Grounds
|
|
Background to the dispute
|
Ιστορικό της διαφοράς
|
|
1. Microsoft Corp., a company established in Redmond, Washington (United States), designs, develops and markets a wide variety of software products for different kinds of computing devices. Those software products include, in particular, operating systems for client personal computers (‘client PCs’) and operating systems for work group servers.
|
1. Η Microsoft Corp., εταιρία με έδρα το Redmond, Ουάσιγκτον (ΗΠΑ), κατασκευάζει, αναπτύσσει και διαθέτει στο εμπόριο ευρύ φάσμα προϊόντων λογισμικού προοριζόμενων για διάφορα είδη εξοπλισμού πληροφορικής. Τα προϊόντα αυτά λογισμικού περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη (PC clients, στο εξής: προσωπικοί υπολογιστές πελάτη) και λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
2. On 24 March 2004, the Commission adopted Decision 2007/53/EC relating to a proceeding pursuant to Article 82 [EC] and Article 54 of the EEA Agreement against Microsoft Corp. (Case COMP/C-3/37.792 – Microsoft) (OJ 2007 L 32, p. 23; ‘the 2004 decision’).
|
2. Στις 24 Μαρτίου 2004 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2007/53/ΕΚ, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 [EΚ] και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft Corporation (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 – Microsoft) (ΕΕ 2007, L 32, σ. 23, στο εξής: απόφαση του 2004).
|
|
3. According to the 2004 decision, Microsoft infringed Article 82 EC and Article 54 of the EEA Agreement because of two abuses of a dominant position, the first of which – the only one relevant in the context of this case – consisted in Microsoft’s refusal to supply its competitors with ‘interoperability information’ and to authorise the use of that information for the purpose of developing and distributing products competing with Microsoft’s own products on the work group server operating systems market, between October 1998 and the date of notification of the 2004 decision (Article 2(a) of the 2004 decision).
|
3. Κατά την απόφαση του 2004, η Microsoft παρέβη το άρθρο 82 ΕΚ και το άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ διότι ενήργησε κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως σε δύο περιπτώσεις, η πρώτη εκ των οποίων, που είναι η μόνη η οποία ενδιαφέρει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, συνίσταται στην άρνηση της Microsoft να παράσχει στους ανταγωνιστές της «τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή ανταγωνιστικών προς τα δικά της προϊόντων στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1998 έως την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως του 2004 (άρθρο 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004).
|
|
4. For the purposes of the 2004 decision, ‘interoperability information’ is the ‘complete and accurate specifications for all the protocols implemented in Windows work group server operating systems and … used by Windows work group servers to deliver file and print services and group and user administration services, including the Windows domain controller services, Active Directory services and “Group Policy” services to Windows work group networks’ (Article 1(1) of the 2004 decision).
|
4. Κατά την απόφαση του 2004, ως «σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες» νοούνται οι «πλήρεις και κατάλληλες προδιαγραφές όλων των πρωτοκόλλων που εφαρμόζονται στα λειτουργικά συστήματα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και χρησιμοποιούνται από τους διακομιστές ομάδας εργασίας Windows για την παροχή στα δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας υπηρεσιών κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, καθώς και διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων [χρηστών], περιλαμβανομένων των υπηρεσιών ελέγχου του τομέα Windows, της υπηρεσίας καταλόγου Active Directory και της υπηρεσίας “Group Policy”» (άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως του 2004).
|
|
5. ‘Windows work group network’ is defined as ‘any group of Windows client PCs and Windows work group servers linked together via a computer network’ (Article 1(7) of the 2004 decision).
|
5. Τα «δίκτυα Windows για ομάδα εργασίας» ορίζονται ως «ομάδες προσωπικών υπολογιστών πελάτη [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη] και διακομιστών [στους οποίους είναι εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας] συνδεόμενες μεταξύ τους μέσω δικτύου πληροφορικής» (άρθρο 1, παράγραφος 7, της αποφάσεως του 2004).
|
|
6. A ‘protocol’ is defined as ‘a set of rules of interconnection and interaction between various instances of Windows work group server operating systems and Windows client PC operating systems running on different computers in a Windows work group network’ (Article 1(2) of the 2004 decision).
|
6. Με τον όρο «πρωτόκολλα» νοείται «το σύνολο κανόνων διασυνδέσεως και αλληλεπιδράσεως μεταξύ διαφόρων λειτουργικών συστημάτων Windows για διακομιστές ομάδας εργασίας και λειτουργικών συστημάτων Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη εγκατεστημένων σε διαφορετικούς υπολογιστές εντός ενός δικτύου Windows για ομάδα εργασίας» (άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως του 2004).
|
|
7. In the 2004 decision, the Commission emphasised that the refusal in question does not relate to Microsoft’s ‘source code’, but only to specifications of the protocols concerned, that is to say, to a detailed description of what the software in question must achieve, in contrast to the implementations, consisting in the implementation of the code on the computer (recitals 24 and 569 to the 2004 decision). It states, in particular, that it ‘does not contemplate ordering Microsoft to allow copying of Windows by third parties’ (recital 572 to the 2004 decision).
|
7. Με την απόφαση του 2004, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η εν λόγω άρνηση δεν αφορά στοιχεία του «πηγαίου κώδικα» της Microsoft, αλλά αποκλειστικώς και μόνον προδιαγραφές των οικείων πρωτοκόλλων, ήτοι λεπτομερή περιγραφή των στοιχείων που αναμένεται να διαθέτει το επίμαχο λογισμικό, σε αντιδιαστολή προς τις «εφαρμογές» οι οποίες συνίστανται στην εφαρμογή του κώδικα επί του υπολογιστή (αιτιολογικές σκέψεις 24 και 569 της αποφάσεως του 2004). Η Επιτροπή διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «δεν πρόκειται να υποχρεώσει τη Microsoft να παράσχει σε τρίτους τη δυνατότητα αντιγραφής των Windows» (αιτιολογική σκέψη 572 της αποφάσεως του 2004).
|
|
8. In respect of the two abuses identified in the 2004 decision, a fine of EUR 497 196 304 was imposed (Article 3 of the 2004 decision).
|
8. Η Επιτροπή επέβαλε ως κύρωση για τις δύο καταχρήσεις που διαπίστωσε με την απόφαση του 2004 πρόστιμο ύψους 497 196 304 ευρώ (άρθρο 3 της αποφάσεως του 2004).
|
|
9. By way of remedy for the abuse referred to in Article 2(a) of the 2004 decision, Article 5 of that decision provides as follows:
|
9. Ως μέτρο επανορθώσεως της πρώτης καταχρηστικής αρνήσεως που διαπιστώθηκε με το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, το άρθρο 5 της αποφάσεως αυτής επιβάλλει στη Microsoft τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
|
|
‘(a) Microsoft … shall, within 120 days of the date of notification of this decision, make the interoperability information available to any undertaking having an interest in developing and distributing work group server operating system products and shall, on reasonable and non-discriminatory terms, allow the use of the interoperability information by such undertakings for the purpose of developing and distributing work group server operating system products;
|
«α) [...] να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως, σε κάθε επιχείρηση η οποία επιθυμεί να αναπτύξει και να διανείμει λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας και να επιτρέψει στις επιχειρήσεις αυτές, υπό εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις, τη χρήση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών για την ανάπτυξη και τη διανομή λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας·
|
|
(b) Microsoft … shall ensure that the interoperability information made available is kept updated on an ongoing basis and in a timely manner;
|
β) [...] να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε οι γνωστοποιηθείσες πληροφορίες σχετικά με τη διαλειτουργικότητα να αναπροσαρμόζονται σε μόνιμη βάση και εντός ευλόγων προθεσμιών·
|
|
(c) Microsoft … shall, within 120 days of the date of notification of this decision, set up an evaluation mechanism that will give interested undertakings a workable possibility of informing themselves about the scope and terms of use of the interoperability information; as regards this evaluation mechanism, Microsoft … may impose reasonable and non-discriminatory conditions to ensure that access to the interoperability information is granted for evaluation purposes only;
|
γ) [...] να προωθήσει, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως, μηχανισμό αξιολογήσεως ο οποίος παρέχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ενημερωθούν αποτελεσματικώς επί της εκτάσεως και των προϋποθέσεων εφαρμογής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών· η Microsoft […] μπορεί να θέσει εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι η παρεχόμενη στο πλαίσιο αυτό πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες επιτρέπεται μόνο για σκοπούς αξιολογήσεως·
|
|
(d) Microsoft … shall, within 60 days of the date of notification of this decision, communicate to the Commission all the measures that it intends to take under points (a), (b) and (c); that communication shall be sufficiently detailed to enable the Commission to make a prelimina[ry] assessment as to whether the said measures will ensure effective compliance with the decision; in particular, Microsoft … shall outline in detail the terms under which it will allow the use of the interoperability information;
|
δ) […] να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως, όλα τα μέτρα που προτίθεται να λάβει προς συμμόρφωση με τα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ ανωτέρω· με την ευκαιρία αυτή, η Microsoft […] οφείλει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή επαρκώς λεπτομερή στοιχεία ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε μια πρώτη αξιολόγηση των προαναφερθέντων μέτρων, προκειμένου να καθορίσει αν αυτά είναι πράγματι σύμφωνα με την παρούσα απόφαση· η Microsoft […] οφείλει να εκθέσει αναλυτικά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα επιτρέψει τη χρήση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών·
|
|
…’
|
[…]»
|
|
10. Article 7 of the 2004 decision provides:
|
10. Το άρθρο 7 της αποφάσεως του 2004 ορίζει τα εξής:
|
|
‘Within 30 days of the date of notification of this decision, Microsoft … shall submit a proposal to the Commission for the establishment of a suitable mechanism assisting the Commission in monitoring [Microsoft’s] compliance with this decision. That mechanism shall include a monitoring trustee who shall be independent from Microsoft …
|
«Εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως, η Microsoft […] πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή πρόταση για την προώθηση μηχανισμού προοριζόμενου να βοηθήσει την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση της Microsoft […] προς την παρούσα απόφαση. Ο μηχανισμός αυτός θα περιλαμβάνει εντολοδόχο ανεξάρτητο από τη Microsoft […]
|
|
In case the Commission considers [Microsoft’s] proposed monitoring mechanism not suitable it retains the right to impose such a mechanism by way of a decision.’
|
Στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή κρίνει ότι ο προτεινόμενος από τη Microsoft μηχανισμός δεν είναι κατάλληλος, μπορεί να επιβάλει άλλο μηχανισμό διά της εκδόσεως αποφάσεως.»
|
|
11. By application lodged at the Court Registry on 7 June 2004, Microsoft brought an action against the 2004 decision.
|
11. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 7 Ιουνίου 2004, η Microsoft άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του 2004.
|
|
12. By separate document lodged at the Court Registry on 25 June 2004, Microsoft lodged an application under Article 242 EC for suspension of operation of Article 4, Article 5(a) to (c) and Article 6(a) of the 2004 decision.
|
12. Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Ιουνίου 2004, η Microsoft υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 4, του άρθρου 5, στοιχεία α΄ έως γ΄, και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
13. By order of 22 December 2004 in Case T‑201/04 R Microsoft v Commission [2004] ECR II‑4463, the President of the Court dismissed that application.
|
13. Με διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T‑201/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑4463), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση αυτή.
|
|
14. By Decision C(2005) 2988 final, of 28 July 2005, relating to a proceeding under Article 82 [EC] (Case COMP/C‑3/37.792 – Microsoft), the Commission imposed the mechanism provided for in Article 7 of the 2004 decision. On 4 October 2005 the Commission appointed an independent monitoring trustee (‘the monitoring trustee’).
|
14. Με την απόφαση C(2005) 2988 τελικό, της 28ης Ιουλίου 2005, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 [EΚ] (Υπόθεση COMP/C‑3/37.792 – Microsoft), η Επιτροπή επέβαλε τον μηχανισμό περί του οποίου προέβλεπε το άρθρο 7 της αποφάσεως του 2004. Στις 4 Οκτωβρίου 2005 η Επιτροπή προέβη στον διορισμό ανεξάρτητου εντολοδόχου.
|
|
15. By decision of 10 November 2005 (‘the 2005 decision’), which imposed a periodic penalty payment pursuant to Article 24(1) of Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 [EC] and 82 [EC] (OJ 2003 L 1, p. 1), the Commission held that the technical documentation prepared by Microsoft up to 20 October 2005 containing the interoperability information was neither accurate nor complete (recital 101 to the 2005 decision). The Commission also considered that the remuneration rates charged by Microsoft for granting access to, and authorising the use of, the interoperability information were unreasonable (recitals 161 and 193 to the 2005 decision). On those grounds, the Commission ordered Microsoft to comply with the obligations imposed by Article 5(a) and (c) of the 2004 decision within a period ending on 15 December 2005, failing which a periodic penalty payment of EUR 2 million per day would be imposed on it.
|
15. Με απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2005 (στο εξής: απόφαση του 2005), περί επιβολής χρηματικής ποινής δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), η Επιτροπή έκρινε ότι ο τεχνικός φάκελος που υπέβαλε η Microsoft στις 20 Οκτωβρίου 2005 και ο οποίος περιείχε τις πληροφορίες διαλειτουργικότητας δεν ήταν πλήρης ούτε ακριβής (αιτιολογική σκέψη 101 της αποφάσεως του 2005). Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι το ύψος της αμοιβής που χρέωνε η Microsoft για να επιτρέψει την πρόσβαση στις πληροφορίες διαλειτουργικότητας ή για τη χρήση τους δεν ήταν εύλογο (αιτιολογικές σκέψεις 161 και 193 της αποφάσεως του 2005). Για τους λόγους αυτούς, διατάσσει τη Microsoft να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχεία α΄ και γ΄, της αποφάσεως του 2004 μέχρι την 15η Δεκεμβρίου 2005, επ’ απειλή χρηματικής ποινής 2 εκατομμυρίων ευρώ ανά ημέρα καθυστέρησης.
|
|
16. By decision of 12 July 2006 (‘the 2006 decision’) fixing the definitive amount of the periodic penalty payment imposed on Microsoft by Decision C(2005) 4420 final (Case COMP/C‑3/37.792 – Microsoft) (OJ 2008 C 138, p. 10), the Commission held that the technical documentation prepared by Microsoft up to 20 June 2006 containing the interoperability information was neither accurate nor complete (recital 232 to the 2006 decision). The Commission therefore imposed a periodic penalty payment of EUR 280.5 million on Microsoft on the ground that it had not complied with Article 5(a) and (c) of the 2004 decision during the period from 16 December 2005 to 20 June 2006. Furthermore, it increased the periodic penalty payment which could be imposed pursuant to the 2005 decision to EUR 3 million per day from 31 July 2006.
|
16. Με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2006 (στο εξής: απόφαση του 2006), με την οποία καθορίστηκε το οριστικό ύψος της χρη ματικής ποινής που επιβλήθηκε στη Microsoft […] με την απόφαση E(2005) 4420 τελικό (Υπόθεση COMP/C‑3/37.792 – Microsoft) (ΕΕ 2008, C 138, σ. 10), η Επιτροπή έκρινε ότι ο τεχνικός φάκελος που υπέβαλε η Microsoft στις 20 Ιουνίου 2006 και ο οποίος περιείχε τις πληροφορίες διαλειτουργικότητας δεν ήταν πλήρης ούτε ακριβής (αιτιολογική σκέψη 232 της αποφάσεως του 2006). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επέβαλε στη Microsoft χρηματική ποινή 280,5 εκατομμυρίων ευρώ για μη συμμόρφωση με το άρθρο 5, στοιχεία α΄ και γ΄, της αποφάσεως του 2004, όσον αφορά το διάστημα μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 2005 και 20ής Ιουνίου 2006. Επιπλέον, αύξησε το ποσό της επιβληθείσας χρηματικής ποινής σε 3 εκατομμύρια ευρώ ανά ημέρα από την 31η Ιουλίου 2006.
|
|
17. By application lodged at the Court Registry on 2 October 2006, Microsoft challenged the 2006 decision.
|
17. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Οκτωβρίου 2006, η Microsoft άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του 2006.
|
|
18. By judgment of 17 September 2007 (Case T-201/04 Microsoft v Commission [2007] ECR II‑3601), the Court annulled Article 7 of the 2004 decision and dismissed the remainder of the application. Point 1 of the operative part of the judgment in Microsoft v Commission reads as follows:
|
18. Με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑201/04, Microsoft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑3601), το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 7 της αποφάσεως του 2004 και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. Το πρώτο σημείο του διατακτικού της προπαρατεθείσας αποφάσεως Microsoft κατά Επιτροπής έχει ως εξής:
|
|
‘[The Court:]
|
«1. Το άρθρο 7 της αποφάσεως 2007/53/EΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 2004, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 82 [EΚ] και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά της Microsoft […] (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 – Microsoft) ακυρώνεται στο μέτρο που:
|
|
1. Annuls Article 7 of Commission Decision 2007/53/EC of 24 March 2004 relating to a proceeding pursuant to Article 82 [EC] and Article 54 of the EEA Agreement against Microsoft … (Case COMP/C‑3/37.792 – Microsoft), in so far as:
|
– υποχρεώνει τη Microsoft να υποβάλει πρόταση για την καθιέρωση μηχανισμού ο οποίος θα περιλαμβάνει τον ορισμό ανεξάρτητου εντολοδόχου με εξουσίες προσβάσεως, ανεξαρτήτως της Επιτροπής, στη συνδρομή, στις πληροφορίες, στα έγγραφα, στις εγκαταστάσεις και στο προσωπικό της Microsoft, καθώς και στον «πηγαίο κώδικα» των κρίσιμων προϊόντων της Microsoft·
|
|
– it orders Microsoft to submit a proposal for the establishment of a mechanism which is to include a monitoring trustee with the power to have access, independently of the Commission, to Microsoft’s assistance, information, documents, premises and employees and to the source code of the relevant Microsoft products;
|
– απαιτεί η πρόταση καθιερώσεως του μηχανισμού αυτού να προβλέπει ότι η Microsoft φέρει όλα τα σχετικά με τον ορισμό του εντολοδόχου έξοδα, περιλαμβανομένης της αμοιβής του·
|
|
– it requires that the proposal for the establishment of that mechanism provide that all the costs associated with the appointment of the monitoring trustee, including his remuneration, be borne by Microsoft; and
|
– αναγνωρίζει στην Επιτροπή το δικαίωμα να επιβάλει, μέσω αποφάσεως, ένα μηχανισμό όπως ο προβλεπόμενος στην ανωτέρω πρώτη και δεύτερη περίπτωση.»
|
|
– it reserves to the Commission the right to impose by way of decision a mechanism such as that referred to in the first and second indents above’.
|
19. Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 24 Οκτωβρίου 2007, η Microsoft παραιτήθηκε από την προσφυγή που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως του 2006 (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω).
|
|
19. By letter lodged at the Court Registry on 24 October 2007, Microsoft discontinued the action it had brought against the 2006 decision (see paragraph 17 above).
|
Προσβαλλόμενη απόφαση
|
|
Contested decision
|
20. Με την απόφαση C(2008) 764 τελικό, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό του οριστικού ύψους της χρηματικής ποινής που επιβλήθηκε στη [Microsoft] με την απόφαση E(2005) 4420 τελικό (Υπόθεση COMP/C‑3/37.792 – Microsoft) (ΕΕ 2009, C 166, σ. 20, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή επέβαλε στη Microsoft χρηματική ποινή 899 εκατομμυρίων ευρώ για μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν σε αυτή με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 2006 και 21ης Οκτωβρίου 2007.
|
|
20. By Decision C(2008) 764 final of 27 February 2008 fixing the definitive amount of the periodic penalty payment imposed on Microsoft … by Decision C(2005) 4420 final (Case COMP/C‑3/37.792 – Microsoft) (OJ 2009 C 166, p. 20; ‘the contested decision’), the Commission imposed on Microsoft a periodic penalty payment of EUR 899 million on the ground that it had not complied with the obligations imposed by Article 5(a) of the 2004 decision during the period from 21 June 2006 to 21 October 2007.
|
21. Από την αιτιολογική σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή αφορά αποκλειστικώς την επιβληθείσα με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υποχρέωση, κατά την οποία η Microsoft οφείλει να επιτρέψει την πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και τη χρήση τους υπό εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις.
|
|
21. It is apparent from recital 14 to the contested decision that the decision relates exclusively to the obligation imposed on Microsoft under Article 5(a) of the 2004 decision, according to which Microsoft is required to grant access to, and authorise the use of, the interoperability information on reasonable and non-discriminatory terms.
|
Πρόγραμμα πρωτοκόλλων για διακομιστές ομάδας εργασίας
|
|
Work Group Server Protocol Program
|
22. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 2004, η Microsoft υπέβαλε στην Επιτροπή δύο σχέδια συμβάσεων τα οποία σκόπευε να προτείνει στους ανταγωνιστές της στο πλαίσιο ενός «Work Group Server Protocol Program» (πρόγραμμα πρωτοκόλλων για διακομιστές ομάδας εργασίας). Επρόκειτο, αφενός, για ένα σχέδιο συμβάσεως για τη χορήγηση άδειας εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που κάλυπταν τα επίμαχα πρωτόκολλα και, αφετέρου, για ένα σχέδιο συμβάσεως για την αξιολόγηση των εν λόγω πρωτοκόλλων.
|
|
22. It is apparent from recitals 21 to 23 to the contested decision that, by letter of 29 October 2004, Microsoft submitted to the Commission two draft agreements that it intended to offer to its competitors as part of a ‘Work Group Server Protocol Program’. These were the draft form of agreement for licensing the intellectual property rights in the protocols in question, and a draft form of agreement enabling prospective licensees to evaluate the protocols which would be licensed.
|
23. Με έγγραφο της 20ής Μαΐου 2005 και στο πλαίσιο των συνεχών επαφών της με την Επιτροπή, η Microsoft παρουσίασε πέντε είδη συμβάσεων (στο εξής και στο σύνολό τους: συμβάσεις WSPP), ήτοι:
|
|
23. By letter of 20 May 2005, in the course of continuous exchanges with the Commission, Microsoft submitted five kinds of agreement (hereinafter, taken together, ‘the WSPP agreements’), namely:
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program License Agreement (All IP) for Development and Product Distribution (Work Group Server Operating System Software) [σύμβαση παραχωρήσεως αδείας (All IP) για την ανάπτυξη και τη διανομή προϊόντων λογισμικού λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος πρωτοκόλλων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft, στο εξής: σύμβαση All IP)]·
|
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program License Agreement (All IP) for Development and Product Distribution (Work Group Server Operating System Software) (the ‘all IP agreement’);
|
– Microsoft Communications Protocol Program Agreement for Evaluation of Technical Documentation (3-Day) [σύμβαση για την αξιολόγηση του τεχνικού φακέλου στο πλαίσιο του προγράμματος πρωτοκόλλων επικοινωνίας της Microsoft (3 ημέρες)] ·
|
|
– Microsoft Communications Protocol Program Agreement for Evaluation of Technical Documentation (3-Day);
|
– Microsoft Communications Protocol Program Agreement for Evaluation of Technical Documentation (30-Day) [σύμβαση για την αξιολόγηση του τεχνικού φακέλου στο πλαίσιο του προγράμματος πρωτοκόλλων επικοινωνίας της Microsoft (30 ημέρες)]·
|
|
– Microsoft Communications Protocol Program Agreement for Evaluation of Technical Documentation (30-Day);
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program License Agreement (No Patents) for Development and Product Distribution (Work Group Server Operating System Software) [σύμβαση παραχωρήσεως αδείας (No Patents) για την ανάπτυξη και τη διανομή προϊόντων λογισμικού λειτουργίας για διακομιστές ομάδας εργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος πρωτοκόλλων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft, στο εξής: σύμβαση No Patent]·
|
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program License Agreement (No Patents) for Development and Product Distribution (Work Group Server Operating System Software) (the ‘No Patent agreement’);
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program Patent Only License Agreement for Development and Product Distribution [σύμβαση παραχωρήσεως αδείας (Patent Only) για την ανάπτυξη και τη διανομή προϊόντων λογισμικού στο πλαίσιο του προγράμματος πρωτοκόλλων για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft, στο εξής: convention Patent Only] (αιτιολογικές σκέψεις 32 και 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
– Microsoft Work Group Server Protocol Program Patent Only License Agreement for Development and Product Distribution (the ‘Patent Only agreement’) (recitals 32 and 33 to the contested decision).
|
24. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 33, 37, 39, 40, 44, 57, 59, 66, 92 και 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των συνεχών επαφών της με την Επιτροπή, η Microsoft υπέβαλε, μεταξύ της 20ής Μαΐου 2005 και της 21ης Μαΐου 2007, δεκατρείς διαδοχικές τροποποιήσεις των συμβάσεων WSPP, συνοδευόμενες από πίνακες αμοιβών. Ένας πίνακας αμοιβών που υποβλήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2007 προέβλεπε τη σύναψη συμβάσεως No Patent η οποία επέτρεπε την πρόσβαση στον τεχνικό φάκελο που περιείχε τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και τη χρήση του έναντι καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού 10 000 ευρώ. Επιπλέον, προβλεπόταν η σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας όσον αφορά τεχνολογίες κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έναντι αμοιβής υπολογιζομένης βάσει του καθαρού εισοδήματος του αντισυμβαλλομένου της Microsoft (αιτιολογική σκέψη 102 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
24. It can be seen from recitals 33, 37, 39, 40, 44, 57, 59, 66, 92 and 103 to the contested decision that, in the course of the continued exchanges with the Commission, Microsoft submitted, between 20 May 2005 and 21 May 2007, 13 successive revised versions of the WSPP agreements containing remuneration schemes. One remuneration scheme, submitted on 22 October 2007, provides for the conclusion of a No Patent agreement under which access to and use of the technical documentation embodying the interoperability information is permitted for a one-time payment of EUR 10 000. Furthermore, a licensing agreement for the patented technologies is also available against remuneration calculated on the basis of the licensee’s net revenues (recital 102 to the contested decision).
|
25. Κατά την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το κείμενο των συμβάσεων WSPP που η Microsoft υπέβαλε στην Επιτροπή, στις 31 Μαΐου 2005, περιείχε επίσης αρχές για την αξιολόγηση των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών (στο εξής: αρχές αξιολογήσεως WSPP), οι οποίες ήταν το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Οι εν λόγω αρχές θα καθοδηγούσαν τον ανεξάρτητο εντολοδόχο όχι μόνο κατά την εκπόνηση συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων, αλλά και στην περίπτωση που αυτός θα καλείτο να λάβει απόφαση, κατόπιν αιτήσεως αντισυμβαλλομένου της Microsoft, επί του εύλογου ύψους της οικείας αμοιβής, η οποία απόφαση θα μπορούσε να κηρυχθεί εκτελεστή από το High Court of Justice (England & Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο) (αιτιολογικές σκέψεις 47 και 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
25. According to recital 39 to the contested decision, the version of the WSPP agreements submitted by Microsoft to the Commission on 31 May 2005 also contained principles for pricing the interoperability information (‘the WSPP pricing principles’), which were drawn up following discussions between the two parties. The WSPP pricing principles were to guide the monitoring trustee not only when providing opinions, but also when called upon by a Microsoft licensee to decide whether or not the remuneration rate is reasonable, a decision that can ultimately be enforced in the High Court of Justice of England and Wales (recitals 47 and 113 to the contested decision).
|
Ανακοίνωση των αιτιάσεων
|
|
Statement of objections
|
26. Την 1η Μαρτίου 2007 η Επιτροπή κοινοποίησε στη Microsoft ανακοίνωση των αιτιάσεων (αιτιολογική σκέψη 73 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
26. On 1 March 2007, the Commission sent a statement of objections to Microsoft (recital 73 to the contested decision).
|
27. Με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 2007, η Microsoft ζήτησε από την Επιτροπή να της γνωστοποιήσει το ακριβές ύψος αμοιβής το οποίο αυτή όφειλε να χρεώνει προκειμένου οι ενέργειές της να θεωρηθούν σύμφωνες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση του 2004. Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 2007, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν υποχρεούνταν να καθορίσει το ακριβές ύψος της αμοιβής αλλά να διασφαλίζει ότι η αμοιβή την οποία διεκδικούσε η Microsoft ήταν εύλογη και μη εισάγουσα διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 (αιτιολογική σκέψη 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
27. By letter of 2 March 2007, Microsoft asked the Commission to specify the exact remuneration rates that Microsoft would have to set in order to comply with the obligations arising under the 2004 decision. By letter of 8 March 2007, the Commission replied that it was not for the Commission to prescribe the exact remuneration rates but to ensure that any remuneration rate set by Microsoft was reasonable and non-discriminatory in accordance with Article 5(a) of the 2004 decision (recital 75 to the contested decision).
|
28. Με έγγραφο της 23ης Απριλίου 2007, η Microsoft απάντησε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Στις 24 Ιουλίου 2007 η Επιτροπή κοινοποίησε στη Microsoft ένα «έγγραφο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά» προκειμένου να της δώσει την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σε σχέση με τα στοιχεία που συγκέντρωσε μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Η Microsoft διατύπωσε τις παρατηρήσεις της στις 31 Αυγούστου 2007 (αιτιολογικές σκέψεις 82, 98 και 99 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
28. By letter of 23 April 2007, Microsoft responded to the statement of objections. On 24 July 2007, the Commission sent a ‘letter of facts’ to Microsoft in order to give Microsoft the opportunity to comment on the evidence gathered after the adoption of the statement of objections. Microsoft submitted its observations on 31 August 2007 (recitals 82, 98 and 99 to the contested decision).
|
Εκτίμηση όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004
|
|
Assessment of compliance with the obligations imposed by Article 5(a) of the 2004 decision
|
Κριτήρια για την εκτίμηση του εύλογου ύψους των αμοιβών που ζητεί η Microsoft
|
|
Criteria for assessing the reasonableness of Microsoft’s remuneration rates
|
29. Με την αιτιολογική σκέψη 105 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 1003 της αποφάσεως του 2004, κάθε αμοιβή η οποία εισπράττεται ως αντιπαροχή για την πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και τη χρήση τους πρέπει να επιτρέπει στους χρήστες των πληροφοριών αυτών να ανταγωνίζονται με τρόπο βιώσιμο το λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft. Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii, της αποφάσεως του 2004, το αντίτιμο αυτό δεν πρέπει να αντικατοπτρίζει την στρατηγική αξία που απορρέει από την ισχύ της Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
29. In recital 105 to the contested decision, the Commission recalled that, according to recital 1003 to the 2004 decision, any remuneration charged for access to, or use of, the interoperability information had to allow its users to compete viably with Microsoft’s work group server operating system. Moreover, according to recital 1008(ii) to the 2004 decision, such remuneration should not reflect the strategic value stemming from Microsoft’s market power in the client PC operating system market or in the work group server operating system market.
|
30. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι ο εύλογος, κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, χαρακτήρας οποιασδήποτε προϋποθέσεως επιβαλλόμενης από τη Microsoft η οποία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να περιορίσει την πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και τη χρήση τους, σημαίνει ότι μια τέτοια προϋπόθεση πρέπει να είναι αναγκαία και ανάλογη υπό το πρίσμα των νομίμων συμφερόντων της Microsoft τα οποία σκοπεί να προστατεύσει. Επομένως, προκειμένου να θεωρηθεί αντικειμενικώς δικαιολογημένη οποιαδήποτε αμοιβή χρεώνεται από τη Microsoft, θα πρέπει να αντικατοπτρίζει αποκλειστικώς την ενδεχόμενη εγγενή αξία των επίμαχων πληροφοριών, αποκλειομένης της στρατηγικής αξίας που απορρέει από την απλή δυνατότητα που παρέχουν να διαλειτουργούν με τα λειτουργικά συστήματα της Microsoft. Στη Microsoft εναπόκειται να αποδείξει ότι τούτο συμβαίνει (αιτιολογικές σκέψεις 106 και 107 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
30. In those circumstances, the Commission considered that a condition imposed by Microsoft and having the potential effect of limiting access to, or use of, the interoperability information would be reasonable within the meaning of Article 5(a) of the 2004 decision only if it was necessary and proportionate to the legitimate interests of Microsoft which it was designed to protect. In order to be objectively justified, any remuneration charged by Microsoft should therefore reflect only the possible intrinsic vale of the information in question, and exclude the strategic value stemming from the mere ability it affords to interoperate with Microsoft’s operating systems. It was for Microsoft to establish that this was the case (recitals 106 and 107 to the contested decision).
|
31. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι αρχές αξιολογήσεως WSPP (βλ. σκέψη 25 ανωτέρω) ήταν σύμφωνες με τους σκοπούς που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 1003 και 1008, σημείο ii, της αποφάσεως του 2004. Συγκεκριμένα, οι αρχές αυτές, αφενός, προβλέπουν ότι ο πίνακας αμοιβών πρέπει να επιτρέπει στους χρήστες των πληροφοριών διαλειτουργικότητας να ανταγωνίζονται τη Microsoft με τρόπο βιώσιμο. Αφετέρου, προβλέπουν ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες έχουν εγγενή αξία, ήτοι αξία η οποία δεν συνίσταται στη στρατηγική αξία περί της οποίας έγινε λόγος στη σκέψη 29 ανωτέρω, πρέπει, πρώτον, να εξετασθεί αν τα οικεία πρωτόκολλα δημιουργήθηκαν από τη Microsoft, δεύτερον, να εκτιμηθεί αν τα εν λόγω δημιουργήματα είναι καινοτόμα και, τρίτον, να ληφθεί υπόψη μια αξιολόγηση αγοράς η οποία να αφορά συγκρίσιμες τεχνολογίες και να αποκλείει τη στρατηγική αξία που απορρέει από την τυχόν δεσπόζουσα θέση αυτών (αιτιολογικές σκέψεις 117 και 118 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
31. The Commission took the view that the WSPP pricing principles (see paragraph 25 above) were in accordance with the objectives expressed in recitals 1003 and 1008(ii) to the 2004 decision. Those principles provide that the remuneration scheme must enable the users of the interoperability information to compete viably with Microsoft. They also provide that, in order to assess whether the interoperability information reflects an intrinsic value, that is to say, that it does not consist in the strategic value described in paragraph 29 above, it is necessary (i) to examine whether the protocols concerned are Microsoft’s own creations, (ii) to examine whether those creations constitute innovation and (iii) to take into account a market valuation of comparable technologies, excluding the strategic value stemming from the dominant position of any such technologies (recitals 117 and 118 to the contested decision).
|
32. Η Επιτροπή ανέφερε, περαιτέρω, στις αιτιολογικές σκέψεις 119 και 158 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, προκειμένου να εκτιμήσει αν οι αμοιβές που ζητούσε η Microsoft ήταν εύλογες, θα εφάρμοζε τα κριτήρια που εκτίθενται στη σκέψη 31 ανωτέρω.
|
|
32. The Commission also stated, in recitals 119 and 158 to the contested decision, that it would apply the criteria set out in paragraph 31 above in order to assess whether the remuneration rates charged by Microsoft were reasonable.
|
33. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η εκτίμησή της, όσον αφορά το διάστημα μέχρι την 21η Οκτωβρίου 2007, θα στηριζόταν στο κείμενο των συμβάσεων WSPP που είχε υποβληθεί στις 21 Μαΐου 2007 (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω). Δεδομένου ότι ο πίνακας αμοιβών που περιλαμβάνεται στο κείμενο αυτό των συμβάσεων WSPP προέβλεπε αμοιβές χαμηλότερες από αυτές που προέβλεπαν τα παλαιότερα κείμενα, τα συμπεράσματα της Επιτροπής ίσχυαν κατά μείζονα λόγο ως προς τα τελευταία αυτά κείμενα, κατά τα εκτιθέμενα στην αιτιολογική σκέψη 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
|
|
33. Moreover, the Commission pointed out that its assessment would be made, for the period up to 21 October 2007, by reference to the version of the WSPP agreements submitted on 21 May 2007 (see paragraph 24 above). Since the remuneration scheme included in that version of the WSPP agreements provided for lower remuneration rates than those provided for in the previous versions, the Commission’s findings applied a fortiori to those previous versions, according to recital 103 to the contested decision.
|
34. Όσον αφορά το πρώτο από τα εκτιθέμενα στη σκέψη 31 ανωτέρω κριτήρια, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτό δεν πληρούνταν, στο μέτρο που η Microsof χρησιμοποίησε πρωτόκολλα στα οποία η πρόσβαση ήταν ελεύθερη (αιτιολογική σκέψη 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
34. With regard to the first criterion set out in paragraph 31 above, the Commission stated that it was not met if Microsoft used protocols which it takes from the public domain (recital 129 to the contested decision).
|
35. Όσον αφορά το δεύτερο από τα εκτιθέμενα στη σκέψη 31 ανωτέρω κριτήρια, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, σε περίπτωση που οι επίμαχες τεχνολογίες δεν ήταν νέες, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνονται στη στάθμη της τεχνικής, ή σε περίπτωση που προέκυπταν κατά τρόπο προφανή από τη στάθμη της τεχνικής για έναν ειδικευμένο επαγγελματία, η Microsoft δεν είχε αξίωση αμοιβής. Κατά την Ε πιτροπή, τα κριτήρια που στηρίζονται στον νέο και μη προφανή χαρακτήρα ήταν κατάλληλα, στο μέτρο που αναφέρονταν σε εδραιωμένες έννοιες στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας (αιτιολογικές σκέψεις 130 και 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έκρινε ότι οριακές μεταβολές και ελάχιστες βελτιώσεις, οι οποίες έχουν αμελητέα αξία για τους αποδέκτες των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως καινοτόμες για τις ανάγκες της εκτελέσεως της αποφάσεως του 2004 (αιτιολογική σκέψη 144 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
35. With regard to the second criterion set out in paragraph 31 above, the Commission pointed out that if the technologies in question were not novel, in the sense that they already formed part of the state of the art, or were obvious to persons skilled in the art, Microsoft was not entitled to remuneration. It took the view that the criteria of novelty and non-obviousness were appropriate, since they are settled concepts in the area of intellectual property (recitals 130 and 138 to the contested decision). In that context, it considered that minor incremental changes or minor improvements which would represent only a negligible value to the recipients of the interoperability information could not be regarded as innovative for the purposes of enforcing the 2004 decision (recital 144 to the contested decision).
|
36. Συναφώς, η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, στο μέτρο που η Microsoft επικαλούνταν διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία κάλυπταν σχετικές με τα εν λόγω πρωτόκολλα τεχνολογίες περιλαμβανόμενες στον γνωστοποιηθέντα τεχνικό φάκελο, δεχόταν προσωρινώς, και για τις ανάγκες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι τεχνολογίες αυτές ήταν καινοτόμες (αιτιολογική σκέψη 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
36. The Commission added in that regard that, insofar as Microsoft put forward patents reading on protocol technologies disclosed with the technical documentation, the Commission assumed, provisionally and for the purposes of the contested decision, that those technologies were innovative (recital 132 to the contested decision).
|
37. Όσον αφορά το τρίτο από τα εκτιθέμενα στη σκέψη 31 ανωτέρω κριτήρια, η Επιτροπή επισήμανε ότι προτίθετο να εξακριβώσει ότι οι αμοιβές που ζητούσε η Microsoft ήταν σύμφωνες με μια αξιολόγηση αγοράς συγκρίσιμων τεχνολογιών (αιτιολογική σκέψη 139 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
37. With regard to the third criterion set out in paragraph 31 above, the Commission stated that it was designed to verify that Microsoft’s remuneration rates were in line with a market valuation of comparable technologies (recital 139 to the contested decision).
|
Εκτίμηση του εύλογου ύψους των αμοιβών που ζητεί η Microsoft
|
|
Assessment of the reasonableness of Microsoft’s remuneration rates
|
– Γενικό πλαίσιο
|
|
– General framework
|
38. Στις αιτιολογικές σκέψεις 159 έως 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή συνόψισε το γενικό πλαίσιο του προταθέντος από τη Microsoft πίνακα αμοιβών.
|
|
38. In recitals 159 to 164 to the contested decision, the Commission summarised the general framework of the remuneration scheme proposed by Microsoft.
|
39. Συναφώς, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η Microsoft, στο πλαίσιο των συμβάσεων WSPP, πρότεινε διάφορα είδη προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Microsoft παρείχε πρόσβαση σε πρωτόκολλα σχετικά με πέντε «σενάρια» όσον αφορά την υπηρεσία κατανομής αρχείων και εκτυπωτών, με δεκαέξι «σενάρια» όσον αφορά την υπηρεσία διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών καθώς και με την υπηρεσία «general networking».
|
|
39. In that regard, the Commission stated that Microsoft was proposing various types of access to the interoperability information within the framework of the WSPP agreements. Within that framework, Microsoft offered access to protocols relating to 5 scenarios within the File/Print task, to 16 scenarios within the User and Group Administration task and to the ‘General Networking task’.
|
40. Τέσσερα είδη συμβάσεων εξασφάλιζαν πρόσβαση σε σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες.
|
|
40. Four types of agreement gave access to interoperability information.
|
41. Πρώτον, η σύμβαση No Patent παρείχε τη δυνατότητα στους αποδέκτες των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών να αναπτύξουν και να διανείμουν, με βάση τον τεχνικό φάκελο, λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
41. Firstly, the No Patent agreement allowed the recipients of interoperability information to develop and distribute work group server operating systems on the basis of the technical documentation.
|
42. Δεύτερον, δυνάμει της συμβάσεως Patent Only, η Microsoft παραχωρούσε άδεια εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τα οποία, κατά την άποψή της, κάλυπταν την τεχνολογία που ήταν αναγκαία για τη διαλειτουργικότητα με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
42. Secondly, under the Patent Only agreement, Microsoft provided a licence to those patents which, according to Microsoft, read on the technology necessary to interoperate with Windows Client PCs and Windows work group server operating systems.
|
43. Τρίτον, δυνάμει της συμβάσεως All IP, η Microsoft παραχωρούσε όχι μόνον άδεια εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τα οποία, κατά την άποψή της, κάλυπταν την τεχνολογία που ήταν αναγκαία για τη διαλειτουργικότητα με τα λειτουργικά συστήματα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη και για διακομιστές ομάδας εργασίας, αλλά επίσης πρόσβαση στον τεχνικό φάκελο καθώς και δικαίωμα χρήσεως του εν λόγω φακέλου.
|
|
43. Thirdly, under the All IP agreement, Microsoft provided not only a licence to those patents which, according to Microsoft, read on the technology necessary to interoperate with Windows Client PCs and Windows work group server operating systems but also access to, and the right to use, the technical documentation.
|
44. Τέταρτον, δυνάμει της συμβάσεως που φέρει τον τίτλο «Interface Definition Language Only», η Microsoft παρείχε πρόσβαση στον σχετικό με τα αρχεία αυτά τεχνικό φάκελο και δικαίωμα χρήσεως του εν λόγω φακέλου.
|
|
44. Fourthly, under the ‘Interface Definition Language Only’ agreement, Microsoft provided access to, and the right to use, the technical documentation on these files.
|
45. Από την αιτιολογική σκέψη 160 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι, στις περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές, η Microsoft ζητούσε αμοιβές ανάλογα με το είδος της συμβάσεως περί της οποίας επρόκειτο και ότι όριζε μια ελάχιστη και μια ανώτατη χρέωση. Αμοιβές προβλέπονταν, επίσης, για τις ομαδοποιούμενες κατά τύπο υπηρεσιών περιπτώσεις καθώς και για όλες τις περιπτώσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο των τριών υπηρεσιών που αναφέρονται στη σκέψη 39 ανωτέρω. Η ζητούμενη αμοιβή εκφραζόταν είτε σε ποσοστό επί του καθαρού εισοδήματος του αντισυμβαλλομένου της από την πώληση των προϊόντων για τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τα επίμαχα πρωτόκολλα, είτε σε κατ’ αποκοπήν ποσό ανά πωλούμενο διακομιστή.
|
|
45. It is also apparent from recital 160 to the contested decision that, for the majority of cases, Microsoft was charging remuneration rates based on the type of agreement chosen and applied a minimum and maximum amount for those rates. Remuneration rates were also provided for in respect of the scenarios as grouped in a task and in respect of the scenarios within the three tasks mentioned in paragraph 39 above as a whole. The remuneration to be paid was expressed either as a percentage of the licensee’s net revenue derived from the sale of products implementing the protocols in question, or as a fixed amount per server sold.
|
46. Τέλος, από τις αιτιολογικές σκέψεις 166, 167 και 297 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή επικεντρώθηκε στο εύλογο του ύψους των αμοιβών που η Microsoft ζητούσε για τη μη κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογία που περιλαμβανόταν στον τεχνικό φάκελο και γνωστοποιήθηκε στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent.
|
|
46. Finally, it is apparent from recitals 166, 167 and 297 to the contested decision that the Commission focused on the reasonableness of the remuneration rates charged by Microsoft for the non-patented technology included in the technical documentation and made available through the No Patent agreement.
|
– Καινοτόμος χαρακτήρας των πρωτοκόλλων που περιγράφονται στον τεχνικό φάκελο και στα οποία η Microsoft παρέχει πρόσβαση βάσει της συμβάσεως No Patent
|
|
– The innovative character of the protocols described in the technical documentation to which Microsoft provides access under the No Patent agreement
|
47. Κατά την αιτιολογική σκέψη 169 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Microsoft, στο πλαίσιο δύο εκθέσεων που υπέβαλε προς την Επιτροπή στις 31 Ιουλίου και στις 24 Αυγούστου 2006, αντιστοίχως, υποστήριξε ότι 173 πρωτόκολλα περιείχαν καινοτομίες μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
|
|
47. According to recital 169 to the contested decision, Microsoft claimed, in two reports submitted to the Commission on 31 July and 24 August 2006 respectively, that 173 protocols contained non-patented innovations.
|
48. Προκειμένου να δικαιολογήσει την εκτίμησή της, η Microsoft υποστηρίζει ότι, πρώτον, εξέτασε αν η επίμαχη τεχνολογία είχε αναπτυχθεί από την ίδια ή για λογαριασμό της, δεύτερον, περιέγραψε το πρόβλημα το οποίο η τεχνολογία αυτή έλυσε, τρίτον, παρουσίασε τις περιλαμβανόμενες στη στάθμη της τεχνικής τεχνολογίες που ελήφθησαν υπόψη για τη θεμελίωση του καινοτόμου χαρακτήρα του επίμαχου πρωτοκόλλου και, τέταρτον, επισήμανε τα σημεία στα οποία εντοπίζονταν οι καινοτομίες αυτές στον αναθεωρημένο τεχνικό φάκελο.
|
|
48. To substantiate its appraisal, Microsoft (i) verified that the technology in question had been developed by or on behalf of Microsoft, (ii) described the problem resolved by that technology, (iii) described prior art technologies taken into account in order to determine that the protocol in question was innovative, and (iv) identified the location of those innovations in the revised technical documentation.
|
49. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 62, 69 και 171 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, ο ανεξάρτητος εντολοδόχος προέβη σε αξιολόγηση των εκτιμήσεων της Microsoft όσον αφορά τη μη κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογία ακολουθώντας τη μέθοδο που περιγράφεται στη σκέψη 48 ανωτέρω και ότι η Επιτροπή διατύπωσε το ίδιο αίτημα προς μια ειδικευμένη επιχείρηση, την TAEUS, όσον αφορά τα «σενάρια» που επιγράφονται «File Replication Service», «Directory Replication Service» και «Network Access Protection». Οι εκθέσεις της TAEUS και του ανεξάρτητου εντολοδόχου υποβλήθηκαν στην Επιτροπή αντιστοίχως στις 15 Δεκεμβρίου 2006 και στις 27 Φεβρουαρίου 2007.
|
|
49. It is also clear from recitals 62, 69 and 171 to the contested decision that, at the Commission’s request, the monitoring trustee reviewed Microsoft’s claims concerning the non-patented technology following the methodology described in paragraph 48 above. The Commission made the same request to TAEUS, a specialist company, in respect of the scenarios ‘File Replication Service’, ‘Directory Replication Service’ and ‘Network Access Protection’. The reports of TAEUS and of the monitoring trustee were submitted to the Commission on 15 December 2006 and 27 February 2007 respectively.
|
50. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ανεξάρτητος εντολοδόχος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ελάχιστο από το υλικό που παρασχέθηκε από τη Microsoft στο πλαίσιο του τεχνικού φακέλου ήταν καινοτόμο και, επομένως, δικαιολογούσε την καταβολή αμοιβής. Επιπλέον, η TAEUS είχε καταλήξει ότι καμία από τις 21 τεχνολογίες που αποτελούσαν τμήμα των τριών «σεναρίων» που αυτή εξέτασε δεν ήταν καινοτόμος (αιτιολογικές σκέψεις 171 έως 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την υποσημείωση 197 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα πορίσματα αυτά δεν μεταβλήθηκαν μετά την απάντηση της Microsoft στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία για την υποβολή δύο εκθέσεων εκ μέρους του ανεξάρτητου εντολοδόχου και μιας εκθέσεως εκ μέρους της TAEUS.
|
|
50. The Commission stated that the monitoring trustee had reached the conclusion that little of the material provided by Microsoft in the technical documentation was innovative and therefore justified remuneration. Furthermore, TAEUS had concluded that none of the 21 technologies incorporated in the three scenarios which it examined was innovative (recitals 171 to 174 to the contested decision). According to footnote 197 to the contested decision, those conclusions had not been altered following Microsoft’s reply to the statement of objections, which had given rise to two reports by the monitoring trustee and one from TAEUS.
|
51. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, όσον αφορά τις 173 σχετικές με πρωτόκολλα τεχνολογίες που η Microsoft παρουσίασε ως καινοτόμες, ότι 166 τεχνολογίες περιλαμβάνονταν στη στάθμη της τεχνικής ή προέκυπταν κατά τρόπο προφανή από τη στάθμη της τεχνικής για έναν ειδικευμένο επαγγελματία και 7 τεχνολογίες ήταν καινοτόμες (αιτιολογικές σκέψεις 175 και 219 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
51. The Commission concluded, with regard to the 173 protocol technologies which Microsoft claimed were innovative, that for 166 technologies either there was prior art or they were obvious to persons skilled in the art, while 7 were innovative (recitals 175 and 219 to the contested decision).
|
52. Οι επίμαχες 173 τεχνολογίες παρατίθενται στον συνημμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα ο οποίος περιέχει συνοπτική περιγραφή κάθε τεχνολογίας καθώς και, για τις περισσότερες από αυτές, πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία δημιουργίας τους, τα προκύπτοντα από αυτές οφέλη κατά τη Microsoft, παραπομπή στον φάκελο που η τελευταία υπέβαλε, συνοπτική εκτίμηση, αναφορά στη στάθμη της τεχνικής καθώς και στις πηγές, οι οποίες κατά την Επιτροπή, δικαιολογούν την εκτίμηση που διατύπωσε και τις αναφορές στη στάθμη της τεχνικής. Οι επίμαχες πηγές συνίστανται σε δύο εκθέσεις του ανεξάρτητου εντολοδόχου με ημερομηνία 3 Μαρτίου και 8 Ιουλίου 2007 καθώς και στις παρατηρήσεις που διατύπωσε στις 8 Μαΐου 2007 η European Committee for Interoperable Systems (ECIS) επί της απαντήσεως της Microsoft στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
|
|
52. The 173 technologies in question are set out in a table annexed to the contested decision, containing a summary description of each technology and, for most of the technologies, information regarding the date of their creation, the resulting benefits according to Microsoft, a reference to the file submitted by Microsoft, a summary assessment, a reference to prior art and a reference to the sources which, according to the Commission, substantiate the assessment made, and also information regarding prior art. The sources in question consist of two reports by the monitoring trustee dated 3 March and 8 July 2007 and observations made on 8 May 2007 by the European Committee for Interoperable Systems (‘ECIS’) on Microsoft’s reply to the statement of objections.
|
53. Στις αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 218 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε την εκτίμησή της αναφορικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα οκτώ τεχνολογιών σχετικών με πρωτόκολλα που εμπίπτουν στην περίπτωση «Directory & Global Catalog Replication», η οποία αποτελεί μέρος της υπηρεσίας διαχειρίσεως των χρηστών και των ομάδων χρηστών, και έντεκα τεχνολογιών σχετικών με πρωτόκολλα που εμπίπτουν στην περίπτωση «File Replication Service», η οποία αποτελεί μέρος της υπηρεσίας κατανομής αρχείων και εκτυπωτών. Με εξαίρεση τα σχετικά με την τεχνολογία «File Staging» επιχειρήματα, οι ισχυρισμοί της Microsoft υπέρ του καινοτόμου χαρακτήρα των εν λόγω τεχνολογιών απορρίφθηκαν από την Επιτροπή (αιτιολογική σκέψη 219 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
53. In recitals 187 to 218 to the contested decision, the Commission set out its analysis of the innovative character of 8 protocol technologies in the ‘Directory & Global Catalog Replication’ scenario, which forms part of the User and Group Administration task, and of 11 protocol technologies in the ‘File Replication Service’ scenario, which forms part of the File/Print task. With the exception of the arguments relating to the ‘File Staging’ technology, Microsoft’s claims concerning the innovative nature of those technologies were rejected by the Commission (recital 219 to the contested decision).
|
– Αξιολόγηση συγκρίσιμων τεχνολογιών με κριτήρια αγοράς
|
|
– Market valuation of comparable technologies
|
54. Στις αιτιολογικές σκέψεις 220 έως 279 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε την εκτίμησή της όσον αφορά την αξιολόγηση με κριτήρια αγοράς τεχνολογιών συγκρίσιμων προς τεχνολογίες μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας οι οποίες γνωστοποιήθηκαν στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent. Κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, συγκρίσιμες τεχνολογίες διατίθενται χωρίς αντάλλαγμα τόσο από τη Microsoft όσο και από άλλες επιχειρήσεις, με συνέπεια από την αξιολόγηση αγοράς να προκύπτει ότι το ύψος των αμοιβών που ζητούσε η Microsoft δεν ήταν εύλογο.
|
|
54. In recitals 220 to 279 to the contested decision, the Commission set out its assessment concerning a market valuation of technologies comparable to the non-patented technologies disclosed under the No Patent agreement. According to that assessment, comparable technologies were offered remuneration-free by Microsoft and by other undertakings, so that the market valuation showed that the remuneration rates charged by Microsoft were unreasonable.
|
Χρηματική ποινή
|
|
Periodic penalty payment
|
55. Η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 285 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξέθεσε ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε αποκλειστικώς το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 2006 και 21ης Οκτωβρίου 2007. Με την αιτιολογική σκέψη 298 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διευκρίνισε, όσον αφορά τον πίνακα αμοιβών που η Microsoft υιοθέτησε στις 22 Οκτωβρίου 2007 (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω), ότι δεν υφίσταντο αμφιβολίες ως προς το εύλογο του ύψους των περιλαμβανόμενων σε αυτόν αμοιβών. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καθόρισε το οριστικό ύψος της χρηματικής ποινής, για το εν λόγω διάστημα, σε 899 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 299 και 300 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
|
|
55. The Commission stated, in recital 285 to the contested decision, that the decision related exclusively to the period from 21 June 2006 to 21 October 2007. In recital 298 to the contested decision, it specified that the scheme adopted by Microsoft on 22 October 2007 (see paragraph 24 above) did not give rise to objections as to the reasonableness of the remuneration rates which it contained. Accordingly, the Commission fixed the definitive amount of the periodic penalty payment at EUR 899 million for that period (recitals 299 and 300 to the contested decision).
|
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
|
|
Procedure and forms of order sought
|
56. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 9 Μαΐου 2008, η Microsoft άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
|
|
56. By application lodged at the Court Registry on 9 May 2008, Microsoft brought the present action.
|
57. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Αυγούστου 2008, η Free Software Foundation Europe eV (στο εξής: FSFE) και η Samba Team ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
|
|
57. By document lodged at the Court Registry on 16 August 2008, Free Software Foundation Europe eV (‘FSFE’) and Samba Team sought leave to intervene in the present proceedings in support of the Commission.
|
58. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Αυγούστου 2008, η Software & Information Industry Association (στο εξής: SIIA) και η ECIS ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
|
|
58. By documents lodged at the Court Registry on 19 August 2008, the Software & Information Industry Association (‘SIIA’) and ECIS sought leave to intervene in the present proceedings in support of the Commission.
|
59. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Αυγούστου 2008, η International Business Machines Corp. (στο εξής: IBM) και η Red Hat Inc. ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
|
|
59. By documents lodged at the Court Registry on 25 August 2008, International Business Machines Corp. (‘IBM’) and Red Hat Inc. sought leave to intervene in the present proceedings in support of the Commission.
|
60. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Αυγούστου 2008, η Oracle Corp. ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
|
|
60. By document lodged at the Court Registry on 26 August 2008, Oracle Corp. sought leave to intervene in these proceedings in support of the Commission.
|
61. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 και 26 Αυγούστου 2008 αντιστοίχως, η The Computing Technology Industry Association, Inc. (στο εξής: CompTIA) και η Association for Competitive Technology, Inc. (στο εξής: ACT) ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Microsoft.
|
|
61. By documents lodged at the Court Registry on 25 and 26 August 2008 respectively, The Computing Technology Industry Association, Inc. (‘CompTIA’) and the Association for Competitive Technology, Inc. (‘ACT’) sought leave to intervene in the present proceedings in support of Microsoft.
|
62. Με διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2008, ο πρόεδρος του έβδομου τμήματος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτές τις εν λόγω παρεμβάσεις.
|
|
62. By order of 20 November 2008, the President of the Seventh Chamber of the Court granted those applications.
|
63. Οι παρεμβαίνουσες κατέθεσαν τα υπομνήματά τους και οι λοιποί διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί των υπομνημάτων αυτών εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
|
|
63. The interveners lodged their statements in intervention and the other parties submitted their observations thereon within the prescribed periods.
|
64. Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο δεύτερο τμήμα, στο οποίο ανατέθηκε, κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση.
|
|
64. The composition of the chambers of the Court having been modified, the Judge-Rapporteur was assigned to the Second Chamber, to which this case was therefore allocated.
|
65. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ζητήθηκε από τους διαδίκους να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα και άλλα στοιχεία.
|
|
65. Acting upon a report of the Judge-Rapporteur, the Court decided to open the oral procedure and, by way of measures of organisation of procedure, invited the parties to produce certain documents and other information.
|
66. Η Microsoft ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
66. Microsoft claims that the Court should:
|
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
|
|
– annul the contested decision;
|
– επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει τη χρηματική ποινή·
|
|
– in the alternative, cancel or reduce the amount of the periodic penalty payment;
|
– να καταδικάσει την Επιτροπή και τις υπέρ αυτής παρεμβαίνουσες στα δικαστικά έξοδα.
|
|
– order the Commission and the interveners supporting it to pay the costs.
|
67. Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
67. The Commission contends that the Court should:
|
– να απορρίψει την προσφυγή·
|
|
– dismiss the action;
|
– να καταδικάσει τη Microsoft στα δικαστικά έξοδα.
|
|
– order Microsoft to pay the costs.
|
68. Η FSFE, η Samba Team, η SIIA, η ECIS, η IBM, η Red Hat και η Oracle ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
68. FSFE, Samba Team, SIIA, ECIS, IBM, Red Hat and Oracle contend that the Court should:
|
– να απορρίψει την προσφυγή·
|
|
– dismiss the action;
|
– να καταδικάσει τη Microsoft στα σχετικά με τις παρεμβάσεις τους δικαστικά έξοδα.
|
|
– order Microsoft to pay the costs relating to their intervention.
|
69. Η CompTIA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
69. CompTIA claims that the Court should:
|
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
|
|
– annul the contested decision;
|
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα σχετικά με την παρέμβασή της δικαστικά έξοδα.
|
|
– order the Commission to pay the costs relating to its intervention.
|
70. Η ACT ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
70. ACT claims that the Court should:
|
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
|
|
– annul the contested decision;
|
– επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει την επιβληθείσα στη Microsoft χρηματική ποινή·
|
|
– in the alternative, cancel or reduce the amount of the periodic penalty payment imposed on Microsoft;
|
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα σχετικά με την παρέμβασή της δικαστικά έξοδα.
|
|
– order the Commission to pay the costs relating to its intervention.
|
Σκεπτικό
|
|
Law
|
71. Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Microsoft αντλούνται, πρώτον, από τον παράνομο χαρακτήρα της εις βάρος της επιβολής χρηματικής ποινής πριν οι υποχρεώσεις της δυνάμει του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004 προσδιοριστούν επαρκώς, δεύτερον, από σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά το εύλογο του ύψους των αμοιβών για τη σύμβαση No Patent, τρίτον, από πλάνη της Επιτροπής όσον αφορά τα κριτήρια που εφάρμοσε για την εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των σχετικών με πρωτόκολλα τεχνολογιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως No Patent, τέταρτον, από παράνομη χρησιμοποίηση των εκθέσεων του ανεξάρτητου εντολοδόχου, πέμπτον, από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και, έκτον, από έλλειψη νομικής βάσεως για την επιβολή χρηματικής ποινής καθώς και από το υπερβολικό και δυσανάλογο ύψος της ποινής αυτής.
|
|
71. The pleas put forward by Microsoft allege, first, that it was unlawful to impose a periodic penalty payment before Microsoft’s obligations under Article 5 of the 2004 decision had been made sufficiently specific; second, that the Commission erred in concluding that the remuneration rates relating to the No Patent agreement were unreasonable; third, that the Commission made an error in relation to the criteria applied to assess the innovative character of the protocol technologies in the No Patent agreement; fourth, that reliance on the reports of the monitoring trustee was unlawful; fifth, that the rights of the defence were infringed and, sixth, that there is no legal basis for the imposition of a periodic penalty payment and that the amount thereof is excessive and disproportionate.
|
72. Επιπλέον, στο πλαίσιο του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου και του έκτου λόγου, η Microsoft υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας.
|
|
72. Moreover, in the first, second, third and sixth pleas, Microsoft claims that the contested decision is invalidated by a failure to state reasons.
|
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον παράνομο χαρακτήρα της επιβολής χρηματικής ποινής πριν τον προσδιορισμό των κατά το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υποχρεώσεων της Microsoft
|
|
First plea: it was unlawful to impose a periodic penalty payment before Microsoft’s obligations under Article 5(a) of the 2004 decision had been made specific
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
73. Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Microsoft προβάλλει συνολικά τέσσερις αιτιάσεις.
|
|
73. In support of its first plea, Microsoft raises a set of four complaints.
|
74. Πρώτον, η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της περί συγκεκριμένου προσδιορισμού των ενεργειών στις οποίες η Microsoft όφειλε να προβεί προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004. Συγκεκριμένα η Επιτροπή, όπως προκύπτει από την πρακτική της ως προς τις αποφάσεις, ήταν σε θέση να προσδιορίσει, με την απόφαση του 2004, τις αμοιβές τις οποίες μπορούσε να ζητήσει η Microsoft. Η έννοια της «εύλογης αμοιβής», ωστόσο, περιλαμβάνει αμοιβές διαφορετικού ύψους. Η εκτίμηση αυτή δεν ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως του 2004 ούτε με άρνηση της δυνατότητας εκτελέσεως διατάξεων οι οποίες περιέχουν αόριστες νομικές έννοιες, αλλά αμφισβητεί το δικαίωμα επιβολής χρηματικής ποινής για παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως πριν τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή.
|
|
74. First, the Commission infringed its obligation to specify positively what Microsoft had to do in order to comply with Article 5(a) of the 2004 decision. It is apparent from the Commission’s practice in previous decisions that it could have specified, in the 2004 decision, the remuneration rates to which Microsoft was entitled. The expression ‘reasonable rates’ includes rates of various levels. This view does not amount to a challenge of the legality of the 2004 decision, nor does it deny that it is possible to implement provisions which include imprecise legal concepts, but it does challenge the right to impose a periodic penalty payment for infringement of the aforementioned provision before the obligations arising under it had been made specific.
|
75. Προκειμένου να εξειδικεύσει τις εν λόγω υποχρεώσεις, πριν εξαναγκάσει τη Microsoft σε συμμόρφωση προς αυτές, η Επιτροπή θέσπισε τη διαδικασία του άρθρου 5, στοιχείο δ΄, της ίδιας αποφάσεως. Πάντως, όπως η Επιτροπή επισήμανε με τις ανακοινώσεις των αιτιάσεων που απέστειλε στη Microsoft τον Αύγουστο του 2000 και τον Αύγουστο του 2003 και όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 995 της αποφάσεως του 2004, σε περίπτωση που τα προτεινόμενα από τη Microsoft μέτρα δεν κρίνονταν ικανοποιητικά, αυτή θα επέβαλε τα αναγκαία μέτρα με απόφαση. Εντούτοις, η Επιτροπή αρνούνταν σταθερά να διευκρινίσει τι εννοούσε με τη φράση «εύλογη αμοιβή», παρά το γεγονός ότι βάσει του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004 είχε αναλάβει τη δέσμευση να επιβάλει στη Microsoft συγκεκριμένες υποχρεώσεις με την έκδοση αποφάσεως. Δεδομένου ότι οι αρχές αξιολογήσεως WSPP παρέχουν μόνον κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες δεν καταλήγουν σε κάποιο συγκεκριμένο ποσό αμοιβής, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς συναφώς. Τα επιχειρήματα περί ελλείψεως εγγενούς αξίας και περί δωρεάν παροχής επί του παρόντος των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών στερούνταν βάσεως στην πραγματικότητα και αποδυναμώνονταν από τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως σύμφωνα με τον πίνακα αμοιβών της Microsoft.
|
|
75. With a view to specifying those obligations before requiring Microsoft to comply with them, the Commission established the procedure laid down in Article 5(d) of the 2004 decision. However, as the Commission stated in the statements of objections sent to Microsoft in August 2000 and August 2003, and as is apparent from recital 995 to the 2004 decision, if the measures proposed by Microsoft were unsatisfactory, the Commission would impose the necessary measures by means of a decision. However, the Commission consistently refused to specify what it meant by ‘reasonable remuneration rates’, even though the responsibilities which it assumed under Article 5 of the 2004 decision required it to impose on Microsoft positively specified conditions by means of a decision. Since the WSPP pricing principles give only general guidelines which do not lead to an exact figure, they cannot be considered sufficient. Microsoft submits that the claims relating to the absence of intrinsic value and to the common practice of providing interoperability information free of charge have no factual basis and that their credibility is undermined by the conclusion of licensing agreements in accordance with Microsoft’s remuneration scheme.
|
76. Δεύτερον, η Microsoft υποστηρίζει ότι οι ενέργειες της Επιτροπής συνιστούν παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 1/2003, δεδομένου ότι η επιβολή χρηματικής ποινής με την οποία επιδιώκεται ο εξαναγκασμός προσώπου να υιοθετήσει ορισμένη συμπεριφορά προϋποθέτει ότι οι υποχρεώσεις του εν λόγω προσώπου καθορίζονται με ακρίβεια, άλλως η επιβολή της χρηματικής ποινής συνιστά προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εν προκειμένω, η Επιτροπή, η οποία δεν μπορούσε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 24 του κανονισμού 1/2003 αν δεν γνώριζε με ακρίβεια τι όφειλε να πράξει η Microsoft προς συμμόρφωση με την απόφαση του 2004, θα μπορούσε να έχει προσφύγει στον ανεξάρτητο εντολοδόχο προκειμένου αυτός να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις της Microsoft στον απαιτούμενο βαθμό.
|
|
76. Second, Microsoft claims that the Commission’s conduct amounts to an infringement of Article 24 of Regulation No 1/2003, since the imposition of a periodic penalty payment designed to compel a person to adopt a certain course of action presupposes that the obligations of the person in question have been specified exactly; otherwise, the imposition of the periodic penalty payment infringes fundamental rights. It argues that in the present case the Commission, which was not entitled to initiate the procedure under Article 24 of Regulation No 1/2003 if it did not know exactly what Microsoft had to do to comply with the 2004 decision, could have relied on the monitoring trustee to specify Microsoft’s obligations to the required degree.
|
77. Τρίτον, η Microsoft, υποστηριζόμενη από την CompTIA, υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή, διά της επιβολής χρηματικής ποινής πριν τον προσδιορισμό στον απαιτούμενο βαθμό των υποχρεώσεων της Microsoft, παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Συναφώς, η CompTIA υποστηρίζει ότι η δράση της Επιτροπής χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαφάνειας, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, ενώ η επιβληθείσα χρηματική ποινή είναι αυθαίρετη και δυσανάλογη ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση περιπτώσεως. Κατά την CompTIA, η συμπεριφορά της Επιτροπής αποτελεί πηγή κινδύνων και αβεβαιότητας που εξουδετερώνουν, εις βάρος των καταναλωτών, τα κίνητρα για την ανάπτυξη καινοτομίας.
|
|
77. Third, Microsoft, supported by CompTIA, states that, by imposing a periodic penalty payment before specifying Microsoft’s obligations to the required degree, the Commission infringed the principle of sound administration. In that regard, CompTIA maintains that the Commission’s action is characterised by a lack of transparency, objectivity and fairness, while the periodic penalty payment imposed is arbitrary and disproportionate in the light of the circumstances of the case. According to CompTIA, the Commission’s conduct is a source of risk and uncertainty which will discourage innovation to the detriment of the consumer.
|
78. Τέταρτον, η Microsoft υποστηρίζει, τέλος, ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να εκδώσει απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου και η οποία να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 αναφορικά με τις αμοιβές, ανάγκασε στην πράξη τη Microsoft να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της περί μειώσεως των αμοιβών για όλες τις συμβάσεις WSPP, χωρίς εντούτοις αυτή να μπορεί να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου αναφορικά με τη νομιμότητα των επίμαχων απαιτήσεων. Με τον τρόπο αυτό, η Microsoft στερήθηκε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά των «προκαταρκτικών», πάντοτε, εκτιμήσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, ακόμη και σε περίπτωση που η Microsoft είχε αρνηθεί να επανεξετάσει τις προτάσεις της ή είχε ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ή προσφυγή κατά παραλείψεως, τα ένδικα αυτά βοηθήματα δεν θα είχαν οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής περί καθορισμού εύλογης αμοιβής.
|
|
78. Fourth and finally, Microsoft claims that, by refusing to adopt a decision which was open to judicial review and which specified the obligations arising under Article 5(a) of the 2004 decision in respect of remuneration rates, the Commission compelled Microsoft to comply with its requests to lower the remuneration rates for all the WSPP agreements, without, however, being able to bring proceedings concerning the legality of the requests in question. Thus, Microsoft has been deprived of its right to effective judicial protection against the assessments, always ‘preliminary’, made by the Commission. Furthermore, even if Microsoft had refused to review its proposals or had brought an action for damages or an action for failure to act, those actions would not have led to a Commission decision defining a reasonable remuneration rate.
|
79. Δεδομένου ότι η Microsoft ανέπτυξε κατ’ επανάληψη τα επιχειρήματα αυτά κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, χωρίς εντούτοις να λάβει απάντηση, ούτε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η απόφαση αυτή στερείται επίσης αιτιολογίας.
|
|
79. Since Microsoft has repeatedly raised these arguments during the administrative proceedings without receiving any response, even in the contested decision, the latter is also invalidated by a failure to state reasons.
|
80. Η ACT υποστηρίζει ότι η Microsoft έθεσε σε εφαρμογή τις πλέον κατάλληλες μεθόδους για τον προσδιορισμό των κατά το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υποχρεώσεών της, ενώ η Επιτροπή περιορίστηκε να απορρίψει τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών χωρίς καν να παράσχει τις διευκρινίσεις τις οποίες η Microsoft είχε ανάγκη προκειμένου να τηρήσει τις επίμαχες υποχρεώσεις. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες μόνον από τις επιχειρήσεις που υποστήριζαν την άποψή της.
|
|
80. ACT maintains that Microsoft implemented the most appropriate methods to define its obligations under Article 5(a) of the 2004 decision, whereas the Commission merely rejected the corresponding research results without even giving the clarifications which Microsoft needed in order to comply with the obligations in question. Moreover, the Commission requested information only from the undertakings which supported its position.
|
81. Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων της αμφισβητούν το βάσιμο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως και προσθέτουν ότι η Microsoft δεν μπορεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, να στηριχθεί σε προβαλλόμενη ανακρίβεια της αποφάσεως του 2004 αναφορικά με τον προσδιορισμό των υποχρεώσεών της.
|
|
81. The Commission and the interveners supporting it dispute the merits of this plea and add that Microsoft cannot, in the present action, plead an alleged lack of precision of the 2004 decision regarding the definition of its obligations.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
82. Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Microsoft αμφισβητεί τη νομιμότητα της αποφάσεως του 2004. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα υπομνήματα της Microsoft, τα επιχειρήματά της δεν στηρίζονται σε φερόμενη έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της εν λόγω αποφάσεως, αλλά σε φερόμενη έλλειψη δυνατότητας της Επιτροπής να επιβάλει χρηματική ποινή για παράβαση της επίμαχης διατάξεως χωρίς προηγουμένως να έχει καθορίσει, με απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, το ύψος αμοιβής το οποίο θεωρεί εύλογο. Η προβληματική αυτή αφορά προδήλως τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε η χρηματική ποινή.
|
|
82. The Court must reject at the outset the Commission’s argument that Microsoft is challenging the legality of the 2004 decision. In fact, as is apparent from Microsoft’s pleadings, its arguments are not based on the alleged illegality of Article 5(a) of the 2004 decision but on the fact that it is allegedly impossible for the Commission to impose a periodic penalty payment for infringement of the provision in question without first having determined, by means of a decision against which an action may be brought, the rate of remuneration that it considers reasonable. That issue clearly concerns the legality of the contested decision, under which the periodic penalty payment was imposed.
|
83. Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 280 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η επίμαχη χρηματική ποινή επιβλήθηκε για τον λόγο ότι η Microsoft δεν επέτρεψε την πρόσβαση σε πληροφορίες διαλειτουργικότητας καλυπτόμενες από τη σύμβαση No Patent και τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών υπό «εύλογες προϋποθέσεις», κατά παράβαση της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
83. It should then be recalled that, as is clear from recital 280 to the contested decision, the periodic penalty payment in question was imposed on the ground that Microsoft did not allow access to, or use of, the interoperability information covered by the No Patent agreement on ‘reasonable terms’, in breach of the obligation laid down in Article 5(a) of the 2004 decision.
|
84. Όσον αφορά την τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφυγή σε αόριστες νομικές έννοιες για τη διατύπωση κανόνων των οποίων η παράβαση συνεπάγεται την αστική, διοικητική, ακόμη και ποινική ευθύνη του παραβάτη δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται δυνατότητα επιβολής των προβλεπόμενων από τον νόμο διορθωτικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι ο πολίτης μπορεί να γνωρίζει, με βάση το κείμενο της σχετικής διατάξεως και, εν ανάγκη, με τη βοήθεια της ερμηνείας που δίδεται στην εν λόγω διάταξη από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις και παραλείψεις στοιχειοθετούν την ευθύνη του (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 2007, C‑303/05, Advocaten voor de Wereld, Συλλογή 2007, σ. I‑3633, σκέψη 50, και της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 39).
|
|
84. So far as the latter provision is concerned, the use of imprecise legal concepts in making rules, breach of which entails the civil, administrative or even criminal liability of the person who contravenes them, does not mean that it is impossible to impose the remedial measures provided for by law, provided that the individual concerned is in a position, on the basis of the wording of the relevant provision and, if need be, with the help of the interpretation of it given by the courts, to know which acts or omissions will make him liable (see, to that effect, Case C‑303/05 Advocaten voor de Wereld [2007] ECR I‑3633, paragraph 50, and judgment of 22 May 2008 in Case C‑266/06 P Evonik Degussa v Commission , not published in the ECR, paragraph 39).
|
85. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία (διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2001, C‑497/99 P, Irish Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑5333, σκέψη 15· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑136/94, Eurofer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑263, σκέψη 271, και της 10ης Απριλίου 2008, T‑271/03, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑477, σκέψη 252), το διατακτικό της αποφάσεως του 2004 πρέπει να νοείται και να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του αιτιολογικού της. Από την αιτιολογική σκέψη 1003 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι σκοπός της είναι να διασφαλίσει ότι οι ανταγωνιστές της Microsoft, δια της εφαρμογής των γνωστοποιούμενων προδιαγραφών, αναπτύσσουν προϊόντα τα οποία διαλειτουργούν με την αρχιτεκτονική του τομέα Windows που είναι εγγενώς ενσωματωμένη στο κυρίαρχο προϊόν, ήτοι στο λειτουργικό σύστημα Windows για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη, και τα οποία μπορούν, με τον τρόπο αυτό, να ανταγωνιστούν βιώσιμα τα λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii, της αποφάσεως του 2004, αναφέρεται ότι η αμοιβή που η Microsoft θα μπορούσε να ζητήσει ως αντίτιμο για την παροχή προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και τη χρήση τους δεν πρέπει να αντικατοπτρίζει τη στρατηγική αξία που απορρέει από την ισχύ της Microsoft στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή στην αγορά λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
85. In that regard, in accordance with a settled line of authority (order in Case C‑497/99 P Irish Sugar v Commission [2001] ECR I‑5333, paragraph 15; judgments in Case T‑136/94 Eurofer v Commission [1999] ECR II‑263, paragraph 271, and in Case T‑271/03 Deutsche Telekom v Commission [2008] ECR II‑477, paragraph 252), the operative part of the 2004 decision must be read and interpreted in the light of the grounds of that decision. It is clear from recital 1003 to the 2004 decision that its objective is to ensure that Microsoft’s competitors can develop, by implementing the specifications made available, products which interoperate with the Windows domain architecture natively supported in the dominant Windows client PC operating system and hence viably compete with Microsoft’s work group server operating system. Furthermore, in recital 1008(ii) to the 2004 decision, it is stated that any remuneration that Microsoft might ask in return for access to and use of interoperability information should not reflect the strategic value stemming from Microsoft’s market power in the client PC operating system market or in the work group server operating system market.
|
86. Στο πλαίσιο αυτό, κατόπιν διαπραγματεύσεως με την Επιτροπή (αιτιολογικές σκέψεις 39, 111 και 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η Microsoft ενσωμάτωσε, τον Μάιο του 2005, τις αρχές αξιολογήσεως WSPP στις συμβάσεις WSPP. Στο πλαίσιο αυτό, στο άρθρο 7.5 της συμβάσεως No Patent (ως ίσχυε στις 21 Μαΐου 2007), η Microsoft δηλώνει ότι εφάρμοσε τις εν λόγω αρχές αξιολογήσεως κατά τη σύνταξη του πίνακα αμοιβών της και αναφέρει ότι, δυνάμει του άρθρου 7.7, στοιχείο d, της ίδιας συμβάσεως, ο ανεξάρτητος εντολοδόχος και το High Court of Justice έχουν αρμοδιότητα να συναγάγουν τις συνέπειες της εκ μέρους της παραβιάσεως των αρχών αξιολογήσεως.
|
|
86. Against that background, following negotiation with the Commission (recitals 39, 111 and 113 to the contested decision), Microsoft, in May 2005, incorporated the WSPP pricing principles into the WSPP agreements. Thus, in Section 7.5 of the No Patent agreement (version of 21 May 2007), Microsoft declares that it has applied those pricing principles in establishing its remuneration table and indicates that, under Section 7.7(d) of that agreement, the monitoring trustee and the High Court of Justice are competent to impose obligations on Microsoft in the event of a breach of the pricing principles.
|
87. Όσον αφορά το περιεχόμενο των αρχών αξιολογήσεως WSPP, που εκτίθενται στη σκέψη 31 ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι προβλέπουν αρκούντως σαφή κριτήρια που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς και τα οποία επιτρέπουν στη Microsoft να εκτιμήσει αν δεδομένη τεχνολογία έχει εγγενή αξία διακριτή από τη στρατηγική της αξία, όπως αυτή περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii, της αποφάσεως του 2004 καθώς και στις εν λόγω αρχές αξιολογήσεως. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι οι εν λόγω αρχές αξιολογήσεως, οι οποίες στηρίζονται στο άρθρο 5 της αποφάσεως του 2004, μπορούν να εφαρμοστούν από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο και το High Court of Justice, αλλά δεν αρκούν για την εκ μέρους της Microsoft υιοθέτηση συμπεριφοράς σύμφωνης προς τη διάταξη αυτή ή για την εκ μέρους της Επιτροπής εκπλήρωση της αποστολής ελέγχου της οικείας συμπεριφοράς.
|
|
87. As regards the substance of the WSPP pricing principles, which are described in paragraph 31 above, the Court notes that they provide cumulative, sufficiently precise criteria that enable Microsoft to assess whether a given technology has an intrinsic value distinct from its strategic value, as described in both recital 1008(ii) to the 2004 decision and the WSPP pricing principles. Moreover, nothing permits the inference that those pricing principles, which are founded on Article 5 of the 2004 decision, are suitable for application by the monitoring trustee and the High Court of Justice but are not sufficient for Microsoft to adopt a course of conduct that complies with Article 5 or for the Commission to carry out its task of monitoring that conduct.
|
88. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε να επιβάλει στη Microsoft χρηματική ποινή για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, καθόσον η διάταξη αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σκέψη 84 ανωτέρω.
|
|
88. It follows that the Commission was entitled to impose a periodic penalty payment on Microsoft for failure to comply with its obligations under Article 5(a) of the 2004 decision, the latter provision meeting the conditions set out in paragraph 84 above.
|
89. Πρέπει να προστεθεί ότι, με το από 18 Απριλίου 2005 έγγραφο, η Επιτροπή επισήμανε στη Microsoft ότι οποιαδήποτε αμοιβή θα έπρεπε να ορίζεται κατ’ αποκοπή και να μην αποτελεί συνάρτηση των εισοδημάτων που προέρχονται από την πώληση των προϊόντων που πωλούν οι ανταγωνιστές της Microsoft. Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η SIIA, την 1η Μαρτίου 2007, ο κ. B., Senior Vice President, General Counsel και Corporate Secretary της Microsoft, δήλωσε, στο πλαίσιο συνεντεύξεως Τύπου, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της οποίας δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Microsoft, ότι οι αρχές αξιολογήσεως WSPP, παρά την κάποια πολυπλοκότητά τους, ήταν «σαφείς».
|
|
89. It should be added that, in a letter dated 18 April 2005, the Commission explained to Microsoft that all remuneration should be by way of a one-time fee and should not be calculated as a percentage of revenue deriving from the sale of products sold by Microsoft’s competitors. Furthermore, as SIIA points out, on 1 March 2007, Mr B., Microsoft’s Senior Vice President, General Counsel and Corporate Secretary, stated at a press conference, the transcript of which appears on Microsoft’s website, that the WSPP pricing principles were ‘very clear’ despite being somewhat complicated.
|
90. Το επιχείρημα της Microsoft ότι η Επιτροπή όφειλε να έχει προσδιορίσει το προσήκον ποσό αμοιβής με απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο ένδικης προσφυγής πριν προβεί στην επιβολή χρηματικής ποινής είναι ομοίως αβάσιμο.
|
|
90. Microsoft’s argument that the Commission should itself first have established, by means of a decision amenable to judicial review, the appropriate remuneration rate before it could impose a periodic penalty payment is also unfounded.
|
91. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 84 ανωτέρω, η χρησιμοποίηση αόριστων νομικών εννοιών σε μια διάταξη δεν συνιστά εμπόδιο για τη θεμελίωση της ευθύνης του παραβάτη. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, αν δεν ίσχυε τούτο, η παράβαση των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ, στα οποία χρησιμοποιούνται αόριστες νομικές έννοιες, όπως η στρέβλωση του ανταγωνισμού ή η «κατάχρηση» δεσπόζουσας θέσεως, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή προστίμου πριν την έκδοση προηγούμενης αποφάσεως η οποία να καθορίζει την παράβαση.
|
|
91. As is clear from paragraph 84 above, the use of imprecise legal concepts within a provision does not prevent liability being established as against a person who contravenes it. As the Commission points out, if it were otherwise, an infringement of Article 101 or 102 TFEU – which are themselves drawn up using imprecise legal concepts, such as distortion of competition or ‘abuse’ of a dominant position – could not give rise to a fine without the prior adoption of a decision establishing the infringement.
|
92. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Microsoft (βλ. σκέψη 75 ανωτέρω), σκοπός του άρθρου 5, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως του 2004 είναι να αναγκάσει την επιχείρηση να θεσπίσει και να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τα μέτρα που προτίθεται να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα στοιχεία α΄ και γ΄ της ίδιας διατάξεως. Επομένως, το εν λόγω άρθρο επιβάλλει μια υποχρέωση σκοπός της οποίας είναι, όπως αυτό ορίζει, να επιτρέψει στην Επιτροπή να αξιολογήσει, πριν την εκπνοή της προθεσμίας των 120 ημερών που τάσσεται με το στοιχείο α΄, τα μέτρα που η Microsoft προτίθεται να λάβει προκειμένου να θέσει τέλος στην παράβαση. Επομένως, ούτε από το άρθρο 5, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως του 2004 ούτε, κατά μείζονα λόγο, από την αιτιολογική της σκέψη 995, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεσμεύτηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να καθορίσει, με απόφαση, ένα εύλογο ποσό αμοιβής πριν προβεί στην επιβολή χρηματικής ποινής.
|
|
92. Contrary to Microsoft’s contention (see paragraph 75 above), Article 5(d) of the 2004 decision has the sole purpose of compelling Microsoft to adopt and disclose to the Commission the measures that it intends to take in order to comply with its obligations under points (a) to (c) of Article 5. That article thus lays down an obligation seeking, as it explains, to enable the Commission to assess, before expiry of the 120-day period laid down in point (a), the measures which Microsoft is proposing to take in order to bring the infringement to an end. It thus does not follow, either from Article 5(d) of the 2004 decision or, a fortiori , from recital 995 thereto, that the Commission, in any way whatsoever, undertook to define, by means of a decision, a reasonable remuneration rate before imposing a periodic penalty payment.
|
93. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η επιβληθείσα δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως χρηματική ποινή καλύπτει το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 2006 και 21ης Οκτωβρίου 2007. Όπως, όμως, προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 101 της αποφάσεως του 2005 και την αιτιολογική σκέψη 232 της αποφάσεως του 2006 (βλ. σκέψεις 15 και 16 ανωτέρω), η Microsoft δεν είχε καν παράσχει, στις 20 Ιουνίου 2006, πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, πράγμα που σημαίνει ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει σκόπιμο να καθορίσει ένα εύλογο ποσό αμοιβής, αυτό θα ήταν αδύνατο.
|
|
93. It should be added in that regard that the periodic penalty payment imposed pursuant to the contested decision covers the period from 21 June 2006 to 21 October 2007. As is apparent from recital 101 to the 2005 decision and from recital 232 to the 2006 decision (see paragraphs 15 and 16 above), Microsoft had not even provided, as at 20 June 2006, an accurate and complete version of the interoperability information; thus, even if the Commission had deemed it appropriate to establish reasonable remuneration rates, it would have been impossible for it to do so.
|
94. Επιπλέον, η διάκριση την οποία η Microsoft επιχειρεί μεταξύ προστίμου και χρηματικής ποινής (βλ. σκέψη 76 ανωτέρω) δεν ασκεί επιρροή επί του ζητήματος που εξετάζεται στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, αφενός, ένα πρόστιμο επιβαλλόμενο δυνάμει του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 και μια οριστική χρηματική ποινή, όπως η επίμαχη, επιβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού αποτελούν, αντιστοίχως, τις συνέπειες της παραβάσεως των άρθρων 101 ΣΛΕΕ ή 102 ΣΛΕΕ και της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η παύση της επίμαχης παραβάσεως και, ενδεχομένως, επιβάλλονται μέτρα συμπεριφοράς. Αφετέρου, τόσο το πρόστιμο όσο και η χρηματική ποινή αφορούν τη συμπεριφορά της επιχειρήσεως όπως αυτή εκδηλώθηκε στο παρελθόν και πρέπει αμφότερα να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα, προκειμένου να αποφευχθεί η συνέχιση ή η επανάληψη της παραβάσεως. Ενόψει των κοινών αυτών χαρακτηριστικών και σκοπών, δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση ως προς την ακρίβεια που απαιτείται κατά τον προσδιορισμό των ενεργειών στις οποίες μια επιχείρηση οφείλει ή όχι να προβεί, προκειμένου να συμμορφωθεί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, πριν εκδοθεί ως προς αυτή απόφαση περί επιβολής προστίμου ή απόφαση περί επιβολής οριστικής χρηματικής ποινής.
|
|
94. Furthermore, the distinction between a fine and a periodic penalty payment which Microsoft seeks to establish (see paragraph 76 above) is of no relevance to the question raised in the context of this plea. First, a fine imposed under Article 23 of Regulation No 1/2003 and a definitive periodic penalty payment, such as that at issue, imposed under Article 24(2) of that regulation, are consequent, respectively, upon (i) an infringement of Article 101 or 102 TFEU and (ii) a decision ordering that the infringement in question be brought to an end and, where appropriate, prescribing behavioural remedies. Second, a fine and a periodic penalty payment both relate to the conduct of an undertaking as revealed in the past and both of them require a deterrent effect in order to prevent repetition or continuation of the infringement. In view of those shared characteristics and objectives, there is no reason to state with different degrees of precision what an undertaking must do or not do to comply with the competition rules before either a decision imposing a fine or a decision imposing a definitive periodic penalty payment is adopted in its regard.
|
95. Εξάλλου, η Microsoft ορθώς υποστηρίζει ότι στην έννοια της «εύλογης αμοιβής» μπορούν να εμπίπτουν διάφορες αμοιβές. Εντούτοις, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνει το βάσιμο της απόψεως που υποστήριξε η Επιτροπή, κατά την οποία δεν εναπόκειται σε αυτή να επιλέξει κάποιο ποσό αμοιβής μεταξύ των εύλογων κατά την έννοια της αποφάσεως του 2004 αμοιβών και να το επιβάλει στη Microsoft. Συγκεκριμένα, μολονότι η Επιτροπή έχει, ασφαλώς, την εξουσία να διαπιστώνει την παράβαση και να υποχρεώνει τα ενδιαφερόμενα μέρη να παύουν την παράβαση, εντούτοις, δεν είναι αρμόδια να επιβάλει στα μέρη τη δική της επιλογή μεταξύ των διαφόρων δυνατοτήτων συμπεριφοράς που όλες είναι σύμφωνες προς τη Συνθήκη ή προς απόφαση με την οποία επιβάλλονται μέτρα συμπεριφοράς, όπως είναι η απόφαση του 2004 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, T‑24/90, Automec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑2223, σκέψη 52). Επομένως, αν η επιχείρηση επέλεξε μία από τις εν λόγω δυνατότητες, η Επιτροπή δεν δύναται να διαπιστώσει παράβαση ή να επιβάλει χρηματική ποινή με την αιτιολογία ότι προτιμά την άλλη δυνατότητα. Ως εκ τούτου, στη Microsoft εναπόκειται να παραχωρήσει δικαιώματα προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες καθώς και δικαιώματα χρήσεως των εν λόγω πληροφοριών, έναντι εύλογης αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, χωρίς η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να της επιβάλει χρηματική ποινή στην περίπτωση που θα έκρινε ότι η επίμαχη αμοιβή είναι μεν εύλογη πλην όμως και άλλες, ενδεχομένως «ακόμη πιο εύλογες», αμοιβές θα μπορούσαν να έχουν προταθεί.
|
|
95. Microsoft is, on the other hand, right to maintain that several rates may be covered by the notion of ‘reasonable remuneration rates’. Nevertheless, that finding confirms the merits of the Commission’s argument that it is not for it to choose a particular rate of remuneration from among what are reasonable rates for the purpose of the 2004 decision and impose that rate upon Microsoft. Indeed, although the Commission undoubtedly has the power to find that an infringement exists and to order the parties concerned to bring it to an end, it is not for the Commission to impose upon the parties its own choice from among all the various potential courses of action which are in conformity with the Treaty or with a decision imposing behavioural remedies, such as the 2004 decision (see, to that effect, Case T‑24/90 Automec v Commission [1992] ECR II‑2223, paragraph 52). It follows that if the undertaking has chosen one of those potential courses of action, the Commission will not be in a position to make a finding of infringement or impose a periodic penalty payment on the ground that it prefers another of them. It is thus for Microsoft to grant rights of access to, and use of, the interoperability information at remuneration rates that are reasonable for the purpose of Article 5(a) of the 2004 decision and the Commission may not impose a periodic penalty payment on Microsoft should it take the view that the rates in question are reasonable but that other, possibly ‘even more reasonable’, rates should have been proposed.
|
96. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Microsoft που αντλούνται από φερόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως (βλ. σκέψη 77 ανωτέρω).
|
|
96. In those circumstances, the Court must reject Microsoft’s argument alleging infringement of the principle of sound administration (see paragraph 77 above).
|
97. Τέλος, το επιχείρημα της Microsoft που αντλείται από παράβαση του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν μπορεί ομοίως να γίνει δεκτό. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Microsoft αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής αναφορικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών και, συνακόλουθα, με το εύλογο ύψος των ζητούμενων αμοιβών. Επομένως, η αιτίαση της Microsoft συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στο ότι, αν η Επιτροπή είχε προσδιορίσει, με απόφαση, την ενδεδειγμένη αμοιβή, αυτή θα μπορούσε να είχε αμφισβητήσει σε προγενέστερο στάδιο την ως άνω εκτίμηση. Εντούτοις, αν αυτή ήταν πράγματι η βούληση της Microsoft, θα μπορούσε, αντί να προβεί σε επί μακρόν συνομιλίες με την Επιτροπή και σε σταδιακή μείωση των ζητούμενων αμοιβών, καταρχάς, να κοινοποιήσει, το συντομότερο, ένα πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και, εν συνεχεία, να καθορίσει οριστικά τις αμοιβές που θεωρούσε ενδεδειγμένες. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν η Επιτροπή θεωρούσε ότι οι επίμαχες αμοιβές δεν ήταν εύλογες, θα προέβαινε ενωρίτερα στην έκδοση μιας αποφάσεως όπως η προσβαλλόμενη στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της Microsoft δεν εθίγη καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
|
|
97. Finally, Microsoft’s argument alleging infringement of the right to effective judicial protection cannot succeed either. In that regard, it is sufficient to observe that, in these proceedings, Microsoft is challenging the Commission’s assessment of the innovative character of the technologies in question and, as a consequence, its assessment of the reasonableness of the rates of remuneration. Microsoft’s complaint thus amounts, in essence, to claiming that it would have been able to challenge that assessment sooner if the Commission had established, by means of a decision, the appropriate rate. If that had been what Microsoft wanted, it could – instead of entering into a long dialogue with the Commission and gradually reducing the rates charged – first of all, have made available at the earliest opportunity an accurate and complete version of the interoperability information and then have definitively adopted the remuneration rates that it considered appropriate. In such a situation, if the Commission were to consider the rates in question unreasonable, a decision such as the one challenged in the present case would have been adopted earlier. Microsoft’s right to effective judicial protection has thus not been affected in any way whatsoever.
|
98. Το σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στα ως άνω επιχειρήματα, μολονότι είχαν επίσης προβληθεί στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, πρέπει ομοίως να απορριφθεί.
|
|
98. The Court must also reject the part of this plea which alleges that the obligation to state reasons has been infringed as a result of the Commission’s failure to answer these arguments, which had also been put forward during the administrative proceedings.
|
99. Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του εκδόντος την πράξη θεσμικού οργάνου, κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που ενδέχεται να έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, στο μέτρο που το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον βάσει του γράμματός του, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2000, C‑265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I‑2061, σκέψη 93).
|
|
99. It is settled case-law that the statement of reasons required under Article 253 EC must be appropriate to the measure at issue and must disclose in a clear and unequivocal fashion the reasoning followed by the institution which adopted that measure, in such a way as to enable the persons concerned to ascertain the reasons for the measure and to enable the competent Court to exercise its power of review. The requirement to state reasons must be evaluated according to the circumstances of each case, in particular the content of the measure in question, the nature of the reasons given and the interest which the addressees of the measure, or other parties to whom it is of direct and individual concern, may have in obtaining explanations. It is not necessary for the reasoning to go into all the relevant facts and points of law, since the question whether the statement of reasons meets the requirements of Article 253 EC must be assessed with regard not only to the wording of the measure, but also to its context and to all the legal rules governing the matter in question (Case C-265/97 P VBA v Florimex and Others [2000] ECR I‑2061, paragraph 93).
|
100. Όπως προκύπτει από την ανάλυση που προηγήθηκε, οι κανόνες δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα ουδόλως εμποδίζουν την επιβολή χρηματικής ποινής χωρίς προηγουμένως να έχει προσδιοριστεί το ποσό αμοιβής το οποίο, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν εύλογο υπό την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, καθόσον εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τους λόγους για τους οποίους το ποσό αμοιβής που ζητεί η Microsoft δεν ήταν εύλογο, χωρίς να απαιτείται συναφώς αιτιολογία η οποία να αναφέρεται ειδικώς στη δυνατότητα επιβολής προστίμου χωρίς να έχει προηγουμένως προσδιοριστεί από την Επιτροπή η εύλογη αμοιβή.
|
|
100. As is clear from the foregoing analysis, the legal rules governing the area concerned do not prevent a periodic penalty payment being imposed without the prior specification of a rate of remuneration which, in the Commission’s view, would be reasonable for the purpose of Article 5(a) of the 2004 decision. That being so, the Commission fulfils its obligation to state reasons when it sets out clearly and unequivocally the reasons why the remuneration rates charged by Microsoft were unreasonable, there being no need for that purpose for reasoning dealing specifically with the possibility of the Commission imposing a periodic penalty payment without first specifying a reasonable rate.
|
101. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
|
|
101. Accordingly, the first plea must be rejected.
|
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από πλάνη της Επιτροπής όσον αφορά το μη εύλογο ύψος των αμοιβών που αφορούν τη σύμβαση No Patent
|
|
Second plea: the Commission erred in law by concluding that the remuneration rates relating to the ‘No Patent’ agreement were unreasonable
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
102. Λαμβανομένης υπόψη της αοριστίας της έννοιας της εύλογης αμοιβής και της αρνήσεως της Επιτροπής να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις της Microsoft, η τελευταία αναγκάστηκε να δημιουργήσει ένα μηχανισμό που να επιτρέπει τη διαπραγμάτευση του ύψους της αμοιβής με τους δυνητικούς δικαιούχους άδειας εκμεταλλεύσεως και να υπαχθεί στην αρμοδιότητα διαιτησίας του ανεξάρτητου εντολοδόχου. Επιπλέον, κατ’ αίτηση της Επιτροπής, η Microsoft καθόρισε ποσά αμοιβών σε επίπεδα, μάλιστα, χαμηλότερα αυτών που πρότεινε η παγκοσμίου φήμης εταιρία συμβούλων PricewaterhouseCoopers, με βάση την αξιολόγηση τεχνολογιών που μπορούσαν ορθώς να θεωρηθούν ως συγκρίσιμες και κατ’ εφαρμογή γενικώς αναγνωρισμένων μεθόδων. Πάντως, όπως είναι ευρέως γνωστό, ακόμη και οι αμοιβές αυτές αποτελούσαν απλώς αφετηρία για τις διαπραγματεύσεις με τους δυνητικούς αντισυμβαλλομένους, δεδομένου ότι σε περίπτωση διαφωνίας μπορούσε να ζητηθεί από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο να καθορίσει την εύλογη αμοιβή κατ’ εφαρμογή των αρχών αξιολογήσεως WSPP. Ακόμη και σε περίπτωση διαφωνίας της Επιτροπής με την εκτίμηση των εξωτερικών πραγματογνωμόνων στους οποίους η Microsoft απευθύνθηκε καλόπιστα και προς συμμόρφωση με την απόφαση του 2004, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η Microsoft υιοθέτησε δυσανάλογα υψηλές αμοιβές, και κατά μείζονα λόγο αμοιβές εισάγουσες διακρίσεις, δεδομένου ότι κανείς από τους αντισυμβαλλομένους της δεν έκρινε σκόπιμο να προσφύγει στον ανεξάρτητο εντολοδόχο, ούτε καν κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, μολονότι η θέση της Microsoft είχε αποδυναμωθεί εξαιτίας της απειλής επιβολής σε βάρος της ιδιαίτερα υψηλής χρηματικής ποινής. Εν πάση περιπτώσει, η δημιουργία του εν λόγω μηχανισμού επιλύσεως διαφορών με τη σύμφωνη γνώμη της Microsoft εγγυάτο ότι οποιαδήποτε αμοιβή ήθελε τελικώς καταβληθεί θα ήταν εύλογη, διότι θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές αξιολογήσεως WSPP που εφάρμοζε ο εντολοδόχος.
|
|
102. Microsoft argues that, in view of the imprecise nature of the notion of reasonable remuneration and the Commission’s refusal to specify Microsoft’s obligations, it agreed to create a mechanism for negotiating remuneration rates with potential licensees and to submit to arbitration by the monitoring trustee. Furthermore, at the Commission’s request, Microsoft fixed remuneration rates at even lower levels than those suggested by PricewaterhouseCoopers, a world-renowned firm of experts, which were based on the evaluation of technologies reasonably considered to be comparable and in accordance with universally accepted methods. However, as is widely known, even those rates served merely as a starting point in negotiations with potential licensees, it being possible to refer the matter to the monitoring trustee in the event of disagreement, in order to define a reasonable rate pursuant to the WSPP pricing principles. Even if the Commission did not agree with the assessment of the external specialists appointed by Microsoft in good faith and with the aim of complying with the 2004 decision, it cannot be accepted that Microsoft applied unreasonable, let alone discriminatory, remuneration rates, since none of its licensees considered it appropriate to refer the matter to the monitoring trustee, even during the negotiations, although Microsoft’s position was weakened because of the threat of a very high periodic penalty payment. In any event, the implementation of that dispute resolution mechanism with Microsoft’s agreement ensured that any remuneration eventually paid would be reasonable because it would be in accordance with the WSPP pricing principles applied by the monitoring trustee.
|
103. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τη Microsoft, ότι ο λόγος για τον οποίο ορισμένες επιχειρήσεις δεν διαπραγματεύθηκαν με αυτή ούτε προσέφυγαν στον ανεξάρτητο εντολοδόχο δεν είναι ότι οι προταθείσες από τη Microsoft αμοιβές δεν ήταν εύλογες, αλλά μάλλον ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν συμφωνούσαν με το επιχείρημα περί ελλείψεως καινοτόμου χαρακτήρα των επίμαχων πρωτοκόλλων.
|
|
103. In those circumstances, it must, in Microsoft’s submission, be concluded that the reason why certain undertakings did not even negotiate with Microsoft or refer the matter to the monitoring trustee was not that the remuneration rates proposed by Microsoft were unreasonable but rather that they did not believe that the protocols in question were not innovative.
|
104. Η Microsoft απορρίπτει επίσης ως ανακριβή τα επιχειρήματα ότι οι επιχειρήσεις που συνήψαν συμβάσεις για την παροχή αδειών εκμεταλλεύσεως κατέβαλαν αμοιβή για τη στρατηγική αξία των επίμαχων τεχνολογιών και ότι δεν ήταν ανταγωνιστικές της Microsoft.
|
|
104. Microsoft also rejects as materially inaccurate the arguments that the undertakings which concluded licensing agreements paid for the strategic value of the technologies in question and were not competitors of Microsoft.
|
105. Το γεγονός ότι οι συναφθείσες με τη Microsoft συμφωνίες αφορούν τη σύμβαση All IP είναι άνευ σημασίας, καθόσον εξ αυτού δεν συνάγεται ότι οι προτεινόμενες για τη σύμβαση No Patent αμοιβές δεν ήταν εύλογες και ότι ο τεχνικός φάκελος ήταν ίδιος σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
|
|
105. The fact that the agreements concluded with Microsoft concern the All IP agreement is irrelevant, since it cannot be inferred from that that the remuneration rates proposed for the No Patent agreement were unreasonable and since the technical documentation was exactly the same in both cases.
|
106. Δεδομένου ότι η Microsoft ανέπτυξε κατ’ επανάληψη τα επιχειρήματα αυτά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας χωρίς, εντούτοις, να λάβει απάντηση, ούτε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία στερείται επίσης αιτιολογίας.
|
|
106. Since Microsoft repeatedly raised these arguments during the administrative proceedings without receiving any response, including in the contested decision, the latter is also vitiated by a failure to state reasons.
|
107. Αντιμέτωπη, εξάλλου, με την άρνηση της Επιτροπής να προσδιορίσει τις αμοιβές τις οποίες θεωρούσε εύλογες, η Microsoft αναγκάστηκε να εφαρμόσει αναδρομικώς από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του 2004 τις αμοιβές που χαρακτηρίστηκαν ως εύλογες κατά το πέρας των συνομιλιών με την Επιτροπή, οπότε οι τυχόν δικαιούχοι άδειας εκμεταλλεύσεως ήταν βέβαιοι ότι, τελικώς, καλούνταν να καταβάλουν εύλογη αμοιβή. Το επιχείρημα της Επιτροπής σχετικά με τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των αμοιβών που απλώς προτάθηκαν, αλλά δεν «εφαρμόστηκαν» από τη Microsoft, αποτελεί απλώς υπόθεση η οποία δεν αποδεικνύεται.
|
|
107. Faced with the Commission’s refusal to specify the remuneration rates which it considered reasonable, Microsoft also undertook to apply retroactively to the date of adoption of the 2004 decision whatever rates would ultimately be defined as reasonable as a result of the exchanges with the Commission, so that potential licensees would be certain that in the end they would have to pay only a reasonable price. The Commission’s claim regarding the dissuasive effect of remuneration rates which are only proposed, and not ‘applied’ by Microsoft, is only a supposition which is unsupported by evidence.
|
108. Αν η Επιτροπή απέδιδε τόση σημασία στο να μπορούν οι τυχόν δικαιούχοι αδειών να υπολογίζουν με ακρίβεια τις αμοιβές για τις άδειες αυτές, σε αυτή εναπόκειτο να εκδώσει απόφαση η οποία να προσδιορίζει το ανώτατο ποσό εύλογης αμοιβής αντί να επιβάλλει ένα μηχανισμό διαιτησίας.
|
|
108. Microsoft maintains that, if the Commission accorded so much importance to the opportunity for potential licensees to calculate the licence costs accurately, it should have adopted a decision specifying the reasonable maximum rate instead of imposing an arbitration mechanism.
|
109. Υποστηριζόμενη από την CompTIA, η Microsoft υπογραμμίζει ότι το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με φορείς μη συνδεόμενους με τη Microsoft αποτελεί την πλέον αξιόπιστη ένδειξη για τον εύλογο χαρακτήρα μιας δεδομένης αμοιβής. Στο πλαίσιο αυτό, τέσσερις επιχειρήσεις είχαν ήδη συνάψει αυτοβούλως συμφωνίες προσβάσεως στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες ακόμη δε και έναντι αμοιβής υψηλότερης από αυτή που η Επιτροπή θεωρούσε δυσανάλογα υψηλή, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να παραβλέπεται υπέρ θεωρητικών και αφηρημένων κατασκευών αξιολογήσεως. Επιπλέον, κατά την CompTIA, στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, αφενός, ήταν αδύνατο να γνωρίζει κανείς αν οι επίμαχες επιχειρήσεις σκόπευαν να αναπτύξουν τεχνολογίες ανταγωνιστικές προς αυτές της Microsoft, αφετέρου, το ζήτημα αυτό ήταν εν πάση περιπτώσει άνευ σημασίας υπό το πρίσμα του αντικειμένου της αποφάσεως του 2004.
|
|
109. Supported by CompTIA, Microsoft maintains that the product of arm’s length negotiations is the most reliable indicator of the reasonable character of a given remuneration rate. Four undertakings had already concluded, of their own free will, agreements for access to the interoperability information even at a price higher than that regarded by the Commission to be unreasonable, a fact which cannot be ignored in favour of theoretical and abstract arguments. Furthermore, according to CompTIA, it is impossible to know at the negotiation stage whether the undertakings in question intended to develop technologies to compete with those of Microsoft, this issue being in any event irrelevant to the purpose of the 2004 decision.
|
110. Η Microsoft προσθέτει ότι η απόφαση του 2004 δεν της απαγορεύει να ζητήσει αμοιβή ανάλογη προς τα εισοδήματα των δικαιούχων αδειών ούτε της επιβάλλει να προσαρμοστεί στο επιχειρηματικό μοντέλο εκάστου των δυνητικών αντισυμβαλλομένων της.
|
|
110. Microsoft adds that the 2004 decision does not preclude it from charging remuneration rates which are a proportion of the revenue of the licensees nor does it require Microsoft to adapt to the business model of each of its potential licensees.
|
111. Τέλος, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η σύμβαση No Patent, παρά την ονομασία της, παρείχε στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τις κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καινοτομίες της Microsoft. Αν η Επιτροπή φρονεί ότι η υπόσχεση της Microsoft να μην προβάλλει δικαιώματα που αντλεί από τα σχετικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, οφείλει να δηλώσει σαφώς τούτο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
|
|
111. Finally, the Commission ignored the fact that, in spite of its name, the No Patent agreement gave interested parties the right to use Microsoft’s patented innovations. If the Commission considers that Microsoft’s pledge not to assert rights under the corresponding patents does not have the desired effect, it should state so clearly in these proceedings.
|
112. Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων της αμφισβητούν το βάσιμο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.
|
|
112. The Commission and the interveners supporting it dispute the merits of this plea.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
113. Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Microsoft ότι οι αμοιβές που αυτή ζητούσε κατά το διάστημα που καλύπτει η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούσαν απλές προτάσεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων οι οποίες θα κατέληγαν σε εύλογες αμοιβές. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 έχει ως σκοπό όχι απλώς να υποχρεώσει τη Microsoft να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με κάθε επιχείρηση η οποία επιθυμεί να αναπτύξει και να διανείμει λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας, αλλά και να την εξαναγκάσει να γνωστοποιήσει στην επιχείρηση τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους προς τον σκοπό αυτό υπό προϋποθέσεις εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις.
|
|
113. The Court must reject at the outset Microsoft’s argument that the remuneration rates charged during the period covered by the contested decision were merely proposals acting as a starting point for negotiations that would culminate in reasonable rates. In fact, the purpose of Article 5(a) of the 2004 decision is not only to oblige Microsoft to negotiate with any undertaking having an interest in developing and distributing work group server operating system products but also to compel it to make the interoperability information available to the undertaking and to allow the use of it for that purpose on reasonable and non-discriminatory terms.
|
114. Κατά συνέπεια η Microsoft, από την εκπνοή της ταχθείσας με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 προθεσμίας των 120 ημερών, υποχρεούνταν να αναλάβει την πρωτοβουλία να προτείνει τέτοιες προϋποθέσεις. Συναφώς, το γεγονός ότι οι προταθείσες από τη Microsoft αμοιβές κατά το διάστημα που καλύπτεται από την προσβαλλόμενη απόφαση είναι χαμηλότερες από τις προταθείσες από την PricewaterhouseCoopers, με την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή της, είναι άνευ σημασίας, πολλώ δε μάλλον που η εν λόγω έκθεση δεν περιέχει ανάλυση σχετικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών. Όσον αφορά, εξάλλου, την απουσία ορισμού της έννοιας της εύλογης αμοιβής και των συναφών υποχρεώσεων της Επιτροπής, πρέπει να υπομνησθούν οι παρατηρήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 84 έως 95 ανωτέρω.
|
|
114. It follows that Microsoft was obliged to propose such terms on its own initiative as soon as the period of 120 days accorded by Article 5(a) of the 2004 decision was over. As a corollary, the fact that the remuneration rates proposed by Microsoft during the period covered by the contested decision are lower than those proposed by PricewaterhouseCoopers in its report of 23 April 2007 is irrelevant, particularly since that report does not contain an analysis of whether the technologies in question were innovative. Concerning, moreover, the lack of a definition of reasonable remuneration and the Commission’s obligations in that regard, the Court recalls the considerations in paragraphs 84 to 95 above.
|
115. Το επιχείρημα της Microsoft ότι η δημιουργία του μηχανισμού του ανεξάρτητου εντολοδόχου με τη σύμφωνη γνώμη της εγγυάτο ότι οποιαδήποτε αμοιβή ήθελε τελικώς καταβληθεί θα ήταν εύλογη, διότι θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές αξιολογήσεως WSPP που εφάρμοζε ο εντολοδόχος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, όπως υπογραμμίσθηκε στις σκέψεις 113 και 114 ανωτέρω, η επιβληθείσα στη Microsoft με την απόφαση του 2004 υποχρέωση συνίστατο στη γνωστοποίηση, με δική της πρωτοβουλία, των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και στην παραχώρηση της άδειας χρήσεώς τους υπό εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ύπαρξη ενός μηχανισμού διαιτησίας ανατεθειμένου σε ανεξάρτητο εντολοδόχο σκοπεί, το πολύ, να μετριάσει τις συνέπειες τυχόν επιμονής της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως σε μια καταχρηστική συμπεριφορά, προκειμένου οι τυχόν διαφορές να επιλυθούν ταχέως και, προπάντων, με την αξιοποίηση ενός ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου γνώσεων στον τομέα αυτό. Εντούτοις, η θέσπιση ενός τέτοιου μηχανισμού δεν μπορεί να εγγυηθεί την αποκατάσταση του ανταγωνισμού στην κατάσταση που θα υπήρχε αν η Microsoft είχε προτείνει με δική της πρωτοβουλία πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες υπό εύλογες προϋποθέσεις. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμη περισσότερο στο πλαίσιο ταχέως εξελισσόμενων αγορών, οι οποίες για την ανάπτυξη προϊόντων όπως τα επίμαχα απαιτούν επενδύσεις που συνεπάγονται ιδιαίτερα υψηλά πάγια έξοδα τα οποία πρέπει να μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων από τους ενδιαφερόμενους. Επιπροσθέτως, όπως εξέθεσε η Επιτροπή απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να αντικρουσθεί από τη Microsoft, οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες κατέστη δυνατό να θεωρηθούν ως γνωστοποιηθείσες με ένα πλήρες και σαφές κείμενο, υπό την έννοια ότι μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση ενός προγράμματος για την ανάπτυξη ενός προϊόντος λογισμικού, στις 23 Νοεμβρίου 2006. Επομένως, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία αυτή, η αποστολή του ανεξάρτητου εντολοδόχου ως διαιτητή, όσον αφορά τον εύλογο χαρακτήρα των προταθεισών από τη Microsoft αμοιβών, συναντούσε επί της ουσίας σοβαρές δυσχέρειες. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ενός μηχανισμού διαιτησίας ο οποίος προβλέφθηκε μόνον κατόπιν της συνάψεως της συμβάσεως No Patent δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράγοντας ικανός να αποκαταστήσει πλήρως τις συνέπειες της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
115. The Court cannot accept Microsoft’s argument that its agreement to create the independent monitoring trustee mechanism ensured that all remuneration eventually paid would be reasonable because it would be in accordance with the WSPP pricing principles applied by the monitoring trustee. As has been pointed out in paragraphs 113 and 114 above, Microsoft’s obligation under the 2004 decision was to make the interoperability information available on its own initiative and to authorise the use of it on reasonable and non-discriminatory terms. In those circumstances, the existence of an arbitration mechanism entrusted to an independent trustee is intended, at the very most, to attenuate the consequences should the dominant undertaking persist in the abuse, in order to settle possible disputes quickly and, above all, with the advantage of a particularly high level of relevant knowledge. However, the implementation of such a mechanism cannot restore the competitive situation as it would have been if Microsoft had, on its own initiative, offered access to the interoperability information on reasonable terms. That finding is particularly relevant in the context of markets which are evolving rapidly and in which the development of products such as those at issue is dependent on investments where the fixed cost is very high and must be calculable in advance by interested parties. In addition, as the Commission explained in response to a written question from the Court – without being contradicted by Microsoft – an accurate and complete version of the interoperability information could be considered to have been made available (in the sense that a software development project could be based on it) on 23 November 2006. It follows that the very basis of the monitoring trustee’s task as an arbiter of the reasonableness of the prices proposed by Microsoft was seriously compromised at least until that date. The fact that an arbitration mechanism was in place only following conclusion of a No Patent agreement thus cannot be regarded as a factor that could fully remedy the consequences of the failure to comply with the obligations imposed under Article 5(a) of the 2004 decision.
|
116. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη ρήτρα περί «ταχείας διαδικασίας επιλύσεως διαφορών» που περιείχαν οι συμβάσεις για την αξιολόγηση του τεχνικού φακέλου του Οκτωβρίου 2005 και του Φεβρουαρίου 2006 (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω), στην οποία αναφέρεται η υποσημείωση 136 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το γράμμα της σχετικής ρήτρας η οποία, κατά τη Microsoft, έχει πανομοιότυπη διατύπωση στα κείμενα του Φεβρουαρίου 2007, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Microsoft και δυνητικού δικαιούχου άδειας όσον αφορά τη συμβατότητα των αμοιβών που ζητούνται ή την κατηγοριοποίηση των τεχνολογιών με τις αρχές αξιολογήσεως WSPP ή όσον αφορά τις διατάξεις κάποιας συμβάσεως WSPP, ο δικαιούχος της άδειας οφείλει να γνωστοποιήσει γραπτώς στη Microsoft τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι αυτή δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της. Αν δεν εξευρεθεί συμφωνία εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, ο δικαιούχος της άδειας μπορεί να απευθυνθεί στον ανεξάρτητο εντολοδόχο, ο οποίος είναι αρμόδιος να διατυπώσει γνώμη επί του ζητήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Microsoft υποχρεούται να γνωστοποιήσει γραπτώς, εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων, τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούν, κατά την άποψή της, τις επίμαχες αμοιβές ή διατάξεις.
|
|
116. The same is true of the ‘fast-track dispute resolution procedure’ contained in the evaluation agreements of October 2005 and February 2006 (see paragraph 23 above), to which reference is made in footnote 136 to the contested decision. Indeed, as is clear from its wording (which, according to Microsoft, is in identical terms in the February 2007 versions), in the event of disagreement between Microsoft and a prospective licensee on whether the prices charged, or the categorisation of the technologies, were in accordance with the WSPP pricing principles, the licensee must notify Microsoft in writing of the reasons why it believes that Microsoft is failing to comply with its obligations. If the dispute is not settled within 15 working days, the potential licensee may refer the matter to the monitoring trustee, who is entitled to produce an opinion on the issue. In such a case, Microsoft is required to provide in writing the reasons that it claims support the pricing or terms concerned.
|
117. Από τη ρήτρα περί «ταχείας διαδικασίας επιλύσεως διαφορών» προκύπτει ότι ο μηχανισμός που αυτή προβλέπει δεν παρέχει στον ανεξάρτητο εντολοδόχο εξουσία επιβολής, κατά το πέρας του προκαταρκτικού ελέγχου που πραγματοποιείται προς τον σκοπό της συνάψεως στο μέλλον συμβάσεως WSPP, αμοιβών σύμφωνων με τις αρχές αξιολογήσεως WSPP, αλλά μόνο τη δυνατότητα εκφράσεως συναφώς της γνώμης του, η δε Microsoft μπορεί να εμμείνει στην άποψή της εκθέτοντας το σκεπτικό της αποφάσεώς της. Επομένως, ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη το ότι η Microsoft υποχρεούνταν, βάσει του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, να προτείνει με δική της πρωτοβουλία εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις, πάντως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο επίμαχος μηχανισμός δεν μπορούσε να εγγυηθεί αποτέλεσμα ισοδύναμο με το επιδιωκόμενο από την εν λόγω διάταξη.
|
|
117. It is clear from the ‘fast track dispute resolution’ clause that the mechanism provided for does not give the monitoring trustee power to impose, following an ex ante review with a view to the future conclusion of a WSPP agreement, remuneration rates consistent with the WSPP pricing principles but solely power to give an opinion in that regard, since Microsoft is able to maintain its position, stating the reasons for its decision. Thus, even leaving aside the fact that Microsoft was required, under Article 5(a) of the 2004 decision, to propose reasonable and non-discriminatory terms on its own initiative, the fact remains that the mechanism in question was not appropriate for achieving a result equivalent to that sought by Article 5(a).
|
118. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Microsoft δεσμεύτηκε να εφαρμόσει αναδρομικώς τις αμοιβές οι οποίες θα γίνονταν δεκτές από την Επιτροπή ως εύλογες ουδόλως αναιρεί τη διαπίστωση ότι, κατά το διάστημα που καλύπτει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μετά την εκπνοή της ταχθείσας με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 προθεσμίας, οι αμοιβές αυτές δεν προτάθηκαν από τη Microsoft στις επιχειρήσεις που επιθυμούσαν να προβούν στην ανάπτυξη και διανομή λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
118. Furthermore, the fact that Microsoft undertook to apply retroactively the rates which the Commission accepted were reasonable does not affect the finding that, during the period covered by the contested decision (that is to say, well after expiry of the period laid down by Article 5(a) of the 2004 decision), those rates were not offered by Microsoft to undertakings having an interest in developing and distributing work group server operating system products.
|
119. Εν τέλει, το γεγονός ότι ορισμένες επιχειρήσεις συνήψαν συμφωνίες με τη Microsoft έναντι της αμοιβής που αυτή ζήτησε χωρίς να προσφύγουν στον ανεξάρτητο εντολοδόχο δεν αρκεί προς αμφισβήτηση του βασίμου των λόγων που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 165 έως 219 της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών. Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως παραδέχεται η Microsoft, οι επίμαχες συμφωνίες είναι της μορφής All IP, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι αφορούν και τις τεχνολογίες της Microsoft που καλύπτονται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας, των οποίων ο καινοτόμος χαρακτήρας δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Επομένως, μολονότι το γεγονός ότι οι επίμαχες συμφωνίες είναι της μορφής All IP δεν αποδεικνύει ότι οι ζητηθείσες από τη Microsoft αμοιβές στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent είναι δυσανάλογα υψηλές, πάντως δεν αποδεικνύει ούτε το αντίθετο. Δεύτερον, αν υποτεθεί ότι οι υπεύθυνοι των εταιριών αυτών είχαν πεισθεί περί του καινοτόμου χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών, το βασικό ζήτημα έγκειται στο αν η ανάλυση της Επιτροπής συναφώς είναι αντικειμενικώς σύμφωνη με τους εφαρμοστέους στον τομέα αυτό κανόνες, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
|
|
119. Moreover, the fact that some undertakings concluded agreements with Microsoft on the rates asked by it without referring the matter to the monitoring trustee is not sufficient to undermine the reasons set out in recitals 165 to 219 to the contested decision concerning the innovative character of the technologies in question. Firstly, as Microsoft concedes, the agreements in question are All IP agreements, which means that they also concern Microsoft’s patented technologies, whose innovative character has not been called in question by the Commission. Thus, although the fact that the agreements concerned are All IP agreements does not establish that Microsoft’s remuneration rates under the No Patent agreement are unreasonable, it does not establish the contrary either. Secondly, assuming that the managers of those companies were convinced that the technologies concerned were innovative, the key question is whether the Commission’s analysis in this regard is objectively in compliance with the applicable rules in the area, a question which will be examined in the context of the third plea.
|
120. Εξάλλου πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι η απόφαση του 2004 δεν απαγορεύει στη Microsoft να ζητήσει αμοιβή ανάλογη προς τα εισοδήματα των δικαιούχων αδειών, εντούτοις τέτοιες αμοιβές μπορούν να ζητηθούν μόνον αν αντιπροσωπεύουν διαφορετική αξία από τη στρατηγική αξία των επίμαχων τεχνολογιών (βλ. αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii, της αποφάσεως του 2004). Στην τελευταία ακριβώς αυτή πτυχή αναφέρεται η εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό την επιφύλαξη της υποχρεώσεως παροχής των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών υπό προϋποθέσεις μη εισάγουσες διακρίσεις, η απόφαση του 2004 είναι ουδέτερη όσον αφορά τη δυνατότητα εκάστου των δυνητικών αντισυμβαλλομένων της Microsoft να συνάψει συμφωνία μαζί της αναλόγως του επιχειρηματικού μοντέλου του. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά της Microsoft αναλύεται με βάση τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών και όχι τη δυνατότητα εκάστου των δυνητικών αντισυμβαλλομένων της να συνάψει συμφωνία με αυτή υπό το πρίσμα του επιχειρηματικού μοντέλου του. Επομένως, τα επιχειρήματα της Microsoft που συνοψίζονται στη σκέψη 110 ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή.
|
|
120. It is also important to make clear that, although the 2004 decision does not preclude Microsoft from charging remuneration rates which are a proportion of the revenue of the licensees, such rates may be sought only if they represent value other than the strategic value of the technologies in question (see recital 1008(ii) to the 2004 decision). The Commission’s assessment in the contested decision addresses precisely that aspect. Furthermore, it is to be noted that – subject to the obligation to provide interoperability information on non-discriminatory terms – the 2004 decision remains neutral as regards the possibility for each of Microsoft’s potential licensees to enter into an agreement with Microsoft adapted to its business model. That is a fortiori the case so far as the contested decision is concerned, inasmuch as Microsoft’s behaviour is analysed on the basis of whether the technologies concerned are innovative and not on the basis of whether it is possible for each of the potential licensees to conclude an agreement with Microsoft in the light of its business model. Microsoft’s arguments summarised in paragraph 110 above must thus be rejected as ineffective.
|
121. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι η σύμβαση No Patent παρέχει στους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα να επωφελούνται από κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1.14 της συμβάσεως αυτής, η έννοια της «Microsoft licensed intellectual property» περιλαμβάνει το «know-how», τα βιομηχανικά απόρρητα, τα επιχειρηματικά απόρρητα, τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ρητώς αποκλειομένων των δικαιωμάτων που καλύπτονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή από εκκρεμή αίτηση χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όσον αφορά τη μονομερή υπόσχεση της Microsoft να μην προβάλλει δικαιώματα συνδεόμενα με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, επισημαίνεται ότι, όπως παρατήρησε και η Επιτροπή, αυτή δόθηκε μόλις στις 24 Οκτωβρίου 2007, ήτοι μετά τη λήξη της περιόδου που καλύπτεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπροσθέτως, όπως αναγνωρίζει η Microsoft με τις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως, η υπόσχεση αυτή καλύπτει μόνον τη διανομή χωρίς εμπορικό σκοπό, και δεν αφορά τους δημιουργούς «open source» οι οποίοι προβαίνουν σε διανομή με εμπορικό σκοπό. Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τυχόν γνωστοποίηση, στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent, πληροφοριών που αφορούν τεχνολογίες κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ήτοι τεχνολογίες άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδόλως συνεπάγεται δικαίωμα του αντισυμβαλλομένου της Microsoft να εφαρμόσει τις τεχνολογίες αυτές κατά τρόπο που να παραβιάζει τα επίμαχα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Συγκεκριμένα, όπως εκθέτει η Επιτροπή, οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο κοινό στο πλαίσιο του χορηγηθέντος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, χωρίς το γεγονός αυτό να συνεπάγεται τη δυνατότητα για τον δημιουργό να κάνει χρήση τους. Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένης υπόψη της διακρίσεως μεταξύ κατοχυρωμένων και μη κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 161 έως 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η σύμβαση No Patent παρέχει στους αντισυμβαλλομένους της Microsoft το δικαίωμα να εφαρμόζουν τεχνολογίες κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τις οποίες, εξάλλου, δηλώνουν ότι δεν χρειάζονται για την ανάπτυξη λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας.
|
|
121. With regard to Microsoft’s argument that the No Patent agreement gives interested parties the right to use patented technologies, it is sufficient to observe that, according to Section 1.14 of that agreement, ‘Microsoft licensed intellectual property’ includes know-how, industrial secrets, trade secrets, confidential information and copyright with the explicit exclusion of any rights covered by a patent or a patent application. As to Microsoft’s unilateral pledge not to assert any patent rights, the Court notes, like the Commission, that it was made only on 24 October 2007, that is to say, after the end of the period covered by the contested decision. Moreover, as Microsoft acknowledges in its observations on the statements in intervention, that pledge covers only non-commercial distribution, excluding commercial distribution by ‘open source’ developers. Finally, the fact remains that the possible disclosure, under the No Patent agreement, of information relating to patented technologies (technologies other than those set out in the annex to the contested decision) does not entail any right for Microsoft’s licensees to implement those technologies in such a way as to infringe the patents concerned. As the Commission explains, that information is publicly available where a patent has been granted, but that does not mean that it is possible for a developer to make use of it. That being so and in view of the distinction between patented and non-patented interoperability information (see recitals 161 to 164 to the contested decision), it cannot be concluded that the No Patent agreement affords Microsoft’s licensees the right to implement patented technologies, which, in any event, they state they do not need in order to develop work group server operating system products.
|
122. Όσον αφορά την αιτίαση της Microsoft που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, όπως αυτή υποστηρίζει στις αιτιολογικές σκέψεις 122 έως 127 και 273 έως 278 της προσβαλλομένης αποφάσεως, απάντησε στα επιχειρήματα που αφορούσαν τη σύναψη συμφωνιών με ορισμένους φορείς. Εν τέλει, αν γίνει δεκτό ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Microsoft προέβαλε ότι εξακολουθούσε να είναι πρόθυμη να διαπραγματευθεί τις αμοιβές που περιλαμβάνονταν στους πίνακες αμοιβών της, πάντως από την αιτιολογική σκέψη 116 της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι οι αρχές αξιολογήσεως WSPP έπρεπε να τηρηθούν ως προς οποιαδήποτε αμοιβή «προτεινόμενη και/ή καθοριζόμενη από τη Microsoft». Τούτο σημαίνει ότι το γεγονός ότι μια αμοιβή σύμφωνη με τις εν λόγω αρχές θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει από διαπραγματεύσεις με τη Microsoft είναι, κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, άνευ σημασίας υπό το πρίσμα της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004. Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί όπως και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
|
|
122. As to Microsoft’s complaint alleging a failure to state reasons, the Commission, as demonstrated in recitals 122 to 127 and 273 to 278 to the contested decision, has responded to the arguments based on the fact that agreements had been concluded with some operators. Moreover, even if Microsoft stated during the administrative proceedings that it was still willing to negotiate the prices set out in its remuneration schemes, it is very clear from recital 116 to the contested decision that the WSPP pricing principles had to be respected with regard to all remuneration ‘proposed and/or established by Microsoft’. That means that the fact that remuneration consistent with the principles in question might possibly result from negotiations with Microsoft is, as is also clear from recital 116, irrelevant so far as compliance with the obligations imposed by Article 5(a) of the 2004 decision is concerned. Accordingly, this complaint must be rejected, as must the second plea in its entirety.
|
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από πλάνη της Επιτροπής όσον αφορά τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των τεχνολογιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως No Patent
|
|
Third plea: the Commission erred in relation to the criteria applied to assess the innovative character of the technologies covered by the ‘No Patent’ agreement
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
123. Η Microsoft επαναλαμβάνει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την αξία των κατοχυρωμένων με διπλώματα ευρεσιτεχνίας τεχνολογιών που περιγράφονται στη σύμβαση No Patent και προσθέτει ότι η εφαρμογή του κριτηρίου της χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα μη κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογιών συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεω ς. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας.
|
|
123. Microsoft reiterates that the Commission ignored the value of the patented innovations described in the No Patent agreement and adds that the application of a patentability standard for assessing the innovative character of non-patented technologies constitutes a manifest error of assessment. In addition, the contested decision is vitiated by a failure to state reasons.
|
124. Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι λυσιτελής, δεδομένου ότι η Microsoft δεν δέχθηκε ότι η ανάλυση της Επιτροπής όσον αφορά το τρίτο κριτήριο των αρχών αξιολογήσεως WSPP είναι ορθή. Συγκεκριμένα, η ανάλυση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας της καινοτομίας, γεγονός που επηρεάζει κατ’ ανάγκην την επιλογή των τεχνολογιών που θεωρούνται συγκρίσιμες. Η CompTIA υπογραμμίζει ότι οι τεχνολογίες που η Επιτροπή επέλεξε ως συγκρίσιμες αφορούν επιχειρηματικό μοντέλο διαφορετικό από εκείνο που ακολούθησε η Microsoft, με συνέπεια η αξιολόγηση αγοράς στην οποία προέβη η Επιτροπή να είναι εσφαλμένη.
|
|
124. This plea is not ‘ineffectual’, since Microsoft has not conceded that the Commission’s analysis of the third criterion of the WSPP pricing principles is correct. That analysis is based on an erroneous perception of the meaning of ‘innovation’, a fact which is bound to affect the choice of technologies regarded as comparable. CompTIA points out that the technologies chosen by the Commission as comparable are part of a different business model from that implemented by Microsoft, so the Commission’s market valuation is invalidated.
|
125. Η άποψη κατά την οποία η Microsoft δικαιούται αμοιβής μόνο για νέες και μη προφανείς τεχνολογίες, κατά την έννοια του δικαίου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, δεν βρίσκει έρεισμα στην απόφαση του 2004 ούτε στις αρχές αξιολογήσεως WSPP ή στο δίκαιο εν γένει. Η Microsoft δεν δέχθηκε ότι η εφαρμογή από το θεσμικό αυτό όργανο ή από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο των εν λόγω κριτηρίων ήταν ενδεδειγμένη εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, υποστηριζόμενη από την CompTIA και την ACT, η Microsoft υπενθυμίζει ότι τα επιχειρηματικά απόρρητα ενδέχεται να έχουν σημαντική αξία, οφειλόμενη πρωτίστως στα πάγια έξοδα ανάπτυξης, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν αυτά μπορούν να κατοχυρωθούν ή έχουν ήδη κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, καθόσον η υιοθέτηση κάποιας πολιτικής συναφώς πρέπει να επαφίεται στην ελεύθερη βούληση της οικείας επιχειρήσεως. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η IBM, η λειτουργικότητα του πρωτοκόλλου «File Replication Service» είναι κεφαλαιώδους σημασίας, για τον λόγο δε αυτό μία από τις πτυχές του κατοχυρώνεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις ΗΠΑ. Η Επιτροπή, ωστόσο, δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους το κριτήριο της χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο εφάρμοσε σκοπεί ειδικώς να αποκλείσει τη στρατηγική αξία των τεχνολογιών της Microsoft σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii), της αποφάσεως του 2004. Κατά την ACT, μόνον η εκτίμηση της αξίας που θα είχαν οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες σε περίπτωση που δεν υπήρχε κυρίαρχος φορέας θα επέτρεπε να εκτιμηθούν, υπό το πρίσμα της αποφάσεως του 2004, οι προταθείσες από τη Microsoft αμοιβές.
|
|
125. The view that Microsoft is entitled to receive remuneration only for novel and non-obvious technologies within the meaning of patent law finds no support in the 2004 decision or in the WSPP pricing principles or in the law in general. Microsoft has not conceded that the application of those criteria, by the Commission and by the monitoring trustee, was appropriate in this case. Supported by CompTIA and ACT, Microsoft points out that trade secrets may be of great value, owing mainly to the fixed development costs, irrespective of whether they are also patentable or already patented, since the undertaking concerned must be free to adopt a policy in that regard. Contrary to what IBM maintains, the functionality of the ‘File Replication S ervice’ protocol is of crucial importance, hence the fact that one of its aspects is patented in the United States. The Commission has not explained how the patentability standard it applied is designed specifically to exclude the strategic value of Microsoft’s technologies in accordance with recital 1008(ii) to the 2004 decision. According to ACT, only an assessment of the value of the interoperability information in the absence of any dominant operator would have made it possible to evaluate, in the light of the 2004 decision, the rates proposed by Microsoft.
|
126. Υποστηριζόμενη από την ACT, η Microsoft προβάλλει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τα κριτήρια του νέου και μη προφανούς χαρακτήρα κατά τρόπο ιδιαίτερα περιοριστικό και, επομένως, αντίθετο προς αυτό καθεαυτό το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ως εκ τούτου, αντίθετα προς τους κανόνες αξιολογήσεως που η Επιτροπή έχει θεσπίσει σε άλλους τομείς, στο υπό εξέταση πλαίσιο μόνον οι πραγματικά πρωτοποριακές εφευρέσεις, οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές από τη στάθμη της τεχνικής, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως νέες. Εντούτοις, η ύπαρξη στοιχείων που αποτελούν τμήμα της στάθμης της τεχνικής και σχετίζονται με ιδέες παρόμοιες γενικώς προς αυτές που ανέπτυξε η Microsoft δεν ισοδυναμεί με απόδειξη του προφανούς χαρακτήρα του συνόλου των τεχνολογιών που καλύπτονται από την προσβαλλόμενη απόφαση και τις οποίες, εξάλλου, οι ανταγωνιστές της δεν θα είχαν μπορέσει να αναπτύξουν, όπως επιβεβαιώνουν η CompTIA και η ACT. Κατά την CompTIA, η αγορά και όχι η Επιτροπή θα έπρεπε να αποφασίσει για την καλύτερη τεχνολογία. Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, φθάνει στο σημείο να αρνείται την καταλληλότητα του κριτηρίου της καινοτομίας, όπως αυτό εφαρμόζεται στο πλαίσιο του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, με συνέπεια να μην είναι σαφές για τη Microsoft ποιο κριτήριο εφαρμόστηκε τελικώς με την προσβαλλόμενη απόφαση.
|
|
126. Supported by ACT, Microsoft claims that the Commission applied the criteria of novelty and non-obviousness too restrictively and therefore in a manner contrary even to patent law. Thus, contrary to the rules of assessment established by the Commission in other areas, it is only truly pioneering inventions, totally different from prior art, which may be regarded as novel in the present context. However, the existence of prior art references relating to broadly similar concepts to those implemented by Microsoft does not mean that collectively the technologies covered by the contested decision are obvious – technologies which Microsoft’s competitors have, moreover, been unable to develop, as CompTIA and ACT confirm. According to CompTIA, it is the market and not the Commission which must determine the best technology. The Commission goes so far as to deny, in the defence, that the criterion of novelty as applied in intellectual property law is appropriate, so that it is not clear to Microsoft what criterion was finally implemented in the contested decision
|
127. Επιπροσθέτως, η κατάτμηση που συνεπάγεται η υιοθετηθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση προσέγγιση αποκλείει από την έννοια της καινοτομίας κάθε μη προφανή συνδυασμό γνωστών στοιχείων. Από τη νομολογία, όμως, των συμβουλίων προσφυγών του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΕΓΔΕ) προκύπτει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένας ειδικός θα είχε εφαρμόσει έναν τέτοιο συνδυασμό, αλλά αν πράγματι θα το είχε πράξει με την προσδοκία κάποιας προόδου. Επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή δέχθηκε τον καινοτόμο χαρακτήρα ορισμένων από τις τεχνολογίες τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, η ACT υπογραμμίζει ότι μια τεχνολογία θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται καινοτόμος στο σύνολό της, οσάκις συνίσταται σε ένα συνδυασμό νέων και μη προφανών στοιχείων και στοιχείων που δεν μπορούν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή εξέτασε πράγματι αυτούς καθεαυτούς τους τεχνολογικούς συνδυασμούς της Microsoft.
|
|
127. Furthermore, the ‘granular’ approach adopted in the contested decision excludes from the concept of innovation any non-obvious combination of known elements. However, it is apparent from the case-law of the Boards of Appeal of the European Patent Office (EPO) that the relevant question is not whether a skilled person could have made such a combination but whether he actually would have done so in expectation of an improvement. Observing that the Commission has conceded that some of the technologies concerned by the contested decision are innovative, ACT maintains that the technology must be described as innovative as a whole, where it consists in a combination of novel and non-obvious elements and non-patentable elements. There is nothing to show that the Commission actually examined Microsoft’s technological combinations as such.
|
128. Η Microsoft, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, υπέβαλε διάφορες εκθέσεις από τις οποίες αποδεικνύεται η αλήθεια των όσων υποστηρίζει αναφορικά με τον καινοτόμο και μη προφανή χαρακτήρα των μη κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφευρέσεων που περιλαμβάνονται στον τεχνικό φάκελο, τις οποίες η Επιτροπή απέρριψε. Επομένως, ουδείς λόγος συντρέχει για περαιτέρω επιβάρυνση της υποβληθείσας στο Γενικό Δικαστήριο δικογραφίας, ενώ το κρίσιμο ερώτημα συνίσταται στο αν η προσέγγιση της Επιτροπής είναι σύμφωνη με την απόφαση του 2004.
|
|
128. Microsoft submitted, during the administrative proceedings, several reports showing the truth of its claims relating to the novelty and non-obviousness of the non-patented inventions contained in the technical documentation, which the Commission rejected. There is therefore no need to increase the burden of documentation submitted to the Court, since the relevant issue is whether the Commission’s approach is consistent with the 2004 decision.
|
129. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επίσης αιτιολογίας, καθόσον δεν απαντά στην ανάλυση που περιέχεται σε έκθεση που συντάχθηκε από έναν καθηγητή και ένα δικηγόρο, πρώην μέλος του συμβουλίου προσφυγών του ΕΓΔΕ, και στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή σε σχέση με το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ενώ επιβεβαιώνεται η αλήθεια των όσων υποστηρίζει η Microsoft. Από την έκθεση αυτή προκύπτει, εξάλλου, ότι η Επιτροπή και ο ανεξάρτητος εντολοδόχος εξέτασαν τη δυνατότητα κατοχυρώσεως των τεχνολογιών με διπλώματα ευρεσιτεχνίας με βάση τη στάθμη της τεχνικής το 2007 και όχι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η Microsoft ζήτησε τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, λαμβάνοντας, με τον τρόπο αυτό, υπόψη τεχνολογίες οι οποίες εμφανίσθηκαν μετά την πρώτη εφαρμογή από τη Microsoft κρίσιμων τεχνολογιών. Εντούτοις, με τον τρόπο αυτό καμία επιχείρηση δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι η τεχνολογία της είναι νέα και μη προφανής, ενώ εξάλλου θα υφίστατο αυθαίρετη διάκριση μεταξύ των διαφόρων τεχνολογιών αναλόγως του αν Microsoft είχε επιλέξει να ζητήσει ή όχι τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει μόνον αόριστες αναφορές, χωρίς να προβαίνει σε συγκεκριμένη σύγκριση μεταξύ των διεκδικήσεων δικαιωμάτων επί των τεχνολογιών αυτών και των διεκδικήσεων δικαιωμάτων επί τεχνολογιών που εμπίπτουν στη στάθμη της τεχνικής.
|
|
129. Microsoft also submits that the contested decision is vitiated by a failure to state reasons, since it contains no response to the analysis contained in a report drawn up by a professor and barrister, a former member of the Board of Appeal of the EPO, who set out in detail the errors made by the Commission in patent law, confirming the accuracy of Microsoft’s claims. It is also apparent from that report that the Commission and the monitoring trustee considered the patentability of the technologies taking account of the state of the art in 2007 and not at the time Microsoft would have applied for the grant of a patent, thus taking account of technologies which appeared after the first implementation of the crucial technologies by Microsoft. According to this logic, no undertaking could demonstrate that its technology is novel and non-obvious, while there is arbitrary discrimination between the various technologies depending on whether or not Microsoft has chosen to apply for a patent. Moreover, the contested decision contains only vague references with no specific comparisons between the claims of those technologies and those of the prior art technologies.
|
130. Ανεξάρτητα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τα σφάλματα αρχής που η Microsoft εντοπίζει χαρακτηρίζουν ολόκληρη την ανάλυση της Επιτροπής, γεγονός που σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο του πλήρους ελέγχου που καλείται να ασκήσει. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη καινοτομίας σε διάφορα λιγότερο ειδικά επίπεδα αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή μετέβαλε την εκτίμησή της και έκρινε ότι η Microsoft μπορούσε να ζητήσει αμοιβή για τις άδειες που χορηγούνταν στο πλαίσιο άλλων συμβάσεων πλην της συμβάσεως No Patent. Ο τεχνικός φάκελος, πάντως, ήταν ίδιος στο πλαίσιο όλων των συμβάσεων WSPP.
|
|
130. Microsoft argues that, irrespective of specific examples, the fundamental errors it has identified vitiate the Commission’s analysis in its entirety, so that the Court must find that the contested decision is unlawful, as part of the full review which it is called upon to make. In any event, the existence of innovation at a less ‘granular’ level is apparent from the fact that, in the contested decision, the Commission altered its view and considered that Microsoft was entitled to charge remuneration for licences granted under agreements other than the No Patent agreements. However, the technical documentation is exactly the same in all the WSPP agreements.
|
131. Η ACT προσθέτει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ευνοεί την παραχώρηση προσβάσεως σε τεχνολογίες έναντι ασυνήθιστα χαμηλών αμοιβών, εμποδίζει τις επενδύσεις στην έρευνα καθόσον οδηγεί σε οριζόντια απαξίωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και ευνοεί δυσανάλογα το μοντέλο «open source» εις βάρος των καινοτόμων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
|
|
131. ACT adds that the Commission’s approach encourages the transfer of valuable technologies at abnormally low prices, prevents investment in research by horizontally devaluing intellectual property rights and disproportionately favours the ‘open source’ model to the detriment of innovative small and medium-sized enterprises.
|
132. Υποστηριζόμενη από τη SIIA και την Oracle, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν στηρίζεται μόνο στην εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών, αλλά και στο αποτέλεσμα της αξιολογήσεως της αγοράς συγκρίσιμων τεχνολογιών. Εντούτοις, η Microsoft δεν αμφισβήτησε το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στη σκέψη 54 ανωτέρω, καθόσον απλή απόρριψη αυτού στο στάδιο της ανταπαντήσεως δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ή του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 165, 220, 221 και 280 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ανάλυση του καινοτόμου χαρακτήρα είναι ανεξάρτητη από τη σχετική με την αξιολόγηση της αγοράς ανάλυση. Επικουρικώς, η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων της φρονούν ότι η παρούσα αιτίαση είναι αβάσιμη.
|
|
132. Supported by SIIA and by Oracle, the Commission submits that this plea is ‘ineffectual’, since the operative part of the contested decision rests not only upon the assessment of the innovative character of the technologies in question but also upon the result of the market valuation for comparable technologies. Microsoft has not challenged the finding in paragraph 54 above, and merely to reject it at the stage of the reply does not satisfy the conditions of Article 44(1)(c) or of Article 48(2) of the Rules of Procedure of the Court. Furthermore, as is apparent from recitals 165, 220, 221 and 280 to the contested decision, the analysis of innovative character is separate from the analysis of the market valuation. For the sake of completeness, the Commission and the interveners supporting it contend that this plea is unfounded.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
133. Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί η άποψη της Επιτροπής ότι ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι αλυσιτελής.
|
|
133. The Court must reject at the outset the Commission’s argument that this plea is ‘ineffectual’.
|
134. Συγκεκριμένα, μολονότι είναι αληθές ότι τα τρία κριτήρια που περιλαμβάνονται στις αρχές αξιολογήσεως WSPP πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, πάντως το δεύτερο και το τρίτο συνδέονται από εννοιολογικής απόψεως, υπό την έννοια ότι, αν οι επίμαχες τεχνολογίες θεωρηθούν ως καινοτόμες, η απαίτηση όπως η αξιολόγηση της αγοράς αφορά «συγκρίσιμες» τεχνολογίες δεν πληρούται για τον λόγο και μόνον ότι οι τελευταίες σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα.
|
|
134. Although it is true that the three criteria forming part of the WSPP pricing principles must all be met, the second and third are conceptually linked in that, if the technologies in question are regarded as innovative, the requirement that the market valuation concern ‘comparable’ technologies is not satisfied merely because the latter technologies relate to interoperability.
|
135. Συναφώς, επισημαίνεται ότι αν οι τεχνολογίες που περιλαμβάνουν τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες θεωρηθούν καινοτόμες, αλλά από μια αξιολόγηση με κριτήρια αγοράς η οποία αφορά μη καινοτόμες τεχνολογίες διαλειτουργικότητας αποδεικνύεται ότι οι τελευταίες διατίθενται δωρεάν, θα πρέπει επίσης, για να διασφαλιστεί η χρησιμότητα της συγκρίσεως, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το γεγονός αυτό να οφείλεται στον μη καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών.
|
|
135. In that regard, if the technologies comprising the interoperability information are found to be innovative, but a market valuation concerning non-innovative interoperability technologies shows that the latter are available free of charge, it will still be necessary – for the comparison to continue to be of use – to exclude the possibility that the technologies concerned are available free of charge because they are not innovative.
|
136. Επομένως, αν αποδειχθεί ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής αναφορικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα των καλυπτόμενων από τη σύμβαση No Patent τεχνολογιών δεν ισχύουν, το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει τις βάσεις για την αξιολόγηση με κριτήρια αγοράς περί της οποίας γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 222 έως 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι από τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις δεν προκύπτει ότι η επίμαχη ανάλυση αναφέρθηκε σε καινοτόμες τεχνολογίες.
|
|
136. It follows that if the Commission’s findings as to the innovative character of the technologies covered by the No Patent agreement prove to be incorrect, that may affect the premisses on which the market valuation set out in recitals 222 to 237 to the contested decision is based, since it does not appear from those recitals that the analysis in question concerned innovative technologies.
|
137. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την αιτιολογική σκέψη 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία ο ανεξάρτητος εντολοδόχος, με την υποβληθείσα στις 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του (βλ. σκέψη 51 ανωτέρω), προσδιόρισε τεχνολογίες συγκρίσιμες προς τις καινοτόμες τεχνολογίες της Microsoft. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς τις εκθέσεις της 3ης Μαρτίου και της 8ης Ιουλίου 2007 με βάση τις οποίες καταρτίστηκε ο συνημμένος στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακας, οι κρίσιμες διαπιστώσεις της ως άνω εκθέσεως δεν περιλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν οι τεχνολογίες που ο ανεξάρτητος εντολοδόχος έλαβε υπόψη του είναι συγκρίσιμες και προς τις τεχνολογίες τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί μη καινοτόμες στην περίπτωση που η τελευταία αυτή εκτίμηση αποδειχθεί εσφαλμένη. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις έννοιες που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 223 και 231 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες οι συγκρίσιμες τεχνολογίες περιλαμβάνουν, «σε ορισμένες περιπτώσεις», κατοχυρωμένες με διπλώματα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες. Τέτοια παραδείγματα τεχνολογιών σχετικών με πρωτόκολλα δίνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 224 και 232 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εντούτοις, από τη συνοπτική αυτή παρουσίαση δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω τεχνολογίες είναι συγκρίσιμες από λειτουργικής απόψεως με όλες τις τεχνολογίες που αφορούν τα οικεία πρωτόκολλα.
|
|
137. That conclusion is not undermined by recital 237 to the contested decision, according to which the monitoring trustee, in his report submitted on 27 February 2007 (see paragraph 51 above), identified some technologies comparable to Microsoft’s innovative technologies. Unlike the reports of 3 March and 8 July 2007, on the basis of which the table annexed to the contested decision was drawn up, the relevant findings of that report do not form part of the statement of reasons in the contested decision. That being the case, should the Commission’s assessment prove incorrect, it will not be possible to verify whether the technologies considered by the monitoring trustee are also comparable to the technologies considered to be non-innovative by the Commission. The same is true of the references made in recitals 223 and 231 to the contested decision, according to which comparable technologies include ‘in some cases’ patented technologies. Such examples of protocol technologies are given in recitals 224 and 232 to the contested decision. However, it cannot be inferred from that brief presentation that those technologies are comparable from a functional point of view with all the technologies relating to the protocols concerned.
|
138. Όσον αφορά το βάσιμο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, υπογραμμίζεται καταρχάς ότι η διάκριση μεταξύ της στρατηγικής αξίας και της εγγενούς αξίας των τεχνολογιών που αποτελούν το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση για την εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της αμοιβής που ζητεί η Microsoft προκειμένου να παράσχει πρόσβαση στις εν λόγω σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους.
|
|
138. As to the merits of this plea, it should be made clear, as a preliminary point, that the distinction between the strategic value and the intrinsic value of the technologies covered by the contested decision is a basic premiss of the assessment of the reasonableness of any remuneration charged by Microsoft for allowing access to, and use of, the interoperability information.
|
139. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι προκειμένου να κριθεί καταχρηστική η άρνηση επιχειρήσεως κατόχου δικαιώματος του δημιουργού να παράσχει πρόσβαση σε προϊόν ή υπηρεσία αναγκαία για την άσκηση ορισμένης δραστηριότητας, αρκεί να συντρέχουν σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις, ήτοι η άρνηση να εμποδίζει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υπάρχει εν δυνάμει ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, να είναι αδικαιολόγητη και να μπορεί να αποκλείσει κάθε μορφή ανταγωνισμού σε μια παράγωγη αγορά (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑418/01, IMS Health, Συλλογή 2004, σ. I‑5039, σκέψη 38).
|
|
139. In that regard, it should be recalled that, in order for the refusal by an undertaking which owns a copyright to give access to a product or service indispensable for carrying on a particular business to be regarded as abuse, it is sufficient that three cumulative conditions be satisfied, namely that that refusal is preventing the emergence of a new product for which there is a potential consumer demand, that it is unjustified and that it is such as to exclude any competition on a secondary market (Case C‑418/01 IMS Health [2004] ECR I‑5039, paragraph 38).
|
140. Εν προκειμένω, διαπιστώθηκε ότι, στο μέτρο που πληρούνταν οι τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σκέψη 139 ανωτέρω, η άρνηση της Microsoft να παράσχει πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους ήταν καταχρηστική (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, σκέψεις 711 και 712).
|
|
140. In this case, it has been found that, since the three cumulative conditions mentioned in paragraph 139 above were satisfied, Microsoft’s refusal to give access to the interoperability information and to authorise its use was abusive (see, to that effect, Microsoft v Commission , paragraph 18 above, paragraphs 711 and 712).
|
141. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε μέτρο συμπεριφοράς το οποίο σκοπεί να εξαναγκάσει τη Microsoft να γνωστοποιήσει τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους σε άλλες επιχειρήσεις οι οποίες επιθυμούν να αναπτύξουν και να διανείμουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας πρέπει να αποκλείει τη δυνατότητα της Microsoft να αντλεί ανταλλάγματα συγκρίσιμα προς τα οφέλη που θα αντλούσε από την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη.
|
|
141. In that context, any remedial measure intended to compel Microsoft to make the interoperability information available and to allow other operators to use it in order to develop and distribute work group server operating system products had to exclude the possibility for Microsoft to make earnings comparable to the benefits that it derived from abusing its dominant position on the market for client PC operating systems.
|
142. Εξάλλου, το να επιτραπεί στη Microsoft να ζητεί αμοιβές οι οποίες αντικατοπτρίζουν την αξία που απορρέει από την απλή δυνατότητα διαλειτουργίας με τα λειτουργικά συστήματα της Microsoft, ήτοι τη στρατηγική αξία που απορρέει από την ισχύ της οποίας αυτή απολαύει στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη ή των λειτουργικών συστημάτων για διακομιστές ομάδας εργασίας, ισοδυναμεί με την παροχή σε αυτή του δικαιώματος να μετατρέπει το όφελος από την κατάχρηση σε αμοιβή για την εκ μέρους της χορήγηση αδειών. Η αναγνώριση, όμως, ενός τέτοιου δικαιώματος θα αντέβαινε εξ ορισμού προς τον στόχο που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 1003 της αποφάσεως του 2004 και κατά τον οποίο πρέπει να καθίσταται δυνατός ένας βιώσιμος ανταγωνισμός με το λειτουργικό σύστημα για διακομιστές ομάδας εργασίας της Microsoft, δεδομένου ότι αυτή θα μπορούσε να ζητεί από κάθε δυνητικό ανταγωνιστή απαγορευτικές αμοιβές. Επομένως, τέτοιες αμοιβές δεν μπορούν, όπως επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 106 και 107 της προσβαλλομένης αποφάσεως, να θεωρηθούν ως εύλογες κατά την αιτιολογική σκέψη 1008, σημείο ii, και το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
142. Moreover, allowing Microsoft to charge remuneration rates reflecting the value resulting from the mere ability to interoperate with Microsoft’s operating systems – in other words the strategic value stemming from Microsoft’s power in the client PC operating systems market or the work group server operating systems market – would in effect allow it to transform the benefits of the abuse into remuneration for the grant of licences. Recognition of such a right would by definition run counter to the objective stated in recital 1003 to the 2004 decision, which is to allow viable competition with Microsoft’s work group server operating system, since Microsoft would be in a position to charge all potential competitors prohibitive rates of remuneration. As is stated in recitals 106 and 107 to the contested decision, such rates thus could not be regarded as reasonable for the purposes of recital 1008(ii) and Article 5(a) of the 2004 decision.
|
143. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 118 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εφαρμογή των αρχών αξιολογήσεως WSPP (βλ. σκέψη 31 ανωτέρω) και, ιδίως, του σχετικού με τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών κριτηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι αμοιβές που ζητεί η Microsoft αντικατοπτρίζουν την εγγενή μάλλον, παρά τη στρατηγική αξία ορισμένης τεχνολογίας. Συγκεκριμένα, η εγγενής αξία προϊόντων όπως τα επίμαχα έγκειται στον καινοτόμο χαρακτήρα τους. Αντιθέτως, το γεγονός ότι οι τεχνολογίες αυτές αποτέλεσαν επιχειρηματικά απόρρητα βάσει της πολιτικής που εφάρμοσε η Microsoft δεν αποτελεί ένδειξη περί της υπάρξεως άλλης αξίας πέραν της στρατηγικής.
|
|
143. Furthermore, as has been stated in recital 118 to the contested decision, application of the WSPP pricing principles (see paragraph 31 above), and in particular the criterion that the technologies concerned be innovative, gives an indication of whether Microsoft’s remuneration rates reflect the intrinsic value of a technology rather than its strategic value. The intrinsic value of products such as those at issue in fact lies in their innovative character. By contrast, the fact that those technologies were trade secrets by virtue of Microsoft’s policy is not an indicator of any value other than strategic value.
|
144. Επιπροσθέτως, ενώ πρέπει να αποκλεισθεί οποιαδήποτε στρατηγική αξία των επίμαχων τεχνολογιών υπό την έννοια που εκτίθεται στη σκέψη 142 ανωτέρω και στις αιτιολογικές σκέψεις 105 και 107 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 29 και 30 ανωτέρω), μια αξιολόγηση της αγοράς των συγκρίσιμων τεχνολογιών, υπό την έννοια που εκτίθεται στις σκέψεις 134 και 135 ανωτέρω, είναι ομοίως επιβεβλημένη, δεδομένου ότι πρέπει επίσης να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η πρόσβαση σε τέτοιες τεχνολογίες να παρέχεται, κατά τα συναλλακτικά ήθη, έναντι αμοιβών ουσιωδώς χαμηλότερων εκείνων που ζητεί η Microsoft ή ακόμη και μηδενικών. Μια τέτοια ακριβώς μέθοδος καταλήγει σε εκτίμηση της αξίας την οποία θα είχαν οι σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες αν δεν υπήρχε καμία δεσπόζουσα επιχείρηση, όπως ζητεί η ACT. Αντιθέτως, ελλείψει καινοτομίας, αυτός καθαυτόν ο απόρρητος χαρακτήρας δεν αντιπροσωπεύει, για αυτόν προς τον οποίο παραχωρείται άδεια, άλλη αξία εκτός από τη στρατηγική, ενώ τα πάγια έξοδα για την ανάπτυξη δεν αποτελούν, κατά την άποψη της διορισθείσας από τη Microsoft συμβούλου PricewaterhouseCoopers, που διατυπώθηκε σε έκθεση της 24ης Αυγούστου 2006, ορθή βάση για την εκτίμηση της αξίας της πνευματικής ιδιοκτησίας.
|
|
144. Moreover, whilst all strategic value of the technologies in question, as described in paragraph 142 above and in recitals 105 and 107 to the contested decision (see paragraphs 29 and 30 above), must be excluded, a market valuation of comparable technologies, as described in paragraphs 134 and 135 above, is also required, since it is necessary to rule out the possibility that commercial practice is to offer such technologies at substantially lower rates than those charged by Microsoft, or even free of charge. Such is the type of approach by which it is possible to assess the value which the interoperability information would have in the absence of any dominant operator, as claimed by ACT. On the other hand, in the absence of innovation, secrecy by itself represents only strategic value for a licensee, while fixed development costs are not, as PricewaterhouseCoopers (the expert appointed by Microsoft) itself states in a report of 24 August 2006, a correct basis for valuing intellectual property.
|
145. Επομένως, η εφαρμογή των αρχών αξιολογήσεως WSPP ανταποκρίνεται αντικειμενικά και ανεξαρτήτως οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ της Microsoft και των δυνητικών ανταγωνιστών της στην ανάγκη να εξακριβωθεί αν οι αμοιβές που ζητεί η Microsoft είναι εύλογες κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 1008, σημείο ii, και του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
145. Accordingly, application of the WSPP pricing principles responds, in an objective way and regardless of any agreement between Microsoft and its potential licensees, to the need to assess whether Microsoft’s remuneration rates are reasonable for the purpose of recital 1008(ii) and Article 5(a) of the 2004 decision.
|
146. Το επιχείρημα της Microsoft ότι οι αρχές αξιολογήσεως WSPP μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον από τους συμβαλλομένους σε τυχόν σύμβαση παραχωρήσεως άδειας, από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο και από το High Court of Justice, αποκλειομένης της Επιτροπής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, κανένα στοιχείο δεν εμποδίζει την Επιτροπή να εφαρμόσει τις επίμαχες αρχές εφόσον κρίνονται κατάλληλες για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
146. Microsoft’s argument that the WSPP pricing principles may be used only by the parties to a possible licence, the monitoring trustee and the High Court of Justice, and not by the Commission, cannot be accepted. Nothing prevents the Commission from applying the principles in question if they are appropriate for the purpose of implementing Article 5(a) of the 2004 decision.
|
147. Πάντως, το συμπέρασμα αυτό δεν προδικάζει την ορθή εφαρμογή των εν λόγω αρχών, εφαρμογή την οποία επίσης αμφισβητεί η Microsoft. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η Microsoft δεν επικρίνει την εκτίμηση της Επιτροπής αναφορικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα μίας ή περισσοτέρων από τις 166 τεχνολογίες που θεωρήθηκαν μη καινοτόμες, αλλά αμφισβητεί την επιλογή των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαπίστωση της υπάρξεως καινοτομίας εν γένει.
|
|
147. However, that finding does not necessarily mean that those principles have been correctly applied, and indeed Microsoft also challenges the manner of their application. In that regard, it should be pointed out that Microsoft does not take issue with the Commission’s assessment of the innovative character of any of the 166 technologies held not to be innovative but challenges the definition of the tests used to consider generally whether there was innovation.
|
148. Συναφώς, παρατηρείται καταρχάς ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις έννοιες του νέου και μη προφανούς χαρακτήρα, «έννοιες εδραιωμένες στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας». Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή προσέδωσε στις έννοιες του νέου και μη προφανούς χαρακτήρα το περιεχόμενο που αυτές έχουν στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας.
|
|
148. In that regard, the Court observes at the outset that, as is clear from recital 138 to the contested decision, the Commission, in order to ascertain whether the technologies at issue were innovative, used the notions of novelty and non-obviousness ‘as settled concepts in the area of intellectual property’. That reference shows that the Commission attributed to ‘novelty’ and ‘non-obviousness’ the meaning that they have in the field of intellectual property.
|
149. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται ότι κατά την αιτιολογική σκέψη 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προσδιόρισε ως νέα μια τεχνολογία που δεν περιλαμβάνεται στη στάθμη της τεχνικής και ως μη προφανή μια τεχνολογία που δεν προκύπτει κατά τρόπο προφανή για έναν ειδικευμένο επαγγελματία. Οι ορισμοί αυτοί είναι αντίστοιχοι εκείνων του νέου χαρακτήρα και της εφευρετικής δραστηριότητας που περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 54 και το άρθρο 56 της Συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, της 5ης Οκτωβρίου 1973, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Καθόσον έγινε δεκτή η νομιμότητα της προσεγγίσεως που ακολούθησε η Επιτροπή και η οποία συνίσταται στην εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των τεχνολογιών της Microsoft (βλ. σκέψεις 133 έως 146 ανωτέρω), δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των οικείων τεχνολογιών αναφερόμενη στα συστατικά του στοιχεία, ήτοι στον νέο και μη προφανή χαρακτήρα των τεχνολογιών, του δεύτερου αυτού στοιχείου εμπίπτοντος στην έννοια της εφευρετικής δραστηριότητας. Πρέπει να προστεθεί ότι, συναφώς, η Microsoft, σε έγγραφό της με ημερομηνία 4 Μαΐου 2006, επιβεβαιώνει ότι η καινοτομία πρέπει να εκτιμάται με βάση τα κριτήρια του νέου και της εφευρετικής δραστηριότητας, αν και φρονεί ότι η εκτίμηση περί του καινοτόμου χαρακτήρα δεν μπορεί να εκτοπίσει το δικαίωμα στο επιχειρηματικό απόρρητο. Σε έγγραφό της με ημερομηνία 31 Ιουλίου 2006 (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω), η Microsoft αναγνώρισε, εξάλλου, ότι το κριτήριο της καινοτομίας, ως «φίλτρο που συγκεντρώνει τη στρατηγική αξία», έχει την έννοια που του αποδίδεται στο δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και υπέβαλε τις σχετικές με τον καινοτόμο χαρακτήρα εκθέσεις της λαμβάνοντας υπόψη τον ορισμό αυτό.
|
|
149. It should be observed, in that context, that, according to recital 138 to the contested decision, the Commission defined as novel a technology that did not form part of the state of the art and as non-obvious a technology which is not obvious to a person skilled in the art. Those definitions correspond to the definitions of ‘novelty’ and ‘inventive step’ in Article 54 and Article 56 respectively of the Convention on the Grant of European Patents of 5 October 1973, as amended. Since the legitimacy of the Commission’s approach of assessing the innovative character of Microsoft’s technologies has been accepted (see paragraphs 133 to 146 above), it cannot be denied that the Commission is entitled to assess their innovative character by reference to its constituent elements, namely novelty and non-obviousness, the latter belonging to the notion of ‘inventive step’. It should be added, in that regard, that in a letter dated 4 May 2006, Microsoft affirms that innovation is to be assessed by reference to the standards of novelty and inventive step, even though it takes the view that the innovation test should not supplant the law of trade secrets. In a letter of 31 July 2006 (see paragraph 47 above), Microsoft also recognised that the standard of innovation as a ‘filter for strategic value’ has the meaning attributed to it under patent law and submitted its reports on innovation with that meaning in mind.
|
150. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Microsoft, η εκτίμηση, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, του καινοτόμου χαρακτήρα των τεχνολογιών που αποτελούν το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως με αναφορά στο στοιχείο του νέου και της εφευρετικής δραστηριότητας δεν έχει ως αποτέλεσμα να αίρεται γενικώς η αξία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, των επιχειρηματικών απορρήτων ή άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών ούτε, κατά μείζονα λόγο, να επιβάλλει τον χαρακτήρα αυτό ως προϋπόθεση προκειμένου ένα προϊόν ή μια πληροφορία να καλύπτεται από ένα τέτοιο δικαίωμα ή να συνιστά επιχειρηματικό απόρρητο γενικώς. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, σκοπός μιας τέτοιας εκτιμήσεως είναι να καταστήσει δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, το οποίο, υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 1003 και 1008, σημείο ii, της ίδιας αποφάσεως, απαγορεύει όπως, λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης καταχρήσεως που διαπιστώθηκε, η αμοιβή που ζητεί η Microsoft αντιπροσωπεύει τη στρατηγική αξία των επίμαχων τεχνολογιών. Ο σκοπός αυτός προβλέπεται ρητώς στο πλαίσιο των αρχών αξιολογήσεως που θεσπίστηκαν κατόπιν των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και της Microsoft (βλ. σκέψεις 25, 31 και 87 ανωτέρω).
|
|
150. Contrary to what has been argued by Microsoft, the effect, in the context of this case, of assessing the innovative character of the technologies covered by the contested decision by reference to novelty and inventive step is not to extinguish generally the value of intellectual property rights, trade secrets or other confidential information or, a fortiori , to make innovative character a precondition for a product or information to be covered by such a right or to constitute a trade secret in general. In fact, as is clear from the foregoing considerations, the objective of such an assessment is to enable Article 5(a) of the 2004 decision to be enforced; that provision – read in the light of recitals 1003 and 1008(ii) to the 2004 decision – precludes, in the light of the specific abuse found, any remuneration charged by Microsoft from reflecting the strategic value of the technologies at issue. That objective is expressly stated in the WSPP pricing principles drawn up following negotiations between the Commission and Microsoft (see paragraphs 25, 31 and 87 above).
|
151. Δεδομένου εξάλλου ότι η Microsoft δεν πρότεινε κάποιο περισσότερο ενδεδειγμένο περιεχόμενο για τις έννοιες του νέου και του μη προφανούς χαρακτήρα, βάσει του οποίου θα μπορούσε να αποκλειστεί επίσης το ενδεχόμενο οι οικείες τεχνολογίες να έχουν οποιαδήποτε στρατηγική αξία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημά της δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη σφάλματος το οποίο να επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που η Επιτροπή δήλωσε ότι χρησιμοποίησε τις έννοιες του νέου και του μη προφανούς.
|
|
151. As Microsoft has not in any event put forward a more appropriate definition of the concepts of novelty and non-obviousness, which would also be capable of ensuring any strategic value of those technologies is excluded, it must be concluded that its arguments do not reveal any error affecting the legality of the contested decision in so far as the Commission stated that it had used the concepts of novelty and non-obviousness.
|
152. Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το ανώτατο συμβούλιο προσφυγών του ΕΓΔΕ φρονεί ότι η εκτίμηση του μη προφανούς χαρακτήρα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικώς σε σχέση με τεχνικού χαρακτήρα αξιώσεις που αφορούν προγράμματα που εφαρμόζονται με χρήση υπολογιστή (βλ., υπό την έννοια αυτή, γνώμη G 3/08, OJ OEB [Επίσημη Εφημερίδα του ΕΓΔΕ] 2011, 1, σημείο 10.13 των αιτιολογικών σκέψεων), η Microsoft δεν υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του μη προφανούς χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών είναι αδύνατο να γίνει σε πλαίσιο άλλο από το πλαίσιο της χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, χωρίς προηγουμένως να εξεταστεί ο τεχνικός χαρακτήρας τους. Επιπροσθέτως, από νομικής απόψεως, η εξέταση του τεχνικού χαρακτήρα των αξιώσεων που αφορούν προγράμματα που εφαρμόζονται με χρήση υπολογιστή συνιστά προσέγγιση ιδιάζουσα στη διαδικασία χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών ως μη δυνάμενων να κατοχυρωθούν «αυτά καθεαυτά» με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (βλ., για παράδειγμα, άρθρο 52, παράγραφοι 2 και 3, της Συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας).
|
|
152. It should be added that although, in its application of the Convention on the Grant of European Patents, the EPO Enlarged Board of Appeal takes the view that assessment of non-obviousness is to be undertaken solely in relation to claims entailing computer-implemented programs having technical character (see, to that effect, Opinion G 3/08, OJ EPO 2011, 1, point 10.13 of the reasons), Microsoft has not argued that, in a context other than that of a patent grant, the non-obviousness of the technologies at issue cannot be assessed without a prior examination of their technical character. What is more, from a legal point of view, the examination of the technical character of claims entailing computer-implemented programs is a step specific to the procedure for granting a patent, given that computer programs ‘as such’ are not patentable (see, for example, Article 52(2) and (3) of the Convention on the Grant of European Patents).
|
153. Το επιχείρημα της Microsoft, ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τα κριτήρια του νέου χαρακτήρα και της εφευρετικής δραστηριότητας κατά τρόπο ιδιαίτερα περιοριστικό και, επομένως, κατά τρόπο σχεδόν αντίθετο προς το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια μόνον οι «πραγματικά πρωτοπόρες και εντελώς διαφορετικές από τη στάθμη της τεχνικής» τεχνολογίες να χαρακτηρίζονται καινοτόμες, η δε ύπαρξη αναφορών στη στάθμη της τεχνικής σχετιζομένων με ιδέες παρόμοιες γενικά προς αυτές που έθεσε σε εφαρμογή Microsoft να ισοδυναμεί με απόδειξη του προφανούς των τεχνολογιών που καλύπτονται από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 126 ανωτέρω), δεν μπορεί ομοίως να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, πέραν των γενικόλογων εκτιμήσεων, η Microsoft δεν προβάλλει κάποιο επιχείρημα το οποίο να θέτει υπό αμφισβήτηση τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν όσον αφορά τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών και το οποίο να επιτρέπει στο Γενικό Δικαστήριο να εξακριβώσει το βάσιμο του οικείου επιχειρήματος.
|
|
153. Nor can Microsoft succeed in its arguments that the Commission applied the criteria of novelty and inventive step in an overly restrictive way and, consequently, in a manner contrary even to patent law, so that only ‘truly pioneering’ technologies ‘totally different from prior art’ may be regarded as innovative and the existence of prior art references relating to broadly similar concepts to those implemented by Microsoft entails the obviousness of the technologies covered by the contested decision (see paragraph 126 above). In fact, apart from general assertions, Microsoft has not advanced any argument which challenges the concrete findings made in respect of the innovative character of the technologies concerned and allows the Court to determine whether this contention is well founded.
|
154. Επιπλέον, δεδομένου ότι όλες οι τεχνολογίες που η Microsoft παρουσίασε ως καινοτόμες εξετάσθηκαν μία προς μία και η Επιτροπή διατύπωσε εκτίμηση ως προς τον καινοτόμο χαρακτήρα καθεμιάς από αυτές, η Microsoft δεν μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει ότι ο καινοτόμος χαρακτήρας των εν λόγω τεχνολογιών απορρίφθηκε συλλήβδην λόγω, δήθεν, κακής εφαρμογής των κριτηρίων του νέου χαρακτήρα και της εφευρετικής δραστηριότητας.
|
|
154. Furthermore, given that all the technologies that Microsoft presented as innovative were examined one by one and that the Commission assessed the innovative character of each of them, Microsoft is not justified in claiming that the Commission rejected their innovative character en bloc because of an allegedly incorrect application of the novelty and inventive step tests.
|
155. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την εκτίμηση των δήθεν καινοτόμων συνδυασμών τεχνολογιών, εκ των οποίων κάθε ένας συνδυασμός, εξεταζόμενος μεμονωμένα, δεν εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα. Συναφώς, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 146 έως 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι συνδυασμοί τεχνολογιών που η Microsoft προέβαλε εξετάστηκαν πράγματι αυτοί καθεαυτούς και δεν κρίθηκαν καινοτόμοι. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται στις σελίδες 1, 5, 8, 13, 21, 22, 29, 31, 34, 39, 61, 64 και 68 του συνημμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα, από τις οποίες προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε έναν προς ένα τους 19 συνδυασμούς τεχνολογιών όσον αφορά τον καινοτόμο χαρακτήρα τους. Κατά τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω σελίδες του οικείου πίνακα, σε συνδυασμό με τις σελίδες 4, 8, 14 έως 19, 28, 29, 39 έως 41, 43, 58, 66, 70, 111, 120 και 129 της από 8 Ιουλίου 2007 εκθέσεως του ανεξάρτητου εντολοδόχου και τις σελίδες 7, 73 και 78 της από 3 Μαρτίου 2007 εκθέσεως του ίδιου εντολοδόχου (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω), η Microsoft δεν προσκόμισε, κατά τη διοικητική διαδικασία, λεπτομερή στοιχεία, αποδείξεις ή άλλα δικαιολογητικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ο καινοτόμος χαρακτήρας 18 εκ των 19 επίμαχων συνδυασμών τεχνολογιών. Στις εν λόγω εκθέσεις, εξάλλου, επισημαίνεται επίσης ότι οι τεχνολογίες που συνιστούν τους επίμαχους συνδυασμούς υπάγονται στη στάθμη της τεχνικής. Υπό τις συνθήκες αυτές, στη Microsoft εναπόκειτο να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που καθιστούσαν καινοτόμο τον συνδυασμό μη καινοτόμων τεχνολογιών, ο δε ανεξάρτητος εντολοδόχος και η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να υποθέσουν τους λόγους στους οποίους η Microsoft επιθυμούσε να στηρίξει την εν λόγω καινοτομία.
|
|
155. The same is true of the assessment of the allegedly innovative combinations of technologies, each of which taken separately would not entail an inventive step. In that regard, according to recitals 146 to 156 to the contested decision, the combinations of technologies which Microsoft put forward were indeed examined as such and were found not to be innovative. That is confirmed by pages 1, 5, 8, 13, 21, 22, 29, 31, 34, 39, 61, 64 and 68 of the table annexed to the contested decision, from which it is apparent that the Commission examined the innovative character of 19 combinations of technologies one by one. According to the explanations on those pages of the table, read in conjunction with pages 4, 8, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 28, 29, 39, 40, 41, 43, 58, 66, 70, 111, 120 and 129 of the monitoring trustee’s report of 8 July 2007 and pages 7, 73 and 78 of the trustee’s report of 3 March 2007 (see paragraph 52 above), for 18 of the 19 technology combinations in question, Microsoft did not produce, during the administrative proceedings, any details, evidence or justification supporting a conclusion that they were innovative. Moreover, it is also noted in those reports that there was prior art for the technologies forming the combinations in question. In those circumstances, it was for Microsoft to point out the specific reasons why a combination of non-innovative technologies was to be regarded as innovative, since the monitoring trustee and the Commission could not be required to speculate on the reasons underpinning Microsoft’s claim that there was innovation.
|
156. Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τη σελίδα 7 του συνημμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα, η Επιτροπή επικύρωσε την εκτίμηση του ανεξάρτητου εντολοδόχου που παρατίθεται στη σελίδα 32 της από 8 Ιουλίου 2007 εκθέσεώς του, με την οποία αναγνωρίζει τον καινοτόμο χαρακτήρα της τεχνολογίας «Referral Management» που συνίσταται σε ένα νέο συνδυασμό διαφόρων μετρικών στο πλαίσιο ενός σύνθετου αλγορίθμου.
|
|
156. Furthermore, as can be seen from page 7 of the table annexed to the contested decision, the Commission confirmed the finding of the monitoring trustee set out on page 32 of his report of 8 July 2007 acknowledging the innovative character of the ‘Referral Management’ technology consisting in a new combination of different metrics within a complex algorithm.
|
157. Στο πλαίσιο της προσφυγής της, η Microsoft δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προκειμένου να αποδείξει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής αναφορικά με τον καινοτόμο χαρακτήρα ενός ή περισσοτέρων εκ των συνδυασμών αυτών τεχνολογιών, η οποία στηρίζεται στις εκθέσεις του ανεξάρτητου εντολοδόχου, ενέχει συγκεκριμένα σφάλματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 153 ανωτέρω, τα γενικόλογα επιχειρήματα περί του δήθεν αποσπασματικού χαρακτήρα της προσεγγίσεως που υιοθέτησε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθούν ελλείψει αναφοράς σε συγκεκριμένα στοιχεία θεμελιώνοντα το βάσιμό τους.
|
|
157. In its action, Microsoft does not develop any argument to show that the Commission’s assessments of the innovative character of any of those combinations of technologies, which are based on the reports of the monitoring trustee, are vitiated by specific errors. In those circumstances, as has been stated in paragraph 153 above, general allegations that the Commission’s approach was ‘granular’ must be rejected in the absence of concrete examples substantiating those allegations.
|
158. Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Microsoft με την απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά τα οποία αυτή ανέφερε, κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι ο καινοτόμος χαρακτήρας των τεχνολογιών που εμπίπτουν στα πρωτόκολλα «File Replication Service» και «Directory Replication Service» έπρεπε να εκτιμηθεί στο «επίπεδο» των εν λόγω πρωτοκόλλων, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις σελίδες 13, 21 και 22 του συνημμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα, η Επιτροπή, στο πλαίσιο των εν λόγω πρωτοκόλλων, εξέτασε τον καινοτόμο χαρακτήρα επτά συνδυασμών τεχνολογιών. Εντούτοις, από τα επιχειρήματα της Microsoft δεν προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους η ως άνω εξέταση δεν λάμβανε υπόψη τις αξιώσεις καινοτομίας που αυτή είχε προβάλει ούτε οι ειδικοί λόγοι για τους οποίους απαιτούνταν διαφορετική εξέταση.
|
|
158. With regard to the arguments put forward by Microsoft in its reply to a written question from the Court, according to which it stated during the administrative proceedings that the innovative character of technologies in the ‘File Replication Service’ and ‘Directory Replication Service’ protocols was to be assessed at ‘protocol level’, it is to be noted that – as is clear from pages 13, 21 and 22 of the table annexed to the contested decision – the Commission examined the innovative character of seven combinations of technologies within those protocols. Microsoft’s arguments do not explain in what way that examination did not address its innovation claims or specifically why a different examination was called for.
|
159. Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Microsoft (βλ. σκέψη 130 ανωτέρω), η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε «θεμελιώδη πλάνη» επηρεάζουσα το σύνολο της αναλύσεώς της, ανεξαρτήτως συγκεκριμένων παραδειγμάτων τέτοιας πεπλανημένης εκτιμήσεως.
|
|
159. Therefore, contrary to what Microsoft has argued (see paragraph 130 above), the Commission did not make any ‘fundamental error’ which, irrespective of specific instances of assessments supposedly affected by such an error, invalidated its entire analysis.
|
160. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι η μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά την είσπραξη αμοιβής για τις άδειες που χορηγούνται στο πλαίσιο άλλων συμβάσεων πλην της συμβάσεως No Patent υποδηλώνει την ύπαρξη καινοτομίας σε λιγότερο «ειδικά» επίπεδα, δεδομένου ότι ο τεχνικός φάκελος είναι ίδιος στο πλαίσιο όλων των συμβάσεων WSPP, αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 132 και 162 έως 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή δέχθηκε τη δυνατότητα της Microsoft να εισπράττει μη συμβολική αμοιβή για άλλες συμβάσεις πλην της συμβάσεως No Patent, στο μέτρο που οι επίμαχες συμβάσεις καταλήγουν στη χορήγηση αδειών οι οποίες αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας που καλύπτουν την περιλαμβανόμενη στον τεχνικό φάκελο τεχνολογία, και τούτο χωρίς να θίγεται το κύρος των επίμαχων διπλωμάτων. Όπως επισημαίνεται, όμως, στη σκέψη 121 ανωτέρω, η έννοια «Microsoft licensed intellectual property» περιλαμβάνει, στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent, το «know-how», τα βιομηχανικά απόρρητα, τα επιχειρηματικά απόρρητα, τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ρητώς αποκλειομένου οποιουδήποτε δικαιώματος κατοχυρωμένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή για το οποίο εκκρεμεί η εξέταση αιτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
|
|
160. Nor can the Court accept Microsoft’s argument that the fact that the Commission did not object to remuneration being charged for the licences granted under agreements other than the No Patent agreement means that there was innovation at a less ‘granular’ level, since the technical documentation is identical under all the WSPP agreements. In fact, it is apparent from recitals 132 and 162 to 164 to the contested decision that the Commission accepted that Microsoft was entitled to more than token remuneration for agreements other than the No Patent agreement, since the agreements in question resulted in the grant of licences concerning patents reading on technology forming part of the technical documentation, that being without prejudice to the validity of the patents in question. As has been noted in paragraph 121 above, the concept of ‘Microsoft licensed intellectual property’ includes, under the No Patent agreement, know-how, industrial secrets, trade secrets, confidential information and copyright with the explicit exclusion of any rights covered by a patent or a patent application.
|
161. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Microsoft δεν κατόρθωσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη καινοτόμου χαρακτήρα των τεχνολογιών και των συνδυασμών τεχνολογιών. Εν πάση περιπτώσει, η γενική παραπομπή σε στοιχεία υποβληθέντα κατά τη διοικητική διαδικασία, από τα οποία προκύπτουν τα σφάλματα της Επιτροπής συναφώς (βλ. σκέψη 128 ανωτέρω), δεν αρκεί, προδήλως, προς τούτο.
|
|
161. It follows from the foregoing findings that Microsoft has not succeeded in calling into question the Commission’s conclusions concerning the lack of innovative character of the technologies and combinations of technologies. Moreover, the general reference to documents submitted during the administrative proceedings, which are said to reveal the Commission’s errors in that regard (see paragraph 128 above), is manifestly not sufficient for that purpose.
|
162. Όσον αφορά την αιτίαση της Microsoft που αντλείται από προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την εκτίμηση του καινοτόμου χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών (βλ. σκέψη 129 ανωτέρω), από την παρατιθέμενη στη σκέψη 99 ανωτέρω νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι κάθε τεχνολογία είναι ή δεν είναι καινοτόμος. Η απαίτηση αυτή δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να εκθέτει, πέραν των στοιχείων στα οποία στηρίζει την εκτίμησή της, και τους λόγους για τους οποίους στοιχεία ή επιχειρήματα τα οποία εκτέθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμά της. Το ζήτημα αν, υπό το πρίσμα των στοιχείων ή επιχειρημάτων αυτών, πρέπει να αναιρεθούν τα συμπεράσματα της Επιτροπής εντάσσεται στην εξέταση του βασίμου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δε Microsoft είναι ελεύθερη να επικαλεστεί τα εν λόγω στοιχεία και επιχειρήματα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στη βάση αυτή να ζητήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
|
|
162. As regards Microsoft’s claim that the statement of reasons concerning the assessment of the innovative character of the technologies in question was inadequate (see paragraph 129 above), it is apparent from the case-law cited in paragraph 99 above that the Commission is obliged to explain clearly and intelligibly the reasons why it is of the view that each technology is or is not innovative. That requirement does not mean that the Commission has to set out – in addition to the matters on which its finding is based – the reasons why evidence or arguments put forward during the administrative proceedings do not undermine its conclusion. The question whether the Commission’s conclusions should, in the light of that evidence or those arguments, be held invalid falls to be considered in the examination of the merits of the contested decision, Microsoft being free to raise the evidence or arguments before the Court and to seek annulment of the contested decision on that basis.
|
163. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι η Επιτροπή και ο ανεξάρτητος εντολοδόχος εξέτασαν τον καινοτόμο χαρακτήρα των επίμαχων τεχνολογιών λαμβάνοντας υπόψη τη στάθμη της τεχνικής το 2007 και όχι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η Microsoft ζήτησε τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας (βλ. σκέψη 129 ανωτέρω), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι αβάσιμο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την υποσημείωση 149 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο η Επιτροπή όσο και ο ανεξάρτητος εντολοδόχος έλαβαν υπόψη την ημερομηνία που ζητήθηκε από τη Microsoft. Η τελευταία, όμως, δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την οικεία εκτίμηση ούτε αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις στο πλαίσιο των οποίων η αναφορά στη στάθμη της τεχνικής είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που κάθε φορά ζητήθηκε από τη Microsoft.
|
|
163. As to Microsoft’s argument that the Commission and the monitoring trustee considered whether the technologies were innovative by reference to the state of the art in 2007 rather than to the time when it would have applied for a patent (see paragraph 129 above), it lacks any factual basis. Indeed, according to footnote 149 to the contested decision, both the Commission and the monitoring trustee took account of the date claimed by Microsoft. Microsoft puts forward nothing that might call that finding into question and does not cite any concrete cases in which the reference to the state of the art is later than the date claimed each time by Microsoft.
|
164. Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
|
|
164. Accordingly, the third plea must be rejected.
|
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράνομη χρησιμοποίηση των εκθέσεων του ανεξάρτητου εντολοδόχου
|
|
Fourth plea: unlawful reliance on the monitoring trustee’s reports
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
165. Κατά τη Microsoft, η ακύρωση του άρθρου 7 της αποφάσεως του 2004 με την απόφαση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, συνεπάγεται τον παράνομο χαρακτήρα του συνόλου των ενεργειών του ανεξάρτητου εντολοδόχου, όπως της αιτήσεως παροχής και της παραλαβής εγγράφων και λοιπών στοιχείων προερχομένων απευθείας από τη Microsoft καθώς και της προετοιμασίας των εκθέσεων βάσει αυτών των εγγράφων και στοιχείων. Εν προκειμένω, ωστόσο, η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση εξ ολοκλήρου επί των εκθέσεων που συνέταξε ο ανεξάρτητος εντολοδόχος, ο οποίος έλαβε τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δυνάμει παράνομης εξουσιοδοτήσεως. Επομένως, η Επιτροπή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση με την απόφαση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω.
|
|
165. According to Microsoft, the annulment of Article 7 of the 2004 decision by the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, renders unlawful all the actions that the monitoring trustee has taken, such as requesting and receiving documents and other materials directly from Microsoft and preparing reports based on those documents and materials. In the present case, the Commission based the contested decision entirely on the reports drawn up by the monitoring trustee, who obtained evidence under an illegal delegation of powers. The Commission thus failed to take all the measures necessary to comply with the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above.
|
166. Ανεξαρτήτως του αν ο ανεξάρτητος εντολοδόχος έκανε χρήση των εξουσιών που παρανόμως του ανατέθηκαν, η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2005 (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω) στηρίχθηκε αναμφίβολα στην εξουσιοδότηση την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε παράνομη, με συνέπεια ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηρίξει την προσβαλλόμενη απόφαση επί της εν λόγω εκθέσεως.
|
|
166. Irrespective of whether the monitoring trustee made use of the powers which had been unlawfully delegated to him, the decision of 28 July 2005 (see paragraph 14 above) is without question based on the delegation censured by the Court, so that the Commission was not entitled to base the contested decision on those reports.
|
167. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα ερωτήματα αν η Microsoft υποχρεούνταν να ανταποκριθεί στα αιτήματα του ανεξάρτητου εντολοδόχου και αν η Επιτροπή νομίμως απέκτησε πρόσβαση στις επίμαχες πληροφορίες από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο ή τη Microsoft στερούνται σημασίας, δεδομένου ότι ο ανεξάρτητος εντολοδόχος ενήργησε στο πλαίσιο των εξουσιών που του ανέθεσε η Επιτροπή.
|
|
167. In those circumstances, the questions whether Microsoft was required to accede to the monitoring trustee’s requests and whether the Commission lawfully obtained access to the information at issue through the monitoring trustee or through Microsoft are irrelevant, since the monitoring trustee acted within the framework of the powers delegated to him by the Commission.
|
168. Τέλος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει και από το παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η TAEUS δεν ανέλαβε να εκτελέσει τα ίδια καθήκοντα με αυτά του ανεξάρτητου εντολοδόχου, η παρέμβασή της είναι αλυσιτελής στο πλαίσιο αυτό.
|
|
168. Finally, since, as is also apparent from the annex to the contested decision, TAEUS did not carry out the same tasks as the monitoring trustee, its intervention is irrelevant in this context.
|
169. Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων της αμφισβητούν το βάσιμο του οικείου λόγου ακυρώσεως.
|
|
169. The Commission and the interveners supporting it dispute the merits of this plea.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
170. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 7 της αποφάσεως του 2004 ακυρώθηκε στο μέτρο που υποχρεώνει τη Microsoft να υποβάλει πρόταση για την καθιέρωση μηχανισμού ο οποίος θα περιλαμβάνει τον ορισμό ανεξάρτητου εντολοδόχου με εξουσίες προσβάσεως, ανεξαρτήτως της Επιτροπής, στη συνδρομή, στις πληροφορίες, στα έγγραφα, στις εγκαταστάσεις και στο προσωπικό της Microsoft, καθώς και στον «πηγαίο κώδικα» των κρίσιμων προϊόντων της Microsoft (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω).
|
|
170. It must be borne in mind that Article 7 of the 2004 decision was annulled in so far as it orders Microsoft to submit a proposal for the establishment of a mechanism which is to include a monitoring trustee with the power to have access, independently of the Commission, to Microsoft’s assistance, information, documents, premises and employees and to the source code of the relevant Microsoft products (see paragraph 18 above).
|
171. Επιπροσθέτως, από τις σκέψεις 1268 και 1271 της αποφάσεως Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, προκύπτει ότι τα δικαιώματα που παρασχέθηκαν στον ανεξάρτητο εντολοδόχο και περιγράφονται στη σκέψη 170 ανωτέρω βαίνουν πέραν εκείνων της περιπτώσεως κατά την οποία η Επιτροπή διορίζει πραγματογνώμονα της επιλογής της, δεδομένου ότι το άρθρο 7 της αποφάσεως του 2004 παρέχει στον ανεξάρτητο εντολοδόχο εξουσίες τις οποίες μόνον η Επιτροπή μπορούσε να ασκήσει.
|
|
171. Furthermore, it follows from paragraphs 1268 and 1271 of the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, that the rights conferred on the monitoring trustee, described in paragraph 170 above, go well beyond the situation in which the Commission retains its own expert, as Article 7 of the 2004 decision confers on the trustee powers which the Commission alone could exercise.
|
172. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Microsoft, το γεγονός ότι η αιτιολογική σκέψη 33 και το άρθρο 3.2 της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2005 (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω) στηρίζονται στις επίμαχες εξουσίες του ανεξάρτητου εντολοδόχου είναι άνευ σημασίας, δεδομένου, επιπλέον, ότι το γεγονός αυτό θα επηρέαζε τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως που απευθύνθηκε στη Microsoft και κατά της οποίας η τελευταία δεν άσκησε προσφυγή.
|
|
172. Contrary to what Microsoft has argued, it is irrelevant that recital 33 and Article 3.2 of the decision of 28 July 2005 (see paragraph 14 above) are based on the powers of the monitoring trustee in question, since, at the very most, that circumstance would affect the legality of that decision, which was addressed to Microsoft and against which Microsoft has not brought an action.
|
173. Όσον αφορά το ζήτημα αν ο ανεξάρτητος εντολοδόχος απηύθυνε κάποια αίτηση στη Microsoft κατά το άρθρο 3.2 της από 28 Ιουλίου 2005 αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο εντολοδόχος δεν έκανε χρήση της σχετικής εξουσίας ούτε καν χρησιμοποίησε, για τη σύνταξη της εκθέσεώς του, τον πηγαίο κώδικα που έλαβε από τη Microsoft. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ της Microsoft και του ανεξάρτητου εντολοδόχου πραγματοποιήθηκε οικειοθελώς σύμφωνα με το άρθρο 4.1 της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2005.
|
|
173. With regard to the question whether the monitoring trustee sent any requests to Microsoft under Article 3.2 of the decision of 28 July 2005, the Commission states that the trustee did not use that power; nor did he use the source code obtained from Microsoft when drawing up his reports. The Commission adds that all communications between Microsoft and the trustee were on a voluntary basis in accordance with Article 4.1 of the decision of 28 July 2005.
|
174. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά το άρθρο 3.2 της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2005, ο ανεξάρτητος εντολοδόχος μπορεί ιδίως να ζητήσει να λάβει πληροφορίες από τη Microsoft. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 4.1 της ίδιας αποφάσεως, η Microsoft είναι ελεύθερη να απαντήσει στις αιτήσεις που υποβάλλει ο ανεξάρτητος εντολοδόχος, ενώ η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος να ασκήσει τις αρμοδιότητές της δυνάμει του κανονισμού 1/2003 σε περίπτωση που δεν δοθεί οικειοθελώς απάντηση.
|
|
174. In that regard, it is to be noted that, under Article 3.2 of the decision of 28 July 2005, the monitoring trustee may, inter alia, request information from Microsoft. Moreover, pursuant to Article 4.1 of that decision, Microsoft is free to comply with requests made by the trustee, while the Commission reserves the right to exercise its powers under Regulation No 1/2003 should Microsoft fail to comply voluntarily.
|
175. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3.2 της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2005, σε συνδυασμό με το άρθρο της 4.1, δεν επηρεάζεται από τη μερική ακύρωση του άρθρου 7 της αποφάσεως του 2004 με το σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του διατακτικού της αποφάσεως Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές παρέχουν στον ανεξάρτητο εντολοδόχο μόνον τη δυνατότητα να έρθει σε απευθείας επαφή με τη Microsoft προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του, χωρίς να του παρέχουν την εξουσία να λάβει αναγκαστικά μέτρα, δεδομένου ότι αυτός ο τρόπος δράσης αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της Επιτροπής.
|
|
175. Thus, Article 3.2 of the decision of 28 July 2005, read in conjunction with Article 4.1 thereof, is not affected by the partial annulment of Article 7 of the 2004 decision under the first indent of point 1 of the operative part of the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, since those provisions only afford the monitoring trustee the opportunity to enter into direct contact with Microsoft in order to carry out his task but do not confer on him the power to adopt a coercive measure, action of that type being expressly reserved to the Commission.
|
176. Επιπροσθέτως, δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, οι παρασχεθείσες από τη Microsoft πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν από τον ανεξάρτητο εντολοδόχο για τη σύνταξη εκθέσεων, βάσει των οποίων η Επιτροπή διατύπωσε τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
|
|
176. Furthermore, it is not disputed that, in the present case, the information obtained from Microsoft was used by the monitoring trustee for the purpose of drawing up reports on the basis of which the Commission made the assessments in the contested decision.
|
177. Επισημαίνεται εξάλλου ότι η Επιτροπή επέλεξε το μόνο μέσο που καθιστούσε δυνατή τη διευθέτηση της κατάστασης κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, στο πλαίσιο του άρθρου 233 ΕΚ, ήτοι ζήτησε από τη Microsoft, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, να της γνωστοποιήσει όλα τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία στα οποία ο ανεξάρτητος εντολοδόχος είχε απευθείας πρόσβαση.
|
|
177. It should be added, moreover, that the Commission employed the only method that allowed the situation to be regularised in accordance with the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, under Article 233 EC, that is to say, it requested Microsoft, under Article 18(2) of Regulation No 1/2003, to provide the Commission with all the documents and other information to which the monitoring trustee had had access directly from Microsoft.
|
178. Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
|
|
178. The fourth plea must therefore be rejected.
|
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
|
|
Fifth plea: infringement of the rights of the defence
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
179. Η Microsoft υποστηρίζει ότι η αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων την 1η Μαρτίου 2007, ήτοι επτά μήνες πριν τη λήξη της περιόδου την οποία η Επιτροπή έλαβε υπόψη προκειμένου να αποδείξει τη μη συμμόρφωση με το άρθρο 5 της αποφάσεως του 2004 (22 Οκτωβρίου 2007), εμπόδισε τη Microsoft να εκθέσει την άποψή της ως προς το σύνολο των επιβαρυντικών γι’ αυτή στοιχείων. Συγκεκριμένα, τόσο η ανακοίνωση των αιτιάσεων όσο και το έγγραφο που περιλάμβανε έκθεση των πραγματικών περιστατικών περιείχαν απλώς προκαταρκτικές εκτιμήσεις κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως του 2004 και δεν παρείχαν τη δυνατότητα στη Microsoft να διατυπώσει την άποψή της ως προς το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για την επιβολή της χρηματικής ποινής, η οποία επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς εκείνων ενός προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, η Microsoft δεν μπόρεσε να λάβει θέση επί του περιορισμού του αντικειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία επικεντρώθηκε στη συμμόρφωση μόνο με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υπό το πρίσμα αποκλειστικά της συμβάσεως No Patent και από την οποία αποκαλύφθηκε ότι η Επιτροπή δέχθηκε τον καινοτόμο χαρακτήρα τριών επιπλέον τεχνολογιών σε σχέση με την άποψη που είχε εκφράσει με την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Τα γεγονότα αυτά είναι ουσιώδη υπό το πρίσμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Επιπροσθέτως, η Microsoft δεν μπόρεσε να προβάλει ότι η συμμόρφωσή της προς τις επιβληθείσες με την απόφαση του 2005 υποχρεώσεις θα έπρεπε να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του ποσού της χρηματικής ποινής ούτε να αναφερθεί στη διάρκεια της περιόδου που ορίστηκε από την Επιτροπή. Τέλος, η Microsoft στερήθηκε τη δυνατότητα να επισημάνει την εκ μέρους της Επιτροπής εσφαλμένη εκτίμηση ορισμένων πραγματικών περιστατικών, όπως ο υπολογισμός της χρηματικής ποινής μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2007, ενώ η Microsoft είχε υποβάλει την πρόταση που θεωρήθηκε εύλογη στις 9 Οκτωβρίου 2007.
|
|
179. Microsoft claims that, because the statement of objections was sent on 1 March 2007, that is to say, seven months before the end of the period taken into account by the Commission for determining non-compliance with Article 5 of the 2004 decision (22 October 2007), Microsoft was prevented from expressing its views on all the matters raised against it. Both the statement of objections and the letter of facts contained only preliminary assessments under Article 5(d) of the 2004 decision and did not afford Microsoft the opportunity to comment on all the issues forming the basis of the imposition of the periodic penalty payment, the purpose of which is different from that of a fine. Accordingly, Microsoft was unable to comment on the limitation of the subject-matter of the contested decision, which focused on compliance with only Article 5(a) of the 2004 decision from the perspective of the No Patent agreement alone and which shows that the Commission acknowledged the innovative character of three additional technologies as compared with the view expressed in the statement of objections. These factors are crucial in the light of Article 24(2) of Regulation No 1/2003. Furthermore, Microsoft did not have the opportunity to make representations that its compliance with the obligations imposed by the 2005 decision should have led to a significant reduction in the amount of the periodic penalty payment, or to comment on the length of the period on which the Commission relied. Finally, Microsoft was denied the opportunity to point out certain factual errors made by the Commission, such as calculating the periodic penalty payment up to 22 October 2007, whilst Microsoft had submitted a proposal considered to be reasonable on 9 October 2007.
|
180. Με τον τρόπο αυτό, εξάλλου, η Επιτροπή δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στον ρόλο της συμβουλευτικής επιτροπής συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, της οποίας τη γνώμη οφείλει να ζητεί δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 1/2003.
|
|
180. In this way, the Commission also undermined the role of the Advisory Committee on Restrictive Practices and Dominant Positions, which it is supposed to consult, pursuant to Article 14 of Regulation No 1/2003.
|
181. Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.
|
|
181. The Commission disputes the merits of this plea.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
182. Κατά τη νομολογία, η ανακοίνωση των αιτιάσεων πρέπει να εκθέτει τις αιτιάσεις κατά τρόπο αρκούντως σαφή, έστω και συνοπτικό, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αντιληφθούν για ποιες ενέργειες τους επέκρινε η Επιτροπή. Υπ’ αυτήν και μόνον την προϋπόθεση μπορεί να γίνει δεκτό ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία την οποία της αναθέτουν οι κοινοτικοί κανονισμοί και η οποία συνίσταται στην παροχή όλων των αναγκαίων στοιχείων στις επιχειρήσεις, ώστε να μπορέσουν να αμυνθούν προσηκόντως πριν η Επιτροπή εκδώσει οριστική απόφαση (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2006, T‑15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑497, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
182. According to the case-law, the statement of objections must be couched in terms that, albeit succinct, are sufficiently clear to enable the parties concerned properly to identify the conduct complained of by the Commission. It is only on that condition that the statement of objections can fulfil its function under the Community regulations of giving undertakings all the information necessary to enable them to defend themselves properly, before the Commission adopts a final decision (see Case T‑15/02 BASF v Commission [2006] ECR II‑497, paragraph 46 and the case-law cited).
|
183. Η ως άνω απαίτηση ικανοποιείται οσάκις η απόφαση δεν περιέχει κατηγορίες κατά των ενδιαφερομένων για παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που περιέχονται στην έκθεση των αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (βλ. απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 182 ανωτέρω, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
183. That requirement is satisfied if the decision does not allege that the persons concerned have committed infringements other than those referred to in the statement of objections and takes into consideration only facts on which they have had the opportunity of making known their views (see BASF v Commission , paragraph 182 above, paragraph 47 and the case-law cited).
|
184. Επιπλέον, η ανακοίνωση των αιτιάσεων συνιστά διαδικαστικά πράξη προπαρασκευαστική σε σχέση με την απόφαση που συνιστά την κατάληξη της διοικητικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, μέχρι την έκδοση τελικής αποφάσεως, η Επιτροπή μπορεί, ενόψει ιδίως των γραπτών ή προφορικών παρατηρήσεων των μερών, είτε να εγκαταλείψει ορισμένες ή ακόμη και όλες τις αιτιάσεις που αρχικά διατύπωσε κατ’ αυτών και να μεταβάλει έτσι τη θέση της υπέρ των ως άνω μερών είτε, αντιθέτως, να αποφασίσει να προσθέσει νέες αιτιάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα παράσχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διατυπώσουν συναφώς την άποψή τους (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑191/98, T‑212/98 έως T‑214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑3275, σκέψεις 114 και 115).
|
|
184. Furthermore, the statement of objections is a procedural measure adopted preparatory to the decision which represents the culmination of the administrative procedure. Consequently, until a final decision has been adopted, the Commission may, in view, in particular, of the written or oral observations of the parties, abandon some or even all of the objections initially made against them and thus alter its position in their favour or, conversely, decide to add new complaints, provided that it affords the undertakings concerned the opportunity of making known their views in that respect (Joined Cases T‑191/98, T‑212/98 to T‑214/98 Atlantic Container Line and Others v Commission [2003] ECR II‑3275, paragraphs 114 and 115).
|
185. Όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας ως προς την επιβολή προστίμων, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, αν η Επιτροπή αναφέρει ρητώς, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι πρόκειται να εξετάσει αν πρέπει να επιβάλει πρόστιμα στις οικείες επιχειρήσεις και αν αναφέρει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούν να επισύρουν πρόστιμο, όπως είναι η σοβαρότητα και η διάρκεια της υποτιθεμένης παραβάσεως και το γεγονός ότι αυτή διεπράχθη «εκ προθέσεως ή εξ αμελείας», πληροί την υποχρέωσή της σεβασμού του δικαιώματος ακροάσεως των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παρέχει στις επιχειρήσεις τα αναγκαία στοιχεία για να αμυνθούν όχι μόνον έναντι της διαπιστώσεως της παραβάσεως, αλλά και έναντι της επιβολής προστίμου (βλ. απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 182 ανωτέρω, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
|
|
185. With regard to exercise of the rights of the defence in respect of the imposition of fines, it is settled case-law that, provided the Commission indicates expressly in the statement of objections that it will consider whether it is appropriate to impose fines on the undertakings concerned and sets out the principal elements of fact and of law that may give rise to a fine, such as the gravity and the duration of the alleged infringement and the fact that it has been committed ‘intentionally or negligently’, it fulfils its obligation to respect the undertakings’ right to be heard. In doing so, it provides them with the necessary elements to defend themselves not only against a finding of infringement but also against the fact of being fined ( BASF v Commission , paragraph 182 above, paragraph 48 and the case-law cited).
|
186. Τέλος, όταν η Επιτροπή εκθέτει, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο έγγραφο το οποίο σκοπεί να παράσχει στις κατηγορούμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να λάβουν πράγματι γνώση των συμπεριφορών που τους προσάπτονται, ότι η παράβαση δεν έχει παύσει ακόμη, μπορεί να λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της εκδόσεως της αποφάσεως που περατ ώνει τη διαδικασία υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψεις 575 και 576).
|
|
186. Finally, where the Commission indicates in the statement of objections, or in any subsequent document whose purpose is to enable the undertakings in question properly to identify the conduct complained of, that the infringement has not yet ended, it is able to take into account, for the purposes of calculating the fine, the time that has elapsed between the statement of objections and adoption of the decision bringing the administrative proceedings to an end, provided that it takes into consideration only facts on which the persons concerned have had the opportunity of making known their views (see, to that effect, Joined Cases T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 to T‑32/95, T‑34/95 to T‑39/95, T‑42/95 to T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 to T‑65/95, T‑68/95 to T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 and T‑104/95 Cimenteries CBR and Others v Commission [2000] ECR II‑491, paragraphs 575 and 576).
|
187. Για τους εκτιθέμενους στη σκέψη 94 ανωτέρω λόγους, τα ανωτέρω εφαρμόζονται πλήρως και στο πλαίσιο των χρηματικών ποινών που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού 1/2003. Επιπλέον, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Microsoft, η ανακοίνωση των αιτιάσεων και το έγγραφο που περιλαμβάνει έκθεση των πραγματικών περιστατικών είναι ανακοινώσεις κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και όχι προκαταρκτικές εκτιμήσεις κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως του 2004 (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω).
|
|
187. For the reasons set out in paragraph 94 above, the foregoing considerations are fully applicable in the context of periodic penalty payments imposed under Article 24 of Regulation No 1/2003. Furthermore, contrary to what has been argued by Microsoft, the statement of objections and the letter of facts are communications under Article 27(1) of Regulation No 1/2003 and not preliminary assessments under Article 5(d) of the 2004 decision (see paragraph 9 above).
|
188. Εν προκειμένω, από τα σημεία 267 και 276 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η συμπεριφορά της Microsoft, κατά την 1η Μαρτίου 2007, δεν ήταν σύμφωνη με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 και πρότεινε τον οριστικό καθορισμό χρηματικής ποινής η οποία να καλύπτει το διάστημα από τις 16 Δεκεμβρίου 2005 μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως.
|
|
188. In the present case, it is clear from points 267 and 276 of the statement of objections that the Commission took the view that, as at 1 March 2007, Microsoft’s conduct did not comply with the obligations imposed by Article 5(a) of the 2004 decision and that it was proposing to fix the definitive amount of the periodic penalty payment in respect of the period between 16 December 2005 and the date of adoption of the final decision.
|
189. Εξάλλου από την τρίτη παράγραφο του εγγράφου που περιλαμβάνει έκθεση των πραγματικών περιστατικών καθώς και από το σημείο 54 του παραρτήματος I του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι η Επιτροπή φρονούσε ότι οι αιτιάσεις που διατύπωσε εξακολουθούσαν να ισχύουν υπό το πρίσμα του πίνακα αμοιβών που υποβλήθηκε την 21η Μαΐου 2007 (βλ. σκέψεις 24 και 33 ανωτέρω).
|
|
189. It is also apparent from the third paragraph of the letter of facts and from point 54 of Annex I thereto that the Commission considered that its objections held good in relation to the remuneration scheme submitted on 21 May 2007 (see paragraphs 24 and 33 above).
|
190. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο μέτρο που η συμπεριφορά η οποία προσάπτεται στη Microsoft με την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαφέρει από τη συμπεριφορά που περιγράφεται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στο έγγραφο που περιλαμβάνει έκθεση των πραγματικών περιστατικών, δεν υφίσταται συναφώς προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Microsoft.
|
|
190. The Court therefore finds that, since the conduct alleged against Microsoft under the contested decision is not different from the conduct described in the statement of objections and the letter of facts, Microsoft’s rights of defence have not been infringed in that regard.
|
191. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή περιόρισε το αντικείμενο της έρευνάς της στη σύμβαση No Patent και δέχθηκε, σε χρόνο μεταγενέστερο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, τον καινοτόμο χαρακτήρα επτά τεχνολογιών, αρκεί να υπομνησθεί ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων προς τους ενδιαφερομένους καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση που το αποτέλεσμα των ερευνών οδηγεί την Επιτροπή στον καταλογισμό νέων πραγματικών περιστατικών στις επιχειρήσεις ή στην αισθητή τροποποίηση των στοιχείων που αποδεικνύουν τις αμφισβητούμενες παραβάσεις και όχι όταν η Επιτροπή επιτελεί το καθήκον της περί άρσεως των αιτιάσεων που, ενόψει των απαντήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αποδείχθηκαν αβάσιμες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψεις 67 και 192).
|
|
191. As regards the fact that the Commission limited the scope of its investigation to the No Patent agreement and accepted, after the statement of objections, that seven technologies were innovative, suffice it to observe that communication to the parties concerned of further objections is necessary only where the result of the investigations leads the Commission to take new facts into account against the undertakings or to alter materially the evidence for the contested infringements and not where the Commission fulfils its obligation to abandon such objections as have, in the light of the replies to the statement of objections, been shown to be unfounded (see, to that effect, Joined Cases C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P and C‑219/00 P Aalborg Portland and Others v Commission [2004] ECR I‑123, paragraphs 67 and 192).
|
192. Όσον αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά, την οποία η Microsoft στερήθηκε την ευκαιρία να επισημάνει στην Επιτροπή (βλ. σκέψη 179 στο τέλος ανωτέρω), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοια εσφαλμένη εκτίμηση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως της Microsoft να προτείνει εύλογες αμοιβές στους δυνητικούς αντισυμβαλλομένους της (βλ. σκέψη 114 ανωτέρω), μόνον η πραγματική πρόταση τέτοιων αμοιβών θα έθετε τέρμα στην παράβαση, δεδομένου ότι η απλή γνωστοποίηση των αμοιβών στην Επιτροπή, για την εκτίμηση του εύλογου ύψους τους, δεν ανταποκρίνεται στις κατά το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υποχρεώσεις.
|
|
192. As regards the factual error which Microsoft claims it did not have the opportunity to point out to the Commission (see paragraph 179 in fine above), the Court finds that that error never materialised. Since Microsoft was obliged to propose reasonable rates of remuneration to its potential licensees (see paragraph 114 above), the infringement was brought to an end only when such rates were actually offered, as merely forwarding remuneration rates to the Commission for an assessment of their reasonableness did not fulfil the obligations in Article 5(a) of the 2004 decision.
|
193. Τέλος, από έγγραφο με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2007 προκύπτει ότι η επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων έλαβε την ανακοίνωση των αιτιάσεων, το έγγραφο που περιλάμβανε έκθεση των πραγματικών περιστατικών και τις απαντήσεις της Microsoft στα ως άνω έγγραφα, οπότε μπόρεσε να λάβει γνώση των προσαπτομένων στη Microsoft πραγματικών περιστατικών.
|
|
193. Finally, it is clear from a letter dated 15 November 2007 that the Advisory Committee on Restrictive Practices and Dominant Positions was provided with the statement of objections, the letter of facts and Microsoft’s responses to those documents; it was therefore informed of the facts alleged against Microsoft.
|
194. Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
|
|
194. The fifth plea must therefore be rejected.
|
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη νομικής βάσεως για την επιβολή χρηματικής ποινής καθώς και από τον υπερβολικό και δυσανάλογο χαρακτήρα της ποινής αυτής
|
|
Sixth plea: no legal basis for the imposition of a periodic penalty payment and the amount thereof is excessive and disproportionate
|
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
|
Arguments of the parties
|
195. Η Microsoft υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να της επιβάλει πρόστιμο, χωρίς προηγουμένως να έχει καθορίσει με ακρίβεια τη συμπεριφορά την οποία αυτή όφειλε να υιοθετήσει προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2004. Επιπλέον, η Microsoft υποστηρίζει ότι δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι υποχρεούνταν σε συμμόρφωση με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της εν λόγω αποφάσεως πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας που περιγράφεται στο στοιχείο δ΄ της ίδιας διατάξεως.
|
|
195. Microsoft maintains, first, that the Commission was not entitled to impose a fine on it without having first defined precisely the conduct which Microsoft had to adopt in order to comply with the 2004 decision. Furthermore, Microsoft could not be required to comply with Article 5(a) of that decision before the procedure described in Article 5(d) ha d ended.
|
196. Δεύτερον, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσήψε στη Microsoft μη συμμόρφωση μόνο σε σχέση με τις αμοιβές που αφορούσαν τη σύμβαση No Patent και προτάθηκαν ως βάση για τις διαπραγματεύσεις. Όμως, θα ήταν παράλογο να δοθεί αυξημένη βαρύτητα σε μια σύμβαση WSPP, όταν όλες οι συμβάσεις θεωρήθηκε ότι κάλυπταν πληροφορίες αναγκαίες για τους ανταγωνιστές της Microsoft.
|
|
196. Second, in the contested decision the Commission’s complaint regarding Microsoft’s failure to comply concerned only the remuneration rates relating to the No Patent agreement which were proposed as starting points for negotiation. However, it is nonsensical to give priority to one WSPP agreement, when they were all regarded as covering information indispensable for Microsoft’s competitors.
|
197. Τρίτον, από την απόφαση του 2006 προκύπτει ότι η Επιτροπή συνέδεσε το 75 % της ανώτατης χρηματικής ποινής με την υποχρέωση της Microsoft να υποβάλει πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και το 25 % της χρηματικής ποινής με την υποχρέωση της Microsoft να προτείνει εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις αμοιβές. Εν προκειμένω, όμως, επιβάλλοντας το 60 % της ανώτατης χρηματικής ποινής για την παραβίαση του πρώτου σκέλους της δεύτερης από τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις, η Επιτροπή παρεξέκλινε ανεξήγητα από την αρχική στάθμιση παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τη μέθοδο υπολογισμού της ημερήσιας χρηματικής ποινής ούτε τις αρχές βάσει των οποίων υπολόγισε τις μειώσεις, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται αιτιολογίας συναφώς. Επομένως, η Επιτροπή δεν προέβη, στην πραγματικότητα, σε συνεκτική στάθμιση των διαφόρων μορφών μη συμμορφώσεως αναλόγως της βαρύτητάς τους.
|
|
197. Third, it is apparent from the 2006 decision that the Commission apportioned 75% of the maximum periodic penalty payment to Microsoft’s obligation to submit an accurate and complete version of the interoperability information and 25% to the obligation to propose reasonable and non-discriminatory remuneration rates. However, by imposing in the present case approximately 60% of the maximum periodic penalty payment for infringement of the first part of the second of the aforementioned obligations, the Commission inexplicably departed from its original weighting and thus infringed the principle of the protection of legitimate expectations. Furthermore, the Commission did not explain the methodology for calculating the daily penalty or the principles according to which it calculated reductions; therefore the contested decision is vitiated by a failure to state reasons in that regard. It is also apparent that, in actual fact, the Commission did not apply a consistent weighting of the various forms of non-compliance according to their importance.
|
198. Τέταρτον, η Microsoft υπογραμμίζει ότι από τις 488 ημέρες που καλύπτει το πρόστιμο 306 αφιερώθηκαν στην εκ μέρους της Επιτροπής αξιολόγηση των προτάσεων της Microsoft, γεγονός το οποίο δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον τα μέτρα που η Microsoft όφειλε να λάβει ήταν προφανή και αποτελεί απόδειξη του ανεπιεικούς χαρακτήρα της επιβληθείσας χρηματικής ποινής.
|
|
198. Fourth, Microsoft points out that, of the 488 days covered by the periodic penalty payment, 306 were devoted to the Commission’s assessment of Microsoft’s proposals, which casts doubt on its opinion that the measures which Microsoft had to take were obvious and shows that the periodic penalty payment imposed was unfair.
|
199. Πέμπτον, η Microsoft, υποστηριζόμενη από την ACT, επαναλαμβάνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της αρνήσεως της Επιτροπής να της παράσχει ουσιαστική συνδρομή, με το να διευκρινίσει το ενδεδειγμένο ποσό αμοιβής, αυτή έλαβε όλα τα μέτρα που μπορούσε να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2004.
|
|
199. Fifth, supported by ACT, Microsoft reiterates that, in view of the Commission’s refusal to assist it substantially by indicating the appropriate level of the remuneration rates, it adopted all the measures available to it in order to comply with the 2004 decision.
|
200. Έκτον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η χρηματική ποινή ισοδυναμούσε με το τεσσαρακονταπλάσιο της αμοιβής που αυτή θα δικαιούνταν αν το σύνολο των ανταγωνιστών της είχαν συνάψει συμβάσεις No Patent έναντι των αμοιβών που κρίθηκαν υπερβολικά υψηλές από την Επιτροπή και ότι ξεπερνούσε κατά πολύ όλα τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί προσφάτως για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
|
|
200. Sixth, the periodic penalty payment is 40 times as much as the remuneration which Microsoft would have collected if all its competitors had concluded No Patent agreements at rates considered unreasonable by the Commission, and it far exceeds all the fines recently imposed for infringement of the competition rules.
|
201. Έβδομον, η Microsoft υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι αυτή συμμορφώθηκε τελικώς με την απόφαση του 2004 και ότι δεν προέβη, επ’ αυτής της βάσεως, σε μείωση του ποσού της χρηματικής ποινής κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
|
|
201. Seventh, the Commission failed to take into account the fact that Microsoft finally complied with the 2004 decision and, on that ground, to reduce the amount of the periodic penalty payment, in accordance with Article 24(2) of Regulation No 1/2003.
|
202. Όγδοον και τελευταίο, η Microsoft επαναλαμβάνει ότι η περίοδος της μη συμμορφώσεως έληξε στις 9 Οκτωβρίου 2007 (βλ. σκέψη 179 ανωτέρω).
|
|
202. Finally, eighth, Microsoft reiterates that the period of non-compliance ended on 9 October 2007 (see paragraph 179 above).
|
203. Η Επιτροπή αναφέρει ότι, για το διάστημα των 488 ημερών το οποίο καλύπτει η προσβαλλόμενη απόφαση, η χρηματική ποινή θα μπορούσε να ανέλθει σε 1,423 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεδομένου όμως ότι, πρώτον, ο πίνακας αμοιβών που η Microsoft υιοθέτησε στις 22 Οκτωβρίου 2007 δεν δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά το εύλογο ύψος των περιεχόμενων σε αυτόν αμοιβών, δεύτερον, ότι η Microsoft, από την 21η Μαΐου 2007, εφάρμοσε ουσιωδώς χαμηλότερες αμοιβές και, τρίτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μόνον τη σύμβαση No Patent, η επιβληθείσα χρηματική ποινή αντιπροσωπεύει περίπου ποσοστό 63 % της ανώτατης χρηματικής ποινής. Πάντως, η μείωση καλύπτει μεν και το διάστημα πριν από την 21η Μαΐου 2007, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρη την οικεία περίοδο. Η χρηματική ποινή αναλύεται σε 2 εκατομμύρια ευρώ ανά ημέρα για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 2006 και 20ής Μαΐου 2007 και σε 1,5 εκατομμύρια ευρώ ανά ημέρα για το διάστημα μεταξύ 21ης Μαΐου και 21ης Οκτωβρίου 2007. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 253 ΕΚ δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να παραθέσει στην απόφασή της τα σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των προστίμων αριθμητικά στοιχεία, ο ίδιος δε κανόνας έχει εφαρμογή και όσον αφορά τις χρηματικές ποινές. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αιτιολογικές σκέψεις 281 έως 299 της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέχουν επαρκή αιτιολογία συναφώς.
|
|
203. The Commission states that, for the 488 days covered by the contested decision, the periodic penalty payment could have amounted to EUR 1.423 billion. Given, first, that the scheme adopted by Microsoft on 22 October 2007 did not give rise to objections as to the reasonableness of the remuneration rates which it contains, second, that Microsoft applied substantially lower rates as of 21 May 2007 and, third, that the contested decision concerns only the No Patent agreement, the periodic penalty payment imposed amounted to approximately 63% of the maximum periodic penalty payment. However, the reduction also covers the period before 21 May 2007, but does not have to spread over the entire period concerned. The periodic penalty payment is calculated at EUR 2 million per day for the period between 21 June 2006 and 20 May 2007 and at EUR 1.5 million per day for the period between 21 May 2007 and 21 October 2007. According to settled case-law, Article 253 EC does not require the figures relating to the method of calculating a fine to be indicated in the Commission’s decision and the same rule applies in the case of periodic penalty payments. In those circumstances, recitals 281 to 299 to the contested decision provide adequate reasoning in that regard.
|
204. Τέλος, η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων της αμφισβητούν το βάσιμο των επιχειρημάτων της Microsoft.
|
|
204. The Commission and the interveners supporting it contend that the rest of Microsoft’s arguments are unfounded.
|
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
|
Findings of the Court
|
205. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το πρώτο επιχείρημα της Microsoft που εκτίθεται στη σκέψη 195 ανωτέρω συγχέεται με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 82 έως 97 ανωτέρω. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποχρεούται σε συμμόρφωση με το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 5, στοιχείο δ΄, της ίδιας αποφάσεως, αρκεί να υπομνησθεί ότι η άποψη αυτή θα παρείχε στη Microsoft το δικαίωμα να αρνηθεί την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, θα αρκούσε να μην τηρήσει η Microsoft την υποχρέωση, σαφώς διακριτή εξάλλου, που υπέχει από το άρθρο 5, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως του 2004, για να καταστούν ανεκτέλεστες οι διατάξεις του άρθρου 5, στοιχείο α΄.
|
|
205. The first of Microsoft’s arguments described in paragraph 195 above is indistinguishable from the first plea and must therefore be rejected for the reasons set out in paragraphs 82 to 97 above. With regard to Microsoft’s argument that it could not be required to comply with Article 5(a) of the 2004 decision before the procedure described in Article 5(d) of the decision had ended, suffice it to observe that that approach would give Microsoft a right of veto over enforcement of the 2004 decision. Indeed, it would be sufficient for Microsoft not to abide by its – clearly distinct – obligation under Article 5(d) of the 2004 decision for the provisions of Article 5(a) to be rendered unenforceable.
|
206. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Microsoft που αναφέρονται στην εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, επισημαίνονται τα ακόλουθα.
|
|
206. As to Microsoft’s arguments concerning the exercise of the Court’s unlimited jurisdiction, the Court finds as follows.
|
207. Ως προς το επιχείρημα της Microsoft που εκτίθεται στη σκέψη 196 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τον περιορισμό του αντικειμένου της έρευνάς της, καθορίζοντας το ποσό της χρηματικής ποινής σε επίπεδο σαφώς χαμηλότερο του ορισθέντος με την απόφαση του 2006 (βλ. σκέψη 203 ανωτέρω).
|
|
207. With regard to Microsoft’s argument set out in paragraph 196 above, the Court finds that the Commission took due account of the restriction of the scope of its investigation by fixing the amount of the periodic penalty payment at a markedly lower level than that laid down by the 2006 decision (see paragraph 203 above).
|
208. Επιπροσθέτως, όπως επισήμαναν η Επιτροπή και η SIIA, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της συμβάσεως No Patent σε περιπτώσεις στις οποίες οι δυνητικοί αντισυμβαλλόμενοι της Microsoft δεν επιθυμούν να αποκτήσουν άδειες που να αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας, κανένα στοιχείο δεν εμποδίζει το οριστικό ποσό της χρηματικής ποινής να καθοριστεί στο επίπεδο που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
|
|
208. Moreover, as the Commission and SIIA have pointed out, given the importance of the No Patent agreement in cases where Microsoft’s potential licensees had no interest in obtaining patent licences, nothing prevents the definitive amount of the periodic penalty payment from being set at the level imposed under the contested decision.
|
209. Συναφώς, και μολονότι η Microsoft δεν προβάλλει το επιχείρημα αυτό προς στήριξη, ιδίως, του αιτήματός της για μείωση του ποσού της χρηματικής ποινής από το Γενικό Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα της Microsoft να προτείνει τη σύμβαση No Patent μόνο στους δικαιούχους αδειών που είχαν ήδη λάβει άδεια για ορισμένες κατοχυρωμένες με διπλώματα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες.
|
|
209. In that regard and although Microsoft does not lay particular emphasis on this argument to support its application for a reduction in the amount of the periodic penalty payment, the Court rejects the claim that the Commission did not call into question Microsoft’s ability to offer the No Patent agreement solely to persons who already had a licence for certain patented technologies.
|
210. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 28, 29 και 38 έως 41 ενός εγγράφου της Επιτροπής με ημερομηνία 17 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή επισήμανε στη Microsoft ότι διάφοροι δυνητικοί δικαιούχοι της αποφάσεως του 2004 φρονούσαν ότι δεν χρειαζόντουσαν άδειες για κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες της Microsoft, προκειμένου να αναπτύξουν λειτουργικά συστήματα για διακομιστές ομάδας εργασίας συμβατά με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη της Microsoft. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή απέρριψε την πρόταση της Microsoft περί ενός μόνον τύπου αδείας καλύπτουσας τόσο κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας όσο και μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες, δεδομένου ότι μια τέτοια δέσμευση δεν δικαιολογούνταν αντικειμενικά και ότι η Microsoft μπορούσε ανά πάσα στιγμή να στραφεί, ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων, κατά των δικαιούχων αδειών για μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες, σε περίπτωση που αυτοί έκαναν χρήση των αδειών κατά τρόπο που να παραβιάζει τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας της Microsoft, ως προς τα οποία αυτοί δεν είχαν λάβει άδεια.
|
|
210. More specifically, as can be seen from points 28, 29 and 38 to 41 of a letter from the Commission dated 17 March 2005, the Commission indicated to Microsoft that a number of potential beneficiaries of the 2004 decision did not believe that they needed licences of Microsoft’s patented technologies in order to develop work group server operating systems compatible with Microsoft’s client PC operating system. The Commission thus rejected Microsoft’s proposal for an all-in-one licence offering both patented and non-patented technologies, since there was no objective justification for tying of that kind and since Microsoft was at all times able to bring proceedings before the competent national courts against licensees of non-patented technologies in the event of them implementing those technologies in such a way as to infringe Microsoft’s patents, for which they had not obtained a licence.
|
211. Στο ίδιο πλαίσιο, με έγγραφο της 18ης Απριλίου 2005, η Επιτροπή πρότεινε μεταξύ άλλων στη Microsoft ένα σχέδιο συμβάσεως No Patent της οποίας η σύναψη να είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται προηγούμενη άδεια για κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες, υπό τη ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Microsoft που απορρέουν από τα κατά την προαναφερθείσα έννοια διπλώματά της ευρεσιτεχνίας. Επιπλέον, απαντώντας σε ένα έγγραφο της Microsoft με ημερομηνία 2 Μαΐου 2005, η Επιτροπή επανέλαβε, με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 2005, ότι, προκειμένου να αποφευχθούν οι «υποχρεωτικές άδειες» για κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες στις οποίες οι ανταγωνιστές της Microsoft δεν επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσβαση, η Microsoft όφειλε να παράσχει τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως για μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες, υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ευρεσιτεχνίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, στους ενδιαφερόμενους εναπόκειτο να επιλέξουν τις κατοχυρωμένες ή μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίες τις οποίες θεωρούσαν αναγκαίες για την ανάπτυξη των προϊόντων τους. Στο πλαίσιο αυτό, με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή απέρριψε την προταθείσα από τη Microsoft εκδοχή του άρθρου 2.4, στοιχείο b, του σχεδίου συμβάσεως No Patent της 7ης Ιουνίου 2005, που προέβλεπε ότι μόνον οι δικαιούχοι άδειας αφορώσας αξιώσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τα οποία «κατ’ ανάγκην παραβιάζονται» με την εφαρμογή μη κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογιών που περιλαμβάνονται στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες μπορούσαν να συνάψουν την εν λόγω σύμβαση.
|
|
211. In the same context, by letter of 18 April 2005, the Commission put to Microsoft, inter alia, a draft No Patent agreement available without prior licensing of the patented technologies, with the express reservation of Microsoft’s rights under its patents as referred to above. Furthermore, in response to a letter from Microsoft dated 2 May 2005, the Commission again explained, by letter of 28 June 2005, that, in order to avoid ‘forced licensing’ of patented technologies of no interest to Microsoft’s competitors, Microsoft should make available an agreement covering non-patented technologies, without prejudice to Microsoft’s patent rights. In those circumstances, it would be for the persons concerned to choose the non-patented or patented technologies that they deemed necessary to develop their products. Thus, in that letter, the Commission rejected the version of Section 2.4(b) of the No Patent agreement of 7 June 2005 proposed by Microsoft, which provided that the said agreement would be available only to persons having a licence concerning patent claims ‘necessarily infringed’ by implementation of non-patented technologies forming part of the interoperability information.
|
212. Με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 2005, η Microsoft πρότεινε μεταξύ άλλων να συμπεριληφθεί στη σύμβαση No Patent μια φράση κατά την οποία, οσάκις καμία «αναγκαία αξίωση» δεν αφορά τα μη κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στοιχεία ως προς τα οποία ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να αποκτήσει άδεια, αυτός δεν υποχρεούται να έχει λάβει άδεια ως προς τα κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στοιχεία. Με το ίδιο έγγραφο, η Microsoft ανέφερε ότι ήλπιζε ότι η διευκρίνιση αυτή θα μπορούσε να άρει με τρόπο ικανοποιητικό τις αντιρρήσεις της Επιτροπής.
|
|
212. By letter of 8 July 2005, Microsoft proposed, inter alia, that a sentence should be inserted into the No Patent agreement explaining that where there were no ‘necessary claims’ in any of the non-patented elements that the licensee wished to licence, the licensee would not be required to have taken a licence in respect of the patented elements. In the same letter, Microsoft stated that it hoped that that clarification would satisfactorily address the issue raised by the Commission.
|
213. Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2005, η Επιτροπή απάντησε στη Microsoft ότι η διευκρίνιση ήταν αποδεκτή, ιδίως υπό το πρίσμα «του άρθρου 11.4[, στοιχείο a], το οποίο ρητώς ορίζει ότι, αν ο δικαιούχος αδείας αμφισβητεί τις αναγκαίες αξιώσεις, η Microsoft δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση για τον λόγο αυτό».
|
|
213. By letter of 13 July 2005, the Commission replied to Microsoft that it welcomed the clarification, particularly in the light ‘of [Section] 11.4(a), which makes clear that, in case the Licensee contests the Necessary Claims, Microsoft cannot on this ground terminate the licence’.
|
214. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 2007, κατά τη συνάντηση αυτή, η Microsoft ερμήνευσε τη διευκρίνιση περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 212 ανωτέρω ως έχουσα τη συνέπεια ότι, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αυτής και του δυνητικού δικαιούχου αδείας No Patent αναφορικά με την ύπαρξη «αναγκαίων αξιώσεων», ο τελευταίος υποχρεούνταν να λάβει άδεια για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που σχετίζονταν με τις εν λόγω αξιώσεις. Συναφώς, από ένα έγγραφο της Microsoft με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 2007, προκύπτει ότι η IBM επέστησε συναφώς την προσοχή της Microsoft σε ένα έγγραφο με τίτλο «Σχόλια» της 28ης Ιανουαρίου 2007 και ότι η Microsoft εγκατέλειψε στο εξής την ερμηνεία αυτή.
|
|
214. Finally, as is shown by the minutes of a meeting that took place on 31 January and 1 February 2007 in London, it became apparent that at the meeting Microsoft was interpreting the clarification referred to in paragraph 212 above as meaning that, in the event of disagreement between it and a potential No Patent licensee on the existence of ‘necessary claims’, the licensee was still under an obligation to license the patents relating to those claims. In that regard, it can be seen from a letter from Microsoft dated 12 February 2007 that attention was drawn to that point by IBM in a document entitled ‘Comments’ dated 28 January 2007 and that Microsoft henceforth abandoned that interpretation.
|
215. Από την αλληλογραφία και τα πρακτικά που εκτίθενται συνοπτικώς στις σκέψεις 210 έως 214 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή εξαρχής εξέθεσε με όρους σαφείς στη Microsoft ότι η δεσμευτική σύνδεση αδειών για τεχνολογίες κατοχυρωμένες και μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ήταν αντίθετη προς τις υποχρεώσεις που αυτή υπείχε βάσει του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004 ελλείψει αντικειμενικής δικαιολογίας για μια τέτοια σύνδεση. Η Επιτροπή διευκρίνισε, επίσης, ότι σε περίπτωση που δυνητικός δικαιούχος άδειας φρονούσε ότι δεν χρειαζόταν άδεια σχετική με τεχνολογίες κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της Microsoft, προκειμένου να αναπτύξει προϊόντα τα οποία να διαλειτουργούν με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη της Microsoft, έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να μη συνάψει τέτοια σύμβαση, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο να οδηγηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους του των διπλωμάτων αυτών ευρεσιτεχνίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Επιτροπή συμφώνησε κατόπιν διευκρινίσεων που παρέσχε η Microsoft (βλ. σκέψεις 212 και 213 ανωτέρω) εξέφραζε αποκλειστικώς την ερμηνεία της Επιτροπής, κατά την οποία η επίμαχη διευκρίνιση παρείχε στους δυνητικούς δικαιούχους αδειών το δικαίωμα να επιλέγουν τα στοιχεία ως προς τα οποία επιθυμούσαν να τους παραχωρηθεί άδεια, χωρίς η εκ μέρους τους άρνηση να ζητήσουν άδεια για κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στοιχεία να παρέχει στη Microsoft τη δυνατότητα να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας για μη κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι το ζήτημα ανέκυψε εκ νέου τον Ιανουάριο του 2007 αποτελεί απλώς συνέπεια του ότι η Microsoft εξακολουθούσε να ερμηνεύει τη διευκρίνιση στην οποία αυτή προέβη κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία που υποστήριζε η Επιτροπή και οι δυνητικοί δικαιούχοι αδειών και όχι συνέπεια κάποιας σύμφωνης γνώμης εκφρασθείσας από την Επιτροπή στις 13 Ιουλίου 2005.
|
|
215. The correspondence and minutes summarised in paragraphs 210 to 214 above show that, from the start, the Commission made it clear to Microsoft that the tying of licences for non-patented and patented technologies was contrary to Microsoft’s obligations under Article 5 of the 2004 decision in the absence of any objective justification for such tying. The Commission also made clear that, if a potential licensee did not believe that it was necessary to have a licence over Microsoft’s patented technologies in order to develop products that would interoperate with Microsoft’s client PC operating systems, that licensee had to be free not to take such a licence and run the risk of proceedings being taken against it before the national courts if it infringed those patents. In those circumstances, the agreement given by the Commission following Microsoft’s clarification (see paragraphs 212 and 213 above) expressed only the Commission’s interpretation, namely that the clarification in question allowed potential licensees the right to choose the elements in respect of which they wished to take a licence, while a refusal on their part to take a licence for the patented elements did not mean that Microsoft could refuse to grant a licence for the non-patented elements. Thus, the re-emergence of the issue in January 2007 is merely the consequence of Microsoft continuing to interpret its clarification in a way contrary to that intended by the Commission and potential licensees and not the consequence of any alleged agreement given by the Commission on 13 July 2005.
|
216. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δικαιολογία που προέβαλε η Microsoft στο πλαίσιο της αλληλογραφίας της με την Επιτροπή, κατά την οποία η λήψη αδείας για «αναγκαίες αξιώσεις», ως προϋπόθεση για τη σύναψη συμβάσεως No Patent, προστάτευε τους δικαιούχους από τυχόν προσφυγή της Microsoft ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι οι δυνητικοί δικαιούχοι αδειών είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από τη Microsoft ποιες είναι οι πλέον ενδεδειγμένες επιλογές για την προστασία των συμφερόντων τους, σε αυτούς εναπόκειται, επίσης, να αναλάβουν τους κινδύνους που συνδέονται με την εκτίμηση ως προς τον αναγκαίο χαρακτήρα των αξιώσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο πλαίσιο της αναπτύξεως προϊόντων διαλειτουργικών με τα προϊόντα της Microsoft. Η Επιτροπή, όμως, σαφώς επισήμανε εξαρχής ότι η χορήγηση αδειών στο πλαίσιο της συμβάσεως No Patent δεν επηρέαζε τα δικαιώματα της Microsoft δυνάμει των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της (βλ. σκέψεις 210 και 211 ανωτέρω).
|
|
216. Furthermore, the Court cannot accept the justification advanced by Microsoft in its correspondence with the Commission, according to which the licensing of ‘necessary claims’ as a condition for the availability of a No Patent agreement would protect licensees from any actions brought by Microsoft before the national courts. Indeed, irrespective of the fact that licensees are in a better position than Microsoft to make the most appropriate choices for protecting their interests, it is for licensees to assume the risks related to their assessment of what are necessary patent claims in the context of the development of products that are interoperable with Microsoft products. As it is, the Commission clearly stated from the start that the grant of licences under the No Patent agreement was without prejudice to Microsoft’s patent rights under its patents (see paragraphs 210 and 211 above).
|
217. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft που εκτίθεται στη σκέψη 197 ανωτέρω, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή απομακρύνθηκε εν προκειμένω από τη στάθμιση στην οποία είχε προβεί με την απόφαση του 2006, εντούτοις τίποτε δεν την εμποδίζει να την ακολουθήσει στο πλαίσιο οποιασδήποτε μεταγενέστερης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, καθόσον αρχικώς η Microsoft δεν κοινοποιούσε καν ένα πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών, ήταν απολύτως λογικό η Επιτροπή, στο στάδιο αυτό, να επιβάλει χρηματική ποινή λαμβάνοντας υπόψη, κυρίως, αυτή την πτυχή της συμπεριφοράς της Microsoft παρά το ζήτημα των εύλογων προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα γινόταν η κοινοποίηση. Όσον αφορά, τη μέθοδο υπολογισμού της χρηματικής ποινής, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του ενδέχεται να δικαιολογεί την προσκόμιση και συνεκτίμηση προσθέτων πληροφοριακών στοιχείων, των οποίων η αυτούσια μνεία στην απόφαση δεν απαιτείται δυνάμει της επιβαλλομένης από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (βλ. υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑248/98 P, KNP BT κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9641, σκέψη 40). Δεδομένου ότι το ποσό της οριστικώς καθορισθείσας χρηματικής ποινής είναι μικρότερο του ανώτατου ποσού που προβλέπεται στην απόφαση του 2006 και οι παρατιθέμενες στη σκέψη 203 ανωτέρω πληροφορίες αρκούν για να γίνει κατανοητός ο υπολογισμός της, το επιχείρημα της Microsoft δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
|
|
217. As regards Microsoft’s argument described in paragraph 197 above, suffice it to observe that, assuming that the Commission did in this case depart from the weighting that it used in the 2006 decision, nothing requires it to adhere to that weighting in all subsequent decisions. Indeed, if, at the start, Microsoft did not even make available a complete and accurate version of the interoperability information, it was, at that stage, quite logical to impose a periodic penalty payment that took account, in particular, of that aspect of the conduct rather than of the issue of the reasonable terms on which that information would be made available. So far as the method for calculating the periodic penalty payment is concerned, the Court’s exercise of its unlimited jurisdiction may justify the production and taking into account of additional information which is not as such required, by virtue of the duty to state reasons under Article 253 EC, to be set out in the decision (see, to that effect, Case C‑248/98 P KNP BT v Commission [2000] ECR I‑9641, paragraph 40). Since the amount of the periodic penalty payment definitively set was less than the maximum amount laid down by the 2006 decision and since the information set out in paragraph 203 makes clear how that amount was calculated, Microsoft’s argument cannot succeed.
|
218. Επιπροσθέτως, ακόμη και αν οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή στον καθορισμό του οριστικού ποσού της χρηματικής ποινής για το διάστημα μεταξύ 1ης Αυγούστου 2006 και 20ής Μαΐου 2007 σε επίπεδο ίσο προς τα δύο τρίτα της επιβληθείσας με την απόφαση του 2006 χρηματικής ποινής ισχύουν και για τον υπολογισμό του τελικού ποσού της χρηματικής ποινής για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου και 31ης Ιουλίου 2006, πάντως ορθώς καθορίστηκε, για τη δεύτερη αυτή περίοδο, ποσό 2 εκατομμυρίων ευρώ, ίσο προς το σύνολο της επιβληθείσας με την απόφαση του 2005 χρηματικής ποινής. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η φύση της συμπεριφοράς της Microsoft κατά τις ανωτέρω δύο περιόδους ήταν η ίδια, δικαιολογείται η επιβολή της ίδιας ημερήσιας χρηματικής ποινής.
|
|
218. Furthermore, even though the reasons that led the Commission to fix the definitive amount of the periodic penalty payment for the period from 1 August 2006 to 20 May 2007 at a level equivalent to two thirds of the periodic penalty payment imposed by the 2006 decision are also valid for the purpose of calculating the final amount of the periodic penalty payment for the period between 21 June and 31 July 2006, it was appropriate to set for the latter period an amount of EUR 2 million, equivalent to the total of the daily penalty payment imposed by the 2005 decision. In fact, the nature of Microsoft’s behaviour was the same in both those periods, so that an identical daily penalty payment is justifiable.
|
219. Όσον αφορά το επιχείρημα της Microsoft που εκτίθεται στη σκέψη 198 ανωτέρω, αρκεί να υπομνησθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως της Microsoft να προτείνει εύλογες αμοιβές στους δυνητικούς ανταγωνιστές της (βλ. σκέψη 114 ανωτέρω), το γεγονός ότι ένα τμήμα της χρηματικής ποινής αντιστοιχεί σε περιόδους κατά τις οποίες η Microsoft ανέμενε την εκτίμηση της Επιτροπής αναφορικά με νέα πρόταση που αυτή είχε υποβάλει δεν αναιρεί τις συνέπειες της εκ μέρους της Microsoft μη τηρήσεως της αποφάσεως του 2004 και, επομένως, δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση. Το επιχείρημα της Microsoft που εκτίθεται στη σκέψη 199 ανωτέρω δεν μπορεί ομοίως να γίνει δεκτό, για τους ίδιους λόγους με τους εκτιθέμενους στη σκέψη 114 ανωτέρω.
|
|
219. As regards Microsoft’s argument set out in paragraph 198 above, it is sufficient to recall that, given Microsoft’s obligation to propose reasonable remuneration rates to its potential licensees (see paragraph 114 above), the fact that part of the periodic penalty payment relates to periods when Microsoft was waiting for the Commission’s assessment of new proposals it had submitted does not attenuate the effects of Microsoft’s failure to comply with the 2004 decision and thus does not amount to a mitigating circumstance. Nor – for the same reasons as those set out in paragraph 114 above – can Microsoft’s argument described in paragraph 199 above be accepted.
|
220. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Microsoft που εκτίθενται συνοπτικώς στις σκέψεις 200 και 201 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι, πρώτον, η Microsoft δεν παρέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η επιβληθείσα χρηματική ποινή είναι τεσσαρακονταπλάσια της αμοιβής που αυτή θα εισέπραττε σε περίπτωση που το σύνολο των ανταγωνιστών της είχε συνάψει συμβάσεις No Patent έναντι των αμοιβών που κρίθηκαν μη εύλογες από την Επιτροπή. Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της Microsoft από απόψεως κύκλου εργασιών, της καθυστερήσεως με την οποία αυτή παρέσχε ένα πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών και της προσαπτόμενης πρόσθετης καθυστερήσεως για την εκ μέρους της υποβολή προτάσεως εύλογων αμοιβών, με όλα τα πλεονεκτήματα που οι περιστάσεις αυτές συνεπάγονται από την άποψη των μεριδίων αγοράς, η χορηγηθείσα από την Επιτροπή μείωση του ποσού της χρηματικής ποινής (βλ. σκέψη 203 ανωτέρω) αντικατοπτρίζει δεόντως τόσο την ανάγκη να έχει το ποσό της χρηματικής ποινής αποτρεπτικό χαρακτήρα όσο και το γεγονός ότι η Microsoft συμμορφώθηκε τελικώς προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004.
|
|
220. With regard to Microsoft’s arguments summarised in paragraphs 200 and 201 above, the Court notes, first, that Microsoft has not provided any evidence establishing that the periodic penalty payment imposed is 40 times as much as the remuneration that it would have collected if all its competitors had entered into No Patent agreements on the rates considered unreasonable by the Commission. Second, in any event, having regard to Microsoft’s size in terms of turnover, to its delay in providing a complete and accurate version of the interoperability information and to the further delay in it proposing a reasonable rate of remuneration, with all the benefits which those circumstances entailed in terms of market shares, the reduction in the amount of the periodic penalty payment which the Commission granted (see paragraph 203 above) duly reflects both the need for the amount of the payment to act as a deterrent and the fact that Microsoft finally complied with its obligations under Article 5(a) of the 2004 decision.
|
221. Επιπροσθέτως, όπως εκτίθεται στη σκέψη 192 ανωτέρω, μόνον η πραγματική πρόταση εύλογων αμοιβών έθεσε τέλος στην παράβαση, δεδομένου ότι η απλή γνωστοποίηση των αμοιβών στην Επιτροπή για τους σκοπούς της εκτιμήσεως του εύλογου ύψους αυτών δεν συνιστούσε τήρηση των κατά το άρθρο 5, στοιχείο α΄, της αποφάσεως του 2004 υποχρεώσεων. Επομένως, το επιχείρημα που εκτίθεται στη σκέψη 202 ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί.
|
|
221. Furthermore, as has been stated in paragraph 192 above, the infringement was brought to an end only when reasonable rates of remuneration were actually offered, since merely forwarding remuneration rates to the Commission for an assessment of their reasonableness did not fulfil the obligations in Article 5(a) of the 2004 decision. It follows that the argument in paragraph 202 above must be rejected.
|
222. Εντούτοις, στο πλαίσιο της ασκήσεως από το Γενικό Δικαστήριο της πλήρους δικαιοδοσίας του, την οποία του αναγνωρίζει το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 και η οποία ενδέχεται να δικαιολογεί την προσκόμιση και συνεκτίμηση προσθέτων πληροφοριακών στοιχείων, των οποίων η αυτούσια μνεία στην απόφαση δεν απαιτείται (απόφαση KNP BT κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 40), πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ένα έγγραφο με ημερομηνία 1η Ιουνίου 2005, το οποίο απέστειλε στη Microsoft ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Ανταγωνισμού. Το έγγραφο αυτό, το οποίο κατατέθηκε στη δικογραφία, κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, αφορά το ζήτημα αν, στο πλαίσιο της αποφάσεως του 2004, η Microsoft είχε δικαίωμα να απαγορεύσει στους ανταγωνιστές της τη διανομή, υπό τη μορφή πηγαίου κώδικα, των προϊόντων που διαλειτουργούσαν με τα λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές πελάτη της Microsoft τα οποία αυτοί είχαν στο μεταξύ αναπτύξει. Συναφώς, η Επιτροπή φρονούσε ότι η Microsoft, δυνάμει του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004, υποχρεούνταν να επιτρέψει τη διανομή, υπό τη μορφή πηγαίου κώδικα, λογισμικού που ανέπτυξαν ανταγωνιστές με βάση πρωτόκολλα της Microsoft, στο μέτρο που τα πρωτόκολλα της Microsoft που εφαρμόστηκαν σε τέτοια λογισμικά δεν ήταν καινοτόμα. Πάντως, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι, αν και η Microsoft μπορούσε να παρεμποδίσει μια τέτοια διανομή μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, η Microsoft όφειλε, στο μεταξύ, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής της σε σχέση με το άρθρο 5 της αποφάσεως του 2004, αυτή θα συμμορφωνόταν άμεσα και πλήρως με την υποχρέωσή της δυνάμει της εν λόγω διατάξεως.
|
|
222. However, it is still necessary to take into account, in the exercise of the unlimited jurisdiction which the Court has under Article 31 of Regulation No 1/2003 and which may justify the production and taking into account of additional information which is not as such required to be set out in the decision ( KNP BT v Commission , paragraph 217 above, paragraph 40), a letter dated 1 June 2005, sent to Microsoft by the Director General of the Directorate-General for Competition (‘DG Competition’). That letter, which was added to the Court’s file after the parties had been heard, concerns the question whether, in the context of the 2004 decision, Microsoft was entitled to prevent its competitors from distributing in source code form products that interoperated with Microsoft client PC operating systems which those competitors had developed in the meantime. In that regard, the Commission considered that Microsoft was obliged, under Article 5 of the 2004 decision, to permit distribution in source code form of software developed by competitors on the basis of Microsoft’s protocols, in so far as the Microsoft protocols implemented in such software were not innovative. However, the Commission also explained that, while Microsoft could prevent such distribution pending the delivery of judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, it had in the meantime to take all necessary steps to ensure – should Microsoft’s action fail so far as Article 5 of the 2004 decision was concerned – immediate and full compliance with its obligation under that provision.
|
223. Επομένως, το έγγραφο αυτό ήταν ικανό να δημιουργήσει στη Microsoft την πεποίθηση ότι μπορούσε να διατηρήσει περιορισμούς στη διανομή των προϊόντων που είχαν αναπτύξει ανταγωνιστές της με βάση τις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες που δεν καλύπτονταν από διπλώματα ευρεσιτεχνίας και δεν εμπεριείχαν εφευρετική δραστηριότητα, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, ήτοι μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 2007.
|
|
223. It follows that that letter was such as to lead Microsoft to believe that it could continue to restrict the distribution of products developed by its competitors on the basis of non-patented and non-inventive interoperability information until delivery of this Court’s judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, that is to say, until 17 September 2007.
|
224. Η Επιτροπή εξέθεσε συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί από τη Microsoft, ότι το επίμαχο έγγραφο συνιστούσε, κατ’ ουσίαν, απόπειρα συμβιβασμού, αφενός, του γεγονότος ότι, στην πραγματικότητα, απαιτείται διάστημα δύο έως τριών ετών προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη ενός ανταγωνιστικού προϊόντος, στηριζόμενου σε πληροφορίες διαλειτουργικότητας και, αφετέρου, του εννόμου συμφέροντος της Microsoft περί αποκαταστάσεως της προτέρας καταστάσεως σε περίπτωση ακυρώσεως από το Γενικό Δικαστήριο του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004, στο πλαίσιο της υποθέσεως Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες κατά το χρονικό εκείνο σημείο ενδείξεις, το Γενικό Δικαστήριο θα εξέδιδε την απόφασή του περίπου κατά τη λήξη της περιόδου που ήταν αναγκαία για την ανάπτυξη ενός ανταγωνιστικού προϊόντος στηριζόμενου στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι με τον τρόπο αυτό θα στάθμιζε με τον καλύτερο τρόπο τα διάφορα συμφέροντα που διακυβεύονταν κατά το χρονικό εκείνο σημείο στην υπόθεση.
|
|
224. At the hearing the Commission explained in that regard, without being contradicted by Microsoft, that the letter in question represented, in essence, an attempt to reconcile, on the one hand, the fact that in reality it would take two to three years to develop a competing product on the basis of the interoperability information and, on the other, Microsoft’s legitimate interest in a return to the status quo ante in the event of Article 5 of the 2004 decision being annulled by this Court in Microsoft v Commission , paragraph 18 above. Given that, according to information available at the time, the Court’s judgment would be delivered at around the end of the period necessary to develop a competing product on the basis of the interoperability information, the Commission took the view that it was in that way correctly weighing up the various interests involved in the case at the time.
|
225. Καταρχάς παρατηρείται ότι το έγγραφο της Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 2005 αφορά μια πτυχή της εκτελέσεως του άρθρου 5 της αποφάσεως του 2004, ήτοι την πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες υπό μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις, η οποία δεν αποτελεί τη βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, μολονότι η Επιτροπή αναφέρθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία στην πρακτική αποκλεισμού του μοντέλου ανάπτυξης «open source» λόγω ορισμένων ρητρών που περιλαμβάνονταν στις προταθείσες από τη Microsoft συμβάσεις (βλ., για παράδειγμα τις παραγράφους 65 έως 70 του παραρτήματος του εγγράφου της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 2005), εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται με αναφορά στο μη εύλογο ύψος των προτεινόμενων από τη Microsoft τιμών για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 2006 και 21ης Οκτωβρίου 2007 (βλ. σκέψη 55 ανωτέρω).
|
|
225. It should be observed that the Commission’s letter of 1 June 2005 concerns an aspect of the enforcement of Article 5 of the 2004 decision, namely access to the interoperability information on non-discriminatory terms, which does not constitute the basis of the contested decision. Although the Commission referred during the administrative proceedings to the practice of excluding the ‘open source’ development model because of certain clauses included in the agreements proposed by Microsoft (see, for example, points 65 to 70 of the annex to the Commission’s letter of 17 March 2005), the contested decision is based on the unreasonable nature of the prices proposed by Microsoft in respect of the period from 21 June 2006 to 21 October 2007 (see paragraph 55 above).
|
226. Πάντως, αν η Επιτροπή, υπό το πρίσμα κάποιας εκκρεμούς υποθέσεως και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των επιβαλλόμενων με το άρθρο 5 της αποφάσεως του 2004 υποχρεώσεων καθώς και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν από ενδεχόμενη ακύρωση, επέτρεψε στη Microsoft να εφαρμόσει, για ορισμένο διάστημα, μια πρακτική δυνάμενη να έχει αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συνέπειες τις οποίες η απόφαση του 2004 σκοπεί να εξαλείψει, η περίσταση αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού της χρηματικής ποινής.
|
|
226. However, if, in the light of a pending case, the Commission, taking into account the nature of the obligations imposed by Article 5 of the 2004 decision and the consequences which might flow from a possible annulment, permitted Microsoft to implement, for a period of time, a practice liable to have anti-competitive effects that the 2004 decision was intended to put a stop to, that fact may be taken into account in the determination of the periodic penalty payment.
|
227. Για την εκτίμηση αυτή, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Πρώτον, παρά το περιεχόμενο του εγγράφου της 1ης Ιουνίου 2005, το οποίο αναφερόταν μόνο στη διανομή των προϊόντων που ανέπτυξαν οι ανταγωνιστές της Microsoft, η τελευταία συνέχισε στην πράξη να αρνείται στους δημιουργούς «open source» οποιαδήποτε πρόσβαση στις σχετικές με τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες, πράγμα το οποίο δεν αναγνωριζόταν ως νόμιμη δυνατότητα από το εν λόγω έγγραφο. Συγκεκριμένα, κατά το πνεύμα του επίμαχου εγγράφου, η Microsoft μπορούσε μόνο να περιορίσει τη δυνατότητα των εν λόγω δημιουργών να διανέμουν τα προϊόντα τους, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υποθέσεως Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω.
|
|
227. Various factors must be taken into account in that determination. Firstly, despite the scope of the letter of 1 June 2005, which was confined to the distribution of products developed by Microsoft’s competitors, Microsoft in practice continued to refuse ‘open source’ developers all access to the interoperability information, which was not something that the letter recognised it could legitimately do. Indeed, following the spirit of the letter in question, Microsoft could at the very most restrict the ability of those developers to distribute their products until the Court delivered its judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above.
|
228. Δεύτερον, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 68 του παραρτήματος του εγγράφου της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 2005 και όπως κατ’ επανάληψη εκτέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι δημιουργοί «open source» περιλαμβάνονταν μεταξύ των κύριων ανταγωνιστών της Microsoft.
|
|
228. Secondly, as is mentioned in point 68 of the annex to the Commission’s letter of 17 March 2005 and as was reiterated at the hearing, ‘open source’ developers are among Microsoft’s main competitors.
|
229. Τρίτον, η καθυστέρηση της Microsoft να παράσχει ένας πλήρες και ακριβές κείμενο των σχετικών με τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών (βλ. σκέψη 115 ανωτέρω) κατέστησε εντελώς θεωρητικό το ενδε χόμενο της αναπτύξεως και διανομής κάποιου ανταγωνιστικού προϊόντος πριν την έκδοση της αποφάσεως Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 18 ανωτέρω, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την εκτιθέμενη στη σκέψη 224 ανωτέρω εκτίμηση της Επιτροπής.
|
|
229. Thirdly, Microsoft’s delay in making available a complete and accurate version of the interoperability information (see paragraph 115 above) made it a purely theoretical possibility that a rival product could be developed and distributed before delivery of the judgment in Microsoft v Commission , paragraph 18 above, thus confirming the Commission’s appraisal set out in paragraph 224 above.
|
230. Τέταρτον, η πρακτική που ακολούθησε η Microsoft όσον αφορά τις προταθείσες μέχρι την 21η Οκτωβρίου 2007 τιμές, αρκούσε, αυτή και μόνο, για να καταστήσει αναποτελεσματικό το άρθρο 5 της αποφάσεως του 2004 έναντι των δημιουργών «open source».
|
|
230. Fourthly, the practice applied by Microsoft in relation to the rates offered until 21 October 2007 sufficed in itself to render Article 5 of the 2004 decision ineffective with regard to ‘open source’ developers.
|
231. Πέμπτον, η Microsoft δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται σε ποιο βαθμό τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα που απορρέουν από τη συμπεριφορά για την οποία τής επιβλήθηκαν κυρώσεις με την προσβαλλόμενη απόφαση θα είχαν προκύψει αν αυτή είχε μεν υιοθετήσει τη μορφή συμπεριφοράς που περιγράφεται στο έγγραφο της 1ης Ιουνίου 2005, αλλά ταυτόχρονα είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της περί επιβολής εύλογων τιμών για μη κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και μη εμπεριέχουσες εφευρετική δραστηριότητα τεχνολογίες. Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν προκύπτει ότι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας συμπεριφοράς θα ήταν κάτι άλλο από ασήμαντα, λαμβανομένων υπόψη των όσων εκτίθενται στις σκέψεις 224 και 229 ανωτέρω.
|
|
231. Fifthly, Microsoft has not produced anything to indicate to what extent the anti-competitive effects of the conduct censured by the contested decision would have been produced if Microsoft had acted as described in the letter of 1 June 2005 but had complied with its obligation to offer reasonable prices for non-patented and non-inventive technologies. Nothing indicates that the effects that would have thereby been produced would have been other than marginal, having regard to what has been stated in paragraphs 224 and 229 above.
|
232. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ποσό της επιβληθείσας στη Microsoft χρηματικής ποινής πρέπει να καθοριστεί σε 860 εκατομμύρια ευρώ.
|
|
232. In those circumstances, the amount of the periodic penalty payment imposed on Microsoft must be fixed at EUR 860 million.
|
Επί των δικαστικών εξόδων
|
|
Costs
|
233. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
|
|
233. Under Article 87(2) of the Rules of Procedure, the unsuccessful party is to be ordered to pay the costs if they have been applied for in the successful party’s pleadings. Under Article 87(3) of those rules, where each party succeeds on some and fails on other heads, or where the circumstances are exceptional, the Court may order that the costs be shared or that each party bear its own costs.
|
234. Δεδομένου ότι η Microsoft ηττήθηκε ως προς τους πέντε πρώτους λόγους ακυρώσεως, πλην όμως, στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακυρώσεως, χορηγήθηκε μείωση του ποσού της χρηματικής ποινής, κρίνεται ότι η Microsoft θα πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα, το 95 % των εξόδων της Επιτροπής, πλην των εξόδων της τελευταίας που συνδέονται με τις παρεμβάσεις της CompTIA και της ACT, και το 80 % των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν η FSFE, η Samba Team, η SIIA, η ECIS, η IBM, η Red Hat και η Oracle.
|
|
234. Since Microsoft has been unsuccessful in its first five pleas but a reduction in the amount of the periodic penalty payment has been granted under the sixth plea, it shall bear its own costs and pay 95% of the Commission’s costs, excluding the costs incurred by the Commission in connection with the intervention of CompTIA and ACT, and 80% of the costs incurred by FSFE and Samba Team, SIIA, ECIS, IBM, Red Hat and Oracle.
|
235. Η Επιτροπή φέρει το 5 % των δικαστικών της εξόδων, πλην των εξόδων που συνδέονται με τις παρεμβάσεις της CompTIA και της ACT.
|
|
235. The Commission shall bear 5% of its own costs, excluding the costs it has incurred in connection with the intervention of CompTIA and ACT.
|
236. Η CompTIA και η ACT φέρουν εκάστη τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής που συνδέονται με τις παρεμβάσεις τους.
|
|
236. CompTIA and ACT shall each bear their own costs and those incurred by the Commission in connection with their intervention.
|
237. Η FSFE, η Samba Team, η SIIA, η ECIS, η IBM, η Red Hat και η Oracle φέρουν το 20 % των δικαστικών τους εξόδων.
|
|
237. FSFE and Samba Team, SIIA, ECIS, IBM, Red Hat and Oracle shall bear 20% of their own costs.
|
|