Bilingual display

BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV  BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV 

en

el

 
[pic] | COMMISSION OF THE EUROPEAN COMMUNITIES |
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |
Brussels, 2.7.2008
Βρυξέλλες, 2.7.2008
COM(2008) 426 final
COM(2008) 426 τελικό
2008/0140 (CNS)
2008/0140 (CNS)
Proposal for a
Πρόταση
COUNCIL DIRECTIVE
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
on implementing the principle of equal treatment between persons irrespective of religion or belief, disability, age or sexual orientation
για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού
(presented by the Commission) {SEC(2008) 2180}{SEC(2008) 2181}
{SEC(2008) 2180}{SEC(2008) 2181}
EXPLANATORY MEMORANDUM
(υποβληθείσες από την Επιτροπή)
1. CONTEXT OF THE PROPOSAL
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Grounds for and objectives of the proposal
1. Πλαισιο της προτασησ
The aim of this proposal is to implement the principle of equal treatment between persons irrespective of religion or belief, disability, age or sexual orientation outside the labour market. It sets out a framework for the prohibition of discrimination on these grounds and establishes a uniform minimum level of protection within the European Union for people who have suffered such discrimination.
Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
This proposal supplements the existing EC legal framework under which the prohibition of discrimination on grounds of religion or belief, disability, age or sexual orientation applies only to employment, occupation and vocational training[1].
Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να εφαρμοστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, εκτός της αγοράς εργασίας. Η παρούσα πρόταση διαμορφώνει το πλαίσιο για την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά και καθιερώνει ενιαίο ελάχιστο επίπεδο προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα άτομα που έχουν υπάρξει θύματα τέτοιων διακρίσεων.
General context
Η παρούσα πρόταση συμπληρώνει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της ΕΚ, εντός του οποίου η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού εφαρμόζεται μόνο στους τομείς της απασχόλησης, της εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης[1].
The Commission announced in its legislative and work programme adopted on 23 October 2007[2] that it would propose new initiatives to complete the EU anti-discrimination legal framework.
Γενικό πλαίσιο
The current proposal is presented as part of the ‘Renewed Social Agenda: Opportunities, access and solidarity in 21st century Europe'[3], and accompanies the Communication ‘Non-Discrimination and Equal Opportunities: A Renewed Commitment’[4].
Η Επιτροπή ανήγγειλε στο νομοθετικό πρόγραμμα και πρόγραμμα εργασίας της, το οποίο εγκρίθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2007[2], ότι θα πρότεινε νέες πρωτοβουλίες οι οποίες θα συμπλήρωναν το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για την απαγόρευση των διακρίσεων.
The UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities has been signed by the Member States and the European Community. It is based on the principles of non-discrimination, participation and inclusion in society, equal opportunities and accessibility . A proposal for the conclusion of the Convention by the European Community has been presented to the Council[5].
Η παρούσα πρόταση υποβάλλεται στο πλαίσιο της «Ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα: Ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη στην Ευρώπη του 21ου αιώνα»[3] και συνοδεύει την ανακοίνωση με τίτλο «Καταπολέμηση των διακρίσεων και ίσες ευκαιρίες: Εκ νέου ανάληψη δέσμευσης»[4].
Existing provisions in the area of the proposal
Η σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία έχει υπογραφεί από τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και διέπεται από τις εξής αρχές: απαγόρευση των διακρίσεων, συμμετοχή και ενσωμάτωση στην κοινωνία, ισότητα των ευκαιριών και προσβασιμότητα . Έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο πρόταση για τη σύναψη της σύμβασης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα[5].
This proposal builds upon Directives 2000/43/EC, 2000/78/EC and 2004/113/EC[6] which prohibit discrimination on grounds of sex, racial or ethnic origin, age, disability, sexual orientation, religion or belief[7]. Discrimination based on race or ethnic origin is prohibited in employment, occupation and vocational training, as well as in non-employment areas such as social protection, health care, education and access to goods and services, including housing, which are available to the public. Discrimination based on sex is prohibited in the same range of areas, with the exception of education and media and advertising. However, discrimination based on age, religion and belief, sexual orientation and disability is prohibited only in employment, occupation and vocational training.
Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα της πρότασης
Directives 2000/43/EC and 2000/78/EC had to be transposed into national law by 2003, with the exception of those provisions dealing with age and disability discrimination, for which an extra three years was available. A report on the implementation of Directive 2000/43/EC was adopted by the Commission in 2006[8] and a report on the implementation of Directive 2000/78/EC was adopted on 19 June 2008[9]. All except one Member State have transposed these directives. Directive 2004/113/EC had to be transposed by the end of 2007.
Η παρούσα πρόταση βασίζεται στις οδηγίες 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2004/113/ΕΚ[6], με τις οποίες απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, ηλικίας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, θρησκείας ή πεποιθήσεων[7]. Οι διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής απαγορεύονται στην απασχόληση, την εργασία και την επαγγελματική κατάρτιση, καθώς και σε τομείς που δεν έχουν σχέση με την απασχόληση, όπως είναι η κοινωνική προστασία, η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, που παρέχονται στο κοινό. Οι διακρίσεις λόγω φύλου απαγορεύονται στους ίδιους τομείς, με εξαίρεση την εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης και τη διαφήμιση. Ωστόσο, οι διακρίσεις λόγω ηλικίας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, γενετήσιου προσανατολισμού και αναπηρίας απαγορεύονται μόνο στους τομείς της απασχόλησης, της εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης.
As far as possible, the concepts and rules provided for in this proposal build on those used in the existing Directives based on Article 13 EC.
Οι οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ ήταν υποχρεωτικό να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών έως το 2003, εκτός από τις διατάξεις που αφορούσαν τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και αναπηρίας, για τις οποίες η σχετική προθεσμία παρατάθηκε κατά τρία επιπλέον έτη. Το 2006 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/43/ΕΚ[8] και στις 19 Ιουνίου 2008 εκδόθηκε έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/78/ΕΚ[9]. Όλα τα κράτη μέλη εκτός από ένα έχουν μεταφέρει τις εν λόγω οδηγίες. Η οδηγία 2004/113/ΕΚ ήταν υποχρεωτικό να μεταφερθεί έως το τέλος του 2007.
Consistency with other policies and objectives of the Union
Στο μέτρο του δυνατού, οι έννοιες και οι κανόνες της παρούσας οδηγίας βασίζονται στις έννοιες και τους κανόνες που χρησιμοποιούνται στις υφιστάμενες οδηγίες του άρθρου 13 της συνθήκης ΕΚ.
This proposal builds upon the strategy developed since the Amsterdam Treaty to combat discrimination and is consistent with the horizontal objectives of the European Union, and in particular with the Lisbon Strategy for Growth and Jobs and the objectives of the EU Social Protection and Social Inclusion Process. It will help to further the fundamental rights of citizens, in line with the EU Charter of Fundamental Rights.
Συνέπεια με άλλες πολιτικές και στόχους της Ένωσης
2. CONSULTATION OF INTERESTED PARTIES AND IMPACT ASSESSMENT
Η παρούσα πρόταση στηρίζεται στη στρατηγική που αναπτύχθηκε από την εποχή της συνθήκης του Άμστερνταμ για την καταπολέμηση των διακρίσεων και συνάδει με τους οριζόντιους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως με τη στρατηγική της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση και με τους στόχους που θέτει η ΕΕ στο πλαίσιο της κοινωνικής προστασίας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Η παρούσα πρόταση θα διευρύνει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, σύμφωνα με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Consultation
2. Διαβουλευση με τα ενδιαφερομενα μερη και εκτιμηση επιπτωσεων
In preparing this initiative, the Commission sought to associate all stakeholders with a potential interest and care was taken to ensure that those who might want to comment would have the opportunity and time to respond. The European Year of Equal Opportunities for All provided a unique opportunity to highlight the issues and encourage participation in the debate.
Διαβούλευση
Particular mention should be made of the public on-line consultation[10], a survey of the business sector[11], and a written consultation of, and meetings with, the social partners and European level NGOs active in the non-discrimination field[12]. The results of the public consultation and that of the NGOs were a call for legislation at EU level to increase the level of protection against discrimination although some argued for ground-specific directives in the area of disability and of sex. The European Business Test Panel consultation indicated that businesses believe it would be helpful to have the same level of protection from discrimination across the EU. The social partners representing business were against new legislation in principle, which they saw as increasing red tape and costs, while the trade unions were in favour.
Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρωτοβουλίας, η Επιτροπή επιδίωξε να συνδέσει όλους τους ενδιαφερομένους με δυνητικό συμφέρον και μερίμνησε ώστε όσοι θα επιθυμούσαν ενδεχομένως να υποβάλουν παρατηρήσεις να είχαν τη δυνατότητα και τα χρονικά περιθώρια να το πράξουν. Το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για Όλους αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία να επισημανθούν τα διάφορα ζητήματα και να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή στη δημόσια συζήτηση.
The responses to the consultation highlighted concerns about how a new Directive would deal with a number of sensitive areas and also revealed misunderstandings about the limits or extent of Community competence. The proposed Directive addresses these concerns and makes explicit the limits of Community competence. Within these limits the Community has the power to act (Article 13 EC Treaty) and believes that action at EU level is the best way forward.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη δημόσια διαβούλευση μέσω Διαδικτύου[10], σε μια έρευνα του επιχειρηματικού τομέα[11], καθώς και στη γραπτή διαβούλευση και τις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ κοινωνικών εταίρων και ΜΚΟ ευρωπαϊκού επιπέδου που ασχολούνται με την απαγόρευση των διακρίσεων[12]. Τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και της διαβούλευσης με τους ΜΚΟ ήταν να ζητηθεί η θέσπιση νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ για να αυξηθεί το επίπεδο προστασίας από τις διακρίσεις, αν και ορισμένοι πρόβαλαν το επιχείρημα ότι πρέπει να υπάρξουν οδηγίες για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας και φύλου. Από τη διαβούλευση της ευρωπαϊκής ελεγκτικής ομάδας επιχειρήσεων (European Business Test Panel) προέκυψε ότι οι επιχειρήσεις θεωρούν χρήσιμη την ύπαρξη του ίδιου επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι κοινωνικοί εταίροι που εκπροσωπούν επιχειρήσεις τάχθηκαν, κατ’ αρχήν, κατά της θέσπισης νέας νομοθεσίας, η οποία θεώρησαν ότι συνεπάγεται επιπλέον γραφειοκρατία και κόστος, ενώ οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τάχθηκαν υπέρ.
The responses also emphasised the specific nature of disability-related discrimination and the measures needed to address it. These are addressed in a specific Article.
Οι θέσεις στη διαβούλευση επισήμαναν προβληματισμούς σχετικά με το πώς μια νέα οδηγία θα εξέταζε ορισμένους ευαίσθητους τομείς και, επίσης, αποκάλυψαν παρανοήσεις ως προς τα όρια ή την έκταση της κοινοτικής αρμοδιότητας. Η προτεινόμενη οδηγία εξετάζει αυτούς τους προβληματισμούς και οριοθετεί ρητώς το πεδίο της κοινοτικής αρμοδιότητας. Εντός αυτού του πεδίου, η Κοινότητα έχει το δικαίωμα να ενεργεί (άρθρο 13 της συνθήκης ΕΚ) και πιστεύει ότι το καλύτερο επόμενο βήμα είναι η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ.
Concerns have been expressed that a new Directive would bring costs for business but it should be emphasised that this proposal builds largely on concepts used in the existing directives with which economic operators are familiar. As to measures to deal with disability discrimination, the concept of reasonable accommodation is familiar to businesses since it was established in Directive 2000/78/EC. The Commission proposal specifies the factors to be taken into account when assessing what is 'reasonable'.
Οι εν λόγω θέσεις τόνισαν επίσης την ιδιαίτερη φύση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπισή τους. Τα μέτρα αυτά εξετάζονται σε ειδικό άρθρο.
It was pointed out that, unlike the other two Directives, Directive 2000/78/EC does not require Member States to establish equality bodies. Attention was also drawn to the need to tackle multiple discrimination, for example by defining it as discrimination and by providing effective remedies. These issues go beyond the scope of this Directive but nothing prevents Member States taking action in these areas.
Εκφράστηκαν προβληματισμοί ότι μια νέα οδηγία θα συνεπαγόταν δαπάνες για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι η παρούσα πρόταση βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε έννοιες που χρησιμοποιούνται στις ισχύουσες οδηγίες και οι οποίες είναι οικείες στους οικονομικούς παράγοντες. Όσον αφορά τα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας, οι επιχειρήσεις είναι εξοικειωμένες με την έννοια των εύλογων προσαρμογών από τότε που η έννοια αυτή καθιερώθηκε στην οδηγία 2000/78/ΕΚ. Η πρόταση της Επιτροπής καθορίζει τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του τι νοείται ως «εύλογο».
Finally, it was pointed out that the scope of protection from sex discrimination under Directive 2004/113/EC is not as extensive as in Directive 2000/43/EC and that this should be addressed in new legislation. The Commission does not take up this suggestion now since the date for transposition of Directive 2004/113/EC has only just passed. However the Commission will report in 2010 on the Directive’s implementation and can propose modifications then, if appropriate.
Επισημάνθηκε ότι, σε αντίθεση με τις δύο άλλες οδηγίες, η οδηγία 2000/78/ΕΚ δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να δημιουργούν φορείς ισότητας. Τονίστηκε επίσης η ανάγκη να καταπολεμηθούν οι πολλαπλές διακρίσεις, π.χ. με το να λογίζονται ως διακρίσεις και με την παροχή αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας. Αυτά τα ζητήματα εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, αλλά τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη από το να λάβουν μέτρα στους εν λόγω τομείς.
Collection and use of expertise
Τέλος, επισημάνθηκε ότι το πεδίο της προστασίας από τις διακρίσεις λόγω φύλου το οποίο παρέχεται δυνάμει της οδηγίας 2004/113/ΕΚ δεν είναι τόσο ευρύ όσο το αντίστοιχο της οδηγίας 2000/43/ΕΚ και ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο νέας νομοθεσίας. Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται αυτή τη θέση, αφού η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 2004/113/ΕΚ μόλις έληξε. Ωστόσο, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση το 2010 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας και μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις τότε, εάν κριθεί απαραίτητο.
A study[13] in 2006 showed that, on the one hand, most countries provide legal protection in some form that goes beyond the current EC requirements in most of the areas examined, and on the other hand, there was a good deal of variety between countries as to the degree and nature of the protection. It also showed that very few countries carried out ex-ante impact assessments on non-discrimination legislation. A further study[14] looked at the nature and extent of discrimination outside employment in the EU, and the potential (direct and indirect) costs this may have for individuals and society.
Συλλογή και χρήση εμπειρογνωμοσύνης
In addition, the Commission has used the reports from the European Network of Independent Experts in the non-discrimination field, notably their overview ‘Developing Anti-Discrimination Law in Europe‘[15] as well as a study on ’Tackling Multiple Discrimination: practices, policies and laws’[16].
Μελέτη[13] που πραγματοποιήθηκε το 2006 έδειξε ότι, αφενός, οι περισσότερες χώρες παρέχουν κάποιας μορφής νομική προστασία που υπερβαίνει τις τρέχουσες απαιτήσεις της ΕΚ στους περισσότερους υπό εξέταση τομείς και, αφετέρου, οι διαφορές μεταξύ των χωρών όσον αφορά το βαθμό και το είδος της προστασίας είναι αρκετά μεγάλες. Επίσης, απέδειξε ότι ελάχιστες χώρες διενήργησαν εκ των προτέρων εκτιμήσεις επιπτώσεων όσον αφορά τη νομοθεσία για την απαγόρευση των διακρίσεων. Μια περαιτέρω μελέτη[14] εξέτασε τη φύση και το βαθμό των διακρίσεων εκτός του τομέα της απασχόλησης στην ΕΕ, καθώς και το δυνητικό (άμεσο και έμμεσο) κόστος που μπορεί να συνεπάγεται για τα πρόσωπα και την κοινωνία.
Also relevant are the results of a special Eurobarometer survey [17] and a Eurobarometer flash survey in February 2008[18].
Επιπροσθέτως, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις εκθέσεις του ευρωπαϊκού δικτύου ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων, ιδίως την επισκόπησή του με τίτλο «Developing Anti-Discrimination Law in Europe» (κατάρτιση νομοθεσίας για την απαγόρευση των διακρίσεων στην Ευρώπη)[15], καθώς και τη μελέτη με τίτλο «Tackling Multiple Discrimination: practices, policies and laws» (αντιμετώπιση των πολλαπλών διακρίσεων: πρακτικές, πολιτικές και νόμοι)[16].
Impact assessment
Σχετικά είναι επίσης και τα αποτελέσματα μιας ειδικής έρευνας του Ευρωβαρόμετρου[17] και μιας έρευνας έκτακτου Ευρωβαρόμετρου τον Φεβρουάριο του 2008[18].
The impact assessment report[19] looked at evidence of discrimination outside the labour market. It found that, while non-discrimination is recognised to be one of the fundamental values of the EU, in practice the level of legal protection to secure these values differs between Member States and between discrimination grounds. As result, those at risk of discrimination often find themselves less able to participate fully in society and the economy, with negative effects both for the individual and for broader society.
Εκτίμηση επιπτώσεων
The report defined three objectives which any initiative should meet:
Η έκθεση για την εκτίμηση επιπτώσεων[19] εξέτασε τα στοιχεία βάσει των οποίων τεκμηριώνονταν διακρίσεις εκτός της αγοράς εργασίας. Η έκθεση διαπίστωσε ότι, αν και η απαγόρευση των διακρίσεων αναγνωρίζεται ως μία από τις θεμελιώδεις αξίες της ΕΕ, στην πράξη το επίπεδο της έννομης προστασίας για την προάσπιση αυτών των αξιών διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών και όσον αφορά τους λόγους των διακρίσεων. Ως εκ τούτου, τα άτομα που κινδυνεύουν να υποστούν διακρίσεις συχνά θεωρούν ότι είναι λιγότερο ικανά να συμμετέχουν πλήρως στην κοινωνία και στην οικονομία, κάτι που έχει αρνητικές συνέπειες τόσο στα πρόσωπα όσο και στην ευρύτερη κοινωνία.
- to increase protection from discrimination ;
Η έκθεση όρισε τους εξής τρεις στόχους, τους οποίους κάθε πρωτοβουλία έπρεπε να επιτυγχάνει:
- to ensure legal certainty for economic operators and potential victims across the Member States;
- αύξηση της προστασίας έναντι των διακρίσεων·
- to enhance social inclusion and promote the full participation of all groups in society and the economy.
- εγγύηση ασφάλειας δικαίου για τους οικονομικούς παράγοντες και τα δυνητικά θύματα διακρίσεων στα κράτη μέλη·
Of the various measures identified that could help reach the objectives, six options were selected for further analysis, notably no new action at EU level; self-regulation; recommendations; and one or more directives prohibiting discrimination outside the employment sphere .
- βελτίωση της κοινωνικής ενσωμάτωσης και προώθηση της πλήρους συμμετοχής όλων των ομάδων στην κοινωνία και την οικονομία.
In any event, Member States will have to implement the UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities which defines the denial of reasonable accommodation as discrimination. A legally binding measure which prohibits discrimination on grounds of disability entails financial costs because of the adaptations needed but there are also benefits from the fuller economic and social inclusion of groups currently facing discrimination.
Από τα διάφορα μέτρα που θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων, επιλέχθηκαν για περαιτέρω ανάλυση τα εξής έξι μέτρα: καμία νέα δράση σε επίπεδο ΕΕ· αυτορρύθμιση· συστάσεις· και μία ή περισσότερες οδηγίες για την απαγόρευση των διακρίσεων εκτός του τομέα απασχόλησης.
The report concludes that a multi-ground directive would be the appropriate response, designed so as to respect the principles of subsidiarity and proportionality. A small number of Member States already have rather complete legislative protection while most others have some, but less comprehensive, protection. The legislative adaptation arising from new EC rules would therefore vary.
Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν τη σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, η οποία ορίζει την άρνηση εύλογων προσαρμογών ως διάκριση. Ένα νομικά δεσμευτικό μέτρο που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω αναπηρίας συνεπάγεται οικονομικό κόστος αφού απαιτούνται προσαρμογές. Υπάρχουν όμως και οφέλη από την πληρέστερη οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση των ομάδων που αντιμετωπίζουν επί του παρόντος διακρίσεις.
The Commission received many complaints about discrimination in the insurance and banking sector. The use of age or disability by insurers and banks to assess the risk profile of customers does not necessarily represent discrimination: it depends on the product. The Commission will initiate a dialogue with the insurance and banking industry together with other relevant stakeholders to achieve a better common understanding of the areas where age or disability are relevant factors for the design and pricing of the products offered in these sectors.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η θέσπιση οδηγίας που θα καλύπτει πολλούς λόγους διακρίσεων θα συνιστούσε την κατάλληλη απάντηση, με την προϋπόθεση ότι θα τηρούσε τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Ένας μικρός αριθμός κρατών μελών εφαρμόζει ήδη μια αρκετά πλήρη νομοθετική προστασία. Από τα υπόλοιπα κράτη μέλη τα περισσότερα παρέχουν μια κάποια προστασία, η οποία όμως είναι λιγότερο σφαιρική. Ως εκ τούτου, η νομοθετική προσαρμογή που προκύπτει από τις νέες διατάξεις της ΕΚ θα ποικίλλει.
3. LEGAL ASPECTS
Η Επιτροπή έλαβε πολλές καταγγελίες σχετικά με διακρίσεις στον ασφαλιστικό και στον τραπεζικό τομέα. Η χρήση της ηλικίας ή της αναπηρίας από τους ασφαλιστές και τις τράπεζες για την αξιολόγηση του κινδύνου που παρουσιάζει ο κάθε πελάτης δεν συνιστά απαραίτητα διάκριση: εξαρτάται από το προϊόν. Η Επιτροπή θα ξεκινήσει διάλογο με τον ασφαλιστικό και τον τραπεζικό τομέα παράλληλα με άλλους σχετικούς φορείς, ώστε να κατανοηθούν από κοινού οι τομείς όπου η ηλικία ή η αναπηρία συνιστούν σχετικό παράγοντα για το σχεδιασμό και την τιμολόγηση των προϊόντων που παρέχονται στους εν λόγω τομείς.
Legal base
3. Νομικεσ πτυχεσ
The proposal is based on Article 13(1) EC Treaty.
Νομική βάση
Subsidiarity and proportionality
Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.
The principle of subsidiarity applies insofar as the proposal does not fall under the exclusive competence of the Community. The objectives of the proposal cannot be sufficiently achieved by the Member States acting alone because only a Community–wide measure can ensure that there is a minimum standard level of protection against discrimination based on religion or belief, disability, age or sexual orientation in all the Member States. A Community legal act provides legal certainty as to the rights and obligations of economic operators and citizens, including for those moving between the Member States. Experience with the previous directives adopted under Article 13(1) EC is that they had a positive effect in achieving a better protection against discrimination. In accordance with the principle of proportionality, the proposed directive does not go beyond what is necessary to achieve the objectives set.
Επικουρικότητα και αναλογικότητα
Moreover, national traditions and approaches in areas such as healthcare, social protection and education tend to be more diverse than in employment-related areas. These areas are characterised by legitimate societal choices in areas which fall within national competence.
Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στο βαθμό που η πρόταση δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Οι στόχοι της πρότασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς αποκλειστικά από τα κράτη μέλη, γιατί μόνο ένα πανευρωπαϊκό μέτρο μπορεί να εξασφαλίσει ελάχιστο βασικό επίπεδο προστασίας από τις διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού σε όλα τα κράτη μέλη. Μια κοινοτική νομική πράξη παρέχει ασφάλεια δικαίου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων και των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μετακινούνται μεταξύ των κρατών μελών. Από την πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή των προηγούμενων οδηγιών που είχαν εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ προκύπτει ότι οι εν λόγω οδηγίες συνέτειναν στην αποτελεσματικότερη προστασία έναντι των διακρίσεων. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η προτεινόμενη οδηγία δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των οριζόμενων στόχων.
The diversity of European societies is one of Europe's strengths, and is to be respected in line with the principle of subsidiarity. Issues such as the organisation and content of education, recognition of marital or family status, adoption, reproductive rights and other similar questions are best decided at national level. The Directive does not therefore require any Member State to amend its present laws and practices in relation to these issues. Nor does it affect national rules governing the activities of churches and other religious organisations or their relationship with the state. So, for example, it will remain for Member States alone to take decisions on questions such as whether to allow selective admission to schools, or prohibit or allow the wearing or display of religious symbols in schools, whether to recognise same-sex marriages, and the nature of any relationship between organised religion and the state.
Επιπροσθέτως, οι εθνικές παραδόσεις και προσεγγίσεις σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική προστασία και η εκπαίδευση τείνουν να παρουσιάζουν μεγαλύτερη πολυμορφία απ’ ό,τι στους συναφείς με την απασχόληση τομείς. Αυτοί οι τομείς χαρακτηρίζονται από θεμιτές κοινωνικές επιλογές σε τομείς που εμπίπτουν στις εθνικές αρμοδιότητες.
Choice of instrument
Η πολυμορφία των ευρωπαϊκών κοινωνιών είναι ένα από τα ισχυρά χαρτιά της Ευρώπης και πρέπει να γίνεται σεβαστή σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Θέματα όπως η οργάνωση και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, η αναγνώριση της οικογενειακής κατάστασης, η υιοθεσία, τα δικαιώματα αναπαραγωγής και άλλα παρόμοια ζητήματα αποφασίζονται καλύτερα σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, η οδηγία δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν την ισχύουσα νομοθεσία και πρακτική τους όσον αφορά τα θέματα αυτά. Ούτε θίγει τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τις δραστηριότητες εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών οργανώσεων ή τη σχέση τους με το κράτος. Επομένως, π.χ., θα εξακολουθήσει να εναπόκειται αποκλειστικά στα κράτη μέλη να λαμβάνουν αποφάσεις για θέματα όπως το κατά πόσον θα επιτρέπεται η επιλεκτική εισαγωγή σε σχολεία, εάν θα απαγορεύεται ή θα επιτρέπεται στους μαθητές να φέρουν ή να επιδεικνύουν θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία, κατά πόσον θα αναγνωρίζονται οι γάμοι μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου και ποια θα είναι η φύση της τυχόν σχέσης μεταξύ οργανωμένης θρησκείας και του κράτους.
A directive is the instrument that best ensures a coherent minimum level of protection against discrimination across the EU, whilst allowing individual Member States that want to go beyond the minimum standards to do so. It also allows them to choose the most appropriate means of enforcement and sanctions. Past experience in the non-discrimination field is that a directive was the most appropriate instrument.
Επιλογή νομικού μέσου
Correlation table
Η οδηγία είναι το μέσο που εξασφαλίζει αποτελεσματικότερα ένα συνεκτικό ελάχιστο επίπεδο προστασίας από τις διακρίσεις σε όλη την ΕΕ, επιτρέποντας παράλληλα σε κάθε κράτος μέλος να υπερβεί τα ελάχιστα πρότυπα, αν το επιθυμεί. Επιπλέον, η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέξουν τα καταλληλότερα μέσα επιβολής και τις πλέον ενδεικνυόμενες κυρώσεις. Σύμφωνα με την προηγούμενη εμπειρία όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων, η οδηγία είναι το καταλληλότερο μέσο.
Member States are required to communicate to the Commission the text of national provisions transposing the directive as well as a correlation table between those provisions and the directive.
Πίνακας αντιστοιχίας
European Economic Area
Τα κράτη μέλη πρέπει να ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου με τις οποίες μεταφέρουν την οδηγία, καθώς και έναν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και των διατάξεων της οδηγίας.
This is a text of relevance to the European Economic Area and the Directive will be applicable to the non-EU Member States of the European Economic Area following a decision of the EEA Joint Committee
Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος
4. BUDGETARY IMPLICATIONS
Το κείμενο παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και η οδηγία θα εφαρμοστεί στα κράτη μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ ύστερα από απόφαση της Μεικτής Επιτροπής ΕΟΧ.
The proposal has no implications for the Community budget.
4. Δημοσιονομικεσ επιπτωσεισ
5. DETAILED EXPLANATION OF THE SPECIFIC PROVISIONS
Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Article 1: Purpose
5. Λεπτομερησ ερμηνεια των ειδικων διαταξεων
The main objective of the directive is to combat discrimination based on religion or belief, disability, age or sexual orientation and to put into effect the principle of equal treatment, outside the field of employment. The directive does not prohibit differences of treatment based on sex which are covered by Articles 13 and 141 of the EC Treaty and related secondary legislation.
Άρθρο 1: Σκοπός
Article 2: Concept of discrimination
Ο κύριος στόχος της οδηγίας είναι η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, εκτός του τομέα της απασχόλησης. Η οδηγία δεν απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου η οποία καλύπτεται από τα άρθρα 13 και 141 της συνθήκης ΕΚ και από το σχετικό παράγωγο δίκαιο.
The definition of the principle of equal treatment is based on that contained in the previous directives adopted under Article 13(1) EC [as well as relevant case law of the European Court of Justice].
Άρθρο 2: Η έννοια των διακρίσεων
Direct discrimination consists of treating someone differently solely because of his or her age, disability, religion or belief and sexual orientation. Indirect discrimination is more complex in that a rule or practice which seems neutral in fact has a particularly disadvantageous impact upon a person or a group of persons having a specific characteristic. The author of the rule or practice may have no idea of the practical consequences, and intention to discriminate is therefore not relevant. As in Directives 2000/43/EC, 2000/78/EC and 2002/73/EC[20], it is possible to justify indirect discrimination (if "that provision, criterion or practice is objectively justified by a legitimate aim and the means of achieving that aim are appropriate and necessary").
Ο ορισμός της αρχής της ίσης μεταχείρισης βασίζεται στα όσα προβλέπονται στις προηγούμενες οδηγίες που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ [καθώς και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων].
Harassment is a form of discrimination. The unwanted conduct can take different forms, from verbal or written comments, gestures or behaviour, but it has to be serious enough to create an intimidating, humiliating or offensive environment. This definition is identical to the definitions contained in the other Article 13 directives.
Οι άμεσες διακρίσεις συνίστανται στη διαφορετική μεταχείριση κάποιου προσώπου αποκλειστικά και μόνο λόγω της ηλικίας, της αναπηρίας, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων και του γενετήσιου προσανατολισμού του. Οι έμμεσες διακρίσεις είναι πιο περίπλοκο θέμα, με την έννοια ότι ένας κανόνας ή μια πρακτική φαινομενικά ουδέτεροι έχουν στην πράξη ζημιογόνο αντίκτυπο σε ένα πρόσωπο ή σε μια ομάδα προσώπων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο εμπνευστής του κανόνα ή της πρακτικής μπορεί να αγνοεί τις πρακτικές συνέπειες και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται εσκεμμένη διάκριση. Όπως και στις οδηγίες 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2002/73/ΕΚ[20], είναι δυνατόν να δικαιολογούνται έμμεσες διακρίσεις (εάν «η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία»).
A denial of reasonable accommodation is considered a form of discrimination. This is in line with the UN Convention on the rights of people with disabilities and coherent with Directive 2000/78/EC. Certain differences of treatment based on age may be lawful, if they are justified by a legitimate aim and the means of achieving that aim are appropriate and necessary (proportionality test).
Η παρενόχληση είναι μια μορφή διακρίσεων. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, από προφορικά ή γραπτά σχόλια μέχρι χειρονομίες ή συμπεριφορά, αλλά πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή ώστε να δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό περιβάλλον. Ο ορισμός αυτός είναι ταυτόσημος με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στις άλλες οδηγίες του άρθρου 13 της συνθήκης ΕΚ.
In the existing Article 13 EC directives exceptions to the prohibition of direct discrimination were allowed for "genuine and determining occupational requirements", for differences of treatment based on age, and in the context of sex discrimination, in access to goods and services. Although the current proposal does not cover employment, there will be differences of treatment in the areas mentioned in Article 3 that should be allowed. However, as exceptions to the general principle of equality should be narrowly drawn, the double test of a justified aim and proportionate way of reaching it (i.e. in the least discriminatory way possible) is required.
Η άρνηση εύλογων προσαρμογών θεωρείται μορφή διακρίσεων. Αυτό είναι σύμφωνο με τη σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και συνάδει με την οδηγία 2000/78/ΕΚ. Ορισμένες διαφορές μεταχείρισης λόγω ηλικίας μπορεί να είναι σύννομες, εάν δικαιολογούνται από θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία (δοκιμή αναλογικότητας). Στις ισχύουσες οδηγίες του άρθρου 13 της συνθήκης ΕΚ επιτρέπονταν εξαιρέσεις όσον αφορά την απαγόρευση των άμεσων διακρίσεων εάν υπήρχαν «ουσιαστικές και καθοριστικές επαγγελματικές προϋποθέσεις», διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας και, στο πλαίσιο των διακρίσεων λόγω φύλου, ως προς την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες. Αν και η παρούσα πρόταση δεν καλύπτει την απασχόληση, θα υπάρξουν διαφορές μεταχείρισης στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 οι οποίες πρέπει να επιτρέπονται. Ωστόσο, ενώ οι εξαιρέσεις προς τη γενική αρχή της ισότητας θα πρέπει να ορίζονται αυστηρά, απαιτείται να εξετάζονται διπλά ο δικαιολογημένος σκοπός και ο αναλογικός τρόπος επίτευξής του (δηλ. με έναν τρόπο που θα δημιουργεί όσο το δυνατόν λιγότερες διακρίσεις).
A special rule is added for insurance and banking services, in recognition of the fact that age and disability can be an essential element of the assessment of risk for certain products, and therefore of price. If insurers are not allowed to take age and disability into account at all, the additional costs will have to be entirely borne by the rest of the "pool" of those insured, which would result in higher overall costs and lower availability of cover for consumers. The use of age and disability in the assessment of risk must be based on accurate data and statistics.
Προστίθεται ειδική διάταξη για τις ασφαλιστικές και τις τραπεζικές υπηρεσίες, σε αναγνώριση του γεγονότος ότι η ηλικία και η αναπηρία μπορούν να αποτελέσουν ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου όσον αφορά ορισμένα προϊόντα και, ως εκ τούτου, της τιμής. Εάν οι ασφαλιστές δεν επιτρεπόταν να λαμβάνουν καθόλου υπόψη την ηλικία και την αναπηρία, οι επιπλέον δαπάνες θα έπρεπε να αναλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από τους υπόλοιπους ασφαλισμένους, κάτι που θα αύξανε τα γενικά έξοδα και θα περιόριζε τη δυνατότητα κάλυψης των καταναλωτών. Ο συνυπολογισμός της ηλικίας και της αναπηρίας για την εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να βασίζεται σε ακριβή δεδομένα και στατιστικές.
The directive does not affect national measures based on public security, public order, the prevention of criminal offences, the protection of health and the rights and freedoms of others.
Η οδηγία δεν θίγει τα εθνικά μέτρα που βασίζονται στη δημόσια ασφάλεια, στη δημόσια τάξη, στην πρόληψη των ποινικών αδικημάτων, στην προστασία της υγείας, καθώς και στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων.
Article 3: Scope
Άρθρο 3: Πεδίο εφαρμογής
Discrimination based on religion or belief, disability, age or sexual orientation is prohibited by both the public and private sector in:
Οι διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού απαγορεύονται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα όσον αφορά τα εξής:
- social protection, including social security and health care;
- την κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης·
- social advantages;
- τα κοινωνικά πλεονεκτήματα·
- education;
- την εκπαίδευση·
- access to and supply of goods and services which are available to the public, including housing.
- την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, και την παροχή αυτών.
In terms of access to goods and services, only professional or commercial activities are covered. In other words, transactions between private individuals acting in a private capacity will not be covered: letting a room in a private house does not need to be treated in the same way as letting rooms in a hotel. The areas are covered only to the extent that the subject matter falls within the competences of the Community. Thus, for example, the organisation of the school system, activities and the content of education courses, including how to organise education for persons with disabilities, is a matter for the Member States, and they may provide for differences in treatment in access to religious educational institutions. For example, a school could arrange a special presentation just for children of a certain age, while a faith based school would be allowed to arrange school trips with a religious theme.
Όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, καλύπτονται μόνο οι επαγγελματικές ή εμπορικές δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών που ενεργούν προς ίδιον όφελος δεν θα καλύπτονται: η ενοικίαση δωματίου μιας ιδιωτικής κατοικίας δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται όπως η ενοικίαση δωματίων ενός ξενοδοχείου. Οι τομείς αυτοί καλύπτονται μόνο στο βαθμό που το αντικείμενο εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Κοινότητας. Επομένως, π.χ., η οργάνωση του σχολικού συστήματος, των δραστηριοτήτων και το περιεχόμενο των μαθημάτων, συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης της εκπαίδευσης για άτομα με αναπηρία, εναπόκεινται στα κράτη μέλη, ενώ μπορούν να προβλέπονται διαφορές στη μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε θρησκευτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ένα σχολείο, π.χ., θα μπορούσε να οργανώσει ειδική παρουσίαση μόνο για παιδιά συγκεκριμένης ηλικίας, ενώ ένα σχολείο θρησκευτικής κατεύθυνσης θα επιτρεπόταν να οργανώνει σχολικές εκδρομές με θρησκευτικό θέμα.
The text makes it clear that matters related to marital and family status, which includes adoption, are outside the scope of the directive. This includes reproductive rights. Member States remain free to decide whether or not to institute and recognise legally registered partnerships. However once national law recognises such relationships as comparable to that of spouses then the principle of equal treatment applies[21].
Το κείμενο καθιστά σαφές ότι ζητήματα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της υιοθεσίας, εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Το πεδίο αυτό περιλαμβάνει τα δικαιώματα αναπαραγωγής. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν κατά πόσον θα θεσπίσουν και θα αναγνωρίσουν τη νόμιμα δηλωμένη συμβίωση. Ωστόσο, από τη στιγμή που το εθνικό δίκαιο αναγνωρίσει αυτές τις σχέσεις ως ανάλογες των συζυγικών σχέσεων, τότε εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης[21].
Article 3 specifies that the directive does not cover national laws relating to the secular nature of the State and its institutions, nor to the status of religious organisations. Member States may thus allow or prohibit the wearing of religious symbols in schools. Differences in treatment based on nationality are also not covered.
Το άρθρο 3 ορίζει ότι η οδηγία δεν καλύπτει την εθνική νομοθεσία που αφορά τον λαϊκό χαρακτήρα του κράτους και των θεσμών του, ούτε το καθεστώς των θρησκευτικών οργανώσεων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν στους μαθητές να φέρουν ή να επιδεικνύουν θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία. Δεν καλύπτονται επίσης οι διαφορές μεταχείρισης λόγω ιθαγενείας.
Article 4: Equal treatment of persons with disabilities
Άρθρο 4: Ίση μεταχείριση των ατόμων με αναπηρία
Effective access for disabled people to social protection, social advantages, health care, education and access to and supply of goods and services which are available to the public, including housing, shall be provided by anticipation. This obligation is limited by the defence that if this would impose a disproportionate burden or would require major changes to the product or service, it does not need to be done.
Η αποτελεσματική πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνική προστασία, τα κοινωνικά πλεονεκτήματα, η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση, καθώς και η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, και η παροχή αυτών, πρέπει να εξασφαλίζονται εκ των προτέρων. Εξαίρεση από αυτή την υποχρέωση προβλέπεται σε περίπτωση που η εν λόγω υποχρέωση θα συνεπαγόταν δυσανάλογη επιβάρυνση ή θα απαιτούσε σημαντικές αλλαγές στο προϊόν ή την υπηρεσία.
In some cases individual measures of reasonable accommodation may be necessary to ensure effective access for a particular disabled person. As above, this is only the case if it would not impose a disproportionate burden. A non-exhaustive list is given of factors that could be taken into account in assessing whether the burden is disproportionate, thus allowing the specific situation of small and medium sized, and micro enterprises, to be taken into account.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν μεμονωμένα μέτρα εύλογων προσαρμογών ώστε να εξασφαλιστεί αποτελεσματική πρόσβαση για ένα συγκεκριμένο άτομο με αναπηρία. Όπως και παραπάνω, αυτό ισχύει μόνο σε περίπτωση που δεν συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση. Παρέχεται μη εξαντλητικός κατάλογος των παραγόντων που θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση του κατά πόσον η επιβάρυνση είναι δυσανάλογη ή όχι, έτσι ώστε να συνυπολογίζεται η ιδιαίτερη κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
The concept of reasonable accommodation already exists in the employment sphere under Directive 2000/78/EC, and Member States and businesses therefore have experience in applying it. What might be appropriate for a large corporation or public body may not be for a small or medium-sized company. The requirement to make reasonable accommodation does not only imply making physical changes but may entail an alternative means of providing a service.
Η έννοια των εύλογων προσαρμογών υπάρχει ήδη στον τομέα της απασχόλησης με την οδηγία 2000/78/ΕΚ. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και οι επιχειρήσεις έχουν εμπειρία όσον αφορά την εφαρμογή της έννοιας αυτής. Εκείνο που ίσως είναι κατάλληλο για μια μεγάλη εταιρεία ή για έναν δημόσιο φορέα μπορεί να μην ενδείκνυται για μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση. Η απαίτηση να υπάρξουν εύλογες προσαρμογές δεν συνεπάγεται μόνο υλικές τροποποιήσεις αλλά μπορεί να απαιτεί εναλλακτικά μέσα παροχής υπηρεσιών.
Article 5: Positive action
Άρθρο 5: Θετική δράση
This provision is common to all Article 13 directives. It is clear that in many cases, formal equality does not lead to equality in practice. It may be necessary to put in place specific measures to prevent and correct situations of inequality. The Member States have different traditions and practices regarding positive action, and this article lets Member States provide for positive action but does not make this an obligation.
Αυτή η διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Είναι σαφές ότι σε πολλές περιπτώσεις η τυπική ισότητα δεν συνεπάγεται και ισότητα στην πράξη. Ενδέχεται να χρειαστεί να εφαρμοστούν ειδικά μέτρα ώστε να προληφθούν και να διορθωθούν περιπτώσεις ανισότητας. Τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές παραδόσεις και πρακτικές όσον αφορά τη θετική δράση. Το εν λόγω άρθρο επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη θετική δράση αλλά δεν καθιστούν την παροχή της υποχρεωτική.
Article 6: Minimum requirements
Άρθρο 6: Ελάχιστες απαιτήσεις
This provision is common to all Article 13 directives. It allows Member States to provide a higher level of protection than that guaranteed by the Directive, and confirms that there should be no lowering of the level of protection against discrimination already afforded by Member States when implementing the Directive.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο που εξασφαλίζεται δυνάμει της οδηγίας και επιβεβαιώνει ότι δεν πρέπει να μειωθεί το επίπεδο προστασίας έναντι των διακρίσεων το οποίο παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη κατά την εκτέλεση της οδηγίας.
Article 7: Defence of rights
Άρθρο 7: Προάσπιση των δικαιωμάτων
This provision is common to all Article 13 directives. People should be able to enforce their right to non-discrimination. This article therefore provides that people who believe that they have been the victim of discrimination should be able to use administrative or judicial procedures, even after the relationship in which the discrimination is alleged to have taken place has ended, in accordance with the ruling of the European Court of Justice in the Coote[22] case.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν το δικαίωμά τους να μην γίνονται θύματα διακρίσεων. Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι τα πρόσωπα που πιστεύουν ότι έχουν υποστεί διακρίσεις πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσης στο πλαίσιο της οποίας φέρεται να συντελέστηκαν οι διακρίσεις, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Coote[22].
The right to effective legal protection is strengthened by allowing organisations, which have a legitimate interest in the fight against discrimination, to help victims of discrimination in judicial or administrative procedures. National rules on time limits for initiating actions are unaffected by this provision.
Το δικαίωμα στην αποτελεσματική έννομη προστασία ενισχύεται με την παροχή του δικαιώματος στις οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον για την καταπολέμηση των διακρίσεων να βοηθούν τα θύματα των διακρίσεων στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών. Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την έναρξη εφαρμογής μέτρων δεν θίγονται από την παρούσα διάταξη.
Article 8: Burden of proof
Άρθρο 8: Βάρος της απόδειξης
This provision is common to all Article 13 directives. In judicial procedures, the general rule is that a person who alleges something must prove it. However, in discrimination cases, it is often extremely difficult to obtain the evidence necessary to prove the case, as it is often in the hands of the respondent. This problem was recognised by the European Court of Justice[23] and the Community legislator in Directive 97/80/EC[24].
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα που ισχύει στις δικαστικές διαδικασίες, το πρόσωπο που προβάλλει κάποιον ισχυρισμό είναι υποχρεωμένο και να τον αποδείξει. Ωστόσο, σε περιπτώσεις διακρίσεων, είναι συχνά εξαιρετικά δύσκολο να αποκτηθούν τα απαραίτητα στοιχεία που θα αποδεικνύουν το βάσιμο της υπόθεσης, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά βρίσκονται συχνά στα χέρια του ενάγοντα. Το πρόβλημα αυτό αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[23] και από τον κοινοτικό νομοθέτη στην οδηγία 97/80/ΕΚ[24].
The shift of the burden of proof applies to all cases alleging breach of the principle of equal treatment, including those involving associations and organisations under Article 7(2). As in the earlier directives, this shift in the burden of proof does not apply to situations where the criminal law is used to prosecute allegations of discrimination.
Η μετατόπιση του βάρους της απόδειξης εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις φερόμενης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που αφορούν ενώσεις και οργανώσεις στο πλαίσιο του άρθρου 7 παράγραφος 2. Όπως και στις προηγούμενες οδηγίες, αυτή η μετατόπιση του βάρους της απόδειξης δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται για την εκδίκαση καταγγελιών περί φερόμενων διακρίσεων.
Article 9: Victimisation
Άρθρο 9: Προστασία έναντι αντιποίνων
This provision is common to all Article 13 directives. Effective legal protection must include protection against retaliation. Victims may be deterred from exercising their rights due to the risk of retaliation, and it is therefore necessary to protect individuals against any adverse treatment due to the exercise of the rights conferred by the Directive. This article is the same as in Directives 2000/43/EC and 2000/78/EC.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Η αποτελεσματική έννομη προστασία πρέπει να περιλαμβάνει την προστασία από αντεκδίκηση. Ο κίνδυνος αντεκδίκησης μπορεί να αποτρέπει τα θύματα διακρίσεων από την άσκηση των δικαιωμάτων τους και, για το λόγο αυτό, τα άτομα πρέπει να προστατεύονται από οποιαδήποτε δυσμενή μεταχείριση λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία. Το εν λόγω άρθρο είναι το ίδιο με το αντίστοιχο άρθρο των οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ.
Article 10: Dissemination of information
Άρθρο 10: Διάδοση πληροφοριών
This provision is common to all Article 13 directives. Experience and polls show that individuals are badly or insufficiently informed of their rights. The more effective the system of public information and prevention is, the less need there will be for individual remedies. This replicates equivalent provisions in Directives 2000/43/EC, 2000/78/EC and 2002/113/EC.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Όπως προκύπτει από την πείρα και τις σφυγμομετρήσεις, τα άτομα λαμβάνουν εσφαλμένες ή ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους. Όσο πιο αποτελεσματικό είναι το σύστημα της ενημέρωσης του κοινού και της πρόληψης, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη για μεμονωμένα μέσα έννομης προστασίας. Αυτό αναπαράγει ισοδύναμες διατάξεις των οδηγιών 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2002/113/ΕΚ.
Article 11: Dialogue with relevant stakeholders
Άρθρο 11: Διάλογος με τους ενδιαφερομένους
This provision is common to all Article 13 directives. It aims to promote dialogue between relevant public authorities and bodies such as non-governmental organisations which have a legitimate interest in contributing to the fight against discrimination on grounds of religion or belief, disability, age or sexual orientation. A similar provision is contained in the previous anti-discrimination directives.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Στόχος της διάταξης αυτής είναι να προωθηθεί ο διάλογος μεταξύ των αρμόδιων δημόσιων αρχών και φορέων όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να συμβάλουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Παρόμοια διάταξη περιλαμβάνεται στις προηγούμενες οδηγίες για την απαγόρευση των διακρίσεων.
Article 12: Bodies for the promotion of equal treatment
Άρθρο 12: Φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης
This provision is common to two Article 13 directives. This article requires the Member States to have a body or bodies ("Equality Body") at national level to promote equal treatment of all persons without discrimination on the grounds of religion or belief, disability, age or sexual orientation.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε δύο οδηγίες του άρθρου 13. Το εν λόγω άρθρο απαιτεί από τα κράτη μέλη να έχουν έναν ή περισσότερους φορείς («φορέας ισότητας») σε εθνικό επίπεδο για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης όλων των προσώπων χωρίς διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
It replicates the provisions of Directive 2000/43/EC in as far as they deal with access to and supply of goods and services, and builds on equivalent provisions in Directives 2002/73/EC[25] and 2004/113/EC. It sets out minimum competences applicable to bodies at national level which should act independently to promote the principle of equal treatment. Member States may decide that these bodies be the same as those already established under the previous directives.
Το άρθρο αυτό αναπαράγει τις διατάξεις της οδηγίας 2000/43/ΕΚ στο βαθμό που αφορούν την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμων στο κοινό και την παροχή αυτών και βασίζεται σε ισοδύναμες διατάξεις των οδηγιών 2002/73/ΕΚ[25] και 2004/113/ΕΚ. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ελάχιστες αρμοδιότητες που εφαρμόζονται για φορείς σε εθνικό επίπεδο οι οποίοι πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα για να προωθούν την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι αυτοί οι φορείς θα είναι ίδιοι με τους φορείς που έχουν ήδη δημιουργηθεί δυνάμει των προηγούμενων οδηγιών.
It is both difficult and expensive for individuals to mount a legal challenge if they think they have been discriminated against. A key role of the Equality Bodies is to give independent help to victims of discrimination. They must also be able to conduct independent surveys on discrimination and to publish reports and recommendations on issues relating to discrimination.
Είναι τόσο δύσκολο όσο και δαπανηρό για τους ιδιώτες να υποβάλουν καταγγελία εάν πιστεύουν ότι έχουν υποστεί διακρίσεις. Ο καίριος ρόλος των φορέων ισότητας είναι να βοηθούν με ανεξαρτησία τα θύματα διακρίσεων. Οι φορείς αυτοί θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να διενεργούν ανεξάρτητες έρευνες σχετικά με τις διακρίσεις και να δημοσιεύουν εκθέσεις και συστάσεις για θέματα σχετικά με τις διακρίσεις.
Article 13: Compliance
Άρθρο 13: Συμμόρφωση
This provision is common to all Article 13 directives. Equal treatment involves the elimination of discrimination arising from any laws, regulations or administrative provision and the directive therefore requires the Member States to abolish any such provisions. As with earlier legislation, the directive also requires that any provisions contrary to the principle of equal treatment must be rendered null and void or amended, or must be capable of being so rendered if they are challenged.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Η ίση μεταχείριση συνεπάγεται την εξάλειψη των διακρίσεων που προκύπτουν από νόμους, κανονισμούς ή διοικητικές διατάξεις. Ως εκ τούτου, η οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να καταργήσουν οποιεσδήποτε τέτοιες διατάξεις. Όπως και στην προηγούμενη νομοθεσία, η οδηγία απαιτεί επίσης να ακυρώνονται ή να τροποποιούνται οποιεσδήποτε διατάξεις που είναι αντίθετες με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ή να υπάρχει η δυνατότητα ακύρωσης ή τροποποίησης σε περίπτωση αμφισβήτησής τους.
Article 14: Sanctions
Άρθρο 14: Κυρώσεις
This provision is common to all Article 13 directives. In accordance with the case law of the Court of Justice[26], the text provides that that there should be no upper limit on the compensation payable in cases of breach of the principle of equal treatment. This provision does not require criminal sanctions to be introduced.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[26], το κείμενο ορίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν ανώτατα όρια όσον αφορά την αποζημίωση που πρέπει να καταβάλλεται σε περίπτωση παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Η διάταξη αυτή δεν απαιτεί την επιβολή ποινικών κυρώσεων.
Article 15: Implementation
Άρθρο 15: Εφαρμογή
This provision is common to all Article 13 directives. It gives the Member States a period of two years to transpose the directive into national law and to communicate to the Commission the texts of the national law. Member States may provide that the obligation to ensure effective access for disabled persons only applies four years after the adoption of the Directive.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Παρέχει στα κράτη μέλη περίοδο δύο ετών για να μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο και για να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η υποχρέωση εξασφάλισης αποτελεσματικής πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία εφαρμόζεται μόνο τέσσερα έτη μετά την έκδοση της οδηγίας.
Article 16: Report
Άρθρο 16: Έκθεση
This provision is common to all Article 13 directives. It requires the Commission to report to the European Parliament and the Council on the application of the Directive, on the basis of information from Member States. The report will take account of the views of the social partners, relevant NGOs and the EU Fundamental Rights Agency.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Απαιτεί από την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, με βάση στοιχεία που προσκομίζουν τα κράτη μέλη. Η έκθεση θα συνυπολογίζει τις απόψεις των κοινωνικών εταίρων, των σχετικών ΜΚΟ και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Article 17: Entry into force
Άρθρο 17: Έναρξη ισχύος
This provision is common to all Article 13 directives. The Directive will enter into force on the day it is published in the Official Journal.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13. Η οδηγία θα αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα.
Article 18: Addressees
Άρθρο 18: Αποδέκτες
This provision is common to all Article 13 directives, making it clear that the Directive is addressed to the Member States.
Η εν λόγω διάταξη είναι κοινή σε όλες τις οδηγίες του άρθρου 13 και καθιστά σαφές ότι η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
2008/0140 (CNS)
2008/0140 (CNS)
Proposal for a
Πρόταση
COUNCIL DIRECTIVE
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
on implementing the principle of equal treatment between persons irrespective of religion or belief, disability, age or sexual orientation
για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού
THE COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION,
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Having regard to the Treaty establishing the European Community, and in particular Article 13(1) thereof,
Έχοντας υπόψη:
Having regard to the proposal from the Commission[27],
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 1,
Having regard to the opinion of the European Parliament[28],
την πρόταση της Επιτροπής[27],
Having regard to the opinion of the European Economic and Social Committee[29],
τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[28],
Having regard to the opinion of the Committee of the Regions[30],
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[29],
Whereas:
τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[30],
1. In accordance with Article 6 of the Treaty on European Union, the European Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to all Member States and it respects fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law.
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
2. The right to equality before the law and protection against discrimination for all persons constitutes a universal right recognised by the Universal Declaration of Human Rights, the United Nations Convention on the Elimination of all forms of Discrimination Against Women, the International Convention on the Elimination of all forms of Racial Discrimination, the United Nations Covenants on Civil and Political Rights and on Economic, Social and Cultural Rights, the UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities, the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms and the European Social Charter, to which [all] Member States are signatories. In particular, the UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities includes the denial of reasonable accommodation in its definition of discrimination.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και στο κράτος δικαίου, σε αρχές δηλαδή που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως εξασφαλίζονται με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
3. This Directive respects the fundamental rights and observes the fundamental principles recognised in particular by the Charter of Fundamental Rights of the European Union. Article 10 of the Charter recognises the right to freedom of thought, conscience and religion; Article 21 prohibits discrimination, including on grounds of religion or belief, disability, age or sexual orientation; and Article 26 acknowledges the right of persons with disabilities to benefit from measures designed to ensure their independence.
2. Το δικαίωμα της ισονομίας και της προστασίας έναντι των διακρίσεων για όλους συνιστά καθολικό δικαίωμα που αναγνωρίζεται από την Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεως κατά των γυναικών, τη Διεθνή Σύμβαση «περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων», τα σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, τη σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, στα οποία [όλα] τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη. Ειδικότερα, η σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία περιλαμβάνει στον ορισμό των διακρίσεων την άρνηση εύλογων προσαρμογών .
4. The European Years of Persons with Disabilities in 2003, of Equal Opportunities for All in 2007, and of Intercultural Dialogue in 2008 have highlighted the persistence of discrimination but also the benefits of diversity.
3. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις θεμελιώδεις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 10 του Χάρτη αναγνωρίζει το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· το άρθρο 21 απαγορεύει τις διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων των διακρίσεων λόγων θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού· και το άρθρο 26 αναγνωρίζει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να επωφελούνται από τα μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία των εν λόγω ατόμων.
5. The European Council, in Brussels on 14 December 2007, invited Member States to strengthen efforts to prevent and combat discrimination inside and outside the labour market[31].
4. Το ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με ειδικές ανάγκες (2003), το ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους (2007) και το ευρωπαϊκό έτος διαπολιτισμικού διαλόγου (2008) επισήμαναν τη συνεχιζόμενη ύπαρξη διακρίσεων αλλά και τα οφέλη της πολυμορφίας.
6. The European Parliament has called for the extension of the protection of discrimination in European Union law[32].
5. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που διεξήχθη στις Βρυξέλλες στις 14 Δεκεμβρίου 2007 κάλεσε τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση των διακρίσεων εντός και εκτός της αγοράς εργασίας[31].
7. The European Commission has affirmed in its Communication ‘Renewed social agenda: Opportunities, access and solidarity in 21st century Europe’[33] that, in societies where each individual is regarded as being of equal worth, no artificial barriers or discrimination of any kind should hold people back in exploiting these opportunities.
6. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να επεκταθεί η προστασία έναντι των διακρίσεων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[32].
8. The Community has adopted three legal instruments[34] on the basis of article 13(1) of the EC Treaty to prevent and combat discrimination on grounds of sex, racial and ethnic origin, religion or belief, disability, age and sexual orientation. These instruments have demonstrated the value of legislation in the fight against discrimination . In particular, Directive 2000/78/EC establishes a general framework for equal treatment in employment and occupation on the grounds of religion or belief, disability, age and sexual orientation. However, variations remain between Member States on the degree and the form of protection from discrimination on these grounds beyond the areas of employment.
7. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα: Ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη στην Ευρώπη του 21ου αιώνα»[33], δήλωσε ότι στις κοινωνίες στις οποίες κάθε άτομο θεωρείται ισότιμο με τα υπόλοιπα κανένα τεχνητό εμπόδιο ή διάκριση οποιασδήποτε μορφής δεν πρέπει να εμποδίζει τα άτομα από την αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών.
9. Therefore, legislation should prohibit discrimination based on religion or belief, disability, age or sexual orientation in a range of areas outside the labour market, including social protection, education and access to and supply of goods and services, including housing. It should provide for measures to ensure the equal access of persons with disabilities to the areas covered.
8. Η Κοινότητα εξέδωσε τρεις νομικές πράξεις[34] με βάση το άρθρο 13 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής και εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού. Οι εν λόγω πράξεις απέδειξαν την αξία την νομοθεσίας στην καταπολέμηση των διακρίσεων. Ειδικότερα, η οδηγία 2000/78/ΕΚ θεσπίζει ένα γενικό πλαίσιο για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το βαθμό και τη μορφή της προστασίας από τις διακρίσεις για τους παραπάνω λόγους εκτός του τομέα της απασχόλησης.
10. Directive 2000/78/EC prohibits discrimination in access to vocational training; it is necessary to complete this protection by extending the prohibition of discrimination to education which is not considered vocational training.
9. Ως εκ τούτου, η νομοθεσία πρέπει να απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού σε διάφορους τομείς εκτός της αγοράς εργασίας, όπως στους τομείς της κοινωνικής προστασίας, της εκπαίδευσης, καθώς και της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, και της παροχής αυτών. Πρέπει να προβλέπει επίσης μέτρα για την εξασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στους καλυπτόμενους τομείς.
11. This Directive should be without prejudice to the competences of the Member States in the areas of education, social security and health care. It should also be without prejudice to the essential role and wide discretion of the Member States in providing, commissioning and organising services of general economic interest.
10. Η οδηγία 2000/78/ΕΚ απαγορεύει τις διακρίσεις ως προς την πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση. Κρίνεται αναγκαίο να συμπληρωθεί αυτή η προστασία με επέκταση της απαγόρευσης των διακρίσεων στην εκπαίδευση που δεν θεωρείται επαγγελματική κατάρτιση.
12. Discrimination is understood to include direct and indirect discrimination, harassment, instructions to discriminate and denial of reasonable accommodation.
11. Η παρούσα οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στους τομείς της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης. Επίσης πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του ουσιώδους ρόλου και της μεγάλης διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών όσον αφορά την παροχή, την ανάθεση και την οργάνωση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.
13. In implementing the principle of equal treatment irrespective of religion or belief, disability, age or sexual orientation, the Community should, in accordance with Article 3(2) of the EC Treaty, aim to eliminate inequalities, and to promote equality between men and women, especially since women are often the victims of multiple discrimination.
12. Οι διακρίσεις θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τις άμεσες και τις έμμεσες διακρίσεις, την παρενόχληση, τις υποκινούμενες διακρίσεις και την άρνηση εύλογων προσαρμογών.
14. The appreciation of the facts from which it may be presumed that there has been direct or indirect discrimination should remain a matter for the national judicial or other competent bodies in accordance with rules of national law or practice. Such rules may provide, in particular, for indirect discrimination to be established by any means including on the basis of statistical evidence.
13. Κατά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, σκοπός της Κοινότητας θα πρέπει να είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, η εξάλειψη των διακρίσεων και η προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδίως αφού οι γυναίκες πέφτουν συχνά θύματα πολλαπλών διακρίσεων.
15. Actuarial and risk factors related to disability and to age are used in the provision of insurance, banking and other financial services. These should not be regarded as constituting discrimination where the factors are shown to be key factors for the assessment of risk.
14. Η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι υπήρξαν άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις πρέπει να εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστικών ή άλλων αρμόδιων φορέων σύμφωνα με τους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας ή πρακτικής. Αυτοί οι κανόνες μπορεί να προβλέπουν, ειδικότερα, ότι οι έμμεσες διακρίσεις πρέπει να τεκμηριώνονται με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των στατιστικών στοιχείων.
16. All individuals enjoy the freedom to contract, including the freedom to choose a contractual partner for a transaction. This Directive should not apply to economic transactions undertaken by individuals for whom these transactions do not constitute their professional or commercial activity.
15. Στην παροχή ασφαλιστικών, τραπεζικών και άλλων οικονομικών υπηρεσιών χρησιμοποιούνται αναλογιστικοί παράγοντες και παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την αναπηρία και την ηλικία. Αυτοί οι παράγοντες δεν πρέπει να θεωρείται ότι αποτελούν διακρίσεις όταν αποδεικνύονται καθοριστικοί για την εκτίμηση του κινδύνου.
17. While prohibiting discrimination, it is important to respect other fundamental rights and freedoms, including the protection of private and family life and transactions carried out in that context, the freedom of religion, and the freedom of association. This Directive is without prejudice to national laws on marital or family status, including on reproductive rights. It is also without prejudice to the secular nature of the State, state institutions or bodies, or education.
16. Όλα τα άτομα απολαύουν την ελευθερία σύναψης συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας επιλογής αντισυμβαλλομένου για μια συναλλαγή. Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται από πρόσωπα για τα οποία οι εν λόγω συναλλαγές δεν συνιστούν την επαγγελματική ή εμπορική τους δραστηριότητα.
18. Member States are responsible for the organisation and content of education. The Commission Communication on Competences for the 21st Century: An Agenda for European Cooperation on Schools draws attention to the need for special attention to be paid to disadvantaged children and those with special educational needs. In particular national law may provide for differences in access to educational institutions based on religion or belief. . Member States may also allow or prohibit the wearing or display of religious symbols at school.
17. Είναι σημαντικό η απαγόρευση των διακρίσεων να σεβαστεί άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του ιδιωτικού και του οικογενειακού βίου και των συναλλαγών που διεξάγονται στο πλαίσιο αυτό, καθώς και της ελευθερίας θρησκείας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου περί οικογενειακής καταστάσεως, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων αναπαραγωγής. Εφαρμόζεται επίσης με την επιφύλαξη του λαϊκού χαρακτήρα του κράτους, των κρατικών οργανισμών ή φορέων ή της εκπαίδευσης.
19. The European Union in its Declaration No 11 on the status of churches and non-confessional organisations, annexed to the Final Act of the Amsterdam Treaty, has explicitly recognised that it respects and does not prejudice the status under national law of churches and religious associations or communities in the Member States and that it equally respects the status of philosophical and non-confessional organisations. Measures to enable persons with disabilities to have effective non-discriminatory access to the areas covered by this Directive play an important part in ensuring full equality in practice. Furthermore, individual measures of reasonable accommodation may be required in some cases to ensure such access. In neither case are measures required that would impose a disproportionate burden. In assessing whether the burden is disproportionate, account should be taken of a number of factors including the size, resources and nature of the organisation. The principle of reasonable accommodation and disproportionate burden are established in Directive 2000/78/EC and the UN Convention on Rights of Persons with Disabilities.
18. Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την οργάνωση και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Η ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Βελτίωση των ικανοτήτων για τον 21ο αιώνα: ατζέντα για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο σχολικό τομέα» επισημαίνει την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα μειονεκτούντα παιδιά και στα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ειδικότερα, η εθνική νομοθεσία δύναται να προβλέπει διαφορές ως προς την πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα βάσει θρησκείας ή πεποιθήσεων. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν στους μαθητές να φέρουν ή να επιδεικνύουν θρησκευτικά σύμβολα στο σχολείο.
20. Legal requirements[35] and standards on accessibility have been established at European level in some areas while Article 16 of Council Regulation 1083/2006 of 11 July 2006 on the European Regional Development Fund, the European Social Fund and the Cohesion Fund and repealing Regulation (EC) No 1260/1999[36] requires that accessibility for disabled persons is one of the criteria to be observed in defining operations co-financed by the Funds. The Council has also emphasised the need for measures to secure the accessibility of cultural infrastructure and cultural activities for people with disabilities[37].
19. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη δήλωσή της αριθ. 11 σχετικά με το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία επισυνάπτεται στην τελική πράξη της συνθήκης του Άμστερνταμ, αναγνωρίζει ρητώς ότι σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη και ότι σέβεται παρομοίως το καθεστώς των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων. Τα μέτρα που επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρία να έχουν αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την εξασφάλιση πλήρους ισότητας στην πράξη. Επιπροσθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να κριθεί αναγκαία η λήψη μεμονωμένων μέτρων για εύλογες προσαρμογές, ώστε να εξασφαλίζεται η εν λόγω πρόσβαση. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν απαιτούνται μέτρα που θα συνεπάγονταν δυσανάλογη ή περιττή επιβάρυνση. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον η επιβάρυνση είναι δυσανάλογη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων του μεγέθους, των πόρων και της φύσης του οργανισμού. Η αρχή των εύλογων προσαρμογών και της δυσανάλογης επιβάρυνσης θεσπίζεται στην οδηγία 2000/78/ΕΚ και στη σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία.
21. The prohibition of discrimination should be without prejudice to the maintenance or adoption by Member States of measures intended to prevent or compensate for disadvantages suffered by a group of persons of a particular religion or belief, disability, age or sexual orientation. Such measures may permit organisations of persons of a particular religion or belief, disability, age or sexual orientation where their main object is the promotion of the special needs of those persons.
20. Οι νομικές απαιτήσεις[35] και τα πρότυπα για την προσβασιμότητα έχουν καθιερωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ορισμένους τομείς, ενώ το άρθρο 16 του κανονισμού 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999[36] ορίζει ότι η δυνατότητα πρόσβασης για τα άτομα με αναπηρία αποτελεί ένα από τα κριτήρια που πρέπει να τηρούνται κατά τον καθορισμό επιχειρήσεων που συγχρηματοδοτούνται από τα Ταμεία. Το Συμβούλιο έχει επίσης τονίσει την ανάγκη για τη λήψη μέτρων με σκοπό να εξασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στις πολιτιστικές υποδομές και τις πολιτιστικές δραστηριότητες[37].
22. This Directive lays down minimum requirements, thus giving the Member States the option of introducing or maintaining more favourable provisions. The implementation of this Directive should not serve to justify any regression in relation to the situation which already prevails in each Member State.
21. Η απαγόρευση των διακρίσεων δεν πρέπει να θίγει τη διατήρηση ή τη θέσπιση, από τα κράτη μέλη, μέτρων τα οποία προλαμβάνουν ή αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα που υφίσταται ομάδα ατόμων συγκεκριμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Αυτά τα μέτρα δύνανται να επιτρέπουν τη δημιουργία οργανώσεων ατόμων συγκεκριμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού όταν ο βασικός στόχος τους είναι η προώθηση των ιδιαίτερων αναγκών των εν λόγω ατόμων.
23. Persons who have been subject to discrimination based on religion or belief, disability, age or sexual orientation should have adequate means of legal protection. To provide a more effective level of protection, associations, organisations and other legal entities should be empowered to engage in proceedings, including on behalf of or in support of any victim, without prejudice to national rules of procedure concerning representation and defence before the courts.
22. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις, δίνοντας έτσι στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θέσπισης ή διατήρησης πιο ευνοϊκών διατάξεων. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για ενδεχόμενη οπισθοδρόμηση σε σχέση με την ισχύουσα κατάσταση στα κράτη μέλη.
24. The rules on the burden of proof must be adapted when there is a prima facie case of discrimination and, for the principle of equal treatment to be applied effectively, the burden of proof must shift back to the respondent when evidence of such discrimination is brought. However, it is not for the respondent to prove that the plaintiff adheres to a particular religion or belief, has a particular disability, is of a particular age or has a particular sexual orientation.
23. Τα άτομα που έχουν υποστεί διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα έννομης προστασίας. Για να υπάρξει πιο αποτελεσματικό επίπεδο προστασίας, οι ενώσεις, οι οργανώσεις και άλλα νομικά πρόσωπα θα πρέπει επίσης να δύνανται να κινήσουν διαδικασίες –όπως εξ ονόματος κάποιου θύματος ή προς υπεράσπισή του– με την επιφύλαξη των εθνικών δικονομικών κανόνων όσον αφορά την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση ενώπιον των δικαστηρίων.
25. The effective implementation of the principle of equal treatment requires adequate judicial protection against victimisation.
24. Όταν υπάρχει εκ πρώτης όψεως περίπτωση διακρίσεων, οι κανόνες σχετικά με το βάρος της απόδειξης πρέπει να προσαρμόζονται και, για να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η αρχή της ίσης μεταχείρισης, το βάρος της απόδειξης πρέπει να μεταφέρεται εκ νέου στον εναγόμενο, όταν προσάγονται στοιχεία που αποδεικνύουν τις εν λόγω διακρίσεις. Ωστόσο, δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι ο ενάγων πιστεύει σε συγκεκριμένη θρησκεία ή έχει συγκεκριμένες πεποιθήσεις, παρουσιάζει συγκεκριμένη αναπηρία, έχει συγκεκριμένη ηλικία ή συγκεκριμένο γενετήσιο προσανατολισμό.
26. In its resolution on the Follow-up of the European Year of Equal Opportunities for All (2007), the Council called for the full association of civil society, including organisations representing people at risk of discrimination, the social partners and stakeholders in the design of policies and programmes aimed at preventing discrimination and promoting equality and equal opportunities, both at European and national levels.
25. Η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης απαιτεί κατάλληλη δικαστική προστασία έναντι αντιποίνων.
27. Experience in applying Directives 2000/43/EC and 2004/113/EC show that protection from discrimination on the grounds covered by this Directive would be strengthened by the existence of a body or bodies in each Member State, with competence to analyse the problems involved, to study possible solutions and to provide concrete assistance for the victims.
26. Το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με τη συνέχεια του Ευρωπαϊκού Έτους ίσων ευκαιριών για όλους (2007), ζητούσε να συνδεθεί πλήρως η κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων που εκπροσωπούν τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο να υποστούν διακρίσεις, τους κοινωνικούς εταίρους και τους άμεσα ενδιαφερόμενους παράγοντες, με το σχεδιασμό πολιτικών και προγραμμάτων που αποσκοπούν στην αποτροπή των διακρίσεων και την προώθηση της ισότητας και των ίσων ευκαιριών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
28. In exercising their powers and fulfilling their responsibilities under this Directive, these bodies should operate in a manner consistent with the United Nations Paris Principles relating to the status and functioning of national institutions for the protection and promotion of human rights.
27. Η πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή των οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2004/113/ΕΚ αποδεικνύει ότι η προστασία από τις διακρίσεις που γίνονται για τους λόγους που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία θα ενισχυθεί από την ύπαρξη ενός ή περισσότερων φορέων σε κάθε κράτος μέλος που θα είναι αρμόδιοι για την ανάλυση των σχετικών προβλημάτων, την εξέταση πιθανών λύσεων και την παροχή συγκεκριμένης βοήθειας στα θύματα διακρίσεων.
29. Member States should provide for effective, proportionate and dissuasive sanctions in case of breaches of the obligations under this Directive.
28. Αυτοί οι φορείς, κατά την άσκηση των εξουσιών τους και κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν δυνάμει της παρούσας οδηγίας, πρέπει να λειτουργούν κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές του Παρισιού των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το καθεστώς και τη λειτουργία των εθνικών φορέων για την προάσπιση και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
30. In accordance with the principles of subsidiarity and proportionality as set out in Article 5 of the EC Treaty, the objective of this Directive, namely ensuring a common level of protection against discrimination in all the Member States, cannot be sufficiently achieved by the Member States and can therefore, by reason of the scale and impact of the proposed action, be better achieved by the Community. This Directive does not go beyond what is necessary in order to achieve those objectives.
29. Τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.
31. In accordance with paragraph 34 of the interinstitutional agreement on better law-making, Member States are encouraged to draw up, for themselves and in the interest of the Community, their own tables, which will, as far as possible, illustrate the correlation between the Directive and the transposition measures and to make them public.
30. Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, ο στόχος της παρούσας οδηγίας –δηλαδή η εξασφάλιση κοινού επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων σε όλα τα κράτη μέλη– δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, λόγω της κλίμακας και του αντίκτυπου της προτεινόμενης δράσης, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Κοινότητας. Η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.
HAS ADOPTED THIS DIRECTIVE:
31. Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, τα κράτη μέλη παροτρύνονται, αφενός, να καταρτίζουν, προς ίδια χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και, αφετέρου, να δημοσιοποιούν τους εν λόγω πίνακες,
Chapter 1 GENERAL PROVISIONS
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Article 1 Purpose
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
This Directive lays down a framework for combating discrimination on the grounds of religion or belief, disability, age, or sexual orientation, with a view to putting into effect in the Member States the principle of equal treatment other than in the field of employment and occupation.
Άρθρο 1 Σκοπός
Article 2 Concept of discrimination
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, με στόχο την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη σε τομείς άλλους από τους τομείς της απασχόλησης και της εργασίας.
1. For the purposes of this Directive, the "principle of equal treatment" shall mean that there shall be no direct or indirect discrimination on any of the grounds referred to in Article 1.
Άρθρο 2 Η έννοια των διακρίσεων
2. For the purposes of paragraph 1:
1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η «αρχή της ίσης μεταχείρισης» σημαίνει την απουσία άμεσων ή έμμεσων διακρίσεων για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
(a) direct discrimination shall be taken to occur where one person is treated less favourably than another is, has been or would be treated in a comparable situation, on any of the grounds referred to in Article 1;
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
(b) indirect discrimination shall be taken to occur where an apparently neutral provision, criterion or practice would put persons of a particular religion or belief, a particular disability, a particular age, or a particular sexual orientation at a particular disadvantage compared with other persons, unless that provision, criterion or practice is objectively justified by a legitimate aim and the means of achieving that aim are appropriate and necessary.
α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη περίπτωση ένα άλλο πρόσωπο·
3. Harassment shall be deemed to be a form of discrimination within the meaning of paragraph 1, when unwanted conduct related to any of the grounds referred to in Article 1 takes place with the purpose or effect of violating the dignity of a person and of creating an intimidating, hostile, degrading, humiliating or offensive environment.
β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια φαινομενικά ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θα έθετε άτομα συγκεκριμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, συγκεκριμένης αναπηρίας, συγκεκριμένης ηλικίας ή συγκεκριμένου γενετήσιου προσανατολισμού σε μειονεκτική θέση έναντι άλλων προσώπων, εκτός αν αυτή η διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από θεμιτό σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
4. An instruction to discriminate against persons on any of the grounds referred to in Article 1 shall be deemed to be discrimination within the meaning of paragraph 1.
3. Η παρενόχληση νοείται ως μια μορφή διακρίσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, εφόσον σημειώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά που συνδέεται με έναν από τους λόγους του άρθρου 1 με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή προσβλητικού περιβάλλοντος.
5. Denial of reasonable accommodation in a particular case as provided for by Article 4 (1)(b) of the present Directive as regards persons with disabilities shall be deemed to be discrimination within the meaning of paragraph 1.
4. Εντολή για την εισαγωγή διακρίσεων κατά προσώπων για οποιονδήποτε από τους λόγους του άρθρου 1 νοείται ως διάκριση κατά την έννοια της παραγράφου 1.
6. Notwithstanding paragraph 2, Member States may provide that differences of treatment on grounds of age shall not constitute discrimination, if, within the context of national law, they are justified by a legitimate aim, and if the means of achieving that aim are appropriate and necessary. In particular, this Directive shall not preclude the fixing of a specific age for access to social benefits, education and certain goods or services.
5. Η άρνηση εύλογων προσαρμογών σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία, θεωρείται διάκριση κατά την έννοια της παραγράφου 1.
7. Notwithstanding paragraph 2, in the provision of financial services Member States may permit proportionate differences in treatment where, for the product in question, the use of age or disability is a key factor in the assessment of risk based on relevant and accurate actuarial or statistical data.
6. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η διαφορά μεταχείρισης λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση, εάν, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, δικαιολογείται από θεμιτό σκοπό και εάν τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν αποκλείει τον καθορισμό συγκεκριμένης ηλικίας για την πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, στην εκπαίδευση και σε ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες.
8. This Directive shall be without prejudice to general measures laid down in national law which, in a democratic society, are necessary for public security, for the maintenance of public order and the prevention of criminal offences, for the protection of health and the protection of the rights and freedoms of others.
7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κατά την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν αναλογικές διαφορές μεταχείρισης όταν, για το υπό εξέταση προϊόν, η χρήση της ηλικίας ή της αναπηρίας είναι καθοριστικός παράγοντας για την εκτίμηση του κινδύνου βάσει σημαντικών και αξιόπιστων αναλογιστικών ή στατιστικών στοιχείων.
Article 3 Scope
8. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των γενικών μέτρων που ορίζονται στο εθνικό δίκαιο τα οποία, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαία για τη δημόσια ασφάλεια, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας και την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.
1. Within the limits of the powers conferred upon the Community, the prohibition of discrimination shall apply to all persons, as regards both the public and private sectors, including public bodies, in relation to:
Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής
(a) Social protection, including social security and healthcare;
1. Εντός των ορίων των εξουσιών που ανατίθενται στην Κοινότητα, η απαγόρευση των διακρίσεων εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανόμενων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:
(b) Social advantages;
α) την κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης·
(c) Education;
β) τα κοινωνικά πλεονεκτήματα·
(d) Access to and supply of goods and other services which are available to the public, including housing.
γ) την εκπαίδευση·
Subparagraph (d) shall apply to individuals only insofar as they are performing a professional or commercial activity.
δ) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, και την παροχή αυτών.
2. This Directive is without prejudice to national laws on marital or family status and reproductive rights.
Το στοιχείο δ) εφαρμόζεται σε πρόσωπα μόνο στο βαθμό που επιτελούν την επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητά τους.
3. This Directive is without prejudice to the responsibilities of Member States for the content of teaching, activities and the organisation of their educational systems, including the provision of special needs education. Member States may provide for differences in treatment in access to educational institutions based on religion or belief.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας περί οικογενειακής καταστάσεως και δικαιωμάτων αναπαραγωγής.
4. This Directive is without prejudice to national legislation ensuring the secular nature of the State, State institutions or bodies, or education, or concerning the status and activities of churches and other organisations based on religion or belief. It is equally without prejudice to national legislation promoting equality between men and women.
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά το περιεχόμενο της διδασκαλίας, των δραστηριοτήτων και την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων τους, συμπεριλαμβανομένης της παροχής ειδικής αγωγής. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν διαφορές μεταχείρισης όσον αφορά την πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα βάσει θρησκείας ή πεποιθήσεων.
5. This Directive does not cover differences of treatment based on nationality and is without prejudice to provisions and conditions relating to the entry into and residence of third-country nationals and stateless persons in the territory of Member States, and to any treatment which arises from the legal status of the third-country nationals and stateless persons concerned.
4. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας με την οποία εξασφαλίζεται ο λαϊκός χαρακτήρας του κράτους, των κρατικών οργανισμών ή φορέων ή της εκπαίδευσης, ή τα οποία αφορούν το καθεστώς και τις δραστηριότητες των εκκλησιών και άλλων οργανισμών που λειτουργούν βάσει θρησκείας ή πεποιθήσεων. Επίσης εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας που προωθεί την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Article 4 Equal treatment of persons with disabilities
5. Η παρούσα οδηγία δεν καλύπτει τις διαφορές μεταχείρισης λόγω υπηκοότητας και δεν θίγει τις διατάξεις και τις προϋποθέσεις που αφορούν την εισδοχή και την παραμονή υπηκόων τρίτων χωρών και απατρίδων στην επικράτεια των κρατών μελών, ούτε τη μεταχείριση που απορρέει από τη νομική κατάσταση των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών ή απατρίδων.
1. In order to guarantee compliance with the principle of equal treatment in relation to persons with disabilities:
Άρθρο 4 Ίση μεταχείριση των ατόμων με αναπηρία
a) The measures necessary to enable persons with disabilities to have effective non-discriminatory access to social protection, social advantages, health care, education and access to and supply of goods and services which are available to the public, including housing and transport, shall be provided by anticipation, including through appropriate modifications or adjustments. Such measures should not impose a disproportionate burden, nor require fundamental alteration of the social protection, social advantages, health care, education, or goods and services in question or require the provision of alternatives thereto.
1. Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία:
b) Notwithstanding the obligation to ensure effective non-discriminatory access and where needed in a particular case, reasonable accommodation shall be provided unless this would impose a disproportionate burden.
α) Τα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορέσουν τα άτομα με αναπηρία να έχουν αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην κοινωνική προστασία, τα κοινωνικά πλεονεκτήματα, την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, καθώς και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών διαθέσιμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης και των μεταφορών, πρέπει να προβλέπονται εκ των προτέρων, όπως με κατάλληλες τροποποιήσεις ή προσαρμογές. Αυτά τα μέτρα δεν πρέπει να συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση ούτε να απαιτούν θεμελιώδη μεταβολή της εν λόγω κοινωνικής προστασίας, κοινωνικών πλεονεκτημάτων, υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης ή αγαθών και υπηρεσιών ή να απαιτούν την πρόβλεψη εναλλακτικών λύσεων.
2. For the purposes of assessing whether measures necessary to comply with paragraph 1 would impose a disproportionate burden, account shall be taken, in particular, of the size and resources of the organisation, its nature, the estimated cost, the life cycle of the goods and services, and the possible benefits of increased access for persons with disabilities. The burden shall not be disproportionate when it is sufficiently remedied by measures existing within the framework of the equal treatment policy of the Member State concerned.
β) Προβλέπεται η υποχρέωση να εξασφαλίζεται αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση και να πραγματοποιούνται, εάν κριθούν σκόπιμες σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, εύλογες προσαρμογές, εκτός αν η υποχρέωση αυτή θα συνεπαγόταν δυσανάλογη επιβάρυνση.
3. This Directive shall be without prejudice to the provisions of Community law or national rules covering the accessibility of particular goods or services.
2. Για να αξιολογηθεί κατά πόσον τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 θα συνιστούσαν δυσανάλογη επιβάρυνση, λαμβάνονται ιδίως υπόψη το μέγεθος και οι πόροι του οργανισμού, η φύση του, το εκτιμώμενο κόστος, ο κύκλος ζωής των αγαθών και των υπηρεσιών, καθώς και τα πιθανά οφέλη της αυξημένης πρόσβασης για τα άτομα με αναπηρία. Η επιβάρυνση δεν είναι δυσανάλογη όταν αντισταθμίζεται επαρκώς με μέτρα που εφαρμόζονται ήδη στο πλαίσιο της πολιτικής ίσης μεταχείρισης που ασκεί το οικείο κράτος μέλος.
Article 5 Positive action
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου ή των εθνικών διατάξεων που διέπουν την προσβασιμότητα ιδιαίτερων αγαθών ή υπηρεσιών.
With a view to ensuring full equality in practice, the principle of equal treatment shall not prevent any Member State from maintaining or adopting specific measures to prevent or compensate for disadvantages linked to religion or belief, disability, age, or sexual orientation.
Άρθρο 5 Θετική δράση
Article 6 Minimum requirements
Για να εξασφαλιστεί πλήρης ισότητα στην πράξη, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει κανένα κράτος μέλος από το να διατηρεί ή να εκδίδει ειδικά μέτρα για να αποτρέπει ή να αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που συνδέονται με θρησκεία ή πεποιθήσεις, αναπηρία, ηλικία ή γενετήσιο προσανατολισμό.
1. Member States may introduce or maintain provisions which are more favourable to the protection of the principle of equal treatment than those laid down in this Directive.
Άρθρο 6 Ελάχιστες απαιτήσεις
2. The implementation of this Directive shall under no circumstances constitute grounds for a reduction in the level of protection against discrimination already afforded by Member States in the fields covered by this Directive .
1. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
CHAPTER II REMEDIES AND ENFORCEMENT
2. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη μείωση του επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων το οποίο παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία .
Article 7 Defence of rights
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΕΝΝΟΜΑ ΜΕΣΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
1. Member States shall ensure that judicial and/or administrative procedures, including where they deem it appropriate conciliation procedures, for the enforcement of obligations under this Directive are available to all persons who consider themselves wronged by failure to apply the principle of equal treatment to them, even after the relationship in which the discrimination is alleged to have occurred has ended.
Άρθρο 7 Προάσπιση των δικαιωμάτων
2. Member States shall ensure that associations, organisations or other legal entities, which have a legitimate interest in ensuring that the provisions of this Directive are complied with, may engage, either on behalf or in support of the complainant, with his or her approval, in any judicial and/or administrative procedure provided for the enforcement of obligations under this Directive.
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι έχει υποστεί βλάβη από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι σημειώθηκε η διάκριση έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές και/ή διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται ενδεδειγμένο, διαδικασιών συνδιαλλαγής, για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.
3. Paragraphs 1 and 2 shall be without prejudice to national rules relating to time limits for bringing actions as regards the principle of equality of treatment.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ενώσεις, οργανώσεις ή άλλα νομικά πρόσωπα, που έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια της εθνικής τους νομοθεσίας, έννομο συμφέρον να εξασφαλίσουν ότι τηρούνται οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας, μπορούν να κινήσουν, είτε εξ ονόματος του ενάγοντος είτε προς υπεράσπισή του, και με την έγκρισή του, κάθε δικαστική και/ή διοικητική διαδικασία που προβλέπονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.
Article 8 Burden of proof
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων για τις προθεσμίες άσκησης αγωγής όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
1. Member States shall take such measures as are necessary, in accordance with their national judicial systems, to ensure that, when persons who consider themselves wronged because the principle of equal treatment has not been applied to them establish, before a court or other competent authority, facts from which it may be presumed that there has been direct or indirect discrimination, it shall be for the respondent to prove that there has been no breach of the prohibition of discrimination.
Άρθρο 8 Βάρος της απόδειξης
2. Paragraph 1 shall not prevent Member States from introducing rules of evidence which are more favourable to plaintiffs.
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με το εθνικό δικαστικό τους σύστημα, για να εξασφαλίζουν ότι, όταν ένα πρόσωπο που θεωρεί ότι έχει υποστεί βλάβη από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εκθέτει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων.
3. Paragraph 1 shall not apply to criminal procedures.
2. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες περί αποδείξεως ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.
4. Member States need not apply paragraph 1 to proceedings in which the court or competent body investigates the facts of the case.
3. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται για τις ποινικές διαδικασίες.
5. Paragraphs 1, 2, 3 and 4 shall also apply to any legal proceedings commenced in accordance with Article 7(2).
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν την παράγραφο 1 σε διαδικασίες κατά τις οποίες εναπόκειται στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Article 9 Victimisation
5. Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 εφαρμόζονται επίσης σε κάθε δικαστική διαδικασία που κινείται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2.
Member States shall introduce into their national legal systems such measures as are necessary to protect individuals from any adverse treatment or adverse consequence as a reaction to a complaint or to proceedings aimed at enforcing compliance with the principle of equal treatment.
Άρθρο 9 Προστασία έναντι αντιποίνων
Article 10 Dissemination of information
Τα κράτη μέλη εισάγουν στην έννομη τάξη τους τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των προσώπων από τυχόν δυσμενή μεταχείριση ή δυσμενή συνέπεια, ως αντίδραση σε καταγγελία ή διαδικασία που στοχεύουν στην επιβολή της συμμόρφωσης με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Member States shall ensure that the provisions adopted pursuant to this Directive, together with the relevant provisions already in force, are brought to the attention of the persons concerned by appropriate means throughout their territory.
Άρθρο 10 Διάδοση πληροφοριών
Article 11 Dialogue with relevant stakeholders
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καθώς και οι ήδη ισχύουσες σχετικές διατάξεις, γνωστοποιούνται στους ενδιαφερομένους με κάθε πρόσφορο μέσο σε όλη την επικράτειά τους.
With a view to promoting the principle of equal treatment, Member States shall encourage dialogue with relevant stakeholders, in particular non-governmental organisations, which have, in accordance with their national law and practice, a legitimate interest in contributing to the fight against discrimination on the grounds and in the areas covered by this Directive.
Άρθρο 11 Διάλογος με τους σχετικούς ενδιαφερομένους
Article 12 Bodies for the Promotion of Equal treatment
Για να προωθηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν το διάλογο με τους σχετικούς ενδιαφερομένους, και ιδίως με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, που έχουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και τις εθνικές τους πρακτικές, έννομο συμφέρον να συμβάλουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων που γίνονται για τους λόγους και στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
1. Member States shall designate a body or bodies for the promotion of equal treatment of all persons irrespective of their religion or belief, disability, age, or sexual orientation. These bodies may form part of agencies charged at national level with the defence of human rights or the safeguard of individuals' rights, including rights under other Community acts including Directives 2000/43/EC and 2004/113/EC.
Άρθρο 12 Φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης
2. Member States shall ensure that the competences of these bodies include:
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν φορέα ή φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης όλων των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Οι εν λόγω φορείς μπορεί να αποτελούν τμήμα υπηρεσιών επιφορτισμένων σε εθνικό επίπεδο με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των ατομικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που θεσπίζονται με άλλες κοινοτικές πράξεις, όπως με τις οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2004/113/ΕΚ.
- without prejudice to the right of victims and of associations, organizations or other legal entities referred to in Article 7(2), providing independent assistance to victims of discrimination in pursuing their complaints about discrimination,
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμοδιότητες των εν λόγω φορέων περιλαμβάνουν τα εξής:
- conducting independent surveys concerning discrimination,
- παροχή ανεξάρτητης συνδρομής στα θύματα διακρίσεων όταν καταγγέλλουν διακριτική μεταχείριση, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των θυμάτων και των ενώσεων, οργανισμών ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2,
- publishing independent reports and making recommendations on any issue relating to such discrimination.
- διενέργεια ανεξάρτητων ερευνών σχετικά με διακρίσεις,
CHAPTER III FINAL PROVISIONS
- δημοσίευση ανεξάρτητων εκθέσεων και διατύπωση συστάσεων σχετικά με όλα τα ζητήματα που συνδέονται με τις διακρίσεις.
Article 13 Compliance
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Member States shall take the necessary measures to ensure that the principle of equal treatment is respected and in particular that:
Άρθρο 13 Συμμόρφωση
(a) any laws, regulations and administrative provisions contrary to the principle of equal treatment are abolished;
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, και ιδίως ότι:
(b) any contractual provisions, internal rules of undertakings, and rules governing profit-making or non-profit-making associations contrary to the principle of equal treatment are, or may be, declared null and void or are amended.
α) καταργείται κάθε νομοθετική, κανονιστική και διοικητική διάταξη που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης·
Article 14 Sanctions
β) κηρύσσονται ή είναι δυνατό να κηρυχθούν άκυρες ή τροποποιούνται οποιεσδήποτε συμβατικές διατάξεις, εσωτερικοί κανονισμοί επιχειρήσεων ή καταστατικά κερδοσκοπικών ή μη κερδοσκοπικών ενώσεων αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Member States shall lay down the rules on sanctions applicable to breaches of the national provisions adopted pursuant to this Directive, and shall take all measures necessary to ensure that they are applied. Sanctions may comprise the payment of compensation, which may not be restricted by the fixing of a prior upper limit, and must be effective, proportionate and dissuasive.
Άρθρο 14 Κυρώσεις
Article 15 Implementation
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις επιβλητέες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα επιβολής τους. Οι κυρώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης, η οποία δεν δύναται να περιορίζεται από τον καθορισμό προηγούμενου ανώτατου ορίου, και πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
1. Member States shall adopt the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive by …. at the latest [two years after adoption]. They shall forthwith inform the Commission thereof and shall communicate to the Commission the text of those provisions and a correlation table between those provisions and this Directive.
Άρθρο 15 Εφαρμογή
When Member States adopt these measures, they shall contain a reference to this Directive or be accompanied by such reference on the occasion of their official publication. The methods of making such reference shall be laid down by Member States.
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις …. [δύο έτη μετά την έκδοση]. Ενημερώνουν αμέσως στην Επιτροπή σχετικά και ανακοινώνουν το κείμενο των διατάξεων αυτών καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
2. In order to take account of particular conditions, Member States may, if necessary, establish that the obligation to provide effective access as set out in Article 4 has to be complied with by … [at the latest] four [years after adoption].
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
Member States wishing to use this additional period shall inform the Commission at the latest by the date set down in paragraph 1 giving reasons.
2. Για να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες συνθήκες, τα κράτη μέλη μπορούν, αν κριθεί αναγκαίο, να ορίσουν ότι η υποχρέωση παροχής αποτελεσματικής πρόσβασης όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 πρέπει να εκπληρωθεί [το αργότερο] έως τις … [τέσσερα έτη μετά την έκδοση].
Article 16 Report
Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την εν λόγω επιπλέον περίοδο ενημερώνουν την Επιτροπή το αργότερο έως την ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους.
1. Member States and national equality bodies shall communicate to the Commission, by …. at the latest and every five years thereafter, all the information necessary for the Commission to draw up a report to the European Parliament and the Council on the application of this Directive.
Άρθρο 16 Έκθεση
2. The Commission's report shall take into account, as appropriate, the viewpoints of the social partners and relevant non-governmental organizations, as well as the EU Fundamental Rights Agency. In accordance with the principle of gender mainstreaming, this report shall, inter alias, provide an assessment of the impact of the measures taken on women and men. In the light of the information received, this report shall include, if necessary, proposals to revise and update this Directive.
1. Τα κράτη μέλη και οι εθνικοί φορείς ισότητας ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο έως …. και εν συνεχεία ανά πενταετία, όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες ώστε η Επιτροπή να συντάξει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
Article 17 Entry into force
2. Η έκθεση της Επιτροπής λαμβάνει, κατά περίπτωση, υπόψη την άποψη των κοινωνικών εταίρων και των οικείων μη κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στις πολιτικές, η εν λόγω έκθεση, μεταξύ άλλων, εκτιμά τον αντίκτυπο των μέτρων που λαμβάνονται για τις γυναίκες και τους άνδρες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, προτάσεις για την επανεξέταση και την επικαιροποίηση της παρούσας οδηγίας.
This Directive shall enter into force on the day of its publication in the Official Journal of the European Union.
Άρθρο 17 Έναρξη ισχύος
Article 18 Addressees
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
This Directive is addressed to the Member States.
Άρθρο 18 Αποδέκτες
Done at Brussels,
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
For the Council
Βρυξέλλες,
The President
Για το Συμβούλιο
[1] Directive 2000/43/EC of 29 June 2000 implementing the principle of equal treatment between persons irrespective of racial or ethnic origin, OJ L 180 of 19.7.2000, p.22 and Directive 2000/78/EC of 27 November 2000 establishing a general framework for equal treatment in employment and occupation, OJ L 303 of 2.12.2000, p. 16
Ο Πρόεδρος
[2] COM (2007) 640
[1] Οδηγία 2000/43/EΚ, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ L 180 της 19.7.2000, σ. 22) και οδηγία 2000/78/ΕΚ, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303 της 2.12.2000, σ. 16).
[3] COM (2008) 412
[2] COM (2007) 640.
[4] COM (2008) 420
[3] COM (2008) 412.
[5] [ COM (2008) XXX ]
[4] COM (2008) 420.
[6] Directive 2004/113/EC of 13 December 2004 implementing the principle of equal treatment between men and women in the access to and supply of goods and services, OJ L 373 of 21.12.2004, p.37
[5] [COM(2008) XXX.]
[7] Directive 2000/43/EC of 29 June 2000 implementing the principle of equal treatment between persons irrespective of racial or ethnic origin (OJ L 180 of 19.7.2000), Directive 2000/78/EC of 27 November 2000 establishing a general framework for equal treatment in employment and occupation (OJ L 303 of 2.12.2000)
[6] Οδηγία 2004/113/ΕΚ, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (ΕΕ L 373 της 21.12.2004, σ. 37).
[8] COM (2006) 643 final
[7] Οδηγία 2000/43/ΕΚ, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ L 180 της 19.7.2000) και οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303 της 2.12.2000).
[9] COM (2008) 225
[8] COM (2006) 643 τελικό.
[10] The full results of the consultation can be accessed at: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/news/news_en.htm#rpc
[9] COM (2008) 225.
[11] http://ec.europa.eu/yourvoice/ebtp/consultations/index_en.htm
[10] Τα πλήρη αποτελέσματα της διαβούλευσης βρίσκονται στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/news/news_en.htm#rpc
[12] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm#ar
[11] http://ec.europa.eu/yourvoice/ebtp/consultations/index_en.htm
[13] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/pdf/pubst/stud/mapstrand1_en.pdf
[12] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm#ar
[14] Will be available on:http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm
[13] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/pdf/pubst/stud/mapstrand1_en.pdf
[15] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/public/pubst_en.htm#leg
[14] Θα είναι διαθέσιμη στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm
[16] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/pdf/pubst/stud/multdis_en.pdf
[15] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/public/pubst_en.htm#leg
[17] Special Eurobarometer Survey 296 on discrimination in the EU: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/public/pubst_en.htm and http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb_special_en.htm
[16] http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/pdf/pubst/stud/multdis_en.pdf
[18] Flash Eurobarometer 232; http://ec.europa.eu/public_opinion/flash/fl_232_en.pdf
[17] Ειδική έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (296) για τις διακρίσεις στην ΕΕ: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/public/pubst_en.htm και http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb_special_en.htm
[19] Will be available on:http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm
[18] Έκτακτο Ευρωβαρόμετρο 232· http://ec.europa.eu/public_opinion/flash/fl_232_en.pdf
[20] OJ L269 of 5.10.2002
[19] Θα είναι διαθέσιμη στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/employment_social/fundamental_rights/org/imass_en.htm
[21] Judgment of the ECJ of 1.4.2008 in case C-267/06 Tadao Maruko
[20] ΕΕ L 269 της 5.10.2002.
[22] Case C-185/97 [1998] ECR I-5199
[21] Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 1.4.2008 στην υπόθεση C-267/06 Tadao Maruko.
[23] Danfoss, Case 109/88 . [1989] ECR 03199
[22] Υπόθεση C-185/97 [1998] Συλλ. I-5199.
[24] OJ L.14, 20.1.1998
[23] Υπόθεση 109/88 «Danfoss» [1989] Συλλ. 03199.
[25] Directive 2002/73/EC amending Council Directive 76/207/EEC on the implementation of the principle of equal treatment for men and women as regards access to employment, vocational training and promotion, and working conditions, OJ L 269 of 5.10.2002, p.15
[24] ΕΕ L 14 της 20.1.1998.
[26] Cases C-180/95 Draehmpaehl, ECR 1997 I p.2195 and C-271/91 Marshall ECR 1993 I P.4367
[25] Οδηγία 2002/73/ΕΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 269 της 5.10.2002, σ. 15).
[27] OJ C , , p. .
[26] Υπόθεση C-180/95 Draehmpaehl, Συλλ. 1997 I σ. 2195 και υπόθεση C-271/91 Marshall, Συλλ. 1993 I σ. 4367.
[28] OJ C , , p. .
[27] ΕΕ C της, σ..
[29] OJ C , , p. .
[28] ΕΕ C της, σ..
[30] OJ C , , p. .
[29] ΕΕ C της, σ..
[31] Presidency conclusions of the Brussels European Council of 14 December 2007, point 50.
[30] ΕΕ C της, σ..
[32] Resolution of 20 May 2008 P6_TA-PROV(2008)0212
[31] Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 14 Δεκεμβρίου 2007, σημείο 50.
[33] COM (2008) 412
[32] Ψήφισμα της 20ής Μαΐου 2008 [P6_TA-PROV(2008)0212].
[34] Directive 2000/43/EC, Directive 2000/78/EC and Directive 2004/113/EC
[33] COM (2008) 412.
[35] Regulation (EC) No. 1107/2006 and Regulation (EC) No 1371/2007
[34] Οδηγία 2000/43/ΕΚ, οδηγία 2000/78/ΕΚ και οδηγία 2004/113/ΕΚ.
[36] OJ L 210, 31.7.2006, p.25. Regulation as last amended by Regulation (EC) No 1989/2006 (OJ L 411, 30.12.2006, p.6)
[35] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2006 και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1371/2007.
[37] OJ C 134, 7.6.2003, p.7
[36] ΕΕ L 210 της 31.7.2006, σ. 25. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1989/2006 (ΕΕ L 411 της 30.12.2006, σ. 6).
[37] ΕΕ C 134 της 7.6.2003, σ. 7.
Top


Managed by the Publications Office