Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 727/2007 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 2007 , για την τροποποίηση των παραρτημάτων I, III, VII και X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 165 της 27/06/2007 σ. 0008 - 0020
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 727/2007 της Επιτροπής της 26ης Ιουνίου 2007 για την τροποποίηση των παραρτημάτων I, III, VII και X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών [1], και ιδίως το άρθρο 6α παράγραφος 2 και το άρθρο 23, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 θεσπίζει τους κανόνες για την επιτήρηση των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών στα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα καθώς και για την εφαρμογή μέτρων εξάλειψης μετά τη διαπίστωση μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (ΜΣΕ) στα αιγοπρόβατα. (2) Τον Οκτώβριο του 2005 η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) εξέδωσε γνώμη σχετικά με την κατηγοριοποίηση άτυπων περιπτώσεων ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά. Στη γνώμη αυτή, η EFSA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο λειτουργικός ορισμός της άτυπης τρομώδους νόσου είναι δυνατός και ότι παρέχει στοιχεία για την κατηγοριοποίηση των κρουσμάτων τρομώδους νόσου. Η EFSA συνιστά επίσης τη χρήση των προγραμμάτων επιτήρησης, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμών και της δειγματοληψίας, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή την ανίχνευση όλων των μορφών ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά. (3) Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να εισαχθούν ορισμοί για τη ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά: κρούσμα τρομώδους νόσου, κρούσμα κλασικής τρομώδους νόσου και κρούσμα άτυπης τρομώδους νόσου. (4) Όταν, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, και συγκεκριμένα το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001, το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής είναι θετικό για ζώο που σφάζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, τουλάχιστον το αμέσως προηγούμενο σφάγιο και τα δύο αμέσως επόμενα σφάγια από το σφάγιο που βρέθηκε θετικό, στην ίδια αλυσίδα παραγωγής του σφαγείου, καταστρέφονται, όπως επίσης και το σφάγιο που βρέθηκε θετικό. (5) Η ολοσχερής καταστροφή, στην ίδια αλυσίδα παραγωγής του σφαγείου, των τριών σφαγίων που ήταν παρακείμενα στο σφάγιο που αποδείχθηκε θετικό στην ταχεία δοκιμή, είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Τα σφάγια αυτά πρέπει να καταστραφούν μόνον εάν το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής έχει επιβεβαιωθεί ως θετικό ή ασαφές κατόπιν εξέτασης με τις μεθόδους αναφοράς. (6) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 214/2005 [2] και (ΕΚ) αριθ. 1041/2006 [3], προβλέπει την αύξηση των προγραμμάτων επιτήρησης αιγοπροβάτων, μετά την ανίχνευση σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (ΣΕΒ) σε αίγα το 2005 καθώς και τριών ασυνήθων κρουσμάτων ΜΣΕ σε πρόβατα στα οποία δεν ήταν δυνατόν να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ΣΕΒ. Τα εν λόγω προγράμματα επιτήρησης πρέπει να αναθεωρηθούν, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων δύο ετών εντατικών δοκιμών που δεν είχαν ως αποτέλεσμα την ανίχνευση νέων κρουσμάτων ΣΕΒ σε αιγοπρόβατα. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή των προγραμμάτων, οι αναθεωρημένες απαιτήσεις επιτήρησης πρέπει να αρχίσουν να ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2007. (7) Τα προγράμματα επιτήρησης αιγοπροβάτων πρέπει να αξιολογηθούν και να αναθεωρηθούν υπό το φως των νέων επιστημονικών στοιχείων. (8) Ενόψει των αποτελεσμάτων της αυξημένης επιτήρησης των αιγοπροβάτων, η ισχύουσα πολιτική υποχρεωτικής σφαγής και ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου που εφαρμόζεται στα μολυσμένα από ΜΣΕ κοπάδια φαίνεται να είναι δυσανάλογη. Επιπροσθέτως, διάφορες δυσκολίες, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανασύσταση του πληθυσμού των μολυσμένων κοπαδιών, δυσχεραίνουν την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων μετά την ανίχνευση ΜΣΕ σε ένα κοπάδι. (9) Στις 8 Μαρτίου 2007 η EFSA εξέδωσε γνώμη αναφορικά με διάφορες πτυχές του κινδύνου ΜΣΕ για τα αιγοπρόβατα. Στη γνώμη της αυτή, η ανωτέρω Αρχή αναφέρει την έλλειψη στοιχείων που να αποδεικνύουν την ύπαρξη επιδημιολογικής ή μοριακής σχέσης μεταξύ της κλασικής ή/και της άτυπης τρομώδους νόσου και των ΜΣΕ στους ανθρώπους ενώ αναφέρει επίσης ότι ο παράγοντας της ΣΕΒ είναι ο μόνος παράγοντας ΜΣΕ που έχει προσδιορισθεί ως ζωονοσογόνος. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω Αρχή θεωρεί ότι οι ισχύουσες δοκιμές διάκρισης, όπως περιγράφονται στη νομοθεσία της ΕΚ, οι οποίες πραγματοποιούνται με στόχο τη διάκριση μεταξύ της τρομώδους νόσου και της ΣΕΒ, είναι αξιόπιστες όσον αφορά τη διαφοροποίηση της ΣΕΒ από την κλασική και την άτυπη τρομώδη νόσο. (10) Μεταξύ των παραμέτρων που επιβεβαιώνουν την ανάγκη επαναξιολόγησης των μέτρων εξάλειψης της ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά συγκαταλέγονται η απουσία επιστημονικών στοιχείων ότι η τρομώδης νόσος μεταδίδεται στον άνθρωπο, ο αποκλεισμός της ΣΕΒ σε περιπτώσεις ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά και η ανίχνευση άτυπων κρουσμάτων ΜΣΕ με περιορισμένη εξάπλωση της μόλυνσης στο κοπάδι, τα οποία εμφανίζονται σε πρόβατα με γονότυπους που θεωρούνται ανθεκτικοί στη ΣΕΒ και την κλασική τρομώδη νόσο. (11) Η διάρθρωση του κλάδου των αιγοπροβάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας παρουσιάζει σημαντικές διαφορές και, για το λόγο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν εναλλακτικές πολιτικές υπό την προϋπόθεση όμως της ύπαρξης εναρμονισμένων κανόνων. (12) Ο οδηγός για τις ΜΣΕ, τον οποίο εξέδωσε η Επιτροπή στις 15 Ιουλίου 2005, αναφέρει ως έναν από τους στρατηγικούς του στόχους την αναθεώρηση των μέτρων εξάλειψης για μικρά μηρυκαστικά, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα διαθέσιμα διαγνωστικά μέσα αλλά και διασφαλίζοντας το σημερινό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. (13) Στις 13 Ιουλίου 2006 η EFSA εξέδωσε γνώμη σχετικά με τα προγράμματα αναπαραγωγής με στόχο την ανθεκτικότητα των προβάτων στις ΜΣΕ. Στη γνώμη της αυτή, η EFSA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα προγράμματα αναπαραγωγής αυξάνουν την ανθεκτικότητα των πληθυσμών προβάτων έναντι των γνωστών σήμερα ΜΣΕ και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν τόσο στη βελτίωση της υγείας των ζώων όσο και στην προστασία των καταναλωτών. Η EFSA προέβη επίσης σε συστάσεις για τον καθορισμό του γονοτύπου της πρωτεΐνης πριόν. (14) Το άρθρο 6α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στους οικείους πληθυσμούς προβάτων προγράμματα αναπαραγωγής προβάτων ανθεκτικών στις ΜΣΕ. Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν εναρμονισμένες ελάχιστες απαιτήσεις γι’ αυτά τα προγράμματα αναπαραγωγής. (15) Συνεπώς πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001. (16) Η απόφαση 2003/100/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2003, για τον καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων για την κατάρτιση προγραμμάτων αναπαραγωγής προβάτων ανθεκτικών στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες [4] είναι παρωχημένη καθώς οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση αντικαθίστανται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Η ανωτέρω απόφαση πρέπει να καταργηθεί για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου. (17) Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Τα παραρτήματα I, III, VII και X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 2 Η απόφαση 2003/100/ΕΚ καταργείται. Άρθρο 3 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σημείο 2 στοιχείο β) του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2007. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 26 Ιουνίου 2007. Για την Επιτροπή Μάρκος Κυπριανού Μέλος της Επιτροπής [1] ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1923/2006 (ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 1). [2] ΕΕ L 37 της 10.2.2005, σ. 9. [3] ΕΕ L 187 της 8.7.2006, σ. 10. [4] ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 41. -------------------------------------------------- ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Τα παραρτήματα I, III, VII και X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 τροποποιούνται ως εξής: 1) Στο παράρτημα I, το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί: α) "αυτόχθονο κρούσμα ΣΕΒ" είναι το κρούσμα σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας βοοειδών για το οποίο δεν έχει αποδειχθεί σαφώς ότι οφείλεται σε μόλυνση πριν από την εισαγωγή του ζωντανού ζώου· β) "διακριτός λιπώδης ιστός" είναι το εσωτερικό και εξωτερικό σωματικό λίπος που αφαιρείται κατά τη σφαγή και τη διαδικασία τεμαχισμού, ιδίως το νωπό λίπος της καρδιάς, του μείζονος επίπλου και των νεφρών των βοοειδών, καθώς και το λίπος από τις αίθουσες τεμαχισμού· γ) "κλάση" είναι μια ομάδα βοοειδών η οποία περιλαμβάνει: i) τα ζώα που γεννήθηκαν στο ίδιο κοπάδι με το ασθενές βοοειδές κατά τους δώδεκα μήνες πριν ή μετά την ημερομηνία γέννησης του ασθενούς ζώου, και ii) τα ζώα που οποιαδήποτε στιγμή κατά το πρώτο έτος της ζωής τους εκτράφηκαν μαζί με το ασθενές βοοειδές κατά το πρώτο έτος της ζωής του· δ) "κρούσμα-δείκτης" είναι το πρώτο ζώο σε μια εκμετάλλευση ή σε μια επιδημιολογικώς ορισμένη ομάδα στο οποίο επιβεβαιώνεται μόλυνση από ΜΣΕ. ε) "ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά" είναι το κρούσμα μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας που ανιχνεύθηκε σε αιγοπρόβατο κατόπιν δοκιμής επιβεβαίωσης για μη φυσιολογική πρωτεΐνη PrP. στ) "κρούσμα τρομώδους νόσου" είναι το επιβεβαιωμένο κρούσμα μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας σε αιγοπρόβατο, στην περίπτωση του οποίου έχει αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ΣΕΒ, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο τεχνικό εγχειρίδιο του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς σχετικά με το χαρακτηρισμό στελέχους ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά [*]. ζ) "κρούσμα κλασικής τρομώδους νόσου" είναι το επιβεβαιωμένο κρούσμα τρομώδους νόσου που κατηγοριοποιείται ως κλασική σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο τεχνικό εγχειρίδιο του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς σχετικά με το χαρακτηρισμό στελέχους ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά. η) "κρούσμα άτυπης τρομώδους νόσου" είναι το επιβεβαιωμένο κρούσμα τρομώδους νόσου που διαφοροποιείται από την κλασική τρομώδη νόσο σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο τεχνικό εγχειρίδιο του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς σχετικά με το χαρακτηρισμό στελέχους ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά. 2) Το παράρτημα III κεφάλαιο Α τροποποιείται ως εξής: α) Στο μέρος I, τα σημεία 6.4 και 6.5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: "6.4. Η τελική διάθεση όλων των τεμαχίων σώματος ζώου για το οποίο το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής είναι θετικό ή ασαφές, συμπεριλαμβανομένης της δοράς, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, εκτός από το υλικό που διατηρείται για τα μητρώα, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β τμήμα ΙΙΙ. 6.5. Όταν το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής είναι θετικό ή ασαφές για ζώο που σφάζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, τουλάχιστον το αμέσως προηγούμενο σφάγιο και τα δύο αμέσως επόμενα σφάγια από το σφάγιο που βρέθηκε θετικό ή ασαφές, στην ίδια αλυσίδα παραγωγής του σφαγείου, καταστρέφονται σύμφωνα με το σημείο 6.4. Κατά παρέκκλιση, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την καταστροφή των προαναφερθέντων σφαγίων μόνον εάν το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής επιβεβαιώνεται ως θετικό ή ασαφές με δοκιμές επιβεβαίωσης σύμφωνα με το παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.1 στοιχείο β).". β) Το μέρος ΙΙ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "II. ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΑΙΓΟΠΡΟΒΑΤΩΝ 1. Γενικά Η επιτήρηση αιγοπροβάτων διεξάγεται σύμφωνα με τις εργαστηριακές μεθόδους που ορίζονται στο παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.2 στοιχείο β). 2. Επιτήρηση αιγοπροβάτων που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο α) Τα κράτη μέλη, στα οποία ο πληθυσμός προβατίνων και νεογέννητων προβατίνων που βρίσκονται σε φάση ζευγαρώματος υπερβαίνει τα 750000 ζώα, υποβάλλουν σε δοκιμή, σύμφωνα με τους κανόνες δειγματοληψίας που ορίζονται στο σημείο 4, ένα ετήσιο ελάχιστο δείγμα 10000 προβάτων που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. β) Τα κράτη μέλη, στα οποία ο πληθυσμός αιγών που έχουν ήδη γεννήσει και των αιγών που ζευγαρώνουν υπερβαίνει τα 750000 ζώα, υποβάλλουν σε δοκιμή, σύμφωνα με τους κανόνες δειγματοληψίας που ορίζονται στο σημείο 4, ένα ετήσιο ελάχιστο δείγμα 10000 αιγών που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. γ) Εάν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες όσον αφορά τη συλλογή ικανοποιητικού αριθμού υγιών σφαγέντων προβάτων ή αιγών προκειμένου να επιτύχει το καθορισμένο στα στοιχεία α) και β) ελάχιστο μέγεθος δείγματος, μπορεί να επιλέξει να αντικαταστήσει έως το 50 %, κατ’ ανώτατο όριο, του ελάχιστου μεγέθους του δείγματός του υποβάλλοντας σε δοκιμή νεκρά πρόβατα ή αίγες ηλικίας άνω των 18 μηνών κατ’ αναλογία ένα προς ένα και επιπροσθέτως προς το ελάχιστο μέγεθος δείγματος που ορίζεται στο σημείο 3. Επίσης, ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει να αντικαταστήσει το 10 % του ελάχιστου μεγέθους δείγματος, κατ’ ανώτατο όριο, με δοκιμές σε πρόβατα ή αίγες που έχουν θανατωθεί στο πλαίσιο εκστρατείας εκρίζωσης νόσου, ηλικίας άνω των 18 μηνών, κατ’ αναλογία ένα προς ένα. 3. Επιτήρηση αιγοπροβάτων που δεν σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο Τα κράτη μέλη υποβάλλουν σε δοκιμές σύμφωνα με τους κανόνες δειγματοληψίας που ορίζονται στο σημείο 4 και τα ελάχιστα μεγέθη δείγματος που αναφέρονται στους πίνακες Α και Β, αιγοπρόβατα που έχουν πεθάνει ή θανατωθεί, αλλά: - δεν θανατώθηκαν στο πλαίσιο εκστρατείας εκρίζωσης νόσου, ή - δεν εσφάγησαν για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Πίνακας A Πληθυσμός, στο κράτος μέλος, προβατίνων και των νεογέννητων προβατίνων που βρίσκονται σε φάση ζευγαρώματος | Ελάχιστο μέγεθος δείγματος νεκρών προβάτων [2] | > 750000 | 10000 | 100000-750000 | 1500 | 40000-100000 | 100 % έως 500 | < 40000 | 100 % έως 100 | Πίνακας B Πληθυσμός, στο κράτος μέλος, αιγών που έχουν ήδη γεννήσει και των αιγών που ζευγαρώνουν | Ελάχιστο μέγεθος δείγματος νεκρών αιγών [3] | > 750000 | 10000 | 250000-750000 | 1500 | 40000-250000 | 100 % έως 500 | < 40000 | 100 % έως 100 | 4. Κανόνες δειγματοληψίας που εφαρμόζονται στα ζώα που αναφέρονται στα σημεία 2 και 3 Τα ζώα πρέπει να είναι ηλικίας άνω των 18 μηνών ή να έχουν περισσότερους από δύο μόνιμους κοπτήρες που έχουν ανατείλει από τα ούλα. Η ηλικία των ζώων εκτιμάται βάσει της οδοντοφυΐας, εμφανών ενδείξεων ωριμότητας ή άλλων αξιόπιστων πληροφοριών. Η επιλογή των δειγμάτων πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να αποφεύγεται η υπερεκπροσώπηση μιας ομάδας, όσον αφορά την προέλευση, την ηλικία, τη φυλή, το είδος παραγωγής ή άλλα χαρακτηριστικά. Η δειγματοληψία πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική για κάθε περιοχή και εποχή. Πρέπει να αποφεύγεται, ει δυνατόν, η πολλαπλή δειγματοληψία στο ίδιο κοπάδι. Τα κράτη μέλη επιδιώκουν μέσω των προγραμμάτων επιτήρησης να επιτύχουν, στις περιπτώσεις που αυτό είναι δυνατό, ότι, κατά διαδοχικά έτη δειγματοληψίας, όλες οι επισήμως καταγεγραμμένες εκμεταλλεύσεις με περισσότερα από 100 ζώα στις οποίες δεν ανιχνεύθηκε ποτέ κρούσμα ΜΣΕ, υπόκεινται σε δοκιμές για ΜΣΕ. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σύστημα ελέγχου, σε στοχοθετημένη ή άλλη βάση, για τη μη εκτροπή των ζώων από τη δειγματοληψία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από τη δειγματοληψία απομακρυσμένες περιοχές με μικρή πυκνότητα ζώων όπου δεν υπάρχει οργανωμένη συλλογή νεκρών ζώων. Τα κράτη μέλη που προβαίνουν σε αυτή την παρέκκλιση ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά και υποβάλλουν κατάλογο των περιοχών στις οποίες ισχύει η παρέκκλιση. Η παρέκκλιση δεν πρέπει να καλύπτει πάνω από το 10 % του πληθυσμού αιγοπροβάτων σε ένα κράτος μέλος. 5. Επιτήρηση σε μολυσμένα κοπάδια Τα ζώα ηλικίας άνω των 18 μηνών ή των οποίων περισσότεροι από δύο μόνιμοι κοπτήρες έχουν ανατείλει από τα ούλα, τα οποία θανατώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος VII σημείο 2.3 στοιχείο β) i) ή ii) ή σημείο 5 στοιχείο α), υποβάλλονται σε δοκιμή με βάση την επιλογή απλού τυχαίου δείγματος σύμφωνα με το μέγεθος του δείγματος που αναφέρεται στον ακόλουθο πίνακα. Αριθμός ζώων ηλικίας άνω των 18 μηνών ή των οποίων περισσότεροι από δύο μόνιμοι κοπτήρες έχουν ανατείλει από τα ούλα, τα οποία θανατώθηκαν για καταστροφή στην αγέλη ή το κοπάδι | Ελάχιστο μέγεθος δείγματος | 70 ή λιγότερα | Όλα τα επιλέξιμα ζώα | 80 | 68 | 90 | 73 | 100 | 78 | 120 | 86 | 140 | 92 | 160 | 97 | 180 | 101 | 200 | 105 | 250 | 112 | 300 | 117 | 350 | 121 | 400 | 124 | 450 | 127 | 500 ή περισσότερα | 150 | 6. Επιτήρηση άλλων ζώων Εκτός από τα προγράμματα επιτήρησης που αναφέρονται στα σημεία 2, 3 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν, σε εθελοντική βάση, να επιτηρούν άλλα ζώα και συγκεκριμένα: - ζώα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, - ζώα που προέρχονται από χώρες με αυτόχθονα κρούσματα ΜΣΕ, - ζώα που έχουν πιθανώς καταναλώσει μολυσμένες ζωοτροφές, - ζώα που έχουν γεννηθεί ή προέρχονται από μητέρες που έχουν μολυνθεί από ΜΣΕ. 7. Μέτρα μετά τη δοκιμή σε αιγοπρόβατα 7.1. Όταν ένα πρόβατο ή μια αίγα που σφάζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο υποβάλλεται σε δοκιμή για ΜΣΕ, σύμφωνα με το σημείο 2, στο σφάγιο του εν λόγω ζώου δεν δίδεται σήμανση υγειονομικού ελέγχου, όπως προβλέπεται στο μέρος Ι κεφάλαιο ΙΙΙ του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 854/2004, έως ότου υπάρξει αρνητικό αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής. 7.2. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του σημείου 7.1 εφόσον στο σφαγείο υπάρχει σύστημα εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή, με το οποίο εξασφαλίζεται ότι όλα τα τεμάχια του ζώου μπορούν να ανιχνευθούν και κανένα τεμάχιο των εξεταζόμενων ζώων που φέρουν σήμανση υγειονομικού ελέγχου δεν εγκαταλείπει το σφαγείο έως ότου υπάρξει αρνητικό αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής. 7.3. Όλα τα μέρη του σώματος ζώου που έχει υποβληθεί σε δοκιμή, συμπεριλαμβανομένης της δοράς, παραμένουν υπό επίσημο έλεγχο έως ότου υπάρξει αρνητικό αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής, εκτός αν η τελική τους διάθεση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) ή ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002. 7.4. Η τελική διάθεση όλων των τεμαχίων σώματος ζώου για το οποίο το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής είναι θετικό, συμπεριλαμβανομένης της δοράς, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) ή ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, εκτός από το υλικό που διατηρείται για τα μητρώα, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β μέρος ΙΙΙ του παρόντος παραρτήματος. 8. Γονοτυπική ανάλυση 8.1. Ο γονότυπος της πρωτεΐνης πριόν για τα κωδικόνια 136, 154 και 171 καθορίζεται για κάθε θετικό κρούσμα ΜΣΕ σε πρόβατα. Αναφέρονται αμέσως στην Επιτροπή περιπτώσεις ΜΣΕ σε πρόβατα με γονότυπους που κωδικοποιούν αλανίνη και στα δύο αλληλόμορφα στο κωδικόνιο 136, αργινίνη και στα δύο αλληλόμορφα στο κωδικόνιο 154 και αργινίνη και στα δύο αλληλόμορφα στο κωδικόνιο 171. Στις περιπτώσεις που το θετικό κρούσμα ΜΣΕ είναι άτυπο κρούσμα τρομώδους νόσου, προσδιορίζεται ο γονότυπος της πρωτεΐνης πριόν για το κωδικόνιο 141. 8.2. Επιπλέον των ζώων που υποβάλλονται σε γονοτυπική ανάλυση δυνάμει των διατάξεων του σημείου 8.1, προσδιορίζεται ο γονότυπος της πρωτεΐνης πριόν για τα κωδικόνια 136, 141, 154 και 171 ελαχίστου δείγματος προβάτων. Στην περίπτωση κρατών μελών με πληθυσμό ενήλικων προβάτων που υπερβαίνει τα 750000 ζώα, το ελάχιστο αυτό δείγμα περιλαμβάνει τουλάχιστον 600 ζώα. Στην περίπτωση άλλων κρατών μελών, το ελάχιστο δείγμα περιλαμβάνει τουλάχιστον 100 ζώα. Τα δείγματα μπορεί να επιλέγονται από ζώα που θανατώνονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, από ζώα που πεθαίνουν στην εκμετάλλευση ή από ζώντα ζώα. Η δειγματοληψία πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική του συνολικού πληθυσμού προβάτων.". 3) Το παράρτημα VII αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII Εξάλειψη της μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας ΚΕΦΑΛΑΙΟ A Μέτρα μετά την επιβεβαίωση της παρουσίας ΜΣΕ 1. Κατά την έρευνα που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο β) προσδιορίζονται: α) για τα βοοειδή: - όλα τα άλλα μηρυκαστικά που βρίσκονται στην εκμετάλλευση όπου εκτράφηκε το ζώο στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος, - σε περίπτωση που η νόσος επιβεβαιώνεται σε θηλυκό ζώο, οι απόγονοί του που γεννήθηκαν κατά τα δύο έτη πριν ή μετά την κλινική εκδήλωση της νόσου, - όλα τα ζώα της κλάσης του ζώου στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος, - η πιθανή προέλευση της νόσου, - άλλα ζώα στην εκμετάλλευση όπου εκτράφηκε το ζώο στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος ή σε άλλες εκμεταλλεύσεις, τα οποία μπορεί να έχουν μολυνθεί από τον παράγοντα της ΜΣΕ, να έχουν λάβει τις ίδιες ζωοτροφές ή να έχουν εκτεθεί στην ίδια πηγή μόλυνσης, - η διακίνηση δυνητικώς μολυσμένων ζωοτροφών, άλλων υλικών ή οποιουδήποτε άλλου μέσου μετάδοσης, που ενδέχεται να έχουν μεταδώσει τον παράγοντα της ΜΣΕ προς ή από την εν λόγω εκμετάλλευση· β) για τα αιγοπρόβατα: - όλα τα μηρυκαστικά, πλην των αιγοπροβάτων, στην εκμετάλλευση όπου εκτράφηκε το ζώο στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος, - οι γονείς, εφόσον μπορούν να ευρεθούν, και σε περίπτωση θηλυκών ζώων, όλα τα έμβρυα, τα ωάρια και οι τελευταίοι απόγονοι του θηλυκού ζώου στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος, - όλα τα άλλα αιγοπρόβατα στην εκμετάλλευση όπου εκτράφηκε το ζώο στο οποίο επιβεβαιώθηκε η νόσος, πέραν των αναφερομένων στη δεύτερη περίπτωση, - η πιθανή προέλευση της νόσου και ο εντοπισμός άλλων εκμεταλλεύσεων στις οποίες υπάρχουν ζώα, έμβρυα ή ωάρια τα οποία ενδέχεται να έχουν μολυνθεί από τον παράγοντα της ΜΣΕ, να έχουν λάβει τις ίδιες ζωοτροφές ή να έχουν εκτεθεί στην ίδια πηγή μόλυνσης, - η διακίνηση δυνητικώς μολυσμένων ζωοτροφών, άλλων υλικών ή οποιουδήποτε άλλου μέσου μετάδοσης, τα οποία έχουν ενδεχομένως μεταδώσει τον παράγοντα της ΜΣΕ προς ή από την εν λόγω εκμετάλλευση. 2. Τα μέτρα του άρθρου 13 παράγραφος 1 στοιχείο γ) περιλαμβάνουν τουλάχιστον: 2.1. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης της ΣΕΒ σε βοοειδές, τη θανάτωση και την ολοσχερή καταστροφή των βοοειδών που έχουν εντοπιστεί κατά την έρευνα που αναφέρεται στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση του σημείου 1 στοιχείο α)· ωστόσο, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει: - να μη θανατώσει και καταστρέψει ζώα της κλάσης που αναφέρεται στην τρίτη περίπτωση του σημείου 1 στοιχείο α), εάν έχει τεκμηριωθεί ότι τα ζώα αυτά δεν είχαν πρόσβαση στις ίδιες ζωοτροφές με το ασθενές ζώο, - να αναβάλει τη θανάτωση και την καταστροφή ζώων της κλάσης που αναφέρεται στην τρίτη περίπτωση του σημείου 1 στοιχείο α) έως το τέλος της παραγωγικής τους ζωής, εφόσον πρόκειται περί ταύρων που φυλάσσονται διαρκώς σε κέντρο συλλογής σπέρματος και μπορεί να διασφαλισθεί ότι θα καταστραφούν ολοσχερώς ύστερα από το θάνατό τους. 2.2. Αν υπάρχουν υπόνοιες για ΜΣΕ σε αιγοπρόβατο μιας εκμετάλλευσης ενός κράτους μέλους, όλα τα άλλα αιγοπρόβατα της εκμετάλλευσης αυτής υπόκεινται σε επίσημο περιορισμό των μετακινήσεων μέχρις ότου είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα της εξέτασης. Εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι η εκμετάλλευση όπου το ζώο ενδέχεται να μολύνθηκε από ΜΣΕ δεν είναι η εκμετάλλευση όπου βρισκόταν όταν ανέκυψαν οι υπόνοιες για ΜΣΕ, η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίζει εάν θα εφαρμοστεί επίσημος έλεγχος και σε άλλες εκμεταλλεύσεις ή μόνον στην εκμετάλλευση όπου μολύνθηκε το ζώο, ανάλογα με τα διαθέσιμα επιδημιολογικά στοιχεία. 2.3. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης μιας ΜΣΕ σε ένα από τα αιγοπρόβατα της εκμετάλλευσης: α) εάν, βάσει των αποτελεσμάτων δοκιμής δακτυλίου που διεξήχθη σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.2 στοιχείο γ), δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ΣΕΒ, τη θανάτωση και ολοσχερή καταστροφή όλων των ζώων, εμβρύων και ωαρίων που εντοπίσθηκαν βάσει της έρευνας που αναφέρεται στο σημείο 1 στοιχείο β) δεύτερη έως πέμπτη περίπτωση· β) εάν το ενδεχόμενο ΣΕΒ έχει αποκλεισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που παρατίθεται στο παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.2 στοιχείο γ), ανάλογα με την απόφαση της αρμόδιας αρχής: είτε i) τη θανάτωση και ολοσχερή καταστροφή όλων των ζώων, εμβρύων και ωαρίων που εντοπίζονται από την έρευνα που αναφέρεται στο σημείο 1 στοιχείο β) δεύτερη και τρίτη περίπτωση. Οι όροι που παρατίθενται στο σημείο 3 ισχύουν για την εκμετάλλευση, είτε ii) τη θανάτωση και ολοσχερή καταστροφή όλων των ζώων, των εμβρύων και των ωαρίων που εντοπίζονται από την έρευνα που αναφέρεται στο σημείο 1 στοιχείο β) δεύτερη και τρίτη περίπτωση, εξαιρουμένων των: - κριαριών αναπαραγωγής με γονότυπο ARR/ARR, - προβατίνων αναπαραγωγής που φέρουν τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ και, σε περίπτωση που οι εν λόγω προβατίνες αναπαραγωγής κυοφορούν την εποχή της έρευνας, των αρνιών που θα γεννηθούν στη συνέχεια, εάν ο γονότυπός τους πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής, - προβάτων που φέρουν τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο ARR και προορίζονται αποκλειστικά για σφαγή, - εάν αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή, αιγοπροβάτων ηλικίας κάτω των τριών μηνών τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για σφαγή. Οι όροι που παρατίθενται στο σημείο 3 ισχύουν για την εκμετάλλευση, είτε iii) ένα κράτος μέλος δύναται να αποφασίσει τη μη θανάτωση και καταστροφή των ζώων που εντοπίσθηκαν μέσω της έρευνας που αναφέρεται στο σημείο 1 στοιχείο β) δεύτερη και τρίτη περίπτωση όταν είναι δύσκολο να υπάρξει αντικατάσταση των προβάτων γνωστού γονοτύπου ή στις περιπτώσεις που η συχνότητα του αλληλομόρφου ARR στη φυλή ή την εκμετάλλευση είναι μικρή, ή όπου κριθεί αναγκαίο για να αποφευχθεί η αιμομικτική διασταύρωση ή μετά από στάθμιση όλων των επιδημιολογικών παραγόντων. Οι όροι που παρατίθενται στο σημείο 4 ισχύουν για την εκμετάλλευση· γ) κατά παρέκκλιση από τα μέτρα που προβλέπονται στο στοιχείο β) και μόνον στις περιπτώσεις που το επιβεβαιωμένο κρούσμα ΜΣΕ σε εκμετάλλευση είναι κρούσμα άτυπης τρομώδους νόσου, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν την εφαρμογή των μέτρων που παρατίθενται στο σημείο 5· δ) τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν: i) την αντικατάσταση της θανάτωσης και της ολοσχερούς καταστροφής όλων των ζώων που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο i) με τη σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο· ii) την αντικατάσταση της θανάτωσης και της ολοσχερούς καταστροφής των ζώων που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο ii) με τη σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο υπό τον όρο ότι: - τα ζώα σφάζονται εντός της επικράτειας του οικείου κράτους μέλους, - όλα τα ζώα ηλικίας άνω των 18 μηνών ή των οποίων περισσότεροι από δύο μόνιμοι κοπτήρες έχουν ανατείλει από τα ούλα, και τα οποία σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο υποβάλλονται σε δοκιμή για την παρουσία ΜΣΕ σύμφωνα με τις εργαστηριακές μεθόδους που προβλέπονται στο παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.2 στοιχείο β)· ε) Προσδιορίζεται ο γονότυπος της πρωτεΐνης πριόν των προβάτων, 50 το πολύ τον αριθμόν, που θανατώθηκαν και καταστράφηκαν ή εσφάγησαν για κατανάλωση από τον άνθρωπο σύμφωνα με το στοιχείο β) σημεία i) και iii). 2.4. Εάν το μολυσμένο ζώο έχει εισαχθεί από άλλη εκμετάλλευση, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει, βάσει του ιστορικού του κρούσματος, την εφαρμογή μέτρων εξάλειψης στην εκμετάλλευση προέλευσης επιπλέον ή αντί της εφαρμογής μέτρων εξάλειψης στην εκμετάλλευση στην οποία επιβεβαιώθηκε η μόλυνση· στην περίπτωση που χρησιμοποιείται γη ως κοινός βοσκότοπος πολλών κοπαδιών, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων σε ένα μόνον κοπάδι, αφού σταθμίσουν όλους τους επιδημιολογικούς παράγοντες· σε περίπτωση που διατηρούνται περισσότερα από ένα κοπάδια σε μία εκμετάλλευση, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν την εφαρμογή των μέτρων στο κοπάδι στο οποίο επιβεβαιώθηκε το κρούσμα ΜΣΕ, υπό τον όρο ότι έχει εξακριβωθεί ότι τα κοπάδια ήταν απομονωμένα το ένα από το άλλο και η εξάπλωση της μόλυνσης μεταξύ των κοπαδιών μέσω άμεσης ή έμμεσης επαφής είναι απίθανη· 3. Κατά την εφαρμογή σε μια εκμετάλλευση των μέτρων που αναφέρονται στο σημείο 2.3 στοιχείο α) και στοιχείο β) i) και ii): 3.1. Μόνον τα ακόλουθα ζώα εισάγονται στην (στις) εκμετάλλευση(-εις): α) αρσενικά πρόβατα με γονότυπο ARR/ARR· β) θηλυκά πρόβατα που φέρουν τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ· γ) αίγες υπό την προϋπόθεση ότι: i) δεν υπάρχουν στην εκμετάλλευση άλλα πρόβατα αναπαραγωγής πλην αυτών με τους γονότυπους που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), ii) πραγματοποιήθηκε διεξοδικός καθαρισμός και απολύμανση όλων των χώρων στέγασης των ζώων της εκμετάλλευσης ύστερα από τη μείωση του ζωικού πληθυσμού. 3.2. Μόνον τα ακόλουθα σπερμικά προϊόντα προβάτων μπορούν να χρησιμοποιούνται στην (στις) εκμετάλλευση(-εις): α) σπέρμα κριαριών με γονότυπο ARR/ARR· β) έμβρυα με τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ. 3.3. Η μετακίνηση των ζώων από την εκμετάλλευση υπόκειται στους ακόλουθους όρους: α) η μετακίνηση προβάτων ARR/ARR από την εκμετάλλευση δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό· β) τα πρόβατα που φέρουν μόνο ένα αλληλόμορφο ARR μπορούν να μετακινούνται από την εκμετάλλευση μόνο για σφαγή με προορισμό την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για καταστροφή· ωστόσο, - προβατίνες με ένα αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ μπορούν να μετακινούνται σε άλλες εκμεταλλεύσεις που υπόκεινται σε περιορισμούς ύστερα από την εφαρμογή μέτρων σύμφωνα με το σημείο 2.3 στοιχείο β) ii) ή το σημείο 4, - εάν αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή, τα αμνοερίφια μπορούν να μετακινηθούν σε μια άλλη εκμετάλλευση με μοναδικό σκοπό την πάχυνση πριν από τη σφαγή· η εκμετάλλευση προορισμού δεν περιέχει άλλα αιγοπρόβατα από εκείνα που παχύνονται πριν από τη σφαγή και δεν αποστέλλει ζώντα αιγοπρόβατα σε άλλες εκμεταλλεύσεις, παρά μόνον για άμεση σφαγή· γ) οι αίγες μπορούν να μετακινηθούν υπό τον όρο ότι η εκμετάλλευση υπάγεται σε καθεστώς εντατικής παρακολούθησης των ΜΣΕ, που περιλαμβάνει την πραγματοποίηση δοκιμών σε όλες τις αίγες ηλικίας άνω των 18 μηνών οι οποίες: i) εσφάγησαν για ανθρώπινη κατανάλωση στο τέλος της παραγωγικής τους ζωής, ii) απεβίωσαν ή θανατώθηκαν στην εκμετάλλευση και πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο παράρτημα III κεφάλαιο A μέρος II σημείο 3· δ) εάν το κράτος μέλος αποφασίσει σχετικά, αμνοερίφια κάτω των τριών μηνών μπορούν να μετακινηθούν από την εκμετάλλευση για άμεση σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο. 3.4. Οι περιορισμοί που αναφέρονται στα σημεία 3.1, 3.2 και 3.3 εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε μια εκμετάλλευση για περίοδο τριών ετών από: α) την ημερομηνία που όλα τα πρόβατα της εκμετάλλευσης έχουν φθάσει σε καθεστώς ARR/ARR ή β) την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία υπήρχε στην εγκατάσταση ένα πρόβατο ή αίγα ή γ) την ημερομηνία έναρξης της εντατικής επιτήρησης των ΜΣΕ σύμφωνα με το σημείο 3.3 στοιχείο γ), ή δ) την ημερομηνία που όλα τα κριάρια αναπαραγωγής της εκμετάλλευσης έχουν γονότυπο ARR/ARR και όλες οι προβατίνες αναπαραγωγής φέρουν ένα τουλάχιστον αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ, υπό τον όρο ότι κατά τη διάρκεια της διετίας οι δοκιμές για ΜΣΕ στα εξής ζώα ηλικίας άνω των 18 μηνών δίνουν αρνητικά αποτελέσματα: - ετήσιο δείγμα προβάτων που έχουν σφαγεί για κατανάλωση από τον άνθρωπο στο τέλος της παραγωγικής τους ζωής σύμφωνα με το μέγεθος του δείγματος που αναφέρεται στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ κεφάλαιο Α μέρος ΙΙ σημείο 5, και - όλα τα πρόβατα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ κεφάλαιο Α μέρος ΙΙ σημείο 3 τα οποία απεβίωσαν ή θανατώθηκαν στην εκμετάλλευση. 4. Μετά την εφαρμογή στην εκμετάλλευση των μέτρων που αναφέρονται στο σημείο 2.3 στοιχείο β) iii) και για περίοδο δύο ετών αναπαραγωγής μετά την ανίχνευση του τελευταίου κρούσματος ΜΣΕ: α) ταυτοποιούνται όλα τα αιγοπρόβατα στην εκμετάλλευση· β) όλα τα αιγοπρόβατα στην εκμετάλλευση μπορούν να μετακινηθούν μόνον εντός της επικράτειας του οικείου κράτους μέλους για σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή για σκοπούς καταστροφής· όλα τα ζώα άνω της ηλικίας των 18 μηνών που εσφάγησαν για κατανάλωση από τον άνθρωπο υποβάλλονται σε δοκιμές για την παρουσία ΜΣΕ σύμφωνα με τις εργαστηριακές μεθόδους που αναφέρονται στο παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ σημείο 3.2 στοιχείο β)· γ) η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι δεν πραγματοποιείται αποστολή εμβρύων και ωαρίων εκτός της εκμετάλλευσης· δ) μόνον το σπέρμα κριαριών με γονότυπο ARR/ARR και έμβρυα με τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο ARR και κανένα αλληλόμορφο VRQ επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στην εκμετάλλευση· ε) όλα τα αιγοπρόβατα άνω της ηλικίας των 18 μηνών τα οποία απεβίωσαν ή θανατώθηκαν στην εκμετάλλευση υποβάλλονται σε δοκιμή για ΜΣΕ· στ) μόνον αρσενικά πρόβατα με γονότυπο ARR/ARR και θηλυκά πρόβατα από εκμεταλλεύσεις όπου δεν ανιχνεύθηκαν κρούσματα ΜΣΕ ή από κοπάδια που πληρούν τους όρους που παρατίθενται στο σημείο 3.4 μπορούν να εισάγονται στην εκμετάλλευση· ζ) μόνον αίγες από εκμεταλλεύσεις όπου δεν ανιχνεύθηκαν κρούσματα ΜΣΕ ή από κοπάδια που πληρούν τους όρους που παρατίθενται στο σημείο 3.4 μπορούν να εισάγονται στην εκμετάλλευση· η) όλα τα αιγοπρόβατα της εκμετάλλευσης υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά τους κοινούς βοσκότοπους, τους οποίους καθορίζει η αρμόδια αρχή ύστερα από στάθμιση όλων των επιδημιολογικών παραμέτρων· θ) κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β), εάν αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή, τα αμνοερίφια μπορούν να μετακινηθούν σε άλλη εκμετάλλευση εντός του ίδιου κράτους μέλους με μοναδικό σκοπό την πάχυνση πριν από τη σφαγή· υπό τον όρο ότι η εκμετάλλευση προορισμού δεν περιέχει άλλα αιγοπρόβατα από εκείνα που παχύνονται πριν από τη σφαγή και δεν αποστέλλει ζώντα αιγοπρόβατα σε άλλες εκμεταλλεύσεις, παρά μόνον για άμεση σφαγή. 5. Μετά την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται στο σημείο 2.3 στοιχείο γ), ισχύουν τα ακόλουθα μέτρα: α) θανάτωση και ολοσχερής καταστροφή όλων των ζώων, εμβρύων και ωαρίων που εντοπίζονται από την έρευνα που αναφέρεται στο σημείο 1 στοιχείο β) δεύτερη και τρίτη περίπτωση. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν τον προσδιορισμό του γονοτύπου της πρωτεΐνης πριόν των προβάτων που θανατώθηκαν ή καταστράφηκαν· β) είτε, για δύο έτη αναπαραγωγής μετά την ανίχνευση του τελευταίου κρούσματος ΜΣΕ, τα ακόλουθα μέτρα τουλάχιστον: i) ταυτοποιούνται όλα τα αιγοπρόβατα στην εκμετάλλευση, ii) η εκμετάλλευση υπάγεται για δύο έτη σε καθεστώς εντατικής επιτήρησης των ΜΣΕ, που περιλαμβάνει την πραγματοποίηση δοκιμών σε όλα τα αιγοπρόβατα ηλικίας άνω των 18 μηνών τα οποία εσφάγησαν για κατανάλωση από τον άνθρωπο και όλα τα αιγοπρόβατα ηλικίας άνω των 18 μηνών τα οποία πέθαναν ή θανατώθηκαν στην εκμετάλλευση, iii) η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι τα ζωντανά αιγοπρόβατα, τα έμβρυα και τα ωάρια της εκμετάλλευσης δεν αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες. 6. Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα μέτρα που προβλέπονται στο σημείο 2.3 στοιχείο β) iii) ή τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα σημείο 2.3 στοιχεία γ) και δ), κοινοποιούν στην Επιτροπή έγγραφο με τους όρους και τα κριτήρια που χρησιμοποίησαν για την εφαρμογή τους. Στις περιπτώσεις ανίχνευσης περαιτέρω κρουσμάτων ΜΣΕ σε κοπάδια όπου εφαρμόσθηκαν παρεκκλίσεις, επανεξετάζονται οι όροι χορήγησης των παρεκκλίσεων αυτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ B Ελάχιστες απαιτήσεις για ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής προβάτων ανθεκτικών στις ΜΣΕ σύμφωνα με το άρθρο 6α ΜΕΡΟΣ 1 Γενικές υποχρεώσεις 1. Το πρόγραμμα αναπαραγωγής επικεντρώνεται σε κοπάδια υψηλής γενετικής αξίας. 2. Δημιουργείται βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα, τη φυλή και τον αριθμό των ζώων όλων των κοπαδιών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα αναπαραγωγής· β) την ταυτοποίηση των συγκεκριμένων ζώων που συμμετείχαν στη δειγματοληψία στο πλαίσιο του προγράμματος αναπαραγωγής· γ) τα αποτελέσματα όλων των γονοτυπικών δοκιμών. 3. Καθιερώνεται σύστημα ενιαίας πιστοποίησης σύμφωνα με το οποίο ο γονότυπος κάθε ζώου από το οποίο έγινε δειγματοληψία στο πλαίσιο του προγράμματος αναπαραγωγής πιστοποιείται με αναφορά στο μοναδικό αριθμό ταυτοποίησής του. 4. Καθιερώνεται σύστημα ταυτοποίησης των ζώων και των δειγμάτων, της επεξεργασίας των δειγμάτων και της παράδοσης των αποτελεσμάτων με το οποίο ελαχιστοποιείται η πιθανότητα ανθρώπινου λάθους. Η αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού υπόκειται σε τακτικό τυχαίο έλεγχο. 5. Διενεργείται γονοτυπικός έλεγχος του αίματος ή άλλων ιστών που συλλέγονται για τους σκοπούς του προγράμματος αναπαραγωγής στα εργαστήρια που έχουν διαπιστευθεί για το πρόγραμμα. 6. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μπορεί να συνδράμει τις ενώσεις εκτροφέων με σκοπό τη δημιουργία γενετικών τραπεζών σπέρματος, ωαρίων ή/και εμβρύων αντιπροσωπευτικών γονοτύπων της πρωτεΐνης πριόν που κινδυνεύουν να εκλείψουν εξαιτίας του προγράμματος αναπαραγωγής. 7. Για κάθε φυλή δημιουργούνται προγράμματα αναπαραγωγής, λαμβανομένων υπόψη: α) των συχνοτήτων των διαφόρων αλληλομόρφων εντός της φυλής· β) της σπανιότητας της φυλής· γ) της αποφυγής της αιμομιξίας ή της γενετικής παρέκκλισης. ΜΕΡΟΣ 2 Ειδικοί κανόνες για τα κοπάδια που συμμετέχουν στο πρόγραμμα 1. Το πρόγραμμα αναπαραγωγής αποσκοπεί στην αύξηση της συχνότητας του αλληλομόρφου ARR μέσα στο κοπάδι προβάτων και ταυτόχρονα στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης εκείνων των αλληλομόρφων που έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην ευπάθεια του κοπαδιού ως προς τις ΜΣΕ. 2. Οι ελάχιστες απαιτήσεις για τη συμμετοχή των κοπαδιών είναι οι εξής: α) όλα τα ζώα του κοπαδιού για τα οποία πρόκειται να καθοριστεί ο γονότυπος ταυτοποιούνται καθένα ξεχωριστά με ασφαλή τρόπο· β) είναι υποχρεωτικό να καθορίζεται ο γονότυπος όλων των κριαριών που προορίζονται για αναπαραγωγή εντός του κοπαδιού, προτού αυτά χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό· γ) είναι υποχρεωτικό να σφάζεται ή να ευνουχίζεται, εντός έξι μηνών από τον προσδιορισμό του γονοτύπου του, κάθε αρσενικό ζώο που φέρει το αλληλόμορφο VRQ· το ζώο δεν μπορεί να εγκαταλείψει την εκμετάλλευση εκτός εάν προορίζεται για σφαγή· δ) τα θηλυκά ζώα για τα οποία είναι γνωστό ότι φέρουν αλληλόμορφο VRQ απαγορεύεται να απομακρυνθούν από την εκμετάλλευση, εκτός εάν προορίζονται για σφαγή· ε) απαγορεύεται η χρησιμοποίηση αρσενικών ζώων, συμπεριλαμβανομένων των δωρητών σπέρματος για τεχνητή γονιμοποίηση, για την αναπαραγωγή του κοπαδιού, εκτός από αυτά που έχουν πιστοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος. 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να χορηγήσουν παρεκκλίσεις από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 2 στοιχεία γ) και δ) για σκοπούς προστασίας των φυλών και των χαρακτηριστικών παραγωγής. 4. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει του σημείου 3 καθώς και σχετικά με τα κριτήρια που εφαρμόσθηκαν για το σκοπό αυτό. ΜΕΡΟΣ 3 Πλαίσιο για την αναγνώριση του καθεστώτος κοπαδιών προβάτων ανθεκτικών στις ΜΣΕ 1. Το πλαίσιο αναγνωρίζει το καθεστώς κοπαδιών προβάτων ανθεκτικών στις ΜΣΕ, τα οποία, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους σε πρόγραμμα αναπαραγωγής βάσει του άρθρου 6α, πληρούν τα κριτήρια που απαιτούνται από το πρόγραμμα. Η αναγνώριση αυτή χορηγείται σε δύο τουλάχιστον επίπεδα: α) τα κοπάδια του επιπέδου Ι είναι τα κοπάδια που αποτελούνται αποκλειστικά από πρόβατα με γονότυπο ARR/ARR· β) τα κοπάδια του επιπέδου ΙΙ είναι κοπάδια των οποίων οι απόγονοι προέρχονται αποκλειστικά από κριάρια με γονότυπο ARR/ARR. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να χορηγήσουν αναγνώριση σε περισσότερα επίπεδα για τη συμμόρφωση με εθνικές απαιτήσεις. 2. Η τακτική τυχαία δειγματοληψία προβάτων από κοπάδια που είναι ανθεκτικά στις ΜΣΕ διεξάγεται: α) στην εκμετάλλευση ή στο σφαγείο για την επαλήθευση του γονοτύπου· β) στην περίπτωση κοπαδιών του επιπέδου Ι, στα ζώα ηλικίας άνω των 18 μηνών στο σφαγείο, για δοκιμές ΜΣΕ, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ. ΜΕΡΟΣ 4 Εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή Τα κράτη μέλη που ξεκινούν εθνικά προγράμματα αναπαραγωγής στους πληθυσμούς προβάτων τους με στόχο την επιλογή βάσει της ανθεκτικότητας στις ΜΣΕ κοινοποιούν στην Επιτροπή τις απαιτήσεις που ισχύουν για τα προγράμματα αυτά και υποβάλλουν ετήσια έκθεση προόδου. Η έκθεση για κάθε ημερολογιακό έτος υποβάλλεται το αργότερο στις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.". 4) Στο παράρτημα Χ, το κεφάλαιο Γ τροποποιείται ως εξής: α) Το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "1. Δειγματοληψία Τα δείγματα που προορίζονται για εξέταση όσον αφορά την ύπαρξη ΜΣΕ συλλέγονται σύμφωνα με τις μεθόδους και τα πρωτόκολλα που καθορίζονται στην τελευταία έκδοση του Εγχειριδίου προτύπων για τις δοκιμές διάγνωσης και τα εμβόλια χερσαίων ζώων του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (ΟΙΕ) (εφεξής "εγχειρίδιο"). Εκτός από τις μεθόδους και τα πρωτόκολλα του ΟΙΕ ή ελλείψει αυτών και για να εξασφαλιστεί ότι διατίθεται επαρκές υλικό, η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει τη χρήση μεθόδων δειγματοληψίας και πρωτοκόλλων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή συλλέγει τους κατάλληλους ιστούς, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές υποδείξεις και οδηγίες του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η ανίχνευση όλων των γνωστών στελεχών ΜΣΕ σε μικρά μηρυκαστικά και διατηρεί τουλάχιστον τους μισούς από τους συλλεγόμενους ιστούς νωπούς αλλά όχι κατεψυγμένους, έως να εμφανιστεί αρνητικό το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής ή της δοκιμής επιβεβαίωσης. Στις περιπτώσεις που το αποτέλεσμα είναι θετικό ή ασαφές, οι εναπομείναντες ιστοί πρέπει να υποβληθούν σε επεξεργασία σύμφωνα με τις οδηγίες του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς. Τα δείγματα επισημαίνονται ορθώς, όσον αφορά την ταυτότητα των ζώων που χρησιμοποιήθηκαν στη δειγματοληψία.". β) Το σημείο 3.2 στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "β) Επιτήρηση ΣΕΒ Τα δείγματα αιγοπροβάτων που αποστέλλονται για εργαστηριακές δοκιμές σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ, κεφάλαιο Α, μέρος ΙΙ (επιτήρηση αιγοπροβάτων) εξετάζονται με ταχεία δοκιμή με χρήση των κατάλληλων μεθόδων και πρωτοκόλλων, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές υποδείξεις και οδηγίες του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς, έτσι ώστε να ανιχνευθούν όλα τα γνωστά στελέχη ΜΣΕ. Αν το αποτέλεσμα της ταχείας δοκιμής είναι ασαφές ή θετικό, οι ιστοί-δείγματα αποστέλλονται αμέσως σε επίσημο εργαστήριο για εξετάσεις επιβεβαίωσης με ανοσοκυτταροχημεία, ανοσοκαθήλωση ή ανίχνευση χαρακτηριστικών ινιδίων με ηλεκτρονική μικροσκοπία, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α). Αν το αποτέλεσμα της εξέτασης επιβεβαίωσης είναι αρνητικό ή ασαφές, διεξάγονται συμπληρωματικές δοκιμές επιβεβαίωσης σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του κοινοτικού εργαστηρίου αναφοράς. Αν το αποτέλεσμα μιας από τις ανωτέρω εξετάσεις είναι θετικό, το ζώο θεωρείται θετική περίπτωση ΜΣΕ.". γ) Στο σημείο 3.2 στοιχείο γ) ii), το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Επιπλέον δοκιμές σε δείγματα που αποδείχθηκαν θετικά για ΜΣΕ, τα οποία έχουν ληφθεί από μολυσμένα κοπάδια της ίδιας εκμετάλλευσης, διενεργούνται τουλάχιστον για τα δύο πρώτα θετικά κρούσματα ΜΣΕ που ανιχνεύονται κάθε έτος μετά το κρούσμα-δείκτη.". [*] http://www.defra.gov.uk/corporate/vla/science/science-tse-rl-confirm.htm". [2] Τα ελάχιστα μεγέθη δείγματος καθορίστηκαν λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των πληθυσμών προβάτων σε κάθε κράτος μέλος και αποσκοπούν στον καθορισμό εφικτών στόχων. [3] Τα ελάχιστα μεγέθη δείγματος καθορίστηκαν λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των πληθυσμών αιγών σε κάθε κράτος μέλος και αποσκοπούν στον καθορισμό εφικτών στόχων. --------------------------------------------------