ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 26ης Απριλίου 2012 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγίες 2002/21/ΕΚ και 2002/20/ΕΚ – Δικαιώματα διελεύσεως – Παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας»

Στην υπόθεση C‑125/09,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 2 Απριλίου 2009,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό, A. Nijenhuis και H. Krämer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Κυπριακής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Κ. Λυκούργο και την Α. Πανταζή-Λάμπρου,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Borg Barthet, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, J.‑J. Kasel και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει, εγκαίρως, αμερολήπτως και με διαφάνεια, τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως επί, υπεράνω ή υποκάτω δημοσίων ακινήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33), και από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (στο εξής: οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ L 108, σ. 21).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης

2        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών. Καθορίζει τα καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου σε ολόκληρη την Κοινότητα.»

3        Το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαιώματα διέλευσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν μια αρμόδια αρχή εξετάζει:

–        αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, ή

–        αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ακινήτου σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δίκτυα επικοινωνιών, εκτός των δημοσίων δικτύων, ή

η δημόσια αρχή:

–        ενεργεί βάσει διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση, και

–        ακολουθεί τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τα δικαιώματα αυτά.

Οι προαναφερθείσες διαδικασίες είναι δυνατό να διαφέρουν αναλόγως του εάν ο αιτών παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή όχι.

2.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται δίκτυα και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της αρμοδιότητας σχετικά με την παροχή των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.

3.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών που παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα προσφυγής κατά αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών ενώπιον οργάνου, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας για την αδειοδότηση ορίζει τα εξής:

«1.      Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω της εναρμόνισης και της απλούστευσης των κανόνων και όρων αδειοδότησης, προκειμένου να διευκολύνεται η παροχή τους σε ολόκληρη την Κοινότητα.

2.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις άδειες για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.»

5        Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Στοιχειώδης κατάλογος δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη γενική άδεια», έχει ως ακολούθως:

«1.      Οι επιχειρήσεις με άδεια δυνάμει του άρθρου 3 έχουν το δικαίωμα:

α)      να παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

β)      να εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

2.      Όταν οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών στο κοινό, η γενική άδεια τους δίδει επίσης το δικαίωμα:

α)      να διαπραγματεύονται διασύνδεση με και, ενδεχομένως, να αποκτούν πρόσβαση προς ή διασύνδεση με άλλους φορείς παροχής διαθέσιμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών επικοινωνιών, που καλύπτονται από γενική άδεια, οπουδήποτε εντός της Κοινότητας, υπό τους όρους και σύμφωνα με την οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση)·

β)      να έχουν την ευκαιρία να τους ανατίθεται η παροχή διάφορων στοιχείων καθολικής υπηρεσίας και/ή να καλύπτουν διάφορα τμήματα της εθνικής επικράτειας, σύμφωνα με την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία).»

 Η εθνική νομοθεσία

6        Προκειμένου να μεταφέρει την οδηγία-πλαίσιο και την οδηγία για την αδειοδότηση στο εσωτερικό δίκαιο, ο Κύπριος νομοθέτης θέσπισε τον νόμο 112 (I)/2004, περί ρυθμίσεως ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, ο οποίος ρυθμίζει την παροχή δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

7        Το άρθρο 37, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω νόμου, ως είχε κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο [στο εξής: Ν. 112 (I)/2004], προέβλεπε την υποβολή επίσημης κοινοποιήσεως στον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΡΑ) από τον υποψήφιο πάροχο δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

8        Η ίδια αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 του Ν. 112 (I)/2004, προέβλεπε την υποχρέωση του παρόχου να ζητήσει να του χορηγηθούν οι απαραίτητες τοπικές άδειες καθώς και τα λοιπά δικαιώματα εγκαταστάσεως ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημοσίων ή ιδιωτικών ακινήτων, με σκοπό την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

9        Το άρθρο 96 του Ν. 112 (I)/2004 αφορούσε την υποχρέωση των παρόχων να βεβαιώνονται ότι όλα αυτά τα δικαιώματα και οι άδειες έχουν εξασφαλισθεί από τις αρμόδιες αρχές.

10      Βάσει του νόμου αυτού, εκδόθηκε το διάταγμα του 2004 περί αδειοδότησης ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

11      Κατά τον νόμο 90/1972 περί πολεοδομίας και χωροταξίας, όπως έχει τροποποιηθεί, οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύων ηλεκτρονικών ραδιοεπικοινωνιών είχαν επίσης την υποχρέωση να λάβουν πολεοδομική άδεια για τους σταθμούς ραδιοεπικοινωνιών.

12      Ο νόμος περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών, όπως έχει τροποποιηθεί, επέβαλλε, στο κεφάλαιο 96, την έκδοση οικοδομικής άδειας από τον αρμόδιο δήμο ή από την αρμόδια επαρχία.

13      Εξάλλου, οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύων ηλεκτρονικών ραδιοεπικοινωνιών έπρεπε να λάβουν έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου για χρήση κρατικής ή δασικής γης.

 Ιστορικό της διαφοράς και προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

14      Τον Μάιο του 2006, ο δεύτερος φορέας εκμεταλλεύσεως δικτύου φορητής τηλεφωνίας στην κυπριακή αγορά και ο μόνος νεοεισερχόμενος στην αγορά αυτή υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή, διότι οι κυπριακές αρχές αρνούνταν να του χορηγήσουν δικαιώματα διελεύσεως. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι αντιμετώπιζε εμπόδια στις προσπάθειές του να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την άδειά του και να καταστεί ανταγωνιστικός, αφενός, λόγω της ανεπάρκειας του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για τη χορήγηση της οικοδομικής και/ή πολεοδομικής αδείας που απαιτείται για την εγκατάσταση σταθμών βάσεως και, αφετέρου, λόγω της εσφαλμένης και εισάγουσας δυσμενή διάκριση μεταχειρίσεως της οποίας έτυχε εκ μέρους των αρχών που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση των αδειών αυτών.

15      Με έγγραφο οχλήσεως της 21ης Μαρτίου 2007 το οποίο απηύθυνε στην Κυπριακή Δημοκρατία, η Επιτροπή εξέφρασε τις αμφιβολίες της για την πραγματική εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αδειοδοτήσεως όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως επί, υπεράνω ή υποκάτω δημοσίων ακινήτων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός διμήνου.

16      Με την απάντησή τους, οι κυπριακές αρχές αντέκρουσαν τους ισχυρισμούς της εταιρίας που είχε υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, ομολογώντας συγχρόνως ότι, με τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διεφάνησαν «ορισμένες αδυναμίες», αφορώσες την εγκατάσταση των ιστών και των κεραιών του δευτέρου φορέα εκμεταλλεύσεως.

17      Οι αδυναμίες αυτές αφορούσαν, αφενός, την εξέταση των αιτήσεων χορηγήσεως οικοδομικών ή πολεοδομικών αδειών τις οποίες υπέβαλε ο φορέας αυτός, στο μέτρο που αξιολογήθηκε ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων των σταθμών βάσεως, μολονότι τούτο δεν προβλεπόταν από την εθνική νομοθεσία και, αφετέρου, την αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών που ήταν επιφορτισμένες με την έκδοση των αδειών αυτών, λόγω της οποίας οι διαδικασίες εκδόσεως κατέστησαν «χρονοβόρες». Οι κυπριακές αρχές υπογράμμισαν συναφώς ότι οι προβαλλόμενες καθυστερήσεις αφορούσαν, πάντως, κάθε αίτηση ομοίου τύπου, ανεξαρτήτως της ταυτότητας του αιτούντος.

18      Η Κυπριακή Δημοκρατία διευκρίνισε, επιπλέον, ότι, προς επίλυση των εν λόγω προβλημάτων, το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε, στις 14 Δεκεμβρίου 2005, τον κώδικα με τον τίτλο «Πολιτική και διαδικασίες για την εγκατάσταση και τη λειτουργία σταθμών ραδιοεπικοινωνίας με δυνατότητα εκπομπής» (στο εξής: κώδικας), ο οποίος αποτελεί το πλαίσιο εναρμονίσεως των διαδικασιών που ισχύουν για την εγκατάσταση κεραιών και ιστών και του οποίου η θέση σε εφαρμογή διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας-πλαίσιο και της οδηγίας για την αδειοδότηση.

19      Κατά το κράτος μέλος αυτό, ο εν λόγω κώδικας δεν προβλέπει πλέον τον έλεγχο των επιπτώσεων των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στο περιβάλλον, στο πλαίσιο του πολεοδομικού και του οικοδομικού ελέγχου για την εγκατάσταση ιστών και κεραιών. Επιπλέον, κατά την παράγραφο 4 του εν λόγω κώδικα, η προθεσμία εξετάσεως των αιτήσεων για τη χορήγηση οικοδομικής και πολεοδομικής αδείας περιορίζεται σε έξι εβδομάδες κατ’ ανώτατο όριο και, στις περιπτώσεις των οικοδομικών αδειών, αίτηση η οποία δεν έχει εξετασθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των έξι εβδομάδων θεωρείται εγκριθείσα. Τέλος, η εγκατάσταση σταθμών κινητής τηλεφωνίας βάρους χαμηλότερου των 600 κιλών ή διαμέτρου μικρότερης των τεσσάρων μέτρων δεν υπόκειται πλέον σε υποχρέωση λήψεως πολεοδομικής αδείας.

20      Η Κυπριακή Δημοκρατία επισήμανε ότι οι αναγκαίες τροποποιήσεις έπρεπε να θεσπισθούν με το (τροποποιητικό) νομοσχέδιο του 2007, περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών, το οποίο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 16 Μαΐου 2007 και το οποίο έπρεπε να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 24 Μαΐου 2007, προκειμένου να ψηφισθεί ως νόμος.

21      Η Επιτροπή εξέδωσε, την 1η Φεβρουαρίου 2008, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κατέληξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διασφάλισε την ορθή εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου και της οδηγίας για την αδειοδότηση και με την οποία κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς την ανακοίνωση αυτή εντός διμήνου από της παραλαβής της.

22      Στις 28 Μαρτίου 2008, η Κυπριακή Δημοκρατία ζήτησε τρίμηνη παράταση της προθεσμίας απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη, επαναλαμβάνοντας τη θέση που είχε ήδη διατυπώσει απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως.

23      Η Επιτροπή, αφού αρνήθηκε να χορηγήσει την παράταση και κρίνοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είχε απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

24      Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει δύο αιτιάσεις. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι η κυπριακή νομοθεσία περί οικοδομικών και πολεοδομικών αδειών δεν είναι συντονισμένη, πράγμα το οποίο συνεπάγεται καθυστερήσεις και ανασφάλεια δικαίου για τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύων κινητής τηλεφωνίας. Αφετέρου, φρονεί ότι το νομικό πλαίσιο που διέπει την εγκατάσταση κεραιών και ιστών είναι ατελές, συνεπαγόμενο τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα για τους φορείς αυτούς.

25      Στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεώς της, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την εφαρμοστέα στην Κύπρο νομοθεσία, για την εγκατάσταση ιστών και κεραιών απαιτείται, ως προς ορισμένους σταθμούς βάσεως, τόσο οικοδομική όσο και πολεοδομική άδεια, χορηγούμενες από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Υπογραμμίζει επίσης ότι, εκτός από αυτή την αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών στις οποίες έχει ανατεθεί η έκδοση των εν λόγω αδειών, γινόταν επίσης αξιολόγηση των επιπτώσεων των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στο περιβάλλον, μολονότι η εξέταση αυτή δεν προβλεπόταν από την κυπριακή νομοθεσία. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανασφαλείας δικαίου για τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου φορητής τηλεφωνίας, ιδίως για τους νεοεισερχομένους στην αγορά όπως ο δεύτερος φορέας στην υπό κρίση υπόθεση, και σημαντικές καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτήσεών τους.

26      Εν προκειμένω, ο ενδιαφερόμενος φορέας δεν ήταν σε θέση ούτε να εγκαταστήσει αποτελεσματικά το δικό του δίκτυο για την παροχή υπηρεσιών επικοινωνιών με το οποίο να ανταγωνίζεται τον πρώτο φορέα ούτε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την άδεια που του χορηγήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2003, κατόπιν διαγωνισμού, η οποία τον υποχρεώνει να διασφαλίζει ορισμένη γεωγραφική κάλυψη.

27      Η Επιτροπή προβάλλει, προς στήριξη του σκέλους της αιτιάσεώς της το οποίο αφορά την καθυστέρηση κατά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων χορηγήσεως αδείας, ότι, μεταξύ των 29 αιτήσεων που κατατέθηκαν, μεταξύ του Ιανουαρίου του 2005 και του Νοεμβρίου του 2007, από τον δεύτερο φορέα εκμεταλλεύσεως δικτύου κινητής τηλεφωνίας, προκειμένου να του χορηγηθούν οικοδομικές άδειες, τρεις μόνον έγιναν δεκτές και 21 εκκρεμούν ακόμη. Όσον αφορά τις πολεοδομικές άδειες, από τις έξι αιτήσεις που υποβλήθηκαν μεταξύ του Ιουνίου του 2006 και του Ιουλίου του 2007, μία απορρίφθηκε και πέντε εκκρεμούν ακόμη.

28      Κατά συνέπεια, λόγω της ελλείψεως των απαιτούμενων από την εθνική νομοθεσία αδειών, η εκμετάλλευση του παρόντος δικτύου του φορέα αυτού, ο οποίος πρέπει να ανταποκριθεί στην αυστηρή επιταγή περί γεωγραφικής καλύψεως την οποία προβλέπει η άδειά του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίθετη στο κυπριακό δίκαιο.

29      Επιπλέον, λόγω της ελλείψεως δικαιωμάτων διελεύσεως, ο εν λόγω φορέας εξαρτάται από τη χονδρική υπηρεσία εθνικής περιαγωγής του πρώτου φορέα για το 20 % περίπου της συνολικής δραστηριότητάς του, προκειμένου να διασφαλίζει στους τελικούς χρήστες πλήρη γεωγραφική κάλυψη.

30      Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεώς της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, μολονότι το κυπριακό κοινοβούλιο ενέκρινε, στις 13 Ιουνίου 2008, και συνεπώς καθυστερημένα, τον δεύτερο (τροποποιητικό) Ν. 32(I)/2008 περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών, το εκτελεστικό διάταγμα του εν λόγω νόμου περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών δεν έχει ακόμη εκδοθεί.

31      Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Κυπριακή Δημοκρατία, αφενός, αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ των δύο φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύων κινητής τηλεφωνίας στην Κύπρο, δεδομένου ότι τα προαναφερθέντα προβλήματα αφορούν και τους δύο αυτούς φορείς.

32      Αφετέρου, το κράτος μέλος αυτό ισχυρίζεται ότι έλαβε τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα εκδίδοντας, μεταξύ άλλων, τον N. 32(I)/2008 της 13ης Ιουνίου 2008. Ο Υπουργός Εσωτερικών εξέδωσε, βάσει του νόμου αυτού, το διάταγμα περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών, το οποίο καθορίζει συγκεκριμένο πλαίσιο και ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία για τη διαβούλευση των αρμοδίων αρχών προς έκδοση οικοδομικής αδείας. Το διάταγμα αυτό θα δημοσιευόταν εντός της εικοστής έβδομης εβδομάδας του 2009.

33      Η Κυπριακή Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η πλειονότητα των αιτήσεων για τη χορήγηση αδείας που υποβλήθηκαν από τον δεύτερο φορέα διεκπεραιώθηκαν, ενώ εκκρεμούσαν εννέα μόνον αιτήσεις για τη χορήγηση οικοδομικής αδείας. Τούτο δεν εμποδίζει τον εν λόγω φορέα να αναπτύξει ικανοποιητικά το δίκτυό του. Τούτο αποδεικνύει ότι οι διατάξεις της οδηγίας-πλαισίου και της οδηγίας για την αδειοδότηση έχουν τεθεί σε εφαρμογή.

34      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, το κράτος μέλος αυτό υπογραμμίζει ότι ο κώδικας αποτελεί πολιτικού χαρακτήρα πράξη και όχι κριτήριο εκτιμήσεως της τηρήσεως των υποχρεώσεών του έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, δεν έχει σημασία ο χρόνος ή ο βαθμός εφαρμογής του εν λόγω κώδικα, δεδομένου ότι το καθοριστικό εν προκειμένω στοιχείο συνίσταται στο κατά πόσον εφαρμόζονται οι εν λόγω οδηγίες.

35      Απαντώντας στα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή υπενθυμίζει, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει κοινοποιήσει το επίσημο κείμενο του διατάγματος το οποίο, όπως ισχυρίζεται, έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, το κράτος μέλος αυτό αναγνώρισε, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι σχεδόν οι μισές από τις αιτήσεις που υπέβαλε ο δεύτερος φορέας, δηλαδή εννέα από τις 21, εκκρεμούσαν ακόμη, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι το επίμαχο σύστημα συνεπάγεται καθυστερήσεις.

36      Η Κυπριακή Δημοκρατία αντιτείνει, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι το διάταγμα του 2009 περί ρυθμίσεως οδών και οικοδομών (Διαδικασία εξέτασης και περίοδος εξέτασης αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής για ορισμένες οικοδομές) δημοσιεύθηκε πράγματι στις 30 Ιουνίου 2009 στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας υπ’ αριθ. 4639 και έλαβε τον αριθμό κανονιστικής διοικητικής πράξεως 257/2009. Αντικαταστάθηκε από το διάταγμα 7/2009, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 14 Αυγούστου 2009 στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το τελευταίο αυτό διάταγμα, καθώς και ο Ν. 32(I)/2008, που αποτελεί το νομικό του θεμέλιο, κοινοποιήθηκαν επισήμως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 10 Οκτωβρίου 2009, μέσω του Γραφείου Συντονιστή Εναρμόνισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

37      Επιπλέον, το κράτος μέλος αυτό υπογραμμίζει ότι μόνον τέσσερις αιτήσεις χρονολογούμενες από το 2007 και το 2008 απομένουν ακόμη προς διεκπεραίωση από τις αρμόδιες αρχές και ότι διεκπεραιώνονται κατά προτεραιότητα.

38      Τέλος, η Κυπριακή Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι ο καταγγέλλων φορέας ουδέποτε επιχείρησε να αμφισβητήσει, στο πλαίσιο οποιασδήποτε εθνικής διαδικασίας, τη νομιμότητα των πράξεων ή των ενδεχομένων παραλείψεων της διοικητικής αρχής σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία του, μολονότι το Σύνταγμα και η εθνική νομοθεσία του έχουν παράσχει τα μέσα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

39      Όσον αφορά την αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή, η οποία αφορά την καθυστερημένη θέσπιση των νομοθετικών πράξεων που καθιστούν δυνατή τη θεραπεία των διαπιστωθεισών πλημμελειών και, ως εκ τούτου, την τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπουν η οδηγία-πλαίσιο και η οδηγία περί αδειοδοτήσεως, αρκεί να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τις επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2008, C-319/06, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2008, σ. I-4323, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 4ης Μαρτίου 2010, C-241/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2010, σ. I-1697, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 3ης Μαρτίου 2011, C‑50/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 102).

40      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις εκδόθηκαν μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Συνεπώς, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εκ μέρους του Δικαστηρίου εξετάσεως της βασιμότητας της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους.

41      Όσον αφορά την αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή περί της ελλείψεως συντονισμού μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων αρχών, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου περί της μεταφοράς μιας οδηγίας στην έννομη τάξη κράτους μέλους, είναι απαραίτητο το οικείο εθνικό δίκαιο να διασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1995, C-365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1995, σ. I‑499, σκέψη 9, και της 12ης Ιουνίου 2003, C-97/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2003, σ. I- 5797, σκέψη 32).

42      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η οδηγία-πλαίσιο και η οδηγία περί αδειοδοτήσεως σκοπούν στη διασφάλιση, ιδίως μέσω των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων διελεύσεως, με σκοπό την ελευθέρωση των υποδομών των τηλεπικοινωνιών. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματική μεταφορά των εν λόγω διατάξεων προϋποθέτει όχι μόνον ότι έχει καθορισθεί με σαφήνεια η αρμόδια για τη χορήγηση αυτών των δικαιωμάτων αρχή, αλλά και ότι έχουν θεσπισθεί διαφανείς διαδικασίες για την άσκησή τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 36).

43      Το επίμαχο καθεστώς αδειών, σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως από δημόσιες εκτάσεις, στερείται διαφάνειας.

44      Αφενός, δεν αμφισβητείται ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές προέβαιναν, κατά την εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση οικοδομικών ή πολεοδομικών αδειών, σε εκτίμηση των επιπτώσεων των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στο περιβάλλον, μολονότι η εκτίμηση αυτή δεν προβλεπόταν από την εθνική νομοθεσία.

45      Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ομολογεί την ύπαρξη καθυστερήσεων κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως όσον αφορά την εγκατάσταση ιστών και κεραιών, οι οποίες απορρέουν από την αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η έκδοση οικοδομικών και πολεοδομικών αδειών.

46      Υπό τις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει, εγκαίρως, αμερολήπτως και με διαφάνεια, τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως επί, υπεράνω ή υποκάτω δημοσίων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου και με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές.

 Επί των δικαστικών εξόδων

47      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Κυπριακή Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει, εγκαίρως, αμερολήπτως και με διαφάνεια, τη χορήγηση δικαιωμάτων διελεύσεως επί, υπεράνω ή υποκάτω δημοσίων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγίας-πλαισίου), και με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγίας για την αδειοδότηση) παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές.

2)      Καταδικάζει την Κυπριακή Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.