Bilingual display

BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV  BG CS DA DE EL EN ES ET FI FR HU IT LT LV MT NL PL PT RO SK SL SV 

en

el

 
Directive 2002/32/EC of the European Parliament and of the Council
Οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
of 7 May 2002
της 7ης Μαΐου 2002
on undesirable substances in animal feed
σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές
THE EUROPEAN PARLIAMENT AND THE COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION,
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Having regard to the Treaty establishing the European Community, and in particular Article 152(4)(b) thereof,
Έχοντας υπόψη:
Having regard to the proposal from the Commission(1),
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 152 παράγραφος 4 στοιχείο β),
Having regard to the opinion of the Economic and Social Committee(2),
την πρόταση της Επιτροπής(1),
After consulting the Committee of the Regions,
τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),
Acting in accordance with the procedure laid down in Article 251 of the Treaty(3), in the light of the joint text approved by the Conciliation Committee on 26 March 2002,
Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Whereas:
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(3), υπό το πρίσμα του κοινού σχεδίου που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής στις 26 Μαρτίου 2002,
(1) Many amendments need to be made to Council Directive 1999/29/EC of 22 April 1999 on the undesirable substances and products in animal nutrition(4). In the interests of clarity and efficiency the said Directive should be recast.
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(2) Livestock production occupies a very important place in farming in the Community and satisfactory results in terms of public and animal health, animal welfare, the environment and the livestock producers' finances depend to a large extent on the use of appropriate good quality feedingstuffs.
(1) Θα πρέπει να επέλθουν πολλές τροποποιήσεις στην οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1999, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων(4). Για λόγους σαφήνειας και αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να διατυπωθεί εκ νέου η εν λόγω οδηγία.
(3) Rules on feedingstuffs are needed to ensure agricultural productivity and sustainability and to make it possible to ensure public and animal health, animal welfare and the environment. In addition, there is a need for comprehensive regulation on hygiene in order to guarantee good quality feedingstuffs on individual farms even when they are not commercially produced.
(2) Η ζωική παραγωγή καταλαμβάνει ιδιαίτερα σημαντική θέση στη γεωργία της Κοινότητας και η επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων σε ό,τι αφορά τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων, τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, το περιβάλλον και τα οικονομικά των κτηνοτρόφων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρησιμοποίηση ζωοτροφών ικανοποιητικής και κατάλληλης ποιότητας.
(4) The same rules concerning the quality and safety of products intended for animal feed have to apply to the quality and safety of water consumed by the animals. Although the definition of feedingstuffs does not preclude water being considered as feedingstuff, it is not included in the non-exhaustive list of main feed materials, laid down by Council Directive 96/25/EC of 29 April 1996 on the circulation and use of feed materials(5). The issue of water to be considered as feedingstuffs needs to be examined in the framework of that Directive.
(3) Οι ρυθμίσεις σχετικά με τις ζωοτροφές είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η παραγωγικότητα και η βιωσιμότητα του γεωργικού τομέα και για να καταστεί δυνατή η διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, των καλών συνθηκών διαβίωσης των ζώων και του περιβάλλοντος. Επιπλέον, απαιτούνται λεπτομερείς κανονιστικές ρυθμίσεις για την υγιεινή ώστε να εξασφαλιστεί η ποιότητα των ζωοτροφών στα επιμέρους αγροκτήματα, ακόμα και όταν αυτές δεν παράγονται προς εμπορία.
(5) It has been established that additives can contain undesirable substances. The scope of the Directive should therefore be extended to cover additives.
(4) Οι ίδιοι κανόνες για την ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές πρέπει να εφαρμόζονται στην ποιότητα και την ασφάλεια του νερού που καταναλίσκουν τα ζώα. Μολονότι το νερό, βάσει του ορισμού των ζωοτροφών, μπορεί να θεωρείται ως ζωοτροφή, δεν περιλαμβάνεται στο μη εξαντλητικό κατάλογο των κυριότερων πρώτων υλών ζωοτροφών που περιέχεται στην οδηγία 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την κυκλοφορία και τη χρήση των πρώτων υλών ζωοτροφών(5). Το ζήτημα κατά πόσον το νερό πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζωοτροφή πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας.
(6) Products intended for animal feed may contain undesirable substances which can endanger animal health or, because of their presence in livestock products, human health or the environment.
(5) Διαπιστώθηκε ότι οι πρόσθετες ύλες δύνανται να περιέχουν ανεπιθύμητες ουσίες. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ώστε να καλύψει και τις πρόσθετες ύλες.
(7) It is impossible to eliminate fully the presence of undesirable substances but it is important that their content in products intended for animal feed should be reduced, with due regard to the substances' acute toxicity, bio-accumulability and degradability, in order to prevent undesirable and harmful effects. It is at present inappropriate to fix this content below the levels detectable by methods of analysis to be defined for the Community.
(6) Τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές δύνανται να περιέχουν ανεπιθύμητες ουσίες ικανές να βλάψουν την υγεία των ζώων ή, λόγω της παρουσίας τους στα ζωικά προϊόντα, την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον.
(8) The methods for determining residues of undesirable substances are becoming increasingly sophisticated, so that even quantities of residues which are negligible for animal and human health can be detected.
(7) Είναι αδύνατον να αποκλεισθεί εντελώς η παρουσία ανεπιθύμητων ουσιών αλλά είναι σημαντικό να μειωθεί η περιεκτικότητά τους στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, με κατάλληλη προσοχή στην οξεία τοξικότητα, τη βιοσωρευτικότητα και την αποδομησιμότητα των ουσιών, προκειμένου να εμποδίζεται η εκδήλωση ανεπιθύμητων και επιβλαβών επιπτώσεων. Επί του παρόντος, δεν είναι ενδεδειγμένο να καθοριστούν οι εν λόγω περιεκτικότητες κάτω από το όριο ευαισθησίας των μεθόδων ανάλυσης που θα καθοριστούν για την Κοινότητα.
(9) Undesirable substances may be present in products intended for animal feed only in accordance with the conditions laid down in this Directive and may not be used in any other way for the purposes of animal feed. This Directive should therefore apply without affecting other Community provisions on feedingstuffs, and particularly the rules applicable to compound feedingstuffs.
(8) Οι μέθοδοι για τον προσδιορισμό των καταλοίπων ανεπιθύμητων ουσιών βελτιώνονται συνεχώς, έτσι ώστε να μπορούν να ανιχνεύονται ακόμη και ποσότητες καταλοίπων που έχουν αμελητέα σημασία για την υγεία των ζώων και του ανθρώπου.
(10) This Directive must apply to products intended for animal feed as soon as they enter the Community. It must therefore be stipulated that the maximum levels of undesirable substances that are set apply in general from the date on which the products intended for animal feed are put into circulation or used, at all stages, and in particular as soon as they are imported.
(9) Ανεπιθύμητες ουσίες είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα σε προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές μόνον υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται κατ' άλλο τρόπο στο πλαίσιο ζωοτροφών. Κατά συνέπεια, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των λοιπών κοινοτικών διατάξεων που αφορούν τις ζωοτροφές και ιδίως των κανόνων που ισχύουν για τις σύνθετες ζωοτροφές.
(11) Products intended for animal feed must be sound, genuine and of merchantable quality and therefore when correctly used must not represent any danger to human health, animal health or to the environment or adversely affect livestock production. Using or putting into circulation products intended for animal feed which contain levels of undesirable substances that exceed the maximum levels laid down in Annex I must therefore be prohibited.
(10) Η παρούσα οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, ήδη από τη στιγμή που εισέρχονται στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, πρέπει να οριστεί ότι η καθοριζόμενη μέγιστη περιεκτικότητα σε ανεπιθύμητες ουσίες ισχύει, κατά κανόνα, από την ημερομηνία κατά την οποία τίθενται σε κυκλοφορία ή χρησιμοποιούνται τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια και ιδίως από την ημερομηνία εισαγωγής τους.
(12) The presence of certain undesirable substances in complementary feedingstuffs must be limited by fixing appropriate maximum levels.
(11) Τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές πρέπει να είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και συνεπώς όταν χρησιμοποιούνται ορθά δεν πρέπει να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων ή για το περιβάλλον και δεν πρέπει να επηρεάζουν αρνητικά τη ζωική παραγωγή. Κατά συνέπεια, πρέπει να απαγορεύεται η χρήση ή η θέση σε κυκλοφορία προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές, των οποίων η περιεκτικότητα σε ανεπιθύμητες ουσίες υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που προβλέπονται στο παράρτημα Ι.
(13) While in certain cases a maximum level is fixed, taking account of background levels, continued effort is still needed to restrict the presence of some specific undesirable substances to the lowest possible levels in products intended for animal feed so as to reduce their presence in the feed and food chain. It should therefore be permitted, under this Directive, to lay down action thresholds well below the maximum levels fixed. Where such action thresholds are exceeded, investigations must be carried out to identify the sources of the undesirable substances and steps taken to reduce or eliminate such sources.
(12) Η παρουσία ορισμένων ανεπιθύμητων ουσιών στις συμπληρωματικές ζωοτροφές πρέπει να περιοριστεί με τον καθορισμό κατάλληλων ανώτατων ορίων περιεκτικότητας.
(14) Where animal or human health or the environment is endangered, Member States should be allowed temporarily to reduce the fixed maximum permissible levels, to fix maximum levels for other substances or to prohibit the presence of such substances in products intended for animal feed. In order to ensure a uniform application, any amendments to Annex I to this Directive should be decided on by emergency Community procedure, on the basis of supporting documents and the precautionary principle.
(13) Μολονότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, θεσπίζεται ανώτατο όριο λαμβάνοντας υπόψη τα σημερινά ιστορικά επίπεδα, πρέπει να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται προσπάθειες για τον περιορισμό, στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, της παρουσίας ορισμένων ανεπιθύμητων ουσιών στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές ώστε να μειωθεί η παρουσία τους στην τροφική αλυσίδα των ανθρώπων και των ζώων. Θα πρέπει επομένως να επιτραπεί, δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ο καθορισμός ορίων δραστηριοποίησης σαφώς κατώτερων του θεσπιζόμενου ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση υπέρβασης αυτών των ορίων δραστηριοποίησης, πρέπει να διεξάγονται έρευνες για τον εντοπισμό των πηγών των ανεπιθύμητων ουσιών και να λαμβάνονται μέτρα για την περιστολή ή την εξάλειψη των πηγών αυτών.
(15) Products intended for animal feed that satisfy the requirements of this Directive may not be subject to restrictions on entry into circulation, as regards the level of undesirable substances they contain, other than those provided for in this Directive and in Council Directive 95/53/EC of 25 October 1995 fixing the principles governing the organisation of official inspections in the field of animal nutrition(6).
(14) Όταν απειλούνται η υγεία των ζώων ή των ανθρώπων ή το περιβάλλον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια να μειώνουν προσωρινά την καθοριζόμενη μέγιστη περιεκτικότητα, να καθορίζουν ανώτατη περιεκτικότητα για άλλες ουσίες, ή να απαγορεύουν την παρουσία των ουσιών αυτών στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή, οι τροποποιήσεις του παραρτήματος Ι της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αποφασίζονται με κατεπείγουσα κοινοτική διαδικασία, βάσει δικαιολογητικών εγγράφων, καθώς και βάσει της αρχής της προφύλαξης.
(16) Member States must make appropriate monitoring arrangements pursuant to Directive 95/53/EC to ensure that the requirements regarding undesirable substances are met when products intended for animal feed are used or circulated.
(15) Κατά τη θέση σε κυκλοφορία, τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, τα οποία ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, δεν επιτρέπεται να υποβάλλονται σε άλλους περιορισμούς όσον αφορά την περιεκτικότητά τους σε ανεπιθύμητες ουσίες, πλην εκείνων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και από την οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1995, για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επισήμων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων(6).
(17) An appropriate Community procedure is needed for adapting the technical provisions in the Annexes to this Directive in the light of developments in scientific and technical knowledge.
(16) Για να κατοχυρωθεί, κατά τη χρήση ή την κυκλοφορία των προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές, η τήρηση των απαιτήσεων σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν τους ενδεδειγμένους μηχανισμούς παρακολούθησης σύμφωνα με την οδηγία 95/53/ΕΚ.
(18) In order to facilitate implementation of the proposed measures, there should be a procedure for close cooperation between the Member States and the Commission within the Standing Committee for Feedingstuffs set up by Decision 70/372/EEC(7).
(17) Απαιτείται μια ενδεδειγμένη κοινοτική διαδικασία για την αναπροσαρμογή των τεχνικών διατάξεων των παραρτημάτων της παρούσας οδηγίας ανάλογα με την εξέλιξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων.
(19) The measures necessary for the implementation of this Directive should be adopted in accordance with Council Decision 1999/468/EC of 28 June 1999 laying down the procedures for the exercise of implementing powers conferred on the Commission(8),
(18) Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων, θα πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία με την οποία να καθιερώνεται στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής ζωοτροφών που συνεστήθη με την απόφαση 70/372/ΕΟΚ(7).
HAVE ADOPTED THIS DIRECTIVE:
(19) Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(8),
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Article 1
1. This Directive deals with undesirable substances in products intended for animal feed.
Άρθρο 1
2. This Directive shall apply without prejudice to the provisions in:
1. Η παρούσα οδηγία αφορά τις ανεπιθύμητες ουσίες στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές.
(a) Council Directive 70/524/EEC of 23 November 1970 concerning additives in feedingstuffs(9);
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων:
(b) Council Directive 96/25/EC and Council Directive 79/373/EEC of 2 April 1979 on the marketing of compound feedingstuffs(10);
α) της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων(9),
(c) Council Directive 76/895/EEC of 23 November 1976 relating to the fixing of maximum levels for pesticide residues in and on fruit and vegetables(11), Council Directive 86/362/EEC of 24 July 1986 on the fixing of maximum levels for pesticide residues in and on cereals(12), Council Directive 86/363/EEC of 24 July 1986 on the fixing of maximum levels for pesticide residues in and on foodstuffs of animal origin(13) and Council Directive 90/642/EEC of 27 November 1990 on the fixing of maximum levels for pesticide residues in and on certain products of plant origin, including fruit and vegetables(14), where these residues are not listed in Annex I to this Directive;
β) της οδηγίας 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 79/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί εμπορίας σύνθετων ζωοτροφών(10),
(d) Community legislation concerning veterinary matters relating to public health and animal health;
γ) της οδηγίας 76/895/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί του καθορισμού της μεγίστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών(11), της οδηγίας 86/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά(12), της οδηγίας 86/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης(13), και της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών(14), όταν τα κατάλοιπα αυτά δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας·
(e) Council Directive 82/471/EEC of 30 June 1982 concerning certain products used in animal nutrition(15);
δ) της κοινοτικής νομοθεσίας στον κτηνιατρικό τομέα σχετικά με τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων·
(f) Council Directive 93/74/EEC of 13 September 1993 on feedingstuffs intended for particular nutritional purposes(16).
ε) της οδηγίας 82/471/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1982, σχετικά με ορισμένα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων(15)·
στ) της οδηγίας 93/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 1993, για τις ζωοτροφές με τις οποίες επιδιώκονται στόχοι ιδιαίτερης διατροφής(16).
Article 2
For the purposes of this Directive:
Άρθρο 2
(a) "feedingstuffs" shall mean products of vegetable or animal origin, in their natural state, fresh or preserved, and products derived from the industrial processing thereof, and organic or inorganic substances, used singly or in mixtures, whether or not containing additives, for oral animal feeding;
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
(b) "feed materials" shall mean various products of vegetable or animal origin, in their natural state, fresh or preserved, and products derived from the industrial processing thereof, and organic or inorganic substances, whether or not containing additives, which are intended for use in oral animal feeding either directly as such or, after processing, in the preparation of compound feedingstuffs or as substrates for premixtures;
α) "ζωοτροφές": τα προϊόντα φυτικής ή ζωικής προέλευσης, στη φυσική τους κατάσταση, νωπά ή διατηρημένα, και τα παράγωγα της βιομηχανικής τους μεταποίησης, καθώς και οι οργανικές ή ανόργανες ουσίες, απλές ή σε μείγματα, που περιέχουν ή όχι πρόσθετες ύλες και προορίζονται για τη διατροφή των ζώων από το στόμα·
(c) "additives" shall mean additives as defined in Article 2(a) of Council Directive 70/524/EEC;
β) "πρώτες ύλες ζωοτροφών": τα διάφορα προϊόντα φυτικής ή ζωικής προέλευσης, στη φυσική τους κατάσταση, νωπά ή διατηρημένα, και τα παράγωγα της βιομηχανικής τους μεταποίησης, καθώς και οι οργανικές ή ανόργανες ουσίες, που περιέχουν ή όχι πρόσθετες ύλες και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την από του στόματος διατροφή των ζώων, είτε ως έχουν είτε, μετά από μεταποίηση, για την παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών ή ως υποστρώματα προμειγμάτων·
(d) "premixtures" shall mean mixtures of additives or mixtures of one or more additives with substances used as carriers, intended for the manufacture of feedingstuffs;
γ) "πρόσθετες ύλες": οι πρόσθετες ύλες όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου·
(e) "compound feedingstuffs" shall mean mixtures of feed materials, whether or not containing additives, which are intended for oral animal feeding as complete or complementary feedingstuffs;
δ) "προμείγματα": μείγματα πρόσθετων υλών ή μείγματα μιας ή περισσοτέρων πρόσθετων υλών με ουσίες που χρησιμοποιούνται ως φορείς, τα οποία προορίζονται για την παρασκευή ζωοτροφών·
(f) "complementary feedingstuffs" shall mean mixtures of feedingstuffs which have a high content of certain substances and which, by reason of their composition, are sufficient for a daily ration only if used in combination with other feedingstuffs;
ε) "σύνθετες ζωοτροφές": μείγματα πρώτων υλών ζωοτροφών, με ή χωρίς πρόσθετες ύλες, που προορίζονται για την από του στόματος διατροφή των ζώων, υπό μορφή πλήρων ή συμπληρωματικών ζωοτροφών·
(g) "complete feedingstuffs" shall mean mixtures of feedingstuffs which, by reason of their composition, are sufficient for a daily ration;
στ) "συμπληρωματικές ζωοτροφές": μείγματα ζωοτροφών τα οποία περιέχουν υψηλά ποσοστά ορισμένων ουσιών και τα οποία, λόγω της σύνθεσής τους, εξασφαλίζουν στα ζώα το ημερήσιο σιτηρέσιο μόνον αν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλες ζωοτροφές·
(h) "products intended for animal feed" shall mean feed materials, premixtures, additives, feedingstuffs and all other products intended for use or used in animal feed;
ζ) "πλήρεις ζωοτροφές": μείγματα ζωοτροφών τα οποία, λόγω της σύνθεσής τους, επαρκούν για την κάλυψη του ημερησίου σιτηρεσίου·
(i) "daily ration" shall mean the average total quantity of feedingstuffs, calculated on a moisture content of 12 %, required daily by an animal of a given species, age class and yield, to satisfy all its needs;
η) "προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές": πρώτες ύλες ζωοτροφών, προμείγματα, πρόσθετες ύλες, ζωοτροφές και κάθε άλλο προϊόν που προορίζεται ή χρησιμοποιείται για ζωοτροφές·
(j) "animals" shall mean animals belonging to species normally fed and kept or consumed by man as well as animals living freely in the wild in cases where they are fed with feedingstuffs;
θ) "ημερήσιο σιτηρέσιο": η συνολική ποσότητα ζωοτροφών, με περιεκτικότητα υγρασίας 12 %, η οποία είναι αναγκαία κατά μέσο όρο ημερησίως για ένα ζώο ορισμένου είδους, ηλικιακής κατηγορίας και απόδοσης, για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών του·
(k) "putting into circulation" or "circulation" shall mean the holding of products intended for animal feed for the purposes of sale, including offering for sale, or any other form of transfer, whether free or not, to third parties, and the sale or other forms of transfer themselves;
ι) "ζώα": τα ζώα που ανήκουν σε είδη τα οποία συνήθως εκτρέφει και έχει στην κατοχή του ή καταναλίσκει ο άνθρωπος, καθώς και τα ζώα που ζουν ελεύθερα στη φύση εφόσον τρέφονται με ζωοτροφές·
(l) "undesirable substance" shall mean any substance or product, with the exception of pathogenic agents, which is present in and/or on the product intended for animal feed and which presents a potential danger to animal or human health or to the environment or could adversely affect livestock production.
ια) "θέση σε κυκλοφορία" ή "κυκλοφορία": η κατοχή προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές με σκοπό την πώληση, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς προς πώληση, ή οποιασδήποτε άλλης μορφής μεταβίβασης, δωρεάν ή όχι, σε τρίτους, καθώς και η ίδια η πώληση ή οι άλλες μορφές μεταβίβασης·
ιβ) "ανεπιθύμητη ουσία": κάθε ουσία ή προϊόν, εξαιρουμένων των παθογόνων παραγόντων, που βρίσκεται επάνω ή/και μέσα στον προϊόν που προορίζεται για ζωοτροφές και συνιστά δυνητικό κίνδυνο για την υγεία των ζώων ή του ανθρώπου ή το περιβάλλον ή θα μπορούσε να έχει αρνητική επίδραση στη ζωική παραγωγή.
Article 3
1. Products intended for animal feed may enter for use in the Community from third countries, be put into circulation and/or used in the Community only if they are sound, genuine and of merchantable quality and therefore when correctly used do not represent any danger to human health, animal health or to the environment or could adversely affect livestock production.
Άρθρο 3
2. In particular, products intended for animal feed shall be deemed not to be in conformity with paragraph 1 if the level of undesirable substances they contain does not comply with the maximum levels laid down in Annex I.
1. Τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές επιτρέπεται να εισάγονται από τρίτες χώρες προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην Κοινότητα, να τίθενται σε κυκλοφορία ή/και να χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα μόνον εφόσον είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και συνεπώς, όταν χρησιμοποιούνται ορθά, δεν συνιστούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον και δεν επηρεάζουν αρνητικά τη ζωική παραγωγή.
2. Ειδικότερα, τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές τεκμαίρεται ότι δεν είναι σύμφωνα προς την παράγραφο 1 εάν η περιεκτικότητά τους σε ανεπιθύμητες ουσίες δεν τηρεί τα ανώτατα όρια περιεκτικότητας που καθορίζονται στο παράρτημα Ι.
Article 4
1. Member States shall prescribe that the undesirable substances listed in Annex I may be tolerated in products intended for animal feed only subject to the conditions laid down therein.
Άρθρο 4
2. In order to reduce or eliminate sources of undesirable substances of products intended for animal feed, Member States, in cooperation with economic operators, shall carry out investigations to identify the sources of undesirable substances, in cases where the maximum levels are exceeded and in cases where increased levels of such substances are detected, taking into account background levels. For a uniform approach in cases of increased levels it may be necessary to set action thresholds to trigger such investigations. These may be laid down in Annex II.
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι ανεπιθύμητες ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μπορούν να είναι ανεκτές στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές μόνο υπό τους όρους που καθορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.
Member States shall transmit to the Commission and the other Member States all relevant information and findings of the source and the measures taken to reduce the level or elimination of the undesirable substances. This information shall be transmitted in the frame of the annual report to be transmitted to the Commission according to the provisions of Article 22 of Directive 95/53/EC except in those cases where the information is of immediate relevance for the other Member States. In this latter case, the information shall be transmitted immediately.
2. Για να περιοριστούν ή να εξαλειφθούν οι πηγές ανεπιθύμητων ουσιών στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τους επιχειρηματίες, διεξάγουν έρευνες για να εντοπίζουν τις πηγές των ανεπιθύμητων ουσιών στις περιπτώσεις υπέρβασης των ανώτατων συγκεντρώσεων και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπιστώνονται αυξημένες συγκεντρώσεις των ουσιών αυτών, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών ιστορικών επιπέδων. Για να υπάρχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση σε περιπτώσεις αυξημένων συγκεντρώσεων, ενδέχεται να απαιτείται η θέσπιση ορίων δραστηριοποίησης προκειμένου να ενεργοποιούνται οι έρευνες αυτές. Τα όρια αυτά μπορούν να θεσπίζονται στο παράρτημα ΙΙ.
Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη όλες τις σχετικές πληροφορίες και ευρήματα της πηγής και των μέτρων που λαμβάνονται για τη μείωση του επιπέδου ή την εξάλειψη των ανεπιθύμητων ουσιών. Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης που υποβάλλεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 της οδηγίας 95/53/ΕΚ, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες αφορούν άμεσα τα άλλα κράτη μέλη. Στην περίπτωση αυτήν, οι πληροφορίες διαβιβάζονται αμέσως.
Article 5
Member States shall prescribe that products intended for animal feed containing levels of an undesirable substance that exceed the maximum level fixed in Annex I may not be mixed for dilution purposes with the same, or other, products intended for animal feed.
Άρθρο 5
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές, των οποίων η περιεκτικότητα σε μια ανεπιθύμητη ουσία υπερβαίνει τη μέγιστη περιεκτικότητα που καθορίζεται στο παράρτημα Ι, δεν επιτρέπεται να αναμειγνύονται προς αραίωση με το ίδιο προϊόν ή με άλλα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές.
Article 6
In so far as there are no special provisions for complementary feedingstuffs, Member States shall prescribe that complementary feedingstuffs may not, taking into account the proportion prescribed for their use in a daily ration, contain levels of the undesirable substances listed in Annex I that exceed those fixed for complete feedingstuffs.
Άρθρο 6
Στο μέτρο που δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τις συμπληρωματικές ζωοτροφές, τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν επιτρέπεται, λαμβανομένης υπόψη της αναλογίας που υποδεικνύεται για τη χρήση τους σε ημερήσια σιτηρέσιο, να περιέχουν ανεπιθύμητες ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι σε ποσοστό ανώτερο από εκείνο που καθορίζεται για τις πλήρεις ζωοτροφές.
Article 7
1. Where a Member State has grounds, based on new information or a reassessment of existing information made since the provisions in question were adopted, demonstrating that a maximum level fixed in Annex I or an undesirable substance not listed therein present a danger to animal or human health or to the environment, that Member State may provisionally reduce the existing maximum level, fix a maximum level or prohibit the presence of that undesirable substance in products intended for animal feed. It shall immediately inform the other Member States and the Commission thereof, stating the grounds for its decision.
Άρθρο 7
2. An immediate decision shall be taken, in accordance with the procedure laid down in Article 12, as to whether Annexes I and II should be amended.
1. Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει, βάσει νέων πληροφοριών ή επανεκτίμησης υφιστάμενων πληροφοριών η οποία πραγματοποιείται μετά τη θέσπιση των εν λόγω διατάξεων, ότι μια μέγιστη περιεκτικότητα που καθορίζεται στο παράρτημα Ι ή μια ανεπιθύμητη ουσία που δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα αυτό παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία των ζώων ή του ανθρώπου ή για το περιβάλλον, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να μειώνει προσωρινά την ισχύουσα μέγιστη περιεκτικότητα, να καθορίζει μια μέγιστη περιεκτικότητα ή να απαγορεύει την παρουσία αυτής της ανεπιθύμητης ουσίας στα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές. Το εν λόγω κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή, διευκρινίζοντας τους λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφασή του.
So long as neither the Council nor the Commission has taken a decision, the Member State may maintain the measures it has implemented.
2. Με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12, αποφασίζεται αμέσως εάν πρέπει να τροποποιηθούν τα παραρτήματα Ι και ΙΙ.
The Member State must ensure that the decision taken is made public.
Το κράτος μέλος επιτρέπεται να διατηρεί τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή μέχρις ότου ληφθεί απόφαση από το Συμβούλιο ή από την Επιτροπή.
Το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίσει τη δημοσιότητα της απόφασης.
Article 8
1. In accordance with the procedure laid down in Article 11, the Commission, in the light of developments in scientific and technical knowledge, shall adapt Annexes I and II.
Άρθρο 8
2. Furthermore, in accordance with the procedure laid down in Article 11, the Commission:
1. Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11, η Επιτροπή, ανάλογα με τις εξελίξεις των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, προσαρμόζει τα παραρτήματα Ι και ΙΙ.
- shall periodically adopt consolidated versions of Annexes I and II incorporating any adaptations made pursuant to paragraph 1,
2. Επίσης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11, η Επιτροπή:
- may define acceptability criteria for detoxification processes as a complement to the criteria provided for products intended for animal feed which have undergone such processes.
- εκδίδει, κατά περιόδους, ενοποιημένες εκδόσεις των παραρτημάτων Ι και ΙΙ στις οποίες ενσωματώνονται οι προσαρμογές που έγιναν σύμφωνα με την παράγραφο 1,
3. Member States shall ensure that measures are taken to guarantee the correct application of any acceptable processes pursuant to paragraph 2 and the conformity of the detoxified products intended for animal feed with the provisions of Annex I.
- μπορεί να καθορίζει κριτήρια αποδοχής των μεθόδων αποτοξίνωσης ως συμπλήρωμα των κριτηρίων που προβλέπονται για τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί σε τέτοιες μεθόδους.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται μέτρα για να διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή των αποδεκτών μεθόδων σύμφωνα με την παράγραφο 2 καθώς και η συμμόρφωση των αποτοξινωμένων προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές προς τις διατάξεις του παραρτήματος Ι.
Article 9
Member States shall ensure that products intended for animal feed which comply with this Directive are not subject to any other restrictions on circulation as regards the presence of undesirable substances other than those provided for in this Directive and Directive 95/53/EC.
Άρθρο 9
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές τα οποία είναι σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, να μην υπόκεινται σε άλλους περιορισμούς κυκλοφορίας, όσον αφορά την παρουσία ανεπιθύμητων ουσιών, εκτός από αυτούς που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και την οδηγία 95/53/ΕΚ.
Article 10
Provisions that may have an effect upon public or animal health or on the environment shall be adopted after consultation with the appropriate Scientific Committee(s).
Άρθρο 10
Διατάξεις που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή στο περιβάλλον θεσπίζονται έπειτα από διαβούλευση με την (τις) ενδεδειγμένη(-ες) επιστημονική(-ές) επιτροπή(-ές).
Article 11
1. The Commission shall be assisted by the Standing Committee for Feedingstuffs, set up by Article 1 of Decision 70/372/EEC.
Άρθρο 11
2. Where reference is made to this Article, Articles 5 and 7 of Decision 1999/468/EC shall apply, having regard to the provisions of Article 8 thereof.
1. Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή ζωοτροφών που συνεστήθη με το άρθρο 1 της απόφασης 70/372/ΕΟΚ.
3. The period laid down in Article 5(6) of Decision 1999/468/EC shall be set at three months.
2. Όταν γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
3. Η χρονική περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι τρεις μήνες.
Article 12
1. The Commission shall be assisted by the Standing Committee for Feedingstuffs, set up by Article 1 of Decision 70/372/EEC.
Άρθρο 12
2. Where reference is made to this Article, Articles 5 and 7 of Decision 1999/468/EC shall apply, having regard to the provisions of Article 8 thereof.
1. Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή ζωοτροφών που συνεστήθη με το άρθρο 1 της απόφασης 70/372/ΕΟΚ.
3. The period laid down in Article 5(6) of Decision 1999/468/EC shall be set at fifteen days.
2. Όταν γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
3. Η χρονική περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι δεκαπέντε ημέρες.
Article 13
1. The Member States shall apply at least the provisions of this Directive to products intended for animal feed produced in the Community to be exported to third countries.
Άρθρο 13
2. Paragraph 1 shall not affect the right of Member States to authorise re-exportation under the conditions laid down in Article 12 of Regulation (EC) No 178/2002(17). The provisions of Article 20 thereof shall apply mutatis mutandis.
1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τουλάχιστον τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στα προϊόντα τα οποία προορίζονται για ζωοτροφές τα οποία παράγονται στην Κοινότητα για εξαγωγή σε τρίτες χώρες.
2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να επιτρέπουν την επανεξαγωγή υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002(17). Οι διατάξεις του άρθρου 20 του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.
Article 14
1. Directive 1999/29/EC is hereby repealed as from 1 August 2003, without prejudice to the obligations of the Member States to comply with the deadlines set out in Part B of Annex III thereto for the transposition of the Directives listed in Part A of that Annex.
Άρθρο 14
2. References to Directive 1999/29/EC shall be construed as references to this Directive and should be read in accordance with the correlation table in Annex III.
1. Η οδηγία 1999/29/ΕΚ καταργείται από την 1η Αυγούστου 2003, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών να τηρούν τις προθεσμίες που εμφαίνονται στο μέρος Β του παραρτήματος ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας, για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο μέρος Α του εν λόγω παραρτήματος.
2. Οι παραπομπές στην οδηγία 1999/29/ΕΚ θεωρούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙΙ.
Article 15
Member States shall adopt and publish the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive before 1 May 2003. They shall forthwith inform the Commission thereof.
Άρθρο 15
The measures adopted shall apply as from 1 August 2003.
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Μαΐου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
When Member States adopt these measures, they shall contain a reference to this Directive or shall be accompanied by such reference on the occasion of their official publication. The procedure for making such reference shall be adopted by Member States.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την 1η Αυγούστου 2003.
Member States shall communicate to the Commission the texts of the provisions of national law which they adopt in the field covered by this Directive.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Article 16
This Directive shall enter into force on the day of its publication in the Official Journal of the European Communities.
Άρθρο 16
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Article 17
The Directive is addressed to the Member States.
Άρθρο 17
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Done at Brussels, 7 May 2002.
Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2002.
For the European Parliament
The President
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
P. Cox
Ο Πρόεδρος
P. Cox
For the Council
The President
Για το Συμβούλιο
R. De Rato Y Figaredo
Ο Πρόεδρος
R. De Rato Y Figaredo
(1) OJ C 89 E, 28.3.2000, p. 70 and OJ C 96 E, 27.3.2001, p. 346.
(2) OJ C 140, 18.5.2000, p. 9.
(1) ΕΕ C 89 Ε της 28.3.2000, σ. 70 και ΕΕ C 96 E της 27.3.2001, σ. 346.
(3) Opinion of the European Parliament of 4 October 2000 (OJ C 178, 22.6.2001, p. 160), Council Common Position of 17 September 2001 (OJ C 4, 7.1.2002, p. 1) and Decision of the European Parliament of 12 December 2001 (not yet published in the Official Journal). Decision of the European Parliament of 10 April 2002 and Decision of the Council of 22 April 2002.
(2) ΕΕ C 140 της 18.5.2000, σ. 9.
(4) OJ L 115, 4.5.1999, p. 32.
(3) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Οκτωβρίου 2000 (ΕΕ C 178 της 22.6.2001, σ. 160), κοινή θέση του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ C 4 της 7.1.2002, σ. 1) και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2001 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Απριλίου 2002 και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Απριλίου 2002.
(5) OJ L 125, 23.5.1996, p. 35. Directive as last amended by European Parliament and Council Directive 2000/16/EC (OJ L 105, 3.5.2000, p. 36).
(4) ΕΕ L 115 της 4.5.1999, σ. 32.
(6) OJ L 265, 8.11.1995, p. 17. Directive as last amended by Directive 2001/46/EC of the European Parliament and of the Council (OJ L 234, 1.9.2001, p. 55).
(5) ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 35· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2000/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 105 της 3.5.2000, σ. 36).
(7) OJ L 170, 3.8.1970, p. 1.
(6) ΕΕ L 265 της 8.11.1995, σ. 17· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 234 της 1.9.2001, σ. 55).
(8) OJ L 184, 17.7.1999, p. 23.
(7) ΕΕ L 170 της 3.8.1970, σ. 1.
(9) OJ L 270, 14.12.1970, p. 1. Directive as last amended by Commission Regulation (EC) No 2205/2001 (OJ L 297, 15.11.2001, p. 3).
(8) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.
(10) OJ L 86, 6.4.1979, p. 30. Directive as last amended by the European Parliament and Council Directive 2002/2/EC (OJ L 63, 6.3.2002, p. 23).
(9) ΕΕ L 270 της 14.12.1970, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2205/2001 της Επιτροπής (ΕΕ L 297 της 15.11.2001, σ. 3).
(11) OJ L 340, 9.12.1976, p. 26. Directive as last amended by Commission Directive 2000/57/EC (OJ L 244, 29.9.2000, p. 76).
(10) ΕΕ L 86 της 6.4.1979, σ. 30· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 23).
(12) OJ L 221, 7.8.1986, p. 37. Directive as last amended by Commission Directive 2002/23/EC (OJ L 64, 7.3.2002, p. 13).
(11) ΕΕ L 340 της 9.12.1976, σ. 26· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2000/57/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 244 της 29.9.2000, σ. 76).
(13) OJ L 221, 7.8.1986, p. 43. Directive as last amended by Directive 2002/23/EC.
(12) ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 37· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/23/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 13).
(14) OJ L 350, 14.12.1990, p. 71. Directive as last amended by Directive 2002/23/EC.
(13) ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 43· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/23/ΕΚ.
(15) OJ L 213, 21.7.1982, p. 8. Directive as last amended by Directive 1999/20/EC (OJ L 80, 25.3.1999, p. 20).
(14) ΕΕ L 350 της 14.12.1990, σ. 71· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/23/ΕΚ.
(16) OJ L 237, 22.9.1993, p. 23. Directive as last amended by Directive 1999/29/EC (OJ L 115, 4.5.1999, p. 32).
(15) ΕΕ L 213 της 21.7.1982, σ. 8· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/20/ΕΚ (ΕΕ L 80 της 25.3.1999, σ. 20).
(17) Regulation (EC) No 178/2002 of the European Parliament and of the Council of 28 January 2002 laying down the general principles and requirements of food law, establishing the European Food Safety Authority and laying down procedures in matters of food safety (OJ L 31, 1.2.2002, p. 1).
(16) ΕΕ L 237 της 22.9.1993, σ. 23· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/29/ΕΚ (ΕΕ L 115 της 4.5.1999, σ. 32).
(17) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).
ANNEX I
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
>TABLE>
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
ANNEX II
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
>PIC FILE= "L_2002140EN.001902.TIF">
>PIC FILE= "L_2002140EL.001902.TIF">
ANNEX III
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
CORRELATION TABLE
>TABLE>
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
Council statement
Δήλωση του Συμβουλίου
The Member States confirm that they shall do their utmost to ensure that the relevant measures needed to implement the Directive are adopted expeditiously within the time period laid down in Articles 14 and 15.
Tα κράτη μέλη επιβεβαιώνουν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα σχετικά μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της οδηγίας θα θεσπιστούν ταχέως εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στα άρθρα 14 και 15.
Top


Managed by the Publications Office