Grounds
|
|
1. This reference for a preliminary ruling concerns the interpretation of the principle of non-discrimination on grounds of age and of Council Directive 2000/78/EC of 27 November 2000 establishing a general framework for equal treatment in employment and occupation (OJ 2000 L 303, p. 16).
|
1. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας και της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16).
|
|
2. The reference was made in the course of proceedings between Ms Kücükdeveci and her former employer Swedex GmbH & Co. KG (‘Swedex’) concerning the calculation of the notice period applicable to her dismissal.
|
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της S. Kücükdeveci και του πρώην εργοδότη της, της εταιρίας Swedex GmbH & Co. KG (στο εξής: Swedex), σχετικά με τον υπολογισμό της διάρκειας της προθεσμίας που έπρεπε να είχε τηρηθεί για την καταγγελία της συμβάσεώς της.
|
|
Legal context
|
Το νομικό πλαίσιο
|
|
European Union legislation
|
Η νομοθεσία της Ένωσης
|
|
3. Directive 2000/78 was adopted on the basis of Article 13 EC. Recitals 1, 4 and 25 in the preamble to the directive read as follows:
|
3. Η οδηγία 2000/78 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 13 ΕΚ. Η πρώτη, η τέταρτη και η εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής έχουν ως εξής:
|
|
‘(1) In accordance with Article 6 of the Treaty on European Union, the European Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to all Member States and it respects fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms [signed at Rome on 4 November 1950] and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law.
|
«(1) Κατά το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την [Προάσπιση] των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
|
|
…
|
[...]
|
|
(4) The right of all persons to equality before the law and protection against discrimination constitutes a universal right recognised by the Universal Declaration of Human Rights, the United Nations Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women, United Nations Covenants on Civil and Political Rights and on Economic, Social and Cultural Rights and by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, to which all Member States are signatories. Convention No 111 of the International Labour Organisation (ILO) prohibits discrimination in the field of employment and occupation.
|
(4) Η ισότητα ενώπιον του νόμου και η προστασία όλων των ατόμων έναντι των διακρίσεων αποτελεί οικουμενικό δικαίωμα αναγνωρισθέν από την οικουμενική διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης εις βάρος των γυναικών, τα σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την [Προάσπιση] των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, συμβαλλόμενα μέρη των οποίων είναι όλα τα κράτη μέλη. Η Σύμβαση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας αριθ. 111 απαγορεύει τις διακρίσεις στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας.
|
|
…
|
[...]
|
|
(25) The prohibition of age discrimination is an essential part of meeting the aims set out in the Employment Guidelines and encouraging diversity in the workforce. However, differences in treatment in connection with age may be justified under certain circumstances and therefore require specific provisions which may vary in accordance with the situation in Member States. It is therefore essential to distinguish between differences in treatment which are justified, in particular by legitimate employment policy, labour market and vocational training objectives, and discrimination which must be prohibited.’
|
(25) Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και για την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση, εντούτοις, η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας μπορεί να δικαιολογείται υπό ορισμένες περιστάσεις και, συνεπώς, απαιτούνται ειδικές διατάξεις οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την κατάσταση των κρατών μελών. Συνεπώς, ο διαχωρισμός μεταξύ της διαφορετικής μεταχείρισης που δικαιολογείται με βάση θεμιτούς στόχους των πολιτικών απασχόλησης, αγοράς εργασίας και επαγγελματικής κατάρτισης και των απαγορευμένων διακρίσεων είναι ουσιαστικής σημασίας.»
|
|
4. According to Article 1 of Directive 2000/78, its purpose is to lay down a general framework for combating discrimination on the grounds of religion or belief, disability, age or sexual orientation as regards employment and occupation, with a view to putting into effect in the Member States the principle of equal treatment.
|
4. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, σκοπός της οδηγίας αυτής είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.
|
|
5. Article 2 of the directive states:
|
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
|
|
‘1. For the purposes of this Directive, the “principle of equal treatment” shall mean that there shall be no direct or indirect discrimination whatsoever on any of the grounds referred to in Article 1.
|
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
|
|
2. For the purposes of paragraph 1:
|
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
|
|
(a) direct discrimination shall be taken to occur where one person is treated less favourably than another is, has been or would be treated in a comparable situation, on any of the grounds referred to in Article 1;
|
α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,
|
|
…’
|
[…]».
|
|
6. Article 3(1) of the directive provides:
|
6. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει τα ακόλουθα:
|
|
‘Within the limits of the areas of competence conferred on the Community, this Directive shall apply to all persons, as regards both the public and private sectors, including public bodies, in relation to:
|
«1. Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:
|
|
…
|
[…]
|
|
(c) employment and working conditions, including dismissals and pay;
|
γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών,
|
|
…’
|
[...]».
|
|
7. Article 6(1) of the directive provides:
|
7. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει τα εξής:
|
|
‘Notwithstanding Article 2(2), Member States may provide that differences of treatment on grounds of age shall not constitute discrimination, if, within the context of national law, they are objectively and reasonably justified by a legitimate aim, including legitimate employment policy, labour market and vocational training objectives, and if the means of achieving that aim are appropriate and necessary.
|
«Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
|
|
Such differences of treatment may include, among others:
|
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
|
|
(a) the setting of special conditions on access to employment and vocational training, employment and occupation, including dismissal and remuneration conditions, for young people, older workers and persons with caring responsibilities in order to promote their vocational integration or ensure their protection;
|
α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,
|
|
(b) the fixing of minimum conditions of age, professional experience or seniority in service for access to employment or to certain advantages linked to employment;
|
β) τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,
|
|
(c) the fixing of a maximum age for recruitment which is based on the training requirements of the post in question or the need for a reasonable period of employment before retirement.’
|
γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.»
|
|
8. In accordance with the first paragraph of Article 18 of the directive, it was to be transposed into the legal systems of the Member States by 2 December 2003 at the latest. The second paragraph of Article 18 provided, however, that:
|
8. Κατά το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, η μεταφορά της οδηγίας στην έννομη τάξη των κρατών μελών έπρεπε να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 2003. Παρά ταύτα, το δεύτερο εδάφιο του ίδιου αυτού άρθρου ορίζει τα εξής:
|
|
‘In order to take account of particular conditions, Member States may, if necessary, have an additional period of three years from 2 December 2003, that is to say a total of six years, to implement the provisions of this Directive on age and disability discrimination. In that event they shall inform the Commission forthwith …’
|
«Προκειμένου να ληφθούν υπόψη ειδικοί όροι και εφόσον είναι αναγκαίο, τα κράτη μέλη διαθέτουν τρία επί πλέον έτη, αρχής γενομένης [από] της 2ας Δεκεμβρίου 2003, ήτοι συνολικά 6 έτη, για να θέσουν σε εφαρμογή τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας τις σχετικές με τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή […]».
|
|
9. The Federal Republic of Germany made use of that option, so that the provisions of the directive relating to discrimination on grounds of age and disability were to be transposed in that Member State by 2 December 2006 at the latest.
|
9. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής, οπότε η μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2000/78 σχετικά με τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών έπρεπε να έχει συντελεστεί το αργότερο μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 2006.
|
|
National legislation
|
Η εθνική νομοθεσία
|
|
The General Law on equal treatment
|
Ο γενικός νόμος περί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
|
|
10. Paragraphs 1, 2 and 10 of the General Law on equal treatment (Allgemeines Gleichbehandlungsgesetz) of 14 August 2006 (BGBl. 2006 I, p. 1897), which transposed Directive 2000/78, provide:
|
10. Τα άρθρα 1, 2 και 10 του γενικού νόμου περί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (Allgemeines Gleichbehandlungsgesetz), της 14ης Αυγούστου 2006 ( BGBl. 2006 I, σ. 1897), ο οποίος μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2000/78, ορίζουν τα εξής:
|
|
‘Paragraph 1 – Object of the Law
|
«Άρθρο 1 – Σκοπός του νόμου
|
|
The object of this law is to prevent or eliminate discrimination on grounds of race, ethnic origin, sex, religion or belief, disability, age or sexual orientation.
|
Σκοπός του παρόντος νόμου είναι να εμποδίσει τη δημιουργία ή να εξασφαλίσει την εξάλειψη κάθε μειονεκτήματος λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, φύλου, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
|
|
Paragraph 2 – Scope
|
Άρθρο 2 – Πεδίο εφαρμογής
|
|
…
|
[…]
|
|
(4) For dismissals, the provisions on general and specific protection against dismissal apply exclusively.
|
4) Για τις καταγγελίες ισχύουν αποκλειστικώς οι διατάξεις περί της γενικής προστασίας από την απόλυση και περί της προστασίας ειδικών κατηγοριών εργαζομένων από την απόλυση.
|
|
…
|
[…]
|
|
Paragraph 10 – Permissible different treatment on grounds of age
|
Άρθρο 10 – Επιτρεπτό της διαφορετικής μεταχείρισης λόγω ηλικίας
|
|
Paragraph 8 notwithstanding, different treatment on grounds of age is also permissible if it is objectively and reasonably justified by a legitimate aim. The means of achieving that aim must be appropriate and necessary. Such differences of treatment may include in particular the following:
|
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8, η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση μπορεί να επιτρέπεται εφόσον είναι αντικειμενική και εύλογη και δικαιολογείται από έναν θεμιτό σκοπό. Τα μέσα με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός πρέπει να είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
|
|
…
|
1) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων αμοιβής και απόλυσης, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,
|
|
1. the setting of special conditions on access to employment and vocational training, employment and occupation, including conditions of remuneration and termination of employment relationships, for young people, older workers and persons with caring responsibilities in order to promote their vocational integration or ensure their protection,
|
[…]».
|
|
…’
|
Η κανονιστική ρύθμιση που διέπει την προθεσμία καταγγελίας της συμβάσεως.
|
|
Legislation on the notice period for dismissal
|
11. Το άρθρο 622 του γερμανικού αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch, στο εξής: BGB) προβλέπει τα ακόλουθα:
|
|
11. Paragraph 622 of the German Civil Code (Bürgerliches Gesetzbuch, ‘the BGB’) provides:
|
«1) Η σχέση εργασίας εργάτη ή υπαλλήλου (μισθωτού) μπορεί να καταγγελθεί με προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων στις 15 ή την τελευταία ημέρα ενός ημερολογιακού μήνα.
|
|
‘(1) Notice may be given to terminate the employment relationship of an employee with a notice period of four weeks to the 15th or to the end of a calendar month.
|
2) Για καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η προθεσμία καταγγελίας, αν η σχέση εργασίας στην εκμετάλλευση ή την επιχείρηση:
|
|
(2) For termination by the employer, the notice period, if the employment relationship in the business or undertaking
|
– διήρκεσε δύο έτη, είναι ένας μήνας, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
1. has lasted for two years, is one month to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε πέντε έτη, είναι δύο μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
2. has lasted five years, is two months to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε οκτώ έτη, είναι τρεις μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
3. has lasted eight years, is three months to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε δέκα έτη, είναι τέσσερις μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
4. has lasted 10 years, is four months to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε δώδεκα έτη, είναι πέντε μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
5. has lasted 12 years, is five months to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε δεκαπέντε έτη, είναι έξι μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα,
|
|
6. has lasted 15 years, is six months to the end of a calendar month,
|
– διήρκεσε είκοσι έτη, είναι επτά μήνες, λήγουσα την τελευταία ημέρα ημερολογιακού μήνα.
|
|
7. has lasted 20 years, is seven months to the end of a calendar month.
|
Κατά τον υπολογισμό της διάρκειας της απασχολήσεως δεν λαμβάνονται υπόψη περίοδοι πριν από τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του εργαζομένου.»
|
|
In calculating the length of employment, periods prior to the completion of the employee’s 25th year of age are not taken into account.’
|
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
|
The main proceedings and the order for reference
|
12. Η S. Kücükdeveci γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1978. Από τις 4 Ιουνίου 1996, ήτοι από την ηλικία των 18 ετών, εργαζόταν στη Swedex.
|
|
12. Ms Kücükdeveci was born on 12 February 1978. She was employed from 4 June 1996, in other words from the age of 18, by Swedex.
|
13. Με έγγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 2006, η Swedex απέλυσε την εν λόγω υπάλληλό της από 31 Ιανουαρίου 2007, λαμβανομένης υπόψη της νόμιμης προθεσμίας για την καταγγελία. Η εργοδότρια εταιρία υπολόγισε την προθεσμία καταγγελίας ως εάν η μισθωτή είχε προϋπηρεσία τριών ετών, μολονότι αυτή βρισκόταν στην υπηρεσία της Swedex για δέκα έτη.
|
|
13. Swedex dismissed her by letter of 19 December 2006 with effect, taking account of the statutory notice period, from 31 January 2007. The employer calculated the notice period as if the employee had three years’ length of service, although she had been in its employment for 10 years.
|
14. Η S. Kücükdeveci προσέβαλε την πράξη απόλυσής της ενώπιον του Arbeitsgericht Mönchengladbach (Γερμανία). Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η S. Kücükdeveci υποστήριξε ότι για την καταγγελία της συμβάσεώς της θα έπρεπε να έχει τηρηθεί προθεσμία τεσσάρων μηνών αρχομένη από τις 31 Δεκεμβρίου 2006, δηλαδή ότι η απόλυσή της θα έπρεπε να ισχύσει από 30 Απριλίου 2007, τούτο δε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 622, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, του BGB. Η προθεσμία αυτή αντιστοιχεί σε προϋπηρεσία δέκα ετών. Επομένως, οι διάδικοι στη διαφορά της κύριας δίκης είναι δύο ιδιώτες, ήτοι, αφενός, η S. Kücükdeveci και, αφετέρου, η Sweedex.
|
|
14. Ms Kücükdeveci contested her dismissal before the Arbeitsgericht Mönchengladbach (Labour Court, Mönchengladbach). She argued before that court that her period of notice should have been four months from 31 December 2006, that is, to 30 April 2007, pursuant to point 4 of the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB. That period corresponded to 10 years’ service. The dispute in the main proceedings is thus between two individuals, Ms Kücükdeveci on the one hand and Swedex on the other.
|
15. Κατά την S. Kücükdeveci, το άρθρο 622, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του BGΒ, στο μέτρο που προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας, συνιστά μέτρο που εισάγει διάκριση λόγω ηλικίας αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης, οπότε πρέπει να μείνει ανεφάρμοστο.
|
|
15. According to Ms Kücükdeveci, in so far as it provides that periods of employment completed before the age of 25 are not to be taken into account in calculating the notice period, the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB is a measure which discriminates on grounds of age, contrary to European Union law, and must be disapplied.
|
16. Το Landesarbeitsgericht Düsseldorf, που αποφάνθηκε επί της διαφοράς κατ’ έφεση, διαπίστωσε ότι η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 2000/78 είχε παρέλθει κατά την ημερομηνία της απολύσεως. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 622 του BGB εισάγει διαφορετική μεταχείριση που συνδέεται ευθέως με την ηλικία και, μολονότι δεν πείστηκε για την αντισυνταγματικότητα της διακρίσεως αυτής, εντούτοις εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά της προς το δίκαιο της Ένωσης. Το Landesarbeitsgericht Düsseldorf ερωτά, συναφώς, αν η ενδεχόμενη ύπαρξη ευθείας διάκρισης λόγω ηλικίας πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, όπως φαίνεται να συνάγεται από την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I‑9981), ή υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/78. Το δικαστήριο αυτό, αφού τόνισε ότι η επίμαχη εθνική νομοθετική διάταξη είναι σαφής και δεν δύναται, ενδεχομένως, να ερμηνευθεί υπό έννοια σύμφωνη με την εν λόγω οδηγία, ερωτά επίσης εάν, προκειμένου να μπορέσει να μην εφαρμόσει τη διάταξη αυτή σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών, υποχρεούται προηγουμένως, προς διασφάλιση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ζητώντας του να επιβεβαιώσει την ασυμβατότητα της εν λόγω διάταξης προς το δίκαιο της Ένωσης.
|
|
16. The Landesarbeitsgericht Düsseldorf (Higher Labour Court, Düsseldorf), hearing the case on appeal, found that the period for transposing Directive 2000/78 had expired by the date of the dismissal. That court also considered that Paragraph 622 of the BGB contains a difference of treatment directly linked to age, and, while it is not convinced that it is unconstitutional, it regards its compatibility with European Union law as doubtful. It is not sure in this respect whether the possible existence of direct discrimination on grounds of age must be assessed by reference to primary European Union law, as the judgment in Case C‑144/04 Mangold [2005] ECR I‑9981 appears to suggest, or by reference to Directive 2000/78. Noting that the national provision at issue is clear and could not be interpreted, if that were necessary, in a manner compatible with the directive, the court is also uncertain whether, to be able to disapply that provision in a dispute between private individuals, it must first, in order to ensure the protection of the legitimate expectations of persons subject to the law, make a reference to the Court for a preliminary ruling so that the Court can confirm that the provision is incompatible with European Union law.
|
17. Υπό τις συνθήκες αυτές το Landesarbeitsgericht Düsseldorf αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
17. In those circumstances, the Landesarbeitsgericht Düsseldorf decided to stay the proceedings and refer the following questions to the Court for a preliminary ruling:
|
«1) α) Παραβιάζει εθνική νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι προθεσμίες καταγγελίας που πρέπει να τηρήσει ο εργοδότης παρατείνονται βαθμιαίως καθόσον αυξάνει η διάρκεια της απασχολήσεως, πλην όμως δεν λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές περίοδοι απασχολήσεως του εργαζομένου πριν από τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας, την απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο απαγόρευση της διακρίσεως λόγω ηλικίας, ήτοι το κοινοτικό πρωτογενές δίκαιο ή την οδηγία 2000/78 […];
|
|
‘(1) (a) Does a national provision under which the periods of notice to be observed by employers are extended incrementally as the length of employment increases, but the employee’s periods of employment b efore the age of 25 are disregarded, infringe the Community law prohibition of discrimination on grounds of age, in particular primary Community law or Directive 2000/78 …?
|
β) Μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι ο εργοδότης, σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας νεαρότερων εργαζομένων, υποχρεούται να τηρήσει μόνο μία βασική προθεσμία καταγγελίας από το γεγονός, αφενός, ότι ο εργοδότης αυτός έχει οικονομικό συμφέρον –το οποίο θίγεται από μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας– να υφίσταται ελαστικότητα όσον αφορά τη διαχείριση του προσωπικού που απασχολεί και, αφετέρου, ότι οι νεαρότεροι εργαζόμενοι δεν τυγχάνουν της προστασίας αυτής όσον αφορά την υπόσταση της εργασιακής τους σχέσης και τα σχέδιά τους (προστασίας που παρέχεται με τις μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας στους μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένους), για παράδειγμα, διότι απαιτείται από αυτούς, ενόψει της ηλικίας τους και/ή των μικρότερων κοινωνικών, οικογενειακών και ιδιωτικών υποχρεώσεών τους, μεγαλύτερη επαγγελματική και προσωπική ελαστικότητα και κινητικότητα;»
|
|
(b) Can the fact that employers are required to observe only a basic period of notice when terminating the employment of younger employees be justified on the grounds that employers are recognised as having an operational interest in flexibility as regards staffing – an interest which would be adversely affected by longer periods of notice – and that younger employees are not recognised as having the protection available to older employees (by means of longer notice periods) with respect to their employment status or arrangements, for example because, having regard to their age and/or their lesser social, family and private obligations, they are assumed to have greater occupational and personal flexibility and mobility?
|
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α και αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β:
|
|
(2) If Question 1(a) is answered in the affirmative and Question 1(b) is answered in the negative:
|
Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, οφείλει το δικαστήριο κράτους μέλους να μην εφαρμόσει τη νομοθετική διάταξη που αντίκειται προδήλως στο κοινοτικό δίκαιο ή οφείλει να λάβει υπόψη την εμπιστοσύνη την οποία έχουν οι ιδιώτες στην εφαρμογή των ισχυόντων εθνικών νόμων, υπό την έννοια ότι το εθνικό δίκαιο δεν θα εφαρμοστεί αφού πρώτα υπάρξει απόφαση του […] Δικαστηρίου για την επίμαχη ή για μία κατ’ ουσίαν όμοια διάταξη;»
|
|
In legal proceedings between private individuals, must a court of a Member State disapply a statutory provision which is explicitly contrary to Community law, or is the legitimate expectation of persons subject to the law – that national laws which are in force will be applied – to be taken into account so that a provision becomes inapplicable only after the Court of Justice has ruled on the disputed provision or a substantially similar provision?’
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
|
|
The questions referred for a preliminary ruling
|
Επί του πρώτου ερωτήματος
|
|
Question 1
|
18. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα απασχολήσεως που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους του εργαζομένου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας απαγορευόμενη από το δίκαιο της Ένωσης, ιδιαιτέρως δε από το πρωτογενές δίκαιο ή από την οδηγία 2000/78. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ειδικότερα, να διευκρινιστεί το ζήτημα αν μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται από το γεγονός ότι θα έπρεπε να τηρείται μόνο μία βασική προθεσμία καταγγελίας στις περιπτώσεις απολύσεως νέων εργαζομένων, αφενός, για να έχουν οι εργοδότες τη δυνατότητα να διαχειρίζονται το προσωπικό τους με ελαστικότητα, πράγμα που δεν είναι εφικτό όταν ισχύουν μεγαλύτερες προθεσμίες και, αφετέρου, διότι ευλόγως μπορεί να αναμένεται μεγαλύτερη προσωπική και επαγγελματική κινητικότητα από τους νέους εργαζομένους σε σχέση με αυτήν που απαιτείται από τους μεγαλύτερους σε ηλικία.
|
|
18. By its first question, the referring court asks essentially whether national legislation such as that at issue in the main proceedings, under which periods of employment completed by the employee before reaching the age of 25 are not taken into account in calculating the notice period for dismissal, constitutes a difference of treatment on grounds of age prohibited by European Union law, in particular primary law or Directive 2000/78. It is unsure, in particular, whether such legislation is justified on the ground that only a basic notice period is to be observed in the case of dismissal of younger workers, first, in order to enable employers to manage their personnel flexibly, which would not be possible with longer notice periods, and, second, because it is reasonable to require greater personal and occupational mobility from younger workers than from older ones.
|
19. Για να απαντήσει στο εν λόγω ερώτημα, το Δικαστήριο οφείλει, όπως του ζητεί και το αιτούν δικαστήριο, να διευκρινίσει εκ προοιμίου αν το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης ή της οδηγίας 2000/78.
|
|
19. To answer that question, it must first be ascertained, as the referring court suggests, whether the question should be examined by reference to primary European Union law or to Directive 2000/78.
|
20. Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 13 ΕΚ, την οδηγία 2000/78, η οποία, κατά το Δικαστήριο, δεν καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, αρχή που πηγάζει από διάφορες διεθνείς πράξεις και από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αλλά έχει μοναδικό σκοπό τη θέσπιση, όσον αφορά τους εν λόγω τομείς, γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων που εδράζονται σε διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηλικία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 74).
|
|
20. In the first place, that the Council of the European Union adopted Directive 2000/78 on the basis of Article 13 EC, and the Court has held that that directive does not itself lay down the principle of equal treatment in the field of employment and occupation, which derives from various international instruments and from the constitutional traditions common to the Member States, but has the sole purpose of laying down, in that field, a general framework for combating discrimination on various grounds including age (see Mangold , paragraph 74).
|
21. Το Δικαστήριο αναγνώρισε, στο πλαίσιο αυτό, την ύπαρξη της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας η οποία πρέπει να θεωρηθεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 75). Η οδηγία 2000/78 συγκεκριμενοποιεί την αρχή αυτή (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne, Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 54).
|
|
21. In that context, the Court has acknowledged the existence of a principle of non-discrimination on grounds of age which must be regarded as a general principle of European Union law (see, to that effect, Mangold , paragraph 75). Directive 2000/78 gives specific expression to that principle (see, by analogy, Case 43/75 Defrenne [1976] ECR 455, paragraph 54).
|
22. Επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, προβλέπει ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Κατά το άρθρο 21 του Χάρτη αυτού, «απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω […] ηλικίας».
|
|
22. It should also be noted that Article 6(1) TEU provides that the Charter of Fundamental Rights of the European Union is to have the same legal value as the Treaties. Under Article 21(1) of the charter, ‘[a]ny discrimination based on … age … shall be prohibited’.
|
23. Για να εφαρμοστεί η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει επιπλέον η περίπτωση αυτή να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
|
|
23. For the principle of non-discrimination on grounds of age to apply in a case such as that at issue in the main proceedings, that case must fall within the scope of European Union law.
|
24. Συναφώς, και σε αντίθεση προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, C-427/06, Bartsch (Συλλογή 2008, σ. I-7245), η συμπεριφορά που φέρεται ότι εισάγει διακρίσεις και η οποία βρίσκει έρεισμα, στην υπό κρίση υπόθεση της κύριας δίκης, στην επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση σημειώθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας που είχε ταχθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για τη μεταφορά της οδηγίας 2000/78, προθεσμίας η οποία έληξε, όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στις 2 Δεκεμβρίου 2006.
|
|
24. In contrast to the situation concerned in Case C‑427/06 Bartsch [2008] ECR I‑7245, the allegedly discriminatory conduct adopted in the present case on the basis of the national legislation at issue occurred after the expiry of the period prescribed for the Member State concerned for the transposition of Directive 2000/78, which, for the Federal Republic of Germany, ended on 2 December 2006.
|
25. Κατά την ημερομηνία αυτή, το αποτέλεσμα της εν λόγω οδηγίας ήταν να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική κανονιστική ρύθμιση που αφορά έναν τομέα διεπόμενο από την εν λόγω οδηγία, ήτοι, εν προκειμένω, τους όρους απολύσεως.
|
|
25. On that date, that directive had the effect of bringing within the scope of European Union law the national legislation at issue in the main proceedings, which concerns a matter governed by that directive, in this case the conditions of dismissal.
|
26. Συγκεκριμένα, μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 622, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του BGB, στο μέτρο που προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους του εργαζομένου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, επηρεάζει τους όρους απολύσεως των μισθωτών. Ως εκ τούτου, μια τέτοιας φύσεως κανονιστική ρύθμιση πρέπει να θεωρείται ότι θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τους όρους απολύσεως.
|
|
26. A national provision such as the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB, in that it provides that, in calculating the notice period, periods of employment completed before the employee reaches the age of 25 are not taken into account, affects the conditions of dismissal of employees. Such a provision must therefore be regarded as laying down rules on the conditions of dismissal.
|
27. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η εξέταση του ζητήματος αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης που απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78.
|
|
27. It follows that it is the general principle of European Union law prohibiting all discrimination on grounds of age, as given expression in Directive 2000/78, which must be the basis of the examination of whether European Union law precludes national legislation such as that at issue in the main proceedings.
|
28. Όσον αφορά, ακολούθως, το ζήτημα αν η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση που συνδέεται ευθέως με την ηλικία, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, η «αρχή της ίσης μεταχείρισης» σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ορίζει ότι για τους σκοπούς της παραγράφου 1 συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο (βλ. αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, C-411/05, Palacios de la Villa, Συλλογή 2007, σ. I-8531, σκέψη 50, και της 5ης Μαρτίου 2009, C-388/07, Age Concern England, Συλλογή 2009, σ. I-1569, σκέψη 33).
|
|
28. In the second place, as regards the question whether the legislation at issue in the main proceedings contains a difference of treatment on grounds of age, it should be recalled that under Article 2(1) of Directive 2000/78, for the purposes of that directive, the ‘principle of equal treatment’ means that there is to be no direct or indirect discrimination whatsoever on any of the grounds referred to in Article 1 of the directive. Article 2(2)(a) of the directive states that, for the purposes of Article 2(1), direct discrimination is to be taken to occur where one person is treated less favourably than another person in a comparable situation, on any of the grounds referred to in Article 1 (see Case C‑411/05 Palacios de la Villa [2007] ECR I‑8531, paragraph 50, and Case C‑388/07 Age Concern England [2009] ECR I‑0000, paragraph 33).
|
29. Εν προκειμένω, το άρθρο 622, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του BGB επιφυλάσσει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στους μισθωτούς που ανέλαβαν υπηρεσία στον εργοδότη πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους. Επομένως, η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ προσώπων που έχουν την ίδια προϋπηρεσία, με κριτήριο την ηλικία κατά την οποία άρχισαν να εργάζονται στην επιχείρηση.
|
|
29. In the present case, the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB affords less favourable treatment to employees who entered the employer’s service before the age of 25. That national provision thus introduces a difference of treatment between persons with the same length of service, depending on the age at which they joined the undertaking.
|
30. Επομένως, στην περίπτωση δύο μισθωτών, αμφοτέρων με προϋπηρεσία 20 ετών, η προθεσμία καταγγελίας της συμβάσεως που πρέπει να τηρείται στην περίπτωση εκείνου ο οποίος ανέλαβε υπηρεσία στην επιχείρηση στην ηλικία των 18 ετών είναι πέντε μήνες ενώ η αντίστοιχη προθεσμία είναι επτά μήνες στην περίπτωση εκείνου ο οποίος άρχισε να εργάζεται στην επιχείρηση στην ηλικία των 25 ετών. Επιπλέον, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 36 των προτάσεών του, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική κανονιστική ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα, εν γένει, να περιάγει σε μειονεκτική θέση τους νέους εργαζομένους σε σχέση με τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, δεδομένου ότι οι πρώτοι μπορούν, όπως εμφαίνεται στην περίπτωση της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, να εξαιρεθούν, παρά την πολυετή τους προϋπηρεσία στην επιχείρηση, από την υπέρ αυτών εφαρμογή της βαθμιαίας αύξησης των προθεσμιών καταγγελίας ανάλογα με τη διάρκεια της σχέσεώς τους εργασίας, αύξησης της οποίας μπορούν να τύχουν, αντιθέτως, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας με ανάλογη προϋπηρεσία.
|
|
30. Thus in the case of two employees each with 20 years’ seniority in service, the one who joined the undertaking at the age of 18 will be entitled to a notice period of five months, whereas the period will be seven months for the one who joined at the age of 25. Moreover, as the Advocate General observes in point 36 of his Opinion, the national legislation at issue in the main proceedings disadvantages younger workers generally compared to older ones, in that the former – as the situation of Ms Kücükdeveci shows – may, despite several years’ seniority in service in the undertaking, be excluded from benefiting from the progressive extension of notice periods in the case of dismissal according to the length of the employment relationship, from which older workers of comparable seniority will, by contrast, be able to benefit.
|
31. Κατά συνέπεια, η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση με κριτήριο την ηλικία.
|
|
31. It follows that the national legislation at issue contains a difference of treatment on grounds of age.
|
32. Εν συνεχεία, πρέπει να εξεταστεί αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί να συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78.
|
|
32. In the third place, it must be examined whether that difference of treatment is liable to constitute discrimination prohibited by the principle of non-discrimination on grounds of age given expression by Directive 2000/78.
|
33. Συναφώς, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 ορίζει ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό σκοπό, ιδίως δε από θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
|
|
33. The first subparagraph of Article 6(1) of Directive 2000/78 states that a difference of treatment on grounds of age does not constitute discrimination if, within the context of national law, it is objectively and reasonably justified by a legitimate aim, including legitimate employment policy, labour market and vocational training objectives, and if the means of achieving that aim are appropriate and necessary.
|
34. Τόσο από τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο όσο και από τις διευκρινίσεις που έδωσε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι το άρθρο 622 του BGB προστέθηκε με νόμο του 1926. Ο καθορισμός από τον νόμο αυτόν του ορίου των 25 ετών είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ, πρώτον, της τότε κυβέρνησης η οποία επιθυμούσε την κατά τρεις μήνες ομοιόμορφη παράταση της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως των εργαζομένων ηλικίας άνω των 40 ετών, δεύτερον, των υπέρμαχων μιας βαθμιαίας παράτασης της προθεσμίας αυτής για όλους τους εργαζομένους και, τρίτον, των υπέρμαχων μιας βαθμιαίας παράτασης της προθεσμίας χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας, ο κανόνας δε αυτός είχε σκοπό να απαλλάξει εν μέρει τους εργοδότες από το βάρος των αυξημένων προθεσμιών για τους εργαζομένους ηλικίας κάτω των 25 ετών.
|
|
34. According to the information provided by the referring court and the statements made at the hearing by the German Government, Paragraph 622 of the BGB originates in a law of 1926. That that law set the threshold at 25 was the outcome of a compromise between, first, the government of the time, which wanted a uniform extension by three months of the notice period for the dismissal of workers aged over 40, second, the supporters of a progressive extension of that period for all workers, and, third, the supporters of a progressive extension of the notice period without taking the period of employment into account, the purpose of the rule being to give employers partial relief from lengthy periods of notice for workers aged under 25.
|
35. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 622, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του BGB εκφράζει την εκτίμηση του νομοθέτη ότι οι νέοι εργαζόμενοι αντιδρούν γενικώς ευκολότερα και ταχύτερα στην απώλεια της θέσεως εργασίας τους και ότι μπορεί να απαιτείται από αυτούς μεγαλύτερη ελαστικότητα. Τέλος, μια μικρότερη προθεσμία καταγγελίας για τους νέους εργαζομένους διευκολύνει την πρόσληψή τους καθόσον αυξάνει την ελαστικότητα διαχειρίσεως του προσωπικού.
|
|
35. The referring court states that the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB reflects the legislature’s assessment that young workers generally react more easily and more rapidly to the loss of their jobs and greater flexibility can be demanded of them. A shorter notice period for younger workers also facilitates their recruitment by increasing the flexibility of personnel management.
|
36. Είναι προφανές ότι σκοποί ανάλογης φύσεως με τους σκοπούς που εξέθεσαν η Γερμανική Κυβέρνηση και το αιτούν δικαστήριο εντάσσονται σε μια πολιτική απασχολήσεως και αγοράς εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
|
|
36. Objectives of the kind mentioned by the German Government and the referring court clearly belong to employment and labour market policy within the meaning of Article 6(1) of Directive 2000/78.
|
37. Επιπλέον, πρέπει να εξακριβωθεί, υπό το πρίσμα της εν λόγω διατάξεως, κατά πόσον τα μέσα που εφαρμόστηκαν για την επίτευξη του θεμιτού αυτού σκοπού είναι «πρόσφορα και αναγκαία».
|
|
37. It remains to be ascertained, in accordance with the wording of that provision, whether the means of achieving such a legitimate aim are ‘appropriate and necessary’.
|
38. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που μπορούν να λάβουν προς επίτευξη των σκοπών τους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Mangold, σκέψη 63, και Palacios de la Villa, σκέψη 68).
|
|
38. The Member States enjoy a broad discretion in the choice of the measures capable of achieving their objectives in the field of social and employment policy (see Mangold , paragraph 63, and Palacios de la Villa , paragraph 68).
|
39. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι σκοπός της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως είναι να προσφέρει στον εργοδότη μεγαλύτερη ελαστικότητα κατά τη διαχείριση του προσωπικού του καθιστώντας λιγότερο επαχθείς τις υποχρεώσεις του εν λόγω εργοδότη όσον αφορά την απόλυση των νέων εργαζομένων, από τους οποίους είναι εύλογο να αναμένεται αυξημένη προσωπική και επαγγελματική κινητικότητα.
|
|
39. The referring court indicates that the aim of the national legislation at issue in the main proceedings is to afford employers greater flexibility in personnel management by alleviating the burden on them in respect of the dismissal of young workers, from whom it is reasonable to expect a greater degree of personal or occupational mobility.
|
40. Ωστόσο, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεδομένου ότι εφαρμόζεται σε όλους τους μισθωτούς που ανέλαβαν υπηρεσία στην επιχείρηση πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως της ηλικίας που έχουν κατά τον χρόνο απολύσεώς τους.
|
|
40. However, the legislation is not appropriate for achieving that aim, since it applies to all employees who joined the undertaking before the age of 25, whatever their age at the time of dismissal.
|
41. Όσον αφορά τον σκοπό που επεδίωκε ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και τον οποίο υπενθύμισε η Γερμανική Κυβέρνηση, σκοπό που έγκειται στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων αναλόγως του χρόνου απασχολήσεώς τους στην επιχείρηση, είναι προφανές ότι, δυνάμει της κανονιστικής ρυθμίσεως αυτής, η παράταση της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως αναλόγως της προϋπηρεσίας του μισθωτού αρχίζει με καθυστέρηση για κάθε μισθωτό που ανέλαβε υπηρεσία πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του, έστω και αν ο ενδιαφερόμενος έχει μακρά προϋπηρεσία στην επιχείρηση αυτή κατά τον χρόνο απολύσεώς του. Συνεπώς, η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρείται ικανή να επιτύχει τον φερόμενο ως επιδιωκόμενο σκοπό.
|
|
41. As regards the aim pursued by the legislature at the time of adoption of the national legislation at issue in the main proceedings, adduced by the German Government, of strengthening the protection of workers according to their length of service in the undertaking, it is clear that, under that legislation, the extension of the notice period for dismissal according to the employee’s seniority in service is delayed for all employees who joined the undertaking before the age of 25, even if the person concerned has a long length of service in the undertaking at the time of dismissal. The legislation cannot therefore be regarded as appropriate for achieving that aim.
|
42. Προστίθεται ότι, όπως υπενθυμίζει και το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική κανονιστική ρύθμιση θίγει τους νέους μισθωτούς κατά τρόπο άνισο, υπό την έννοια ότι πλήττει τους νέους οι οποίοι, χωρίς επαγγελματική κατάρτιση ή μετά σύντομη μόνο επαγγελματική κατάρτιση, αρχίζουν νωρίς την επαγγελματική τους απασχόληση και όχι εκείνους οι οποίοι, μετά από μακράς διάρκειας κατάρτιση, αρχίζουν να εργάζονται αργότερα.
|
|
42. It should be added that, as the referring court points out, the national legislation at issue in the main proceedings affects young employees unequally, in that it affects young people who enter active life early after little or no vocational training, but not those who start work later after a long period of training.
|
43. Από το σύνολο των εκτιμήσεων αυτών προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους ηλικίας του εργαζομένου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
|
|
43. It follows from all the above considerations that the answer to Question 1 is that European Union law, more particularly the principle of non-discrimination on grounds of age as given expression by Directive 2000/78, must be interpreted as precluding national legislation, such as that at issue in the main proceedings, which provides that periods of employment completed by an employee before reaching the age of 25 are not taken into account in calculating the notice period for dismissal.
|
Επί του δεύτερου ερωτήματος
|
|
Question 2
|
44. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, στην περίπτωση που επιλαμβάνεται υποθέσεως μεταξύ ιδιωτών και προκειμένου να μην εφαρμόσει εθνική κανονιστική ρύθμιση που κρίνει ότι αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούται προηγουμένως, προς διασφάλιση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ ζητώντας του να επιβεβαιώσει την ασυμβατότητα της εν λόγω ρυθμίσεως προς το δίκαιο της Ένωσης.
|
|
44. By its second question, the referring court asks whether, where it is hearing proceedings between individuals, in order to disapply a national provision which it considers to be contrary to European Union law, it must first, to ensure protection of the legitimate expectations of persons subject to the law, make a reference to the Court under Article 267 TFEU, so that the Court can confirm that the legislation is incompatible with European Union law.
|
45. Όσον αφορά, πρώτον, την αποστολή που έχει ο εθνικός δικαστής οσάκις καλείται να επιλύσει διαφορά μεταξύ ιδιωτών στην οποία η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει προφανώς στο δίκαιο της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να διασφαλίζουν τη νομική προστασία που παρέχουν στους πολίτες οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και να κατοχυρώνουν το πλήρες αποτέλεσμα αυτών (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 111, καθώς και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 42).
|
|
45. As regards, first, the role of the national court when called on to give judgment in proceedings between individuals in which it is apparent that the national legislation at issue is contrary to European Union law, the Court has held that it is for the national courts to provide the legal protection which individuals derive from the rules of European Union law and to ensure that those rules are fully effective (see, to that effect, Joined Cases C‑397/01 to C‑403/01 Pfeiffer and Others [2004] ECR I‑8835, paragraph 111, and Case C‑268/06 Impact [2008] ECR I‑2483, paragraph 42).
|
46. Συναφώς, όσον αφορά διαφορά μεταξύ ιδιωτών, το Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι μια οδηγία, αυτή καθαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ’ αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48, της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. I‑3325, σκέψη 20, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 108).
|
|
46. In this respect, where proceedings between individuals are concerned, the Court has consistently held that a directive cannot of itself impose obligations on an individual and cannot therefore be relied on as such against an individual (see, inter alia, Case 152/84 Marshall [1986] ECR 723, paragraph 48; Case C‑91/92 Faccini Dori [1994] ECR I‑3325, paragraph 20; and Pfeiffer and Others , paragraph 108).
|
47. Εντούτοις, η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που η οδηγία αυτή προβλέπει, καθώς και το καθήκον τους να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που μπορούν να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής ισχύουν για όλες τις εθνικές αρχές των κρατών αυτών, περιλαμβανομένων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, των δικαστικών αρχών (βλ. μεταξύ άλλων, συναφώς, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann, Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26, της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. I‑4135, σκέψη 8· προπαρατεθείσα απόφαση Faccini Dori, σκέψη 26· απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑129/96, Inter-Environnement Wallonie, Συλλογή 1997, σ. I‑7411, σκέψη 40· προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 110, καθώς και απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑378/07 έως C‑380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-31, σκέψη 106).
|
|
47. However, the Member States’ obligation arising from a directive to achieve the result envisaged by that directive and their duty to take all appropriate measures, whether general or particular, to ensure the fulfilment of that obligation are binding on all the authorities of the Member States including, for matters within their jurisdiction, the courts (see, inter alia, to that effect, Case 14/83 von Colson and Kamann [1984] ECR 1891, paragraph 26; Case C‑106/89 Marleasing [1990] ECR I‑4135, paragraph 8; Faccini Dori , paragraph 26; Case C‑129/96 Inter-Environnement Wallonie [1997] ECR I‑7411, paragraph 40; Pfeiffer and Others , paragraph 110; and Joined Cases C‑378/07 to C‑380/07 Angelidaki and Others [2009] ECR I‑0000, paragraph 106).
|
48. Εξ αυτού έπεται ότι, εφαρμόζοντας το εσωτερικό δίκαιο, ο καλούμενος να το ερμηνεύσει εθνικός δικαστής οφείλει να το πράξει στον μέγιστο δυνατό βαθμό υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας αυτής, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενος έτσι προς το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις von Colson και Kamann, σκέψη 26, Marleasing, σκέψη 8, Faccini Dori, σκέψη 26, καθώς και Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 113). Η επιταγή περί σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι εγγενής στο σύστημα της Συνθήκης, καθόσον επιτρέπει στο εθνικό δικαστήριο να εξασφαλίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης όταν εκδίδει απόφαση επί εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 114).
|
|
48. It follows that, in applying national law, the national court called on to interpret it is required to do so, as far as possible, in the light of the wording and the purpose of the directive in question, in order to achieve the result pursued by the directive and thereby comply with the third paragraph of Article 288 TFEU (see, to that effect, von Colson and Kamann , paragraph 26; Marleasing , paragraph 8; Faccini Dori , paragraph 26; and Pfeiffer and Others , paragraph 113). The requirement for national law to be interpreted in conformity with European Union law is inherent in the system of the Treaty, since it permits the national court, within the limits of its jurisdiction, to ensure the full effectiveness of European Union law when it determines the dispute before it (see, to that effect, Pfeiffer and Others , paragraph 114).
|
49. Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο, λόγω της σαφήνειας και της ακρίβειάς του, το άρθρο 622, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του BGB δεν επιδέχεται ερμηνεία σύμφωνη με την οδηγία 2000/78.
|
|
49. According to the national court, however, because of its clarity and precision, the second sentence of Paragraph 622(2) of the BGB is not open to an interpretation in conformity with Directive 2000/78.
|
50. Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, όπως εκτέθηκε και στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 2000/78 απλώς συγκεκριμενοποιεί, χωρίς να καθιερώνει, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας και, αφετέρου, ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης στο μέτρο που συνιστά ειδική εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψεις 74 έως 76).
|
|
50. It must be recalled here that, as stated in paragraph 20 above, Directive 2000/78 merely gives expression to, but does not lay down, the principle of equal treatment in employment and occupation, and that the principle of non-discrimination on grounds of age is a general principle of European Union law in that it constitutes a specific application of the general principle of equal treatment (see, to that effect, Mangold , paragraphs 74 to 76).
|
51. Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται μιας διαφοράς που αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, να διασφαλίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που απορρέει για τους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης και να εγγυάται την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου αυτού, μην εφαρμόζοντας οποιαδήποτε διάταξη της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης που είναι αντίθετη προς την εν λόγω αρχή (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 77).
|
|
51. In those circumstances, it for the national court, hearing a dispute involving the principle of non-discrimination on grounds of age as given expression in Directive 2000/78, to provide, within the limits of its jurisdiction, the legal protection which individuals derive from European Union law and to ensure the full effectiveness of that law, disapplying if need be any provision of national legislation contrary to that principle (see, to that effect, Mangold , paragraph 77).
|
52. Όσον αφορά, δεύτερον, το καθήκον που έχει ο εθνικός δικαστής, επιλαμβανόμενος μιας διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με αντικείμενο την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να μην εφαρμόσει διάταξη του εθνικού δικαίου που κρίνει ότι είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, επισημαίνεται ότι από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή η πτυχή του ερωτήματος αιτιολογείται από το γεγονός ότι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο δύναται να μην εφαρμόσει ισχύουσα διάταξη της εθνικής νομοθεσίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω διάταξη έχει προηγουμένως κηρυχθεί αντισυνταγματική από το Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο).
|
|
52. As regards, second, the obligation of the national court, hearing proceedings between individuals, to make a reference to the Court for a preliminary ruling on the interpretation of European Union law before it can disapply a national provision which it considers to be contrary to that law, it is apparent from the order for reference that this aspect of the question has been raised because, under national law, the referring court cannot decline to apply a national provision in force unless that provision has first been declared unconstitutional by the Bundesverfassungsgericht (Federal Constitutional Court).
|
53. Συναφώς, τονίζεται ότι η ανάγκη να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, συνεπάγεται ότι ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να μην εφαρμόσει εθνική διάταξη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης την οποία κρίνει ασύμβατη προς την εν λόγω αρχή, μη δυνάμενος να την ερμηνεύσει κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή αυτή, χωρίς ούτε να εξαναγκάζεται ούτε να εμποδίζεται να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
|
|
53. The need to ensure the full effectiveness of the principle of non-discrimination on grounds of age, as given expression in Directive 2000/78, means that the national court, faced with a national provision falling within the scope of European Union law which it considers to be incompatible with that principle, and which cannot be interpreted in conformity with that principle, must decline to apply that provision, without being either compelled to make or prevented from making a reference to the Court for a preliminary ruling before doing so.
|
54. Επομένως, η ευχέρεια που παρέχει στον εθνικό δικαστή το άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να ζητήσει από το Δικαστήριο τη μέσω προδικαστικής αποφάσεως ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης πριν αποκλείσει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το δίκαιο αυτό δεν μπορεί, εντούτοις, να μετατρέπεται σε υποχρέωση για τον λόγο ότι το εθνικό δίκαιο δεν παρέχει στον εν λόγω δικαστή τη δυνατότητα να μην εφαρμόσει εθνική διάταξη την οποία κρίνει αντίθετη προς το Σύνταγμα παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η διάταξη αυτή έχει κηρυχθεί προηγουμένως αντισυνταγματική από το συνταγματικό δικαστήριο. Συγκεκριμένα, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, της οποίας απολαύει και η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, αντίθετη εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης δεν πρέπει να εφαρμόζεται (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 77).
|
|
54. The possibility thus given to the national court by the second paragraph of Article 267 TFEU of asking the Court for a preliminary ruling before disapplying the national provision that is contrary to European Union law cannot, however, be transformed into an obligation because national law does not allow that court to disapply a provision it considers to be contrary to the constitution unless the provision has first been declared unconstitutional by the Constitutional Court. By reason of the principle of the primacy of European Union law, which extends also to the principle of non-discrimination on grounds of age, contrary national legislation which falls within the scope of European Union law must be disapplied (see, to that effect, Mangold , paragraph 77).
|
55. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εθνικός δικαστής, οσάκις επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, δεν υποχρεούται αλλά έχει απλώς την ευχέρεια να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, πριν αποκλείσει την εφαρμογή διατάξεως της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία κρίνεται αντίθετη προς την αρχή αυτή. Ο προαιρετικός χαρακτήρας της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος είναι ανεξάρτητος από τους όρους υπό τους οποίους ο εθνικός δικαστής υποχρεούται, βάσει του εθνικού δικαίου, να μην εφαρμόζει εθνική διάταξη την οποία κρίνει αντισυνταγματική.
|
|
55. It follows that the national court, hearing proceedings between individuals, is not obliged but is entitled to make a reference to the Court for a preliminary ruling on the interpretation of the principle of non-discrimination on grounds of age, as given expression by Directive 2000/78, before disapplying a provision of national law which it considers to be contrary to that principle. The optional nature of such a reference is not affected by the conditions of national law under which a court may disapply a national provision which it considers to be contrary to the constitution.
|
56. Βάσει των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι απόκειται στον εθνικό δικαστή, οσάκις επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, μην εφαρμόζοντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ανεξαρτήτως της αποφάσεώς του να κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει, στις περιπτώσεις του άρθρου 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία της αρχής αυτής.
|
|
56. In the light of the foregoing, the answer to Question 2 is that it is for the national court, hearing proceedings between individuals, to ensure that the principle of non-discrimination on grounds of age, as given expression in Directive 2000/78, is complied with, disapplying if need be any contrary provision of national legislation, independently of whether it makes use of its entitlement, in the cases referred to in the second paragraph of Article 267 TFEU, to ask the Court for a preliminary ruling on the interpretation of that principle.
|
Επί των δικαστικών εξόδων
|
|
Costs
|
57. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
|
|
57. Since these proceedings are, for the parties to the main proceedings, a step in the action pending before the national court, the decision on costs is a matter for that court. Costs incurred in submitting observations to the Court, other than the costs of those parties, are not recoverable.
|
|