|
|
Council Regulation (EC) No 1/2003
|
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου
|
|
of 16 December 2002
|
της 16ης Δεκεμβρίου 2002
|
|
on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty
|
για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης
|
|
(Text with EEA relevance)
|
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
|
|
|
|
|
THE COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION,
|
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
|
|
Having regard to the Treaty establishing the European Community, and in particular Article 83 thereof,
|
Έχοντας υπόψη:
|
|
Having regard to the proposal from the Commission(1),
|
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 83,
|
|
Having regard to the opinion of the European Parliament(2),
|
την πρόταση της Επιτροπής(1),
|
|
Having regard to the opinion of the European Economic and Social Committee(3),
|
τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),
|
|
Whereas:
|
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),
|
|
(1) In order to establish a system which ensures that competition in the common market is not distorted, Articles 81 and 82 of the Treaty must be applied effectively and uniformly in the Community. Council Regulation No 17 of 6 February 1962, First Regulation implementing Articles 81 and 82(4) of the Treaty(5), has allowed a Community competition policy to develop that has helped to disseminate a competition culture within the Community. In the light of experience, however, that Regulation should now be replaced by legislation designed to meet the challenges of an integrated market and a future enlargement of the Community.
|
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
|
(2) In particular, there is a need to rethink the arrangements for applying the exception from the prohibition on agreements, which restrict competition, laid down in Article 81(3) of the Treaty. Under Article 83(2)(b) of the Treaty, account must be taken in this regard of the need to ensure effective supervision, on the one hand, and to simplify administration to the greatest possible extent, on the other.
|
(1) Η εγκαθίδρυση καθεστώτος ικανού να αποτρέπει τη νόθευση του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά προϋποθέτει τη μεθόδευση της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης στην Κοινότητα. Ο κανονισμός αριθ. 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης(4)(5), επέτρεψε την ανάπτυξη κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού, η οποία με τη σειρά της συνέβαλε στη διάδοση κλίματος ανταγωνισμού στην Κοινότητα. Πάντως, σήμερα είναι σκόπιμη η αντικατάσταση του εν λόγω κανονισμού με βάση την κτηθείσα πείρα, ούτως ώστε να προβλεφθούν ρυθμίσεις οι οποίες να είναι προσαρμοσμένες στις προκλήσεις της ενοποιημένης πλέον αγοράς και της μελλοντικής διεύρυνσης της Κοινότητας.
|
|
(3) The centralised scheme set up by Regulation No 17 no longer secures a balance between those two objectives. It hampers application of the Community competition rules by the courts and competition authorities of the Member States, and the system of notification it involves prevents the Commission from concentrating its resources on curbing the most serious infringements. It also imposes considerable costs on undertakings.
|
(2) Ενδείκνυται, ειδικότερα, να επανεξετασθεί ο τρόπος εφαρμογής της διάταξης που εισάγει εξαιρέσεις στην απαγόρευση των συμφωνιών που περιστέλλουν τον ανταγωνισμό, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης. Στο πλαίσιο αυτό είναι σκόπιμο, βάσει του άρθρου 83 παράγραφος 2 στοιχείο β) της συνθήκης, να λαμβάνονται υπόψη, αφενός, η ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής εποπτείας και, αφετέρου, η ανάγκη απλούστευσης της διοικητικής διαδικασίας στο μέτρο του δυνατού.
|
|
(4) The present system should therefore be replaced by a directly applicable exception system in which the competition authorities and courts of the Member States have the power to apply not only Article 81(1) and Article 82 of the Treaty, which have direct applicability by virtue of the case-law of the Court of Justice of the European Communities, but also Article 81(3) of the Treaty.
|
(3) Το συγκεντρωτικό καθεστώς που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό αριθ. 17 δεν είναι πλέον ικανό να διασφαλίζει την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών στόχων. Αφενός, αποτελεί τροχοπέδη για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού από τα δικαστήρια και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, ενώ το σύστημα κοινοποιήσεων που περιλαμβάνει εμποδίζει την Επιτροπή να επικεντρώσει το έργο της στην καταστολή των πλέον σοβαρών παραβάσεων. Αφετέρου, συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
|
|
(5) In order to ensure an effective enforcement of the Community competition rules and at the same time the respect of fundamental rights of defence, this Regulation should regulate the burden of proof under Articles 81 and 82 of the Treaty. It should be for the party or the authority alleging an infringement of Article 81(1) and Article 82 of the Treaty to prove the existence thereof to the required legal standard. It should be for the undertaking or association of undertakings invoking the benefit of a defence against a finding of an infringement to demonstrate to the required legal standard that the conditions for applying such defence are satisfied. This Regulation affects neither national rules on the standard of proof nor obligations of competition authorities and courts of the Member States to ascertain the relevant facts of a case, provided that such rules and obligations are compatible with general principles of Community law.
|
(4) Κατά συνέπεια, το καθεστώς αυτό θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής βάσει του οποίου οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα είναι αρμόδια να εφαρμόζουν όχι μόνο το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και το άρθρο 82 της συνθήκης, που είναι άμεσα εφαρμοστέα σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά και το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης.
|
|
(6) In order to ensure that the Community competition rules are applied effectively, the competition authorities of the Member States should be associated more closely with their application. To this end, they should be empowered to apply Community law.
|
(5) Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και ταυτόχρονα ο σεβασμός θεμελιωδών δικαιωμάτων υπεράσπισης, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ρυθμίζει το βάρος της απόδειξης αναφορικά με τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Θα πρέπει να είναι η πλευρά ή η αρχή που προβάλλει τον ισχυρισμό παράβασης του άρθρου 81 παράγραφος 1 και του άρθρου 82 της συνθήκης που οφείλει να αποδεικνύει την ύπαρξη παράβασης, σύμφωνα με τα απαιτούμενα νομικά πρότυπα απόδειξης. Θα πρέπει να είναι η επιχείρηση ή η ένωση επιχειρήσεων που επικαλείται το ευεργέτημα της υπεράσπισης, έναντι της διαπίστωσης μιας παράβασης, η οποία οφείλει να αποδεικνύει, σύμφωνα με τα απαιτούμενα νομικά πρότυπα απόδειξης, ότι πληρούνται οι όροι για την εφαρμογή αυτής της υπεράσπισης. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει ούτε τους εθνικούς κανόνες περί των απαιτούμενων αποδεικτικών προτύπων ούτε την υποχρέωση των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να εξακριβώνουν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω κανόνες και υποχρεώσεις συνάδουν προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
|
|
(7) National courts have an essential part to play in applying the Community competition rules. When deciding disputes between private individuals, they protect the subjective rights under Community law, for example by awarding damages to the victims of infringements. The role of the national courts here complements that of the competition authorities of the Member States. They should therefore be allowed to apply Articles 81 and 82 of the Treaty in full.
|
(6) Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, είναι σκόπιμο όπως οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού αποκτήσουν πιο στενή σχέση με την εφαρμογή της. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία.
|
|
(8) In order to ensure the effective enforcement of the Community competition rules and the proper functioning of the cooperation mechanisms contained in this Regulation, it is necessary to oblige the competition authorities and courts of the Member States to also apply Articles 81 and 82 of the Treaty where they apply national competition law to agreements and practices which may affect trade between Member States. In order to create a level playing field for agreements, decisions by associations of undertakings and concerted practices within the internal market, it is also necessary to determine pursuant to Article 83(2)(e) of the Treaty the relationship between national laws and Community competition law. To that effect it is necessary to provide that the application of national competition laws to agreements, decisions or concerted practices within the meaning of Article 81(1) of the Treaty may not lead to the prohibition of such agreements, decisions and concerted practices if they are not also prohibited under Community competition law. The notions of agreements, decisions and concerted practices are autonomous concepts of Community competition law covering the coordination of behaviour of undertakings on the market as interpreted by the Community Courts. Member States should not under this Regulation be precluded from adopting and applying on their territory stricter national competition laws which prohibit or impose sanctions on unilateral conduct engaged in by undertakings. These stricter national laws may include provisions which prohibit or impose sanctions on abusive behaviour toward economically dependent undertakings. Furthermore, this Regulation does not apply to national laws which impose criminal sanctions on natural persons except to the extent that such sanctions are the means whereby competition rules applying to undertakings are enforced.
|
(7) Τα εθνικά δικαστήρια επιτελούν καίρια λειτουργία στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Προασπίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, εκδικάζοντας τις νομικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ιδιωτών, π.χ. επιδικάζοντας αποζημίωση υπέρ εκείνων που έχουν θιγεί από παραβάσεις. Υπό την έννοια αυτή, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων συμπληρώνει το ρόλο των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Επομένως, θα πρέπει να τους παρασχεθεί η εξουσία να εφαρμόζουν πλήρως τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.
|
|
(9) Articles 81 and 82 of the Treaty have as their objective the protection of competition on the market. This Regulation, which is adopted for the implementation of these Treaty provisions, does not preclude Member States from implementing on their territory national legislation, which protects other legitimate interests provided that such legislation is compatible with general principles and other provisions of Community law. In so far as such national legislation pursues predominantly an objective different from that of protecting competition on the market, the competition authorities and courts of the Member States may apply such legislation on their territory. Accordingly, Member States may under this Regulation implement on their territory national legislation that prohibits or imposes sanctions on acts of unfair trading practice, be they unilateral or contractual. Such legislation pursues a specific objective, irrespective of the actual or presumed effects of such acts on competition on the market. This is particularly the case of legislation which prohibits undertakings from imposing on their trading partners, obtaining or attempting to obtain from them terms and conditions that are unjustified, disproportionate or without consideration.
|
(8) Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και η ορθή λειτουργία των μηχανισμών συνεργασίας που περιλαμβάνει ο παρών κανονισμός, είναι απαραίτητο να υποχρεωθούν οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών, οσάκις εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες και πρακτικές που ενδέχεται να επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, να εφαρμόζουν επίσης και τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Για να δημιουργηθεί εντός της εσωτερικής αγοράς ένα ενιαίο πλαίσιο χειρισμών προκειμένου για συμφωνίες, αποφάσεις ομίλων επιχειρήσεων και εναρμονισμένες πρακτικές, είναι επίσης ανάγκη να προσδιορισθεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της συνθήκης, η σχέση μεταξύ εθνικών διατάξεων και κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ότι η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε απαγόρευση αυτού του είδους συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών, όταν αυτές δεν απαγορεύονται και από την κοινοτική νομοθεσία. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές αποτελούν αυτόνομες έννοιες της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού που καλύπτουν το συντονισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων στην αγορά σύμφωνα με την ερμηνεία των κοινοτικών δικαστηρίων. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν στο έδαφός τους αυστηρότερες εθνικές διατάξεις για τον ανταγωνισμό οι οποίες να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν κυρώσεις στην τυχόν μονομερή συμπεριφορά στην οποία επιδίδονται οι επιχειρήσεις. Αυτές οι αυστηρότερες εθνικές διατάξεις είναι δυνατό να περιλαμβάνουν διατάξεις που απαγορεύουν ή επιβάλλουν κυρώσεις για καταχρηστική συμπεριφορά έναντι οικονομικώς εξαρτημένων επιχειρήσεων. Πέραν αυτού, ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, εκτός εάν οι κυρώσεις αυτές συνιστούν το μέσον δια του οποίου επιβάλλονται οι κανόνες ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις.
|
|
(10) Regulations such as 19/65/EEC(6), (EEC) No 2821/71(7), (EEC) No 3976/87(8), (EEC) No 1534/91(9), or (EEC) No 479/92(10) empower the Commission to apply Article 81(3) of the Treaty by Regulation to certain categories of agreements, decisions by associations of undertakings and concerted practices. In the areas defined by such Regulations, the Commission has adopted and may continue to adopt so called "block" exemption Regulations by which it declares Article 81(1) of the Treaty inapplicable to categories of agreements, decisions and concerted practices. Where agreements, decisions and concerted practices to which such Regulations apply nonetheless have effects that are incompatible with Article 81(3) of the Treaty, the Commission and the competition authorities of the Member States should have the power to withdraw in a particular case the benefit of the block exemption Regulation.
|
(9) Τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης επιδιώκουν την προστασία του ανταγωνισμού στην αγορά. Ο παρών κανονισμός, ο οποίος εκδίδεται για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων της συνθήκης, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη από του να εφαρμόζουν στο έδαφός τους εθνική νομοθεσία η οποία προστατεύει άλλα νόμιμα συμφέροντα, υπό τον όρον ότι η νομοθεσία αυτή συμβαδίζει με τις γενικές αρχές και τις λοιπές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Εφόσον η συγκεκριμένη εθνική νομοθεσία επιδιώκει κατά κύριο λόγο στόχο άλλον από την προστασία του ανταγωνισμού στην αγορά, οι αρχές του ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών δύνανται να εφαρμόζουν την εν λόγω νομοθεσία στο έδαφός τους. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, να εφαρμόζουν στο έδαφός τους εθνική νομοθεσία που απαγορεύει ή επιβάλλει κυρώσεις στην άσκηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, είτε αυτές είναι μονομερείς είτε συμβατικές. Η νομοθεσία αυτή επιδιώκει συγκεκριμένο στόχο, ανεξαρτήτως των πραγματικών ή των υποτιθεμένων συνεπειών των πράξεων αυτών επί του ανταγωνισμού στην αγορά. Αυτό συμβαίνει ιδίως με τη νομοθεσία που απαγορεύει στις επιχειρήσεις να επιβάλλουν, να αποσπούν ή να επιχειρούν να αποσπάσουν από τους εμπορικούς τους εταίρους αδικαιολόγητους, δυσανάλογους ή μη ανταποδοτικούς όρους και προϋποθέσεις.
|
|
(11) For it to ensure that the provisions of the Treaty are applied, the Commission should be able to address decisions to undertakings or associations of undertakings for the purpose of bringing to an end infringements of Articles 81 and 82 of the Treaty. Provided there is a legitimate interest in doing so, the Commission should also be able to adopt decisions which find that an infringement has been committed in the past even if it does not impose a fine. This Regulation should also make explicit provision for the Commission's power to adopt decisions ordering interim measures, which has been acknowledged by the Court of Justice.
|
(10) Ορισμένοι κανονισμοί, όπως οι κανονισμοί 19/65/ΕΟΚ(6), (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71(7), (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87(8), (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91(9) ή (ΕΟΚ) αριθ. 479/92(10), παρέχουν την εξουσία στην Επιτροπή να εφαρμόζει το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης μέσω κανονισμών σχετικά με ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένων πρακτικών. Στους τομείς που διέπονται από τους εν λόγω κανονισμούς, η Επιτροπή έχει εκδώσει και έχει το δικαίωμα να συνεχίσει να εκδίδει κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία με τους οποίους κηρύσσει το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ανεφάρμοστο σε συγκεκριμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών. Όμως, όταν οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές στις οποίες εφαρμόζονται αυτοί οι Κανονισμοί έχουν αποτελέσματα ασυμβίβαστα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ανακαλούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις το ευεργέτημα του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία.
|
|
(12) This Regulation should make explicit provision for the Commission's power to impose any remedy, whether behavioural or structural, which is necessary to bring the infringement effectively to an end, having regard to the principle of proportionality. Structural remedies should only be imposed either where there is no equally effective behavioural remedy or where any equally effective behavioural remedy would be more burdensome for the undertaking concerned than the structural remedy. Changes to the structure of an undertaking as it existed before the infringement was committed would only be proportionate where there is a substantial risk of a lasting or repeated infringement that derives from the very structure of the undertaking.
|
(11) Για να μπορεί να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απευθύνει αποφάσεις στις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων προκειμένου αυτές να θέσουν τέρμα στις παραβάσεις των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Εφόσον υπάρχει έννομο συμφέρον, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να μπορεί να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες να διαπιστώνεται η διάπραξη παράβασης σε περιπτώσεις που η παράβαση έχει σταματήσει, ακόμη και αν δεν επιβάλλεται πρόστιμο. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να προβλέπει ρητώς την εξουσία έκδοσης διατακτικών αποφάσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, την οποία η Επιτροπή διαθέτει σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
|
|
(13) Where, in the course of proceedings which might lead to an agreement or practice being prohibited, undertakings offer the Commission commitments such as to meet its concerns, the Commission should be able to adopt decisions which make those commitments binding on the undertakings concerned. Commitment decisions should find that there are no longer grounds for action by the Commission without concluding whether or not there has been or still is an infringement. Commitment decisions are without prejudice to the powers of competition authorities and courts of the Member States to make such a finding and decide upon the case. Commitment decisions are not appropriate in cases where the Commission intends to impose a fine.
|
(12) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ρητώς την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει οποιοδήποτε μέτρο, είτε συμπεριφοράς είτε διαρθρωτικού χαρακτήρα, το οποίο απαιτείται προκειμένου να παύσει η παράβαση, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα θα πρέπει να επιβάλλονται μόνον εφόσον δεν υφίσταται εξίσου αποτελεσματικό μέτρο συμπεριφοράς ή στην περίπτωση που το εξίσου αποτελεσματικό μέτρο συμπεριφοράς θα ήταν επαχθέστερο για την αφορώμενη επιχείρηση από το μέτρο διαρθρωτικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, οι διαρθρωτικές μεταβολές μιας επιχείρησης σε σχέση με την κατάστασή της πριν από την παράβαση θα θεωρούνται ανάλογες μόνον εφόσον υφίσταται σημαντικός κίνδυνος διαρκούς ή κατ' εξακολούθηση παράβασης που απορρέει από την ίδια τη διάρθρωση της επιχείρησης.
|
|
(14) In exceptional cases where the public interest of the Community so requires, it may also be expedient for the Commission to adopt a decision of a declaratory nature finding that the prohibition in Article 81 or Article 82 of the Treaty does not apply, with a view to clarifying the law and ensuring its consistent application throughout the Community, in particular with regard to new types of agreements or practices that have not been settled in the existing case-law and administrative practice.
|
(13) Όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή απαγόρευσης, συμφωνίας ή πρακτικής, επιχειρήσεις προτείνουν στην Επιτροπή να αναλάβουν δεσμεύσεις ικανές να παραμερίσουν τις αντιρρήσεις της, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να καθιστά τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις, εκδίδοντας σχετική απόφαση. Οι αποφάσεις δέσμευσης θα πρέπει να διαπιστώνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι δράσης από μέρους της Επιτροπής, δίχως να συνάγουν ότι υπήρχε ή ότι εξακολουθεί να υπάρχει παράβαση. Οι αποφάσεις δέσμευσης δεν θίγουν την αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να προβαίνουν στη σχετική διαπίστωση και να αποφασίζουν ως προς την υπόθεση. Σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή σκοπεύει να επιβάλει πρόστιμο, δεν ενδείκνυνται αποφάσεις δέσμευσης.
|
|
(15) The Commission and the competition authorities of the Member States should form together a network of public authorities applying the Community competition rules in close cooperation. For that purpose it is necessary to set up arrangements for information and consultation. Further modalities for the cooperation within the network will be laid down and revised by the Commission, in close cooperation with the Member States.
|
(14) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης να είναι σκόπιμη, για λόγους προστασίας του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος, η έκδοση από την Επιτροπή απόφασης αναγνωριστικού χαρακτήρα με την οποία να διαπιστώνεται ότι δεν είναι εφαρμοστέα η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 81 ή το άρθρο 82 της συνθήκης, προκειμένου να επιτυγχάνεται η αποσαφήνιση της νομοθεσίας και να διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή της στην Κοινότητα, ιδίως όσον αφορά νέους τύπους συμφωνιών ή πρακτικών που δεν ρυθμίζονται από την υφισταμένη νομολογία και διοικητική πρακτική.
|
|
(16) Notwithstanding any national provision to the contrary, the exchange of information and the use of such information in evidence should be allowed between the members of the network even where the information is confidential. This information may be used for the application of Articles 81 and 82 of the Treaty as well as for the parallel application of national competition law, provided that the latter application relates to the same case and does not lead to a different outcome. When the information exchanged is used by the receiving authority to impose sanctions on undertakings, there should be no other limit to the use of the information than the obligation to use it for the purpose for which it was collected given the fact that the sanctions imposed on undertakings are of the same type in all systems. The rights of defence enjoyed by undertakings in the various systems can be considered as sufficiently equivalent. However, as regards natural persons, they may be subject to substantially different types of sanctions across the various systems. Where that is the case, it is necessary to ensure that information can only be used if it has been collected in a way which respects the same level of protection of the rights of defence of natural persons as provided for under the national rules of the receiving authority.
|
(15) Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών θα πρέπει να αποτελούν από κοινού ένα δίκτυο δημόσιων αρχών που θα συνεργάζονται στενά με σκοπό την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας του ανταγωνισμού. Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητο να συγκροτηθούν κατάλληλοι μηχανισμοί ενημέρωσης και διαβουλεύσεων. Οι περαιτέρω λεπτομέρειες για τη συνεργασία εντός του δικτύου καθορίζονται και αναθεωρούνται από την Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.
|
|
(17) If the competition rules are to be applied consistently and, at the same time, the network is to be managed in the best possible way, it is essential to retain the rule that the competition authorities of the Member States are automatically relieved of their competence if the Commission initiates its own proceedings. Where a competition authority of a Member State is already acting on a case and the Commission intends to initiate proceedings, it should endeavour to do so as soon as possible. Before initiating proceedings, the Commission should consult the national authority concerned.
|
(16) Παρά τις ενδεχόμενες αντίθετες εθνικές διατάξεις, θα πρέπει να επιτρέπεται μεταξύ των μελών του δικτύου η ανταλλαγή πληροφοριών, ακόμη και εμπιστευτικού χαρακτήρα, καθώς και η χρησιμοποίηση τέτοιων πληροφοριών ως αποδεικτικών στοιχείων. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, καθώς και για την παράλληλη εφαρμογή των εθνικών διατάξεων για τον ανταγωνισμό, υπό τον όρο ότι η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων αφορά την ίδια περίπτωση και δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Οσάκις οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες χρησιμοποιούνται από την παραλήπτρια αρχή για επιβολή κυρώσεων σε επιχειρήσεις, δεν θα πρέπει να υπάρχει άλλος περιορισμός στη χρησιμοποίηση των πληροφοριών πλην της υποχρέωσης να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν, δεδομένου ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις είναι του αυτού τύπου σε όλα τα συστήματα. Τα δικαιώματα υπεράσπισης των οποίων απολαύουν οι επιχειρήσεις στα διάφορα συστήματα μπορούν να θεωρηθούν επαρκώς ισοδύναμα. Τα φυσικά, ωστόσο, πρόσωπα μπορούν να υπόκεινται σε διαφόρου τύπου κυρώσεις ανάλογα με τα διάφορα συστήματα. Όταν συμβαίνει αυτό, πρέπει απαραιτήτως να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι πληροφορίες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον εφ' όσον έχουν συλλεγεί με τρόπο που τηρεί το ίδιο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων υπεράσπισης των φυσικών προσώπων όπως ορίζουν οι εθνικοί κανόνες της παραλήπτριας αρχής.
|
|
(18) To ensure that cases are dealt with by the most appropriate authorities within the network, a general provision should be laid down allowing a competition authority to suspend or close a case on the ground that another authority is dealing with it or has already dealt with it, the objective being that each case should be handled by a single authority. This provision should not prevent the Commission from rejecting a complaint for lack of Community interest, as the case-law of the Court of Justice has acknowledged it may do, even if no other competition authority has indicated its intention of dealing with the case.
|
(17) Τόσο για να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού όσο και για να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν καλύτερη διαχείριση του δικτύου, επιβάλλεται να διατηρηθεί σε ισχύ ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίον οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν αυτοδικαίως να είναι αρμόδιες αφ' ης στιγμής η Επιτροπή κινήσει η ίδια διαδικασία για συγκεκριμένη υπόθεση. Όταν αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους έχει επιληφθεί ήδη μιας υποθέσεως και η Επιτροπή σκοπεύει να κινήσει διαδικασία, θα πρέπει να προσπαθεί να προβεί στην ενέργεια αυτή το συντομότερο δυνατόν. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή θα πρέπει να διαβουλεύεται με την επιληφθείσα εθνική αρχή.
|
|
(19) The Advisory Committee on Restrictive Practices and Dominant Positions set up by Regulation No 17 has functioned in a very satisfactory manner. It will fit well into the new system of decentralised application. It is necessary, therefore, to build upon the rules laid down by Regulation No 17, while improving the effectiveness of the organisational arrangements. To this end, it would be expedient to allow opinions to be delivered by written procedure. The Advisory Committee should also be able to act as a forum for discussing cases that are being handled by the competition authorities of the Member States, so as to help safeguard the consistent application of the Community competition rules.
|
(18) Για να διασφαλισθεί η με τον καλύτερο τρόπο κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των μελών του δικτύου, ενδείκνυται να θεσπισθεί διάταξη γενικού χαρακτήρα βάσει της οποίας μια αρχή ανταγωνισμού θα μπορεί να αναστέλλει ή να περατώνει την εξέταση δεδομένης υπόθεσης με βάση το σκεπτικό ότι η ίδια υπόθεση εξετάζεται ή έχει εξετασθεί από κάποια άλλη αρχή. Ο στόχος είναι κάθε υπόθεση να εξετάζεται μόνον από μία αρχή. Η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής, η οποία έχει γίνει δεκτή από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να απορρίπτει μία καταγγελία λόγω έλλειψης κοινοτικού συμφέροντος ακόμη και αν καμία άλλη αρχή ανταγωνισμού δεν έχει καταστήσει γνωστή την πρόθεσή της να επιληφθεί της υποθέσεως.
|
|
(20) The Advisory Committee should be composed of representatives of the competition authorities of the Member States. For meetings in which general issues are being discussed, Member States should be able to appoint an additional representative. This is without prejudice to members of the Committee being assisted by other experts from the Member States.
|
(19) Η λειτουργία της συμβουλευτικής επιτροπής συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, η οποία συνεστήθη δυνάμει του κανονισμού αριθ. 17, έχει αποδειχθεί λίαν ικανοποιητική. Η εν λόγω επιτροπή θα μπορούσε να ενσωματωθεί καλά στο νέο σύστημα αποκεντρωμένης εφαρμογής. Επομένως, ενδείκνυται να ληφθούν ως βάση οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 17, με ταυτόχρονη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των σχετικών εργασιών. Για το σκοπό αυτό, θα ήταν χρήσιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα έκδοσης γνωμών με έγγραφη διαδικασία. Εξάλλου, η συμβουλευτική επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να χρησιμεύει ως πλαίσιο για τη συζήτηση υποθέσεων που εξετάζονται από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, συντελώντας με τον τρόπο αυτό στη διατήρηση της συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.
|
|
(21) Consistency in the application of the competition rules also requires that arrangements be established for cooperation between the courts of the Member States and the Commission. This is relevant for all courts of the Member States that apply Articles 81 and 82 of the Treaty, whether applying these rules in lawsuits between private parties, acting as public enforcers or as review courts. In particular, national courts should be able to ask the Commission for information or for its opinion on points concerning the application of Community competition law. The Commission and the competition authorities of the Member States should also be able to submit written or oral observations to courts called upon to apply Article 81 or Article 82 of the Treaty. These observations should be submitted within the framework of national procedural rules and practices including those safeguarding the rights of the parties. Steps should therefore be taken to ensure that the Commission and the competition authorities of the Member States are kept sufficiently well informed of proceedings before national courts.
|
(20) Η συμβουλευτική επιτροπή θα πρέπει να συγκροτείται από εκπροσώπους των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Για τις συνεδριάσεις στις οποίες συζητούνται θέματα γενικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δικαιούνται να ορίσουν έναν πρόσθετο εκπρόσωπο. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα των μελών της συμβουλευτικής επιτροπής να επικουρούνται από άλλους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών.
|
|
(22) In order to ensure compliance with the principles of legal certainty and the uniform application of the Community competition rules in a system of parallel powers, conflicting decisions must be avoided. It is therefore necessary to clarify, in accordance with the case-law of the Court of Justice, the effects of Commission decisions and proceedings on courts and competition authorities of the Member States. Commitment decisions adopted by the Commission do not affect the power of the courts and the competition authorities of the Member States to apply Articles 81 and 82 of the Treaty.
|
(21) Η συνεπής εφαρμογή της νομοθεσίας του ανταγωνισμού προϋποθέτει επίσης τη συγκρότηση μηχανισμών για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και της Επιτροπής. Αυτό ισχύει για όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών που εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, ανεξάρτητα από το εάν τα εφαρμόζουν σε δίκες μεταξύ ιδιωτών ή ενεργώντας ως δημόσιες αρχές επιβολής του νόμου ή ως δευτεροβάθμια όργανα. Ειδικότερα, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να μπορούν να απευθύνονται στην Επιτροπή και να της ζητούν πληροφορίες ή τη γνώμη της σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Εξάλλου, θα πρέπει να αναγνωρισθεί στην Επιτροπή και στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών η εξουσία να διατυπώνουν παρατηρήσεις, γραπτές ή προφορικές, ενώπιον των δικαστηρίων οσάκις εφαρμόζονται τα άρθρα 81 ή 82 της συνθήκης. Οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει να υποβάλλονται εντός των πλαισίων των εθνικών δικονομικών κανόνων και πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των μερών. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να κατοχυρωθεί η δυνατότητα της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να ενημερώνονται επαρκώς για τις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
|
|
(23) The Commission should be empowered throughout the Community to require such information to be supplied as is necessary to detect any agreement, decision or concerted practice prohibited by Article 81 of the Treaty or any abuse of a dominant position prohibited by Article 82 of the Treaty. When complying with a decision of the Commission, undertakings cannot be forced to admit that they have committed an infringement, but they are in any event obliged to answer factual questions and to provide documents, even if this information may be used to establish against them or against another undertaking the existence of an infringement.
|
(22) Στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων και προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων. Επιβάλλεται συνεπώς να αποσαφηνισθούν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα αποτελέσματα των αποφάσεων της Επιτροπής και των διαδικασιών στα δικαστήρια και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Οι αποφάσεις δέσμευσης που λαμβάνονται από την Επιτροπή δεν θίγουν τις εξουσίες των δικαστηρίων και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.
|
|
(24) The Commission should also be empowered to undertake such inspections as are necessary to detect any agreement, decision or concerted practice prohibited by Article 81 of the Treaty or any abuse of a dominant position prohibited by Article 82 of the Treaty. The competition authorities of the Member States should cooperate actively in the exercise of these powers.
|
(23) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει σε ολόκληρη την Κοινότητα την εξουσία να απαιτεί τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 81 της συνθήκης, καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης. Οι επιχειρήσεις, όταν συμμορφώνονται με απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να υποχρεωθούν να ομολογήσουν ότι διέπραξαν παράβαση, αλλά υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να απαντήσουν στις περί των γεγονότων ερωτήσεις και να παράσχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους ή εναντίον άλλων επιχειρήσεων για τη θεμελίωση ύπαρξης παράβασης.
|
|
(25) The detection of infringements of the competition rules is growing ever more difficult, and, in order to protect competition effectively, the Commission's powers of investigation need to be supplemented. The Commission should in particular be empowered to interview any persons who may be in possession of useful information and to record the statements made. In the course of an inspection, officials authorised by the Commission should be empowered to affix seals for the period of time necessary for the inspection. Seals should normally not be affixed for more than 72 hours. Officials authorised by the Commission should also be empowered to ask for any information relevant to the subject matter and purpose of the inspection.
|
(24) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει επίσης την εξουσία να προβαίνει σε κάθε αναγκαίο έλεγχο προς εξακρίβωση συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 81 της συνθήκης, καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών θα πρέπει να συνεργάζονται στενά με την Επιτροπή για την άσκηση των εξουσιών αυτών.
|
|
(26) Experience has shown that there are cases where business records are kept in the homes of directors or other people working for an undertaking. In order to safeguard the effectiveness of inspections, therefore, officials and other persons authorised by the Commission should be empowered to enter any premises where business records may be kept, including private homes. However, the exercise of this latter power should be subject to the authorisation of the judicial authority.
|
(25) Ο εντοπισμός των παραβάσεων της νομοθεσίας του ανταγωνισμού γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο, για την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού, να συμπληρωθούν οι ερευνητικές εξουσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα πρέπει, ιδίως, να μπορεί να καλεί σε συνέντευξη οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως διαθέτει χρήσιμες πληροφορίες και να καταγράφει τις δηλώσεις του. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των ελέγχων, οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι θα πρέπει να έχουν την εξουσία να θέτουν σφραγίδες κατά τη χρονική περίοδο που απαιτείται για τον έλεγχο. Οι σφραγίδες δεν θα πρέπει κανονικά να παραμένουν για περισσότερες από 72 ώρες. Οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι θα πρέπει επίσης να έχουν την εξουσία να ζητούν οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με το αντικείμενο και με το σκοπό του ελέγχου.
|
|
(27) Without prejudice to the case-law of the Court of Justice, it is useful to set out the scope of the control that the national judicial authority may carry out when it authorises, as foreseen by national law including as a precautionary measure, assistance from law enforcement authorities in order to overcome possible opposition on the part of the undertaking or the execution of the decision to carry out inspections in non-business premises. It results from the case-law that the national judicial authority may in particular ask the Commission for further information which it needs to carry out its control and in the absence of which it could refuse the authorisation. The case-law also confirms the competence of the national courts to control the application of national rules governing the implementation of coercive measures.
|
(26) Eξάλλου, η μέχρι σήμερα κτηθείσα πείρα έχει καταδείξει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα επαγγελματικά έγγραφα φυλάσσονται συχνά στην κατοικία των ιθυνόντων και των στελεχών της εκάστοτε επιχείρησης. Για λόγους διασφάλισης της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, οι υπάλληλοι της Επιτροπής και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από αυτήν θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να εισέρχονται σε όλους τους χώρους στους οποίους ενδεχομένως φυλάσσονται επαγγελματικά έγγραφα, περιλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών. Ωστόσο, η άσκηση της εξουσίας αυτής θα πρέπει να γίνεται ύστερα από άδεια δικαστικής αρχής.
|
|
(28) In order to help the competition authorities of the Member States to apply Articles 81 and 82 of the Treaty effectively, it is expedient to enable them to assist one another by carrying out inspections and other fact-finding measures.
|
(27) Με την επιφύλαξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, θεωρείται χρήσιμο να καθοριστούν τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκεί η εθνική δικαστική αρχή όταν παρέχει άδεια, όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο και ως προληπτικό μέτρο, συνδρομής από τις αρχές επιβολής του νόμου προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης άρνησης εκ μέρους μιας επιχείρησης ή για την εκτέλεση της απόφασης διενέργειας ελέγχων σε μη επιχειρηματικούς χώρους. Από τη νομολογία απορρέει ότι η εθνική δικαστική αρχή μπορεί ιδίως να ζητήσει από την Επιτροπή όποιες περαιτέρω πληροφορίες χρειάζεται για την διενέργεια του ελέγχου, ελλείψει των οποίων μπορεί να αρνηθεί την παροχή άδειας. Η νομολογία επιβεβαιώνει επίσης την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν την εφαρμογή των εθνικών κανόνων που διέπουν την επιβολή μέτρων καταναγκασμού.
|
|
(29) Compliance with Articles 81 and 82 of the Treaty and the fulfilment of the obligations imposed on undertakings and associations of undertakings under this Regulation should be enforceable by means of fines and periodic penalty payments. To that end, appropriate levels of fine should also be laid down for infringements of the procedural rules.
|
(28) Για να επιτευχθεί η δυνατότητα των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, ενδείκνυται να τους παραχωρηθεί η δυνατότητα αμοιβαίας συνδρομής με τη μορφή ελέγχων και άλλων μέτρων διαπίστωσης πραγματικών περιστατικών.
|
|
(30) In order to ensure effective recovery of fines imposed on associations of undertakings for infringements that they have committed, it is necessary to lay down the conditions on which the Commission may require payment of the fine from the members of the association where the association is not solvent. In doing so, the Commission should have regard to the relative size of the undertakings belonging to the association and in particular to the situation of small and medium-sized enterprises. Payment of the fine by one or several members of an association is without prejudice to rules of national law that provide for recovery of the amount paid from other members of the association.
|
(29) Η τήρηση των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων υπέχουν βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να μπορούν να εξασφαλίζονται με την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών. Για το σκοπό αυτό είναι σκόπιμο να προβλεφθούν πρόστιμα κατάλληλου ύψους και για τις παραβάσεις των δικονομικών κανόνων.
|
|
(31) The rules on periods of limitation for the imposition of fines and periodic penalty payments were laid down in Council Regulation (EEC) No 2988/74(11), which also concerns penalties in the field of transport. In a system of parallel powers, the acts, which may interrupt a limitation period, should include procedural steps taken independently by the competition authority of a Member State. To clarify the legal framework, Regulation (EEC) No 2988/74 should therefore be amended to prevent it applying to matters covered by this Regulation, and this Regulation should include provisions on periods of limitation.
|
(30) Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική είσπραξη των προστίμων που επιβάλλονται στις ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις που έχουν διαπράξει, είναι ανάγκη να καθορισθούν οι όροι υπό τους οποίους η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την πληρωμή του προστίμου από τα μέλη της ένωσης όταν η ένωση δεν είναι αξιόχρεη. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της το σχετικό μέγεθος των επιχειρήσεων που ανήκουν στην ένωση και ιδίως την κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η πληρωμή του προστίμου από ένα ή περισσότερα μέλη μιας ένωσης πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων περί ανακτήσεως του καταβληθέντος ποσού από τα λοιπά μέλη της ένωσης.
|
|
(32) The undertakings concerned should be accorded the right to be heard by the Commission, third parties whose interests may be affected by a decision should be given the opportunity of submitting their observations beforehand, and the decisions taken should be widely publicised. While ensuring the rights of defence of the undertakings concerned, in particular, the right of access to the file, it is essential that business secrets be protected. The confidentiality of information exchanged in the network should likewise be safeguarded.
|
(31) Οι κανόνες παραγραφής που ισχύουν για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 του Συμβουλίου(11), ο οποίος αφορά επίσης τις κυρώσεις που ισχύουν στον τομέα των μεταφορών. Στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων επιβάλλεται να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των πράξεων που συνεπάγονται την αναστολή της παραγραφής οι αυτοτελείς διαδικαστικές πράξεις των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Για λόγους αποσαφήνισης του νομοθετικού πλαισίου, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 ούτως ώστε να αποκλεισθεί η εφαρμογή του στο πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό και να συμπεριληφθούν στον παρόντα κανονισμό διατάξεις σχετικές με την παραγραφή.
|
|
(33) Since all decisions taken by the Commission under this Regulation are subject to review by the Court of Justice in accordance with the Treaty, the Court of Justice should, in accordance with Article 229 thereof be given unlimited jurisdiction in respect of decisions by which the Commission imposes fines or periodic penalty payments.
|
(32) Είναι σκόπιμο να αναγνωρίζεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις το δικαίωμα ακρόασης από την Επιτροπή, να παρέχεται στους τρίτους, τα συμφέροντα των οποίων επηρεάζονται από την απόφαση, η ευκαιρία να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους πριν από την έκδοση αυτής και να δίδεται ευρεία δημοσιότητα στις εκδιδόμενες αποφάσεις. Είναι επιβεβλημένη η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, χωρίς όμως να θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, και ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης. Ακόμη, ενδείκνυται να διασφαλίζεται η προστασία της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του δικτύου.
|
|
(34) The principles laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty, as they have been applied by Regulation No 17, have given a central role to the Community bodies. This central role should be retained, whilst associating the Member States more closely with the application of the Community competition rules. In accordance with the principles of subsidiarity and proportionality as set out in Article 5 of the Treaty, this Regulation does not go beyond what is necessary in order to achieve its objective, which is to allow the Community competition rules to be applied effectively.
|
(33) Όλες οι αποφάσεις που η Επιτροπή λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου υπό τους όρους που καθορίζονται στη συνθήκη. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται να προβλεφθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 229, η χορήγηση στο Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας για τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο ή χρηματική ποινή.
|
|
(35) In order to attain a proper enforcement of Community competition law, Member States should designate and empower authorities to apply Articles 81 and 82 of the Treaty as public enforcers. They should be able to designate administrative as well as judicial authorities to carry out the various functions conferred upon competition authorities in this Regulation. This Regulation recognises the wide variation which exists in the public enforcement systems of Member States. The effects of Article 11(6) of this Regulation should apply to all competition authorities. As an exception to this general rule, where a prosecuting authority brings a case before a separate judicial authority, Article 11(6) should apply to the prosecuting authority subject to the conditions in Article 35(4) of this Regulation. Where these conditions are not fulfilled, the general rule should apply. In any case, Article 11(6) should not apply to courts insofar as they are acting as review courts.
|
(34) Με βάση τις αρχές που περιέχονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, όπως αυτές έχουν τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό αριθ. 17, ο ρόλος που έχει ανατεθεί στα όργανα της Κοινότητας είναι κεντρικός. Ο κεντρικός αυτός ρόλος είναι σκόπιμο να διατηρηθεί, με ταυτόχρονη ενίσχυση της συμμετοχής των κρατών μελών στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του, ο οποίος είναι η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
|
|
(36) As the case-law has made it clear that the competition rules apply to transport, that sector should be made subject to the procedural provisions of this Regulation. Council Regulation No 141 of 26 November 1962 exempting transport from the application of Regulation No 17(12) should therefore be repealed and Regulations (EEC) No 1017/68(13), (EEC) No 4056/86(14) and (EEC) No 3975/87(15) should be amended in order to delete the specific procedural provisions they contain.
|
(35) Για να επιτευχθεί η πλήρης επιβολή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διορίζουν και να εξουσιοδοτούν αρχές προκειμένου αυτές να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ως δημόσιες αρχές επιβολής του νόμου. Θα πρέπει να μπορούν να διορίζουν διοικητικές και δικαστικές αρχές για την εκτέλεση των διαφόρων καθηκόντων που ανατίθενται στις αρχές ανταγωνισμού δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο παρών κανονισμός αναγνωρίζει τις μεγάλες διαφορές που υφίστανται μεταξύ των συστημάτων επιβολής του νόμου των κρατών μελών. Οι συνέπειες του άρθρου 11 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις αρχές ανταγωνισμού. Κατ' εξαίρεση από τον γενικό κανόνα, όταν μια διωκτική αρχή προσφεύγει σε ανεξάρτητη δικαστική αρχή, το άρθρο 11 παράγραφος 6 θα πρέπει να εφαρμόζεται στη διωκτική αρχή εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού. Εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 11 παράγραφος 6 δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα δικαστήρια όταν ενεργούν ως δευτεροβάθμια όργανα.
|
|
(37) This Regulation respects the fundamental rights and observes the principles recognised in particular by the Charter of Fundamental Rights of the European Union. Accordingly, this Regulation should be interpreted and applied with respect to those rights and principles.
|
(36) Επειδή η νομολογία έχει πλέον αποσαφηνίσει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται και στον τομέα των μεταφορών, οι δικονομικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ισχύουν και για τον εν λόγω τομέα. Ο κανονισμός αριθ. 141 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1962, περί μη εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών(12) θα πρέπει επομένως να καταργηθεί, οι δε κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68(13), (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86(14) και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87(15) θα πρέπει να τροποποιηθούν ούτως ώστε να καταργηθούν οι ειδικές δικονομικές διατάξεις τους.
|
|
(38) Legal certainty for undertakings operating under the Community competition rules contributes to the promotion of innovation and investment. Where cases give rise to genuine uncertainty because they present novel or unresolved questions for the application of these rules, individual undertakings may wish to seek informal guidance from the Commission. This Regulation is without prejudice to the ability of the Commission to issue such informal guidance,
|
(37) Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ειδικότερα, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με αυτά τα δικαιώματα και τις αρχές.
|
|
HAS ADOPTED THIS REGULATION:
|
(38) Η νομική ασφάλεια των επιχειρήσεων που λειτουργούν βάσει των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού συμβάλλει στην προαγωγή της καινοτομίας και των επενδύσεων. Στις τυχόν περιπτώσεις στις οποίες γεννάται πραγματική αβεβαιότητα, επειδή ανακύπτουν καινοφανή ή ανεπίλυτα ζητήματα εφαρμογής των κανόνων αυτών, οι αφορώμενες επιχειρήσεις ίσως θελήσουν να ζητήσουν άτυπες οδηγίες από την Επιτροπή. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει το δικαίωμα της Επιτροπής να εκδίδει τέτοιες άτυπες οδηγίες,
|
|
|
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
|
|
CHAPTER I
|
|
|
PRINCIPLES
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
|
|
Article 1
|
ΑΡΧΕΣ
|
|
Application of Articles 81 and 82 of the Treaty
|
Άρθρο 1
|
|
1. Agreements, decisions and concerted practices caught by Article 81(1) of the Treaty which do not satisfy the conditions of Article 81(3) of the Treaty shall be prohibited, no prior decision to that effect being required.
|
Εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης
|
|
2. Agreements, decisions and concerted practices caught by Article 81(1) of the Treaty which satisfy the conditions of Article 81(3) of the Treaty shall not be prohibited, no prior decision to that effect being required.
|
1. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες υπάγονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
|
|
3. The abuse of a dominant position referred to in Article 82 of the Treaty shall be prohibited, no prior decision to that effect being required.
|
2. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες υπάγονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης δεν απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
|
|
|
3. Η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 82 της συνθήκης απαγορεύεται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
|
|
Article 2
|
|
|
Burden of proof
|
Άρθρο 2
|
|
In any national or Community proceedings for the application of Articles 81 and 82 of the Treaty, the burden of proving an infringement of Article 81(1) or of Article 82 of the Treaty shall rest on the party or the authority alleging the infringement. The undertaking or association of undertakings claiming the benefit of Article 81(3) of the Treaty shall bear the burden of proving that the conditions of that paragraph are fulfilled.
|
Βάρος αποδείξεως
|
|
|
Στο πλαίσιο του συνόλου των εθνικών και των κοινοτικών διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η απόδειξη της παράβασης του άρθρου 81 παράγραφος 1 ή του άρθρου 82 της συνθήκης βαρύνει το μέρος ή την αρχή που ισχυρίζεται την παράβαση. Η απόδειξη ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης βαρύνει την επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που επικαλείται τη διάταξη αυτή.
|
|
Article 3
|
|
|
Relationship between Articles 81 and 82 of the Treaty and national competition laws
|
Άρθρο 3
|
|
1. Where the competition authorities of the Member States or national courts apply national competition law to agreements, decisions by associations of undertakings or concerted practices within the meaning of Article 81(1) of the Treaty which may affect trade between Member States within the meaning of that provision, they shall also apply Article 81 of the Treaty to such agreements, decisions or concerted practices. Where the competition authorities of the Member States or national courts apply national competition law to any abuse prohibited by Article 82 of the Treaty, they shall also apply Article 82 of the Treaty.
|
Σχέση μεταξύ των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης και των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού
|
|
2. The application of national competition law may not lead to the prohibition of agreements, decisions by associations of undertakings or concerted practices which may affect trade between Member States but which do not restrict competition within the meaning of Article 81(1) of the Treaty, or which fulfil the conditions of Article 81(3) of the Treaty or which are covered by a Regulation for the application of Article 81(3) of the Treaty. Member States shall not under this Regulation be precluded from adopting and applying on their territory stricter national laws which prohibit or sanction unilateral conduct engaged in by undertakings.
|
1. Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της συνθήκης, στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε τυχόν καταχρηστική πρακτική που απαγορεύεται από το άρθρο 82 της συνθήκης, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 82 της συνθήκης.
|
|
3. Without prejudice to general principles and other provisions of Community law, paragraphs 1 and 2 do not apply when the competition authorities and the courts of the Member States apply national merger control laws nor do they preclude the application of provisions of national law that predominantly pursue an objective different from that pursued by Articles 81 and 82 of the Treaty.
|
2. Η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, αλλά οι οποίες δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, ή οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ή καλύπτονται από κανονισμό για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης. Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν στο έδαφός τους αυστηρότερες εθνικές διατάξεις οι οποίες να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν κυρώσεις σε μονομερή συμπεριφορά στην οποία επιδίδονται επιχειρήσεις.
|
|
|
3. Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών και λοιπών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται όταν οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία περί ελέγχου των συγχωνεύσεων, ούτε αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατ' εξοχήν στόχο διάφορο του επιδιωκομένου από τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.
|
|
CHAPTER II
|
|
|
POWERS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
|
|
Article 4
|
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ
|
|
Powers of the Commission
|
Άρθρο 4
|
|
For the purpose of applying Articles 81 and 82 of the Treaty, the Commission shall have the powers provided for by this Regulation.
|
Αρμοδιότητες της Επιτροπής
|
|
|
Για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
|
|
Article 5
|
|
|
Powers of the competition authorities of the Member States
|
Άρθρο 5
|
|
The competition authorities of the Member States shall have the power to apply Articles 81 and 82 of the Treaty in individual cases. For this purpose, acting on their own initiative or on a complaint, they may take the following decisions:
|
Αρμοδιότητες των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών
|
|
- requiring that an infringement be brought to an end,
|
Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προς το σκοπό αυτό, δύνανται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, να εκδίδουν τις ακόλουθες αποφάσεις:
|
|
- ordering interim measures,
|
- για την παύση της παράβασης,
|
|
- accepting commitments,
|
- για τη λήψη προσωρινών μέτρων,
|
|
- imposing fines, periodic penalty payments or any other penalty provided for in their national law.
|
- για την αποδοχή ανάληψης δεσμεύσεων,
|
|
Where on the basis of the information in their possession the conditions for prohibition are not met they may likewise decide that there are no grounds for action on their part.
|
- για την επιβολή προστίμου, χρηματικής ποινής ή κάθε άλλης κύρωσης προβλεπόμενης από την εθνική τους νομοθεσία.
|
|
|
Εάν με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μιας απαγόρευσης, δύνανται επίσης να αποφαίνονται ότι δεν συντρέχει λόγος δράσης από μέρους τους.
|
|
Article 6
|
|
|
Powers of the national courts
|
Άρθρο 6
|
|
National courts shall have the power to apply Articles 81 and 82 of the Treaty.
|
Αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων
|
|
|
Τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν την αρμοδιότητα να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.
|
|
CHAPTER III
|
|
|
COMMISSION DECISIONS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
|
|
Article 7
|
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
|
|
Finding and termination of infringement
|
Άρθρο 7
|
|
1. Where the Commission, acting on a complaint or on its own initiative, finds that there is an infringement of Article 81 or of Article 82 of the Treaty, it may by decision require the undertakings and associations of undertakings concerned to bring such infringement to an end. For this purpose, it may impose on them any behavioural or structural remedies which are proportionate to the infringement committed and necessary to bring the infringement effectively to an end. Structural remedies can only be imposed either where there is no equally effective behavioural remedy or where any equally effective behavioural remedy would be more burdensome for the undertaking concerned than the structural remedy. If the Commission has a legitimate interest in doing so, it may also find that an infringement has been committed in the past.
|
Διαπίστωση και παύση της παράβασης
|
|
2. Those entitled to lodge a complaint for the purposes of paragraph 1 are natural or legal persons who can show a legitimate interest and Member States.
|
1. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δύναται να τους επιβάλλει μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογα προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για την παύση της. Μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση που είτε δεν υφίστανται εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς, είτε όλα τα εξ ίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είναι ενδεχομένως οχληρότερα από τα μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα. Εφόσον έχει σχετικό έννομο συμφέρον, η Επιτροπή μπορεί επίσης να διαπιστώνει ότι η παράβαση έχει διαπραχθεί στο παρελθόν.
|
|
|
2. Νομιμοποιούνται να υποβάλουν καταγγελία σύμφωνα με την παράγραφο 1 τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι έχουν σχετικό έννομο συμφέρον, καθώς και τα κράτη μέλη.
|
|
Article 8
|
|
|
Interim measures
|
Άρθρο 8
|
|
1. In cases of urgency due to the risk of serious and irreparable damage to competition, the Commission, acting on its own initiative may by decision, on the basis of a prima facie finding of infringement, order interim measures.
|
Προσωρινά μέτρα
|
|
2. A decision under paragraph 1 shall apply for a specified period of time and may be renewed in so far this is necessary and appropriate.
|
1. Σε περίπτωση κατεπείγοντος λόγω κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού, η Επιτροπή, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, μπορεί, με βάση την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράβασης, να διατάξει με απόφασή της τη λήψη προσωρινών μέτρων.
|
|
|
2. Οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 1 εφαρμόζονται για ορισμένο χρονικό διάστημα και δύνανται να παραταθούν εφ' όσον αυτό είναι απαραίτητο και ενδεδειγμένο.
|
|
Article 9
|
|
|
Commitments
|
Άρθρο 9
|
|
1. Where the Commission intends to adopt a decision requiring that an infringement be brought to an end and the undertakings concerned offer commitments to meet the concerns expressed to them by the Commission in its preliminary assessment, the Commission may by decision make those commitments binding on the undertakings. Such a decision may be adopted for a specified period and shall conclude that there are no longer grounds for action by the Commission.
|
Αναλήψεις δεσμεύσεων
|
|
2. The Commission may, upon request or on its own initiative, reopen the proceedings:
|
1. Όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί την παύση μιας παράβασης και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρονται να αναλάβουν ορισμένες δεσμεύσεις για να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά την προκαταρκτική της εκτίμηση, τότε η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καταστήσει αυτές τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να συμπεραίνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι να αναλάβει δράση η Επιτροπή.
|
|
(a) where there has been a material change in any of the facts on which the decision was based;
|
2. Η Επιτροπή δύναται κατόπιν αιτήματος ή αυτεπαγγέλτως να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία:
|
|
(b) where the undertakings concerned act contrary to their commitments; or
|
α) σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των γεγονότων στα οποία βασίσθηκε η απόφαση·
|
|
(c) where the decision was based on incomplete, incorrect or misleading information provided by the parties.
|
β) αν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αθετήσουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει, ή
|
|
|
γ) αν η απόφαση έχει στηριχθεί σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των εμπλεκομένων μερών.
|
|
Article 10
|
|
|
Finding of inapplicability
|
Άρθρο 10
|
|
Where the Community public interest relating to the application of Articles 81 and 82 of the Treaty so requires, the Commission, acting on its own initiative, may by decision find that Article 81 of the Treaty is not applicable to an agreement, a decision by an association of undertakings or a concerted practice, either because the conditions of Article 81(1) of the Treaty are not fulfilled, or because the conditions of Article 81(3) of the Treaty are satisfied.
|
Διαπίστωση του ανεφάρμοστου
|
|
The Commission may likewise make such a finding with reference to Article 82 of the Treaty.
|
Εφόσον το απαιτεί το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί αυτεπαγγέλτως να αποφανθεί με απόφασή της ότι το άρθρο 81 της συνθήκης δεν είναι εφαρμοστέο ως προς μια συμφωνία, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική, είτε επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης είτε επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης.
|
|
|
Η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε ανάλογη διαπίστωση αναφορικά με το άρθρο 82 της συνθήκης.
|
|
CHAPTER IV
|
|
|
COOPERATION
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
|
|
Article 11
|
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
|
|
Cooperation between the Commission and the competition authorities of the Member States
|
Άρθρο 11
|
|
1. The Commission and the competition authorities of the Member States shall apply the Community competition rules in close cooperation.
|
Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών
|
|
2. The Commission shall transmit to the competition authorities of the Member States copies of the most important documents it has collected with a view to applying Articles 7, 8, 9, 10 and Article 29(1). At the request of the competition authority of a Member State, the Commission shall provide it with a copy of other existing documents necessary for the assessment of the case.
|
1. Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.
|
|
3. The competition authorities of the Member States shall, when acting under Article 81 or Article 82 of the Treaty, inform the Commission in writing before or without delay after commencing the first formal investigative measure. This information may also be made available to the competition authorities of the other Member States.
|
2. Η Επιτροπή διαβιβάζει στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών αντίγραφο των σημαντικότερων στοιχείων που έχει συλλέξει με σκοπό την εφαρμογή των άρθρων 7, 8, 9 και 10 και του άρθρου 29 παράγραφος 1. Κατόπιν αιτήσεως της αρχής ανταγωνισμού κράτους μέλους, η Επιτροπή της διαβιβάζει αντίγραφο άλλων υφιστάμενων εγγράφων που είναι αναγκαία για την εκτίμηση της υπόθεσης.
|
|
4. No later than 30 days before the adoption of a decision requiring that an infringement be brought to an end, accepting commitments or withdrawing the benefit of a block exemption Regulation, the competition authorities of the Member States shall inform the Commission. To that effect, they shall provide the Commission with a summary of the case, the envisaged decision or, in the absence thereof, any other document indicating the proposed course of action. This information may also be made available to the competition authorities of the other Member States. At the request of the Commission, the acting competition authority shall make available to the Commission other documents it holds which are necessary for the assessment of the case. The information supplied to the Commission may be made available to the competition authorities of the other Member States. National competition authorities may also exchange between themselves information necessary for the assessment of a case that they are dealing with under Article 81 or Article 82 of the Treaty.
|
3. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ενεργούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, ενημερώνουν εγγράφως την Επιτροπή πριν ή αμέσως μετά την έναρξη του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να διαβιβασθούν και στις αρχές ανταγωνισμού των λοιπών κρατών μελών.
|
|
5. The competition authorities of the Member States may consult the Commission on any case involving the application of Community law.
|
4. Το αργότερο 30 ημέρες πριν από την έκδοση απόφασης με την οποία θα διατάσσεται η παύση μιας παράβασης, θα γίνονται δεκτές αναλήψεις δεσμεύσεων ή θα ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία, οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ενημερώνουν την Επιτροπή. Προς το σκοπό αυτό, παρέχουν στην Επιτροπή την περίληψη της υποθέσεως, την προβλεπόμενη απόφαση ή, εάν δεν ληφθεί απόφαση, κάθε άλλο έγγραφο που επισημαίνει τον προτεινόμενο τρόπο δράσης. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να διαβιβασθούν και στις αρχές ανταγωνισμού των λοιπών κρατών μελών. Κατ' αίτηση της Επιτροπής, η αρχή ανταγωνισμού που έχει κινήσει τη διαδικασία θέτει στη διάθεση της Επιτροπής άλλα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της και είναι αναγκαία για την εκτίμηση της υπόθεσης. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή μπορούν να διαβιβασθούν στις αρχές ανταγωνισμού των λοιπών κρατών μελών. Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν επίσης να ανταλλάξουν μεταξύ τους πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτίμηση υπόθεσης της οποίας έχουν επιληφθεί δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης.
|
|
6. The initiation by the Commission of proceedings for the adoption of a decision under Chapter III shall relieve the competition authorities of the Member States of their competence to apply Articles 81 and 82 of the Treaty. If a competition authority of a Member State is already acting on a case, the Commission shall only initiate proceedings after consulting with that national competition authority.
|
5. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δύνανται να συμβουλεύονται την Επιτροπή σχετικά με οποιαδήποτε υπόθεση που αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας.
|
|
|
6. Η κίνηση διαδικασίας με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ' εφαρμογή του κεφαλαίου ΙΙΙ από την Επιτροπή συνεπάγεται την απώλεια από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Εάν η αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους έχει ήδη επιληφθεί μιας υπόθεσης, η Επιτροπή κινεί διαδικασία μόνον κατόπιν διαβούλευσης με αυτή την εθνική αρχή ανταγωνισμού.
|
|
Article 12
|
|
|
Exchange of information
|
Άρθρο 12
|
|
1. For the purpose of applying Articles 81 and 82 of the Treaty the Commission and the competition authorities of the Member States shall have the power to provide one another with and use in evidence any matter of fact or of law, including confidential information.
|
Ανταλλαγές πληροφοριών
|
|
2. Information exchanged shall only be used in evidence for the purpose of applying Article 81 or Article 82 of the Treaty and in respect of the subject-matter for which it was collected by the transmitting authority. However, where national competition law is applied in the same case and in parallel to Community competition law and does not lead to a different outcome, information exchanged under this Article may also be used for the application of national competition law.
|
1. Προκειμένου για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών έχουν την εξουσία να ανταλλάσσουν και να χρησιμοποιούν ως αποδεικτικό μέσο οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό στοιχείο, περιλαμβανομένων των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα.
|
|
3. Information exchanged pursuant to paragraph 1 can only be used in evidence to impose sanctions on natural persons where:
|
2. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά μέσα μόνο προκειμένου για την εφαρμογή των άρθρων 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης και για το αντικείμενο για το οποίο τις συνέλεξε η αρχή η οποία τις διαβιβάζει. Ωστόσο, όταν στην ίδια υπόθεση εφαρμόζεται εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού εκ παραλλήλου με την κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού και δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.
|
|
- the law of the transmitting authority foresees sanctions of a similar kind in relation to an infringement of Article 81 or Article 82 of the Treaty or, in the absence thereof,
|
3. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει της παραγράφου 1 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδείξεις για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα μόνον εάν:
|
|
- the information has been collected in a way which respects the same level of protection of the rights of defence of natural persons as provided for under the national rules of the receiving authority. However, in this case, the information exchanged cannot be used by the receiving authority to impose custodial sanctions.
|
- η νομοθεσία της διαβιβάζουσας αρχής προβλέπει κυρώσεις αναλόγου είδους σε σχέση με παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης ή, ελλείψει νομοθετικών διατάξεων,
|
|
|
- οι πληροφορίες έχουν συλλεγεί με τρόπο που τηρεί το ίδιο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων υπεράσπισης των φυσικών προσώπων όπως ορίζουν οι εθνικοί κανόνες της παραλήπτριας αρχής. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την παραλήπτρια αρχή για την επιβολή στερητικών της ελευθερίας ποινών.
|
|
Article 13
|
|
|
Suspension or termination of proceedings
|
Άρθρο 13
|
|
1. Where competition authorities of two or more Member States have received a complaint or are acting on their own initiative under Article 81 or Article 82 of the Treaty against the same agreement, decision of an association or practice, the fact that one authority is dealing with the case shall be sufficient grounds for the others to suspend the proceedings before them or to reject the complaint. The Commission may likewise reject a complaint on the ground that a competition authority of a Member State is dealing with the case.
|
Αναστολή ή περάτωση της διαδικασίας
|
|
2. Where a competition authority of a Member State or the Commission has received a complaint against an agreement, decision of an association or practice which has already been dealt with by another competition authority, it may reject it.
|
1. Όταν η ίδια καταγγελία υποβάλλεται στις αρχές ανταγωνισμού δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών ή όταν περισσότερες αρχές ανταγωνισμού διεξάγουν αυτεπαγγέλτως διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης κατά της ίδιας συμφωνίας, απόφασης ενώσεως ή πρακτικής, το γεγονός ότι μια αρχή ασχολείται με την υπόθεση αποτελεί για τις άλλες αρχές ικανό λόγο για την αναστολή της διαδικασίας που διεξάγουν οι ίδιες ή για την απόρριψη της καταγγελίας. Η Επιτροπή δύναται επίσης να απορρίψει μια καταγγελία με το σκεπτικό ότι αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους ασχολείται ήδη με την υπόθεση.
|
|
|
2. Όταν αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους ή η Επιτροπή λαμβάνει καταγγελία σχετικά με μια συμφωνία, απόφαση ενώσεως ή πρακτική με την οποία έχει ήδη ασχοληθεί μία άλλη αρχή ανταγωνισμού, δύναται να την απορρίψει.
|
|
Article 14
|
|
|
Advisory Committee
|
Άρθρο 14
|
|
1. The Commission shall consult an Advisory Committee on Restrictive Practices and Dominant Positions prior to the taking of any decision under Articles 7, 8, 9, 10, 23, Article 24(2) and Article 29(1).
|
Συμβουλευτική επιτροπή
|
|
2. For the discussion of individual cases, the Advisory Committee shall be composed of representatives of the competition authorities of the Member States. For meetings in which issues other than individual cases are being discussed, an additional Member State representative competent in competition matters may be appointed. Representatives may, if unable to attend, be replaced by other representatives.
|
1. Πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης κατ' εφαρμογή των άρθρων 7, 8, 9, 10, 23, του άρθρου 24 παράγραφος 2 και του άρθρου 29 παράγραφος 1 η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων.
|
|
3. The consultation may take place at a meeting convened and chaired by the Commission, held not earlier than 14 days after dispatch of the notice convening it, together with a summary of the case, an indication of the most important documents and a preliminary draft decision. In respect of decisions pursuant to Article 8, the meeting may be held seven days after the dispatch of the operative part of a draft decision. Where the Commission dispatches a notice convening the meeting which gives a shorter period of notice than those specified above, the meeting may take place on the proposed date in the absence of an objection by any Member State. The Advisory Committee shall deliver a written opinion on the Commission's preliminary draft decision. It may deliver an opinion even if some members are absent and are not represented. At the request of one or several members, the positions stated in the opinion shall be reasoned.
|
2. Για τη συζήτηση συγκεκριμένων υποθέσεων, η συμβουλευτική επιτροπή συγκροτείται από αντιπροσώπους των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Για τις συνεδριάσεις κατά τις οποίες συζητούνται άλλα ζητήματα εκτός των συγκεκριμένων υποθέσεων, τα κράτη μέλη δύνανται να διορίζουν πρόσθετο αντιπρόσωπο αρμόδιο σε θέματα ανταγωνισμού. Ο αντιπρόσωπος μπορεί, εφόσον δεν είναι σε θέση να παραστεί, να αντικατασταθεί από άλλον αντιπρόσωπο.
|
|
4. Consultation may also take place by written procedure. However, if any Member State so requests, the Commission shall convene a meeting. In case of written procedure, the Commission shall determine a time-limit of not less than 14 days within which the Member States are to put forward their observations for circulation to all other Member States. In case of decisions to be taken pursuant to Article 8, the time-limit of 14 days is replaced by seven days. Where the Commission determines a time-limit for the written procedure which is shorter than those specified above, the proposed time-limit shall be applicable in the absence of an objection by any Member State.
|
3. Οι διαβουλεύσεις μπορούν να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο σύσκεψης την οποία συγκαλεί και της οποίας προεδρεύει η Επιτροπή, δεκατέσσερις ημέρες τουλάχιστον μετά την αποστολή της ειδοποίησης για τη σύγκλησή της, η οποία συνοδεύεται από περίληψη των δεδομένων της υπόθεσης, μνεία των σημαντικότερων εγγράφων και προσχέδιο απόφασης. Για αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 8, η σύσκεψη μπορεί να πραγματοποιείται επτά ημέρες μετά την αποστολή του διατακτικού του σχεδίου απόφασης. Όταν η Επιτροπή αποστέλλει ειδοποίηση για τη σύγκληση της σύσκεψης με την οποία προβλέπεται μικρότερη προθεσμία από αυτές που αναφέρονται παραπάνω, η σύσκεψη μπορεί να πραγματοποιείται την προτεινόμενη ημερομηνία, εφόσον δεν υπάρχει αντίρρηση από κάποιο κράτος μέλος. Η συμβουλευτική επιτροπή γνωμοδοτεί εγγράφως επί του προσχεδίου απόφασης της Επιτροπής και δύναται να εκδώσει γνώμη ακόμη και αν ορισμένα μέλη απουσιάζουν και δεν εκπροσωπούνται. Κατ' αίτηση ενός ή περισσοτέρων μελών, οι θέσεις που εκφράζονται στη γνώμη αιτιολογούνται.
|
|
5. The Commission shall take the utmost account of the opinion delivered by the Advisory Committee. It shall inform the Committee of the manner in which its opinion has been taken into account.
|
4. Οι διαβουλεύσεις είναι επίσης δυνατόν να διεξάγονται με γραπτή διαδικασία. Ωστόσο, εάν αυτό ζητηθεί από κράτος μέλος, η Επιτροπή συγκαλεί σύσκεψη. Στην περίπτωση γραπτής διαδικασίας, η Επιτροπή τάσσει χρονική προθεσμία τουλάχιστον δεκατεσσάρων ημερών, εντός της οποίας τα κράτη μέλη οφείλουν να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους προκειμένου να διαβιβαστούν σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Σε περίπτωση αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 8, η προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών αντικαθίσταται από προθεσμία επτά ημερών. Όταν η Επιτροπή τάσσει χρονική προθεσμία για τη γραπτή διαδικασία μικρότερη από αυτές που αναφέρονται παραπάνω, εφαρμόζεται η προτεινόμενη προθεσμία, εφόσον δεν υπάρχει αντίρρηση από κάποιο κράτος μέλος.
|
|
6. Where the Advisory Committee delivers a written opinion, this opinion shall be appended to the draft decision. If the Advisory Committee recommends publication of the opinion, the Commission shall carry out such publication taking into account the legitimate interest of undertakings in the protection of their business secrets.
|
5. Η Επιτροπή λαμβάνει απόλυτα υπόψη της τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής και ενημερώνει την εν λόγω επιτροπή για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη η γνώμη της.
|
|
7. At the request of a competition authority of a Member State, the Commission shall include on the agenda of the Advisory Committee cases that are being dealt with by a competition authority of a Member State under Article 81 or Article 82 of the Treaty. The Commission may also do so on its own initiative. In either case, the Commission shall inform the competition authority concerned.
|
6. Εφόσον η συμβουλευτική επιτροπή γνωμοδοτεί εγγράφως, η γνώμη της αυτή επισυνάπτεται στο σχέδιο απόφασης. Εάν η συμβουλευτική επιτροπή συνιστά τη δημοσίευση της γνώμης, η Επιτροπή προβαίνει στη δημοσίευση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία των επιχειρηματικών τους απορρήτων.
|
|
A request may in particular be made by a competition authority of a Member State in respect of a case where the Commission intends to initiate proceedings with the effect of Article 11(6).
|
7. Κατόπιν αιτήσεως αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή συμπεριλαμβάνει στην ημερήσια διάταξη της συμβουλευτικής επιτροπής υποθέσεις με τις οποίες ασχολείται αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Η Επιτροπή μπορεί να πράξει το ίδιο αυτεπάγγελτα. Η Επιτροπή, και στις δύο περιπτώσεις, ενημερώνει την ενδιαφερόμενη αρχή ανταγωνισμού.
|
|
The Advisory Committee shall not issue opinions on cases dealt with by competition authorities of the Member States. The Advisory Committee may also discuss general issues of Community competition law.
|
Μπορεί ιδίως να υποβληθεί αίτηση από αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους για τις υποθέσεις ως προς τις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να κινήσει διαδικασία με τα αποτελέσματα του άρθρου 11 παράγραφος 6.
|
|
|
Η συμβουλευτική επιτροπή δεν γνωμοδοτεί επί υποθέσεων με τις οποίες ασχολούνται οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Η συμβουλευτική επιτροπή δύναται επίσης να συζητήσει γενικά θέματα σε σχέση με την κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού.
|
|
Article 15
|
|
|
Cooperation with national courts
|
Άρθρο 15
|
|
1. In proceedings for the application of Article 81 or Article 82 of the Treaty, courts of the Member States may ask the Commission to transmit to them information in its possession or its opinion on questions concerning the application of the Community competition rules.
|
Συνεργασία με τα εθνικά δικαστήρια
|
|
2. Member States shall forward to the Commission a copy of any written judgment of national courts deciding on the application of Article 81 or Article 82 of the Treaty. Such copy shall be forwarded without delay after the full written judgment is notified to the parties.
|
1. Στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, τα δικαστήρια των κρατών μελών δύνανται να ζητούν από την Επιτροπή να τους διαβιβάσει πληροφορίες που κατέχει ή τη γνώμη της επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.
|
|
3. Competition authorities of the Member States, acting on their own initiative, may submit written observations to the national courts of their Member State on issues relating to the application of Article 81 or Article 82 of the Treaty. With the permission of the court in question, they may also submit oral observations to the national courts of their Member State. Where the coherent application of Article 81 or Article 82 of the Treaty so requires, the Commission, acting on its own initiative, may submit written observations to courts of the Member States. With the permission of the court in question, it may also make oral observations.
|
2. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο οιασδήποτε γραπτής απόφασης εθνικού δικαστηρίου επί της εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Το εν λόγω αντίγραφο διαβιβάζεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιείται στα μέρη η πλήρης γραπτή απόφαση.
|
|
For the purpose of the preparation of their observations only, the competition authorities of the Member States and the Commission may request the relevant court of the Member State to transmit or ensure the transmission to them of any documents necessary for the assessment of the case.
|
3. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν εξ ιδίας πρωτοβουλίας γραπτές παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια της χώρας τους σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Με την άδεια του εν λόγω δικαστηρίου, μπορούν επίσης να υποβάλλουν προφορικές παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια των οικείων κρατών μελών. Όταν το απαιτεί η συνεπής εφαρμογή του άρθρου 81 και του άρθρου 82 της συνθήκης, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει εξ ιδίας πρωτοβουλίας γραπτές παρατηρήσεις στα δικαστήρια των κρατών μελών. Με την άδεια του εν λόγω δικαστηρίου μπορεί επίσης να υποβάλλει προφορικές παρατηρήσεις.
|
|
4. This Article is without prejudice to wider powers to make observations before courts conferred on competition authorities of the Member States under the law of their Member State.
|
Προκειμένου να προετοιμάσουν τις παρατηρήσεις τους και μόνο, οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών και η Επιτροπή δύνανται να ζητούν από το οικείο δικαστήριο του κράτους μέλους να τους διαβιβάσει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο για την αξιολόγηση της υπόθεσης ή να εξασφαλίσει τη διαβίβασή του.
|
|
|
4. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την ευρύτερη εξουσία υποβολής παρατηρήσεων ενώπιον των δικαστηρίων την οποία παρέχει στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών η εθνική τους νομοθεσία.
|
|
Article 16
|
|
|
Uniform application of Community competition law
|
Άρθρο 16
|
|
1. When national courts rule on agreements, decisions or practices under Article 81 or Article 82 of the Treaty which are already the subject of a Commission decision, they cannot take decisions running counter to the decision adopted by the Commission. They must also avoid giving decisions which would conflict with a decision contemplated by the Commission in proceedings it has initiated. To that effect, the national court may assess whether it is necessary to stay its proceedings. This obligation is without prejudice to the rights and obligations under Article 234 of the Treaty.
|
Ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού
|
|
2. When competition authorities of the Member States rule on agreements, decisions or practices under Article 81 or Article 82 of the Treaty which are already the subject of a Commission decision, they cannot take decisions which would run counter to the decision adopted by the Commission.
|
1. Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με απόφαση την οποία σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή κατά διαδικασία που έχει κινήσει. Προς το σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει μήπως πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία του. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 234 της συνθήκης.
|
|
|
2. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών αποφαίνονται για συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις που να συγκρούονται με την απόφαση που έχει λάβει η Επιτροπή.
|
|
CHAPTER V
|
|
|
POWERS OF INVESTIGATION
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
|
|
Article 17
|
ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
|
|
Investigations into sectors of the economy and into types of agreements
|
Άρθρο 17
|
|
1. Where the trend of trade between Member States, the rigidity of prices or other circumstances suggest that competition may be restricted or distorted within the common market, the Commission may conduct its inquiry into a particular sector of the economy or into a particular type of agreements across various sectors. In the course of that inquiry, the Commission may request the undertakings or associations of undertakings concerned to supply the information necessary for giving effect to Articles 81 and 82 of the Treaty and may carry out any inspections necessary for that purpose.
|
Έρευνες σε κλάδους της οικονομίας ή σε τύπους συμφωνιών
|
|
The Commission may in particular request the undertakings or associations of undertakings concerned to communicate to it all agreements, decisions and concerted practices.
|
1. Όταν η πορεία των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, η δυσκαμψία των τιμών ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν υπόνοιες για πιθανό περιορισμό ή στρέβλωση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, η Επιτροπή δύναται να διεξαγάγει την έρευνά της σε συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις σχετικές επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, καθώς επίσης να διενεργήσει κάθε αναγκαίο προς τούτο έλεγχο.
|
|
The Commission may publish a report on the results of its inquiry into particular sectors of the economy or particular types of agreements across various sectors and invite comments from interested parties.
|
Η Επιτροπή δύναται ιδίως να ζητήσει από τις σχετικές επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να της καταστήσουν γνωστή οποιαδήποτε συμφωνία, απόφαση και εναρμονισμένη πρακτική.
|
|
2. Articles 14, 18, 19, 20, 22, 23 and 24 shall apply mutatis mutandis.
|
Η Επιτροπή δύναται να δημοσιεύσει έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνάς της σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας ή συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους και να ζητήσει από τους ενδιαφερόμενους να διατυπώσουν παρατηρήσεις.
|
|
|
2. Οι διατάξεις των άρθρων 14, 18, 19, 20, 22, 23 και 24 εφαρμόζονται κατ' αναλογία.
|
|
Article 18
|
|
|
Requests for information
|
Άρθρο 18
|
|
1. In order to carry out the duties assigned to it by this Regulation, the Commission may, by simple request or by decision, require undertakings and associations of undertakings to provide all necessary information.
|
Αιτήσεις παροχής πληροφοριών
|
|
2. When sending a simple request for information to an undertaking or association of undertakings, the Commission shall state the legal basis and the purpose of the request, specify what information is required and fix the time-limit within which the information is to be provided, and the penalties provided for in Article 23 for supplying incorrect or misleading information.
|
1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως, να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
|
|
3. Where the Commission requires undertakings and associations of undertakings to supply information by decision, it shall state the legal basis and the purpose of the request, specify what information is required and fix the time-limit within which it is to be provided. It shall also indicate the penalties provided for in Article 23 and indicate or impose the penalties provided for in Article 24. It shall further indicate the right to have the decision reviewed by the Court of Justice.
|
2. Κατά την υποβολή απλής αίτησης παροχής πληροφοριών προς επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό της αίτησης, προσδιορίζει τι είδους πληροφορίες χρειάζεται και καθορίζει την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τις κυρώσεις που επισύρει η παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 23.
|
|
4. The owners of the undertakings or their representatives and, in the case of legal persons, companies or firms, or associations having no legal personality, the persons authorised to represent them by law or by their constitution shall supply the information requested on behalf of the undertaking or the association of undertakings concerned. Lawyers duly authorised to act may supply the information on behalf of their clients. The latter shall remain fully responsible if the information supplied is incomplete, incorrect or misleading.
|
3. Όταν η Επιτροπή απαιτεί από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες με απόφασή της, στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται η νομική βάση και ο σκοπός της αίτησης, προσδιορίζονται οι ζητούμενες πληροφορίες και τάσσεται προθεσμία για την παροχή τους. Επίσης μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 24. Στην απόφαση αναφέρεται περαιτέρω το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο.
|
|
5. The Commission shall without delay forward a copy of the simple request or of the decision to the competition authority of the Member State in whose territory the seat of the undertaking or association of undertakings is situated and the competition authority of the Member State whose territory is affected.
|
4. Οι επιχειρηματίες ή οι αντιπρόσωποί τους και, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, των εταιρειών ή των ενώσεων που στερούνται νομικής προσωπικότητας, τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με την εκπροσώπησή τους βάσει του νόμου ή του καταστατικού τους, οφείλουν να παράσχουν τις ζητούμενες πληροφορίες για λογαριασμό της εμπλεκόμενης επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παράσχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών.
|
|
6. At the request of the Commission the governments and competition authorities of the Member States shall provide the Commission with all necessary information to carry out the duties assigned to it by this Regulation.
|
5. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμέσως αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασης προς την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκονται η έδρα της επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων, καθώς και στην αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου λαμβάνει χώρα η σχετική δραστηριότητα.
|
|
|
6. Κατ' αίτηση της Επιτροπής, οι κυβερνήσεις και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού.
|
|
Article 19
|
|
|
Power to take statements
|
Άρθρο 19
|
|
1. In order to carry out the duties assigned to it by this Regulation, the Commission may interview any natural or legal person who consents to be interviewed for the purpose of collecting information relating to the subject-matter of an investigation.
|
Εξουσία διεξαγωγής ακροάσεων
|
|
2. Where an interview pursuant to paragraph 1 is conducted in the premises of an undertaking, the Commission shall inform the competition authority of the Member State in whose territory the interview takes place. If so requested by the competition authority of that Member State, its officials may assist the officials and other accompanying persons authorised by the Commission to conduct the interview.
|
1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να καλεί σε ακρόαση κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συναινεί προς αυτό για το σκοπό της συλλογής πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της εκάστοτε έρευνας.
|
|
|
2. Όταν στους χώρους μιας επιχείρησης λαμβάνει χώρα ακρόαση κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, η Επιτροπή ενημερώνει την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου λαμβάνει χώρα η ακρόαση. Εάν το ζητήσει η αρχή ανταγωνισμού του εν λόγω κράτους μέλους, οι υπάλληλοί της μπορούν να επικουρούν τους υπαλλήλους και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή να διεξάγουν ακροάσεις.
|
|
Article 20
|
|
|
The Commission's powers of inspection
|
Άρθρο 20
|
|
1. In order to carry out the duties assigned to it by this Regulation, the Commission may conduct all necessary inspections of undertakings and associations of undertakings.
|
Εξουσίες ελέγχου της Επιτροπής
|
|
2. The officials and other accompanying persons authorised by the Commission to conduct an inspection are empowered:
|
1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο έλεγχο σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.
|
|
(a) to enter any premises, land and means of transport of undertakings and associations of undertakings;
|
2. Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου έχουν την εξουσία:
|
|
(b) to examine the books and other records related to the business, irrespective of the medium on which they are stored;
|
α) να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·
|
|
(c) to take or obtain in any form copies of or extracts from such books or records;
|
β) να ελέγχουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του·
|
|
(d) to seal any business premises and books or records for the period and to the extent necessary for the inspection;
|
γ) να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων και εγγράφων·
|
|
(e) to ask any representative or member of staff of the undertaking or association of undertakings for explanations on facts or documents relating to the subject-matter and purpose of the inspection and to record the answers.
|
δ) να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο και βιβλία ή έγγραφα κατά την περίοδο και στο βαθμό που απαιτούνται για τον έλεγχο·
|
|
3. The officials and other accompanying persons authorised by the Commission to conduct an inspection shall exercise their powers upon production of a written authorisation specifying the subject matter and purpose of the inspection and the penalties provided for in Article 23 in case the production of the required books or other records related to the business is incomplete or where the answers to questions asked under paragraph 2 of the present Article are incorrect or misleading. In good time before the inspection, the Commission shall give notice of the inspection to the competition authority of the Member State in whose territory it is to be conducted.
|
ε) να ζητούν από κάθε αντιπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων επεξηγήσεις περί των γεγονότων ή εγγράφων που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις απαντήσεις.
|
|
4. Undertakings and associations of undertakings are required to submit to inspections ordered by decision of the Commission. The decision shall specify the subject matter and purpose of the inspection, appoint the date on which it is to begin and indicate the penalties provided for in Articles 23 and 24 and the right to have the decision reviewed by the Court of Justice. The Commission shall take such decisions after consulting the competition authority of the Member State in whose territory the inspection is to be conducted.
|
3. Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου ασκούν τις εξουσίες τους αφού προηγουμένως επιδείξουν γραπτή εντολή, στην οποία προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθώς και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23 σε περίπτωση ελλιπούς επίδειξης των ζητούμενων βιβλίων ή λοιπών επαγγελματικών εγγράφων ή σε περίπτωση που αποδειχθούν ανακριβείς ή παραπλανητικές οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που έχουν υποβληθεί κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή ενημερώνει την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος σε εύθετο χρόνο πριν από τη διενέργεια αυτού.
|
|
5. Officials of as well as those authorised or appointed by the competition authority of the Member State in whose territory the inspection is to be conducted shall, at the request of that authority or of the Commission, actively assist the officials and other accompanying persons authorised by the Commission. To this end, they shall enjoy the powers specified in paragraph 2.
|
4. Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων οφείλουν να υποβάλλονται στους ελέγχους που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφασή της. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 23 και 24, καθώς και το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο. Η Επιτροπή εκδίδει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος.
|
|
6. Where the officials and other accompanying persons authorised by the Commission find that an undertaking opposes an inspection ordered pursuant to this Article, the Member State concerned shall afford them the necessary assistance, requesting where appropriate the assistance of the police or of an equivalent enforcement authority, so as to enable them to conduct their inspection.
|
5. Οι υπάλληλοι καθώς και οι εντεταλμένοι ή οι διορισθέντες από τη αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί έλεγχος οφείλουν, κατ' αίτηση της εν λόγω αρχής ή της Επιτροπής, να παρέχουν την ενεργό συνδρομή τους στους υπαλλήλους και στα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή. Για το σκοπό αυτό απολαύουν των εξουσιών που καθορίζονται στην παράγραφο 2.
|
|
7. If the assistance provided for in paragraph 6 requires authorisation from a judicial authority according to national rules, such authorisation shall be applied for. Such authorisation may also be applied for as a precautionary measure.
|
6. Σε περίπτωση που οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή διαπιστώσουν ότι μια επιχείρηση εναντιώνεται στη διενέργεια ελέγχου που έχει διαταχθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τους παρέχει κάθε αναγκαία συνδρομή, ζητώντας εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, προκειμένου να καταστούν ικανοί να ασκήσουν τα ελεγκτικά τους καθήκοντα.
|
|
8. Where authorisation as referred to in paragraph 7 is applied for, the national judicial authority shall control that the Commission decision is authentic and that the coercive measures envisaged are neither arbitrary nor excessive having regard to the subject matter of the inspection. In its control of the proportionality of the coercive measures, the national judicial authority may ask the Commission, directly or through the Member State competition authority, for detailed explanations in particular on the grounds the Commission has for suspecting infringement of Articles 81 and 82 of the Treaty, as well as on the seriousness of the suspected infringement and on the nature of the involvement of the undertaking concerned. However, the national judicial authority may not call into question the necessity for the inspection nor demand that it be provided with the information in the Commission's file. The lawfulness of the Commission decision shall be subject to review only by the Court of Justice.
|
7. Εάν για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 6 απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ζητείται ή άδεια αυτή. Η εν λόγω άδεια μπορεί επίσης να ζητηθεί ως προληπτικό μέτρο.
|
|
|
8. Όταν ζητείται η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 7, η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της Επιτροπής, καθώς και ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα καταναγκασμού δεν είναι αυθαίρετα ούτε υπέρμετρα αυστηρά σε σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου. Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας των μέτρων καταναγκασμού, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή, απ' ευθείας ή μέσω της αρχής ανταγωνισμού του κράτους μέλους, λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως για τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έχει υπόνοιες ότι υπάρχει παράβαση των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, καθώς και για τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της εμπλοκής της συγκεκριμένης επιχείρησης. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν νομιμοποιείται ούτε να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα του ελέγχου ούτε να ζητήσει να της προσκομισθούν οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στον φάκελο της Επιτροπής. Η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο.
|
|
Article 21
|
|
|
Inspection of other premises
|
Άρθρο 21
|
|
1. If a reasonable suspicion exists that books or other records related to the business and to the subject-matter of the inspection, which may be relevant to prove a serious violation of Article 81 or Article 82 of the Treaty, are being kept in any other premises, land and means of transport, including the homes of directors, managers and other members of staff of the undertakings and associations of undertakings concerned, the Commission can by decision order an inspection to be conducted in such other premises, land and means of transport.
|
Έλεγχος άλλων χώρων
|
|
2. The decision shall specify the subject matter and purpose of the inspection, appoint the date on which it is to begin and indicate the right to have the decision reviewed by the Court of Justice. It shall in particular state the reasons that have led the Commission to conclude that a suspicion in the sense of paragraph 1 exists. The Commission shall take such decisions after consulting the competition authority of the Member State in whose territory the inspection is to be conducted.
|
1. Η Επιτροπή μπορεί με απόφασή της να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί βιβλία ή άλλα έγγραφα που συνδέονται με την επιχείρηση και το αντικείμενο του ελέγχου, τα οποία ενδέχεται να είναι σχετικά για την απόδειξη σοβαρής παράβασης του άρθρου 81 ή 82 της συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.
|
|
3. A decision adopted pursuant to paragraph 1 cannot be executed without prior authorisation from the national judicial authority of the Member State concerned. The national judicial authority shall control that the Commission decision is authentic and that the coercive measures envisaged are neither arbitrary nor excessive having regard in particular to the seriousness of the suspected infringement, to the importance of the evidence sought, to the involvement of the undertaking concerned and to the reasonable likelihood that business books and records relating to the subject matter of the inspection are kept in the premises for which the authorisation is requested. The national judicial authority may ask the Commission, directly or through the Member State competition authority, for detailed explanations on those elements which are necessary to allow its control of the proportionality of the coercive measures envisaged.
|
2. Στην απόφαση διευκρινίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει ο έλεγχος και αναφέρεται το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο. Μνημονεύονται ιδίως οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν την Επιτροπή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν υπόνοιες κατά την έννοια της παραγράφου 1. Η Επιτροπή λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου θα διενεργηθεί ο έλεγχος.
|
|
However, the national judicial authority may not call into question the necessity for the inspection nor demand that it be provided with information in the Commission's file. The lawfulness of the Commission decision shall be subject to review only by the Court of Justice.
|
3. Απόφαση λαμβανόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς προηγούμενη άδεια της εθνικής δικαστικής αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της Επιτροπής καθώς και ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα καταναγκασμού δεν είναι αυθαίρετα ούτε υπέρμετρα αυστηρά σε σχέση, ιδίως, με τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης, τη σημασία των ζητούμενων αποδείξεων, την εμπλοκή της συγκεκριμένης επιχείρησης και τη λογική προσδοκία ότι τα λογιστικά βιβλία και έγγραφα που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου φυλάσσονται στους χώρους για τους οποίους ζητείται η άδεια. Η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή, απ' ευθείας ή μέσω της αρχής ανταγωνισμού του κράτους μέλους, λεπτομερείς εξηγήσεις για τα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να ελεγχθεί η αναλογικότητα των σχεδιαζόμενων μέτρων καταναγκασμού.
|
|
4. The officials and other accompanying persons authorised by the Commission to conduct an inspection ordered in accordance with paragraph 1 of this Article shall have the powers set out in Article 20(2)(a), (b) and (c). Article 20(5) and (6) shall apply mutatis mutandis.
|
Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν νομιμοποιείται ούτε να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα του ελέγχου ούτε να ζητήσει να του προσκομισθούν οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στο φάκελο της Επιτροπής. Η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο.
|
|
|
4. Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου που διατάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ). Το άρθρο 20 παράγραφοι 5 και 6 εφαρμόζεται κατ' αναλογία.
|
|
Article 22
|
|
|
Investigations by competition authorities of Member States
|
Άρθρο 22
|
|
1. The competition authority of a Member State may in its own territory carry out any inspection or other fact-finding measure under its national law on behalf and for the account of the competition authority of another Member State in order to establish whether there has been an infringement of Article 81 or Article 82 of the Treaty. Any exchange and use of the information collected shall be carried out in accordance with Article 12.
|
Έρευνες από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών
|
|
2. At the request of the Commission, the competition authorities of the Member States shall undertake the inspections which the Commission considers to be necessary under Article 20(1) or which it has ordered by decision pursuant to Article 20(4). The officials of the competition authorities of the Member States who are responsible for conducting these inspections as well as those authorised or appointed by them shall exercise their powers in accordance with their national law.
|
1. Η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους δύναται να λάβει στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους παν μέτρο ελέγχου ή άλλο μέτρο εξακρίβωσης περιστατικών κατ' εφαρμογή της εθνικής της νομοθεσίας επ' ονόματι και για λογαριασμό της αρχής ανταγωνισμού ενός άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον υφίσταται παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Οι συλλεγόμενες πληροφορίες ανταλλάσσονται και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 12.
|
|
If so requested by the Commission or by the competition authority of the Member State in whose territory the inspection is to be conducted, officials and other accompanying persons authorised by the Commission may assist the officials of the authority concerned.
|
2. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών διενεργούν τους ελέγχους που η Επιτροπή κρίνει σκόπιμους σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 ή τους οποίους έχει διατάξει με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4. Οι υπάλληλοι των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών στις οποίες έχει ανατεθεί η διενέργεια αυτών των ελέγχων, καθώς και εκείνοι που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή διορισθεί από αυτές ασκούν τις εξουσίες τους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία.
|
|
|
Εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή ή από την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος, υπάλληλοι της Επιτροπής και λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή δύνανται να παράσχουν συνδρομή στους υπαλλήλους της ενδιαφερόμενης αρχής.
|
|
CHAPTER VI
|
|
|
PENALTIES
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
|
|
Article 23
|
ΚΥΡΩΣΕΙΣ
|
|
Fines
|
Άρθρο 23
|
|
1. The Commission may by decision impose on undertakings and associations of undertakings fines not exceeding 1 % of the total turnover in the preceding business year where, intentionally or negligently:
|
Πρόστιμα
|
|
(a) they supply incorrect or misleading information in response to a request made pursuant to Article 17 or Article 18(2);
|
1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που δεν υπερβαίνουν το 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
|
|
(b) in response to a request made by decision adopted pursuant to Article 17 or Article 18(3), they supply incorrect, incomplete or misleading information or do not supply information within the required time-limit;
|
α) έχουν παράσχει πληροφορία η οποία είναι ανακριβής ή παραπλανητική σε απάντηση αίτησης που τους έχει υποβληθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 ή του άρθρου 18 παράγραφος 2·
|
|
(c) they produce the required books or other records related to the business in incomplete form during inspections under Article 20 or refuse to submit to inspections ordered by a decision adopted pursuant to Article 20(4);
|
β) απαντώντας σε αίτηση που τους έχει υποβληθεί με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 ή του άρθρου 18 παράγραφος 3, παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας·
|
|
(d) in response to a question asked in accordance with Article 20(2)(e),
|
γ) παρουσιάζουν κατά τρόπο ελλιπή τα βιβλία ή άλλα έγγραφα επαγγελματικού περιεχομένου κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 20 ή αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο ο οποίος έχει διαταχθεί με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4·
|
|
- they give an incorrect or misleading answer,
|
δ) απαντώντας σε ερώτημα που τους έχει τεθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο ε):
|
|
- they fail to rectify within a time-limit set by the Commission an incorrect, incomplete or misleading answer given by a member of staff, or
|
- δίνουν ανακριβή ή παραπλανητική απάντηση,
|
|
- they fail or refuse to provide a complete answer on facts relating to the subject-matter and purpose of an inspection ordered by a decision adopted pursuant to Article 20(4);
|
- παραλείπουν να διορθώσουν εντός της προθεσμίας που έθεσε η Επιτροπή ανακριβή, ελλιπή ή παραπλανητική απάντηση που έδωσε μέλος του προσωπικού τους, ή
|
|
(e) seals affixed in accordance with Article 20(2)(d) by officials or other accompanying persons authorised by the Commission have been broken.
|
- παραλείπουν ή αρνούνται να δώσουν πλήρη απάντηση για ζητήματα που άπτονται του αντικειμένου και του σκοπού του ελέγχου που διατάσσεται με απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 4·
|
|
2. The Commission may by decision impose fines on undertakings and associations of undertakings where, either intentionally or negligently:
|
ε) έχουν διαρρήξει σφραγίδες οι οποίες ετέθησαν σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο δ) από τους υπαλλήλους ή τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή.
|
|
(a) they infringe Article 81 or Article 82 of the Treaty; or
|
2. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
|
|
(b) they contravene a decision ordering interim measures under Article 8; or
|
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης, ή
|
|
(c) they fail to comply with a commitment made binding by a decision pursuant to Article 9.
|
β) ενεργούν κατά τρόπο που αντιβαίνει σε εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 8 απόφαση με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων, ή
|
|
For each undertaking and association of undertakings participating in the infringement, the fine shall not exceed 10 % of its total turnover in the preceding business year.
|
γ) δεν εκπληρώνουν αναληφθείσα από τις ίδιες δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 9.
|
|
Where the infringement of an association relates to the activities of its members, the fine shall not exceed 10 % of the sum of the total turnover of each member active on the market affected by the infringement of the association.
|
Για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
|
|
3. In fixing the amount of the fine, regard shall be had both to the gravity and to the duration of the infringement.
|
Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του αθροίσματος του συνολικού κύκλου εργασιών κάθε μέλους που συμμετέχει ενεργά στην αγορά που έχει επηρεασθεί από την παράβαση που διέπραξε η ένωση.
|
|
4. When a fine is imposed on an association of undertakings taking account of the turnover of its members and the association is not solvent, the association is obliged to call for contributions from its members to cover the amount of the fine.
|
3. Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.
|
|
Where such contributions have not been made to the association within a time-limit fixed by the Commission, the Commission may require payment of the fine directly by any of the undertakings whose representatives were members of the decision-making bodies concerned of the association.
|
4. Σε περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο σε ένωση επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών των μελών της και η ένωση δεν είναι αξιόχρεη, η ένωση είναι υποχρεωμένη να ζητήσει συνεισφορές από τα μέλη της προκειμένου να καλύψει το ποσό του προστίμου.
|
|
After the Commission has required payment under the second subparagraph, where necessary to ensure full payment of the fine, the Commission may require payment of the balance by any of the members of the association which were active on the market on which the infringement occurred.
|
Εάν δεν πραγματοποιηθούν οι συνεισφορές αυτές εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή, η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει την καταβολή του προστίμου απευθείας από καθεμία από τις επιχειρήσεις οι εκπρόσωποι των οποίων ανήκαν στα εμπλεκόμενα όργανα λήψης αποφάσεων της ένωσης.
|
|
However, the Commission shall not require payment under the second or the third subparagraph from undertakings which show that they have not implemented the infringing decision of the association and either were not aware of its existence or have actively distanced themselves from it before the Commission started investigating the case.
|
Η Επιτροπή, όταν έχει απαιτήσει πληρωμή σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, στην περίπτωση που είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της ολοσχερούς πληρωμής του προστίμου, μπορεί να απαιτήσει πληρωμή του υπολοίπου από οποιοδήποτε μέλος της ένωσης που είχε ενεργή δράση στην αγορά στην οποία συνέβη η παράβαση.
|
|
The financial liability of each undertaking in respect of the payment of the fine shall not exceed 10 % of its total turnover in the preceding business year.
|
Ωστόσο, η Επιτροπή δεν απαιτεί πληρωμή βάσει του δευτέρου ή τρίτου εδαφίου από επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι δεν εφήρμοσαν την παράνομη απόφαση της ένωσης και ότι είτε δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή της είτε αποστασιοποιήθηκαν ενεργά από αυτήν πριν αρχίσει η Επιτροπή να διερευνά την υπόθεση.
|
|
5. Decisions taken pursuant to paragraphs 1 and 2 shall not be of a criminal law nature.
|
Η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
|
|
|
5. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.
|
|
Article 24
|
|
|
Periodic penalty payments
|
Άρθρο 24
|
|
1. The Commission may, by decision, impose on undertakings or associations of undertakings periodic penalty payments not exceeding 5 % of the average daily turnover in the preceding business year per day and calculated from the date appointed by the decision, in order to compel them:
|
Χρηματικές ποινές
|
|
(a) to put an end to an infringement of Article 81 or Article 82 of the Treaty, in accordance with a decision taken pursuant to Article 7;
|
1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων χρηματικές ποινές που μπορούν να φθάσουν το 5 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για κάθε ημέρα από την ημερομηνία που έχει καθορίσει στην απόφασή της, προκειμένου να τις εξαναγκάσει:
|
|
(b) to comply with a decision ordering interim measures taken pursuant to Article 8;
|
α) να θέσουν τέλος σε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης σύμφωνα με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 7·
|
|
(c) to comply with a commitment made binding by a decision pursuant to Article 9;
|
β) να συμμορφωθούν με απόφαση με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων και η οποία έχει εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 8·
|
|
(d) to supply complete and correct information which it has requested by decision taken pursuant to Article 17 or Article 18(3);
|
γ) να σεβασθούν μια δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 9·
|
|
(e) to submit to an inspection which it has ordered by decision taken pursuant to Article 20(4).
|
δ) να της διαθέσουν με πληρότητα και ακρίβεια πληροφορίες που τους έχει ζητήσει με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 ή του άρθρου 18 παράγραφος 3·
|
|
2. Where the undertakings or associations of undertakings have satisfied the obligation which the periodic penalty payment was intended to enforce, the Commission may fix the definitive amount of the periodic penalty payment at a figure lower than that which would arise under the original decision. Article 23(4) shall apply correspondingly.
|
ε) να υποβληθούν σε έλεγχο που έχει διατάξει με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4.
|
|
|
2. Αφ' ης στιγμής οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων εκπληρώσουν την υποχρέωση για την τήρηση της οποίας επιβλήθηκε χρηματική ποινή, η Επιτροπή δύναται να καθορίσει το οριστικό ύψος της ποινής αυτής σε επίπεδο κατώτερο από εκείνο που προκύπτει από την αρχική απόφαση. Το άρθρο 23 παράγραφος 4 εφαρμόζεται ανάλογα.
|
|
CHAPTER VII
|
|
|
LIMITATION PERIODS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
|
|
Article 25
|
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ
|
|
Limitation periods for the imposition of penalties
|
Άρθρο 25
|
|
1. The powers conferred on the Commission by Articles 23 and 24 shall be subject to the following limitation periods:
|
Παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων
|
|
(a) three years in the case of infringements of provisions concerning requests for information or the conduct of inspections;
|
1. Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 23 και 24 υπόκεινται στις ακόλουθες προθεσμίες παραγραφής:
|
|
(b) five years in the case of all other infringements.
|
α) τρία έτη για τις παραβάσεις των διατάξεων σχετικά με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή τη διενέργεια ελέγχων·
|
|
2. Time shall begin to run on the day on which the infringement is committed. However, in the case of continuing or repeated infringements, time shall begin to run on the day on which the infringement ceases.
|
β) πέντε έτη για όλες τις υπόλοιπες παραβάσεις.
|
|
3. Any action taken by the Commission or by the competition authority of a Member State for the purpose of the investigation or proceedings in respect of an infringement shall interrupt the limitation period for the imposition of fines or periodic penalty payments. The limitation period shall be interrupted with effect from the date on which the action is notified to at least one undertaking or association of undertakings which has participated in the infringement. Actions which interrupt the running of the period shall include in particular the following:
|
2. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Ωστόσο, αν μια παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης.
|
|
(a) written requests for information by the Commission or by the competition authority of a Member State;
|
3. Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της παράβασης. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε μια τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση. Στις πράξεις που συνεπάγονται τη διακοπή της παραγραφής συγκαταλέγονται οι εξής:
|
|
(b) written authorisations to conduct inspections issued to its officials by the Commission or by the competition authority of a Member State;
|
α) οι γραπτές αιτήσεις της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους για την παροχή πληροφοριών·
|
|
(c) the initiation of proceedings by the Commission or by the competition authority of a Member State;
|
β) οι γραπτές εντολές διεξαγωγής ελέγχου που χορηγεί στους υπαλλήλους της η Επιτροπή ή η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους·
|
|
(d) notification of the statement of objections of the Commission or of the competition authority of a Member State.
|
γ) η κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή ή από την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους·
|
|
4. The interruption of the limitation period shall apply for all the undertakings or associations of undertakings which have participated in the infringement.
|
δ) η κοινοποίηση έκθεσης αιτιάσεων από την Επιτροπή ή την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.
|
|
5. Each interruption shall start time running afresh. However, the limitation period shall expire at the latest on the day on which a period equal to twice the limitation period has elapsed without the Commission having imposed a fine or a periodic penalty payment. That period shall be extended by the time during which limitation is suspended pursuant to paragraph 6.
|
4. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.
|
|
6. The limitation period for the imposition of fines or periodic penalty payments shall be suspended for as long as the decision of the Commission is the subject of proceedings pending before the Court of Justice.
|
5. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο αναστολής της παραγραφής κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6.
|
|
|
6. Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
|
|
Article 26
|
|
|
Limitation period for the enforcement of penalties
|
Άρθρο 26
|
|
1. The power of the Commission to enforce decisions taken pursuant to Articles 23 and 24 shall be subject to a limitation period of five years.
|
Παραγραφή της εκτέλεσης των ποινών
|
|
2. Time shall begin to run on the day on which the decision becomes final.
|
1. Η εξουσία της Επιτροπής να εκτελεί τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 23 και 24 υπόκειται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής.
|
|
3. The limitation period for the enforcement of penalties shall be interrupted:
|
2. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση καθίσταται οριστική.
|
|
(a) by notification of a decision varying the original amount of the fine or periodic penalty payment or refusing an application for variation;
|
3. Η παραγραφή της εκτέλεσης των ποινών διακόπτεται:
|
|
(b) by any action of the Commission or of a Member State, acting at the request of the Commission, designed to enforce payment of the fine or periodic penalty payment.
|
α) από την κοινοποίηση απόφασης με την οποία τροποποιείται το αρχικό ποσό του προστίμου ή της χρηματικής ποινής ή απορρίπτεται αίτηση τροποποίησης του ποσού αυτού·
|
|
4. Each interruption shall start time running afresh.
|
β) από κάθε πράξη της Επιτροπής ή κράτους μέλους, που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η οποία αποβλέπει να εκτελέσει την αναγκαστική είσπραξη του ποσού του προστίμου ή της χρηματικής ποινής.
|
|
5. The limitation period for the enforcement of penalties shall be suspended for so long as:
|
4. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή.
|
|
(a) time to pay is allowed;
|
5. Η παραγραφή της εκτέλεσης των ποινών αναστέλλεται:
|
|
(b) enforcement of payment is suspended pursuant to a decision of the Court of Justice.
|
α) για όσο χρονικό διάστημα επιτρέπεται η πραγματοποίηση της πληρωμής·
|
|
|
β) για όσο χρονικό διάστημα η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης της πληρωμής τελεί υπό αναστολή βάσει αποφάσεως του Δικαστηρίου.
|
|
CHAPTER VIII
|
|
|
HEARINGS AND PROFESSIONAL SECRECY
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
|
|
Article 27
|
ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
|
|
Hearing of the parties, complainants and others
|
Άρθρο 27
|
|
1. Before taking decisions as provided for in Articles 7, 8, 23 and Article 24(2), the Commission shall give the undertakings or associations of undertakings which are the subject of the proceedings conducted by the Commission the opportunity of being heard on the matters to which the Commission has taken objection. The Commission shall base its decisions only on objections on which the parties concerned have been able to comment. Complainants shall be associated closely with the proceedings.
|
Ακρόαση των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων
|
|
2. The rights of defence of the parties concerned shall be fully respected in the proceedings. They shall be entitled to have access to the Commission's file, subject to the legitimate interest of undertakings in the protection of their business secrets. The right of access to the file shall not extend to confidential information and internal documents of the Commission or the competition authorities of the Member States. In particular, the right of access shall not extend to correspondence between the Commission and the competition authorities of the Member States, or between the latter, including documents drawn up pursuant to Articles 11 and 14. Nothing in this paragraph shall prevent the Commission from disclosing and using information necessary to prove an infringement.
|
1. Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.
|
|
3. If the Commission considers it necessary, it may also hear other natural or legal persons. Applications to be heard on the part of such persons shall, where they show a sufficient interest, be granted. The competition authorities of the Member States may also ask the Commission to hear other natural or legal persons.
|
2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Από το δικαίωμα πρόσβασης εξαιρούνται ιδίως η αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών ή μεταξύ των τελευταίων, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που συντάσσονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 και 14. Καμία διάταξη της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Επιτροπή να δημοσιοποιεί και να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχθεί μια παράβαση.
|
|
4. Where the Commission intends to adopt a decision pursuant to Article 9 or Article 10, it shall publish a concise summary of the case and the main content of the commitments or of the proposed course of action. Interested third parties may submit their observations within a time limit which is fixed by the Commission in its publication and which may not be less than one month. Publication shall have regard to the legitimate interest of undertakings in the protection of their business secrets.
|
3. Εφόσον η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο μπορεί να δεχθεί σε ακρόαση και άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ζητήσει να γίνει δεκτό σε ακρόαση επικαλούμενο σχετικό έννομο συμφέρον, το αίτημά του γίνεται δεκτό. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών μπορούν επίσης να ζητήσουν από την Επιτροπή να δεχθεί σε ακρόαση και άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
|
|
|
4. Όταν η Επιτροπή προτίθεται να λάβει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 ή του άρθρου 10, δημοσιεύει περίληψη της υπόθεσης και το βασικό περιεχόμενο των δεσμεύσεων ή των προτεινόμενων ενεργειών. Τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας την οποία ορίζει η Επιτροπή στη δημοσίευσή της και η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη του ενός μηνός. Στη δημοσίευση λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού τους απορρήτου.
|
|
Article 28
|
|
|
Professional secrecy
|
Άρθρο 28
|
|
1. Without prejudice to Articles 12 and 15, information collected pursuant to Articles 17 to 22 shall be used only for the purpose for which it was acquired.
|
Επαγγελματικό απόρρητο
|
|
2. Without prejudice to the exchange and to the use of information foreseen in Articles 11, 12, 14, 15 and 27, the Commission and the competition authorities of the Member States, their officials, servants and other persons working under the supervision of these authorities as well as officials and civil servants of other authorities of the Member States shall not disclose information acquired or exchanged by them pursuant to this Regulation and of the kind covered by the obligation of professional secrecy. This obligation also applies to all representatives and experts of Member States attending meetings of the Advisory Committee pursuant to Article 14.
|
1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 12 και 15, οι πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει των άρθρων 17 έως 22 επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό για τον οποίο συγκεντρώθηκαν.
|
|
|
2. Με την επιφύλαξη της ανταλλαγής και της χρησιμοποίησης πληροφοριών, οι οποίες προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 11, 12, 14, 15 και 27, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, οι υπάλληλοί τους, το λοιπό προσωπικό τους και τα άλλα πρόσωπα που εργάζονται υπό την εποπτεία των εν λόγω αρχών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό άλλων αρχών των κρατών μελών οφείλουν να μην δημοσιοποιούν τα στοιχεία που συγκεντρώνουν ή ανταλλάσσουν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τα οποία, ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από την υποχρέωση του επαγγελματικού απόρρητου. Η υποχρέωση αυτή ισχύει επίσης για όλους τους αντιπροσώπους και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της συμβουλευτικής επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 14.
|
|
CHAPTER IX
|
|
|
EXEMPTION REGULATIONS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ
|
|
Article 29
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ
|
|
Withdrawal in individual cases
|
Άρθρο 29
|
|
1. Where the Commission, empowered by a Council Regulation, such as Regulations 19/65/EEC, (EEC) No 2821/71, (EEC) No 3976/87, (EEC) No 1534/91 or (EEC) No 479/92, to apply Article 81(3) of the Treaty by regulation, has declared Article 81(1) of the Treaty inapplicable to certain categories of agreements, decisions by associations of undertakings or concerted practices, it may, acting on its own initiative or on a complaint, withdraw the benefit of such an exemption Regulation when it finds that in any particular case an agreement, decision or concerted practice to which the exemption Regulation applies has certain effects which are incompatible with Article 81(3) of the Treaty.
|
Ατομική ανάκληση
|
|
2. Where, in any particular case, agreements, decisions by associations of undertakings or concerted practices to which a Commission Regulation referred to in paragraph 1 applies have effects which are incompatible with Article 81(3) of the Treaty in the territory of a Member State, or in a part thereof, which has all the characteristics of a distinct geographic market, the competition authority of that Member State may withdraw the benefit of the Regulation in question in respect of that territory.
|
1. Όταν η Επιτροπή, εξουσιοδοτημένη δυνάμει κανονισμού του Συμβουλίου, όπως οι κανονισμοί αριθ. 19/65/ΕΟΚ, (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71, (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87, (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91 ή (ΕΟΚ) αριθ. 479/92, να εφαρμόζει το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης εκδίδοντας κανονισμούς, έχει κηρύξει το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ανεφάρμοστο σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών, δύναται, με πρωτοβουλία της ή κατόπιν καταγγελίας, να ανακαλέσει το ευεργέτημα του κανονισμού απαλλαγής εφόσον διαπιστώσει ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική που εμπίπτει στον κανονισμό απαλλαγής παράγει αποτελέσματα τα οποία δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης.
|
|
|
2. Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές που εμπίπτουν σε κανονισμό της Επιτροπής όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, παράγουν αποτελέσματα τα οποία δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης στο έδαφος ενός κράτους μέλους, ή σε τμήμα του εδάφους αυτού, το οποίο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αυτοτελούς γεωγραφικής αγοράς, η αρχή ανταγωνισμού του εν λόγω κράτους μέλους δύναται να ανακαλέσει το ευεργέτημα της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού απαλλαγής στο συγκεκριμένο έδαφος.
|
|
CHAPTER X
|
|
|
GENERAL PROVISIONS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ
|
|
Article 30
|
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
Publication of decisions
|
Άρθρο 30
|
|
1. The Commission shall publish the decisions, which it takes pursuant to Articles 7 to 10, 23 and 24.
|
Δημοσίευση των αποφάσεων
|
|
2. The publication shall state the names of the parties and the main content of the decision, including any penalties imposed. It shall have regard to the legitimate interest of undertakings in the protection of their business secrets.
|
1. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει κατ' εφαρμογή των άρθρων 7 έως 10, 23 και 24.
|
|
|
2. Στη δημοσίευση μνημονεύονται τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης, περιλαμβανομένων των κυρώσεων που επιβάλλονται. Επίσης λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου.
|
|
Article 31
|
|
|
Review by the Court of Justice
|
Άρθρο 31
|
|
The Court of Justice shall have unlimited jurisdiction to review decisions whereby the Commission has fixed a fine or periodic penalty payment. It may cancel, reduce or increase the fine or periodic penalty payment imposed.
|
Έλεγχος από το Δικαστήριο
|
|
|
Το Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα ή τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί.
|
|
Article 32
|
|
|
Exclusions
|
Άρθρο 32
|
|
This Regulation shall not apply to:
|
Εξαιρέσεις
|
|
(a) international tramp vessel services as defined in Article 1(3)(a) of Regulation (EEC) No 4056/86;
|
Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα:
|
|
(b) a maritime transport service that takes place exclusively between ports in one and the same Member State as foreseen in Article 1(2) of Regulation (EEC) No 4056/86;
|
α) διεθνείς μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86·
|
|
(c) air transport between Community airports and third countries.
|
β) θαλάσσιες μεταφορές που πραγματοποιούνται αποκλειστικά μεταξύ λιμένων του ίδιου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86·
|
|
|
γ) εναέριες μεταφορές μεταξύ κοινοτικών αερολιμένων και τρίτων χωρών.
|
|
Article 33
|
|
|
Implementing provisions
|
Άρθρο 33
|
|
1. The Commission shall be authorised to take such measures as may be appropriate in order to apply this Regulation. The measures may concern, inter alia:
|
Εκτελεστικές διατάξεις
|
|
(a) the form, content and other details of complaints lodged pursuant to Article 7 and the procedure for rejecting complaints;
|
1. Η Επιτροπή νομιμοποιείται να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν, μεταξύ άλλων, να αφορούν:
|
|
(b) the practical arrangements for the exchange of information and consultations provided for in Article 11;
|
α) τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λοιπές λεπτομέρειες των καταγγελιών που υποβάλλονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, καθώς και τη διαδικασία για την απόρριψη των καταγγελιών·
|
|
(c) the practical arrangements for the hearings provided for in Article 27.
|
β) τις πρακτικές ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και τις διαβουλεύσεις που προβλέπονται από το άρθρο 11·
|
|
2. Before the adoption of any measures pursuant to paragraph 1, the Commission shall publish a draft thereof and invite all interested parties to submit their comments within the time-limit it lays down, which may not be less than one month. Before publishing a draft measure and before adopting it, the Commission shall consult the Advisory Committee on Restrictive Practices and Dominant Positions.
|
γ) τις πρακτικές ρυθμίσεις που ισχύουν για τις ακροάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 27.
|
|
|
2. Η Επιτροπή, πριν λάβει οποιαδήποτε μέτρο δυνάμει της παραγράφου 1, δημοσιεύει σχέδιό του και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός προθεσμίας την οποία καθορίζει και η οποία δεν πρέπει να είναι βραχύτερη του ενός μηνός. Η Επιτροπή, πριν δημοσιεύσει σχέδιο μέτρου και πριν προβεί στη λήψη του, ζητεί τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων.
|
|
CHAPTER XI
|
|
|
TRANSITIONAL, AMENDING AND FINAL PROVISIONS
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ
|
|
Article 34
|
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
Transitional provisions
|
Άρθρο 34
|
|
1. Applications made to the Commission under Article 2 of Regulation No 17, notifications made under Articles 4 and 5 of that Regulation and the corresponding applications and notifications made under Regulations (EEC) No 1017/68, (EEC) No 4056/86 and (EEC) No 3975/87 shall lapse as from the date of application of this Regulation.
|
Μεταβατικές διατάξεις
|
|
2. Procedural steps taken under Regulation No 17 and Regulations (EEC) No 1017/68, (EEC) No 4056/86 and (EEC) No 3975/87 shall continue to have effect for the purposes of applying this Regulation.
|
1. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού αριθ. 17, οι κοινοποιήσεις που γίνονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του εν λόγω κανονισμού, καθώς και οι αντίστοιχες αιτήσεις και κοινοποιήσεις που υποβάλλονται κατ' εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
|
|
|
2. Οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται κατ' εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 17 και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 εξακολουθούν να ισχύουν για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
|
|
Article 35
|
|
|
Designation of competition authorities of Member States
|
Άρθρο 35
|
|
1. The Member States shall designate the competition authority or authorities responsible for the application of Articles 81 and 82 of the Treaty in such a way that the provisions of this regulation are effectively complied with. The measures necessary to empower those authorities to apply those Articles shall be taken before 1 May 2004. The authorities designated may include courts.
|
Ορισμός των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών
|
|
2. When enforcement of Community competition law is entrusted to national administrative and judicial authorities, the Member States may allocate different powers and functions to those different national authorities, whether administrative or judicial.
|
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρχή ανταγωνισμού ή τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης κατά τρόπο ώστε να τηρούνται όντως οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την παραχώρηση στις αρχές αυτές της εξουσίας να εφαρμόζουν τα εν λόγω άρθρα λαμβάνονται πριν από την 1η Μαΐου 2004. Οι οριζόμενες αρχές ενδέχεται να περιλαμβάνουν δικαστήρια.
|
|
3. The effects of Article 11(6) apply to the authorities designated by the Member States including courts that exercise functions regarding the preparation and the adoption of the types of decisions foreseen in Article 5. The effects of Article 11(6) do not extend to courts insofar as they act as review courts in respect of the types of decisions foreseen in Article 5.
|
2. Όταν η επιβολή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού ανατίθεται σε εθνικές διοικητικές και δικαστικές αρχές, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν διάφορες εξουσίες και καθήκοντα στις διάφορες αυτές εθνικές αρχές, είτε είναι διοικητικές είτε δικαστικές.
|
|
4. Notwithstanding paragraph 3, in the Member States where, for the adoption of certain types of decisions foreseen in Article 5, an authority brings an action before a judicial authority that is separate and different from the prosecuting authority and provided that the terms of this paragraph are complied with, the effects of Article 11(6) shall be limited to the authority prosecuting the case which shall withdraw its claim before the judicial authority when the Commission opens proceedings and this withdrawal shall bring the national proceedings effectively to an end.
|
3. Τα αποτελέσματα του άρθρου 11 παράγραφος 6 εφαρμόζονται στις αρχές που ορίζουν τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων που ασκούν καθήκοντα σχετικά με την προπαρασκευή και την έκδοση τύπων αποφάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5. Tα αποτελέσματα του άρθρου 11 παράγραφος 6 δεν εκτείνονται στα δικαστήρια εφόσον αυτά ενεργούν ως δευτεροβάθμια όργανα σε σχέση με τους τύπους αποφάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5.
|
|
|
4. Παρά την παράγραφο 3, όταν στα κράτη μέλη, για την έκδοση ορισμένων τύπων αποφάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5, μια αρχή προσφεύγει σε δικαστική αρχή που είναι ανεξάρτητη και διάφορη της διωκτικής αρχής και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, τα αποτελέσματα του άρθρου 11 παράγραφος 6 εφαρμόζονται μόνο στη συγκεκριμένη διωκτική αρχή, η οποία αποσύρει την αίτησή της προς τη δικαστική αρχή μόλις κινήσει διαδικασία η Επιτροπή, με αυτή δε την απόσυρση λήγει πράγματι η εθνική διαδικασία.
|
|
Article 36
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 1017/68
|
Άρθρο 36
|
|
Regulation (EEC) No 1017/68 is amended as follows:
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68
|
|
1. Article 2 is repealed;
|
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 τροποποιείται ως εξής:
|
|
2. in Article 3(1), the words "The prohibition laid down in Article 2" are replaced by the words "The prohibition in Article 81(1) of the Treaty";
|
1. Το άρθρο 2 καταργείται.
|
|
3. Article 4 is amended as follows:
|
2. Στο άρθρο 3 παράγραφος 1, η φράση "Η απαγόρευση του άρθρου 2" αντικαθίσταται από τη φράση "Η απαγόρευση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης".
|
|
(a) In paragraph 1, the words "The agreements, decisions and concerted practices referred to in Article 2" are replaced by the words "Agreements, decisions and concerted practices pursuant to Article 81(1) of the Treaty";
|
3. Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:
|
|
(b) Paragraph 2 is replaced by the following:
|
α) στην παράγραφο 1, η φράση "Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 2" αντικαθίσταται από την φράση "Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης"·
|
|
"2. If the implementation of any agreement, decision or concerted practice covered by paragraph 1 has, in a given case, effects which are incompatible with the requirements of Article 81(3) of the Treaty, undertakings or associations of undertakings may be required to make such effects cease."
|
β) η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
4. Articles 5 to 29 are repealed with the exception of Article 13(3) which continues to apply to decisions adopted pursuant to Article 5 of Regulation (EEC) No 1017/68 prior to the date of application of this Regulation until the date of expiration of those decisions;
|
"2. Εάν η εφαρμογή οποιασδήποτε συμφωνίας, απόφασης ή εναρμονισμένης πρακτικής που καλύπτεται από την παράγραφο 1 έχει, σε δεδομένη υπόθεση, αποτελέσματα που δεν συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, μπορεί να ζητηθεί από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στα αποτελέσματα αυτά."
|
|
5. in Article 30, paragraphs 2, 3 and 4 are deleted.
|
4. Τα άρθρα 5 έως 29 καταργούνται, με εξαίρεση το άρθρο 13 παράγραφος 3 το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αποφάσεις οι οποίες ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, έως τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων.
|
|
|
5. Στο άρθρο 30, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 διαγράφονται.
|
|
Article 37
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 2988/74
|
Άρθρο 37
|
|
In Regulation (EEC) No 2988/74, the following Article is inserted:
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74
|
|
"Article 7a
|
Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
|
|
Exclusion
|
"Άρθρο 7α
|
|
This Regulation shall not apply to measures taken under Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty(16)."
|
Εξαίρεση
|
|
|
Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης(16)."
|
|
Article 38
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 4056/86
|
Άρθρο 38
|
|
Regulation (EEC) No 4056/86 is amended as follows:
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86
|
|
1. Article 7 is amended as follows:
|
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 τροποποιείται ως εξής:
|
|
(a) Paragraph 1 is replaced by the following:
|
1. Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
|
|
"1. Breach of an obligation
|
α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
Where the persons concerned are in breach of an obligation which, pursuant to Article 5, attaches to the exemption provided for in Article 3, the Commission may, in order to put an end to such breach and under the conditions laid down in Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty(17) adopt a decision that either prohibits them from carrying out or requires them to perform certain specific acts, or withdraws the benefit of the block exemption which they enjoyed."
|
"1. Παράβαση υποχρέωσης
|
|
(b) Paragraph 2 is amended as follows:
|
Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι αθετήσουν υποχρέωση η οποία έχει επιβληθεί, βάσει του άρθρου 5, σε σχέση με την απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 3, η Επιτροπή, προκειμένου να θέσει τέλος σε αυτήν την παράβαση και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης(17), δύναται να εκδώσει απόφαση η οποία είτε απαγορεύει στους ενδιαφερόμενους τη συνέχιση αυτής είτε απαιτεί από αυτούς συγκεκριμένες ενέργειες, ή αποσύρει το ευεργέτημα απαλλαγής κατά κατηγορία το οποίο απελάμβαναν."
|
|
(i) In point (a), the words "under the conditions laid down in Section II" are replaced by the words "under the conditions laid down in Regulation (EC) No 1/2003";
|
β) η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
|
|
(ii) The second sentence of the second subparagraph of point (c)(i) is replaced by the following:
|
i) στο στοιχείο α), η φράση "υπό τους όρους που καθορίζονται στο τμήμα ΙΙ" αντικαθίσταται από τη φράση "υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003"·
|
|
"At the same time it shall decide, in accordance with Article 9 of Regulation (EC) No 1/2003, whether to accept commitments offered by the undertakings concerned with a view, inter alia, to obtaining access to the market for non-conference lines."
|
ii) στο στοιχείο γ) σημείο i) δεύτερο εδάφιο, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
2. Article 8 is amended as follows:
|
"Συγχρόνως, αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, αν δέχεται τις δεσμεύσεις που προσφέρονται να αναλάβουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να εξασφαλισθεί η πρόσβαση στην αγορά επιχειρήσεων μη μελών της διάσκεψης."
|
|
(a) Paragraph 1 is deleted.
|
2. Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
|
|
(b) In paragraph 2 the words "pursuant to Article 10" are replaced by the words "pursuant to Regulation (EC) No 1/2003".
|
α) η παράγραφος 1 διαγράφεται·
|
|
(c) Paragraph 3 is deleted;
|
β) στην παράγραφο 2 οι λέξεις "σύμφωνα με το άρθρο 10" αντικαθίστανται από τις λέξεις "σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003"·
|
|
3. Article 9 is amended as follows:
|
γ) η παράγραφος 3 καταργείται.
|
|
(a) In paragraph 1, the words "Advisory Committee referred to in Article 15" are replaced by the words "Advisory Committee referred to in Article 14 of Regulation (EC) No 1/2003";
|
3. Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:
|
|
(b) In paragraph 2, the words "Advisory Committee as referred to in Article 15" are replaced by the words "Advisory Committee referred to in Article 14 of Regulation (EC) No 1/2003";
|
α) στην παράγραφο 1, οι λέξεις "συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 15" αντικαθίστανται από τις λέξεις "συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003"·
|
|
4. Articles 10 to 25 are repealed with the exception of Article 13(3) which continues to apply to decisions adopted pursuant to Article 81(3) of the Treaty prior to the date of application of this Regulation until the date of expiration of those decisions;
|
β) στην παράγραφο 2, οι λέξεις "συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 15" αντικαθίστανται από τις λέξεις "συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003"·
|
|
5. in Article 26, the words "the form, content and other details of complaints pursuant to Article 10, applications pursuant to Article 12 and the hearings provided for in Article 23(1) and (2)" are deleted.
|
4. Τα άρθρα 10 έως 25 καταργούνται, με εξαίρεση το άρθρο 13 παράγραφος 3 το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αποφάσεις οι οποίες ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, έως τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων.
|
|
|
5. Στο άρθρο 26, η φράση τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των καταγγελιών που προβλέπονται στο άρθρο 10, των αιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12 και των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 2 διαγράφεται.
|
|
Article 39
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 3975/87
|
Άρθρο 39
|
|
Articles 3 to 19 of Regulation (EEC) No 3975/87 are repealed with the exception of Article 6(3) which continues to apply to decisions adopted pursuant to Article 81(3) of the Treaty prior to the date of application of this Regulation until the date of expiration of those decisions.
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87
|
|
|
Τα άρθρα 3 έως 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 καταργούνται, με εξαίρεση το άρθρο 6 παράγραφος 3 το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αποφάσεις οι οποίες ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, έως τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων.
|
|
Article 40
|
|
|
Amendment of Regulations No 19/65/EEC, (EEC) No 2821/71 and (EEC) No 1534/91
|
Άρθρο 40
|
|
Article 7 of Regulation No 19/65/EEC, Article 7 of Regulation (EEC) No 2821/71 and Article 7 of Regulation (EEC) No 1534/91 are repealed.
|
Τροποποίηση των κανονισμών αριθ. 19/65/ΕΟΚ, (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91
|
|
|
Το άρθρο 7 του κανονισμού αριθ. 19/65/ΕΟΚ, το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 και το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91 καταργούνται.
|
|
Article 41
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 3976/87
|
Άρθρο 41
|
|
Regulation (EEC) No 3976/87 is amended as follows:
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87
|
|
1. Article 6 is replaced by the following:
|
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87 τροποποιείται ως εξής:
|
|
"Article 6
|
1. Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
The Commission shall consult the Advisory Committee referred to in Article 14 of Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty(18) before publishing a draft Regulation and before adopting a Regulation."
|
"Άρθρο 6
|
|
2. Article 7 is repealed.
|
Πριν από τη δημοσίευση σχεδίου κανονισμού και πριν από την έκδοση κανονισμού, η Επιτροπή συμβουλεύεται τη συμβουλευτική επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης(18)."
|
|
|
2. Το άρθρο 7 καταργείται.
|
|
Article 42
|
|
|
Amendment of Regulation (EEC) No 479/92
|
Άρθρο 42
|
|
Regulation (EEC) No 479/92 is amended as follows:
|
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 479/92
|
|
1. Article 5 is replaced by the following:
|
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 479/92 τροποποιείται ως εξής:
|
|
"Article 5
|
1. Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
Before publishing the draft Regulation and before adopting the Regulation, the Commission shall consult the Advisory Committee referred to in Article 14 of Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in Articles 81 and 82 of the Treaty(19)."
|
"Άρθρο 5
|
|
2. Article 6 is repealed.
|
Πριν από τη δημοσίευση του σχεδίου κανονισμού και πριν από την έκδοση του κανονισμού, η Επιτροπή ζητά τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης(19)."
|
|
|
2. Το άρθρο 6 καταργείται.
|
|
Article 43
|
|
|
Repeal of Regulations No 17 and No 141
|
Άρθρο 43
|
|
1. Regulation No 17 is repealed with the exception of Article 8(3) which continues to apply to decisions adopted pursuant to Article 81(3) of the Treaty prior to the date of application of this Regulation until the date of expiration of those decisions.
|
Κατάργηση των κανονισμών αριθ. 17 και αριθ. 141
|
|
2. Regulation No 141 is repealed.
|
1. Ο κανονισμός αριθ. 17 καταργείται, με εξαίρεση το άρθρο 8 παράγραφος 3 το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αποφάσεις οι οποίες ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, έως τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων.
|
|
3. References to the repealed Regulations shall be construed as references to this Regulation.
|
2. Ο κανονισμός αριθ. 141 καταργείται.
|
|
|
3. Κάθε παραπομπή στους καταργούμενους κανονισμούς νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.
|
|
Article 44
|
|
|
Report on the application of the present Regulation
|
Άρθρο 44
|
|
Five years from the date of application of this Regulation, the Commission shall report to the European Parliament and the Council on the functioning of this Regulation, in particular on the application of Article 11(6) and Article 17.
|
Έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού
|
|
On the basis of this report, the Commission shall assess whether it is appropriate to propose to the Council a revision of this Regulation.
|
Πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού, και ειδικότερα για την εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 6 και του άρθρου 17.
|
|
|
Βάσει της έκθεσης αυτής, η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον ενδείκνυται να προτείνει στο Συμβούλιο αναθεώρηση του παρόντος κανονισμού.
|
|
Article 45
|
|
|
Entry into force
|
Άρθρο 45
|
|
This Regulation shall enter into force on the 20th day following that of its publication in the Official Journal of the European Communities.
|
Έναρξη ισχύος
|
|
It shall apply from 1 May 2004.
|
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
|
|
|
Εφαρμόζεται από την 1η Μαΐου 2004.
|
|
This Regulation shall be binding in its entirety and directly applicable in all Member States.
|
|
|
Done at Brussels, 16 December 2002.
|
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
|
|
|
Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 2002.
|
|
For the Council
|
|
|
The President
|
Για το Συμβούλιο
|
|
M. Fischer Boel
|
Η Πρόεδρος
|
|
|
M. Fischer Boel
|
|
(1) OJ C 365 E, 19.12.2000, p. 284.
|
|
|
(2) OJ C 72 E, 21.3.2002, p. 305.
|
(1) ΕΕ C 365 Ε της 19.12.2000, σ. 284.
|
|
(3) OJ C 155, 29.5.2001, p. 73.
|
(2) ΕΕ C 72 Ε της 21.3.2002, σ. 305.
|
|
(4) The title of Regulation No 17 has been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Articles 85 and 86 of the Treaty.
|
(3) ΕΕ C 155 της 29.5.2001, σ. 73.
|
|
(5) OJ 13, 21.2.1962, p. 204/62. Regulation as last amended by Regulation (EC) No 1216/1999 (OJ L 148, 15.6.1999, p. 5).
|
(4) Ο τίτλος του κανονισμού αριθ. 17 προσαρμόστηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στα άρθρα 85 και 86 της συνθήκης.
|
|
(6) Council Regulation No 19/65/EEC of 2 March 1965 on the application of Article 81(3) (The titles of the Regulations have been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Article 85(3) of the Treaty) of the Treaty to certain categories of agreements and concerted practices (OJ 36, 6.3.1965, p. 533). Regulation as last amended by Regulation (EC) No 1215/1999 (OJ L 148, 15.6.1999, p. 1).
|
(5) ΕΕ 13 της 21.2.1962, σ. 204/62· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1216/1999 (ΕΕ L 148 της 15.6.1999, σ. 5).
|
|
(7) Council Regulation (EEC) No 2821/71 of 20 December 1971 on the application of Article 81(3) (The titles of the Regulations have been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Article 85(3) of the Treaty) of the Treaty to categories of agreements, decisions and concerted practices (OJ L 285, 29.12.1971, p. 46). Regulation as last amended by the Act of Accession of 1994.
|
(6) Κανονισμός αριθ. 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (οι τίτλοι των κανονισμών προσαρμόστηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης) (ΕΕ 36 της 6.3.1965, σ. 533)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/1999 (ΕΕ L 148 της 15.6.1999, σ. 1).
|
|
(8) Council Regulation (EEC) No 3976/87 of 14 December 1987 on the application of Article 81(3) (The titles of the Regulations have been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Article 85(3) of the Treaty) of the Treaty to certain categories of agreements and concerted practices in the air transport sector (OJ L 374, 31.12.1987, p. 9). Regulation as last amended by the Act of Accession of 1994.
|
(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1971, περί εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών (οι τίτλοι των κανονισμών προσαρμόστηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης) (ΕΕ L 285 της 29.12.1971, σ. 46)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1995.
|
|
(9) Council Regulation (EEC) No 1534/91 of 31 May 1991 on the application of Article 81(3) (The titles of the Regulations have been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Article 85(3) of the Treaty) of the Treaty to certain categories of agreements, decisions and concerted practices in the insurance sector (OJ L 143, 7.6.1991, p. 1).
|
(8) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1987, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (οι τίτλοι των κανονισμών προσαρμόστηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης) (ΕΕ L 374 της 31.12.1987, σ. 9)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.
|
|
(10) Council Regulation (EEC) No 479/92 of 25 February 1992 on the application of Article 81(3) (The titles of the Regulations have been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Article 85(3) of the Treaty) of the Treaty to certain categories of agreements, decisions and concerted practices between liner shipping companies (Consortia) (OJ L 55, 29.2.1992, p. 3). Regulation amended by the Act of Accession of 1994.
|
(9) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91 του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1991, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3, της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των ασφαλίσεων (οι τίτλοι των κανονισμών προσαρμόστηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης) (ΕΕ L 143 της 7.6.1991, σ. 1).
|
|
(11) Council Regulation (EEC) No 2988/74 of 26 November 1974 concerning limitation periods in proceedings and the enforcement of sanctions under the rules of the European Economic Community relating to transport and competition (OJ L 319, 29.11.1974, p. 1).
|
(10) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 479/92 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης επί ορισμένων κατηγοριών συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ ναυτιλιακών εταιρειών τακτικών γραμμών (consortia) (οι τίτλοι των κανονισμών προσαρμόστηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης) (ΕΕ L 55 της 29.2.1992, σ. 3)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.
|
|
(12) OJ 124, 28.11.1962, p. 2751/62; Regulation as last amended by Regulation No 1002/67/EEC (OJ 306, 16.12.1967, p. 1).
|
(11) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 319 της 29.11.1974, σ. 1).
|
|
(13) Council Regulation (EEC) No 1017/68 of 19 July 1968 applying rules of competition to transport by rail, road and inland waterway (OJ L 175, 23.7.1968, p. 1). Regulation as last amended by the Act of Accession of 1994.
|
(12) ΕΕ 124 της 28.11.1962, σ. 2751/62· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό αριθ. 1002/67/ΕΟΚ (ΕΕ 306 της 16.12.1967, σ. 1).
|
|
(14) Council Regulation (EEC) No 4056/86 of 22 December 1986 laying down detailed rules for the application of Articles 81 and 82 (The title of the Regulation has been adjusted to take account of the renumbering of the Articles of the EC Treaty, in accordance with Article 12 of the Treaty of Amsterdam; the original reference was to Articles 85 and 86 of the Treaty) of the Treaty to maritime transport (OJ L 378, 31.12.1986, p. 4). Regulation as last amended by the Act of Accession of 1994.
|
(13) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ L 175 της 23.7.1968, σ. 1)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.
|
|
(15) Council Regulation (EEC) No 3975/87 of 14 December 1987 laying down the procedure for the application of the rules on competition to undertakings in the air transport sector (OJ L 374, 31.12.1987, p. 1). Regulation as last amended by Regulation (EEC) No 2410/92 (OJ L 240, 24.8.1992, p. 18).
|
(14) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 (ο τίτλος του κανονισμού προσαρμόστηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 της συνθήκης του Άμστερνταμ· η αρχική παραπομπή ήταν στα άρθρα 85 και 86 της συνθήκης) της συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές (ΕΕ L 378 της 31.12.1986, σ. 4)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.
|
|
(16) OJ L 1, 4.1.2003, p. 1.
|
(15) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1987 σχετικά με τον καθορισμότων των λεπτομερειών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (ΕΕ L 374 της 31.12.1987, σ. 1)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2410/92 (ΕΕ L 240 της 24.8.1992, σ. 18).
|
|
(17) OJ L 1, 4.1.2003, p. 1.
|
(16) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.
|
|
(18) OJ L 1, 4.1.2003, p. 1.
|
(17) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.
|
|
(19) OJ L 1, 4.1.2003, p. 1.
|
(18) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.
|
|
|
(19) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.
|
|
|
|