η προσφυγή θα ήταν απαράδεκτη, λόγω του ότι η προσφεύγουσα δεν είναι ούτε πρόσωπο το οποίο αφορά άμεσα και ατομικά η επίδικη απόφαση, εφόσον δεν απευθύνεται προς αυτήν. Επίσης, δεν έχει ίδιο έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής κατά της επίδικης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το δικαίωμά της προς άσκηση προσφυγής είναι απόρροια του γεγονότος ότι χορήγησε την επίδικη ενίσχυση και ταυτίζεται ως εκ τούτου με το δικαίωμα του Βελγικού Δημοσίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 282/85, DEFI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2469).
|
|
25 The applicant considers that, in its capacity as an autonomous legal person with power to grant the loan in question, it is directly and individually concerned for the purposes of the second paragraph of Article 173 of the Treaty in the same way as the Kingdom of Belgium, to which the contested decision is addressed (Joined Cases 62/87 and 72/87 Exécutif Régional Wallon and Glaverbel v Commission [1988] ECR 1573).
|
25 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, εξίσου όπως και το Βασίλειο του Βελγίου στο οποίο απευθύνεται, λόγω της ιδιότητάς της ως αυτοτελούς νομικού προσώπου, αρμοδίου να χορηγήσει το επίδικο δάνειο (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/87 και 72/87, Περιφερειακή Κυβέρνηση της Βαλλονίας και Glaverbel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1573).
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
26 The Court of First Instance has jurisdiction at first instance only in actions for annulment under the fourth paragraph of Article 173 of the Treaty (Council Decision 94/149/ECSC, EC of 7 March 1994 amending Decision 93/350/Euratom, ECSC, EEC of 8 June 1993 amending Decision 88/591/ECSC, EEC, Euratom of 24 October 1998 establishing a Court of First Instance of the European Communities (OJ 1994 L 66, p. 29)). It has no jurisdiction to take cognisance of actions brought pursuant to the second paragraph of Article 173 of the Treaty by a Member State, the Council or the Commission.
|
26 Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό αποκλειστικά και μόνον επί των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης [απόφαση 94/149/ΕΚΑΞ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, η οποία τροποποιεί την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, της 8ης Ιουνίου 1993, η οποία είχε τροποποιήσει την απόφαση 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 66, σ. 29)]. Αντίθετα, το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών ασκουμένων δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης από τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή.
|
|
27 According to the fourth paragraph of Article 173, any natural or legal person may institute proceedings against a decision which, although in the form of a decision addressed to another person, is of direct and individual concern to the former.
|
27 Κατά το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδόθηκαν ως κανονισμοί ή αποφάσεις, απευθυνόμενοι σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
|
|
28 In this case, the contested decision was addressed to the Kingdom of Belgium. In that respect, it should be noted that it is apparent from the general scheme of the Treaties that the term Member State, for the purposes of the institutional provisions and, in particular, those relating to proceedings before the courts, refers only to government authorities of the Member States of the European Communities and cannot include the governments of regions or autonomous communities, irrespective of the powers they may have (orders in Case C-95/97 Région Wallonne v Commission [1997] ECR I-1787, paragraph 6 and C-180/97 Regione Toscana v Commission [1997] ECR I-5245, paragraph 6). The Flemish Region is therefore not entitled to bring proceedings pursuant to the second paragraph of Article 173 of the Treaty. By contrast, since it has legal personality under Belgian national law it must, on that basis, be treated as a legal person within the meaning of the fourth paragraph of Article 173 of the Treaty (orders in Région Wallonne v Commission, cited above, paragraph 11, and Regione Toscana v Commission, cited above, paragraph 11; see also the Opinion of Advocate General Lenz in Exécutif Régional Wallon and Glaverbel v Commission, cited at paragraph 25 above, ECR 1573, 1581, 1582).
|
28 Εν προκειμένω, η προσβαλλομένη απόφαση απευθύνθηκε στο Βασίλειο του Βελγίου. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει σαφώς από τη γενική οικονομία των Συνθηκών, ως κράτος μέλος, κατά την έννοια των θεσμικών διατάξεων και ειδικότερα εκείνων που αφορούν τις ένδικες προσφυγές, νοούνται μόνον οι κυβερνητικές αρχές των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι κυβερνήσεις των περιφερειών ή των αυτονόμων κοινοτήτων, ασχέτως της εκτάσεως των αναγνωρισμένων σ' αυτές αρμοδιοτήτων (διατάξεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1997 στην υπόθεση C-95/97, Περιφέρεια της Βαλλονίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-1787, σκέψη 6, και της 1ης Οκτωβρίου 1997 στην υπόθεση C-180/97, Περιφέρεια Τοσκάνης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-5245, σκέψη 6). Επομένως, η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Αντίθετα, διαθέτουσα νομική προσωπικότητα βάσει του βελγικού δικαίου, πρέπει υπό την έννοια αυτή να θεωρηθεί ως νομικό πρόσωπο κατά το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης (προαναφερθείσες διατάξεις στις υποθέσεις Περιφέρεια της Βαλλονίας κατά Επιτροπής, σκέψη 11, και Περιφέρεια της Τοσκάνης κατά Επιτροπής, σκέψη 11· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz επί της προαναφερθείσας στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως υποθέσεως Περιφερειακή Κυβέρνηση Βαλλονίας και Glaverbel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1573, 1581 και 1582).
|
|
29 The contested decision has a direct and individual effect on the legal position of the Flemish Region. It directly prevents it from exercising its own powers, which here consist of granting the aid in question, as it sees fit, and requires it to modify the loan contract entered into with VLM.
|
29 Η προσβαλλομένη απόφαση επηρεάζει άμεσα και ατομικά τη νομική κατάσταση της Περιφερείας της Φλάνδρας. Πράγματι, την εμποδίζει ευθέως να ασκήσει τις συνιστάμενες εν προκειμένω στη χορήγηση της επίδικης ενισχύσεως ίδιες αρμοδιότητές της, όπως αυτή τις εννοεί, και την υποχρεώνει να τροποποιήσει τη σύμβαση δανείου με τη VLM.
|
|
30 It follows that it has an interest of its own in challenging the decision. Its situation cannot be compared to that of the Committee for the Development and Promotion of the Textile and Clothing Industry in DEFI v Commission, cited at paragraph 24 above. In that case, the French Government had the power to determine that committee's management and policies and hence also to define the interests which that organisation had to protect (paragraph 18). In this case, however, it does not appear that the Belgian Federal Government is in a position to determine the manner in which the Flemish Region exercises its own powers, in particular those according it the discretion to grant aid to undertakings.
|
30 Επομένως έχει ίδιο έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση. Η κατάστασή της δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη της επιτροπής αναπτύξεως και προωθήσεως της κλωστοϋφαντουργίας και των ενδυμάτων της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως υποθέσεως, η οποία κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως DEFI κατά Επιτροπής. Στην υπόθεση εκείνη, η Γαλλική Κυβέρνηση διέθετε την εξουσία να προσδιορίσει τη διαχείριση και την πολιτική της εν λόγω επιτροπής και συνακόλουθα τα συμφέροντα που όφειλε να προασπίζεται η επιτροπή αυτή (σκέψη 18). Στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα, δεν προκύπτει ότι η Βελγική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είναι σε θέση να προσδιορίσει τις ασκούμενες από την Περιφέρεια της Φλάνδρας ίδιες αρμοδιότητες, ιδίως εκείνες που της επιτρέπουν να χορηγεί ενισχύσεις σε επιχειρήσεις.
|
|
31 It follows from the foregoing that the application must be held admissible.
|
31 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
|
|
Substance
|
Επί της ουσίας
|
|
32 The applicant raises three pleas in law in support of its application, based on:
|
32 Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως αρυομένους από:
|
|
- infringement of Article 92(1) of the Treaty;
|
- παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης·
|
|
- infringement of Article 92(3)(c) of the Treaty; and
|
- παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης·
|
|
- breach of the duty to state reasons laid down in Article 190 of the Treaty.
|
- αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης.
|
|
The third plea falls into three parts:
|
Ο τελευταίος λόγος περιλαμβάνει τρία σκέλη:
|
|
- insufficient reasoning in the contested decision relating to the application of Article 92(1) of the Treaty (first part);
|
- ελλιπής αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης (πρώτο σκέλος)·
|
|
- insufficient reasoning rejecting the arguments concerning exemption for small aid schemes in the aviation sector (second part);
|
- ελλιπής αιτιολογία της απορρίψεως της επιχειρηματολογίας σχετικά με την εξαίρεση των μικρού ύψους ενισχύσεων στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (δεύτερο σκέλος)·
|
|
- insufficient reasoning relating to the application of Article 92(3)(c) of the Treaty (third part).
|
- ελλιπής αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ της Συνθήκης (τρίτο σκέλος).
|
|
33 As the first two parts of the third plea are based on breach of the duty to state reasons as regards the conditions for application of Article 92(1) of the Treaty, the Court will examine them immediately after the first plea.
|
33 Δεδομένου ότι τα δύο πρώτα σκέλη του τρίτου λόγου αρύονται από την αθέτηση της υποχρεώσεως περί αιτιολογήσεως, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το Πρωτοδικείο προτίθεται να τους εξετάσει αμέσως μετά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
|
|
The first plea: infringement of Article 92(1) of the Treaty
|
Επί του αρυομένου από την παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης πρώτου λόγου ακυρώσεως
|
|
Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
34 The applicant considers that when the amount of the aid is so small that it does not strengthen the recipient's competitive position with respect to that of its competitors on the relevant market, it does not distort competition or affect trade between Member States.
|
34 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, οσάκις το ύψος της ενισχύσεως είναι τόσο μικρό ώστε να μην ενισχύει την ανταγωνιστική θέση του δικαιούχου αυτής έναντι εκείνης των ανταγωνιστών του στη σχετική αγορά, η ενίσχυση δεν στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και δεν επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
|
|
35 In this case, the amount of the aid was so insignificant that it had no impact on VLM's costs or tariff structure. The aid amounted to only a few Belgian francs per passenger. Consequently it did not procure any benefit for VLM which strengthened its competitive position with respect to that of other airlines with which it competes on the intra-Community air transport market. Nor, it follows, is the aid likely to affect trade between Member States.
|
35 Εν προκειμένω, το ύψος της ενισχύσεως ήταν σε τέτοιο σημείο αμελητέο ώστε να μην έχει καμία επίπτωση επί του κόστους ούτε επί του προγραμματισμού των ναύλων της VLM. Συγκεκριμένα, η ενίσχυση δεν αντιστοιχούσε ανά μεταφερόμενο επιβάτη παρά στο ισόποσο μερικών βελγικών φράγκων. Επομένως, με την ενίσχυση δεν δόθηκε στη VLM πλεονέκτημα συνεπαγόμενο την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεώς της έναντι εκείνης των λοιπών αεροπορικών εταιριών που ανταγωνίζεται στην ενδοκοινοτική αγορά των αεροπορικών μεταφορών. Επομένως, η ενίσχυση δεν είναι ικανή ούτε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
|
|
36 In the applicant's submission, in order to conclude that there was an effect on trade between Member States, the defendant should have established that the aid in question procured a benefit for VLM which strengthened its competitive position (in comparison with that of its competitors). However, it gave no indication whatsoever of how VLM had derived any benefit from the loan received.
|
36 Κατά την προσφεύγουσα, για να καταλήξει ότι επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών, η καθής όφειλε να διαπιστώσει ότι η επίδικη ενίσχυση παρείχε στη VLM πλεονέκτημα, συνεπαγόμενο την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεώς της (σε σχέση με εκείνη των ανταγωνιστών της). Σε καμία όμως περίπτωση δεν διευκρίνισε το μέγεθος του πλεονεκτήματος που συνεπήχθη η χορήγηση του δανείου.
|
|
37 First, the defendant's observations concerning the characteristics of the air transport sector and the fact that it was informed of the aid by a complaint from a competitor is not relevant in that respect. Next, the fact that State aid is granted to an undertaking whose activities by their very nature consist of trade between different Member States does not mean that the recipient derives a benefit from it in comparison with its competitors. Furthermore, the applicant disputes that the operation of the Antwerp-London City route by VLM discourages other companies from operating that route themselves, since the market has been liberalised and the liberalisation measures provide for a special procedure for the grant of slots to new arrivals on the market. Finally, it denies that VLM was in financial difficulties when the loan was granted and even two years thereafter, since it is perfectly normal for a new airline to incur losses connected with starting up.
|
37 Καταρχάς, οι απόψεις της καθής σχετικά με τα χαρακτηριστικά του τομέα των αεροπορικών μεταφορών και το γεγονός ότι ενημερώθηκε για την ενίσχυση από καταγγελία ενός ανταγωνιστή δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή. Ακολούθως, το γεγονός ότι η κρατική ενίσχυση χορηγείται σε επιχείρηση, οι δραστηριότητες της οποίας εμπλέκουν εκ φύσεως διάφορα κράτη μέλη, δεν συνεπάγεται ότι η δικαιούχος επιχείρηση αποκομίζει πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της. Επιπλέον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι η εκ μέρους της VLM εκμετάλλευση της γραμμής Αμβέρσα-London City Airport αποτρέπει άλλες εταιρίες από την εκμετάλλευσή της, εφόσον η αγορά ελευθερώθηκε και τα μέτρα ελευθερώσεως προβλέπουν ειδική διαδικασία κατανομής του διατιθεμένου χρόνου χρήσεως των αερολιμένων από τους νεοεισερχομένους στην αγορά. Τέλος, η προσφεύγουσα αρνείται ότι, κατά τον χρόνο χορηγήσεως του δανείου αλλά και δύο έτη μετά την καταβολή του, η VLM αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες, εφόσον είναι απόλυτα σύνηθες μια νεοϋδρυθείσα αεροπορική εταιρία να υφίσταται εγγενείς με την εκκίνησή της απώλειες.
|
|
38 The applicant concludes that the aid in question did not procure any benefit for VLM in comparison with competing companies, since the latter receive several thousand million Belgian francs under restructuring programmes approved by the Commission or, like the complainant Cityflyer, are members of a franchise network which enables them to be indirectly subsidised by the group to which they belong. In that respect, the applicant cannot understand how the Commission can maintain that an amount which it estimates at most at BFR 1 860 000 per annum, would enable VLM not to increase its fares, to maintain its position on the market with respect to its competitors and to avoid greater losses and even insolvency.
|
38 Η προσφεύγουσα καταλήγει ότι η επίδικη ενίσχυση δεν συνεπήχθη υπέρ της VLM πλεονέκτημα σε σχέση με τις ανταγωνίστριες εταιρίες, οι οποίες επωφελούνται αρκετών δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων στα πλαίσια εγκεκριμένων από την Επιτροπή προγραμμάτων αναδιαρθρώσεως ή οι οποίες είναι, όπως η καταγγέλλουσα Cityflyer, μέλη ενός δικτύου δικαιοχρήσεως που τους παρέχει τη δυνατότητα να επιδοτούνται έμμεσα από τον όμιλο στον οποίο ανήκουν. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αντιλαμβάνεται πώς η Επιτροπή μπορεί να διατείνεται ότι ένα ποσό, το ύψος του οποίου υπολόγισε η ίδια σε 1 860 000 BFR κατ' ανώτατο όριο ετησίως, θα επέτρεπε στη VLM να μη τροποποιήσει τους ναύλους της, να διατηρήσει τη θέση της στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών της και να αποφύγει σημαντικότερες απώλειες, ακόμη δε και την πτώχευση.
|
|
39 Finally, the defendant infringed Article 92(1) of the Treaty by overestimating the amount of the aid. It calculated the aid on the basis of a risk premium of 2% on the ground that the loan in question was not accompanied by any guarantee directly linked to moveable or immoveable property. That risk premium should have been 1%, since Article 3 of the loan contract granted the applicant the right to veto the constitution of any security and the transfer of assets and authority to constitute a first mortgage. Consequently the amount of the aid is equal to the total amount of interest resulting from application of a rate of 8.3% and not 9.3%.
|
39 Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, η καθής παρέβη το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, διογκώνοντας το ύψος της ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, υπολόγισε την ενίσχυση με βάση συντελεστή περιθωρίου κινδύνων 2 % με το αιτιολογικό ότι το επίδικο δάνειο δεν συνδυάστηκε με τη σύσταση οποιασδήποτε εγγυήσεως συνδεομένης ευθέως με κινητά ή ακίνητα. Ο συντελεστής περιθωρίου κινδύνων έπρεπε να ανέρχεται σε 1 %, εφόσον το άρθρο 3 της συμβάσεως δανείου αναγνώρισε υπέρ της προσφεύγουσας, αφενός, δικαίωμα εποπτείας σε σχέση με την εγγραφή τυχόν υποθήκης και την εκχώρηση στοιχείων του ενεργητικού, αφετέρου, εξουσιοδότηση που της παρέχει το δικαίωμα εγγραφής πρώτης υποθήκης. Επομένως, το ύψος της ενισχύσεως ισούται με το ύψος των οφειλομένων, κατ' εφαρμογήν επιτοκίου 8,3 % και όχι 9,3 %, τόκων.
|
|
40 The defendant claims that the plea should be dismissed and maintains that all the conditions for application of Article 92(1) of the Treaty were satisfied in this case. The loan in question was granted by a State authority (the Flemish Region) and procured a benefit for its recipient with respect to its competitors in a sector where competition is intense. It therefore distorts competition and affects trade between Member States, as a large proportion of European air transport is intra-Community, particularly in Belgium.
|
40 Η καθής ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως, ισχυριζόμενη ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, το επίδικο δάνειο χορηγήθηκε από δημόσια αρχή (την Περιφέρεια της Φλάνδρας) και συνεπάγεται πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου του σε σχέση με τους ανταγωνιστές του σε τομέα όπου ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Υπό την έννοια αυτή, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εφόσον ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ευρωπαϋκών αεροπορικών μεταφορών είναι ενδοκοινοτικού χαρακτήρα, ειδικότερα στο Βέλγιο.
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
41 It is necessary to consider whether the defendant was justified in concluding that the aid in question distorted or threatened to distort competition and affected trade between Member States.
|
41 Πρέπει να εξεταστεί αν η καθής μπορούσε βασίμως να καταλήγει ότι η επίδικη ενίσχυση στρέβλωνε ή απειλούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
|
|
A - Distortion of competition
|
Α - Επί της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού
|
|
42 The aid in question is intended to facilitate the development and operation of several European air routes (Article 1 of the loan contract; see paragraph 13 above), on which the recipient competes with other airlines, including companies established in other Member States. The loan contract does not therefore require the aid to be used to finance specific expenditure. The fact that no interest was charged on the loan thus relieves VLM of normal costs which form an integral part of its day-to-day activity.
|
42 Η επίδικη ενίσχυση αποσκοπεί στην προώθηση της αναπτύξεως και εκμεταλλεύσεως ορισμένων ευρωπαϋκών αεροπορικών γραμμών (άρθρο 1 της επίδικης συμβάσεως συνάψεως δανείου, βλ. ανωτέρω, σκέψη 13), επί των οποίων η δικαιούχος ανταγωνίζεται άλλες αεροπορικές εταιρίες, ιδίως εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Επομένως, η σύμβαση δανείου δεν επιβάλλει την υποχρέωση η ενίσχυση να προορίζεται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένης δαπάνης. Άρα, η μη καταβολή τόκων επί του οικείου δανείου την απαλλάσσει από συνήθη έξοδα σύμφυτα με την τρέχουσα δραστηριότητά της.
|
|
43 The Court of Justice and the Court of First Instance have held that operating aid, that is to say aid which, like the aid in question, is intended to relieve an undertaking of the expenses which it would normally have had to bear in its day-to-day management or its usual activities, in principle distorts competition (Case T-459/93 Siemens v Commission [1995] ECR II-1675, paragraphs 48 and 77, and the case-law cited therein).
|
43 Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσαν ότι οι λειτουργικές ενισχύσεις, ήτοι οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από τις δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί η ίδια στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως των συνήθων δραστηριοτήτων της, νοθεύουν, καταρχήν, τους όρους του ανταγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση Τ-459/93, Siemens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. IΙ-1675, σκέψεις 48 και 77, καθώς και παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
|
|
44 In the fifth paragraph of Chapter V of the contested decision, the defendant stated: `In the present case, given the intense competition in the liberalised Community air transport business, the fact that VLM may be the only airline operating on the Antwerp-London route into and out of London City Airport is irrelevant to the Commission's assessment: the aid received will in any event reduce the chances of competitors, actual or potential, who wish to penetrate the market in that particular route and will thus distort competition to that extent at least. Nor is there anything to prevent VLM from making use of the assistance to launch operations on other routes.' In that respect, it should be noted that the applicant has not disputed that the air transport sector is highly competitive in the Community.
|
44 Στο πέμπτο εδάφιο του κεφαλαίου V της προσβαλλομένης αποφάσεως, η καθής αναφέρει: «Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τον έντονο ανταγωνισμό στον ελευθερωμένο τομέα των κοινοτικών αερομεταφορών, το γεγονός ότι η VLM είναι η μόνη εταιρία που εκμεταλλεύεται τη γραμμή Αμβέρσας Λονδίνου με αφετηρία και κατάληξη το αεροδρόμιο London City Airport δεν επηρεάζει την εκτίμηση της Επιτροπής, καθόσον η ληφθείσα ενίσχυση μειώνει οπωσδήποτε τις πιθανότητες των πραγματικών ή των μελλοντικών ανταγωνιστών της να διεισδύσουν στην αγορά της αερογραμμής αυτής, με αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Τίποτε επίσης δεν εμποδίζει τη VLM να χρησιμοποιήσει την ενίσχυση για να κατακτήσει άλλες αγορές». Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι ο τομέας των αεροπορικών μεταφορών είναι έντονα ανταγωνιστικός εντός της Κοινότητας.
|
|
45 The applicant does not deny that the loan in question procured a benefit for VLM because it was granted on an interest-free basis. It denies, however, that the benefit to VLM strengthened its competitive position in comparison with that of competing airlines.
|
45 Η προσφεύγουσα δεν αρνείται ότι το επίδικο δάνειο συνεπήχθη πλεονέκτημα υπέρ της VLM ως εκ του ότι της χορηγήθηκε ατόκως. Αντίθετα, αμφισβητεί ότι το παρασχεθέν στη VLM πλεονέκτημα ενίσχυσε την ανταγωνιστική θέση της έναντι εκείνης των ανταγωνιστικών αεροπορικών εταιριών.
|
|
46 Where a public authority favours an undertaking operating in a sector which is characterised by intense competition by granting it a benefit, there is a distortion of competition or a risk of such distortion. Where the benefit is limited, competition is distorted to a lesser extent, but it is still distorted. The prohibition in Article 92(1) of the Treaty applies to any aid which distorts or threatens to distort competition, irrespective of the amount, in so far as it affects trade between Member States.
|
46 Αφ' ής στιγμής η δημόσια αρχή ευνοεί μια εταιρία δρώσα σε τομέα χαρακτηριζόμενο από έντονο ανταγωνισμό, χορηγώντας της πλεονέκτημα, υφίσταται στρέβλωση του ανταγωνισμού ή κίνδυνος στρεβλώσεως. Αν το πλεονέκτημα είναι μικρό, ο ανταγωνισμός στρεβλώνεται μεν σε μικρότερο βαθμό, γεγονός όμως παραμένει ότι στρεβλώνεται. Η απαγόρευση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ισχύει για κάθε ενίσχυση που στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό, ανεξάρτητα από το ύψος της, στον βαθμό που επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
|
|
47 It follows that it was legitimate for the defendant to consider that the aid in question distorted or threatened to distort competition.
|
47 Επομένως, ορθώς η καθής έκρινε ότι η επίδικη ενίσχυση στρέβλωνε ή απειλούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.
|
|
B - Effect on trade between Member States
|
Β - Επί της επιπτώσεως στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο
|
|
48 According to settled case-law, the relatively small amount of aid or the relatively small size of the undertaking which receives it does not as such exclude the possibility that intra-Community trade might be affected (Case C-142/87 Belgium v Commission [1990] ECR I-959, paragraph 43, and Joined Cases C-278/92, C-279/92 and C-280/92 Spain v Commission [1994] ECR I-4103, paragraphs 40 to 42).
|
48 Κατά πάγια νομολογία, το σχετικά μικρό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της λαμβάνουσας την ενίσχυση επιχειρήσεως δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 43, και της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψεις 40 έως 42).
|
|
49 Even aid of a relatively small amount is liable to affect trade between Member States where, as here, there is strong competition in the sector in which the recipient operates (Cases 259/85 France v Commission [1987] ECR 4393, paragraph 24, and C-303/88 Italy v Commission [1991] ECR I-1433, paragraph 27).
|
49 Ακόμη και ενίσχυση σχετικά μικρού ύψους είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο τομέας εντός του οποίου δρα η δικαιούχος επιχείρηση χαρακτηρίζεται από ζωηρό ανταγωνισμό (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1987 στην υπόθεση 259/85, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4393, σκέψη 24, και της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1433, σκέψη 27).
|
|
50 When State financial aid or aid from State resources strengthens the position of an undertaking compared with other undertakings competing in intra-Community trade, the latter must be regarded as affected by that aid (Case 730/79 Philip Morris v Commission [1980] ECR 2671, paragraph 11).
|
50 Πράγματι, οσάκις οικονομική ενίσχυση χορηγούμενη από το δημόσιο ή από πόρους του δημοσίου ενισχύει τη θέση επιχειρήσεως σε σχέση με εκείνη άλλων ανταγωνιστικών στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου επιχειρήσεων, πρέπει να θεωρείται ότι η ενίσχυση επηρεάζει τις επιχειρήσεις αυτές (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση 730/79, Phipip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 11).
|
|
51 In this case, the defendant considered that `the loan does distort competition, and does affect trade between Member States: it benefits a single company, whose business - air transport - extends over several Member States and potentially over the entire EEA, and which by its nature directly relates to trade. This is particularly so since the entry into force of the third air transport package, on 1 January 1993, which completed the process of liberalisation and greatly increased the scope for competition. VLM is a Community airline company holding an operating licence granted in accordance with Council Regulation (EEC) No 2407/92. Pursuant to Article 3 of Council Regulation (EEC) No 2408/92 and Article 5 of Council Regulation (EEC) No 2409/92, the Member State or Member States concerned must, except where otherwise expressly provided in the same Regulations, permit VLM to exercise traffic rights on routes within the Community and setting its fares freely' (fourth paragraph of Chapter V of the contested decision).
|
51 Στην προκειμένη περίπτωση, η καθής έκρινε ότι «η δανειοδότηση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο εφόσον εξ αυτής επωφελείται μία και μόνον εταιρία, η δραστηριότητα της οποίας στις αερομεταφορές, ως εκ φύσεως απτομένη άμεσα του εμπορίου, εκτείνεται σε περισσότερα κράτη μέλη και δύναται να καλύψει το σύνολο των Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο ύστερα από την έναρξη ισχύος της τρίτης δέσμης μέτρων για τις αερομεταφορές από 1ης Ιανουαρίου 1993, με τα οποία ολοκληρώνεται η ελευθέρωση και διευρύνεται αισθητά το πεδίο ανταγωνισμού. Πράγματι, η VLM είναι εταιρία αεροπορικών μεταφορών διαθέτουσα άδεια εκμεταλλεύσεως βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2407/92 του Συμβουλίου. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2408/92 του Συμβουλίου και του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2409/92 του Συμβουλίου, το ή τα κράτη μέλη που εμπλέκονται οφείλουν να παρέχουν την έγκρισή τους στη VLM, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι ανωτέρω κανονισμοί, να πραγματοποιεί μεταφορές σε γραμμές εντός της Κοινότητας και να καθορίζει ελεύθερα τους ναύλους» (τέταρτο εδάφιο του κεφαλαίου V της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
52 Those considerations and those reproduced at paragraph 44 above are entirely founded. The aid in question benefits an undertaking which is geared to international trade, since it provides transport between towns situated in different Member States and competes with airlines established in other Member States. As stated in paragraph 42 above, it is designed to facilitate the development and operation of European routes, so that its potential to affect trade between Member States is increased.
|
52 Τα ανωτέρω στοιχεία, καθώς και όσα παρατίθενται ανωτέρω στη σκέψη 44, είναι απολύτως βάσιμα. Η επίδικη ενίσχυση χορηγείται υπέρ μιας επιχειρήσεως προσανατολισμένης στο διεθνές εμπόριο, στον βαθμό που πραγματοποιεί πτήσεις μεταξύ πόλεων εντός διαφόρων κρατών μελών και ανταγωνίζεται αεροπορικές εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, αποσκοπεί στην προώθηση της αναπτύξεως και εκμεταλλεύσεως αεροπορικών γραμμών, οπότε αυξάνει και η ικανότητά της να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
|
|
53 It follows that it was legitimate for the defendant to conclude that the aid in question affected trade between Member States.
|
53 Επομένως, ορθώς η καθής κατέληξε ότι η επίδικη ενίσχυση επηρεάζει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
|
|
C - Effect of aid granted to competitors of VLM
|
Γ - Επί της επιπτώσεως των χορηγηθεισών σε ανταγωνίστριες της VLM ενισχύσεων
|
|
54 The fact that competitors of VLM receive State aid, even illegal aid, is irrelevant in classifying aid for the purposes of Article 92(1) of the Treaty. No breach by a Member State of an obligation under the Treaty in connection with the prohibition laid down in Article 92 can be justified by the fact that other Member States are also failing to fulfil this obligation (Case 78/76 Steinike & Weinlig [1977] ECR 595, paragraph 24).
|
54 Το γεγονός ότι ανταγωνίστριες της VLM εταιρίες λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις, έστω και παράνομες, δεν ασκεί επιρροή επί του χαρακτηρισμού της ενισχύσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πράγματι, η τυχόν αθέτηση εκ μέρους κράτους μέλους υποχρεώσεως που υπέχει από τη Συνθήκη, σε σχέση προς την απαγόρευση του άρθρου 92, δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη αθέτησαν επίσης την υποχρέωση αυτή (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 78/76, Steinike & Weinlig, Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, σκέψη 24).
|
|
D - Calculation of the amount of the aid
|
Δ - Επί του υπολογισμού του ύψους της ενισχύσεως
|
|
55 The applicant's assertion that the defendant infringed Article 92(1) of the Treaty by overestimating the amount of the aid must be rejected. The applicant has failed to establish that, because of the rights deriving from Article 3 of the loan contract, VLM would have been able to obtain the loan in question at 8.3% which, in its opinion, is the rate which should have been applied.
|
55 Επιβάλλεται η απόρριψη της θέσεως της προσφεύγουσας ότι η καθής παρέβη το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης διογκώνοντας το ύψος της ενισχύσεως. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η VLM είχε τη δυνατότητα να λάβει το επίδικο δάνειο με επιτόκιο 8,3 %, χάρη στα απορρέοντα από το άρθρο 3 της συμβάσεως του δανείου δικαιώματα, επιτόκιο το οποίο, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να είχε επιλεγεί.
|
|
E - Conclusion
|
Ε - Συμπέρασμα
|
|
56 In view of the foregoing, the applicant has not established that the defendant incorrectly applied Article 92(1) of the Treaty. The plea must therefore be rejected.
|
56 Ενόψει των προεκτεθέντων, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η καθής εφάρμοσε κατά μη προσήκοντα τρόπο το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
|
|
The first part of the third plea: insufficient reasoning concerning the application of Article 92(1) of the Treaty
|
Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, αρυομένου από την ελλιπή αιτιολογία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης
|
|
Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
57 The applicant points out that, according to settled case-law, the statement of reasons required by Article 190 must disclose in a clear and unequivocal fashion the reasoning followed by the Community authority which adopted the measure in question, in such a way as to make the persons concerned aware of the reasons for the measure and thus enable them to defend their rights and the Court to exercise its power of review (Case C-350/88 Delacre and Others v Commission [1990] ECR I-395, and the case-law referred to therein, and Case T-95/94 Sytraval and Brink's France v Commission [1995] ECR II-2651, paragraph 52).
|
57 Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλομένη πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου προκειμένου να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-395, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και του Πρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 στην υπόθεση T-95/94, Sytraval και Brink's France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2651, σκέψη 52).
|
|
58 In order to determine that aid distorts competition and affects intra-Community trade, the Commission must establish in a clear and unequivocal fashion that the aid benefitted the recipient in such a way as to enable it to strengthen its position compared to competitors in intra-Community trade (Philip Morris v Commission, cited at paragraph 50 above).
|
58 Εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει με τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια ενίσχυση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το ενδοκονοτικό εμπόριο, ότι η ενίσχυση παρέσχε στον δικαιούχο της πλεονέκτημα που του επέτρεψε να ενισχύσει τη θέση του σε σχέση με εκείνη των ανταγωνιστών του στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου (απόφαση στην υπόθεση Philip Morris κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκε στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως).
|
|
59 It is true that the contested decision demonstrates that it is not impossible that aid (even of a relatively small amount) may affect trade between Member States. However, it does not follow that the aid in question actually procures a significant competitive advantage for VLM, thus affecting trade between Member States. The defendant's reasoning was abstract, and did not take specific account of the modest amount of the aid, the particular characteristics of the aviation sector and the fact that VLM's share of the relevant market was minimal.
|
59 Ασφαλώς, κατά την προσβαλλομένη απόφαση δεν αποκλείεται μια ενίσχυση (έστω και μικρού σχετικά ύψους) να μπορεί αφεαυτής να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Αντίθετα, από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι η επίδικη ενίσχυση παρέχει όντως στη VLM σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτόν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Η καθής αιτιολόγησε την απόφασή της κατά τρόπο αφηρημένο, χωρίς να λάβει συγκεκριμένα υπόψη το μικρό ύψος της ενισχύσεως, τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τομέα της αεροπλοας και το γεγονός ότι το μερίδιο της VLM στη σχετική αγορά ήταν ελάχιστο.
|
|
60 Finally, the decision did not indicate whether the defendant considered the impact of the aid in question on the structure of costs, fares or other aspects of VLM's operation.
|
60 Τέλος, από την απόφαση δεν προκύπτει ότι η καθής εξέτασε την επίπτωση της επίδικης ενισχύσεως επί της διαρθρώσεως του κόστους, επί των ναύλων ή επί άλλων πτυχών λειτουργίας της VLM.
|
|
61 The defendant disputes that it is required to give such an extensive statement of reasons and considers that the reasoning set out in the fifth and sixth paragraphs of Chapter V of the contested decision entirely satisfies the requirements of Article 190 of the Treaty. It therefore claims that this part of the plea should be rejected.
|
61 Η καθής αμφισβητεί ότι οφείλει να αιτιολογεί σε τόσο εκτεταμένο βαθμό και φρονεί ότι οι παρατιθέμενες στο πέμπτο και έκτο εδάφιο του κεφαλαίου V της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογικές σκέψεις περιέχουν αιτιολογία ανταποκρινόμενη απολύτως στις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης. Κατόπιν αυτού, ζητεί την απόρριψη αυτού του σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
62 According to settled case-law, the statement of reasons required by Article 190 of the Treaty must disclose in a clear and unequivocal fashion the reasoning followed by the Community authority which adopted the measure in question, in such a way as to make the persons concerned aware of the reasons for the measure and thus enable them to defend their rights and the Community judicature to exercise its power of review (Case T-471/93 Tiercé Ladbroke v Commission [1995] ECR II-2537, paragraph 29 and the case-law cited therein, and Joined Cases T-551/93, T-231/94, T-232/94, T-233/94 and T-234/94 Industrias Pesqueras Campos and Others v Commission [1996] ECR II-247, paragraph 140 and the case-law cited therein).
|
62 Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλομένη πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου προκειμένου να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχό του (απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995 στην υπόθεση T-471/93, Tiercι Ladbroke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2537, σκέψη 29, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία, και απόφαση της 24ης Απριλίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-551/93, T-231/94, T-232/94, T-233/94 και T-234/94, Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-247, σκέψη 140, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
|
|
63 It is not, however, necessary for the reasoning to go into all the relevant facts and points of law, since the question whether the statement of reasons meets the requirements of Article 190 of the Treaty must be assessed with regard not only to its wording but also to its context and to all the legal rules governing the matter in question (Case C-56/93 Belgium v Commission [1996] ECR I-723, paragraph 86; Case C-278/95 P Siemens v Commission [1997] ECR I-2507, paragraph 17; and Case T-266/94 Skibsvaeftsforeningen and Others v Commission [1996] ECR II-1399, paragraph 230). In giving its reasons for the decisions it takes in order to ensure compliance with the rules on competition, the Commission is not obliged to adopt a position on all the arguments relied on by the parties concerned. It is sufficient if it sets out the facts and legal considerations having decisive importance in the context of the decision (Case T-44/90 La Cinq v Commission [1992] ECR II-1, paragraph 41 and the case-law cited therein, and Siemens v Commission, cited at paragraph 43 above, paragraph 31).
|
63 Πάντως, δεν απαιτείται η αιτιολογία να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, στον βαθμό που το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας πράξεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και βάσει του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στην υπόθεση C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 86, και της 15ης Μαου 1997 στην υπόθεση C-278/95 P, Siemens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-2507, σκέψη 17· επίσης απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996 στην υπόθεση T-266/94, Skibsvaeftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-1399, σκέψη 230). Αιτιολογώντας τις αποφάσεις που καλείται να λάβει προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή δεν οφείλει να λάβει θέση επί όλων των προβαλλομένων ενώπιόν της επιχειρημάτων των ενδιαφερομένων. Αρκεί ότι εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις που ενέχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία της αποφάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση T-44/90, La Cinq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1, σκέψη 41, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία, και την προαναφερθείσα στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση Siemens κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
|
|
64 When applied to the classification of aid, that principle requires the Commission to indicate the reasons why it considers that the aid in question falls within the scope of Article 92(1) of the Treaty. In that respect, even in cases where it is clear from the circumstances in which the aid has been granted that it is liable to affect trade between Member States and to distort or threaten to distort competition, the Commission must at least set out those circumstances in the statement of reasons for its decision (Case 57/86 Greece v Commission [1988] ECR 2855, paragraph 15, and Joined Cases C-329/93, C-62/95 and C-63/95 Germany and Others v Commission [1996] ECR I-5151, paragraph 52 and the case-law cited therein).
|
64 Εφαρμοζόμενη στον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως ενισχύσεως, η ανωτέρω αρχή απαιτεί να παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμά ότι το επίδικο μέτρο ενισχύσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συναφώς, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, προκύπτει ότι είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να στρεβλώσει ή να απειλήσει με στρέβλωση τον ανταγωνισμό, εναπόκειται κατ' ελάχιστον στην Επιτροπή να αναφερθεί στις περιστάσεις αυτές αιτιολογώντας την απόφασή της (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 57/86, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2855, σκέψη 15, και της 24ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-5151, σκέψη 52, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
|
|
65 In this case, the defendant stated in the second paragraph of Chapter V of the contested decision that the loan constituted aid within the meaning of Article 92(1) of the Treaty and Article 61(1) of the EEA Agreement. It is apparent from the contested decision, particularly the first sentence of the fourth paragraph and the third sentence of the fifth paragraph of Chapter V, the relevant extracts of which are reproduced at paragraphs 51 and 44 above respectively, that the defendant's assessment of the effects of the aid in question on competition and intra-Community trade was not merely abstract. As regards the condition concerning distortion of competition, the contested decision states that the aid granted to VLM distorts or threatens to distort competition because it reduces the chances for competitors to penetrate the market on the Antwerp-London route and increases VLM's chances of capturing other markets, in a sector where competition is intense. As regards the condition concerning the effect on trade between Member States, the decision notes that, since VLM's activities extend to several Member States and could cover the whole of the EEA, that condition is also satisfied.
|
65 Εν προκειμένω, η καθής ισχυρίστηκε, στο δεύτερο εδάφιο του κεφαλαίου V της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίδικο δάνειο συνιστούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και του άρθρου 61, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΞ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ειδικότερα δε από την πρώτη περίοδο του τετάρτου εδαφίου και την τρίτη περίοδο του πέμπτου εδαφίου του κεφαλαίου V, τα σχετικά αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται στις σκέψεις 51 και 44 αντίστοιχα της παρούσας αποφάσεως, η εκ μέρους της καθής εκτίμηση των επιπτώσεων της επίδικης ενισχύσεως επί του ανταγωνισμού και του ενδοκοινοτικού εμπορίου δεν είναι αφηρημένη. Πράγματι, όσον αφορά τον όρο περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, η προσβαλλομένη απόφαση διευκρινίζει ότι η χορηγηθείσα στη VLM ενίσχυση στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό επειδή μειώνει τις δυνατότητες των ανταγωνιστών της να διεισδύσουν στην αγορά της αερογραμμής Αμβέρσας Λονδίνου, ενώ αυξάνει εκείνες της VLM για την κατάκτηση άλλων αγορών, σ' ένα τομέα όπου ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Όσον αφορά τον όρο του επηρεασμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου, η απόφαση αναφέρει ότι πληρούται και αυτός, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες της VLM εκτείνονται σε περισσότερα κράτη μέλη και μπορούν να καλύπτουν το σύνολο του ΕΟΞ.
|
|
66 It follows from that reasoning that the defendant considered whether the conditions for the application of Article 92(1) of the Treaty were satisfied. In so doing, the defendant set out the facts and the legal considerations of fundamental importance in the scheme of the decision. The statement of reasons informs the applicant and the Community judicature of the defendant's reasons for considering that the conditions for application of Article 92(1) of the Treaty were satisfied in this case.
|
66 Από την αιτιολογία αυτή προκύπτει ότι η καθής εξέτασε αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πράττοντας τούτο, η καθής εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις, στοιχεία στα οποία αποδόθηκε ουσιώδης σημασία στα πλαίσια της οικονομίας της αποφάσεως. Η αιτιολογία επιτρέπει στην προσφεύγουσα και στον κοινοτικό δικαστή να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους η καθής θεώρησε ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
67 The applicant cannot criticise the defendant for not having examined the specific effects of the aid in question on trade between Member States. First, that argument lacks any factual basis, as is apparent from paragraphs 44, 51, 65 and 66 above. In this case, the Commission was not required to carry out an extremely detailed economic analysis of the figures since it had explained the respects in which the effect on trade between Member States was obvious. Nor was it required to demonstrate the real effect of aid which had not been notified. If it were required in its decision to demonstrate the real effect of aid which had already been granted, that would ultimately favour those Member States which grant aid in breach of the duty to notify laid down in Article 93(3) of the Treaty, to the detriment of those which do notify aid at the planning stage (Case C-301/87 France v Commission [1990] ECR I-307, paragraph 33).
|
67 Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάπτει στην καθής ότι δεν εξέτασε τις συγκεκριμένες επιπτώσεις της επίδικης ενισχύσεως επί του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου. Αφενός, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 44, 51, 65 και 66 της παρούσας αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν όφειλε να προχωρήσει σε εξαιρετικά εμπεριστατωμένη οικονομική ανάλυση στηριζομένη σε αριθμητικά στοιχεία, εφόσον είχε ήδη διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους ήταν προφανής η επίπτωση επί του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου. Αφετέρου, επειδή επρόκειτο για μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τις πραγματικές επιπτώσεις της. Πράγματι, αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει, με την απόφασή της, τις πραγματικές επιπτώσεις των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων, τούτο θα είχε ως συνέπεια να ευνοούνται τα κράτη μέλη που χορηγούν ενισχύσεις κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εις βάρος εκείνων που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 33).
|
|
68 It follows from the foregoing that the arguments put forward by the applicant in the context of the first part of the third plea must be rejected.
|
68 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
|
|
The second part of the third plea: insufficient reasoning rejecting the arguments concerning exemption for small aid schemes in the aviation sector
|
Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, αρυομένου από την ελλιπή αιτιολογία της απορρίψεως της επιχειρηματολογίας σχετικά με την εξαίρεση των μικρού ύψους ενισχύσεων στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών
|
|
Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
69 The applicant submits that the existence of the procedure for accelerated clearance under Article 93(3) of the Treaty, provided for at point 50 of the Aviation Guidelines, demonstrates that, in the eyes of the Commission, aid below that ceiling in the aviation sector must be considered prima facie compatible with the common market.
|
69 Κατά την προσφεύγουσα, η δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ταχεία διαδικασία εγκρίσεως, η οποία προβλέπεται στο σημείο 50 των κατευθυντηρίων γραμμών, αποδεικνύει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι οι χορηγούμενες στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το ανώτατο αυτό όριο πρέπει να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται εκ πρώτης όψεως με την κοινή αγορά.
|
|
70 The reasoning in the contested decision is insufficient on that point, since it does not contain any information from which the Community judicature and the applicant could assess to what extent the defendant sought to determine whether the limited aid received by VLM could benefit from an exemption as a small aid in the aviation sector.
|
70 Η επίδικη απόφαση δεν είναι αρκούντως αιτιολογημένη στο σημείο αυτό, διότι δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον κοινοτικό δικαστή και στην προσφεύγουσα να εξετάσουν σε ποιο βαθμό η καθής φρόντισε να διαπιστώσει αν η μειωμένη ενίσχυση από την οποία επωφελήθηκε η VLM μπορούσε να εξαιρεθεί ως μικρού ύψους ενίσχυση στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών.
|
|
71 Furthermore, the contested decision is defective because it gives a misleading representation of the comments formulated in that respect by the Flemish Region on 23 January 1995.
|
71 Επιπλέον, η προσβαλλομένη απόφαση είναι απόρροια διαστρεβλώσεως των παρατηρήσεων που διατύπωσε συναφώς η Περιφέρεια της Φλάνδρας στις 23 Ιανουαρίου 1995.
|
|
72 In its reply, the applicant maintains that the defendant exceeded the limits of its discretion by considering that the exemption for aid schemes of minor importance could not be applied in the air transport sector, where there is keen intra-Community competition and a large number of undertakings are in difficulties, on the ground that aid, even of a modest amount, would result in serious distortions of competition. It would be illogical if new companies who succeeded in penetrating the air transport market following liberalisation of the sector were unable to receive a modest amount of investment aid, like small and medium-sized enterprises in other sectors, when the majority of national airlines receive large amounts of aid. In that respect, the defendant failed to note that, in the air transport sector, the rules permit the Commission to approve aids of a very high level.
|
72 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η καθής υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως θεωρώντας ότι η εξαίρεση των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών όπου επικρατεί ζωηρός ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός και όπου σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων αντιμετωπίζει δυσχέρειες, εφόσον η χορήγηση μιας ενισχύσεως, έστω και όχι σημαντικού ύψους, συνεπάγεται σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, θα ήταν παράλογο οι νέες εταιρίες που μπόρεσαν να διεισδύσουν στην αγορά των αεροπορικών μεταφορών, μετά την ελευθέρωση του τομέα αυτού, να μην έχουν τη δυνατότητα που προσφέρεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις άλλων τομέων να λαμβάνουν ως ενίσχυση για την πραγματοποίηση επενδύσεων ένα όχι σημαντικό ποσό, τη στιγμή κατά την οποία η πλειονότητα των εθνικών αεροπορικών εταιριών λαμβάνει ενισχύσεις πολύ σημαντικού ύψους. Συναφώς, η καθής δεν αναγνώρισε καν ότι η κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών της επιτρέπει να εγκρίνει ενισχύσεις πολύ σημαντικού ύψους.
|
|
73 The defendant claims that this part of the plea should be rejected and points out that the very fact that the accelerated clearance procedure exists demonstrates that aid below the specified ceiling cannot be considered prima facie compatible with the common market.
|
73 Η καθής ζητεί την απόρριψη αυτού του σκέλους του λόγου ακυρώσεως, υπογραμμίζοντας ότι η ταχεία διαδικασία εγκρίσεως αποδεικνύει από μόνη της ότι οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το προβλεπόμενο ανώτατο όριο δεν μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται εκ πρώτης όψεως με την κοινή αγορά.
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
74 It cannot be inferred from the accelerated clearance procedure for small aid schemes provided for at point 50 of the Aviation Guidelines that aid of an amount below the ceiling laid down therein escapes the prohibition in Article 92(1) of the Treaty or should normally be considered compatible with the common market.
|
74 Ουδόλως συνάγεται από την ταχεία διαδικασία εγκρίσεως των καθεστώτων ενισχύσεων μικρού σχετικά ύψους, όπως αυτή προβλέπεται στο σημείο 50 των κατευθυντηρίων γραμμών, ότι οι ενισχύσεις ενός ύψους μη υπερβαίνοντος το ανώτατο όριο που αυτές καθορίζουν εκφεύγουν της κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύσεως ή πρέπει κατά κανόνα να λογίζονται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
|
|
75 As the defendant correctly points out, the very fact that the procedure exists demonstrates that that cannot be so. Consequently, the defendant was in no way required to consider whether the aid in question could benefit from an exemption in so far as it was of an amount below the ceiling laid down at point 50 of the Aviation Guidelines.
|
75 Πράγματι, όπως παρατηρεί ορθώς η καθής, το γεγονός ότι προβλέφθηκε η σχετική διαδικασία αποδεικνύει αφεαυτού ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν όφειλε η καθής να εξετάσει αν η επίδικη ενίσχυση μπορούσε να εξαιρεθεί λόγω του ότι το ύψος της δεν υπερέβαινε το οριζόμενο στο σημείο 50 των κατευθυντηρίων γραμμών ανώτατο όριο.
|
|
76 Even supposing that aid of an amount below that ceiling could be considered compatible with the common market, it is none the less clear from the decision that the defendant considered that, in this case, the aid could not be held compatible with the common market (see paragraphs 44 and 51 above).
|
76 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενισχύσεις, το ύψος των οποίων δεν υπερβαίνει το ανώτατο αυτό όριο, μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, πάντως, όπως προκύπτει από την απόφαση, η καθής θεώρησε ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενίσχυση δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά (βλ. σκέψεις 44 και 51 της παρούσας αποφάσεως).
|
|
77 The claim that the defendant gave an incorrect account of the applicant's comments in the contested decision must be rejected. Reference is made to those comments in the context of a response to the applicant's argument that the State measure in question could benefit from an exemption pursuant to point 50 of the Aviation Guidelines (eighth paragraph of Chapter VII of the contested decision). That response does not constitute a fundamental aspect of the reasoning in support of the operative part of the contested decision. That is apparent, furthermore, from the conclusion that the defendant's assessment, according to which Article 92(1) of the Treaty applies to the aid in question, is sufficiently reasoned (see paragraphs 65 to 67 above). Therefore, even if an inaccurate account was given of the applicant's comments, the claim cannot be successful.
|
77 Ως προς την αιτίαση ότι η καθής μετέφερε στην προσβαλλομένη απόφαση τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας με τον μη προσήκοντα τρόπο αυτή είναι απορριπτέα. Πράγματι, οι σχετικές παρατηρήσεις μνημονεύονται στο πλαίσιο απαντήσεως επί του επιχειρήματος της προσφεύγουσας ότι το επίδικο κρατικό μέτρο μπορεί να τύχει εξαιρέσεως δυνάμει του σημείου 50 των κατευθυντηρίων γραμμών (όγδοο εδάφιο του κεφαλαίου VII της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η απάντηση αυτή δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως επί των οποίων στηρίζεται το διατακτικό της αποφάσεως. Τούτο προκύπτει άλλωστε από το συμπέρασμα ότι η εκτίμηση της καθής, ότι το επίδικο μέτρο ενισχύσεως εμπίπτει στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, είναι αρκούντως αιτιολογημένη (βλ. σκέψεις 65 έως 67 της παρούσας αποφάσεως). Ως εκ τούτου, ακόμη και αν οι παρατηρήσεις της προσφεύγουσας δεν μεταφέρθηκαν πιστά, η αιτίαση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
|
|
78 Finally, by its claim in the reply that the defendant exceeded the limits of its discretion in applying Article 92(1) of the Treaty, the applicant has raised a plea in the course of the proceedings which is distinct from the plea based on a breach of the duty to state reasons. As that plea is not based on matters of law or of fact which came to light in the course of the procedure, it must, having regard to Article 48(2) of the Rules of Procedure, be held inadmissible.
|
78 Τέλος, προσάπτοντας στην καθής, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η προσφεύγουσα προέβαλε, κατά τη δίκη, λόγο ακυρώσεως διακεκριμένο εκείνου που συνίσταται στην αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Δεδομένου ότι δεν στηρίζεται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία προσκομισθέντα κατά τη διαδικασία, ο λόγος αυτός πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
|
|
79 That claim is, in any event, unfounded. In this case, the defendant applied the Guidelines. In that respect, it should be recalled that the Commission may lay down for itself guidelines for the exercise of its discretionary powers by way of documents such as the Aviation Guidelines, provided that they contain directions on the approach to be followed by that institution and do not depart from the Treaty rules (Case C-313/90 CIRFS and Others v Commission [1993] ECR I-1125, paragraphs 34 and 36; Case T-380/94 AIUFFASS and AKT v Commission [1996] ECR II-2169, paragraph 57; see also Case T-149/95 Ducros v Commission [1997] ECR II-0000, paragraph 61). The applicant has not demonstrated that the Aviation Guidelines depart from the Treaty rules. Furthermore, as noted in paragraph 54 above, the fact that VLM's competitors receive State aid, even illegal aid, is irrelevant in classifying aid for the purposes of Article 92(1) of the Treaty.
|
79 Εν πάση περιπτώσει, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθής εφάρμοσε τις κατευθυντήριες γραμμές. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να αυτοδεσμεύεται με τη θέσπιση πράξεων προσανατολισμού για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της όπως είναι οι επίδικες κατευθυντήρες γραμμές, στον βαθμό που περιέχουν ενδεικτικούς κανόνες επί της ακολουθητέας από το όργανο πορείας και δεν αποκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-1125, σκέψεις 34 και 36· απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση T-380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-2169, σκέψη 57· βλ., εξάλλου, απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Νοεμβρίου 1997 στην υπόθεση T-149/95, Ducros κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 61). Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές αποκλίνουν από τη Συνθήκη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως, το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές της VLM λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις, έστω και παράνομες, δεν ασκεί καμία επιρροή για τον χαρακτηρισμό της ενισχύσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
80 It follows from the foregoing that the arguments put forward by the applicant in the context of the second part of the third plea must be rejected.
|
80 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
|
|
The second plea: infringement of Article 92(3)(c) of the Treaty, which permits the Commission to declare aid granted to facilitate the development of certain economic activities to be compatible with the common market
|
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, αρυομένου από την παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να αναγνωρίζει ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά ενισχύσεις σκοπούσες στην προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων
|
|
Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
81 According to the applicant, even if the aid in question fell within Article 92(1) of the Treaty, it would be covered by Article 92(3)(c) of the Treaty. When considering the possibility of authorising the aid under the latter provision, the defendant committed a manifest error of assessment and clearly exceeded the limits of its discretion.
|
81 Κατά την προσφεύγουσα, ακόμη και αν η επίδικη ενίσχυση ενέπιπτε στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, θα διεπόταν από το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Εξετάζοντας τη δυνατότητα εγκρίσεως της ενισχύσεως δυνάμει της τελευταίας αυτής διατάξεως, η καθής υπέπεσε σε προφανή πλάνη περί την εκτίμηση και υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
|
|
82 By adopting the Aviation Guidelines, the Commission did not exhaust its discretion. It should examine in each individual case whether aid may be considered compatible with the common market under Article 92(3)(c) of the Treaty. The Aviation Guidelines cannot give rise to a prima facie assumption that situations not referred to therein are manifestly illegal and cannot be considered compatible with the common market pursuant to Article 92(3) of the Treaty. If a particular form of aid is not mentioned in the Aviation Guidelines, the Commission cannot, according to the applicant, merely refer to them.
|
82 Θεσπίζοντας τις κατευθυντήριες γραμμές, η Επιτροπή δεν εξάντλησε τη διακριτική ευχέρειά της. Θα όφειλε να εξετάσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το κατά πόσον μια ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Από τις κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορεί να τεκμαίρεται prima facie ότι οι καταστάσεις τις οποίες δεν ρυθμίζουν είναι προδήλως παράνομες και δεν μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Σε περίπτωση κατά την οποία οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο τύπο ενισχύσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί, κατα την προσφεύγουσα, να περιορίζεται απλώς και μόνο στο να παραπέμπει σ' αυτές.
|
|
83 In this case, the defendant failed to comply with that obligation by not considering whether the aid granted to VLM could, having regard to its amount, benefit from an exemption as aid intended to facilitate the development of certain types of activity within the meaning of Article 92(3)(c) of the Treaty. It should have considered that question in the light of point 8 of the Aviation Guidelines (which highlights the need for Community air carriers to compete on a level playing field) and the fact that, since the entry into force of the third package of aviation measures, new airlines such as VLM must compete with other companies the vast majority of which benefit from a programme of subsidies approved by the Commission.
|
83 Στην παρούσα υπόθεση, η καθής αθέτησε τη συγκεκριμένη υποχρέωση επειδή δεν εξέτασε κατά πόσον η χορηγηθείσα στη VLM ενίσχυση ήταν ικανή, ενόψει του ύψους της, να τύχει εξαιρέσεως ως ενίσχυση σκοπούσα στην προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων μορφών δραστηριοτήτων, κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Όφειλε να εξετάσει το ζήτημα αυτό υπό το φως του σημείου 8 των κατευθυντηρίων γραμμών (στο οποίο γίνεται λόγος για την ανάγκη οι αερομεταφορείς της Κοινότητας να μπορούν να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις), λαμβανομένου υπόψη ότι, αφότου άρχισε να ισχύει η τρίτη δέσμη μέτρων για τις αεροπορικές μεταφορές, οι νέες αεροπορικές εταιρίες όπως η VLM καλούνται να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστές των οποίων η πλειονότητα επωφελείται ενός εγκριθέντος από την Επιτροπή προγράμματος επιδοτήσεων.
|
|
84 In the applicant's submission, the defendant also wrongly considered, first, that the aid in question constituted operating aid, second, that it was not accompanied by any condition concerning the use of the aid and, third, that the applicant had not obtained any security and that VLM was in financial difficulties at the time the loan was granted. In reality, the aid in question is investment aid, since it was to be used for the development of various European routes.
|
84 Κατά την προσφεύγουσα, η καθής κακώς θεώρησε ότι, πρώτον, η επίδικη ενίσχυση αποτελούσε ενίσχυση προς εκμετάλλευση, δεύτερον, δεν συνοδευόταν από κανέναν όρο σχετικά με τη διάθεση του ποσού και, τρίτον, η προσφεύγουσα δεν είχε λάβει καμία εγγύηση, η δε VLM αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες κατά τον χρόνο χορηγήσεως του δανείου. Στην πραγματικότητα, η επίδικη ενίσχυση αποτελούσε ενίσχυση προς επένδυση, δεδομένου ότι προοριζόταν για την ανάπτυξη διαφόρων ευρωπαϋκών γραμμών.
|
|
85 The defendant claims that the plea should be rejected and points out that it strictly applied the Aviation Guidelines which it adopted within the framework of its discretion.
|
85 Η καθής ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως, υπογραμμίζοντας ότι εφάρμοσε αυστηρά τις κατευθυντήριες γραμμές που θέσπισε η ίδια στο πλαίσιο της εξουσίας της εκτιμήσεως.
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
86 Article 92(3)(c) of the Treaty gives the Commission a discretion by providing that the aid specified therein `may' be considered to be compatible with the common market when it does not affect conditions of trade to an extent contrary to the common interest (see Philip Morris v Commission, cited at paragraph 50 above, paragraph 17).
|
86 Το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης απονέμει στην Επιτροπή εξουσία εκτιμήσεως, προβλέποντας ότι οι απαριθμούμενες σ' αυτό ενισχύσεις «δύνανται» να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον (βλ. προαναφερθείσα στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως απόφαση στην υπόθεση Philip Morris κατά Επιτροπής, σκέψη 17).
|
|
87 The applicant cannot claim that the defendant exceeded the limits of its discretion by failing to consider whether the aid in question could benefit from an exemption as an aid intended to facilitate the development of certain types of activity. In the seventh paragraph of Chapter VII of the contested decision, the defendant expressly considered that question and responded to the arguments put forward by the Belgian authorities during the administrative procedure. In particular, it stated that it was `prepared to allow this exemption only in favour of aid to enterprises which are to be restructured ... In this case the Belgian authorities have themselves said that the loan is not intended to assist restructuring; and they have made no reference to a restructuring programme. Thus the exemption provided for in Article 92(3)(c) [of the Treaty] and Article 61(3)(c) [of the EEA Agreement] is in any event inapplicable here.' By holding that the aid in question was not intended to assist restructuring, the defendant expressly referred to the Aviation Guidelines, which reserved the benefit of an exemption for the development of economic activities under Article 92(3)(c) to aid intended to assist restructuring (points 37 and 38 of the Aviation Guidelines).
|
87 Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάπτει στην καθής ότι υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας της επειδή δεν εξέτασε αν η επίδικη ενίσχυση μπορούσε να τύχει εξαιρέσεως ως ενίσχυση σκοπούσα στην προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων μορφών δραστηριοτήτων. Πράγματι, στο έβδομο εδάφιο του κεφαλαίου VII της προσβαλλομένης αποφάσεως η καθής εξέτασε ρητώς το ζήτημα και απάντησε στα επιχειρήματα των βελγικών αρχών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, δήλωσε ότι δεν είχε «την πρόθεση να χορηγήσει την παρέκκλιση που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις παρά μόνο για τις ενισχύσεις υπέρ των επιχειρήσεων που τελούν υπό αναδιάρθρωση (...). Στην προκειμένη περίπτωση όμως οι ίδιες οι βελγικές αρχές έχουν δηλώσει ότι το δάνειο δεν αποτελεί ενίσχυση προς αναδιάρθρωση και δεν έχουν αναφερθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της VLM. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση η παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης και του του άρθρου 61 της Συμφωνίας [ΕΟΚ] δεν μπορεί να εφαρμοστεί». Διαπιστώνοντας ότι η επίδικη ενίσχυση δεν αποτελούσε ενίσχυση προς αναδιάρθρωση, η καθής αναφέρθηκε ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες επιφυλάσσουν το πλεονέκτημα της εξαιρέσεως για την ανάπτυξη, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, οικονομικών δραστηριοτήτων αποκλειστικώς υπέρ των ενισχύσεων προς αναδιάρθρωση (σημεία 37 και 38 των κατευθυντηρίων γραμμών).
|
|
88 Since the amount of the aid does not constitute a criterion for assessment laid down by Article 92(3)(c) of the Treaty or by the Aviation Guidelines applicable in this case, the defendant was under no obligation specifically to consider whether, in view of its amount, the aid could benefit from an exemption under that provision.
|
88 Δεδομένου ότι το ύψος της ενισχύσεως δεν αποτελεί κριτήριο εκτιμήσεως επιβαλλόμενο από το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ή από τις εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση κατευθυντήριες γραμμές, ουδόλως η καθής όφειλε να εξετάσει συγκεκριμένα αν η ενίσχυση μπορούσε, ενόψει του ύψους της, να τύχει παρεκκλίσεως δυνάμει της εν λόγω διατάξεως.
|
|
89 In the context of the broad discretion it enjoys in applying Article 92(3)(c) of the Treaty, the defendant is justified in relying on the criteria it considers to be most appropriate in order to determine whether an aid can be considered compatible with the common market, provided that those criteria are relevant having regard to Articles 3(g) and 92 of the Treaty. In that respect, it can specify the criteria it intends to apply in guidelines which are consistent with the Treaty (see paragraph 79 above). The adoption of such guidelines by the Commission is an instance of the exercise of its discretion and requires only a self-imposed limitation of that power when considering the aids to which the guidelines apply, in accordance with the principle of equal treatment. By assessing specific aid in the light of such guidelines, previously adopted by it, the Commission cannot be considered to exceed the limits of its discretion or to waive that discretion. On the one hand, it retains the power to repeal or amend any guidelines if the circumstances so require. On the other, the Aviation Guidelines concern a defined sector and are based on the desire to follow a policy established by it.
|
89 Στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής εξουσίας που απολαύει κατά την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, η καθής νομιμοποιείται να επιλέγει τα κριτήρια που θεωρεί προσφορότερα προκειμένου να εκτιμά αν μια ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, εξυπακουομένου ότι τα κριτήρια αυτά είναι λυσιτελή ενόψει των άρθρων 3, στοιχείο ζζ, και 92 της Συνθήκης. Συναφώς, έχει τη δυνατότητα να διευκρινίζει τα κριτήρια που προτίθεται να εφαρμόσει μέσω κατευθυντηρίων γραμμών που συνάδουν προς τη Συνθήκη (βλ. ανωτέρω σκέψη 79). Η θέσπιση εκ μέρους της Επιτροπής των κατευθυντηρίων αυτών γραμμών εντάσσεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας της και συνεπάγεται απλώς κάποιο αυτοπεριορισμό της εν λόγω εξουσίας κατά την εξέταση ενισχύσεων διεπομένων από τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, στα πλαίσια τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Αξιολογώντας μια κατ' ιδίαν ενίσχυση υπό το φως των κατευθυντηρίων αυτών γραμμών, τις οποίες θέσπισε προηγουμένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής εξουσίας της ή ότι παραιτείται αυτής. Πράγματι, αφενός, διατηρεί την εξουσία της να καταργήσει ή τροποποιήσει τις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αφετέρου, οι κατευθυντήριες γραμμές αφορούν οριοθετημένο τομέα και δικαιολογούνται από τη μέριμνά της να ακολουθήσει μια πολιτική που προσδιόρισε η ίδια.
|
|
90 Contrary to what is claimed by the applicant, it follows from point 10 of the Aviation Guidelines that they cover the aid in question. Point 14 (Chapter III) states that direct operational subsidisation of air routes can, in principle, only be accepted where the aid is designed to enable the recipient to carry out its public service obligations (points 15 to 23, Section III.2) or has a social character (point 24, Section III.3). Points 37 to 42 list a number of conditions to be satisfied by recipients of aid which may be authorised for the development of certain economic activities pursuant to Article 92(3)(c) of the Treaty. It follows from the scheme of the relevant points that only restructuring aid may be authorised.
|
90 Σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, οι κατευθυντήριες γραμμές καλύπτουν την επίδικη ενίσχυση, όπως προκύπτει από το σημείο 10 αυτών. Το σημείο 14 των κατευθυντηρίων γραμμών (κεφάλαιο III) διευκρινίζει ότι η άμεση λειτουργική επιδότηση των αερογραμμών μπορεί, καταρχήν, να γίνει δεκτή μόνον όταν η ενίσχυση προορίζεται να παράσχει στον δικαιούχο της τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του περί παροχής υπηρεσίας δημοσίου χαρακτήρα (σημεία 15 έως 23 του τμήματος III.2) ή ενέχει κοινωνικό χαρακτήρα (σημείο 24 του τμήματος III.3). Τα σημεία 37 έως 42 των κατευθυντηρίων γραμμών απαριθμούν δέσμη προϋποθέσεων που οφείλουν να πληρούν οι δικαιούχοι ενισχύσεων που μπορούν να τύχουν εγκρίσεως για την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Όπως προκύπτει από την οικονομία των συναφών σημείων, μόνον οι ενισχύσεις προς αναδιάρθρωση μπορούν να τύχουν εγκρίσεως.
|
|
91 In the alternative, the applicant considers that the defendant committed a manifest error of assessment by not considering the question in the light of point 8 of the Aviation Guidelines, which highlights the Commission's desire that air carriers should be able to compete on a level playing field. By this claim, the applicant implies that, since other airlines have obtained State aids, the aid in question must be authorised in order to enable VLM to compete on a level playing field with those companies in receipt of State aid.
|
91 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η καθής υπέπεσε σε προφανή πλάνη περί την εκτίμηση επειδή δεν εξέτασε το ζήτημα υπό το φως του σημείου 8 των κατευθυντηρίων γραμμών, το οποίο αναφέρεται στην επιθυμία της Επιτροπής να μπορούν οι αερομεταφορείς να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις. Με την αιτίαση αυτή, η προσφεύγουσα υπονοεί ότι η επίδικη ενίσχυση πρέπει να εγκριθεί, όπως συνέβη με άλλες αεροπορικές εταιρίες που έλαβαν κρατικές ενισχύσεις, προκειμένου η VML να μπορέσει να αντεπεξέλθει επί ίσοις όροις στον ανταγωνισμό με τις εταιρίες αυτές που έλαβαν κρατικές ενισχύσεις.
|
|
92 In that respect, it should be pointed out that the authorisation of State aid granted to certain airlines does not automatically mean that other airlines are entitled to a derogation from the principle that aid is prohibited. It is for the Commission, within the framework of its discretion, to consider each proposal for aid individually. It must do so in the light, first, of the specific circumstances surrounding the aid and, second, of general principles of Community law and the Aviation Guidelines. Even if companies established in other Member States have received illegal aid, that is irrelevant for the purposes of assessing the aid in question (see paragraph 54 above).
|
92 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η έγκριση κρατικών ενισχύσεων χορηγουμένων σε ορισμένες αεροπορικές εταιρίες δεν απονέμει ipso facto δικαίωμα στις υπόλοιπες να τυγχάνουν παρεκκλίσεως από την αρχή της απαγορεύσεως των ενισχύσεων. Εναπόκειται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας της, να εξετάζει κάθε σχέδιο ενισχύσεως ατομικώς. Οφείλει να το πράττει υπό το φως, αφενός, των ειδικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν το πρόγραμμα και, αφετέρου, των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και των κατευθυντηρίων γραμμών. Το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση της επίδικης ενισχύσεως ακόμη και αν άλλες εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη έλαβαν παρανόμως ενισχύσεις (βλ. σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως).
|
|
93 The Commission's discretion cannot, in any event, be overridden by the sole fact that it authorised aid intended for a competitor since, if that were so, it would deprive the provisions of the Treaty granting it that power of all useful effect.
|
93 Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής είναι αδύνατο να καταργηθεί για τον λόγο και μόνον ότι η ίδια ενέκρινε ενίσχυση προς ανταγωνιστή, διότι άλλως θα στερούνταν λυσιτελείας οι διατάξεις της Συνθήκης που της απονέμουν την εξουσία αυτή.
|
|
94 The applicant cannot criticise the defendant for having considered that the aid in question constituted operating aid, that it was not accompanied by any condition concerning its use, that the applicant had not received any security and that VLM was in financial difficulties at the time the loan was granted. The loan contract does not require the aid to be used to finance any specific expenditure (see paragraph 42 above), so that it relieves VLM of costs which form an integral part of its day-to-day activity. Consequently, the aid in question constitutes operating aid (in that respect, see the judgment in Siemens v Commission, cited at paragraph 63 above, paragraph 77) and not restructuring or investment aid.
|
94 Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάπτει στην καθής ότι θεώρησε ότι η επίδικη ενίσχυση αποτελούσε ενίσχυση προς εκμετάλλευση, ότι δεν συνοδευόταν από κανένα όρο ως προς τη διάθεση του ποσού, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε λάβει καμία εγγύηση και ότι η VLM αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες κατά τον χρόνο λήψεως του δανείου. Πράγματι, η σύμβαση δανείου δεν επιβάλλει την υποχρέωση να χρησιμοποιηθεί η ενίσχυση για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένης δαπάνης (βλ. σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως), οπότε απαλλάσσει τη VLM από βάρη συνδεόμενα με τη συνήθη δραστηριότητά της. Επομένως, η επίδικη ενίσχυση αποτελεί ενίσχυση προς εκμετάλλευση ή για λειτουργικές δαπάνες (συναφώς, βλ. προαναφερθείσα στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση Siemens κατά Επιτροπής, σκέψη 77) και όχι ενίσχυση προς αναδιάρθρωση ή προς επένδυση.
|
|
95 In the contested decision, the defendant did not state that the applicant had not obtained any security for the loan. It stated, in the seventh and eighth paragraphs of Chapter V, that `the lender has in fact a form of guarantee' and that `the claim is not secured against moveable or immoveable property, as it would be if there were a mortgage', which is confirmed by Article 3 of the loan contract.
|
95 Με την προσβαλλομένη απόφαση η καθής δεν ισχυρίστηκε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε λάβει καμία εγγύηση ως αντιστάθμισμα του δανείου. Στο έβδομο και όγδοο εδάφιο του κεφαλαίου V ισχυρίστηκε ότι «ο δανειοδότης διαθέτει κάποια εγγύηση» και ότι «η εγγύηση δεν συνδέεται ευθέως με κινητά ή ακίνητα αγαθά όπως γίνεται για παράδειγμα στην περίπτωση της υποθήκης», στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνει την ερμηνεία του άρθρου 3 της επίδικης συμβάσεως περί συνάψεως του δανείου.
|
|
96 Finally, the defendant did not state that VLM was in financial difficulties less than two years after its formation (sixth paragraph of Chapter V) when assessing the aid in question with regard to Article 92(3)(c) of the Treaty but, rather, when applying the criterion of a private investor operating under market conditions in order to determine whether the loan in question constituted aid for the purposes of the Treaty. In that respect, the applicant has not established that the defendant incorrectly applied that principle, so that even if the contested statement lacks nuance, that in itself cannot result in the annulment of the contested decision.
|
96 Τέλος, η καθής δεν ισχυρίστηκε ότι η VLM αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρεις σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών από τη σύστασή της (έκτο εδάφιου του κεφαλαίου V) κατά την αξιολόγηση της επίδικης ενισχύσεως υπό το φως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, αλλ' εφαρμόζοντας το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς για να εξετάσει αν το επίδικο δάνειο αποτελούσε ενίσχυση κατά την έννοια της Συνθήκης. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η καθής δεν εφάρμοσε με τον προσήκοντα τρόπο την ανωτέρω αρχή, οπότε, έστω και αν ο αμφισβητούμενος ισχυρισμός δεν τηρεί ενδεχομένως τους τύπους, το γεγονός αυτό δεν μπορεί αφεαυτού να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
|
|
97 It follows from the foregoing that the defendant was justified in refusing to grant an exemption under Article 92(3)(c) of the Treaty.
|
97 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ορθώς η καθής αρνήθηκε να χορηγήσει παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης.
|
|
The third part of the third plea: insufficient reasoning concerning the application of Article 92(3)(c) of the Treaty
|
Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, αρυομένου από την ελλιπή αιτιολογία ως προς την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης
|
|
Arguments of the parties
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
98 According to the applicant, the Commission cannot, in an individual decision, simply lay down guidelines transposing its policy in the relevant sector or declare that the conditions laid down in those guidelines are not satisfied. It must carry out an individual assessment of whether the aid in question cannot fall within the exception in Article 92(3)(c) of the Treaty.
|
98 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν μπορεί να περιορίζεται, στα πλαίσια ατομικής αποφάσεως, στην εξαγγελία κατευθυντηρίων γραμμών απηχουσών την πολιτική της στον συγκεκριμένο τομέα ή στη διαπίστωση ότι οι καθοριζόμενες με αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Θα όφειλε συγκεκριμένα να εξετάσει αν η επίδικη ενίσχυση μπορεί να υπαχθεί στην εξαίρεση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης.
|
|
99 In this case, the reasoning put forward in the decision does not make it possible to ascertain whether the defendant took account of all the matters of fact and of law which might have justified granting an exemption from the prohibition on State aids. The inadequacy of the reasoning is all the more patent because the Aviation Guidelines referred to by the defendant in its decision do not necessarily restrict the benefit of Article 92(3)(c) of the Treaty to restructuring aid.
|
99 Εν προκειμένω, οι λόγοι που προβάλλονται με την απόφαση δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν η καθής έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση παρεκκλίσεως από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων. Η έλλειψη αιτιολογίας καθίσταται ακόμη περισσότερο προφανής από το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές, στις οποίες αναφέρθηκε η καθής με την απόφασή της, δεν περιορίζουν οπωσδήποτε το πλεονέκτημα του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης στις ενισχύσεις προς αναδιάρθρωση.
|
|
100 In particular, the reasoning in the decision does not make it possible to evaluate the extent to which the defendant actually considered whether the aid in question satisfied the criterion set out in the third paragraph of Chapter VII of the contested decision, according to which the exemptions provided for in Article 92(3) of the Treaty and Article 61(3) of the EEA Agreement apply only where the Commission can establish that without the aid in question, the effects of market forces would not have been enough to incite the future recipient to undertake some action conducive to one of the objectives for which the exemptions exist.
|
100 Ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως δεν επιτρέπουν να εκτιμηθεί κατά πόσον η καθής επιδίωξε συγκεκριμένα να διαπιστώσει αν η επίδικη ενίσχυση δεν ανταποκρίνεται στο αναφερόμενο στο τρίτο εδάφιο του κεφαλαίου VII της προσβαλλομένης αποφάσεως κριτήριο. Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης και στο άρθρο 61, παράγραφος 3, της Συμφωνία ΕΟΞ παρεκκλίσεις εφαρμόζονται αποκλειστικώς στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί να αποδείξει ότι, χωρίς την επίδικη ενίσχυση, οι δυνάμεις της αγοράς δεν θα ήσαν ικανές να πείσουν τον μελλοντικό δικαιούχο της ενισχύσεως να κινηθεί κατά τρόπο συνάδοντα προς έναν από τους στόχους των παρεκκλίσεων αυτών.
|
|
101 The defendant considers that it gave an adequate explanation in its decision of its reason for not authorising the aid in question, by pointing out in particular that the aid did not form part of a restructuring programme approved by the Commission in advance. Consequently, it claims that the third part of the plea should be rejected.
|
101 Η καθής φρονεί ότι διευκρίνισε επαρκώς με την απόφασή της τους λόγους για τους οποίους δεν ενέκρινε την επίδικη ενίσχυση, υπογραμμίζοντας ιδίως ότι η επίδικη ενίσχυση δεν εντασσόταν στο πλαίσιο προγράμματος αναδιαρθρώσεως προεγκριθέντος από την Επιτροπή. Επομένως, ζητεί την απόρριψη του τρίτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
|
|
Findings of the Court
|
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
|
|
102 By recalling the criteria laid down in the Aviation Guidelines and holding that those criteria were not satisfied in the present case (seventh paragraph of Chapter VII of the contested decision), the defendant gave sufficient reasons for its decision. The recipient of the aid, interested third parties and the Community judicature are perfectly able to identify the defendant's reasons for refusing to grant an exemption under Article 92(3) of the Treaty.
|
102 Επαναλαμβάνοντας τα οριζόμενα με τις κατευθυντήριες γραμμές κριτήρια και διαπιστώνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση τα κριτήρια αυτά δεν πληρούνταν (έβδομο εδάφιο του κεφαλαίου VII της προσβαλλομένης αποφάσεως), η καθής αιτιολόγησε αρκούντως κατά νόμον την απόφασή της. Πράγματι, ο δικαιούχος της ενισχύσεως, οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι και ο κοινοτικός δικαστής είναι κάλλιστα σε θέση να εντοπίσουν τους λόγους για τους οποίους η καθής αρνήθηκε να χορηγήσει παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
|
|
103 The applicant cannot criticise the defendant for not having considered whether or not, without the aid in question, the effects of market forces would have been enough to incite the future recipient to undertake some action conducive to one of the objectives for which the exemptions envisaged in Article 92(3)(c) of the Treaty and Article 61(3) of the EEA Agreement exist (see the third paragraph of Chapter VII of the contested decision). It was sufficient for the Commission to hold that just one of the conditions laid down in the Aviation Guidelines for the authorisation of aid under Article 92(3)(c) of the Treaty (here, the absence of a restructuring goal) was not satisfied to conclude on sufficient grounds that the aid could not be authorised under that provision.
|
103 Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάπτει στην καθής ότι δεν εξέτασε αν, χωρίς την επίδικη ενίσχυση, οι δυνάμεις της αγοράς θα ήσαν σε θέση να πείσουν τον μέλλοντα δικαιούχο της ενισχύσεως να κινηθεί κατά τρόπο συνάδοντα προς έναν από τους στόχους των παρεκκλίσεων που προβλέπουν τα άρθρα 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης και 61, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΕΟΞ (βλ. τρίτο εδάφιο του κεφαλαίου VII της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πράγματι, αρκούσε η διαπίστωση της Επιτροπής ότι μια από τις οριζόμενες στις κατευθυντήριες γραμμές προϋποθέσεις για τυχόν έγκριση της ενισχύσεως, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης (εν προκειμένω η απουσία στόχου αναδιαρθρώσεως), δεν πληρούνταν για να καταλήξει στο συμπέρασμα, κατά τρόπο αρκούντως αιτιολογημένο, ότι η ενίσχυση δεν μπορούσε να εγκριθεί δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως.
|
|
104 Consequently the third part of the third plea is also unfounded.
|
104 Επομένως, και το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.
|
|
105 It follows that the application must be dismissed in its entirety.
|
105 Επομένως, η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
|