Bilingual display

BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV  BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV 

en

el

 
[pic] | COMMISSION OF THE EUROPEAN COMMUNITIES |
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |
Brussels, 26.6.2008
Βρυξέλλες, 26.6.2008
COM(2008) 403 final
COM(2008) 403 τελικό
COMMUNICATION FROM THE COMMISSION
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
on notifications of postponements of attainment deadlines and exemptions from the obligation to apply certain limit values pursuant to Article 22 of Directive 2008/50/EC on ambient air quality and cleaner air for Europe
περί των κοινοποιήσεων αναβολών της τήρησης των προθεσμιών και εξαιρέσεων από την υποχρέωση εφαρμογής ορισμένων οριακών τιμών σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2008/50/ΕΚ για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη
{SEC(2008)2132}
{SEC(2008)2132}
COMMUNICATION FROM THE COMMISSION
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
on notifications of postponements of attainment deadlines and exemptions from the obligation to apply certain limit values pursuant to Article 22 of Directive 2008/50/EC on ambient air quality and cleaner air for Europe
περί των κοινοποιήσεων αναβολών της τήρησης των προθεσμιών και εξαιρέσεων από την υποχρέωση εφαρμογής ορισμένων οριακών τιμών σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2008/50/ΕΚ για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη
1. INTRODUCTION
1. Εισαγωγή
1. Article 22 of Directive 2008/50/EC of the European Parliament and of the Council of 21 May 2008 on ambient air quality and cleaner air for Europe[1], hereinafter referred to as “the new Directive”, gives Member States the possibility of notifying the Commission that, subject to the Commission's assessment, they intend to postpone the deadline for attaining compliance with the limit values for nitrogen dioxide or benzene in zones or agglomerations where those limit values cannot be complied with by 1 January 2010, or that they meet the conditions for being exempt from the obligation to apply the limit values for particulate matter (PM10). If the Commission considers that the conditions for a postponement or an exemption have not been met, it may raise objections within nine months of receipt of the notification. Member States bear the burden of proof that those conditions are fulfilled and must therefore provide the Commission with all the relevant information that it needs to carry out its assessment.
1. Το άρθρο 22 της οδηγίας 2008/50/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 , για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη[1], που στο εξής αναφέρεται ως η «νέα οδηγία», παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ενημερώσουν την Επιτροπή, ότι, υπό την αίρεση εκτίμησης της Επιτροπής, σκοπεύουν να αναβάλουν την τήρηση των προθεσμιών για την επίτευξη συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές για το διοξείδιο του αζώτου ή το βενζόλιο σε ζώνες ή οικισμούς, όπου είναι αδύνατον να επιτευχθεί συμμόρφωση προς τις εν λόγω οριακές τιμές μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010 ή ότι ικανοποιούν τους όρους για εξαίρεση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές για τα σωματίδια (ΑΣ10). Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι δεν πληρούνται οι όροι για αναβολή τήρησης των προθεσμιών ή εξαίρεση, μπορεί να διατυπώσει αντιρρήσεις εντός εννέα μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης. Η απόδειξη ότι πληρούνται οι εν λόγω όροι επιβαρύνει το κράτος μέλος το οποίο συνεπώς οφείλει να υποβάλει στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία που απαιτείται προκειμένου η τελευταία να διαμορφώσει την εκτίμησή της.
2. The purpose of this Communication is to facilitate preparation, submission and accurate assessment of the notifications, by indicating the Commission’s interpretation of the conditions laid down in Article 22 and providing guidance to Member States on the information to be provided and the format to be used.
2. Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να διευκολύνει την κατάρτιση, την υποβολή και την επακριβή αξιολόγηση των κοινοποιήσεων, υποδεικνύοντας την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 22 και παρέχοντας καθοδήγηση στα κράτη μέλη σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρασχεθούν και τον μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.
2. BACKGROUND
2. Ιστορικό
3. A majority of Member States have not yet attained the limit values for PM10 despite the fact that they became mandatory already on 1 January 2005[2]. Estimates suggest that concentrations in more than 40% of the zones and agglomerations in the Community currently exceed the daily PM10 limit value of 50 µg/m3 on more than 35 days per calendar year. In over 15% of those, concentrations also exceed the annual PM10 limit value of 40 µg/m3. Current assessments, trends and modelling projections indicate that a similar situation may arise in 2010, when the limit values for nitrogen dioxide become mandatory[3]. As regards benzene, for which the limit values will also become mandatory in 2010[4], projections indicate that the problem is less severe.
3. Η πλειονότητα των κρατών μελών δεν έχει επιτύχει συμμόρφωση με τις οριακές τιμές για τα ΑΣ10 παρά το γεγονός ότι αυτές είχαν καταστεί υποχρεωτικές ήδη από την 1η Ιανουαρίου 2005[2]. Οι εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι οι συγκεντρώσεις σε άνω του 40% των ζωνών και οικισμών στην Κοινότητα υπερβαίνουν σήμερα την ημερήσια οριακή τιμή των 50 µg/m³ για τα ΑΣ10 για πάνω από 35 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος. Σε ποσοστό άνω του 15% αυτών, οι συγκεντρώσεις υπερβαίνουν επίσης και την ετήσια οριακή τιμή των 40 µg/m³ για τα ΑΣ10. Από τρέχουσες εκτιμήσεις, τάσεις και προεκτάσεις με βάση μοντέλα προκύπτει ότι παρόμοια κατάσταση είναι πιθανόν να υπάρξει το 2010 όταν καταστούν υποχρεωτικές και οι οριακές τιμές για το διοξείδιο του αζώτου[3]. Όσον αφορά το βενζόλιο για το οποίο οι οριακές τιμές θα καταστούν επίσης υποχρεωτικές το 2010[4], οι προβλέψεις δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι λιγότερο σοβαρό.
4. While deficiencies in implementation of the air quality directives have been identified and discussed with Member States, the scale of the problem indicates that factors beyond the direct or immediate control of Member States may be part of the reason for the non-compliance. Adoption and implementation of Community measures addressing emissions at source, such as progressive implementation of more stringent emission standards for new vehicles, are contributing to improving air quality both today and in the future. However, the Community measures cannot ensure adequate or timely compliance with the limit values throughout the EU on their own. In most cases, further action is required at national, regional and local levels too, in particular in urban areas where human exposure is highest.
4. Παρόλο που οι ελλείψεις όσον αφορά την εφαρμογή των οδηγιών για την ποιότητα του αέρα έχουν εντοπιστεί και συζητηθεί με τα κράτη μέλη, η κλίμακα του προβλήματος δείχνει ότι οι λόγοι της μη συμμόρφωσης ίσως να οφείλονται εν μέρει σε παράγοντες που δεν υπόκεινται στον απ’ ευθείας ή άμεσο έλεγχο των κρατών μελών. Η υιοθέτηση και εφαρμογή κοινοτικών μέτρων με τα οποία να αντιμετωπίζονται οι εκπομπές στην πηγή, όπως η σταδιακή εφαρμογή αυστηρότερων προτύπων όσον αφορά τις εκπομπές για τα νέα οχήματα, συμβάλλουν στην βελτίωση της ποιότητας του αέρα σήμερα αλλά και στο μέλλον. Εντούτοις, τα κοινοτικά μέτρα δεν μπορούν να εξασφαλίσουν από μόνα τους την επαρκή και έγκαιρη συμμόρφωση με τις οριακές τιμές σε όλη την ΕΕ. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτούνται περαιτέρω μέτρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ιδίως σε αστικές περιοχές όπου η έκθεση των ανθρώπων είναι υψηλότερη.
5. It is important to ensure equal treatment when it comes to implementation of Community legislation. Zones where significant efforts have been made to comply with the limit values by the date set for attaining them should not be put at a competitive disadvantage against zones where, though needed, no such effort has been made.
5. Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση όσον αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Οι ζώνες στις οποίες έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν πρέπει να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστικό μειονέκτημα έναντι εκείνων στις οποίες, παρόλο που απαιτείτο, δεν καταβλήθηκε παρόμοια προσπάθεια.
6. The Commission will thoroughly assess each notification against the conditions laid down in Article 22 and raise objections if those conditions are not met. Most of the information required for assessing the notifications will come from the air quality plans to be submitted with the notification.
6. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει ενδελεχώς κάθε κοινοποίηση βάσει των όρων που καθορίζονται στο άρθρο 22 και θα διατυπώσει αντιρρήσεις στις περιπτώσεις που δεν θα πληρούνται οι εν λόγω όροι. Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών που απαιτούνται για την αξιολόγηση των κοινοποιήσεων θα προέλθει από τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα που πρέπει να υποβληθούν μαζί με την κοινοποίηση.
7. A well-established practice for providing the minimum information required in the air quality plans is defined by Commission Decision 2004/224/EC of 24 February 2004 laying down arrangements for the submission of information on plans or programmes required under Council Directive 96/62/EC in relation to limit values for certain pollutants in ambient air[5]. Considering the large amount of information that will have to be processed for the purpose of the notifications, a common format will be an important means of ensuring efficient and equal treatment when assessing the notifications, and Member States are therefore strongly recommended to use the forms set out in Staff Working Paper (SEC(…) …) when submitting their notifications. Those forms are based on Decision 2004/224/EC and deviate from that Decision only in so far as necessary to ensure that the essential information relating to the specific conditions for the postponements or exemptions is covered. In completing the forms, only information that should reasonably be available for the purposes of the air quality plan or as elements supporting the fulfilment of the conditions in the specific cases needs to be entered. The intention is not to require Member States to develop new data, for instance through modelling. References to the specific forms are set out in this guidance in order to specify the link between the information required and the conditions.
7. Στην απόφαση της Επιτροπής 2004/224/ΕΚ, της 20ής Φεβρουαρίου 2004, για καθορισμό του τρόπου υποβολής στοιχείων σχετικών με τα σχέδια ή προγράμματα που απαιτούνται βάσει της οδηγίας 96/62/EΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τις οριακές τιμές ορισμένων ρύπων στον αέρα του περιβάλλοντος[5], καθορίζεται η πάγια πρακτική για την παροχή των ελάχιστων πληροφοριών που απαιτούνται στο πλαίσιο των σχεδίων για την ποιότητα του αέρα. Λαμβάνοντας υπόψη τις πολυάριθμες πληροφορίες που πρέπει να υποστούν επεξεργασία στο πλαίσιο της κατάρτισης των κοινοποιήσεων, η υιοθέτηση κοινού μορφότυπου θα αποτελέσει σημαντικό μέσο εξασφάλισης της αποτελεσματικής και ισότιμης επεξεργασίας κατά την αξιολόγηση των κοινοποιήσεων και συνεπώς συστήνεται ιδιαίτερα στα κράτη μέλη κατά την υποβολή των κοινοποιήσεων τους να χρησιμοποιήσουν τα έντυπα που προβλέπονται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SEC(…) …). Τα εν λόγω έντυπα στηρίζονται στην απόφαση 2004/224/ΕΚ και διαφέρουν από την εν λόγω απόφαση μόνον όσον απαιτείται για να εξασφαλιστεί η κάλυψη των ουσιαστικών πληροφοριών που σχετίζονται με τους ειδικούς όρους για τις αναβολές της τήρησης των προθεσμιών ή τις εξαιρέσεις. Κατά την συμπλήρωση των εντύπων, πρέπει να συμπεριληφθούν μόνον οι πληροφορίες που διατίθενται ευλόγως για τους σκοπούς του σχεδίου για την ποιότητα του αέρα ή ως στοιχεία που υποστηρίζουν την ικανοποίηση των όρων στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν υπάρχει πρόθεση να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να αναπτύξουν νέα δεδομένα, για παράδειγμα μέσω μοντελοποίησης. Οι αναφορές στα συγκεκριμένα έντυπα καθορίζονται στην παρούσα καθοδήγηση προκειμένου να προσδιοριστεί η σχέση μεταξύ των απαιτούμενων πληροφοριών και των όρων.
3. Notification procedure
3. Διαδικασία κοινοποίησης
8. The initial notifications are expected principally to concern PM10, for which the potential extensions will end three years after the entry into force of the Directive, i.e. on 11 June 2011. In view of the existing levels of non-compliance with the limit values for PM10, it is important to submit notifications as soon as possible after the Directive enters into force for zones and agglomerations where Member States consider that the conditions are met. When preparing the notifications, care must, however, be taken to ensure that the data necessary to demonstrate compliance with the conditions are complete.
8. Οι αρχικές κοινοποιήσεις αναμένεται να αφορούν κυρίως τα ΑΣ10, για τα οποία η δυνατότητα παρατάσεων λήγει τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας δηλ. στις 11 Ιουνίου 2011. Λόγω των υφιστάμενης έκτασης μη συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές των ΑΣ10, έχει σημασία οι κοινοποιήσεις για τις ζώνες και τους οικισμούς όπου τα κράτη μέλη θεωρούν ότι ικανοποιούνται οι όροι, να υποβληθούν όσον το δυνατόν ταχύτερα μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Ωστόσο, κατά την κατάρτιση των κοινοποιήσεων, πρέπει να καταβληθεί προσοχή να εξασφαλιστεί η πληρότητα των δεδομένων που απαιτούνται για να αποδειχτεί η συμμόρφωση με τους όρους.
9. As regards nitrogen dioxide and benzene, the limit values may not be exceeded from 1 January 2010 at the latest. Where the conditions are met, the deadline for achieving compliance may be postponed until such time as is necessary for achieving compliance with the limit values, but at maximum until 2015. The aim must be to keep the postponement period as short as possible. If an exceedance of the limit values for nitrogen dioxide or benzene occurs for the first time only in 2011 or later, postponing the deadline is no longer possible. In those cases, the second subparagraph of Article 23(1) of the new Directive will apply.
9. Όσον αφορά το διοξείδιο του αζώτου και το βενζόλιο, δεν πρέπει να υπάρχει υπέρβαση των οριακών τιμών μετά την 1η Ιανουαρίου 2010 το αργότερο. Όταν ικανοποιούνται οι όροι, η προθεσμία επίτευξης συμμόρφωσης μπορεί να παραταθεί μέχρι τη στιγμή που απαιτείται για την επίτευξη της συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές αλλά το αργότερο μέχρι το 2015. Ο στόχος πρέπει να είναι η περίοδος της αναβολής τήρησης των προθεσμιών να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Σε περίπτωση που η υπέρβαση των οριακών τιμών για το διοξείδιο του αζώτου και το βενζόλιο σημειωθεί για πρώτη φορά μόνον το 2011 ή αργότερα, δεν είναι πλέον δυνατή η αναβολή της τήρησης των προθεσμιών. Στις περιπτώσεις αυτές θα ισχύσει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 23 παράγραφος 1 της νέας οδηγίας.
10. Postponement or exemption decisions will apply to individual zones or agglomerations. The notifications must, however, be officially submitted to the Commission by the Permanent Representation of the Member State in question[6], i.e. not directly by the regional or local authorities concerned.
10. Οι αποφάσεις για αναβολές της τήρησης των προθεσμιών ή εξαιρέσεις θα εφαρμόζονται στις μεμονωμένες ζώνες ή οικισμούς. Εντούτοις οι κοινοποιήσεις πρέπει να υποβληθούν επίσημα στην Επιτροπή από την Μόνιμη Αντιπροσωπεία του υπόψη κράτους μέλους[6], δηλ. όχι απ’ ευθείας από τις οικείες περιφερειακές ή τοπικές αρχές.
11. The notification to the Commission of an exemption or a postponement and the subsequent assessment by the Commission of such notification are not subject to Article 22 of Directive 2008/50/EC first being transposed into national law.
11. Η κοινοποίηση στην Επιτροπή για αναβολή της τήρησης των προθεσμιών ή εξαίρεση και η επακόλουθη αξιολόγηση της εν λόγω κοινοποίησης από την Επιτροπή δεν εξαρτώνται από την εκ των προτέρων μεταφορά του άρθρου 22 της οδηγίας 2008/50/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο.
12. The Commission will have nine months to assess the notifications, starting on the day following official registration by the Commission of an official and complete notification. A letter confirming official registration of the initial notification will be sent to the Member State concerned. Where necessary, a letter will be sent specifying any information which the Commission considers to be missing and which therefore still needs to be submitted within a specified deadline. The assessment period will in that case start to run on the day following official registration by the Commission of the requested information completing the notification. If the requested information is not submitted by the deadline set, the Commission reserves the right to raise objections against the aspects of the notification not sufficiently substantiated, and, for reasons of legal certainty, in any case within nine months as of the official registration of the initial notification. The Commission may also adopt a decision in cases where no objections are raised.
12. Η Επιτροπή θα έχει στη διάθεσή της εννέα μήνες για να αξιολογήσει τις κοινοποιήσεις, αρχής γενομένης από την επομένη της επίσημης καταχώρησης από την Επιτροπή της επίσημης και πλήρους κοινοποίησης. Στο οικείο κράτος μέλος θα αποσταλεί επιστολή με την οποία θα επιβεβαιώνεται η επίσημη καταχώρηση της αρχικής κοινοποίησης. Όπου απαιτείται, θα αποσταλεί επιστολή στην οποία θα καθορίζονται οι πληροφορίες τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι λείπουν και οι οποίες συνεπώς απαιτούνται να υποβληθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Στην περίπτωση αυτή η περίοδος αξιολόγησης αρχίζει να μετρά από την επομένη της επίσημης καταχώρησης από την Επιτροπή των αιτηθέντων πληροφοριών οι οποίες συμπληρώνουν την κοινοποίηση. Σε περίπτωση που οι αιτηθείσες πληροφορίες δεν υποβληθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με πτυχές της κοινοποίησης για τις οποίες δεν έχουν υπάρξει επαρκή στοιχεία και, για λόγους νομικής ασφάλειας, οπωσδήποτε εντός εννέα μηνών από την επίσημη καταχώρηση της αρχικής κοινοποίησης. Η Επιτροπή είναι δυνατόν να εκδώσει επίσης απόφαση και σε περιπτώσεις στις οποίες δεν διατυπώνει αντιρρήσεις.
13. A single notification may be submitted for several zones and for several pollutants. However, each zone and pollutant will be assessed individually. It is therefore important that the information provided by the Member State is unambiguously linked to the zone and the pollutant concerned. The same is also true in cases where a single measure taken at national level might address several zones and influence concentrations of several pollutants.
13. Είναι δυνατόν να υποβληθεί ενιαία κοινοποίηση για σειρά ζωνών και σειρά ρύπων. Ωστόσο, κάθε ζώνη και κάθε ρύπος θα αξιολογηθούν ξεχωριστά. Συνεπώς είναι σημαντικό οι πληροφορίες που υποβάλλει το κράτος μέλος να αφορούν σαφώς την οικεία ζώνη και τον σχετικό ρύπο. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις στις οποίες ένα ενιαίο μέτρο που λαμβάνεται σε εθνικό επίπεδο μπορεί να καλύπτει αρκετές ζώνες και να επηρεάζει τις συγκεντρώσεις σειράς ρύπων.
4. Conditions and information requirements FOR AN EXTENSION
4. Όροι και απαιτούμενες πληροφορίες για παράταση
4. 1. Reference year
4.1. Έτος αναφοράς
14. As regards notifications concerning PM10, it is in principle appropriate to take the first year of exceedance, i.e. 2005, as the reference year for assessing whether the conditions are fulfilled. If considered more appropriate, a later year (e.g. 2007) can be taken as the reference year from which projections are made to demonstrate that compliance will be achieved by June 2011. The same year must then also be taken as the reference year in the attached air quality plan. However, to demonstrate that all appropriate measures were taken to achieve compliance by the initial deadline, it is essential to use only data relevant to explaining the exceedance in 2005.
14. Σχετικά με τις κοινοποιήσεις που αφορούν τα ΑΣ10, ενδείκνυται κατ’ αρχήν να λαμβάνεται το πρώτο έτος υπέρβασης δηλ. το 2005, ως έτος αναφοράς για την αξιολόγηση του κατά πόσο πληρούνται οι όροι. Σε περιπτώσεις που θα θεωρηθεί καταλληλότερο, είναι δυνατόν να ληφθεί ως έτος αναφοράς μεταγενέστερο έτος (π.χ. το 2007) με βάση το οποίο θα γίνουν προβλέψεις για να αποδειχτεί ότι θα επιτευχθεί συμμόρφωση μέχρι τον Ιούνιο του 2011. Το ίδιο έτος πρέπει επίσης να ληφθεί ως έτος αναφοράς στο επισυναπτόμενο σχέδιο για την ποιότητα του αέρα. Εντούτοις, για να αποδειχτεί ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα για να επιτευχθεί συμμόρφωση μέχρι την αρχική προθεσμία, είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν μόνο τα δεδομένα που σχετίζονται με την επεξήγηση της υπέρβασης το 2005.
15. For notifications concerning nitrogen dioxide or benzene submitted before the initial deadline for attainment (2010), 2008 will be considered the reference year. For notifications submitted after the initial deadline for attainment, Member States should use 2010 as the reference year.
15. Για κοινοποιήσεις που αφορούν το διοξείδιο του αζώτου ή το βενζόλιο οι οποίες υποβάλλονται πριν από την αρχική προθεσμία επίτευξης (2010), έτος αναφοράς θα θεωρηθεί το 2008. Για κοινοποιήσεις που θα υποβληθούν μετά την αρχική προθεσμία επίτευξης, τα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιήσουν ως έτος αναφοράς το 2010.
4. 2. Source apportionment
4.2. Κατανομή πηγών
16. Member States must provide information on the origin of pollution contributing to the exceedance. A quantitative source apportionment for the exceedance situation (i.e. exceedance of daily or annual limit value) in the reference year is therefore required for each notified zone or agglomeration. The Commission is aware that the level of detail available may differ between individual zones and Member States, but as source apportionment is a key consideration, both for determining the type and target level of pollution abatement measures and for the Commission’s assessment of the conditions for the postponements or exemptions, estimates of the contribution made by individual sources to the exceedance are essential.
16. Τα κράτη μέλη πρέπει να υποβάλουν πληροφορίες σχετικά με την προέλευση της ρύπανσης που συμβάλλει στην υπέρβαση των οριακών τιμών. Απαιτείται συνεπώς για κάθε κοινοποιούμενη ζώνη ή οικισμό ποσοτική κατανομή των πηγών για την κατάσταση υπέρβασης (δηλ. την υπέρβαση των ημερήσιων ή των ετήσιων οριακών τιμών). Η Επιτροπή έχει επίγνωση ότι το επίπεδο των διαθέσιμων λεπτομερειών ίσως να διαφέρει μεταξύ μεμονωμένων ζωνών και κρατών μελών, δεδομένου όμως ότι η κατανομή των πηγών αποτελεί ζωτική παράμετρο, τόσο για τον καθορισμό του τύπου και του επιπέδου του στόχου της κατανομής των μέτρων καταπολέμησης της ρύπανσης όσο και για την αξιολόγηση από την Επιτροπή των όρων για τις αναβολές της τήρησης των προθεσμιών ή τις εξαιρέσεις, έχει ουσιαστική σημασία η υποβολή εκτιμήσεων της συμβολής των μεμονωμένων πηγών στην υπέρβαση.
17. The source apportionment must, in particular, reflect regional, urban and local contributions within the Member State, but also transboundary contributions. As regards the urban and local contributions, a further split must be given in order to identify any significant sources such as transport (road traffic and shipping, where relevant), industry (including heat and power production), agriculture, commercial and residential sources. For PM10, it is also important to indicate significant natural sources[7].
17. Η κατανομή των πηγών πρέπει να αντικατοπτρίζει ιδιαίτερα, τη συμμετοχή περιφερειακών, αστικών και τοπικών πηγών εντός το κράτους μέλους αλλά επίσης και τις διασυνοριακές επιβαρύνσεις. Όσον αφορά τη συμβολή αστικών και τοπικών πηγών, πρέπει να δοθεί περαιτέρω ανάλυση για να προσδιοριστούν τυχόν σημαντικές πηγές όπως μεταφορές (οδική κυκλοφορία και ναυτιλία όπου ενδείκνυται), βιομηχανία (συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρισμού), γεωργία, εμπορικές και ιδιωτικές κατοικίες. Για τα ΑΣ10, ενδιαφέρον είναι επίσης να αναφερθούν σημαντικές φυσικές πηγές[7].
18. Member States may choose whether to use nitrogen dioxide or oxides of nitrogen as a basis for source apportionment, as considered appropriate in relation to the exceedance, provided the choice is followed consistently and reflected in the quantification of the impact of individual or groups of measures, allowing adequate assessment of the conditions by the Commission.
18. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν κατά πόσο θα χρησιμοποιήσουν ως βάση για την κατανομή των πηγών το διοξείδιο του αζώτου ή τα οξείδια του αζώτου, ανάλογα με το ποιό θεωρείται καταλληλότερο σε σχέση με την υπέρβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η επιλογή χρησιμοποιείται κατά συνεπή τρόπο και εκφράζεται στην ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων από μεμονωμένα ή σύνολα μέτρων, έτσι που να μπορεί η Επιτροπή να αξιολογήσει τους όρους επαρκώς.
4. 3. Compliance during the extension
4.3. Συμμόρφωση κατά την παράταση
19. In accordance with Article 22(3) of the new Directive, compliance with the limit values in the zones and agglomerations to which a postponement or exemption decision applies will be assessed in relation to the limit values plus the maximum margin of tolerance set in Annex XI during the extension.
19. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3 της νέας οδηγίας, η συμμόρφωση με τις οριακές τιμές σε ζώνες και οικισμούς για τους οποίους ισχύει η απόφαση για αναβολή της τήρησης των προθεσμιών ή εξαίρεση θα αξιολογηθούν σε σχέση με τις οριακές τιμές συν το μέγιστο περιθώριο ανοχής που καθορίζεται στο παράρτημα ΧΙ κατά την παράταση.
20. For 2011, compliance with the annual limit values for PM10 will be assessed against the limit value plus the margin of tolerance for the whole calendar year. As regards the daily limit values, compliance for 2011 will be assessed on a daily basis. More precisely, the total number of exceedances, whether of the limit value plus the margin of tolerance or of the limit value alone, may not exceed the 35 days permitted for that calendar year.
20. Για το 2011 η συμμόρφωση προς τις ετήσιες οριακές τιμές για τα ΑΣ10 θα αξιολογηθεί σε σχέση με την οριακή τιμή συν το περιθώριο ανοχής για ολόκληρο το ημερολογιακό έτος. Όσον αφορά τις ημερήσιες οριακές τιμές, η συμμόρφωση για το 2011 θα αξιολογηθεί σε ημερήσια βάση. Συγκεκριμένα, ο συνολικός αριθμός υπερβάσεων είτε της οριακής τιμής συν το περιθώριο ανοχής είτε μόνον της οριακής τιμής, δεν μπορεί να υπερβεί τις 35 ημέρες που επιτρέπονται για το εν λόγω ημερολογιακό έτος.
4. 4. First condition – measures to achieve compliance by the initial attainment date
4.4. Πρώτος όρος - μέτρα επίτευξης συμμόρφωσης μέχρι την αρχική προθεσμία επίτευξης
21. Article 22(1) of the new Directive provides that the deadlines for attainment of the limit values for nitrogen dioxide and benzene may be postponed where conformity with the limit values cannot be achieved by the attainment date, i.e. 1 January 2010. In order to determine whether compliance cannot be achieved by that date, Member States are requested to indicate the measures taken before 2010 in accordance with Article 4(1) of Directive 1999/30/EC and Article 3(1) of Directive 2000/69/EC and explain the reasons why those measures do not bring about compliance[8]. It follows from the objectives of the air quality legislation in general that appropriate action must be taken in the period preceding the date on which the limit values become mandatory. Only if it can be shown that efforts have been made to achieve compliance, Member States can claim, in accordance with Article 22(1), that conformity with the limit values cannot be achieved by the deadlines.
21. Το άρθρο 22 παράγραφος 1 της νέας οδηγίας προβλέπει ότι οι προθεσμίες επίτευξης των οριακών τιμών για το διοξείδιο του αζώτου και το βενζόλιο μπορούν να παραταθούν όταν οι οριακές τιμές δεν μπορούν να επιτευχθούν μέχρι την προθεσμία επίτευξης δηλ. την 1η Ιανουαρίου 2010. Προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσο είναι αδύνατη η επίτευξη της συμμόρφωσης εντός της εν λόγω προθεσμίας, τα κράτη μέλη πρέπει να αναφέρουν τα ληφθέντα προ του 2010 μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 1999/30/ΕΚ και το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2000/69/ΕΚ και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους με τα εν λόγω μέτρα δεν επετεύχθη συμμόρφωση[8]. Από τους στόχους της νομοθεσίας για την ποιότητα του αέρα προκύπτει γενικά ότι πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα κατά την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται υποχρεωτικές οι οριακές τιμές. Μόνο στην περίπτωση που μπορεί να αποδειχτεί ότι έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την επίτευξη της συμμόρφωσης, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να υποστηρίξουν σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί συμμόρφωση εντός των προθεσμιών.
22. For PM10, Member States must, according to Article 22(2), demonstrate that all appropriate measures have been taken at national, regional and local level to achieve compliance with the limit values by the initial deadline set for attainment, i.e. 1 January 2005. Information must therefore be given of the measures taken with a view to achieving compliance by that date8. To enable the Commission to determine whether those measures were appropriate, Member States must identify the pollution sources that those measures were intended to address and explain the extent to which those measures actually contributed to reducing concentrations. Explanations must be given of any remaining exceedance of the limit values[9]. Those explanations must include information on whether the exceedance can be attributed to any of the specific conditions for the exemption, i.e. site-specific dispersion characteristics, adverse climatic conditions or transboundary contributions.
22. Για τα ΑΣ10, τα κράτη μέλη οφείλουν σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 να αποδείξουν ότι είχαν ληφθεί όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο για την επίτευξη συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές μέχρι την αρχικώς καθορισθείσα προθεσμία επίτευξης δηλ. την 1η Ιανουαρίου 2005. Συνεπώς πρέπει να παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση εντός αυτής της προθεσμίας Error! Bookmark not defined. . Προκειμένου η Επιτροπή να διευκολυνθεί στον καθορισμό του κατά πόσο τα εν λόγω μέτρα ήταν τα κατάλληλα, τα κράτη μέλη πρέπει να ταυτοποιήσουν τις πηγές ρύπανσης τις οποίες θα αντιμετώπιζαν με τα μέτρα αυτά και να εξηγήσουν την έκταση στην οποία τα μέτρα συνέβαλαν στην μείωση των συγκεντρώσεων. Πρέπει να δοθούν εξηγήσεις σχετικά με τις παραμένουσες υπερβάσεις των οριακών τιμών[9]. Στις παραπάνω επεξηγήσεις πρέπει να περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο η υπέρβαση μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον από τους ειδικούς όρους για την χορήγηση εξαίρεσης, δηλ. χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία, δυσμενείς κλιματικές συνθήκες, ή διασυνοριακή συμβολή στη ρύπανση.
23. In its assessment, the Commission will also take into account the impact of correct transposition and implementation of the Directives listed in Section 2 of Part B of Annex XV[10] and of timely availability of the plan or programme in accordance with Article 8(3) of Council Directive 96/62/EC on ambient air quality assessment and management[11].
23. Στην εκτίμησή της η Επιτροπή θα λάβει επίσης υπόψη τις επιπτώσεις της σωστής μεταφοράς και εφαρμογής των οδηγιών που αναφέρονται στο τμήμα 2 του μέρους Β του παραρτήματος XV[10] και της έγκαιρης διάθεσης του σχεδίου ή του προγράμματος σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 της οδηγίας 96/62/ΕΚ του Συμβουλίου για την εκτίμηση και τη διαχείριση της ποιότητας του αέρα του περιβάλλοντος[11].
4. 5. Second condition – measures to achieve compliance before the new deadline
4.5. Δεύτερος όρος – μέτρα για την επίτευξη συμμόρφωσης πριν από την νέα προθεσμία
24. Member States must provide realistic and reliable predictions of how concentrations are likely to decline with a view to achieving compliance with the limit values before the new deadline. Those predictions should also indicate that exceedances during the extension will remain below the limit value plus the maximum margin of tolerance provided for in Annex XI to the Directive.
24. Τα κράτη μέλη πρέπει να υποβάλουν ρεαλιστικές και αξιόπιστες προβλέψεις για τον τρόπο με τον οποίο είναι πιθανόν να μειωθούν οι συγκεντρώσεις, με στόχο την επίτευξη συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές πριν από την νέα προθεσμία. Οι εν λόγω προβλέψεις πρέπει επίσης να αναφέρουν ότι οι υπερβάσεις κατά την διάρκεια της παράτασης θα παραμείνουν κάτω της οριακής τιμής συν το μέγιστο περιθώριο ανοχής που προβλέπεται στο παράρτημα ΧΙ της οδηγίας.
25. The predictions must be based on a comparison between the limit values to be achieved and projected baseline levels for the exceedance situation in a zone or agglomeration. The baseline must indicate the estimated concentrations by the new deadline if no additional abatement measures are taken, apart from those taken to achieve compliance by the initial deadline and the existing and planned Community measures. The gap between the applicable limit value and the baseline will serve as an indicator for the expected impact and timing of the additional measures required in order to close that gap by the new deadline[12].
25. Οι προβλέψεις πρέπει να στηρίζονται σε σύγκριση μεταξύ των οριακών τιμών που πρέπει να επιτευχθούν και τα προβλεπόμενα επίπεδα αναφοράς για την κατάσταση υπέρβασης σε μια ζώνη ή οικισμό. Το επίπεδο αναφοράς πρέπει να αναφέρει τις συγκεντρώσεις κατά τη νέα προθεσμία εάν δεν ληφθούν πρόσθετα μέτρα καταπολέμησης, εκτός από εκείνα που ελήφθησαν για να επιτευχθεί συμμόρφωση μέχρι την αρχική προθεσμία και τα υφιστάμενα και προγραμματισμένα κοινοτικά μέτρα. Η διαφορά μεταξύ της ισχύουσας οριακής τιμής και της τιμής αναφοράς θα χρησιμεύσει ως δείκτης των αναμενόμενων επιπτώσεων και του χρονοδιαγράμματος των πρόσθετων μέτρων που απαιτούνται για να μηδενιστεί η διαφορά μέχρι τη νέα προθεσμία[12].
26. When identifying the measures required, consideration must be given to the measures listed in Section 3 of Part B of Annex XV as provided for in the Directive. If any of those measures are not to be implemented, even though they are relevant to the sources identified, a due justification must be given[13].
26. Κατά τον προσδιορισμό των απαιτούμενων μέτρων, πρέπει να εξετασθούν τα μέτρα που απαριθμούνται στο τμήμα 3 του μέρους Β του παραρτήματος XV όπως προβλέπεται στην οδηγία. Σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί κάποιο από τα εν λόγω μέτρα, ακόμη και αν σχετίζονται με τις εντοπισθείσες πηγές, πρέπει να δοθεί η δέουσα αιτιολόγηση[13].
27. When assessing the predictions, account will also be taken of the potential impact, in the zone concerned, of existing and planned Community measures, and Member States are asked to include their estimate of that impact in the baseline. The planned Community measures are those indicated in the Declaration by the Commission published together with the Directive. The Commission intends to assess the quantification provided by the Member States and, where necessary, the underlying assumptions, and to carry out its own assessment of this criterion on that basis. As regards the existing measures, the assessment will focus on the status of implementation of the Directives listed in Part B of Annex XV[14].
27. Κατά την αξιολόγηση των προβλέψεων, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η πιθανή επίπτωση στην οικεία ζώνη των υφιστάμενων ή προγραμματισμένων κοινοτικών μέτρων, και τα κράτη μέλη παρακαλούνται να συμπεριλάβουν τις εκτιμήσεις τους όσον αφορά τις εν λόγω επιπτώσεις στα επίπεδα αναφοράς. Τα προγραμματισμένα κοινοτικά μέτρα είναι τα αναφερόμενα στην δήλωση της Επιτροπής που δημοσιεύτηκε μαζί με την οδηγία. Η Επιτροπή σκοπεύει να αξιολογήσει τα ποσοτικοποιημένα δεδομένα που θα υποβάλουν τα κράτη μέλη και, όπου απαιτείται, τις βασικές παραδοχές και να πραγματοποιήσει την δική της αξιολόγηση του κριτηρίου αυτού επ’ αυτής της βάσης. Όσον αφορά τα υφιστάμενα μέτρα, η αξιολόγηση θα εστιαστεί στην κατάσταση εφαρμογής των οδηγιών που απαριθμούνται στο μέρος Β του παραρτήματος XV[14].
4. 6. Specific condition for PM 10 : site-specific dispersion characteristics, adverse climatic conditions or transboundary contributions
4.6. Ειδικός όρος για τα ΑΣ 10 : χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία, δυσμενείς κλιματικές συνθήκες, ή διασυνοριακή συμβολή στη ρύπανση
4. 6.1 Site-specific dispersion characteristics
4.6.1 Χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία
28. Site-specific dispersion characteristics are factors affecting pollutant dispersion on local scale, principally at street level. Local buildings or small-scale topographical structures result in locally emitted pollutants accumulating in a limited area, which causes high concentrations. Such areas can normally be found in so-called “street canyons”. Site-specific dispersion characteristics may be claimed only where it can be demonstrated that the exceedance occurs locally in such specific areas and not elsewhere, such as in the urban background or along less densely built-up streets in the same air quality zone or agglomeration.
28. Τα χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία είναι παράγοντες που επηρεάζουν την διασπορά των ρύπων σε τοπική κλίμακα κυρίως σε επίπεδο οδού. Τα τοπικά κτήρια ή τοπογραφικά χαρακτηριστικά μικρής κλίμακας έχουν αποτέλεσμα οι τοπικά εκπεμπόμενοι ρύποι να συγκεντρώνονται σε περιορισμένη έκταση, γεγονός που οδηγεί σε υψηλές συγκεντρώσεις. Τέτοιες περιοχές απαντώνται συνήθως στις αποκαλούμενες «αστικά φαράγγια». Τα χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία μόνον εάν μπορεί να αποδειχτεί ότι η υπέρβαση σημειώνεται τοπικά σε τέτοιες συγκεκριμένες περιοχές και όχι αλλού, όπως για παράδειγμα στο υπόλοιπο αστικό περιβάλλον ή κατά μήκος λιγότερο πυκνοδομημένων οδών στην ζώνη ίδιας ποιότητας αέρα ή οικισμού.
29. In areas where there are situations such as the following, site specific dispersion characteristics are considered to be present:
29. Σε περιοχές στις οποίες απαντώνται καταστάσεις όπως οι ακόλουθες θεωρείται ότι υφίστανται χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία:
(a) continuous multi-storey buildings along both sides of the street;
α) συνεχή πολυώροφα κτήρια κατά μήκος και των δύο πλευρών του δρόμου,
(b) the average height of the buildings over a length of at least 100 metres must be greater than the total width of the street divided by 1.5[15].
β) το μέσο ύψος των κτηρίων σε μήκος τουλάχιστον 100 μέτρων πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το συνολικό πλάτος της οδού διά 1,5[15].
30. To demonstrate that the exceedance is restricted to an area in which site-specifc dispersion characteristics are present, data from appropriate urban traffic monitoring stations outside that area must be used or, where appropriate, results from small-scale dispersion modelling[16]. A map of the zone, indicating the different measuring stations and the area of exceedance, should, where available, also be supplied[17].
30. Για να αποδειχτεί ότι η υπέρβαση περιορίζεται σε περιοχή στην οποία υφίστανται τα χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν δεδομένα από κατάλληλους σταθμούς παρακολούθησης αστικής κυκλοφορίας εκτός της εν λόγω περιοχής ή, όπου ενδείκνυται, αποτελέσματα από μοντελοποίηση διασποράς μικρής κλίμακας[16]. Πρέπει επίσης να υποβληθεί, εφόσον διατίθεται και χάρτης της ζώνης στον οποίο να αναφέρονται οι διάφοροι σταθμοί μέτρησης και η περιοχή υπέρβασης[17].
31. If other indicators are used to demonstrate that the exceedance is restricted to an area in which site-specific dispersion characteristics are present, reasons must be given and it must be demonstrated that the use of those indicators produces equivalent results.
31. Εάν χρησιμοποιούνται άλλοι δείκτες για να αποδειχτεί ότι η υπέρβαση περιορίζεται σε μία περιοχή στην οποία υφίστανται χαρακτηριστικά διασποράς που συνδέονται με την τοποθεσία, πρέπει να δοθούν οι λόγοι και πρέπει να αποδειχτεί ότι η χρήση των εν λόγω δεικτών οδηγεί σε ισοδύναμα αποτελέσματα.
4.6.2 Adverse climatic conditions
4.6.2 Δυσμενείς κλιματικές συνθήκες
32. Adverse climatic conditions are considered to exist when the long-term meteorological conditions and the topographical conditions affect dilution of locally emitted pollutants, thereby causing high concentrations.
32. Δυσμενείς κλιματικές συνθήκες θεωρείται ότι υφίστανται όταν οι μακροπρόθεσμες μετεωρολογικές συνθήκες και οι τοπογραφικές συνθήκες επηρεάζουν την διάλυση των τοπικά εκπεμπόμενων ρύπων με αποτέλεσμα να δημιουργούνται υψηλές συγκεντρώσεις.
33. In areas where the presence of factors such as the following can be shown, adverse climatic conditions are considered to be present:
33. Σε περιοχές όπου μπορεί να αποδειχτεί η παρουσία παραγόντων όπως οι ακόλουθοι, θεωρείται ότι υφίστανται δυσμενείς κλιματικές συνθήκες:
(a) the local to regional topography, i.e. locations in valleys or where surrounded by high mountains;
α) τοπική ή περιφερειακή τοπογραφία δηλ. τοποθεσίες σε κοιλάδες ή που περιβάλλονται από υψηλά όρη,
(b) poor dilution of locally emitted pollutants due to low wind speeds;
β) μικρή διάλυση τοπικά εκπεμπόμενων ρύπων λόγω ασθενών ανέμων,
(c) vertical mixing, i.e. dilution, triggered by meteorological parameters related to mechanical and thermal turbulence of the atmosphere;
γ) κατακόρυφη ανάμιξη, δηλ. διάλυση που προκαλείται από μετεωρολογικές παραμέτρους οι οποίες σχετίζονται με τον μηχανικό και θερμικό στροβιλισμό της ατμόσφαιρας,
(d) air masses of oceanic versus continental origin; continental air masses are usually linked to adverse dispersion characteristics (temperature inversion and low wind speed).
δ) αέριες μάζες ωκεάνιας προέλευσης αντί για μάζες ηπειρωτικής προέλευσης· οι ηπειρωτικές αέριες μάζες συνδέονται συνήθως με δυσμενή χαρακτηριστικά διασποράς (αναστροφή θερμοκρασίας και μικρή ταχύτητα ανέμου).
34. General climatic conditions, such as temperature, precipitation or snowfall, which do not directly influence pollutant dispersion but may induce specific human activities and thereby influence the level of emissions, such as domestic heating, power generation for heating or air conditioning, or use of studded tyres, are not considered adverse climatic conditions for the purposes of the new Directive.
34. Οι γενικές κλιματικές συνθήκες, όπως η θερμοκρασία, η βροχόπτωση ή η χιονόπτωση, που δεν επηρεάζουν άμεσα την διασπορά των ρύπων αλλά που μπορεί να προκαλέσουν συγκεκριμένες ανθρώπινες δραστηριότητες και κατά συνέπεια επηρεάζουν το επίπεδο των εκπομπών, όπως η θέρμανση των κατοικιών, η παραγωγή ηλεκτρισμού για θέρμανση ή κλιματισμό ή η χρήση ελαστικών με καρφιά, δεν θεωρούνται δυσμενείς κλιματικές συνθήκες για τους σκοπούς της νέας οδηγίας.
35. Accumulation of pollution in areas affected by adverse climatic conditions usually occurs during calms. An indication of low annual average wind speed, below 1.5 m/s, in such areas is therefore appropriate for demonstrating that this condition is met. Other indicators than average wind speed may also be used provided that a justification is given.
35. Η συσσώρευση ρύπανσης σε περιοχές που επηρεάζονται από δυσμενείς κλιματικές συνθήκες παρατηρείται συνήθως κατά τη διάρκεια περιόδων ηρεμίας. Συνεπώς η ένδειξη χαμηλής μέσης ταχύτητας του ανέμου, κάτω του 1,5 m/s, σε τέτοιες περιοχές ενδείκνυται για να αποδειχθεί ότι πληρούται ο εν λόγω όρος. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλοι δείκτες εκτός της μέσης ταχύτητας του ανέμου εφόσον δοθεί αιτιολόγηση.
36. In order to claim adverse climatic conditions, Member States must demonstrate that the daily limit values are exceeded principally when the adverse climatic conditions described occur. Such a correlation can be demonstrated by the PM10 concentrations and average wind speeds measured on days when the limit value was exceeded, at least for the reference year[18].
36. Προκειμένου να χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία τις δυσμενείς κλιματικές συνθήκες, τα κράτη μέλη πρέπει να αποδείξουν ότι σημειώνεται υπέρβαση στις ημερήσιες οριακές τιμές όταν παρατηρούνται οι περιγραφόμενες δυσμενείς κλιματικές συνθήκες. Η εν λόγω συσχέτιση μπορεί να αποδειχτεί από τις συγκεντρώσεις PM10 και τις μέσες τιμές του ανέμου που έχουν μετρηθεί τις ημέρες κατά τις οποίες έχει σημειωθεί υπέρβαση των οριακών τιμών, τουλάχιστον κατά το έτος αναφοράς[18].
4.6.3 Transboundary contributions
4.6.3 Διασυνοριακή συνιστώσα της ρύπανσης
37. Transboundary contributions occur where the meteorological and topographical conditions permit the transport of anthropogenic pollution originating outside the Member State, thereby causing high concentrations. Such contributions may originate either in close proximity to zones and agglomerations close to a national border (short-range transboundary pollution) or at longer distances of some 100 kilometres or more (long-range transboundary pollution).
37. Διασυνοριακή συνιστώσα της ρύπανσης υφίσταται όταν οι μετεωρολογικές και τοπογραφικές συνθήκες επιτρέπουν την μεταφορά ανθρωπογενούς ρύπανσης που προέρχεται από το εξωτερικό του κράτους μέλους με αποτέλεσμα να προκαλούνται υψηλές συγκεντρώσεις. Η εν λόγω ρύπανση μπορεί να οφείλεται είτε σε στενή γειτνίαση με ζώνες ή οικισμούς που βρίσκονται κοντά στα εθνικά σύνορα (διασυνοριακή ρύπανση μικρών αποστάσεων) είτε σε μεγαλύτερες αποστάσεις 100 περίπου χιλιομέτρων και άνω (διασυνοριακή ρύπανση μεγάλων αποστάσεων).
38. Long-range transboundary pollution occurs mainly in flatlands or non-mountainous terrain often subject to accumulation of pollutants advected in continental air masses. High concentrations in basins or valleys or leeward of mountains are generally not affected by such contributions.
38. Διασυνοριακή ρύπανση μεγάλων αποστάσεων σημειώνεται κυρίως σε πεδιάδες και μη ορεινά εδάφη συχνά λόγω συσσώρευσης ρύπων που μεταφέρονται από ηπειρωτικές αέριες μάζες. Οι υψηλές συγκεντρώσεις σε λεκάνες απορροής ή κοιλάδες ή σε υπήνεμες πλευρές βουνών, δεν επηρεάζονται γενικά από τέτοιου είδους ρύπανση.
39. Pollution can originate from a single source across the border, from one or more Member States together, from shipping or from sources outside the Community.
39. Η ρύπανση μπορεί να προέρχεται από μία μοναδική πηγή στην άλλη πλευρά των συνόρων, από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, από τη ναυτιλία, ή από πηγές εκτός Κοινότητας.
40. Member States claiming a transboundary contribution must indicate whether consultations have been held with the Member State in which the pollution originates, in accordance with Article 8(6) of Directive 96/62/EC (Article 25 of the new Directive). If no such consultations have taken place, despite the origin of the pollution being known, the Member State concerned may be considered not to have taken all appropriate measures to meet the original deadline. If the pollution originates in several Member States or in third countries and it is clear that effective solutions could not be found by bilateral consultations, the Member State’s right to an extension will not be affected by the lack of consultations[19].
40. Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν ως δικαιολογία τη διασυνοριακή ρύπανση πρέπει να αναφέρουν κατά πόσο πραγματοποιήθηκαν διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται η ρύπανση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6 της οδηγίας 96/62/ΕΚ (άρθρο 25 της νέας οδηγίας). Εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί διαβουλεύσεις, παρά το γεγονός ότι είναι γνωστή η προέλευση της ρύπανσης, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να τηρήσει την αρχική προθεσμία. Σε περίπτωση που η ρύπανση προέρχεται από περισσότερα κράτη μέλη ή από τρίτες χώρες και είναι σαφές ότι δεν ήταν δυνατόν να εξευρεθούν αποτελεσματικές λύσεις μέσω διμερών διαβουλεύσεων, το δικαίωμα του κράτους μέλους να λάβει παράταση δεν θα επηρεαστεί από τη έλλειψη διαβουλεύσεων[19].
41. Transboundary contributions can be assessed either by measurements or by modelling. Such assessments must, where appropriate, be supplemented by backward trajectory analysis and source apportionment of individual exceedances. Methods such as the following have proven efficient in demonstrating transboundary contributions:
41. Η διασυνοριακή ρύπανση μπορεί να εκτιμηθεί με μετρήσεις ή με μοντελοποίηση . Οι εν λόγω εκτιμήσεις, όπου απαιτείται, πρέπει να συμπληρωθούν από ανάλυση ανάστροφης τροχιάς και κατανομή των πηγών των μεμονωμένων υπερβάσεων. Για την απόδειξη διασυνοριακής ρύπανσης αποτελεσματικές έχουν αποδειχτεί μέθοδοι όπως οι ακόλουθες:
(a) atmospheric dispersion modelling with appropriate spatial and daily temporal resolution;
α) μοντελοποίηση ατμοσφαιρικής διασποράς με κατάλληλη ανάλυση δεδομένων χώρου και χρόνου σε ημερήσια βάση,
(b) analysis of daily measurement data, identifying transboundary contributions by means of measurements from representative monitoring sites, e.g. rural background sites located upwind in the area surrounding the zone or agglomeration in which the exceedance has been observed;
β) ανάλυση δεδομένων από ημερήσιες μετρήσεις με προσδιορισμό της διασυνοριακής συνιστώσας της ρύπανσης μέσω μετρήσεων από αντιπροσωπευτικές τοποθεσίες μέτρησης, π.χ. αγροτικές τοποθεσίες που βρίσκονται στην προσήνεμη πλευρά στης περιοχής που περιβάλλει τη ζώνη ή τον οικισμό όπου παρατηρήθηκε η υπέρβαση,
(c) EMEP model[20].
γ) μοντέλο EMEP [20].
42. In order to claim transboundary contributions as a cause for the exceedance it must be demonstrated that, in cases where the annual limit value is exceeded, once the transboundary contribution is subtracted, the annual average concentration is below the limit value. If the daily limit value is exceeded, it must be demonstrated that, once the transboundary contribution on specific days is subtracted, the daily average concentrations remain below the limit value[21].
42. Για να χρησιμοποιηθεί η διασυνοριακή συνιστώσα ως δικαιολογία πρόκλησης της υπέρβασης, πρέπει να αποδειχτεί ότι, σε περιπτώσεις όπου σημειώνεται υπέρβαση της ετήσιας οριακής τιμής, με την αφαίρεση της διασυνοριακής συνιστώσας, η μέση ετήσια συγκέντρωση είναι κάτω της οριακής τιμής. Εάν σημειώνεται υπέρβαση της ημερήσιας οριακής τιμής, πρέπει να αποδειχτεί ότι όταν αφαιρεθεί η διασυνοριακή συνιστώσα σε συγκεκριμένες ημέρες, οι μέσες ημερήσιες συγκεντρώσεις παραμένουν κάτω της οριακής τιμής[21].
43. If other indicators are used to demonstrate that transboundary contributions are the cause of the exceedance, reasons must be given and it must be demonstrated that use of those indicators produces equivalent results.
43. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται άλλοι δείκτες για να αποδειχτεί ότι αιτία της υπέρβασης είναι η διασυνοριακή συνιστώσα, πρέπει να αναφερθούν οι λόγοι και πρέπει να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω δείκτες οδηγούν σε ισοδύναμα αποτελέσματα.
5. Air quality plan and additional information requirements
5. Σχέδιο για την ποιότητα του αέρα και απαιτήσεις για πρόσθετες πληροφορίες
44. Notifications must be accompanied by an air quality plan for the zone or agglomeration concerned. The plan must comply with the requirements laid down in Article 23 and in Part A of Annex XV to the new Directive. The information requested under the new Directive is largely similar to that requested under Directive 96/62/EC. As a consequence, Member States which already have a plan or programme in place can use it for the purposes of the notification, provided it meets the criteria laid down in Part A of Annex XV to the new Directive and is appropriately updated to ensure that conformity will be achieved with the limit values before the new deadline.
44. Οι κοινοποιήσεις πρέπει να συνοδεύονται από σχέδιο για την ποιότητα του αέρα για τη οικεία ζώνη ή τον οικισμό. Το σχέδιο πρέπει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 23 και του μέρους Α του παραρτήματος XV της νέας οδηγίας. Οι πληροφορίες που ζητούνται βάσει της νέας οδηγίας είναι κατά μεγάλο μέρος παρόμοιες με εκείνες που ζητούνται βάσει της οδηγίας 96/62/ΕΚ. Συνεπώς, τα κράτη μέλη που διαθέτουν ήδη σχέδιο ή πρόγραμμα μπορούν να το χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς της κοινοποίησης, υπό τον όρο ότι ικανοποιεί τα κριτήρια που απαριθμούνται στο μέρος Α του παραρτήματος XV της νέας οδηγίας και έχει επικαιροποιηθεί καταλλήλως για να εξασφαλιστεί ότι θα επιτευχθεί συμμόρφωση με τις οριακές τιμές πριν από τη νέα προθεσμία.
[1] OJ L 152, 11.6.2008, p. 1.
[1] ΕΕ L 152 της 11.6.2008, σ. 1.
[2] Directive 1999/30/EC of the European Parliament and of the Council relating to limit values for sulphur dioxide, nitrogen dioxide and oxides of nitrogen, particulate matter and lead in ambient air (OJ L 163, 29.6.1999, p. 4)
[2] Οδηγία 1999/30/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Απριλίου 1999 σχετικά με τις οριακές τιμές διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων και μολύβδου, στον αέρα του περιβάλλοντος (ΕΕ JO L 163 της 29.6.1999, σ. 4).
[3] Directive 2000/69/EC of the European Parliament and of the Council relating to limit values for benzene and carbon monoxide in ambient air (OJ L 313, 13.12.2000, p. 12).
[3] Οδηγία 2000/69/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για οριακές τιμές βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον αέρα του περιβάλλοντος (ΕΕ L 313 της 13.12.2000, σ. 12).
[4] Idem
[4] Ομοίως.
[5] OJ L 68, 6.3.2004, p. 27.
[5] ΕΕ L 68 της 6.3.2004, σ. 27.
[6] The notification must be marked “Air quality time extension – Directive 2008/50/EC” and must, in order to be valid as an official notification, be addressed to: European Commission, Secretariat-General, 1049 Brussels. In addition, an electronic copy of the notification should be sent by e-mail to the mailbox: ENV-AIRQUALITYTIMEEXTENSION@ec.europa.eu
[6] Η κοινοποίηση πρέπει να φέρει την ένδειξη «Air quality time extension – Directive 2008/50/ΕΚ» και προκειμένου να είναι έγκυρη ως επίσημη κοινοποίηση πρέπει να απευθύνεται στην: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Γραμματεία, 1049 Brussels. Επιπλέον, ηλεκτρονικό αντίγραφο της κοινοποίησης πρέπει να αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση: ENV-AIRQUALITYTIMEEXTENSION@ec.europa.eu
[7] See Form 3A in SEC (..) …
[7] Βλέπε Έντυπο 3A στο έγγραφο SEC (..) …
[8] See Form 5A, including the Annex, and Form 7, including Annex A; for PM10 see also Form 10, and for nitrogen dioxide and benzene notified before 2010, see Form 4A.
[8] Βλέπε το έντυπο 5Α, συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος και το έντυπο 7 συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος. Για τα ΑΣ10 βλέπε επίσης το έντυπο 10, και για το διοξείδιο του αζώτου και το βενζόλιο, που κοινοποιήθηκαν προ του 2010, βλέπε το έντυπο 4A.
[9] See Form 3B and 4A (as appropriate).
[9] Βλέπε τα έντυπα 3Β και 4Α (αναλόγως).
[10] See Form 8 and, as appropriate, the Annex to Form 8 and Form 9.
[10] Βλέπε το έντυπο 8 και ανάλογα της περίπτωσης το παράρτημα του εντύπου 8 και το έντυπο 9.
[11] OJ L 296, 21.11.1996, p. 55.
[11] ΕΕ L 296 της 21.11.1996, σ. 55.
[12] See Form 4B and Form 5B, including the Annex.
[12] Βλέπε έντυπο 4B και έντυπο 5B, συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος.
[13] See Form 6.
[13] Βλέπε έντυπο 6.
[14] See Form 9.
[14] Βλέπε έντυπο 9.
[15] Meta-data management and transmission in accordance with Decision 97/101/EC on the exchange of information.
[15] Διαχείριση μεταδεδομένων και διαβίβαση σύμφωνα με την απόφαση 97/101/ΕΚ για την ανταλλαγή πληροφοριών.
[16] See f Form 10.
[16] Βλέπε έντυπο 10.
[17] See Annex to Form 2.
[17] Βλέπε παράρτημα του εντύπου 2.
[18] See Form 10.
[18] Βλέπε έντυπο 10.
[19] See Form 10.
[19] Βλέπε έντυπο 10.
[20] Model developed by the Cooperative Programme for Monitoring and Evaluation of the Long-range Transmission of Air Pollutants in Europe (EMEP).
[20] Μοντέλο που αναπτύχθηκε από το Πρόγραμμα συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και την εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (EMEP).
[21] See Forms 3A and 10.
[21] Βλέπε έντυπα 3A και 10.
Top


Managed by the Publications Office