Grounds
|
|
1. By order of 6 April 2000, received at the Court on 14 July 2000, the Bundesverwaltungsgericht (Federal Administrative Court) referred to the Court for a preliminary ruling under Article 234 EC a question on the interpretation of Article 92 of the EC Treaty (now, after amendment, Article 87 EC), Article 77 of the EC Treaty (now Article 73 EC), and Regulation (EEC) No 1191/69 of the Council of 26 June 1969 on action by Member States concerning the obligations inherent in the concept of a public service in transport by rail, road and inland waterway (OJ, English Special Edition 1969 (I), p. 276), as amended by Council Regulation (EEC) No 1893/91 of 20 June 1991 (OJ 1991 L 169, p. 1).
|
1 Με διάταξη της 6ης Απριλίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουλίου 2000, το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ) και 77 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 73 ΕΚ), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 100), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 169, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1191/69).
|
|
2. The question arose in proceedings between Altmark Trans GmbH ( "Altmark Trans" ) and Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH ( "Nahverkehrsgesellschaft" ) concerning the grant to the former by Regierungspräsidium Magdeburg (Magdeburg Regional Government, "the Regierungspräsidium" ) of licences for scheduled bus transport services in the Landkreis of Stendal (Germany) and public subsidies for operating those services.
|
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των εταιριών Altmark Trans GmbH (στο εξής: Altmark Trans) και Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH (στο εξής: Nahverkehrsgesellschaft) σχετικά με τη χορήγηση στην πρώτη, εκ μέρους του Regierungspräsidium Magdeburg (περιφερειακής διοικήσεως του Μαγδεβούργου, στο εξής: Regierungspräsidium), αδειών λειτουργίας τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών με υπεραστικά λεωφορεία στην περιοχή Landkreis Stendal (Γερμανία), καθώς και χορηγήσεως δημοσίων επιδοτήσεων για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών.
|
|
Legal context
|
Το νομικό πλαίσιο
|
|
Community law
|
Το κοινοτικό δίκαιο
|
|
3. Article 92(1) of the EC Treaty provides:
|
3 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
|
|
"Save as otherwise provided in this Treaty, any aid granted by a Member State or through State resources in any form whatsoever which distorts or threatens to distort competition by favouring certain undertakings or the production of certain goods shall, in so far as it affects trade between Member States, be incompatible with the common market."
|
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
|
|
4. Article 74 of the EC Treaty (now Article 70 EC), which appears in Title IV of Part Three, on transport, provides that the objectives of the Treaty are, in matters governed by that Title, to be pursued by the Member States within the framework of a common transport policy.
|
4 Το άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 70 ΕΚ), που περιλαμβάνεται στον τίτλο IV του τρίτου τμήματος, το οποίο αφορά τις μεταφορές, ορίζει ότι τα κράτη μέλη επιδιώκουν τους στόχους της Συνθήκης, όσον αφορά τον τομέα που διέπει ο τίτλος αυτός, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής των μεταφορών.
|
|
5. Article 77 of the EC Treaty, which appears in the said Title IV, provides that aids which meet the needs of coordination of transport or represent reimbursement for the discharge of certain obligations inherent in the concept of a public service are compatible with the Treaty.
|
5 Το άρθρο 77 της Συνθήκης, που περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο IV, προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας είναι συμβιβάσιμες με τη Συνθήκη.
|
|
6. Regulation No 1191/69 is divided into six sections, the first of which contains general provisions (Articles 1 and 2), the second concerns common principles for the termination or maintenance of public service obligations (Articles 3 to 8), the third deals with the application to passenger transport of transport rates and conditions imposed in the interests of one or more particular categories of persons (Article 9), the fourth concerns common compensation procedures (Articles 10 to 13), the fifth concerns public service contracts (Article 14), and the sixth contains final provisions (Articles 15 to 20).
|
6 Ο κανονισμός 1191/69 υποδιαιρείται σε έξι κεφάλαια, εκ των οποίων το πρώτο περιλαμβάνει γενικές διατάξεις (άρθρα 1 και 2), το δεύτερο αφορά τις κοινές αρχές για την κατάργηση ή τη διατήρηση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας (άρθρα 3 έως 8), το τρίτο αφορά την εφαρμογή, στις μεταφορές επιβατών, κομίστρων και όρων μεταφοράς προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων (άρθρο 9), το τέταρτο ρυθμίζει τις κοινές μεθόδους αντισταθμίσεως (άρθρα 10 έως 13), το πέμπτο αφορά τις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας (άρθρο 14) και το έκτο περιλαμβάνει τις τελικές διατάξεις (άρθρα 15 έως 20).
|
|
7. Article 1 of the regulation provides:
|
7 Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
|
|
"1. This Regulation shall apply to transport undertakings which operate services in transport by rail, road and inland waterway.
|
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις μεταφορών των οποίων η δραστηριότητα αφορά την εκμετάλλευση των παρεχομένων υπηρεσιών στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
|
|
Member States may exclude from the scope of this Regulation any undertakings whose activities are confined exclusively to the operation of urban, suburban or regional services.
|
Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση παρεχομένων αστικών, προαστικών ή περιφερειακών υπηρεσιών.
|
|
2. For the purposes of this Regulation:
|
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
|
|
─ "urban and suburban services" means transport services meeting the needs of an urban centre or conurbation, and transport needs between it and surrounding areas,
|
- "αστικές και προαστικές υπηρεσίες" οι υπηρεσίες μεταφορών με τις οποίες εξυπηρετούνται οι ανάγκες αστικού κέντρου ή ευρύτερης αστικής περιοχής, καθώς και οι ανάγκες μεταφορών μεταξύ του εν λόγω κέντρου και ευρύτερης αστικής περιοχής και των προαστίων του,
|
|
─ "regional services" means transport services operated to meet the transport needs of a region.
|
- "περιφερειακές υπηρεσίες" οι υπηρεσίες μεταφορών που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας περιοχής.
|
|
3. The competent authorities of the Member States shall terminate all obligations inherent in the concept of a public service as defined in this Regulation imposed on transport by rail, road and inland waterway.
|
3. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταργούν τις υπηρεσίες που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες ορίζονται στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού και οι οποίες επιβάλλονται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
|
|
4. In order to ensure adequate transport services which in particular take into account social and environmental factors and town and country planning, or with a view to offering particular fares to certain categories of passenger, the competent authorities of the Member States may conclude public service contracts with a transport undertaking. The conditions and details of operation of such contracts are laid down in Section V.
|
4. Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή υπηρεσιών μεταφορών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και χωροταξιακούς παράγοντες, ή προκειμένου να διασφαλιστούν συγκεκριμένοι όροι ως προς τα κόμιστρα υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιβατών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνάψουν συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας με επιχείρηση μεταφορών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες των εν λόγω συμβάσεων θεσπίζονται στο τμήμα V.
|
|
5. However, the competent authorities of the Member States may maintain or impose the public service obligations referred to in Article 2 for urban, suburban and regional passenger transport services. The conditions and details of operation, including methods of compensation, are laid down in Sections II, III and IV.
|
5. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 για τις αστικές, προαστικές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφορών επιβατών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες, καθώς και οι μέθοδοι αντιστάθμισης, ορίζονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV.
|
|
...
|
[...]
|
|
6. Furthermore, the competent authorities of a Member State may decide not to apply paragraphs 3 and 4 in the field of passenger transport to the transport rates and conditions imposed in the interests of one or more particular categories of person.
|
6. Εξάλλου, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους μπορούν να μην εφαρμόζουν τις παραγράφους 3 και 4, στον τομέα των μεταφορών επιβατών, με τα κόμιστρα και τους όρους μεταφοράς που έχουν επιβληθεί προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κοινωνικών κατηγοριών προσώπων.»
|
|
"
|
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1191/69 ορίζει τα εξής:
|
|
8. Article 6(2) of Regulation No 1191/69 reads as follows:
|
«Αποφάσεις περί διατηρήσεως ή καταργήσεως, εν όλω ή εν μέρει, μετά από ορισμένο χρόνο, υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να προβλέπουν την αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που προκύπτουν από αυτές. Το ποσό αυτής της αντισταθμίσεως καθορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα [10] έως 13.»
|
|
"Decisions to maintain a public service obligation or part thereof, or to terminate it at the end of a specified period, shall provide for compensation to be granted in respect of the financial burdens resulting therefrom; the amount of such compensation shall be determined in accordance with the common procedures laid down in Articles 10 to 13."
|
9 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
|
|
9. Article 9(1) of that regulation provides:
|
«Το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής για τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις λόγω της εφαρμογής, στις μεταφορές επιβατών, κομίστρων και όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων, ορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα 11 έως 13.»
|
|
"The amount of compensation in respect of financial burdens devolving upon undertakings by reason of the application to passenger transport of transport rates and conditions imposed in the interests of one or more particular categories of person shall be determined in accordance with the common procedures laid down in Articles 11 to 13."
|
10 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1191/69 έχει ως ακολούθως:
|
|
10. Article 17(2) of the regulation provides:
|
«Οι αντισταθμίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρούνται της προκαταρτικής διαδικασίας ενημερώσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.
|
|
"Compensation paid pursuant to this Regulation shall be exempt from the preliminary information procedure laid down in Article 93(3) of the Treaty establishing the European Economic Community.
|
Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν αμέσως στην Επιτροπή λεπτομέρειες, ταξινομημένες κατά κατηγορία υποχρεώσεως, των αντισταθμίσεων που χορηγούνται για τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφορών, λόγω της διατηρήσεως των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας που καθορίζονται στο άρθρο 2, ή της εφαρμογής στις μεταφορές επιβατών, των τιμών και των όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ιδιαιτέρων κατηγοριών προσώπων.»
|
|
Member States shall promptly forward to the Commission details, classified by category of obligation, of compensation payments made in respect of financial burdens devolving upon transport undertakings by reason of the maintenance of the public service obligations set out in Article 2 or by reason of the application to passenger transport of transport rates and conditions imposed in the interests of one or more particular categories of person.
|
Η εθνική ρύθμιση
|
|
"
|
11 Το Verordnung zur Festlegung des Anwendungsbereiches der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 in der Fassung der Verordnung (EWG) Nr. 1893/91 im Straßenpersonenverkehr (διάταγμα περί εφαρμογής του κανονισμού 1191/69, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1893/91, σχετικά με τις οδικές μεταφορές προσώπων), του ομοσπονδιακού Υπουργού Μεταφορών, της 31ης Ιουλίου 1992 (BGBl. 1992 Ι, σ. 1442), ως έχει κατόπιν τροποποιήσεως που επήλθε στις 29 Νοεμβρίου 1994 (BGBl. 1994 Ι, σ. 3630), αποκλείει γενικά μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, όσον αφορά τη δημόσια μεταφορά επιβατών, την εφαρμογή του κανονισμού 1191/69 στις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών συγκοινωνιακών γραμμών.
|
|
National legislation
|
12 Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, του Personenbeförderungsgesetz (νόμου περί χερασαίων μεταφορών προσώπων, στο εξής: PBefG) προβλέπουν ότι η μεταφορά προσώπων με οδικά οχήματα που πραγματοποιούν τακτικές συγκοινωνίες εξαρτάται, στη Γερμανία, από τη χορήγηση σχετικής αδείας. Η άδεια αυτή υποχρεώνει τον μεταφορέα να εισπράττει μόνον το κόμιστρο που εγκρίνει η αρχή η οποία χορηγεί την άδεια, να τηρεί το εγκριθέν ωράριο και να συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις εκμεταλλεύσεως και μεταφοράς που τον βαρύνουν κατά νόμο.
|
|
11. The Verordnung zur Festlegung des Anwendungsbereiches der Verordnung (EWG) Nr. 1191/69 in der Fassung der Verordnung (EWG) Nr. 1893/91 im Straßenpersonenverkehr (Regulation determining the scope of Regulation (EEC) No 1191/69 as amended by Regulation (EEC) No 1893/91 in passenger transport by road) of the Federal Minister for Transport of 31 July 1992 (BGBl. 1992 I, p. 1442), in the version as amended on 29 November 1994 (BGBl. 1994 I, p. 3630), excludes in general until 31 December 1995 the application of Regulation No 1191/69 to undertakings whose activity is confined exclusively to the operation of urban, suburban or regional services.
|
13 Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας για τη λειτουργία τακτικής συγκοινωνιακής γραμμής με λεωφορεία διέπονταν αποκλειστικά από το άρθρο 13 του PBefG. Η εν λόγω διάταξη επιβάλλει, μεταξύ άλλων, ορισμένους όρους όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες και την αξιοπιστία της επιχειρήσεως μεταφορών και προβλέπει την απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως σχετικής αδείας όταν η οικεία υπηρεσία μπορεί να θίξει τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου στον τομέα των μεταφορών. Αν περισσότερες επιχειρήσεις επιθυμούν να παράσχουν τις ίδιες μεταφορικές υπηρεσίες, η αρμόδια αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη, δυνάμει της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, τις προοπτικές που υπάρχουν σχετικά με μια πρόσφορη παροχή των ως άνω υπηρεσιών εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών επί πολλά έτη.
|
|
12. The provisions of Paragraph 2(1) in conjunction with Paragraph 1(1) of the Personenbeförderungsgesetz (Law on passenger transport, "the PBefG" ) provide that the transport of passengers by road vehicles on scheduled services is subject in Germany to the grant of a licence. That licence requires the operator to charge only the fares authorised by the authority which issues the licence, to comply with the timetable which has been approved, and to observe his statutory obligations in respect of operation and transport.
|
14 Με το άρθρο 6, παράγραφος 116, του Eisenbahnneuordnungsgesetz (νόμου περί αναδιαρθρώσεως των σιδηροδρόμων), της 27ης Δεκεμβρίου 1993 (BGBl. 1993 Ι, σ. 2378), ο Γερμανός νομοθέτης προέβλεψε από 1ης Ιανουαρίου 1996 διάκριση μεταξύ μεταφορών πραγματοποιουμένων σύμφωνα με το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας και μεταφορών που λειτουργούν ως δημόσια υπηρεσία όσον αφορά τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία τακτικών δημόσιων συγκοινωνιακών γραμμών, αστικών, προαστιακών και περιφερειακών.
|
|
13. Until 31 December 1995 the conditions for the grant of a licence for a scheduled bus transport service were determined solely by Paragraph 13 of the PBefG. That provision imposes conditions inter alia as to the financial solvency and the reliability of the transport undertaking and states that an application for a licence is to be refused if the service in question would affect the public interest in transport. If several undertakings wish to provide the same transport services, the authorities must, under Paragraph 13(3), take reasonable account of the circumstance that those services have been operated properly for many years by one of those undertakings.
|
15 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του PBefG θέτει την αρχή ότι οι υπηρεσίες δημόσιων μεταφορών, αστικών, προαστιακών και περιφερειακών πρέπει να παρέχονται με βάση το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας.
|
|
14. By Paragraph 6(116) of the Eisenbahnneuordnungsgesetz (Law on reorganisation of the railways) of 27 December 1993 (BGBl. 1993 I, p. 2378), the German legislature introduced with effect from 1 January 1996 a distinction between transport operated on a commercial basis and transport operated in the public interest for the purpose of granting licences for urban, suburban and regional scheduled public transport services.
|
16 Η δεύτερη περίοδος της παραγράφου αυτής ορίζει τις υπηρεσίες μεταφορών που παρέχονται στο πλαίσιο συστήματος χρηματοδοτικής αυτονομίας ως υπηρεσίες των οποίων οι δαπάνες καλύπτονται από τα κόμιστρα, από τις παροχές που προβλέπονται από σχετική κανονιστική ρύθμιση περί παροχής αντισταθμίσεων ή περί χορηγήσεως επιστροφών λόγω ορισμένου ύψους κομίστρων και λόγω συγκεκριμένου προγράμματος οργανώσεως των μεταφορών, καθώς και από λοιπά επιχειρηματικά έσοδα υπό την έννοια του εμπορικού δικαίου. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας με βάση το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας διευκρινίζονται στο άρθρο 13 του PBefG, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως.
|
|
15. The first sentence of Paragraph 8(4) of the PBefG lays down the principle that urban, suburban and regional public transport services must be provided commercially.
|
17 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, του PBefG ορίζει ότι, όταν δεν είναι δυνατή η παροχή επαρκών μεταφορικών υπηρεσιών με βάση το σύστημα χρηματοδοτικής αυτονομίας, τότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κανονισμού 1191/69, όπως αυτός ισχύει εκάστοτε, ο οποίος περιλαμβάνει τους σχετικούς βασικούς κανόνες. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών όσον αφορά τις μεταφορικές υπηρεσίες που παρέχονται ως δημόσια υπηρεσία βάσει του εν λόγω κανονισμού προσδιορίζονται στο άρθρο 13a του PBefG.
|
|
16. The second sentence of that subparagraph defines commercially operated transport services as those whose costs are covered by operating receipts, income under statutory rules on compensation and reimbursement in connection with fares and timetables, and other income of the undertaking as defined in commercial law. The conditions for granting licences for commercially operated services are defined in Paragraph 13 of the PBefG, as stated in paragraph 13 above.
|
18 Βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, άδεια χορηγείται εφόσον είναι απαραίτητη προκειμένου να παρέχονται μεταφορικές υπηρεσίες με βάση πράξη της δημόσιας αρχής ή σύμβαση υπό την έννοια του κανονισμού 1191/69 και εφόσον τούτο αποτελεί τη λύση η οποία συνεπάγεται το μικρότερο κόστος για το κοινωνικό σύνολο.
|
|
17. The third sentence of Paragraph 8(4) of the PBefG provides that Regulation No 1191/69 in the version in force from time to time must be referred to where an adequate transport service cannot be provided commercially. The conditions for granting licences for transport services provided in the public interest under that regulation are defined in Paragraph 13a of the PBefG.
|
Η διαφορά της κύριας δίκης
|
|
18. According to that provision, a licence must be granted where this is necessary for the implementation of a transport service on the basis of an act of the authorities or a contract within the meaning of Regulation No 1191/69 and is the solution which entails the least cost to the community.
|
19 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την εκ μέρους του Regierungspräsidium χορήγηση στην Altmark Trans αδειών λειτουργίας λεωφορειακών γραμμών στην περιφέρεια του Landkreis Stendal.
|
|
The main proceedings
|
20 Αρχικά είχαν χορηγηθεί άδειες στην Altmark Trans για την περίοδο από 25 Σεπτεμβρίου 1990 έως 19 Νοεμβρίου 1994. Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994 της χορηγήθηκαν νέες άδειες μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1996.
|
|
19. The main proceedings concern the grant by the Regierungspräsidium to Altmark Trans of licences for scheduled bus transport services in the Landkreis of Stendal.
|
21 Από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το Regierungspräsidium είχε παράλληλα απορρίψει αιτήσεις χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως των γραμμών αυτών τις οποίες είχε υποβάλει η Nahverkehrsgesellschaft. Προς στήριξη της αποφάσεως αυτής, το Regierungspräsidium εξέθεσε ότι η Altmark Trans πληρούσε τις προϋποθέσεις εγκρίσεως του άρθρου 13, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του PBefG. Ως παλαιά επιχείρηση, η Altmark Trans προστατευόταν από την υφιστάμενη κατάσταση κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του PBefG. Η προστασία αυτή σημαίνει ότι η λειτουργία των τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών εκ μέρους της επιφορτισμένης σήμερα με το έργο αυτό επιχειρήσεως μπορεί να αποτελεί καλύτερη προσφορά έναντι της προερχόμενης από μια νέα υποψήφια επιχείρηση. Όμως, δεν υφίστατο καν μια τέτοια προσφορά. Η Altmark Trans, δεδομένου ότι είχε έλλειμμα 0,58 γερμανικά μάρκα (DEM) ανά χιλιόμετρο συγκοινωνιακής γραμμής, θα χρειαζόταν τη μικρότερη συμπληρωματική χρηματοδότηση εκ μέρους των δημόσιων αρχών.
|
|
20. Licences had originally been granted to Altmark Trans for the period from 25 September 1990 to 19 September 1994. By decision of 27 October 1994, it was granted new licences to run to 31 October 1996.
|
22 Κατόπιν ενστάσεως της Altmark Trans, το Regierungspräsidium παρέτεινε τη διάρκεια της ισχύος των αδειών αυτών μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2002, με απόφαση της 30ής Ιουλίου 1996.
|
|
21. According to the order for reference, the Regierungspräsidium at the same time rejected the applications by Nahverkehrsgesellschaft for licences to operate those services. As grounds for its decision, the Regierungspräsidium stated that Altmark Trans satisfied the conditions for grant of a licence in points 1 and 2 of Paragraph 13(1) of the PBefG. As a long-standing operator, Altmark Trans enjoyed the protection of acquired status under Paragraph 13(3). That protection implies that the operation of a scheduled transport service by the existing operator may constitute a better offer of transport than an offer from a new applicant. In fact, there was no such new offer. With a shortfall of DEM 0.58 per timetabled kilometre, Altmark Trans required the lowest additional financing from the public authorities.
|
23 Η Nahverkehrsgesellschaft υπέβαλε ένσταση κατά της από 27 Οκτωβρίου 1994 αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι η Altmark Trans δεν πληρούσε τους όρους του άρθρου 13 του PBefG. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρία αυτή δεν είναι μια οικονομικά υγιής επιχείρηση, καθόσον δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς δημόσιες επιδοτήσεις. Επομένως, οι άδειες που της είχαν χορηγηθεί ήταν παράνομες. Προέβαλε επίσης ότι δεν είναι ακριβές ότι η Altmark Trans θα χρειαζόταν τη χαμηλότερη δυνατή επιδότηση. Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995 το Regierungspräsidium απέρριψε την ένσταση αυτή.
|
|
22. Following a complaint by Altmark Trans, the Regierungspräsidium extended the licences to 31 October 2002, by decision of 30 July 1996.
|
24 Η Nahverkehrsgesellschaft άσκησε προσφυγή κατά των ως άνω αποφάσεων της 27ης Οκτωβρίου 1994 και της 30ής Ιουλίου 1996 ενώπιον του Verwaltungsgericht Magdeburg (πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου του Μαγδεβούργου) (Γερμανία). Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την ως άνω προσφυγή.
|
|
23. Nahverkehrsgesellschaft brought a complaint against the decision of 27 October 1994, submitting that Altmark Trans did not satisfy the requirements of Paragraph 13 of the PBefG. It was not an economically viable undertaking, since it was unable to survive without public subsidies. The licences granted to it were therefore unlawful. It was also not correct that Altmark Trans needed the least subsidy. By decision of 29 June 1995, the Regierungspräsidium rejected the complaint.
|
25 Στο στάδιο της εφέσεως, το Oberverwaltungsgericht Sachsen-Anhalt (διοικητικό εφετείο του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας-Άνχαλτ) (Γερμανία) δικαίωσε τη Nahverkehrsgesellschaft και ακύρωσε τη χορήγηση αδειών στην Altmark Trans. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι, κατά την έκδοση της αποφάσεως της 30ής Ιουλίου 1996, δεν ήταν πλέον δυνατή η εύρυθμη λειτουργία από οικονομικής απόψεως της Altmark Trans, διότι η εταιρία αυτή χρειαζόταν επιδοτήσεις εκ μέρους του Landkreis Stendal για την παροχή των υπηρεσιών που συνδέονταν με τις προαναφερθείσες άδειες. Έκρινε επίσης ότι οι επιδοτήσεις αυτές ήταν ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτό προκύπτει ιδίως από τον κανονισμό 1191/69.
|
|
24. Nahverkehrsgesellschaft brought proceedings against the decisions of 27 October 1994 and 30 July 1996 before the Verwaltungsgericht Magdeburg (Administrative Court, Magdeburg) (Germany), which dismissed the action.
|
26 Συναφώς, το Oberverwaltungsgericht σημείωσε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση μόνο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 της δυνατότητας να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1191/69 τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στη λειτουργία αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών συγκοινωνιών, όπως προβλέπει ο κανονισμός αυτός. Έτσι, έκρινε ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, οι δημόσιες επιδοτήσεις επιτρέπονταν μόνον με την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται η ανάγκη επιβολής υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας είτε στο πλαίσιο σχετικής συμβάσεως είτε με πράξη των αρμόδιων αρχών. Δεδομένου ότι το Landkreis Stendal δεν προχώρησε στη σύναψη συμβάσεως με την Altmark Trans ούτε εξέδωσε διοικητική πράξη σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού, το Oberverwaltungsgericht έκρινε ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1996, το Landkreis Stendal δεν εδικαιούτο να επιχορηγεί την Altmark Trans για την παροχή υπηρεσιών καλυπτομένων από τις άδειες που του είχαν χορηγηθεί.
|
|
25. On appeal, the Oberverwaltungsgericht Sachsen-Anhalt (Higher Administrative Court of Saxony-Anhalt) (Germany) allowed Nahverkehrsgesellschaft's application and therefore set aside the issue of licences to Altmark Trans. It considered in particular that at the time when the decision of 30 July 1996 was taken the financial solvency of Altmark Trans was no longer guaranteed, as it needed subsidies from the Landkreis of Stendal for operating the services licensed. It further held that those subsidies were not compatible with Community law on State aid, in particular Regulation No 1191/69.
|
27 Κατά της αποφάσεως αυτής του Oberverwaltungsgericht η Altmark Trans άσκησε «Revision» (αναίρεση) ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι από τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του PBefG ανακύπτει ζήτημα σχετικά με το αν μπορεί να θεωρηθεί δυνάμει του εθνικού δικαίου ότι πραγματοποιείται, στο πλαίσιο του καθεστώτος της χρηματοδοτικής αυτονομίας, η λειτουργία τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών, αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί επικερδώς χρηματοδοτούμενη απλώς από τα κόμιστρα και η οποία, για τον λόγο αυτό, εξαρτάται οπωσδήποτε από δημόσιες επιδοτήσεις ή πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ότι αυτή πραγματοποιείται υπό το σύστημα παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
|
|
26. On this point, the Oberverwaltungsgericht observed that the Federal Republic of Germany had made use of the possibility allowed by Regulation No 1191/69 of excluding undertakings whose activities are confined exclusively to the operation of urban, suburban or regional transport services from the scope of the regulation only up to 31 December 1995. It therefore held that after that date the public subsidies in question were authorised only if the conditions laid down by that regulation were satisfied. Among those conditions was the need to impose public service obligations either by contract or by an act of the competent authorities. Since the Landkreis of Stendal had neither concluded a contract with Altmark Trans nor adopted an administrative act in accordance with the provisions of the regulation, the Oberverwaltungsgericht considered that, from 1 January 1996, the Landkreis had no longer been authorised to subsidise Altmark Trans to operate the services covered by the licences granted.
|
28 Συναφώς, το Bundesverwaltungsgericht θεωρεί ότι οι επίμαχες κρατικές επιδοτήσεις μπορούν να καλύπτονται από την έννοια των «λοιπών επιχειρηματικών εσόδων υπό την έννοια του εμπορικού δικαίου», περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του PBefG. Χρησιμοποιώντας τις συνήθεις μεθόδους ερμηνείας του εθνικού δικαίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι οι δημόσιες επιδοτήσεις είναι απαραίτητες δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να παρέχονται οι μεταφορικές υπηρεσίες στο πλαίσιο του συστήματος της χρηματοδοτικής αυτονομίας.
|
|
27. Altmark Trans appealed on a point of law (Revision ) to the Bundesverwaltungsgericht against the decision of the Oberverwaltungsgericht. The Bundesverwaltungsgericht considers that the provisions of Paragraph 8(4) of the PBefG raise the question whether the operation of urban, suburban or regional scheduled transport services which cannot be operated profitably on the basis of operating income and therefore necessarily depend on public subsidies may, in national law, be regarded as commercial, or whether it must be regarded as operation in the public interest.
|
29 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το αν τα άρθρα 77 και 92 της Συνθήκης και ο κανονισμός 1191/69 επιβάλλουν κατ' ανάγκη ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του PBefG σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως αυτή που προτείνει το Oberverwaltungsgericht. Ενόψει της πολυπλοκότητας του συστήματος των απαγορεύσεων, των εξαιρέσεων και των εξαιρέσεων από τις εξαιρέσεις, θεωρεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει την προβληματική αυτή.
|
|
28. In this respect, the Bundesverwaltungsgericht considers that the public subsidies in question may be covered by the expression "other income of the undertaking as defined in commercial law" in the second sentence of Paragraph 8(4) of the PBefG. Having recourse to the normal methods of interpreting national law, it reaches the conclusion that the fact that public subsidies are necessary does not exclude the possibility that the transport services are provided commercially.
|
Το προδικαστικό ερώτημα
|
|
29. However, that court expresses doubt as to whether Articles 77 and 92 of the Treaty and Regulation No 1191/69 necessarily lead to the interpretation of the second sentence of Paragraph 8(4) of the PBefG consistent with Community law followed by the Oberverwaltungsgericht. In view of the complexity of the system of prohibitions, exceptions and exceptions to the exceptions, it considers that the point needs to be clarified by the Court.
|
30 Το Bundesverwaltungsgericht, θεωρώντας ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, το περιεχόμενο των κοινοτικών κανόνων είναι ασαφές και ότι είναι απαραίτητη η έκδοση προδικαστικής αποφάσες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
|
|
The question referred for a preliminary ruling
|
«Εμποδίζουν τα άρθρα [77 και 92 της Συνθήκης] ΕΚ, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1191/69, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91, την εφαρμογή εθνικής νομοθετικής διατάξεως η οποία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ και IV του εν λόγω κανονισμού, επιτρέπει τη χορήγηση αδειών εκμεταλλεύσεως συγκοινωνιακών γραμμών μεταφοράς προσώπων σε μικρές αποστάσεις για δρομολόγια για τα οποία είναι αναγκαία η χορήγηση κρατικών επιδοτήσεων;»
|
|
30. Since it considered that, in the case before it, the extent of the Community rules was uncertain and that a preliminary ruling was needed for it to give judgment in the main proceedings, the Bundesverwaltungsgericht decided to stay the proceedings and refer the following question to the Court for a preliminary ruling:
|
31 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το ερώτημα αυτό πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει τα ακόλουθα τρία σκέλη:
|
|
"Do Articles [77 and 92 of the EC Treaty], read in conjunction with Regulation (EEC) No 1191/69, as amended by Regulation (EEC) No 1893/91, preclude the application of a national provision which permits licences for scheduled services in local public transport to be granted in respect of services which are necessarily dependent on public subsidies without regard being had to Sections II, III and IV of that regulation?"
|
«1) Εμπίπτουν άνευ ετέρου οι επιδοτήσεις που χορηγούνται προς κάλυψη των ελλειμμάτων από την εκμετάλλευση συγκοινωνιακών γραμμών μεταφοράς προσώπων στην απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο [92], παράγραφος 1, [της Συνθήκης] ΕΚ ή μήπως, λόγω της περιφερειακής τους εμβέλειας, εξ ορισμού οι επιδοτήσεις αυτές δεν μπορούν να επηρεάσουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο; Ασκεί κάποια επιρροή σχετικώς η συγκεκριμένη θέση και σημασία του εκάστοτε γεωγραφικού τομέα εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι μεταφορές μικρών αποστάσεων;
|
|
31. The Bundesverwaltungsgericht specified that the question was to be understood as comprising the following three parts:
|
2) Παρέχει το άρθρο [77 της Συνθήκης] ΕΚ στον εθνικό νομοθέτη τη δυνατότητα να επιτρέπει γενικώς τη χορήγηση κρατικών επιδοτήσεων προς κάλυψη ελλειμμάτων στον τομέα της δημόσιας μεταφοράς προσώπων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1191/69;
|
|
"(1) Are subsidies to compensate for deficits in local public transport subject at all to the prohibition on aid contained in Article [92(1) of the EC Treaty] or are they incapable from the outset of affecting trade between Member States on account of their regional significance? Does this possibly depend on the specific location and significance of the relevant local transport area?
|
3) Παρέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1191/69 στον εθνικό νομοθέτη τη δυνατότητα να επιτρέπει την εκμετάλλευση μιας συγκοινωνιακής γραμμής δημόσιας μεταφοράς προσώπων, η οποία αναγκαστικώς εξαρτάται από τη χορήγηση κρατικών επιδοτήσεων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ και IV του εν λόγω κανονισμού, και να προβλέπει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής μόνο στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η κατ' άλλο τρόπο επαρκής εξασφάλιση των οικείων μεταφορικών υπηρεσιών; Προκύπτει, ειδικότερα, η δυνατότητα αυτή του εθνικού νομοθέτη από το γεγονός ότι κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1893/91, έχει το δικαίωμα να εξαιρεί πλήρως από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού τον τομέα της δημόσιας μεταφοράς προσώπων;»
|
|
(2) Does Article [77 of the EC Treaty] generally enable the national legislature to permit public subsidies to compensate for deficits in local public transport without regard being had to Regulation (EEC) No 1191/69?
|
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
|
|
(3) Does Regulation (EEC) No 1191/69 enable the national legislature to permit the operation of a scheduled service in local public transport which is necessarily dependent on public subsidies without regard being had to Sections II, III and IV of that regulation, and to require application of those provisions only where adequate transport provision is otherwise impossible? Does the ability of the national legislature to do so derive in particular from the fact that under the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation (EEC) No 1191/69, as amended in 1991, it has the right to exclude local public transport undertakings completely from the scope of the regulation?
|
32 Στη διαφορά της κύριας δίκης, η χορήγηση αδειών στην Altmark Trans δεν αμφισβητείται παρά μόνον καθόσον η εταιρία αυτή είχε ανάγκη από δημόσιες επιδοτήσεις προς εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας που απέρρεαν από τη χορήγηση των ως άνω αδειών. Επομένως, η διαφορά αυτή αφορά ουσιαστικά το ζήτημα αν οι υπέρ της εταιρίας Altmark Trans δημόσιες επιδοτήσεις χορηγήθηκαν νομίμως.
|
|
"
|
33 Το αιτούν δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η καταβολή επιδοτήσεων στην Altmark Trans για την εκμετάλλευση των επίμαχων αδειών της κύριας δίκης στο πλαίσιο του καθεστώτος της χρηματοδοτικής αυτονομίας δεν αντέβαινε προς το εθνικό δίκαιο, διερωτήθηκε ως προς τη συμφωνία των επιδοτήσεων αυτών προς το κοινοτικό δίκαιο.
|
|
Preliminary observations
|
34 Οι κύριες διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις δημόσιες επιδοτήσεις είναι αυτές που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, δηλαδή τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης ΕΚ. Το άρθρο 77 της Συνθήκης ΕΚ εισάγει, στον τομέα των μεταφορών, παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, προβλέποντας ότι οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται προς τις ανάγκες του συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας είναι σύμφωνες προς τη Συνθήκη.
|
|
32. In the main proceedings, the grant of licences to Altmark Trans is challenged only to the extent that that company needed public subsidies to discharge the public service obligations deriving from those licences. The dispute thus relates essentially to the question whether the public subsidies thus received by Altmark Trans were lawfully granted.
|
35 Όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1191/69 βάσει των άρθρων 75 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 71 ΕΚ) και 94 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 89 ΕΚ), δηλαδή τόσο βάσει διατάξεων της Συνθήκης περί κοινής πολιτικής μεταφορών όσο και βάσει εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.
|
|
33. Having found that the payment of subsidies to Altmark Trans for the commercial operation of the licences at issue in the main proceedings was not contrary to national law, the Bundesverwaltungsgericht considers the compatibility of those subsidies with Community law.
|
36 Ο κανονισμός 1191/69 θεσπίζει ένα κοινοτικό σύστημα που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των μεταφορών. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής του τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση παρεχομένων αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών υπηρεσιών.
|
|
34. The main provisions of the Treaty governing public subsidies are those on State aid, namely Article 92 et seq. of the EC Treaty. Article 77 of the EC Treaty creates an exception in the field of transport to the general rules applicable to State aid, by providing that aids which meet the needs of coordination of transport or represent reimbursement for the discharge of certain obligations inherent in the concept of a public service are compatible with the Treaty.
|
37 Υπό τις συνθήκες αυτές επιβάλλεται να εξεταστεί ευθύς εξαρχής αν ο κανονισμός 1191/69 έχει εφαρμογή στις επίμαχες μεταφορικές υπηρεσίες της υποθέσεως της κύριας δίκης. Μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως θα είναι απαραίτητη η εξέταση της εφαρμογής των γενικών διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με τις επίμαχες στην κύρια δίκη επιδοτήσεις. Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση καταρχάς στο τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος.
|
|
35. Regulation No 1191/69 was adopted by the Council on the basis of Articles 75 of the EC Treaty (now, after amendment, Article 71 EC) and 94 of the EC Treaty (now Article 89 EC), that is, on the basis both of the Treaty provisions relating to the common transport policy and of those relating to State aid.
|
Επί του τρίτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος
|
|
36. Regulation No 1191/69 establishes a system of Community rules applicable to public service obligations in the field of transport. However, under the second subparagraph of Article 1(1) of the regulation, Member States may exclude from its scope any undertakings whose activities are confined exclusively to the operation of urban, suburban or regional services.
|
38 Με το τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ο κανονισμός 1191/69, και ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να μην εφαρμόζει τον κανονισμό αυτό στην εκμετάλλευση τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών, αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών, που εξαρτώνται οπωσδήποτε από την καταβολή δημοσίων επιδοτήσεων και να περιορίζει την εφαρμογή του στις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση επαρκών συγκοινωνιακών υπηρεσιών χωρίς τις επιδοτήσεις αυτές.
|
|
37. In those circumstances, the first point to examine is whether Regulation No 1191/69 is applicable to the transport services at issue in the main proceedings. Only if that is not the case will the application of the general provisions of the Treaty on State aid to the subsidies at issue in the main proceedings have to be considered. The third part of the national court's question should therefore be answered first.
|
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
|
|
The third part of the question referred for a preliminary ruling
|
39 Η Altmark Trans, το Regierungspräsidium και η Nahverkehrsgesellschaft θεωρούν ότι από τον κανονισμό 1191/69 δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι δημόσιες επιδοτήσεις υπέρ μεταφορικών επιχειρήσεων είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο μόνον όταν επιβάλλονται υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας υπό την έννοια του ως άνω κανονισμού ή όταν έχει συναφθεί σύμβαση περί παροχής δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό.
|
|
38. By the third part of the question referred for a preliminary ruling, the national court essentially asks whether Regulation No 1191/69, and more particularly the second subparagraph of Article 1(1) thereof, may be interpreted as allowing a Member State not to apply the regulation to the operation of urban, suburban or regional scheduled transport services which necessarily depend on public subsidies, and to limit its application to cases where the provision of an adequate transport service is not otherwise possible.
|
40 Σημειώνουν ιδίως ότι ο Γερμανός νομοθέτης διακρίνει μεταξύ των μεταφορικών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται υπό το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας και εκείνων που πραγματοποιούνται υπό το σύστημα της δημόσιας υπηρεσίας. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του PBefG, ο κανονισμός 1191/69 έχει εφαρμογή μόνο στις μεταφορές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του συστήματος της δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, οι υπηρεσίες μεταφορών που πραγματοποιούνται υπό το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
|
|
Observations submitted to the Court
|
41 Πράγματι, αν και ο Γερμανός νομοθέτης δεν κάνει πλέον χρήση, γενικά, της δυνατότητας παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69 από 1ης Ιανουαρίου 1996, ο νομοθέτης αυτός θα είχε προβλέψει εμμέσως εξαίρεση από την εφαρμογή του κανονισμού αυτού υπέρ των αστικών, προαστιακών και περιφερειακών μεταφορών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του συστήματος της χρηματοδοτικής αυτονομίας. Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός επιτρέπει παρέκκλιση γενικής ισχύος, ο Γερμανός νομοθέτης είχε επίσης τη δυνατότητα προβλέψεως μερικής παρεκκλίσεως. Πράγματι, έχει εφαρμογή εν προκειμένω η αρχή κατά την οποία «όταν είναι δυνατό το μείζον είναι επίσης δυνατό το έλασσον».
|
|
39. Altmark Trans, the Regierungspräsidium and Nahverkehrsgesellschaft submit that it cannot be deduced from Regulation No 1191/69 that public subsidies for transport undertakings are consistent with Community law only if public service obligations within the meaning of that regulation have been imposed or a public service contract has been concluded in accordance with that regulation.
|
42 Η Επιτροπή διατείνεται ότι, καθόσον η παροχή υπηρεσιών αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών δεν αποκλείστηκε από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1191/69 δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να προβλέπει ρύθμιση της εκμεταλλεύσεως τακτικής συγκοινωνιακής υπηρεσίας είτε επιβάλλοντας υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ έως IV του κανονισμού αυτού, είτε δυνάμει συμβάσεων προβλεπουσών τις υποχρεώσεις αυτές και συμφώνων προς τις διατάξεις του κεφαλαίου V του ως άνω κανονισμού.
|
|
40. They observe in particular that the German legislature has drawn a distinction between transport services operated commercially and those operated in the public interest. By virtue of Paragraph 8(4) of the PBefG, Regulation No 1191/69 applies only to transport services operated in the public interest. Transport services operated on a commercial basis do not therefore fall within the scope of the regulation.
|
Η απάντηση του Δικαστηρίου
|
|
41. Although since 1 January 1996 the German legislature no longer makes general use of the power to derogate provided for in the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation No 1191/69, it has indirectly made an exception to the application of that regulation for the benefit of urban, suburban and regional transport services which are provided commercially. Since that regulation authorises a general derogation, it was also open to the legislature to provide for a partial derogation. The principle that "he who can do more, can do less" applies in this case.
|
43 Για να δοθεί απάντηση στο σκέλος αυτό του ερωτήματος πρέπει να προσδιοριστεί αρχικά αν ο κανονισμός 1191/69 επιβάλλει ένα δεσμευτικό σύστημα το οποίο υποχρεούνται να τηρούν τα κράτη μέλη όταν προτίθενται να υποβάλουν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των επίγειων μεταφορών.
|
|
42. The Commission submits that, where urban, suburban and regional transport services have not been excluded from the scope of Regulation No 1191/69 under the second subparagraph of Article 1(1), the national legislature must regulate the operation of a scheduled service either by imposing public service obligations, in accordance with Sections II to IV of the regulation, or by means of contracts providing for those obligations and complying with the provisions of Section V of the regulation.
|
44 Τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού όσο και από το διατακτικό του προκύπτει ότι αυτός επιβάλλει πράγματι ένα υποχρεωτικό σύστημα στα κράτη μέλη.
|
|
Findings of the Court
|
45 Πράγματι, κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1191/69, ένας από τους σκοπούς της κοινής πολιτικής των μεταφορών είναι η εξάλειψη των ανισοτήτων που απορρέουν από τις υποχρεώσεις οι οποίες είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις μεταφορών από τα κράτη μέλη και που είναι δυνατόν να προκαλέσουν ουσιώδη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού. Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του ως άνω κανονισμού, είναι επομένως αναγκαίο να καταργηθούν οι υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας τις οποίες καθορίζει ο παρών κανονισμός, μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η διατήρησή τους για να εξασφαλισθεί η παροχή επαρκών μεταφορικών υπηρεσιών.
|
|
43. To answer this part of the question, it must first be determined whether Regulation No 1191/69 imposes binding rules which the Member States must comply with when they consider imposing public service obligations in the land transport sector.
|
46 Προς τούτο, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1191/69 προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταργούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, όπως αυτές ορίζονται στον κανονισμό αυτό, και οι οποίες επιβάλλονται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή υπηρεσιών μεταφορών, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και χωροταξικούς παράγοντες, ή προκειμένου να διασφαλιστούν συγκεκριμένοι όροι ως προς τα κόμιστρα υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιβατών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας με επιχείρηση μεταφορών, των οποίων οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες θεσπίζονται στο κεφάλαιο V του ως άνω κανονισμού. Η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου προσθέτει ωστόσο ότι οι εν λόγω αρμόδιες αρχές μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας για τις αστικές, προαστιακές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφορών επιβατών υπό τις προϋποθέσεις και με τον τρόπο που ορίζουν τα κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ και IV του κανονισμού αυτού, περιλαμβανομένων των μεθόδων αντισταθμίσεως.
|
|
44. It is clear both from the preamble and from the body of that regulation that it does indeed impose binding rules on the Member States.
|
47 Επομένως, καθόσον οι επίμαχες άδειες της κύριας δίκης επιβάλλουν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας και συνοδεύονται από επιδοτήσεις που συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση της παροχής των σχετικών υπηρεσιών, η χορήγηση των ως άνω αδειών και επιδοτήσεων ρυθμιζόταν καταρχήν από τις διατάξεις του κανονισμού 1191/69.
|
|
45. According to the first recital in the preamble to Regulation No 1191/69, one of the objectives of the common transport policy is to eliminate disparities resulting from obligations inherent in the concept of a public service imposed on transport undertakings by Member States which are liable to cause substantial distortion to conditions of competition. The second recital states that it is therefore necessary to terminate the public service obligations defined in the regulation, although in certain cases it may be essential to maintain them in order to ensure the provision of adequate transport services.
|
48 Εντούτοις, το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής του τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση της παροχής αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορικών υπηρεσιών.
|
|
46. Article 1(3) of Regulation No 1191/69 states that the competent authorities of the Member States are to terminate all obligations inherent in the concept of a public service, as defined in the regulation, imposed on transport by rail, road and inland waterway. Under Article 1(4), in order to ensure adequate transport services, taking into account in particular social and environmental factors and town and country planning, or with a view to offering particular fares to certain categories of passenger, those authorities may conclude public service contracts with a transport undertaking, in accordance with the conditions and details of operation laid down in Section V of the regulation. Article 1(5) then states, however, that the authorities may maintain or impose public service obligations for urban, suburban and regional passenger transport services, in accordance with the conditions and details of operation, including methods of compensation, laid down in Sections II to IV of the regulation.
|
49 Αρχικά, δηλαδή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69, αποκλείοντας ρητά με την εθνική ρύθμιση την εφαρμογή του κανονισμού αυτού στις επιχειρήσεις αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών.
|
|
47. Consequently, in so far as the licences at issue in the main proceedings impose public service obligations and are accompanied by subsidies to help finance the performance of those obligations, the grant of those licences and subsidies was subject in principle to the provisions of Regulation No 1191/69.
|
50 Από 1ης Ιανουαρίου 1996, η γερμανική ρύθμιση δεν προβλέπει πλέον ρητά μια τέτοια παρέκκλιση. Αντιθέτως, ο ως άνω κανονισμός κηρύχθηκε εφαρμοστέος στη χορήγηση αδειών μεταφοράς με λεωφορεία στη Γερμανία υπό το σύστημα παροχής δημόσιας υπηρεσίας με τα άρθρα 8, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, και 13a του PBefG. Εντούτοις, η γερμανική νομοθεσία δεν προσδιορίζει ρητά αν ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται και στη χορήγηση αδειών μεταφοράς με λεωφορεία υπό το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας.
|
|
48. However, the second subparagraph of Article 1(1) of the regulation authorises Member States to exclude from the scope of the regulation any undertakings whose activities are confined exclusively to the operation of urban, suburban or regional transport services.
|
51 Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί αν η μη εφαρμογή του κανονισμού 1191/69 στο σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας, εφόσον υποτεθεί ότι προβλέπεται κάτι τέτοιο, αντιβαίνει προς τον εν λόγω κανονισμό.
|
|
49. Originally, until 31 December 1995, the Federal Republic of Germany made use of the derogation in the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation No 1191/69 by expressly excluding in national legislation the application of that regulation to urban, suburban and regional transport undertakings.
|
52 Η Altmark Trans, το Regierungspräsidium και η Nahverkehrsgesellschaft ισχυρίζονται ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69 επιτρέπει τον αποκλεισμό της εφαρμογής τού ως άνω κανονισμού για μια πλήρη κατηγορία μεταφορικών υπηρεσιών, η εν λόγω διάταξη πρέπει κατά μείζονα λόγο να επιτρέπει τον αποκλεισμό ενός περιορισμένου τμήματος των υπηρεσιών αυτών από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
|
|
50. Since 1 January 1996, the German legislation no longer expressly provides for such a derogation. On the contrary, the regulation was declared applicable to the grant of licenses for bus transport in Germany operated in the public interest by the third sentence of Paragraph 8(4) and Paragraph 13a of the PBefG. However, the German legislation does not expressly determine whether the regulation also applies to the grant of licences for bus transport operated commercially.
|
53 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 44 έως 47 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 1191/69 θεσπίζει ένα σύστημα το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν όταν προτίθενται να επιβάλουν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στις επιχειρήσεις χερσαίων μεταφορών.
|
|
51. It must be examined whether the fact that Regulation No 1191/69 does not apply to commercially operated services ─ assuming that to be the case ─ is contrary to that regulation.
|
54 Εντούτοις, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την παροχή αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών υπηρεσιών μεταφοράς, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρέκκλιση από τις διατάξεις του κανονισμού 1191/69, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού. Ο Γερμανός νομοθέτης έκανε γενική χρήση της παρεκκλίσεως αυτής μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995.
|
|
52. Altmark Trans, the Regierungspräsidium and Nahverkehrsgesellschaft submit that, since the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation No 1191/69 allows the application of that regulation to be excluded for an entire category of transport services, that provision must a fortiori allow a limited part of those services to be excluded from the application of the regulation.
|
55 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τροποποίηση του PBefG, που άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1996, συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός 1191/69.
|
|
53. It is to be remembered that, as explained in paragraphs 44 to 47 above, Regulation No 1191/69 establishes a system which the Member States must comply with when they consider imposing public service obligations on undertakings in the land transport sector.
|
56 Πράγματι, με την τροποποίηση αυτή, ο Γερμανός νομοθέτης εισήγαγε, όσον αφορά τη χορήγηση αδειών μεταφοράς επιβατών με λεωφορεία, μία διάκριση μεταξύ του συστήματος της χρηματοδοτικής αυτονομίας και εκείνου της δημόσιας υπηρεσίας. Δυνάμει του άρθρου 13a του PBefG, ο κανονισμός 1191/69 κατέστη εφαρμοστέος στη χορήγηση αδειών υπό το σύστημα της δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, η τροποποίηση αυτή του PBefG περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού. Έτσι, η γερμανική νομοθεσία προσεγγίζει πλέον περισσότερο τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός.
|
|
54. However, Member States may, with respect to undertakings which operate urban, suburban or regional services, introduce a derogation from the provisions of Regulation No 1191/69, under the second paragraph of Article 1(1) of the regulation. The German legislature made general use of this derogation until 31 December 1995.
|
57 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί νομίμως, βάσει της δυνατότητας παρεκκλίσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69, όχι μόνον να αποκλείει πλήρως από το πεδίο εφαρμογής τού εν λόγω κανονισμού τις τακτικές αστικές, προαστιακές ή περιφερειακές υπηρεσίες μεταφοράς, αλλά και να εφαρμόζει σε περιορισμένο βαθμό την παρέκκλιση αυτή. Με άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη επιτρέπει καταρχήν στον Γερμανό νομοθέτη να προβλέψει ότι, όσον αφορά τις μεταφορικές υπηρεσίες που παρέχονται υπό το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας, είναι δυνατή η επιβολή υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και η χορήγηση επιδοτήσεων χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις και οι σχετικές λεπτομέρειες που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
|
|
55. In those circumstances, it must be concluded that the amendment to the PBefG which took effect on 1 January 1996 contributes to the implementation of the objectives pursued by Regulation No 1191/69.
|
58 Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία πρέπει να καθορίζει ρητά τη χρήση τής ως άνω δυνατότητας παρεκκλίσεως στην οποία προβαίνει για να μπορεί να προσδιοριστεί σε ποια κατάσταση εφαρμόζεται η προαναφερθείσα παρέκκλιση και σε ποια κατάσταση έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1191/69.
|
|
56. By that amendment, the German legislature introduced a distinction, as regards the grant of licences for passenger transport by bus, between commercial operation and operation in the public interest. By virtue of Paragraph 13a of the PBefG, Regulation No 1191/69 became applicable to the grant of licences for operation in the public interest. That amendment to the PBefG thus cut down the scope of the derogation provided for in the second subparagraph of Article 1(1) of the regulation. The German legislation thus came closer to the objectives pursued by that regulation.
|
59 Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, για την τήρηση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου είναι ιδιαίτερα σημαντικό να είναι η νομική κατάσταση των ιδιωτών σαφής και συγκεκριμένη και να τους παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. τις αποφάσεις της 23ης Μα_ου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23· της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 1733, σκέψη 7· της 30ής Μα_ου 1991, C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-2607, σκέψη 18, και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C-236/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1996, σ. Ι-4459, σκέψη 13).
|
|
57. It follows from those considerations that a Member State may legitimately, on the basis of the power to derogate provided for in the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation No 1191/69, not only exclude urban, suburban or regional scheduled services completely from the scope of that regulation, but may also apply that derogation in a more limited way. In other words, that provision in principle allows the German legislature to provide that, for transport services provided on a commercial basis, public service obligations may be imposed and subsidies granted without complying with the conditions and details of operation laid down in that regulation.
|
60 Η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου περιλαμβάνει ορισμένες ενδείξεις από τις οποίες γεννώνται αμφιβολίες αν τηρήθηκαν εν προκειμένω οι ως άνω επιταγές σαφήνειας.
|
|
58. The national legislation must, however, clearly delimit the use made of that option of derogation, so as to make it possible to determine the situations in which the derogation applies and those in which Regulation No 1191/69 applies.
|
61 Πράγματι, αφενός, από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας μπορεί να έχει εφαρμογή και σε επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη τις δημόσιες επιδοτήσεις για την εκμετάλλευση αδειών μεταφορικών υπηρεσιών. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι, «όταν πρόκειται για ευρέως ελλειμματικές γραμμές δημόσιας μεταφοράς προσώπων, το δικαίωμα αυτό επιλογής του επιχειρηματία καθίσταται πρακτικώς ανενεργό όταν η ανάγκη χορηγήσεως δημόσιων επιδοτήσεων έχει ως συνέπεια την αυτόματη κατάταξη της σχετικής υπηρεσίας στο σύστημα παροχής δημόσιας υπηρεσίας».
|
|
59. As the Court has consistently held, it is particularly important, in order to satisfy the requirement of legal certainty, that individuals should have the benefit of a clear and precise legal situation enabling them to ascertain the full extent of their rights and, where appropriate, to rely on them before the national courts (see Case 29/84 Commission v Germany [1985] ECR 1661, paragraph 23; Case 363/85 Commission v Italy [1987] ECR 1733, paragraph 7; Case C-59/89 Commission v Germany [1991] ECR I-2607, paragraph 18; and Case C-236/95 Commission v Greece [1996] ECR I-4459, paragraph 13).
|
62 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, όπως φαίνεται, οι άδειες παροχής μεταφορικών υπηρεσιών για την εκμετάλλευση των οποίων είναι απαραίτητη η χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων μπορούν να υπάγονται τόσο στο σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας όσο και σε εκείνο της δημόσιας υπηρεσίας. Αν συμβαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας δεν προσδιορίζουν σαφώς και συγκεκριμένα σε ποια κατάσταση τέτοιες άδειες εμπίπτουν στο πρώτο ή στο δεύτερο από τα ως άνω συστήματα. Όμως, καθόσον ο κανονισμός 1191/69 δεν έχει εφαρμογή στο σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας, μια ενδεχόμενη αβεβαιότητα επί του προσδιορισμού του συστήματος αυτού σε σχέση με εκείνο της δημόσιας υπηρεσίας θα επεκτεινόταν και στον τομέα της εφαρμογής τού εν λόγω κανονισμού στη Γερμανία.
|
|
60. The order for reference contains a number of points which suggest that those requirements of clarity may not have been complied with in the present case.
|
63 Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η εκ μέρους του Γερμανού νομοθέτη εφαρμογή της δυνατότητας παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69 αντιστοιχεί προς την υποχρέωση σαφήνειας την οποία επιβάλλει η τήρηση της αρχής της ασφαλείας δικαίου.
|
|
61. Thus according to the order for reference, first, the commercial system of operation may apply also to undertakings which need public subsidies to operate licensed transport services. The national court stated, second, that "this right to choose, which was conferred on the operator by the legislature, [is] removed in practice in the case of scheduled services in local public transport which are largely in deficit, the need for public subsidies automatically resulting in such services being classified as in the public interest" .
|
64 Επομένως, στο τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1191/69 και, ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να μην εφαρμόζει τον κανονισμό αυτό όσον αφορά εκμετάλλευση τακτικών αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών συγκοινωνιών που εξαρτώνται οπωσδήποτε από τη χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων και να περιορίζει την εφαρμογή του στις περιπτώσεις στις οποίες, ελλείψει επιδοτήσεων, δεν είναι δυνατή η παροχή επαρκών μεταφορικών υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι τηρείται δεόντως η αρχή της ασφαλείας δικαίου.
|
|
62. It appears to follow from the above that licences for transport services which need public subsidies for their operation may be subject to either the commercial or the public interest rules. If that were indeed the case, the provisions of the national legislation concerned would not determine clearly and precisely the situations in which such licences fall within one or other category. In so far as Regulation No 1191/69 does not apply to commercial operations, any uncertainty as to the dividing line between that and operations in the public interest would extend also to the scope of that regulation in Germany.
|
65 Πρέπει να διευκρινιστεί ακόμη ότι, καθόσον το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η αρχή της ασφαλείας δικαίου στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα πρέπει να θεωρήσει ότι ο κανονισμός 1191/69 έχει πλήρη εφαρμογή στη Γερμανία και ότι, επομένως, ισχύει και για το σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξακριβώσει αν οι επίμαχες άδειες της κύριας δίκης χορηγήθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξακριβώσει αν οι επίμαχες επιδοτήσεις χορηγήθηκαν σύμφωνα με τον ως άνω κανονισμό. Αν οι εν λόγω άδειες και επιδοτήσεις δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να συναγάγει ότι είναι ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν έναντι των διατάξεων της Συνθήκης.
|
|
63. It is for the national court to ascertain whether the application by the German legislature of the derogation provided for in the second subparagraph of Article 1(1) of Regulation No 1191/69 satisfies the requirements of clarity and precision needed to comply with the principle of legal certainty.
|
66 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν οι επίμαχες επιδοτήσεις χορηγήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων μόνον αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1191/69 δεν έχει εφαρμογή στο σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας και ότι η εκ μέρους του Γερμανού νομοθέτη χρήση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό αυτό δυνατότητας παρεκκλίσεως είναι σύμφωνη προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
|
|
64. The answer to the third part of the question referred for a preliminary ruling must therefore be that Regulation No 1191/69, and more particularly the second subparagraph of Article 1(1) thereof, must be interpreted as allowing a Member State not to apply the regulation to the operation of urban, suburban or regional scheduled transport services which necessarily depend on public subsidies, and to limit its application to cases where the provision of an adequate transport service is not otherwise possible, provided however that the principle of legal certainty is duly observed.
|
Επί του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος
|
|
65. It must further be stated that, should the national court decide that the principle of legal certainty was not complied with in the main proceedings, it will have to consider that Regulation No 1191/69 is fully applicable in Germany, and thus applies also to commercial operations. In that event, it will have to be ascertained whether the licences at issue in the main proceedings were granted in conformity with that regulation and, if so, whether the subsidies at issue in the main proceedings were granted in conformity with it. Where those licences and subsidies do not satisfy the conditions laid down by the regulation, the national court will have to conclude that they are not compatible with Community law, without it being necessary to consider them from the point of view of the provisions of the Treaty.
|
67 Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν εμπίπτουν σε κάθε περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης οι επιδοτήσεις που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση του ελλείμματος δημόσιας υπηρεσίας αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών ή αν οι επιδοτήσεις αυτές δεν είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ενόψει του τοπικού ή περιφερειακού χαρακτήρα των παρεχόμενων μεταφορικών υπηρεσιών και, ενδεχομένως, της σημασίας του σχετικού τομέα δραστηριοτήτων.
|
|
66. Consequently, it is only to the extent that the national court concludes that Regulation No 1191/69 does not apply to commercial operations and that the use made by the German legislature of the option to derogate provided for by that regulation complies with the principle of legal certainty that it will have to consider whether the subsidies at issue in the main proceedings were granted in conformity with the provisions of the Treaty relating to State aid.
|
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
|
|
The first part of the question referred for a preliminary ruling
|
68 Η Altmark Trans, το Regierungspräsidium και η Nahverkehrsgesellschaft υποστηρίζουν ότι οι επίμαχες επιδοτήσεις δεν έχουν καμία επίπτωση επί του εμπορίου κρατών μελών υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, διότι αφορούν μόνον τοπικές υπηρεσίες και, εν πάση περιπτώσει, είναι τόσο χαμηλής οικονομικής αξίας ώστε δεν επηρεάζουν αισθητά το εμπόριο αυτό.
|
|
67. By the first part of the question referred for a preliminary ruling, the national court essentially asks whether subsidies intended to compensate for the deficit in operating an urban, suburban or regional public transport service come under Article 92(1) of the Treaty in all circumstances, or whether, having regard to the local or regional character of the transport services provided and, if appropriate, to the significance of the field of activity concerned, such subsidies are not liable to affect trade between Member States.
|
69 Αντιθέτως, η Επιτροπή διατείνεται ότι οκτώ κράτη μέλη έχουν ελευθερώσει, ήδη από το 1995, με τη θέλησή τους ορισμένες αγορές αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών με συμμετοχή, στο πλαίσιο ανταγωνισμού, επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών και ότι υφίστανται διάφορα παραδείγματα επιχειρήσεων μεταφορών κράτους μέλους που ασκούν δραστηριότητες εντός άλλου κράτους μέλους. Η εν λόγω ελευθέρωση της αγοράς εντός ορισμένων κρατών μελών αποδεικνύει ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο είναι όχι μόνο δυνατό, αλλά υφίσταται ήδη.
|
|
Observations submitted to the Court
|
70 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο με διάταξη της 18ης Ιουνίου 2002 αποφάσισε να επαναλάβει την προφορική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση για να παράσχει τη δυνατότητα στους διαδίκους της κύριας δίκης, στα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των ενδεχόμενων συνεπειών της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-53/00, Ferring (Συλλογή 2001, σ. Ι-9067), επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα στην υπό κρίση υπόθεση.
|
|
68. Altmark Trans, the Regierungspräsidium and Nahverkehrsgesellschaft submit that the subsidies at issue in the main proceedings have no effect on trade between Member States within the meaning of Article 92(1) of the Treaty, since they concern local services only and, in any event, the amount is so small that they have no perceptible effect on such trade.
|
71 Κατά τη δεύτερη επ' ακροατηρίου συζήτηση, που διεξήχθη στις 15 Οκτωβρίου 2002, η Altmark Trans, το Regierungspräsidium, η Nahverkehrsgesellschaft και η Γερμανική και η Ισπανική Κυβέρνηση πρότειναν, στην ουσία, να επιβεβαιωθούν οι αρχές που συνάγονται από την προαναφερθείσα απόφαση Ferring. Θεωρούν δηλαδή ότι η χρηματοδότηση της παροχής δημόσιων υπηρεσιών από κρατικούς πόρους δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης αν τα πλεονεκτήματα που παρέχουν οι δημόσιες αρχές δεν υπερβαίνουν το κόστος που συνεπάγεται η υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
|
|
69. The Commission, by contrast, submits that since 1995 eight Member States have voluntarily opened certain urban, suburban or regional transport markets to competition from undertakings from other Member States and that there are a number of examples of transport undertakings from one Member State pursuing activities in another Member State. That opening up of the market in certain Member States shows that intra-Community trade is not only a possibility but already a reality.
|
72 Συναφώς, οι ως άνω διάδικοι υποστηρίζουν κυρίως ότι η κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης έννοια της ενισχύσεως δεν μπορεί να καλύπτει παρά μόνον τα μέτρα με τα οποία παρέχεται οικονομικό πλεονέκτημα σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις. Όμως, δημόσια επιδότηση, η οποία περιορίζεται στην αντιστάθμιση του κόστους που συνδέεται με την υποχρεωτική παροχή δημόσιας υπηρεσίας, δεν παρέχει κανένα πραγματικό πλεονέκτημα στη δικαιούχο επιχείρηση. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται νόθευση του ανταγωνισμού, διότι κάθε επιχείρηση μπορεί να λάβει δημόσια επιδότηση υπό την προϋπόθεση να παράσχει τις δημόσιες μεταφορικές υπηρεσίες που επιβάλλει το κράτος.
|
|
70. It should be recalled that the Court decided, by order of 18 June 2002, to reopen the oral procedure in the present case to give the parties to the main proceedings, the Member States, the Commission and the Council an opportunity to submit observations on the possible consequences of the judgment of 22 November 2001 in Case C-53/00 Ferring [2001] ECR I-9067 as regards the answer to be given to the national court's question in the present case.
|
73 Κατά τη δεύτερη αυτή επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Δανική, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξαν στην ουσία ότι το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθήσει την άποψη που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις της 30ής Απριλίου 2002 στην υπόθεση C-126/01, GEMO (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου). Κατά την άποψη αυτή, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών καταστάσεων. Όταν υφίσταται άμεση και πρόδηλη σχέση μεταξύ κρατικής χρηματοδοτήσεως και σαφώς προσδιοριζόμενων υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, τα ποσά που καταβάλλουν οι δημόσιες αρχές δεν συνιστούν ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Αντιθέτως, όταν δεν υφίσταται μια τέτοια σχέση ή όταν οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας δεν έχουν διευκρινιστεί με σαφήνεια, τα ποσά που καταβάλλουν οι ως άνω αρχές αποτελούν ενισχύσεις.
|
|
71. At the second hearing, on 15 October 2002, Altmark Trans, the Regierungspräsidium and Nahverkehrsgesellschaft and the German and Spanish Governments proposed essentially that the Court should confirm the principles it stated in the Ferring judgment. They therefore consider that State financing of public services constitutes aid within the meaning of Article 92(1) of the Treaty only if the advantages conferred by the public authorities exceed the cost incurred in discharging the public service obligations.
|
Η απάντηση του Δικαστηρίου
|
|
72. On this point, they submit principally that the concept of aid in Article 92(1) of the Treaty applies only to measures which provide a financial advantage for one or more undertakings. A State subsidy which does no more than offset the cost of discharging public service obligations which have been imposed does not confer any real advantage on the recipient undertaking. Moreover, in such a case competition is not distorted, since any undertaking can benefit from the public subsidy if it provides the public transport services imposed by the State.
|
74 Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, πρέπει να εξεταστούν τα διάφορα στοιχεία της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, για να υφίσταται ενίσχυση πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή (βλ. τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, λεγόμενη «απόφαση Tubemeuse», Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψη 25· της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92 έως C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψη 20, και της 16ης Μα_ου 2002, C-482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-4397, σκέψη 68).
|
|
73. At the second hearing, the Danish, French, Netherlands and United Kingdom Governments submitted essentially that the Court should adopt the approach of Advocate General Jacobs in his Opinion of 30 April 2002 in Case C-126/01 GEMO pending before the Court. Under that approach, a distinction should be drawn between two categories of situation. Where there is a direct and manifest link between State financing and clearly defined public service obligations, the sums paid by the public authorities do not constitute aid within the meaning of Article 92(1) of the Treaty. On the other hand, where there is no such link or the public service obligations are not clearly defined, the sums paid by the authorities constitute aid.
|
75 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης προβλέπει τις ακόλουθες προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για σχετική παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή μέσω δημοσίων πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να χορηγεί ένα πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
|
|
Findings of the Court
|
76 Το ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορά ειδικότερα τη δεύτερη από τις ως άνω προϋποθέσεις.
|
|
74. To answer the first part of the question, the various elements of the concept of State aid in Article 92(1) of the Treaty must be considered. It is settled case-law that classification as aid requires that all the conditions set out in that provision are fulfilled (see Case C-142/87 Belgium v Commission ( "Tubemeuse " ) [1990] ECR I-959, paragraph 25; Joined Cases C-278/92 to C-280/92 Spain v Commission [1994] ECR I-4103, paragraph 20; and Case C-482/99 France v Commission [2002] ECR I-4397, paragraph 68).
|
77 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι ουδόλως αποκλείεται μια δημόσια επιδότηση, η οποία χορηγείται σε επιχείρηση παρέχουσα απλώς τοπικές ή περιφερειακές μεταφορικές υπηρεσίες και η οποία δεν παρέχει τέτοιες υπηρεσίες εκτός του κράτους προελεύσεώς της, να μπορεί, παρά ταύτα, να έχει επιπτώσεις επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.
|
|
75. Article 92(1) of the Treaty lays down the following conditions. First, there must be an intervention by the State or through State resources. Second, the intervention must be liable to affect trade between Member States. Third, it must confer an advantage on the recipient. Fourth, it must distort or threaten to distort competition.
|
78 Πράγματι, όταν κράτος μέλος χορηγεί δημόσια επιδότηση σε επιχείρηση, η εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής παροχή μεταφορικών υπηρεσιών μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο ή να αυξάνεται, με συνέπεια να μειώνονται οι δυνατότητες επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη να παρέχουν τις μεταφορικές υπηρεσίες τους στην αγορά του κράτους μέλους αυτού (βλ. επ' αυτού τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1988, 102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 4067, σκέψη 19· της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1603, σκέψη 26, και Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 40).
|
|
76. The national court's question concerns more particularly the second of those conditions.
|
79 Εν προκειμένω, η διαπίστωση αυτή δεν είναι απλώς υποθετική, διότι, όπως προκύπτει ιδίως από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, πολλά κράτη μέλη άρχισαν ήδη από το 1995 να ανοίγουν ορισμένες αγορές μεταφορών στον ανταγωνισμό επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, οπότε πολλές επιχειρήσεις προσφέρουν ήδη υπηρεσίες αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών εντός κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος της προελεύσεώς τους.
|
|
77. In this respect, it must be observed, first, that it is not impossible that a public subsidy granted to an undertaking which provides only local or regional transport services and does not provide any transport services outside its State of origin may none the less have an effect on trade between Member States.
|
80 Στη συνέχεια, η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis [ενισχύσεις ήσσονος σημασίας] (ΕΕ C 68, σ. 9), δεν αφορά τον τομέα των μεταφορών, όπως προκύπτει από το τέταρτο εδάφιό της. Ομοίως, ο κανονισμός (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (EE L 10, σ. 30), δεν εφαρμόζεται στον εν λόγω τομέα σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική του σκέψη και το άρθρο 1, στοιχείο α_.
|
|
78. Where a Member State grants a public subsidy to an undertaking, the supply of transport services by that undertaking may for that reason be maintained or increased with the result that undertakings established in other Member States have less chance of providing their transport services in the market in that Member State (see, to that effect, Case 102/87 France v Commission [1988] ECR 4067, paragraph 19; Case C-305/89 Italy v Commission [1991] ECR I-1603, paragraph 26; and Spain v Commission , paragraph 40).
|
81 Τέλος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κάποιο όριο ή κάποιο ποσοστό κάτω από το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν επηρεάζεται το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Πράγματι, το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της επιχειρήσεως που λαμβάνει την ενίσχυση δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Tubemeuse, σκέψη 43, και Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 43).
|
|
79. In the present case, that finding is not merely hypothetical, since, as appears in particular from the observations of the Commission, several Member States have since 1995 started to open certain transport markets to competition from undertakings established in other Member States, so that a number of undertakings are already offering their urban, suburban or regional transport services in Member States other than their State of origin.
|
82 Επομένως, η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά την οποία η ενίσχυση πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, δεν εξαρτάται από τον τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα των μεταφορικών υπηρεσιών που παρέχονται ή από τη σημασία του σχετικού τομέα δραστηριοτήτων.
|
|
80. Next, the Commission notice of 6 March 1996 on the de minimis rule for State aid (OJ 1996 C 68, p. 9), as its fourth paragraph states, does not concern transport. Similarly, Commission Regulation (EC) No 69/2001 of 12 January 2001 on the application of Articles 87 and 88 of the EC Treaty to de minimis aid (OJ 2001 L 10, p. 30), in accordance with the third recital in the preamble and Article 1(a), does not apply to that sector.
|
83 Ωστόσο, για να μπορεί κάποια κρατική παρέμβαση να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, πρέπει επίσης να μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα χορηγούμενο στη δικαιούχο επιχείρηση, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως.
|
|
81. Finally, according to the Court's case-law, there is no threshold or percentage below which it may be considered that trade between Member States is not affected. The relatively small amount of aid or the relatively small size of the undertaking which receives it does not as such exclude the possibility that trade between Member States might be affected (see Tubemeuse , paragraph 43, and Spain v Commission , paragraph 42).
|
84 Συναφώς, θεωρούνται ενισχύσεις οι παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, υπό οποιαδήποτε μορφή, ενδέχεται να ευνοήσουν επιχειρήσεις, άμεσα ή έμμεσα (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191) ή οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει η δικαιούχος επιχείρηση υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3547, σκέψη 60, και της 29ης Απριλίου 1999, C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-2459, σκέψη 41).
|
|
82. The second condition for the application of Article 92(1) of the Treaty, namely that the aid must be capable of affecting trade between Member States, does not therefore depend on the local or regional character of the transport services supplied or on the scale of the field of activity concerned.
|
85 Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό που έκρινε το Δικαστήριο σχετικά με την αποζημίωση που προβλέπει η οδηγία 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 77). Η αποζημίωση αυτή μπορούσε να χορηγηθεί σε επιχειρήσεις συλλογής ή/και διαθέσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως αντιπαροχή έναντι των υποχρεώσεων συλλογής ή/και διαθέσεως τέτοιων ορυκτελαίων που τους επέβαλε το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση να μην υπερβαίνουν τα μη καλυπτόμενα και πράγματι διαπιστωνόμενα ετήσια έξοδα των επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη ενός ευλόγου κέρδους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια αποζημίωση δεν συνιστά ενίσχυση υπό την την έννοια των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης, αλλά τίμημα που αποτελεί το αντάλλαγμα για υπηρεσίες που παρέχουν οι επιχειρήσεις συλλογής ή διαθέσεως (βλ. την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 240/83, ADBHU, Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψεις 3, τελευταία περίοδος, και 18).
|
|
83. However, for a State measure to be able to come under Article 92(1) of the Treaty, it must also, as stated in paragraph 75 above, be capable of being regarded as an advantage conferred on the recipient undertaking.
|
86 Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, καθόσον ο φόρος επί των αμέσων πωλήσεων που επιβάλλεται στα φαρμακευτικά εργαστήρια αντιστοιχεί στα επιπλέον έξοδα που πράγματι βαρύνουν τους χονδρεμπόρους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους δημόσιας υπηρεσίας, η μη υποβολή των χονδρεμπόρων αυτών στον εν λόγω φόρο μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπαροχή για πραγματοποιηθείσες παροχές και, συνεπώς, ως μέτρο που δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση αντιστοιχίας μεταξύ της χορηγηθείσας απαλλαγής και του επιπλέον κόστους, οι χονδρέμποροι δεν απολαύουν, στην πραγματικότητα, πλεονεκτήματος υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, διότι το εν λόγω μέτρο έχει μόνον ως αποτέλεσμα να θέτει τους χονδρεμπόρους και τα φαρμακευτικά εργαστήρια σε παρεμφερείς συνθήκες ανταγωνισμού (προαναφερθείσα απόφαση Ferring, σκέψη 27).
|
|
84. Measures which, whatever their form, are likely directly or indirectly to favour certain undertakings (Case 6/64 Costa [1964] ECR 585, at p. 595) or are to be regarded as an economic advantage which the recipient undertaking would not have obtained under normal market conditions (Case C-39/94 SFEI and Others [1996] ECR I-3547, paragraph 60, and Case C-342/96 Spain v Commission [1999] ECR I-2459, paragraph 41) are regarded as aid.
|
87 Από την ως άνω νομολογία προκύπτει ότι, στον βαθμό που μια κρατική παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παρεχομένων εκ μέρους των δικαιούχων επιχειρήσεων υπηρεσιών προς εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να μην επωφελούνται στην πραγματικότητα από ένα οικονομικό πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα να μην περιέρχονται λόγω της ως άνω παρεμβάσεως οι επιχειρήσεις αυτές σε ευνοϊκότερη θέση ως προς τον ανταγωνισμό σε σχέση με τις επιχειρήσεις που τις ανταγωνίζονται, η παρέμβαση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
85. Mention should, however, be made of the Court's decision in a case concerning an indemnity provided for by Council Directive 75/439/EEC of 16 June 1975 on the disposal of waste oils (OJ 1975 L 194, p. 23). That indemnity was able to be granted to waste oil collection and/or disposal undertakings as compensation for the collection and/or disposal obligations imposed on them by the Member State, provided that it did not exceed the annual uncovered costs actually recorded by the undertakings taking into account a reasonable profit. The Court held that an indemnity of that type did not constitute aid within the meaning of Articles 92 et seq. of the Treaty, but rather consideration for the services performed by the collection or disposal undertakings (see Case 240/83 ADBHU [1985] ECR 531, paragraph 3, last sentence, and paragraph 18).
|
88 Εντούτοις, για να μην πρέπει να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση μια τέτοια αντιστάθμιση σε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
|
|
86. Similarly, the Court has held that, provided that a tax on direct sales imposed on pharmaceutical laboratories corresponds to the additional costs actually incurred by wholesale distributors in discharging their public service obligations, not assessing wholesale distributors to the tax may be regarded as compensation for the services they provide and hence not State aid within the meaning of Article 92 of the Treaty. The Court said that, provided there was the necessary equivalence between the exemption and the additional costs incurred, wholesale distributors would not be enjoying any real advantage for the purposes of Article 92(1) of the Treaty, because the only effect of the tax would be to put distributors and laboratories on an equal competitive footing (Ferring , paragraph 27).
|
89 Πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν η υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας που επιβλήθηκε στην Altmark Trans προκύπτει σαφώς από την εθνική νομοθεσία ή/και από τις επίμαχες στην κύρια δίκη άδειες.
|
|
87. It follows from those judgments that, where a State measure must be regarded as compensation for the services provided by the recipient undertakings in order to discharge public service obligations, so that those undertakings do not enjoy a real financial advantage and the measure thus does not have the effect of putting them in a more favourable competitive position than the undertakings competing with them, such a measure is not caught by Article 92(1) of the Treaty.
|
90 Δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιοριστεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια, με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνει η αντιστάθμιση αυτή ένα οικονομικό πλεονέκτημα ικανό να ευνοήσει τη δικαιούχο επιχείρηση έναντι των ανταγωνιστριών της.
|
|
88. However, for such compensation to escape classification as State aid in a particular case, a number of conditions must be satisfied.
|
91 Έτσι, η εκ μέρους κράτους μέλους αντιστάθμιση των ζημιών επιχειρήσεως χωρίς προηγούμενο καθορισμό των παραμέτρων μιας τέτοιας αντισταθμίσεως, όταν αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι η εκμετάλλευση της παροχής ορισμένων υπηρεσιών στο πλαίσιο της υποχρεωτικής παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν ήταν οικονομικώς βιώσιμη, συνιστά χρηματοδοτική παρέμβαση που καλύπτεται από την έννοια της ενισχύσεως του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
|
|
89. First, the recipient undertaking must actually have public service obligations to discharge, and the obligations must be clearly defined. In the main proceedings, the national court will therefore have to examine whether the public service obligations which were imposed on Altmark Trans are clear from the national legislation and/or the licences at issue in the main proceedings.
|
92 Τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Η τήρηση της προϋποθέσεως αυτής είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι δεν χορηγείται στη δικαιούχο επιχείρηση κανένα πλεονέκτημα που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, με ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεως της επιχειρήσεως αυτής.
|
|
90. Second, the parameters on the basis of which the compensation is calculated must be established in advance in an objective and transparent manner, to avoid it conferring an economic advantage which may favour the recipient undertaking over competing undertakings.
|
93 Τέταρτον, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο, για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
|
|
91. Payment by a Member State of compensation for the loss incurred by an undertaking without the parameters of such compensation having been established beforehand, where it turns out after the event that the operation of certain services in connection with the discharge of public service obligations was not economically viable, therefore constitutes a financial measure which falls within the concept of State aid within the meaning of Article 92(1) of the Treaty.
|
94 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, καθόσον δημόσιες επιδοτήσεις υπέρ επιχειρήσεων που έχουν ρητά επιφορτιστεί με την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, χορηγούμενες προς αντιστάθμιση των δαπανών που προκαλούνται από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, πληρούν τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 89 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, οι επιδοτήσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Αντιστρόφως, η κρατική παρέμβαση που δεν πληροί μία ή περισσότερες από τις ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να θεωρείται κρατική ενίσχυση υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
|
|
92. Third, the compensation cannot exceed what is necessary to cover all or part of the costs incurred in the discharge of public service obligations, taking into account the relevant receipts and a reasonable profit for discharging those obligations. Compliance with such a condition is essential to ensure that the recipient undertaking is not given any advantage which distorts or threatens to distort competition by strengthening that undertaking's competitive position.
|
95 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά την οποία η ενίσχυση πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, δεν εξαρτάται από τον τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα των παρεχόμενων μεταφορικών υπηρεσιών ή από τη σημασία του σχετικού τομέα δραστηριότητας.
|
|
93. Fourth, where the undertaking which is to discharge public service obligations, in a specific case, is not chosen pursuant to a public procurement procedure which would allow for the selection of the tenderer capable of providing those services at the least cost to the community, the level of compensation needed must be determined on the basis of an analysis of the costs which a typical undertaking, well run and adequately provided with means of transport so as to be able to meet the necessary public service requirements, would have incurred in discharging those obligations, taking into account the relevant receipts and a reasonable profit for discharging the obligations.
|
Εντούτοις, δημόσιες επιδοτήσεις που αποσκοπούν να παράσχουν τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως της εκμεταλλεύσεως τακτικών συγκοινωνιακών γραμμών αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών δεν καλύπτονται από τη διάταξη αυτή αν οι επιδοτήσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παροχών εκ μέρους των δικαιούχων επιχειρήσεων προς εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Προς εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τη συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων:
|
|
94. It follows from the above considerations that, where public subsidies granted to undertakings expressly required to discharge public service obligations in order to compensate for the costs incurred in discharging those obligations comply with the conditions set out in paragraphs 89 to 93 above, such subsidies do not fall within Article 92(1) of the Treaty. Conversely, a State measure which does not comply with one or more of those conditions must be regarded as State aid within the meaning of that provision.
|
- πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη·
|
|
95. The answer to the first part of the question referred for a preliminary ruling must therefore be that the condition for the application of Article 92(1) of the Treaty that the aid must be such as to affect trade between Member States does not depend on the local or regional character of the transport services supplied or on the scale of the field of activity concerned.
|
- δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιοριστεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια·
|
|
However, public subsidies intended to enable the operation of urban, suburban or regional scheduled transport services are not caught by that provision where such subsidies are to be regarded as compensation for the services provided by the recipient undertakings in order to discharge public service obligations. For the purpose of applying that criterion, it is for the national court to ascertain that the following conditions are satisfied:
|
- τρίτον, η αντιστάθμιση δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους σε σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών·
|
|
─ first, the recipient undertaking is actually required to discharge public service obligations and those obligations have been clearly defined;
|
- τέταρτον, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
|
|
─ second, the parameters on the basis of which the compensation is calculated have been established beforehand in an objective and transparent manner;
|
Επί του δευτέρου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος
|
|
─ third, the compensation does not exceed what is necessary to cover all or part of the costs incurred in discharging the public service obligations, taking into account the relevant receipts and a reasonable profit for discharging those obligations;
|
96 Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 77 της Συνθήκης μπορεί να εφαρμοστεί σε δημόσιες επιδοτήσεις που αντισταθμίζουν τα πρόσθετα έξοδα στα οποία υποβάλλεται μια επιχείρηση προς εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιων υπηρεσιών χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο κανονισμός 1191/69.
|
|
─ fourth, where the undertaking which is to discharge public service obligations is not chosen in a public procurement procedure, the level of compensation needed has been determined on the basis of an analysis of the costs which a typical undertaking, well run and adequately provided with means of transport so as to be able to meet the necessary public service requirements, would have incurred in discharging those obligations, taking into account the relevant receipts and a reasonable profit for discharging the obligations.
|
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
|
|
The second part of the question referred for a preliminary ruling
|
97 Η Altmark Trans υποστηρίζει ότι η δυνατότητα που έχει ο εθνικός νομοθέτης να επιτρέπει τις δημόσιες επιδοτήσεις που αποσκοπούν σε αντιστάθμιση των ελλειμμάτων, τα οποία απορρέουν από την εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον κανονισμό 1191/69, υφίσταται ανεξάρτητα από το άρθρο 77 της Συνθήκης.
|
|
96. By the second part of the question referred for a preliminary ruling, the national court essentially asks whether Article 77 of the Treaty may be applied to public subsidies which compensate for the additional costs incurred in discharging public service obligations without taking into account Regulation No 1191/69.
|
98 Το Regierungspräsidium θεωρεί ότι το άρθρο 77 της Συνθήκης δεν παρέχει στον εθνικό νομοθέτη τη δυνατότητα να επιτρέπει τη χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον κανονισμό 1191/69.
|
|
Observations submitted to the Court
|
99 Η Nahverkehrsgesellschaft υποστηρίζει ότι, καθόσον οι επίμαχες στην κύρια δίκη δημόσιες επιδοτήσεις καλύπτονται από την απαγόρευση που θέτει το άρθρο 92 της Συνθήκης, το άρθρο 77 της Συνθήκης αποκλείει την εφαρμογή αυτή διότι οι ως άνω επιδοτήσεις ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτει το τελευταίο αυτό άρθρο. Έτσι, η Nahverkehrsgesellschaft υποστηρίζει ότι στην περίπτωση αυτή ο κανονισμός 1191/69 δεν εμποδίζει τη χορήγηση τέτοιων επιδοτήσεων.
|
|
97. Altmark Trans submits that the option available to the national legislature to authorise public subsidies intended to compensate for deficits resulting from the operation of urban, suburban or regional public transport without regard being had to Regulation No 1191/69 exists independently of Article 77 of the Treaty.
|
100 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 77 της Συνθήκης, ο εθνικός νομοθέτης έχει την εξουσία να χορηγεί δημόσιες επιδοτήσεις προοριζόμενες προς κάλυψη των ελλειμμάτων που δημιουργούνται στον τομέα των αστικών, προαστιακών ή περιφερειακών μεταφορών χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον κανονισμό 1191/69, οπότε όμως οι ως άνω επιδοτήσεις εμπίπτουν πλήρως στη διαδικασία περί προηγούμενης κοινοποιήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ) σχετικά με την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων.
|
|
98. The Regierungspräsidium submits for its part that Article 77 of the Treaty does not confer power on the national legislature to authorise public subsidies without having regard to Regulation No 1191/69.
|
Η απάντηση του Δικαστηρίου
|
|
99. Nahverkehrsgesellschaft says that, in so far as the public subsidies at issue in the main proceedings fall under the prohibition in Article 92 of the Treaty, Article 77 excludes that application, since those subsidies meet the conditions laid down by the latter article. That being so, it submits that in this case Regulation No 1191/69 does not preclude the grant of such subsidies.
|
101 Το άρθρο 77 της Συνθήκης προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες συντονισμού των μεταφορών ή που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση ορισμένων βαρών συνυφασμένων με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη.
|
|
100. The Commission takes the view that, under Article 77 of the Treaty, the national legislature has power to grant public subsidies intended to compensate for deficits incurred in the field of urban, suburban or regional public transport without having regard to Regulation No 1191/69, but that those subsidies are then subject entirely to the prior notification procedure laid down in Article 93(3) of the EC Treaty (now Article 88(3) EC) concerning the examination of State aid.
|
102 Στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως εκτέθηκε ότι, σε περίπτωση που δεν υφίσταται κανονισμός εφαρμοστέος στη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει να εξεταστεί αν οι επίμαχες επιδοτήσεις της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.
|
|
Findings of the Court
|
103 Όμως, από τις σκέψεις 65 και 66 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο κανονισμός 1191/69 μπορεί να έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης καθόσον ο Γερμανός νομοθέτης δεν απέκλεισε την εφαρμογή του στο σύστημα της χρηματοδοτικής αυτονομίας ή καθόσον δεν προέβλεψε κάτι τέτοιο στο πλαίσιο της τηρήσεως της αρχής της ασφαλείας δικαίου. Αν αποδειχθεί ότι τούτο συμβαίνει, οι διατάξεις του ως άνω κανονισμού έχουν εφαρμογή στις επίμαχες επιδοτήσεις και το αιτούν δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει αν οι επιδοτήσεις είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου.
|
|
101. Article 77 of the EC Treaty provides that aids which meet the needs of coordination of transport or represent reimbursement for the discharge of certain obligations inherent in the concept of a public service are compatible with the Treaty.
|
104 Εντούτοις, σε περίπτωση που ο κανονισμός 1191/69 δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, από την απάντηση στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι, καθόσον οι επίμαχες επιδοτήσεις της κύριας δίκης πρέπει θα θεωρηθούν ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παροχής μεταφορικών υπηρεσιών στο πλαίσιο εκπληρώσεως υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, τηρουμένων των προϋποθέσεων που τίθενται με τις σκέψεις 89 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, οι εν λόγω επιδοτήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, οπότε παρέλκει η επίκληση της παρεκκλίσεως από τη διάταξη αυτή την οποία προβλέπει το άρθρο 77 της Συνθήκης.
|
|
102. In paragraph 37 above, it was stated that, if there were no regulation applicable to the case in the main proceedings, it would have to be examined whether the subsidies at issue in the main proceedings fell within the provisions of the Treaty concerning State aid.
|
105 Επομένως, οι διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις και την κοινή πολιτική μεταφορών έχουν εφαρμογή στις επιδοτήσεις της κύριας δίκης μόνον στον βαθμό που, αφενός, οι εν λόγω επιδοτήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1191/69 και, αφετέρου, αν οι επιδοτήσεις αυτές χορηγήθηκαν προς αντιστάθμιση δαπανών που αφορούν την εκπλήρωση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται με τις σκέψεις 89 έως 93 της παρούσας αποφάσεως.
|
|
103. It follows from paragraphs 65 and 66 above that Regulation No 1191/69 could be applicable to the case in the main proceedings to the extent that the German legislature has not excluded the application of that regulation to commercial operations or has not done so in compliance with the principle of legal certainty. If that proves to be the case, the provisions of that regulation will apply to the subsidies at issue in the main proceedings, and the national court will not have to consider whether they are consistent with the provisions of primary law.
|
106 Εντούτοις, ακόμα και στην περίπτωση στην οποία οι επίμαχες επιδοτήσεις πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων, η προβλεπόμενη από το άρθρο 77 της Συνθήκης παρέκκλιση, αυτή καθαυτή, δεν μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής.
|
|
104. If, however, Regulation No 1191/69 were not applicable to the case in the main proceedings, it follows from the answer to the first part of the question that, in so far as the subsidies at issue in the main proceedings are to be regarded as compensation for the transport services provided in order to discharge public service obligations and satisfy the conditions set out in paragraphs 89 to 93 above, those subsidies would not come under Article 92 of the Treaty, so that there would be no need to rely on the exception to that provision under Article 77 of the Treaty.
|
107 Πράγματι, στις 4 Ιουνίου 1970 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1107/70 του Συμβουλίου, περί ενισχύσεων που χορηγούνται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 135). Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1192/69 [...] και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 [...], «τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν συντονιστικά μέτρα ούτε επιβάλλουν βάρη συνυφασμένα με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας τα οποία συνεπάγονται την παροχή ενισχύσεων, κατά το άρθρο 77 της Συνθήκης, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις και υπό τους ακολούθους όρους». Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επικαλούνται το άρθρο 77 της Συνθήκης εκτός των περιπτώσεων που προβλέπει το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο.
|
|
105. Consequently, the provisions of primary law concerning State aid and the common transport policy would be applicable to the subsidies at issue in the main proceedings only in so far as, first, those subsidies did not come under the provisions of Regulation No 1191/69 and, second, where they were granted to compensate for the additional costs incurred in discharging public service obligations, the conditions set out in paragraphs 89 to 93 above were not all satisfied.
|
108 Έτσι, καθόσον ο κανονισμός 1191/69 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και καθόσον οι επίμαχες επιδοτήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ο κανονισμός 1107/70 περιέχει αποκλειστική απαρίθμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι αρχές των κρατών μελών μπορούν να χορηγούν ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 77 της Συνθήκης.
|
|
106. However, even if the subsidies at issue in the main proceedings were to be tested against the Treaty provisions on State aid, the exception provided for in Article 77 could not be applied as such.
|
109 Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 77 της Συνθήκης δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε δημόσιες επιδοτήσεις που αντισταθμίζουν δαπάνες αφορώσες την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο κανονισμός 1191/69.
|
|
107. On 4 June 1970 the Council adopted Regulation (EEC) No 1107/70 on the granting of aids for transport by rail, road and inland waterway (OJ, English Special Edition 1970 (II), p. 360). Article 3 of that regulation provides that "[w]ithout prejudice to the provisions of ... Regulation (EEC) No 1192/69 ... and of ... Regulation (EEC) No 1191/69 ... Member States shall neither take coordination measures nor impose obligations inherent in the concept of a public service which involve the granting of aids pursuant to Article 77 of the Treaty except in the following cases or circumstances" . It follows that Member States are no longer authorised to rely on Article 77 of the Treaty outside the cases referred to in secondary Community legislation.
|
|
|
108. So, to the extent that Regulation No 1191/69 does not apply in the present case and the subsidies at issue in the main proceedings fall within Article 92(1) of the Treaty, Regulation No 1107/70 lists exhaustively the circumstances in which the authorities of the Member States may grant aids under Article 77 of the Treaty.
|
|
|
109. Accordingly, the answer to the second part of the question referred for a preliminary ruling must be that Article 77 of the Treaty cannot be applied to public subsidies which compensate for the additional costs incurred in discharging public service obligations without taking into account Regulation No 1191/69.
|
|