|
|
Council Directive 2003/48/EC
|
Οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου
|
|
of 3 June 2003
|
της 3ης Ιουνίου 2003
|
|
on taxation of savings income in the form of interest payments
|
για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις
|
|
|
|
|
THE COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION,
|
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
|
|
Having regard to the Treaty establishing the European Community, and in particular Article 94 thereof,
|
Έχοντας υπόψη:
|
|
Having regard to the proposal from the Commission(1),
|
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 94,
|
|
Having regard to the opinion of the European Parliament(2),
|
την πρόταση της Επιτροπής(1),
|
|
Having regard to the opinion of the European Economic and Social Committee(3),
|
την πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),
|
|
Whereas:
|
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),
|
|
(1) Articles 56 to 60 of the Treaty guarantee the free movement of capital.
|
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
|
(2) Savings income in the form of interest payments from debt claims constitutes taxable income for residents of all Member States.
|
(1) Τα άρθρα 56 έως 60 της συνθήκης κατοχυρώνουν την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων.
|
|
(3) By virtue of Article 58(1) of the Treaty Member States have the right to apply the relevant provisions of their tax law which distinguish between taxpayers who are not in the same situation with regard to their place of residence or with regard to the place where their capital is invested, and to take all requisite measures to prevent infringements of national law and regulations, in particular in the field of taxation.
|
(2) Τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων από απαιτήσεις συνιστούν φορολογητέα εισοδήματα για τους κατοίκους όλων των κρατών μελών.
|
|
(4) In accordance with Article 58(3) of the Treaty, the provisions of Member States' tax law designed to counter abuse or fraud should not constitute a means of arbitrary discrimination or a disguised restriction on the free movement of capital and payments as established by Article 56 of the Treaty.
|
(3) Δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 της συνθήκης, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν τις οικείες διατάξεις της φορολογικής τους νομοθεσίας οι οποίες διακρίνουν μεταξύ φορολογουμένων που δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όσον αφορά την κατοικία τους ή τον τόπο όπου είναι επενδεδυμένα τα κεφάλαιά τους, καθώς και να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας.
|
|
(5) In the absence of any coordination of national tax systems for taxation of savings income in the form of interest payments, particularly as far as the treatment of interest received by non-residents is concerned, residents of Member States are currently often able to avoid any form of taxation in their Member State of residence on interest they receive in another Member State.
|
(4) Σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 3 της συνθήκης, οι διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας των κρατών μελών που αποσκοπούν στην καταπολέμηση των καταχρήσεων ή της φοροδιαφυγής δεν θα πρέπει να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 56 της συνθήκης.
|
|
(6) This situation is creating distortions in the capital movements between Member States, which are incompatible with the internal market.
|
(5) Λόγω της έλλειψης συντονισμού των εθνικών φορολογικών καθεστώτων σχετικά με τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ιδίως σε ό,τι αφορά τη μεταχείριση των τόκων που εισπράττονται σε κάθε κράτος μέλος από μη κατοίκους, είναι σήμερα συνήθως δυνατό οι κάτοικοι των κρατών μελών να διαφεύγουν από κάθε μορφή φορολογίας στο κράτος μέλος κατοικίας τους επί των τόκων που εισπράττουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος όπου κατοικούν.
|
|
(7) This Directive builds on the consensus reached at the Santa Maria da Feira European Council of 19 and 20 June 2000 and the subsequent Ecofin Council meetings of 26 and 27 November 2000, 13 December 2001 and 21 January 2003.
|
(6) Η κατάσταση αυτή προκαλεί στρεβλώσεις στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών, που δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη της εσωτερικής αγοράς.
|
|
(8) The ultimate aim of this Directive is to enable savings income in the form of interest payments made in one Member State to beneficial owners who are individuals resident in another Member State to be made subject to effective taxation in accordance with the laws of the latter Member State.
|
(7) Η παρούσα οδηγία βασίζεται στη συναίνεση που επιτεύχθηκε στις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα στις 19 και 20 Ιουνίου 2000 και, στη συνέχεια, στο Συμβούλιο ECOFIN της 26ης και 27ης Νοεμβρίου 2000, της 13ης Δεκεμβρίου 2001 και της 21ης Ιανουαρίου 2003.
|
|
(9) The aim of this Directive can best be achieved by targeting interest payments made or secured by economic operators established in the Member States to or for the benefit of beneficial owners who are individuals resident in another Member State.
|
(8) Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να καταστεί δυνατή η πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων που καταβάλλονται ως τόκοι εντός ενός κράτους μέλους σε πραγματικούς δικαιούχους που είναι φυσικά πρόσωπα έχοντα κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του τελευταίου κράτους.
|
|
(10) Since the objective of this Directive cannot be sufficiently achieved by the Member States, because of the lack of any coordination of national systems for the taxation of savings income, and can therefore be better achieved at Community level, the Community may adopt measures in accordance with the principle of subsidiarity as set out in Article 5 of the Treaty. In accordance with the principle of proportionality, as set out in that Article, this Directive confines itself to the minimum required in order to achieve those objectives and does not go beyond what is necessary for that purpose.
|
(9) Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα, εάν εστιασθεί στις πληρωμές τόκων που πραγματοποιούνται ή εξασφαλίζονται από οικονομικούς φορείς εγκατεστημένους στο κράτος μέλος προς πραγματικούς δικαιούχους ή προς όφελος πραγματικών δικαιούχων που είναι φυσικά πρόσωπα έχοντα κατοικία σε άλλο κράτος μέλος.
|
|
(11) The paying agent is the economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner.
|
(10) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω έλλειψης συντονισμού των εθνικών συστημάτων φορολογίας του εισοδήματος από αποταμιεύσεις, και δύναται συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο για την επίτευξη του εν λόγω στόχου και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για το σκοπό αυτό.
|
|
(12) In defining the notion of interest payment and the paying agent mechanism, reference should be made, where appropriate, to Council Directive 85/611/EEC of 20 December 1985 on the coordination of laws, regulations and administrative provisions relating to undertakings for collective investment in transferable securities (UCITS)(4).
|
(11) Φορέας πληρωμής είναι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού.
|
|
(13) The scope of this Directive should be limited to taxation of savings income in the form of interest payments on debt claims, to the exclusion, inter alia, of the issues relating to the taxation of pension and insurance benefits.
|
(12) Στον ορισμό της έννοιας της πληρωμής τόκων και του μηχανισμού του φορέα πληρωμής θα πρέπει να γίνεται αναφορά, όπου απαιτείται, στην οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)(4).
|
|
(14) The ultimate aim of bringing about effective taxation of interest payments in the beneficial owner's Member State of residence for tax purposes can be achieved through the exchange of information concerning interest payments between Member States.
|
(13) Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορισθεί στη φορολογία των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που απορρέουν από απαιτήσεις, προς αποφυγή, μεταξύ άλλων, θεμάτων που σχετίζονται με τη φορολόγηση συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών.
|
|
(15) Council Directive 77/799/EEC of 19 December 1977 concerning mutual assistance by the competent authorities of the Member States in the field of direct and indirect taxation(5) already provides a basis for Member States to exchange information for tax purposes on the income covered by this Directive. It should continue to apply to such exchanges of information in addition to this Directive insofar as this Directive does not derogate from it.
|
(14) Ο τελικός στόχος, δηλαδή η δυνατότητα πραγματικής φορολόγησης των πληρωμών τόκων στο κράτος μέλος που έχει φορολογική κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος, είναι δυνατόν να επιτευχθεί με ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών για τις πληρωμές τόκων.
|
|
(16) The automatic exchange of information between Member States concerning interest payments covered by this Directive makes possible the effective taxation of those payments in the beneficial owner's Member State of residence for tax purposes in accordance with the national laws of that State. It is therefore necessary to stipulate that Member States which exchange information pursuant to this Directive should not be permitted to rely on the limits to the exchange of information as set out in Article 8 of Directive 77/799/EEC.
|
(15) Η οδηγία 77/799/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας(5), παρέχει ήδη στα κράτη μέλη μια βάση ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς με αντικείμενο το εισόδημα που εμπίπτει στην παρούσα οδηγία. Θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στην εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών επί πλέον της παρούσας οδηγίας, εφόσον η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί παρέκκλιση από αυτήν.
|
|
(17) In view of structural differences, Austria, Belgium and Luxembourg cannot apply the automatic exchange of information at the same time as the other Member States. During a transitional period, given that a withholding tax can ensure a minimum level of effective taxation, especially at a rate increasing progressively to 35 %, these three Member States should apply a withholding tax to the savings income covered by this Directive.
|
(16) Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις πληρωμές τόκων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία καθιστά δυνατή την πραγματική φορολόγηση των πληρωμών τόκων στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους. Είναι συνεπώς απαραίτητο να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη που ανταλλάσσουν πληροφορίες κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να μπορούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας περιορισμού της ανταλλαγής πληροφοριών όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ.
|
|
(18) In order to avoid differences in treatment, Austria, Belgium and Luxembourg should not be obliged to apply automatic exchange of information before the Swiss Confederation, the Principality of Andorra, the Principality of Liechtenstein, the Principality of Monaco and the Republic of San Marino ensure effective exchange of information on request concerning payments of interest.
|
(17) Λόγω διαρθρωτικών διαφορών, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο αδυνατούν να εφαρμόσουν την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ταυτόχρονα με τα άλλα κράτη μέλη. Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου και, δεδομένου ότι η παρακράτηση του φόρου στην πηγή είναι ικανή να εξασφαλίσει ένα μίνιμουμ πραγματικής φορολόγησης, ιδίως αν ο συντελεστής αυξάνεται προοδευτικά μέχρι να φθάσει το 35 %, τα εν λόγω τρία κράτη μέλη θα πρέπει να παρακρατούν στην πηγή το φόρο επί των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία.
|
|
(19) Those Member States should transfer the greater part of their revenue of this withholding tax to the Member State of residence of the beneficial owner of the interest.
|
(18) Προς αποφυγή διαφορετικής μεταχείρισης, η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο δεν θα πρέπει να υποχρεωθούν να εφαρμόσουν την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών πριν η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, το Πριγκιπάτο του Μονακό και η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου εφαρμόσουν αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν σχετικής αιτήσεως με αντικείμενο τις πληρωμές τόκων.
|
|
(20) Those Member States should provide for a procedure allowing beneficial owners resident for tax purposes in other Member States to avoid the imposition of this withholding tax by authorising their paying agent to report the interest payments or by presenting a certificate issued by the competent authority of their Member State of residence for tax purposes.
|
(19) Τα εν λόγω κράτη μέλη θα πρέπει να μεταβιβάζουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τον παρακρατούμενο φόρο στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου των τόκων.
|
|
(21) The Member State of residence for tax purposes of the beneficial owner should ensure the elimination of any double taxation of the interest payments which might result from the imposition of this withholding tax in accordance with the procedures laid down in this Directive. It should do so by crediting this withholding tax up to the amount of tax due in its territory and by reimbursing to the beneficial owner any excess amount of tax withheld. It may, however, instead of applying this tax credit mechanism, grant a refund of the withholding tax.
|
(20) Τα προαναφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν διαδικασία βάσει της οποίας θα παρέχεται η δυνατότητα στους πραγματικούς δικαιούχους που έχουν φορολογική κατοικία σε άλλα κράτη μέλη να αποφεύγουν την επιβολή του καθεστώτος παρακράτησης φόρου στην πηγή εφόσον θα εξουσιοδοτούν τον φορέα πληρωμής τους να δηλώνει τις πληρωμές τόκων ή υποβάλλουν πιστοποιητικό που θα έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της φορολογικής κατοικίας τους.
|
|
(22) In order to avoid market disruption, this Directive should, during the transitional period, not apply to interest payments on certain negotiable debt securities.
|
(21) Το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου οφείλει να διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας των πληρωμών τόκων που ενδεχομένως να προκύπτει από την εφαρμογή παρακράτησης φόρου στην πηγή, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να προβλέπει έκπτωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό, μέχρι του ποσού του φόρου που οφείλεται στο έδαφός του και να επιστρέφει στον πραγματικό δικαιούχο το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου. Μπορεί, ωστόσο, αντί να εφαρμόζει αυτόν τον μηχανισμό πίστωσης του φόρου, να επιστρέφει τον παρακρατηθέντα φόρο.
|
|
(23) This Directive should not preclude Member States from levying other types of withholding tax than that referred to in this Directive on interest arising in their territories.
|
(22) Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν διαταράξεις της αγοράς, η παρούσα οδηγία θα πρέπει, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να μην εφαρμόζεται στις πληρωμές τόκων επί ορισμένων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων.
|
|
(24) So long as the United States of America, Switzerland, Andorra, Liechtenstein, Monaco, San Marino and the relevant dependent or associated territories of the Member States do not all apply measures equivalent to, or the same as, those provided for by this Directive, capital flight towards these countries and territories could imperil the attainment of its objectives. Therefore, it is necessary for the Directive to apply from the same date as that on which all these countries and territories apply such measures.
|
(23) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν άλλους τύπους παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των τόκων που προκύπτουν στο έδαφός τους, διαφορετικούς από αυτούς που ρυθμίζονται με την παρούσα οδηγία.
|
|
(25) The Commission should report every three years on the operation of this Directive and propose to the Council any amendments that prove necessary in order better to ensure effective taxation of savings income and to remove undesirable distortions of competition.
|
(24) Επί όσο χρόνο οι χώρες: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Ελβετία, Ανδόρα, Λιχτενστάιν, Μονακό, Άγιος Μαρίνος και τα σχετικά εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών δεν εφαρμόζουν όλες ανεξαιρέτως μέτρα ισοδύναμα ή όμοια προς τα θεσπιζόμενα με την παρούσα οδηγία, η επίτευξη των στόχων της θα διακυβεύεται λόγω της φυγής κεφαλαίων προς αυτά τα κράτη και εδάφη. Είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να αρχίσει η εφαρμογή της οδηγίας από την ημερομηνία κατά την οποία τα εν λόγω κράτη και εδάφη θα αρχίσουν να εφαρμόζουν τέτοια μέτρα.
|
|
(26) This Directive respects the fundamental rights and principles which are recognised, in particular, by the Charter of Fundamental Rights of the European Union,
|
(25) Η Επιτροπή οφείλει να υποβάλλει ανά τριετία έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να προτείνει στο Συμβούλιο τυχόν τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να εξασφαλιστεί καλύτερα η πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις καθώς και η εξάλειψη των ανεπιθύμητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
|
|
HAS ADOPTED THIS DIRECTIVE:
|
(26) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
|
|
|
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
|
|
CHAPTER I INTRODUCTORY PROVISIONS
|
|
|
Article 1
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
Aim
|
Άρθρο 1
|
|
1. The ultimate aim of the Directive is to enable savings income in the form of interest payments made in one Member State to beneficial owners who are individuals resident for tax purposes in another Member State to be made subject to effective taxation in accordance with the laws of the latter Member State.
|
Αντικείμενο
|
|
2. Member States shall take the necessary measures to ensure that the tasks necessary for the implementation of this Directive are carried out by paying agents established within their territory, irrespective of the place of establishment of the debtor of the debt claim producing the interest.
|
1. Τελικός στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλισθεί ότι το εισόδημα από τις αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται σε ένα κράτος μέλος υπέρ πραγματικών δικαιούχων που είναι φυσικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος θα μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πραγματικής φορολόγησης σύμφωνα με την νομοθεσία αυτού του δεύτερου κράτους μέλους.
|
|
|
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί η εκτέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας από τους φορείς πληρωμής, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης του οφειλέτη της απαίτησης που παράγει αυτούς τους τόκους.
|
|
Article 2
|
|
|
Definition of beneficial owner
|
Άρθρο 2
|
|
1. For the purposes of this Directive, "beneficial owner" means any individual who receives an interest payment or any individual for whom an interest payment is secured, unless he provides evidence that it was not received or secured for his own benefit, that is to say that:
|
Ορισμός του πραγματικού δικαιούχου
|
|
(a) he acts as a paying agent within the meaning of Article 4(1); or
|
1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "πραγματικός δικαιούχος" νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι η πληρωμή τόκων δεν πραγματοποιήθηκε ή εξασφαλίστηκε για δικό του λογαριασμό, δηλαδή ότι:
|
|
(b) he acts on behalf of a legal person, an entity which is taxed on its profits under the general arrangements for business taxation, an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC or an entity referred to in Article 4(2) of this Directive and, in the last mentioned case, discloses the name and address of that entity to the economic operator making the interest payment and the latter communicates such information to the competent authority of its Member State of establishment, or
|
α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1· ή
|
|
(c) he acts on behalf of another individual who is the beneficial owner and discloses to the paying agent the identity of that beneficial owner in accordance with Article 3(2).
|
β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οργανισμού που φορολογείται επί των κερδών του βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένου σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ ή οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, και, στην τελευταία περίπτωση, αποκαλύπτει την επωνυμία και τη διεύθυνση του εν λόγω οργανισμού στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος διαβιβάζει, εν συνεχεία, αυτές τις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος· ή
|
|
2. Where a paying agent has information suggesting that the individual who receives an interest payment or for whom an interest payment is secured may not be the beneficial owner, and where neither paragraph 1(a) nor 1(b) applies to that individual, it shall take reasonable steps to establish the identity of the beneficial owner in accordance with Article 3(2). If the paying agent is unable to identify the beneficial owner, it shall treat the individual in question as the beneficial owner.
|
γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει στον φορέα πληρωμής τα στοιχεία ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2.
|
|
|
2. Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος, και ότι το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δεν εμπίπτει ούτε στο στοιχείο α) ούτε στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος.
|
|
Article 3
|
|
|
Identity and residence of beneficial owners
|
Άρθρο 3
|
|
1. Each Member State shall, within its territory, adopt and ensure the application of the procedures necessary to allow the paying agent to identify the beneficial owners and their residence for the purposes of Articles 8 to 12.
|
Στοιχεία ταυτότητας και κατοικία του πραγματικού δικαιούχου
|
|
Such procedures shall comply with the minimum standards established in paragraphs 2 and 3.
|
1. Κάθε κράτος μέλος προβαίνει στη θέσπιση και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφός του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς των άρθρων 8 έως 12.
|
|
2. The paying agent shall establish the identity of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into, as follows:
|
Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τους ελάχιστους κανόνες που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.
|
|
(a) for contractual relations entered into before 1 January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of his name and address, by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its State of establishment and to Council Directive 91/308/EEC of 10 June 1991 on prevention of the use of the financial system for the purpose of money laundering(6);
|
2. Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου συναρτήσει ελαχίστων κανόνων οι οποίοι ποικίλλουν ανάλογα με τον χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ φορέα πληρωμής και δικαιούχου των τόκων, ως εξής:
|
|
(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January 2004, the paying agent shall establish the identity of the beneficial owner, consisting of the name, address and, if there is one, the tax identification number allocated by the Member State of residence for tax purposes. These details shall be established on the basis of the passport or of the official identity card presented by the beneficial owner. If it does not appear on that passport or on that official identity card, the address shall be established on the basis of any other documentary proof of identity presented by the beneficial owner. If the tax identification number is not mentioned on the passport, on the official identity card or any other documentary proof of identity, including, possibly, the certificate of residence for tax purposes, presented by the beneficial owner, the identity shall be supplemented by a reference to the latter's date and place of birth established on the basis of his passport or official identification card.
|
α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στο κράτος εγκατάστασής του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(6)·
|
|
3. The paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of minimum standards which vary according to when relations between the paying agent and the recipient of the interest are entered into. Subject to the conditions set out below, residence shall be considered to be situated in the country where the beneficial owner has his permanent address:
|
β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται, ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής εξακριβώνει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα, τη διεύθυνση και, εάν υπάρχει, τον αριθμό φορολογικού μητρώου στο κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του. Τα στοιχεία αυτά προσδιορίζονται βάσει του διαβατηρίου ή του επίσημου δελτίου ταυτότητας που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν η διεύθυνση δεν αναγράφεται στο εν λόγω διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας, εξακριβώνεται βάσει οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος. Εάν ο αριθμός φορολογικού μητρώου δεν αναγράφεται στο διαβατήριο, ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή σε άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας, ενδεχομένως στο πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, που υποβάλλει ο πραγματικός δικαιούχος, τα στοιχεία ταυτότητας συμπληρώνονται με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου που προκύπτουν από το διαβατήριο ή το επίσημο δελτίο ταυτότητας.
|
|
(a) for contractual relations entered into before 1 January 2004, the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner by using the information at its disposal, in particular pursuant to the regulations in force in its State of establishment and to Directive 91/308/EEC;
|
3. Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει ελάχιστων κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη διεύθυνσή του:
|
|
(b) for contractual relations entered into, or transactions carried out in the absence of contractual relations, on or after 1 January 2004, the paying agent shall establish the residence of the beneficial owner on the basis of the address mentioned on the passport, on the official identity card or, if necessary, on the basis of any documentary proof of identity presented by the beneficial owner and according to the following procedure: for individuals presenting a passport or official identity card issued by a Member State who declare themselves to be resident in a third country, residence shall be established by means of a tax residence certificate issued by the competent authority of the third country in which the individual claims to be resident. Failing the presentation of such a certificate, the Member State which issued the passport or other official identity document shall be considered to be the country of residence.
|
α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ιδίως κατ' εφαρμογή των ισχυόντων στο κράτος εγκατάστασής του κανονισμών και της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ·
|
|
|
β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή, τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του δικαιούχου βάσει της διεύθυνσης που αναγράφεται στο διαβατήριο ή στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου το οποίο παρουσιάζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζουν διαβατήριο ή επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο δηλώνει ότι κατοικεί. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, θεωρείται ως τόπος κατοικίας το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το διαβατήριο ή το άλλο επίσημο έγγραφο ταυτότητας.
|
|
Article 4
|
|
|
Definition of paying agent
|
Άρθρο 4
|
|
1. For the purposes of this Directive, "paying agent" means any economic operator who pays interest to or secures the payment of interest for the immediate benefit of the beneficial owner, whether the operator is the debtor of the debt claim which produces the interest or the operator charged by the debtor or the beneficial owner with paying interest or securing the payment of interest.
|
Ορισμός του φορέα πληρωμής
|
|
2. Any entity established in a Member State to which interest is paid or for which interest is secured for the benefit of the beneficial owner shall also be considered a paying agent upon such payment or securing of such payment. This provision shall not apply if the economic operator has reason to believe, on the basis of official evidence produced by that entity, that:
|
1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "φορέας πληρωμής" νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλιση αυτής της πληρωμής.
|
|
(a) it is a legal person, with the exception of those legal persons referred to in paragraph 5; or
|
2. Κάθε φορέας εγκατεστημένος σε κράτος μέλος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται αν ο οικονομικός φορέας έχει λόγους να πιστεύει, βάσει επίσημων αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλει ο φορέας, ότι:
|
|
(b) its profits are taxed under the general arrangements for business taxation; or
|
α) είναι νομικό πρόσωπο, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5· ή
|
|
(c) it is an UCITS recognised in accordance with Directive 85/611/EEC.
|
β) τα κέρδη του φορολογούνται βάσει των γενικών ρυθμίσεων φορολογίας των επιχειρήσεων· ή
|
|
An economic operator paying interest to, or securing interest for, such an entity established in another Member State which is considered a paying agent under this paragraph shall communicate the name and address of the entity and the total amount of interest paid to, or secured for, the entity to the competent authority of its Member State of establishment, which shall pass this information on to the competent authority of the Member State where the entity is established.
|
γ) συνιστά ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένο σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ.
|
|
3. The entity referred to in paragraph 2 shall, however, have the option of being treated for the purposes of this Directive as an UCITS as referred to in 2(c). The exercise of this option shall require a certificate to be issued by the Member State in which the entity is established and presented to the economic operator by that entity.
|
Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε έναν τέτοιο φορέα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, και θεωρούμενο ως φορέα πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτόν, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση του φορέα καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που του κατέβαλε ή των οποίων εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασής του, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του φορέα.
|
|
Member States shall lay down the detailed rules for this option for entities established in their territory.
|
3. Ο φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να επιλέγει, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, να τυγχάνει μεταχείρισης ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ). Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί αντικείμενο πιστοποιητικού που εκδίδεται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας, υποβάλλεται δε από αυτόν τον φορέα στον οικονομικό φορέα.
|
|
4. Where the economic operator and the entity referred to in paragraph 2 are established in the same Member State, that Member State shall take the necessary measures to ensure that the entity complies with the provisions of this Directive when it acts as a paying agent.
|
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες άσκησης αυτού του δικαιώματος για τους φορείς τους εγκατεστημένους στο έδαφός τους.
|
|
5. The legal persons exempted from paragraph 2(a) are:
|
4. Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και ο φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης του φορέα, όταν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
|
|
(a) in Finland: avoin yhtiö (Ay) and kommandiittiyhtiö (Ky)/öppet bolag and kommanditbolag;
|
5. Τα νομικά πρόσωπα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 2 στοιχείο α) είναι:
|
|
(b) in Sweden: handelsbolag (HB) and kommanditbolag (KB).
|
α) στη Φινλανδία: avoin yhtiö (Ay) και kommandiittiyhtiö (Ky)/öppet bolag και kommanditbolag·
|
|
|
β) στη Σουηδία: handelsbolag (HB) και kommanditbolag (KB).
|
|
Article 5
|
|
|
Definition of competent authority
|
Άρθρο 5
|
|
For the purposes of this Directive, "competent authority" means:
|
Ορισμός της αρμόδιας αρχής
|
|
(a) for Member States, any of the authorities notified by the Member States to the Commission;
|
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "αρμόδια αρχή" νοείται:
|
|
(b) for third countries, the competent authority for the purposes of bilateral or multilateral tax conventions or, failing that, such other authority as is competent to issue certificates of residence for tax purposes.
|
α) όσον αφορά τα κράτη μέλη, οποιαδήποτε από τις αρχές που έχουν αυτά κοινοποιήσει στην Επιτροπή και
|
|
|
β) όσον αφορά τρίτες χώρες, η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς των διμερών ή πολυμερών φορολογικών συμβάσεων ή, ελλείψει αυτής, κάθε άλλη αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση πιστοποιητικών φορολογικής κατοικίας.
|
|
Article 6
|
|
|
Definition of interest payment
|
Άρθρο 6
|
|
1. For the purposes of this Directive, "interest payment" means:
|
Ορισμός των τόκων
|
|
(a) interest paid or credited to an account, relating to debt claims of every kind, whether or not secured by mortgage and whether or not carrying a right to participate in the debtor's profits, and, in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures; penalty charges for late payments shall not be regarded as interest payments;
|
1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "τόκοι" νοούνται:
|
|
(b) interest accrued or capitalised at the sale, refund or redemption of the debt claims referred to in (a);
|
α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, είτε συνοδεύονται είτε όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ωφελημάτων και λαχνών που τα συνοδεύουν. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι·
|
|
(c) income deriving from interest payments either directly or through an entity referred to in Article 4(2), distributed by:
|
β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
|
|
(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC,
|
γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, το οποίο διανέμεται από:
|
|
(ii) entities which qualify for the option under Article 4(3),
|
i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένους σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ,
|
|
(iii) undertakings for collective investment established outside the territory referred to in Article 7;
|
ii) φορείς που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 και
|
|
(d) income realised upon the sale, refund or redemption of shares or units in the following undertakings and entities, if they invest directly or indirectly, via other undertakings for collective investment or entities referred to below, more than 40 % of their assets in debt claims as referred to in (a):
|
iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 7·
|
|
(i) an UCITS authorised in accordance with Directive 85/611/EEC,
|
δ) εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και φορείς, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή φορέων που αναφέρονται κατωτέρω, ποσοστό ανώτερο του 40 % του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α):
|
|
(ii) entities which qualify for the option under Article 4(3),
|
i) ΟΣΕΚΑ εγκεκριμένους σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ,
|
|
(iii) undertakings for collective investment established outside the territory referred to in Article 7.
|
ii) φορείς που επωφελούνται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3,
|
|
However, Member States shall have the option of including income mentioned under (d) in the definition of interest only to the extent that such income corresponds to gains directly or indirectly deriving from interest payments within the meaning of (a) and (b).
|
iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 7.
|
|
2. As regards paragraph 1(c) and (d), when a paying agent has no information concerning the proportion of the income which derives from interest payments, the total amount of the income shall be considered an interest payment.
|
Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να μην περιλαμβάνουν στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στο στοιχείο δ) παρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμές τόκων κατά την έννοια των στοιχείων α) και β).
|
|
3. As regards paragraph 1(d), when a paying agent has no information concerning the percentage of the assets invested in debt claims or in shares or units as defined in that paragraph, that percentage shall be considered to be above 40 %. Where he cannot determine the amount of income realised by the beneficial owner, the income shall be deemed to correspond to the proceeds of the sale, refund or redemption of the shares or units.
|
2. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείται ως πληρωμή τόκων.
|
|
4. When interest, as defined in paragraph 1, is paid to or credited to an account held by an entity referred to in Article 4(2), such entity not having qualified for the option under Article 4(3), it shall be considered an interest payment by such entity.
|
3. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μονάδες ή μερίδια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40 %. Όταν δεν είναι σε θέση να καθορίσει το ποσό του εισοδήματος που αποκόμισε ο πραγματικός δικαιούχος, ως εισόδημα θεωρείται το προϊόν της πώλησης, της εξόφλησης ή της εξαγοράς των μετοχών ή μεριδίων.
|
|
5. As regards paragraph 1(b) and (d), Member States shall have the option of requiring paying agents in their territory to annualise the interest over a period of time which may not exceed one year, and treating such annualised interest as an interest payment even if no sale, redemption or refund occurs during that period.
|
4. Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, αν ο εν λόγω φορέας δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, θεωρούνται ως πληρωμές τόκων από τον εν λόγω φορέα.
|
|
6. By way of derogation from paragraphs 1(c) and (d), Member States shall have the option of excluding from the definition of interest payment any income referred to in those provisions from undertakings or entities established within their territory where the investment in debt claims referred to in paragraph 1(a) of such entities has not exceeded 15 % of their assets. Likewise, by way of derogation from paragraph 4, Member States shall have the option of excluding from the definition of interest payment in paragraph 1 interest paid or credited to an account of an entity referred to in Article 4(2) which has not qualified for the option under Article 4(3) and is established within their territory, where the investment of such an entity in debt claims referred to in paragraph 1(a) has not exceeded 15 % of its assets.
|
5. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ), τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη και αν δεν διενεργηθεί πώληση, εξαγορά ή εξόφληση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
|
|
The exercise of such option by a Member State shall be binding on other Member States.
|
6. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ), τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από οργανισμούς ή φορείς που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή φορέων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν υπερβαίνει το 15 %. Παρομοίως, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, τους τόκους που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, εάν ο φορέας αυτός δεν επωφελείται από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 και είναι εγκατεστημένος στο έδαφός τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του ενεργητικού των εν λόγω φορέων που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν υπερβαίνει το 15 %.
|
|
7. The percentage referred to in paragraph 1(d) and paragraph 3 shall from 1 January 2011 be 25 %.
|
Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από κράτος μέλος είναι δεσμευτική και για άλλα κράτη μέλη.
|
|
8. The percentages referred to in paragraph 1(d) and in paragraph 6 shall be determined by reference to the investment policy as laid down in the fund rules or instruments of incorporation of the undertakings or entities concerned and, failing which, by reference to the actual composition of the assets of the undertakings or entities concerned.
|
7. Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 είναι 25 %.
|
|
|
8. Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 6 καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή φορέων και, ελλείψει αυτών, βάσει της πραγματικής σύνθεσης του ενεργητικού τους.
|
|
Article 7
|
|
|
Territorial scope
|
Άρθρο 7
|
|
This Directive shall apply to interest paid by a paying agent established within the territory to which the Treaty applies by virtue of Article 299 thereof.
|
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
|
|
|
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους τόκους που καταβάλλονται από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο σε έδαφος όπου εφαρμόζεται η συνθήκη δυνάμει του άρθρου 299 αυτής.
|
|
CHAPTER II EXCHANGE OF INFORMATION
|
|
|
Article 8
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
|
|
Information reporting by the paying agent
|
Άρθρο 8
|
|
1. Where the beneficial owner is resident in a Member State other than that in which the paying agent is established, the minimum amount of information to be reported by the paying agent to the competent authority of its Member State of establishment shall consist of:
|
Υποβολή στοιχείων από τον φορέα πληρωμής
|
|
(a) the identity and residence of the beneficial owner established in accordance with Article 3;
|
1. Όταν ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του φορέα πληρωμής, το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασής του περιλαμβάνει:
|
|
(b) the name and address of the paying agent;
|
α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3·
|
|
(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, identification of the debt claim giving rise to the interest;
|
β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής·
|
|
(d) information concerning the interest payment in accordance with paragraph 2.
|
γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης που αποτελεί γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων και
|
|
2. The minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent shall distinguish between the following categories of interest and indicate:
|
δ) στοιχεία σχετικά με την πληρωμή των τόκων σύμφωνα με τη παράγραφο 2.
|
|
(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(a): the amount of interest paid or credited;
|
2. Το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών τις οποίες οφείλει να παρέχει ο φορέας πληρωμής όσον αφορά τους τόκους πρέπει να διαφοροποιεί τους τόκους σύμφωνα με τις εν συνεχεία κατηγορίες και να δηλώνει:
|
|
(b) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(b) or (d): either the amount of interest or income referred to in those paragraphs or the full amount of the proceeds from the sale, redemption or refund;
|
α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α): το ποσό των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων·
|
|
(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(c): either the amount of income referred to in that paragraph or the full amount of the distribution;
|
β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή δ): είτε το ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτές τις παραγράφους είτε το συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση·
|
|
(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(4): the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 4(2) who meet the conditions of Articles 1(1) and 2(1);
|
γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ): είτε το ποσό του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτή την παράγραφο είτε το συνολικό διανεμόμενο ποσό·
|
|
(e) where a Member State exercises the option under Article 6(5): the amount of annualised interest.
|
δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 4: το ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος του φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 1 παράγραφος 1 και του άρθρου 2 παράγραφος 1·
|
|
However, Member States may restrict the minimum amount of information concerning interest payment to be reported by the paying agent to the total amount of interest or income and to the total amount of the proceeds from sale, redemption or refund.
|
ε) σε περίπτωση που κράτος μέλος ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5: το ποσό του ανοιγμένου σε ετήσια βάση τόκου.
|
|
|
Εντούτοις, τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή του εισοδήματος και στο συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση.
|
|
Article 9
|
|
|
Automatic exchange of information
|
Άρθρο 9
|
|
1. The competent authority of the Member State of the paying agent shall communicate the information referred to in Article 8 to the competent authority of the Member State of residence of the beneficial owner.
|
Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών
|
|
2. The communication of information shall be automatic and shall take place at least once a year, within six months following the end of the tax year of the Member State of the paying agent, for all interest payments made during that year.
|
1. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου.
|
|
3. The provisions of Directive 77/799/EEC shall apply to the exchange of information under this Directive, provided that the provisions of this Directive do not derogate therefrom. However, Article 8 of Directive 77/799/EEC shall not apply to the information to be provided pursuant to this chapter.
|
2. Η κοινοποίηση πληροφοριών διεξάγεται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.
|
|
|
3. Οι διατάξεις της οδηγίας 77/799/EOK εφαρμόζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπει η παρούσα οδηγία, εφόσον οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν παρεκκλίνουν. Εντούτοις, το άρθρο 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου.
|
|
CHAPTER III TRANSITIONAL PROVISIONS
|
|
|
Article 10
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
Transitional period
|
Άρθρο 10
|
|
1. During a transitional period starting on the date referred to in Article 17(2) and (3) and subject to Article 13(1), Belgium, Luxembourg and Austria shall not be required to apply the provisions of Chapter II.
|
Μεταβατική περίοδος
|
|
They shall, however, receive information from the other Member States in accordance with Chapter II.
|
1. Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που αρχίζει την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 3, και με την επιφύλαξη του άρθρου 13 παράγραφος 1, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του κεφαλαίου II.
|
|
During the transitional period, the aim of this Directive shall be to ensure minimum effective taxation of savings in the form of interest payments made in one Member State to beneficial owners who are individuals resident for tax purposes in another Member State.
|
Ωστόσο, δικαιούνται να λαμβάνουν πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το κεφάλαιο II.
|
|
2. The transitional period shall end at the end of the first full fiscal year following the later of the following dates:
|
Κατά τη μεταβατική περίοδο, η παρούσα οδηγία έχει στόχο την εξασφάλιση ελαχίστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται σε ένα κράτος μέλος σε πραγματικούς δικαιούχους που είναι φυσικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος.
|
|
- the date of entry into force of an agreement between the European Community, following a unanimous decision of the Council, and the last of the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the Principality of Monaco and the Principality of Andorra, providing for the exchange of information upon request as defined in the OECD Model Agreement on Exchange of Information on Tax Matters released on 18 April 2002 (hereinafter the "OECD Model Agreement") with respect to interest payments, as defined in this Directive, made by paying agents established within their respective territories to beneficial owners resident in the territory to which the Directive applies, in addition to the simultaneous application by those same countries of a withholding tax on such payments at the rate defined for the corresponding periods referred to in Article 11(1),
|
2. Η μεταβατική περίοδος λήγει στο τέλος του πρώτου πλήρους φορολογικού έτους μετά τη μεταγενέστερη από τις παρακάτω ημερομηνίες:
|
|
- the date on which the Council agrees by unanimity that the United States of America is committed to exchange of information upon request as defined in the OECD Model Agreement with respect to interest payments, as defined in this directive, made by paying agents established within its territory to beneficial owners resident in the territory to which the Directive applies.
|
- την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας την οποία η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα συνάψει τελευταία και με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, με μία από τις παρακάτω χώρες: Ελβετική Συνομοσπονδία, Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, Πριγκιπάτο του Μονακό ή Πριγκιπάτο της Ανδόρας. Αντικείμενο των συμφωνιών θα είναι η ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήσεως, όπως ορίζεται στο υπόδειγμα συμφωνίας για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών το οποίο εξέδωσε ο ΟΟΣΑ στις 18 Απριλίου 2002 (εφεξής "υπόδειγμα συμφωνίας ΟΟΣΑ"), καθ' όσον αφορά τις πληρωμές τόκων όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, από φορείς πληρωμής εγκατεστημένους στα αντίστοιχα κράτη προς πραγματικούς δικαιούχους έχοντες κατοικία σε έδαφος όπου εφαρμόζεται η οδηγία, επί πλέον της εκ μέρους αυτών των χωρών παρακράτησης φόρου επί των πληρωμών αυτών με το συντελεστή που ορίζεται για τις αντίστοιχες περιόδους που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1,
|
|
3. At the end of the transitional period, Belgium, Luxembourg and Austria shall be required to apply the provisions of Chapter II and they shall cease to apply the withholding tax and the revenue sharing provided for in Articles 11 and 12. If, during the transitional period, Belgium, Luxembourg or Austria elects to apply the provisions of Chapter II, it shall no longer apply the withholding tax and the revenue sharing provided for in Articles 11 and 12.
|
- την ημερομηνία κατά την οποία το Συμβούλιο θα αποφασίσει ομόφωνα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες κατόπιν αιτήσεως, κατά τα οριζόμενα στο υπόδειγμα συμφωνίας του ΟΟΣΑ, καθ' όσον αφορά τις πληρωμές τόκων, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, από φορείς πληρωμής εγκατεστημένους στις ΗΠΑ προς πραγματικούς δικαιούχους έχοντες κατοικία σε έδαφος όπου εφαρμόζεται η οδηγία.
|
|
|
3. Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ και παύουν να εφαρμόζουν την παρακράτηση του φόρου στην πηγή και την κατανομή των εσόδων, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12. Εάν το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο ή η Αυστρία επιλέξουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ πριν λήξει η μεταβατική περίοδος, παύουν να εφαρμόζονται η παρακράτηση του φόρου στην πηγή και η κατανομή των εσόδων, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12.
|
|
Article 11
|
|
|
Withholding tax
|
Άρθρο 11
|
|
1. During the transitional period referred to in Article 10, where the beneficial owner is resident in a Member State other than that in which the paying agent is established, Belgium, Luxembourg and Austria shall levy a withholding tax at a rate of 15 % during the first three years of the transitional period, 20 % for the subsequent three years and 35 % thereafter.
|
Παρακράτηση φόρου στην πηγή
|
|
2. The paying agent shall levy withholding tax as follows:
|
1. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 10, στην περίπτωση που ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του φορέα πληρωμής, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία επιβάλλουν συντελεστή παρακράτησης φόρου στην πηγή ύψους 15 % τα πρώτα τρία έτη της μεταβατικής περιόδου, 20 % τα τρία επόμενα έτη, και εν συνεχεία 35 %.
|
|
(a) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(a): on the amount of interest paid or credited;
|
2. Ο φορέας πληρωμής επιβάλλει παρακράτηση του φόρου στην πηγή με τους εξής τρόπους:
|
|
(b) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(b) or (d): on the amount of interest or income referred to in those paragraphs or by a levy of equivalent effect to be borne by the recipient on the full amount of the proceeds of the sale, redemption or refund;
|
α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α): στο ποσό των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων·
|
|
(c) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(1)(c): on the amount of income referred to in that paragraph;
|
β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή δ): στο ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται στα εν λόγω στοιχεία ή με εισφορά ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικού ποσού των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση·
|
|
(d) in the case of an interest payment within the meaning of Article 6(4): on the amount of interest attributable to each of the members of the entity referred to in Article 4(2) who meet the conditions of Articles 1(1) and 2(1);
|
γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ): στο ποσό του εισοδήματος που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο·
|
|
(e) where a Member State exercises the option under Article 6(5): on the amount of annualised interest.
|
δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 4: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος του φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 το οποίο πληροί τους όρους του άρθρου 1 παράγραφος 1 και του άρθρου 2 παράγραφος 1·
|
|
3. For the purposes of points (a) and (b) of paragraph 2, withholding tax shall be levied pro rata to the period of holding of the debt claim by the beneficial owner. When the paying agent is unable to determine the period of holding on the basis of information in its possession, it shall treat the beneficial owner as having held the debt claim throughout its period of existence unless he provides evidence of the date of acquisition.
|
ε) σε περίπτωση που κράτος μέλος ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5: στο ποσό των ανοιγμένων σε ετήσια βάση τόκων.
|
|
4. The imposition of withholding tax by the Member State of the paying agent shall not preclude the Member State of residence for tax purposes of the beneficial owner from taxing the income in accordance with its national law, subject to compliance with the Treaty.
|
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχεία α) και β), η παρακράτηση στην πηγή πραγματοποιείται κατ' αναλογία προς την περίοδο κατοχής της απαίτησης από τον πραγματικό δικαιούχο. Σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν είναι σε θέση να καθορίσει την περίοδο κατοχής βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, θεωρεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος είναι κάτοχος της απαίτησης καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της εκτός αν ο τελευταίος παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία απόκτησής της.
|
|
5. During the transitional period, Member States levying withholding tax may provide that an economic operator paying interest to, or securing interest for, an entity referred to in Article 4(2) established in another Member State shall be considered the paying agent in place of the entity and shall levy the withholding tax on that interest, unless the entity has formally agreed to its name, address and the total amount of interest paid to it or secured for it being communicated in accordance with the last subparagraph of Article 4(2).
|
4. Η επιβολή παρακράτησης στην πηγή από το κράτος μέλος του φορέα πληρωμής δεν εμποδίζει το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τηρουμένης της συνθήκης.
|
|
|
5. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την παρακράτηση φόρου στην πηγή μπορούν να προβλέψουν ότι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους, ή εξασφαλίζει την καταβολή των τόκων, σε φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος θεωρείται ως ο φορέας πληρωμής για λογαριασμό αυτού του άλλου φορέα και θα παρακρατεί φόρο στην πηγή επί των τόκων αυτών, εκτός εάν ο άλλος φορέας έχει επισήμως δεχθεί να κοινοποιούνται σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 4 παράγραφος 2 η επωνυμία του και η διεύθυνσή του, καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που του καταβάλλονται ή εξασφαλίζονται για λογαριασμό του.
|
|
Article 12
|
|
|
Revenue sharing
|
Άρθρο 12
|
|
1. Member States levying withholding tax in accordance with Article 11(1) shall retain 25 % of their revenue and transfer 75 % of the revenue to the Member State of residence of the beneficial owner of the interest.
|
Κατανομή των εσόδων
|
|
2. Member States levying withholding tax in accordance with Article 11(5) shall retain 25 % of the revenue and transfer 75 % to the other Member States proportionate to the transfers carried out pursuant to paragraph 1 of this Article.
|
1. Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 διατηρούν το 25 % του φόρου τους και μεταβιβάζουν το 75 % των εσόδων στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου των τόκων.
|
|
3. Such transfers shall take place at the latest within a period of six months following the end of the tax year of the Member State of the paying agent in the case of paragraph 1, or that of the Member State of the economic operator in the case of paragraph 2.
|
2. Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 διατηρούν το 25 % του φόρου τους και μεταβιβάζουν το 75 % των εσόδων στα άλλα κράτη μέλη με την αναλογία που ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
|
|
4. Member States levying withholding tax shall take the necessary measures to ensure the proper functioning of the revenue-sharing system.
|
3. Οι μεταβιβάσεις αυτές πραγματοποιούνται το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής, στην περίπτωση της παραγράφου 1, ή εκείνου του κράτους μέλους του οικονομικού φορέα, στην περίπτωση της παραγράφου 2.
|
|
|
4. Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση στην πηγή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής εσόδων.
|
|
Article 13
|
|
|
Exceptions to the withholding tax procedure
|
Άρθρο 13
|
|
1. Member States levying withholding tax in accordance with Article 11 shall provide for one or both of the following procedures in order to ensure that the beneficial owners may request that no tax be withheld:
|
Εξαιρέσεις από τη διαδικασία παρακράτησης στην πηγή
|
|
(a) a procedure which allows the beneficial owner expressly to authorise the paying agent to report information in accordance with Chapter II, such authorisation covering all interest paid to the beneficial owner by that paying agent; in such cases, the provisions of Article 9 shall apply;
|
1. Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 προβλέπουν μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι μπορούν να ζητήσουν να μην πραγματοποιηθεί παρακράτηση φόρου:
|
|
(b) a procedure which ensures that withholding tax shall not be levied where the beneficial owner presents to his paying agent a certificate drawn up in his name by the competent authority of his Member State of residence for tax purposes in accordance with paragraph 2.
|
α) διαδικασία που παρέχει τη δυνατότητα στον πραγματικό δικαιούχο να εξουσιοδοτήσει ρητά το φορέα πληρωμής να κοινοποιεί πληροφορίες σύμφωνα με το κεφάλαιο II· η εξουσιοδότηση αυτή καλύπτει το σύνολο των τόκων που καταβάλλονται στον πραγματικό δικαιούχο από τον φορέα πληρωμής· στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9·
|
|
2. At the request of the beneficial owner, the competent authority of his Member State of residence for tax purposes shall issue a certificate indicating:
|
β) διαδικασία που διασφαλίζει ότι δεν διενεργείται παρακράτηση στην πηγή όταν ο πραγματικός δικαιούχος υποβάλλει στον φορέα πληρωμής το πιστοποιητικό που του χορηγεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του σύμφωνα με την παράγραφο 2.
|
|
(a) the name, address and tax or other identification number or, failing such, the date and place of birth of the beneficial owner;
|
2. Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της φορολογικής κατοικίας του εκδίδει πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρονται:
|
|
(b) the name and address of the paying agent;
|
α) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή, αν δεν υπάρχει, η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης του πραγματικού δικαιούχου·
|
|
(c) the account number of the beneficial owner or, where there is none, the identification of the security.
|
β) το όνομα και η διεύθυνση του φορέα πληρωμής·
|
|
Such certificate shall be valid for a period not exceeding three years. It shall be issued to any beneficial owner who requests it, within two months following such request.
|
γ) ο αριθμός λογαριασμού του δικαιούχου ή, εάν δεν υπάρχει, τα στοιχεία του τίτλου που ενσωματώνει την απαίτηση.
|
|
|
Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της αιτήσεως.
|
|
Article 14
|
|
|
Elimination of double taxation
|
Άρθρο 14
|
|
1. The Member State of residence for tax purposes of the beneficial owner shall ensure the elimination of any double taxation which might result from the imposition of the withholding tax referred to in Article 11, in accordance with the provisions of paragraphs 2 and 3.
|
Εξάλειψη της διπλής φορολογίας
|
|
2. If interest received by a beneficial owner has been subject to withholding tax in the Member State of the paying agent, the Member State of residence for tax purposes of the beneficial owner shall grant him a tax credit equal to the amount of the tax withheld in accordance with its national law. Where this amount exceeds the amount of tax due in accordance with its national law, the Member State of residence for tax purposes shall repay the excess amount of tax withheld to the beneficial owner.
|
1. Το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύπτει από την επιβολή της παρακράτησης στην πηγή που προβλέπεται στο άρθρο 11, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.
|
|
3. If, in addition to the withholding tax referred to in Article 11, interest received by a beneficial owner has been subject to any other type of withholding tax and the Member State of residence for tax purposes grants a tax credit for such withholding tax in accordance with its national law or double taxation conventions, such other withholding tax shall be credited before the procedure in paragraph 2 is applied.
|
2. Όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στην πηγή στο κράτος μέλος του φορέα πληρωμής, το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω πραγματικού δικαιούχου του χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία φόρου, το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας επιστρέφει το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου στον πραγματικό δικαιούχο.
|
|
4. The Member State of residence for tax purposes of the beneficial owner may replace the tax credit mechanism referred to in paragraphs 2 and 3 by a refund of the withholding tax referred to in Article 11.
|
3. Αν, πέραν της παρακράτησης στην πηγή όπως προβλέπεται στο άρθρο 11, επί των τόκων που εισπράττονται από τον πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτηση φόρου στην πηγή και το κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό αυτής της άλλης παρακράτησης στην πηγή πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2.
|
|
|
4. To κράτος μέλος της φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 με την επιστροφή της παρακράτησης στην πηγή που αναφέρεται στο άρθρο 11.
|
|
Article 15
|
|
|
Negotiable debt securities
|
Άρθρο 15
|
|
1. During the transitional period referred to in Article 10, but until 31 December 2010 at the latest, domestic and international bonds and other negotiable debt securities which have been first issued before 1 March 2001 or for which the original issuing prospectuses have been approved before that date by the competent authorities within the meaning of Council Directive 80/390/EEC(7) or by the responsible authorities in third countries shall not be considered as debt claims within the meaning of Article 6(1)(a), provided that no further issues of such negotiable debt securities are made on or after 1 March 2002. However, should the transitional period referred to in Article 10 continue beyond 31 December 2010, the provisions of this Article shall only continue to apply in respect of such negotiable debt securities:
|
Διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι
|
|
- which contain gross-up and early redemption clauses and
|
1. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10 και μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία αυτή από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου(7), ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Εάν όμως η κατ' άρθρο 10 μεταβατική περίοδος παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνον για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους αυτού του είδους:
|
|
- where the paying agent as defined in Article 4 is established in a Member State applying the withholding tax referred to in Article 11 and that paying agent pays interest to, or secures the payment of interest for the immediate benefit of, a beneficial owner resident in another Member State.
|
- που περιέχουν ρήτρες επανενσωμάτωσης του εκπεσθέντος φόρου και
|
|
If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by a Government or a related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty, as defined in the Annex, the entire issue of such security, consisting of the original issue and any further issue, shall be considered a debt claim within the meaning of Article 6(1)(a).
|
- εφόσον ο φορέας πληρωμής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος που εφαρμόζει την κατ' άρθρο 11 παρακράτηση του φόρου στην πηγή, και ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού.
|
|
If a further issue is made on or after 1 March 2002 of an aforementioned negotiable debt security issued by any other issuer not covered by the second subparagraph, such further issue shall be considered a debt claim within the meaning of Article 6(1)(a).
|
Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, όπως ορίζεται στο παράρτημα η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α).
|
|
2. Nothing in this Article shall prevent Member States from taxing the income from the negotiable debt securities referred to in paragraph 1 in accordance with their national laws.
|
Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α).
|
|
|
2. Kαμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους.
|
|
CHAPTER IV MISCELLANEOUS AND FINAL PROVISIONS
|
|
|
Article 16
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
Other withholding taxes
|
Άρθρο 16
|
|
This Directive shall not preclude Member States from levying other types of withholding tax than that referred to in Article 11 in accordance with their national laws or double-taxation conventions.
|
Άλλες μορφές παρακράτησης φόρου στην πηγή
|
|
|
Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλουν άλλες μορφές παρακράτησης φόρου στην πηγή από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 11, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας.
|
|
Article 17
|
|
|
Transposition
|
Άρθρο 17
|
|
1. Before 1 January 2004 Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive. They shall forthwith inform the Commission thereof.
|
Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία
|
|
2. Member States shall apply these provisions from 1 January 2005 provided that:
|
1. Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
|
|
(i) the Swiss Confederation, the Principality of Liechtenstein, the Republic of San Marino, the Principality of Monaco and the Principality of Andorra apply from that same date measures equivalent to those contained in this Directive, in accordance with agreements entered into by them with the European Community, following unanimous decisions of the Council;
|
2. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από 1ης Ιανουαρίου 2005, υπό τον όρο ότι:
|
|
(ii) all agreements or other arrangements are in place, which provide that all the relevant dependent or associated territories (the Channel Islands, the Isle of Man and the dependent or associated territories in the Caribbean) apply from that same date automatic exchange of information in the same manner as is provided for in Chapter II of this Directive, (or, during the transitional period defined in Article 10, apply a withholding tax on the same terms as are contained in Articles 11 and 12).
|
i) η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, το Πριγκιπάτο του Μονακό και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που θα συνάψουν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατόπιν ομόφωνων αποφάσεων του Συμβουλίου και
|
|
3. The Council shall decide, by unanimity, at least six months before 1 January 2005, whether the condition set out in paragraph 2 will be met, having regard to the dates of entry into force of the relevant measures in the third countries and dependent or associated territories concerned. If the Council does not decide that the condition will be met, it shall, acting unanimously on a proposal by the Commission, adopt a new date for the purposes of paragraph 2.
|
ii) όλες οι συμφωνίες ή άλλοι διακανονισμοί που υφίστανται και προβλέπουν ότι τα εξηρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη (Νήσοι της Μάγχης, Νήσος του Μαν και εξηρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη της Καραϊβικής) εφαρμόζουν από την αυτή ημερομηνία την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών με τον ίδιο τρόπο που θεσπίζει το κεφάλαιο ΙΙ της παρούσας οδηγίας, (ή, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 10, επιβάλλουν παρακράτηση του φόρου στην πηγή με τους ίδιους όρους που ορίζονται στα άρθρα 11 και 12).
|
|
4. When Member States adopt the provisions necessary to comply with this Directive, they shall contain a reference to this Directive or be accompanied by such a reference on the occasion of their official publication. Member States shall determine how such reference is to be made.
|
3. Τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα, αν πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 2, έχοντας υπόψη τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στις τρίτες χώρες και τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη. Εάν το Συμβούλιο αποφανθεί ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση, ορίζει ομόφωνα, προτάσει της Επιτροπής, νέα ημερομηνία για τους σκοπούς της παραγράφου 2.
|
|
5. Member States shall forthwith inform the Commission thereof and communicate to the Commission the main provisions of national law which they adopt in the field covered by this Directive and a correlation table between this Directive and the national provisions adopted.
|
4. Οι διατάξεις που είναι αναγκαίες για την συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέρη.
|
|
|
5. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή και της κοινοποιούν το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των θεσπιζόμενων εθνικών διατάξεων.
|
|
Article 18
|
|
|
Review
|
Άρθρο 18
|
|
The Commission shall report to the Council every three years on the operation of this Directive. On the basis of these reports, the Commission shall, where appropriate, propose to the Council any amendments to the Directive that prove necessary in order better to ensure effective taxation of savings income and to remove undesirable distortions of competition.
|
Επανεξέταση
|
|
|
Η Επιτροπή υποβάλλει κάθε τρία έτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Βάσει αυτών των εκθέσεων, η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο, εάν συντρέχει λόγος, τις τροποποιήσεις της οδηγίας που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, καθώς και η εξάλειψη των ανεπιθύμητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
|
|
Article 19
|
|
|
Entry into force
|
Άρθρο 19
|
|
This Directive shall enter into force on the 20th day following that of its publication in the Official Journal of the European Union.
|
Έναρξη ισχύος
|
|
|
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
|
|
Article 20
|
|
|
Addressees
|
Άρθρο 20
|
|
This Directive is addressed to the Member States.
|
Αποδέκτες
|
|
|
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
|
|
Done at Luxembourg, 3 June 2003.
|
|
|
|
Λουξεμβούργο, 3 Ιουνίου 2003.
|
|
For the Council
|
|
|
The President
|
Για το Συμβούλιο
|
|
N. Christodoulakis
|
Ο Πρόεδρος
|
|
|
Ν. Χριστοδουλάκης
|
|
(1) OJ C 270 E, 25.9.2001, p. 259.
|
|
|
(2) OJ C 47 E, 27.2.2003, p. 553.
|
(1) ΕΕ C 270 Ε της 25.9.2001, σ. 259.
|
|
(3) OJ C 48, 21.2.2002, p. 55.
|
(2) EE C 47 Ε της 27.2.2003, σ. 553.
|
|
(4) OJ L 375, 31.12.1985, p. 3. Directive as last amended by Directive 2001/108/EC of the European Parliament and of the Council (OJ L 41, 13.2.2002, p. 35).
|
(3) ΕΕ C 48 της 21.2.2002, σ. 55.
|
|
(5) OJ L 336, 27.12.1977, p. 15. Directive as last amended by the 1994 Act of Accession.
|
(4) ΕΕ L 375 της 31.12.1985, σ. 3· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/108/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 41 της 13.2.2002, σ. 35).
|
|
(6) OJ L 166, 28.6.1991, p. 77. Directive as last amended by Directive 2001/97/EC of the European Parliament and of the Council (OJ L 344, 28.12.2001, p. 76).
|
(5) ΕΕ L 336 της 27.12.1977, σ. 15· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.
|
|
(7) OJ L 100, 17.4.1980, p. 1. Directive repealed by Directive 2001/34/EC of the European Parliament and of the Council (OJ L 184, 6.7.2001, p. 1).
|
(6) ΕΕ L 166 της 28.6.1991, σ. 77· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 76).
|
|
|
(7) ΕΕ L 100 της 17.4.1980, σ. 1· οδηγία η οποία καταργήθηκε από την οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 184 της 6.7.2001, σ. 1).
|
|
|
|
|
|
|
|
ANNEX
|
|
|
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
|
|
LIST OF RELATED ENTITIES REFERRED TO IN ARTICLE 15
|
|
|
For the purposes of Article 15, the following entities will be considered to be a "related entity acting as a public authority or whose role is recognised by an international treaty":
|
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ "ΕΞΟΜΟΙΟΥΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ" ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 15
|
|
- entities within the European Union:
|
Για τους σκοπούς του άρθρου 15, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως "εξομοιούμενοι προς δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη":
|
|
>TABLE>
|
- οργανισμοί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
|
|
- international entities:
|
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
|
|
European Bank for Reconstruction and Development
|
- Διεθνείς οργανισμοί:
|
|
European Investment Bank
|
Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης
|
|
Asian Development Bank
|
Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
|
|
African Development Bank
|
Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης
|
|
World Bank/IBRD/IMF
|
Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης
|
|
International Finance Corporation
|
Παγκόσμια Τράπεζα/ΔΤΑΑ/ΔΝΤ
|
|
Inter-American Development Bank
|
Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης
|
|
Council of Europe Soc. Dev. Fund
|
Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης
|
|
Euratom
|
Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης
|
|
European Community
|
ΕΥΡΑΤΟΜ
|
|
Corporación Andina de Fomento (CAF) (Andean Development Corporation)
|
Ευρωπαϊκή Κοινότητα
|
|
Eurofima
|
Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξης των Άνδεων (CAF)
|
|
European Coal & Steel Community
|
Ευρωπαϊκή Εταιρεία για τη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού
|
|
Nordic Investment Bank
|
Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα
|
|
Caribbean Development Bank
|
Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών
|
|
The provisions of Article 15 are without prejudice to any international obligations that Member States may have entered into with respect to the abovementioned international entities.
|
Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής
|
|
- entities in third countries:
|
Οι διατάξεις του άρθρου 15 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών.
|
|
Those entities that meet the following criteria:
|
- οργανισμοί τρίτων χωρών:
|
|
1. the entity is clearly considered to be a public entity according to the national criteria;
|
Οι εν λόγω οργανισμοί πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:
|
|
2. such public entity is a non-market producer which administers and finances a group of activities, principally providing non-market goods and services, intended for the benefit of the community and which are effectively controlled by general government;
|
1. Ο οργανισμός θεωρείται σαφώς ως δημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια.
|
|
3. such public entity is a large and regular issuer of debt;
|
2. Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί ομάδα κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση.
|
|
4. the State concerned is able to guarantee that such public entity will not exercise early redemption in the event of gross-up clauses.
|
3. Ο δημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια.
|
|
|
4. Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση σε περίπτωση ρητρών αποζημίωσης του επενδυτή (gross-up clauses).
|