52008DC0639

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με σύσταση της Επιτροπής για την ενεργητική ένταξη των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας ατόμων {SEC(2008)2589} {SEC(2008)2590} /* COM/2008/0639 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 3.10.2008

COM(2008) 639 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

σχετικά με σύσταση της Επιτροπής για την ενεργητική ένταξη των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας ατόμων {SEC(2008)2589}{SEC(2008)2590}

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

σχετικά με σύσταση της Επιτροπής για την ενεργητική ένταξη των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας ατόμων

1. ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ: ΜΙΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΕ

Η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας συνιστά μία από τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στον τομέα αυτό η δράση της ΕΕ βασίζεται στο άρθρο 137 της συνθήκης ΕΚ. Όσον αφορά τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι «η Κοινότητα υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών στους ακόλουθους τομείς: [ …] αφομοίωση των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας προσώπων». Δύο συστάσεις του Συμβουλίου[1] ήδη από το 1992 εκφράζουν την αποφασιστικότητα των κρατών μελών να προαγάγουν το δικαίωμα όλων των ατόμων για βασικούς πόρους και να διαφυλάξουν την ποιότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Τα κράτη μέλη εφάρμοσαν τις συστάσεις αυτές σταδιακά και πιο πρόσφατα με την υποστήριξη της ανοικτής μεθόδου συντονισμού (κοινωνική ΑΜΣ), όσον αφορά την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη, που συνδέεται με τη στρατηγική της Λισαβόνας για την απασχόληση και την ανάπτυξη, καθώς και με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση (ΕΣΑ).

Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών (π.χ. ολοκληρωμένη κατευθυντήρια γραμμή αριθ. 19) υπογραμμίζουν την ανάγκη αλληλεπίδρασης μεταξύ των πολιτικών απασχόλησης, των κοινωνικών υπηρεσιών, της κοινωνικής προστασίας και των συστημάτων φορολογίας, έτσι ώστε να κινητοποιηθούν τα άτομα που είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας και είναι ικανά να εργαστούν. Παρ’ όλα αυτά, τα ποσοστά φτώχειας και μακροχρόνιας ανεργίας δεν μειώθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Η ύπαρξη άλλων αρνητικών δεικτών (π.χ. ο αριθμός των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων ) επιβεβαιώνει την εμφάνιση νέων κινδύνων κοινωνικού χαρακτήρα που έχουν σχέση με τις αλλαγές στις κοινωνίες μας, όπως υπογραμμίζεται στην καταγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας που πραγματοποίησε η Επιτροπή το 2007[2]. Παρά την επιτευχθείσα πρόοδο, οι κοινωνικές πολιτικές δεν εντόπισαν πάντοτε την κατάλληλη λύση για την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των πολλαπλών μειονεκτημάτων που υφίστανται ευάλωτα άτομα τα οποία είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας.

Μεγαλύτερη προσοχή δόθηκε σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά το σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στις κοινές εκθέσεις για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη, στην κοινωνική ατζέντα της Επιτροπής για την περίοδο 2005-10, στις δύο δημόσιες διαβουλεύσεις που ξεκίνησε η Επιτροπή το 2006 και το 2007[3], στους κοινούς στόχους για την κοινωνική ένταξη στο πλαίσιο της ΑΜΣ που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2005 (και επιβεβαίωσε το 2008), στα συμπεράσματα του Συμβουλίου «Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγεία και Καταναλωτές» τον Δεκέμβριο του 2007 και στο μεταγενέστερο έργο της επιτροπής κοινωνικής προστασίας[4]. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η πρόσφατη δέσμευση των κοινωνικών εταίρων για διαπραγμάτευση αυτόνομης συμφωνίας με στόχο την ένταξη, στις επιχειρήσεις, των ατόμων που είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας.

Όλες αυτές οι εργασίες είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξη ευρείας συναίνεσης που επιβεβαιώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και πρέπει να δώσει νέα ώθηση στην καταπολέμηση του αποκλεισμού και της φτώχειας, σεβόμενη πλήρως παράλληλα την αρχή της επικουρικότητας. Η σύσταση που εξέδωσε το Συμβούλιο το 1992 σχετικά με τους επαρκείς πόρους και την κοινωνική αρωγή στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής προστασίας εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές που ορίζονται στη σύσταση αυτή εφαρμόζονται καλύτερα και εντάσσονται σε πιο ολοκληρωμένη στρατηγική που περιλαμβάνει κοινές αρχές για αγορές εργασίας χωρίς αποκλεισμούς και πρόσβαση σε υπηρεσίες ποιότητας, οι οποίες παρέχουν λύσεις για την ειδική περίπτωση των αποκλεισμένων από την κοινωνία και την αγορά εργασίας ατόμων. Η εφαρμογή μιας καθολικής προσέγγισης που θα περιλαμβάνει όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, καλύτερους δείκτες και διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης, θα εξασφαλίσει ότι η συνέργεια μεταξύ των τριών αυτών πυλώνων θα παραγάγει τα καλύτερα αποτελέσματα ενσωματώνοντας στην απασχόληση περισσότερα άτομα που σήμερα είναι αποκλεισμένα.

Με την έκδοση σύστασης και της παρούσας ανακοίνωσης που τη συνοδεύει, η Επιτροπή είναι συνεπής με τις εξαγγελίες που είχει κάνει κατά την έναρξη της δεύτερης διαβούλευσης το 2007, στην ανακοίνωση του Ιουλίου 2008 σχετικά με μια ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα και στην ανακοίνωση για την ενίσχυση της κοινωνικής ΑΜΣ. Η έννοια της ενεργητικής ένταξης που παρουσιάζει η Επιτροπή στην παρούσα ανακοίνωση είναι απολύτως σύμφωνη με τη στρατηγική της Λισαβόνας και την ολοκληρωμένη προσέγγιση που υποστήριξε για την ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα με βάση τρεις αρχές: ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη. Συμπληρώνει επίσης το έργο της Επιτροπής για την προώθηση της ευελιξίας με ασφάλεια και για την αντιμετώπιση των δημογραφικών εξελίξεων και των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης διευκολύνοντας τη μετάβαση για όλους και κινητοποιώντας τις δυνάμεις παραγωγής.

2. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΛΗΨΗ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΡΑΣΗΣ

2.1. Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο: διαιώνιση της φτώχειας και της ανεργίας και αύξηση πολλαπλών μειονεκτημάτων

Η απόκτηση θέσης απασχόλησης είναι η ασφαλέστερη έξοδος από τη φτώχεια για όσους μπορούν να εργαστούν. Ωστόσο, η δυσκολία που αντιμετωπίζουν ορισμένοι προκειμένου να ακολουθήσουν την οδό αυτή φαίνεται ότι δεν μειώνεται σε ουσιαστικό βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης. Η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να ανέρχεται στο 3%. Το 16% του πληθυσμού κινδυνεύει από τη φτώχεια (βλέπε γράφημα 1 του παραρτήματος), ενώ ένας στους πέντε ζει σε ακατάλληλες συνθήκες στέγασης. Ακόμη πιο ανησυχητικό για το μέλλον είναι ότι το ποσοστό των παιδιών που κινδυνεύουν από τη φτώχεια είναι περίπου 19% και ότι το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο εξακολουθεί να είναι υψηλό φθάνοντας το 15% περίπου. Το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων παρέμεινε σταθερό στο 10% περίπου κατά την περίοδο μεταξύ του 2000 και του 2005 προτού μειωθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα στη συνέχεια, ενώ δεν μειώθηκε σχεδόν καθόλου (0,3 ποσοστιαίες μονάδες) ο αριθμός των νοικοκυριών ανέργων με παιδιά.

Οι δυσκολίες και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα που κινδυνεύουν από τη φτώχεια είναι σωρευτικά: νέες κοινωνικές προκλήσεις λόγω της μετάβασης στη μεταβιομηχανική εποχή, η παγκοσμιοποίηση, η δημογραφική αλλαγή και κοινωνικές τάσεις, όπως αύξηση του ατομικισμού, έκαναν την εμφάνισή τους τα τελευταία έτη. Η πραγματικότητα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού απέκτησε ακόμη πιο περίπλοκο χαρακτήρα: πολλαπλά μειονεκτήματα και στέρηση, σε συνδυασμό με διάφορους παράγοντες κινδύνου, όπως η έλλειψη βασικών πόρων, οικογενειακά προβλήματα, έλλειψη μαθησιακής ικανότητας και ψηφιακών δεξιοτήτων, επισφαλής υγεία, ανεπαρκής και απομακρυσμένη στέγαση, αποκλεισμός από την κοινωνία της πληροφορίας, καθώς και έλλειψη κοινωνικής στήριξης που επιδεινώνεται σε ορισμένες περιπτώσεις από τις διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής.

2.2. Η επάρκεια και η κάλυψη των συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος εξακολουθούν να χρήζουν βελτίωσης

Τα συστήματα ελάχιστου εισοδήματος είχαν αναμφισβήτητα θετική επίδραση στη μείωση της φτώχειας, αν και η θετική αυτή επίδραση ήταν οριακή στην περίπτωση αρκετών κρατών μελών. Τα αριθμητικά στοιχεία δείχνουν ότι οι κοινωνικές μεταβιβάσεις εν γένει συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση του ποσοστού της φτώχειας, καθώς το ποσοστό κινδύνου πριν από τη μεταβίβαση ανέρχεται στο 26% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό μετά τη μεταβίβαση μειώνεται στο 16% (βλέπε γράφημα 2 του παραρτήματος).

Τα αριθμητικά στοιχεία υποδηλώνουν επίσης ότι η κοινωνική προστασία σε χώρες χωρίς καθιερωμένο σύστημα ελάχιστου εισοδήματος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, έχουν πολύ πιο περιορισμένη ικανότητα για μείωση της φτώχειας. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι εξακολουθεί να έχει σημασία η σύσταση που εξέδωσε το Συμβούλιο το 1992 και ότι είναι αναγκαίο να βελτιωθεί η εφαρμογή της.

Στα περισσότερα κράτη μέλη και για τις περισσότερες μορφές οικογένειας, από μόνη της η παροχή κοινωνικής αρωγής δεν επαρκεί για την έξοδο των δικαιούχων από τη φτώχεια. Όπως προκύπτει από το γράφημα 3 του παραρτήματος, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το μόνο κράτος μέλος όπου, αφού ληφθούν υπόψη οι παροχές που σχετίζονται με τη στέγαση, το καθαρό εισόδημα των αποδεκτών κοινωνικής αρωγής σε όλες τις κατηγορίες νοικοκυριών είναι μεγαλύτερο από το ορισθέν όριο του κινδύνου της φτώχειας όπως έχει συμφωνηθεί σε επίπεδο ΕΕ, δηλαδή το 60% του διάμεσου εισοδήματος των νοικοκυριών. Η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Σουηδία και η Ιρλανδία είναι οι μόνες χώρες όπου τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά που λαμβάνουν κοινωνική αρωγή βρίσκονται πάνω από το όριο της φτώχειας. Σε όλα τα άλλα κράτη μέλη βρίσκονται κάτω από το όριο αυτό.

Η αποτελεσματικότητα των συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος δεν εξαρτάται μόνον από το ύψος των παροχών, αλλά και από τον ειδικό σχεδιασμό και τις διατάξεις εφαρμογής τους. Σημαντικό ποσοστό των ατόμων στα οποία απευθύνονται τα συστήματα αυτά ενδέχεται να μην επωφελούνται στην πραγματικότητα, είτε διότι δεν διεκδικούν τα δικαιώματά τους είτε για άλλους λόγους (μη συμμόρφωση με τους κανόνες επιλεξιμότητας, λάθος υπολογισμός των ποσών, καθυστέρηση στις πληρωμές, κυρώσεις και αναστολές, μειώσεις των παροχών για άμεση αποπληρωμή χρέους).

Οι εκτιμήσεις των ποσοστών των ατόμων που πράγματι λαμβάνουν κοινωνική αρωγή (take-up rates) στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες κυμαίνονται μεταξύ του 40% και του 80%[5]. Ωστόσο, ο μέσος όρος της ΕΕ είναι ενδεικτικός μιας πιο σκληρής πραγματικότητας: μόνον το 18% του μη εργαζόμενου πληθυσμού που κινδυνεύει από τη φτώχεια λαμβάνει κοινωνική αρωγή (έστω και αν πρέπει να σημειωθεί ότι στο ποσοστό αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη οι παροχές άλλου είδους[6]).

2.3. Είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η συνεκτικότητα με τις ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας και η πρόσβαση σε υπηρεσίες ποιότητας

Η σύσταση που εξέδωσε το Συμβούλιο το 1992 κατέστησε σαφές ότι τα συστήματα ελάχιστου εισοδήματος πρέπει να συνάδουν με την παροχή κινήτρου για εργασία. Για την αποτελεσματική καταπολέμηση της φτώχειας χρειάζεται επίσης να εντάσσονται τα συστήματα αυτά σε μια ευρύτερη στρατηγική, εξασφαλίζοντας ότι οι δικαιούχοι έχουν πρόσβαση σε υποστήριξη για θέματα κατάρτισης και απασχόλησης καθώς και σε δυνατότητα κοινωνικής υποστήριξης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στους τρεις αυτούς τομείς, παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτεί για ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η εργασία εξακολουθεί να μην παρέχει ικανοποιητική αμοιβή

Ο σχεδιασμός των συστημάτων φορολογίας και παροχών εξακολουθεί να γεννά σημαντικά αντικίνητρα για είσοδο στην αγορά εργασίας όσον αφορά ορισμένα τμήματα της αγοράς εργασίας, όπως οι ανειδίκευτοι με χαμηλές προοπτικές αμοιβής. Ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν ήδη μεταρρυθμίσεις προκειμένου να καταστήσουν ελκυστικότερη την εργασία έναντι της πρόνοιας, αλλά χρειάζεται να γίνουν περισσότερες ενέργειες.

Πρόσφατα πορίσματα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το επιπλέον εισόδημα (σε σύγκριση με τις παροχές ανεργίας) που είναι δυνατό να λαμβάνει ένας άνεργος χάρη στην ανάληψη μιας νέας θέσης απασχόλησης μειώνεται σημαντικά από μέσο πραγματικό φορολογικό συντελεστή (AETR) ύψους άνω του 60% σε όλες σχεδόν τις χώρες και σε όλες τις κατηγορίες νοικοκυριών που εξετάστηκαν (βλέπε πίνακα 1 του παραρτήματος). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μόλις τα άτομα ξεκινήσουν να εργάζονται, δεν πρέπει μόνον να καταβάλλουν φόρους επί των μισθών τους, αλλά χάνουν επίσης όλες τις παροχές που δικαιούνταν προηγουμένως. Αυτό το είδος αντικινήτρου για εργασία αποτέλεσε αντικείμενο στόχευσης κατά τις πρόσφατες εξελίξεις της πολιτικής όσον αφορά τα συστήματα ελάχιστου εισοδήματος, π.χ. συνδυάζοντας την επαρκή υποστήριξη εκτός της εργασίας με την υποστήριξη εντός της εργασίας, όπως η πίστωση φόρου για τις εργαζόμενες οικογένειες (working families' tax credit / WFTC) στο Ηνωμένο Βασίλειο και η σχεδιαζόμενη υιοθέτηση του εισοδήματος ενεργητικής αλληλεγγύης (revenu de solidarité active / RSA) στη Γαλλία.

Τα πλέον αποκλεισμένα από την εργασία άτομα χρειάζονται πιο εξατομικευμένες οδούς προς την απασχόληση

Τα άτομα που στερούνται βασικών μαθησιακών ικανοτήτων ή υφίστανται μακρές περιόδους ανεργίας δεν είναι εύκολο να επωφεληθούν από τις συνήθεις πολιτικές κατάρτισης ή αποκατάστασης. Επιπροσθέτως, μετά την ένταξή τους στην απασχόληση εξακολουθούν να είναι σε ευάλωτη θέση λόγω της απουσίας περιβάλλοντος υποστήριξης. Μελέτες σχετικά με τη μετάβαση από την ανεργία στην εργασία, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δείχνουν ότι υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας ατόμων σε ηλικία εργασίας που παραμένουν άνεργα και για τα οποία ο κίνδυνος της ανεργίας αυξάνεται με την ηλικία[7].

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. οι Κάτω Χώρες) ξεκίνησαν την πλήρη αναμόρφωση των πολιτικών τους επανένταξης και αποκατάστασης. Άλλα κράτη μέλη χαράσσουν στοχευμένες πολιτικές προσφοράς εργατικού δυναμικού προκειμένου να προσεγγίσουν τα πλέον αποκλεισμένα άτομα με μέσα όπως οι μικροπιστώσεις ή η παροχή κινήτρων για την κοινωνική οικονομία. Αυτές οι αξιοσημείωτες καινοτομίες σε γενικές γραμμές απαιτούν μια ολοκληρωμένη παροχή υπηρεσιών.

Δυνατότητα κοινωνικής υποστήριξης: το στοιχείο που λείπει

Η έλλειψη οικονομικά προσιτής παιδικής φροντίδας συνιστά σαφές παράδειγμα των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν τα πλέον αποκλεισμένα άτομα από την εργασία, ιδιαίτερα οι μόνοι γονείς παιδιών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, οι καθαρές άμεσες δαπάνες για παιδική φροντίδα αντιστοιχούν στο 12% του καθαρού εισοδήματος ενός μόνου γονέα με δύο μικρά παιδιά στα μισά από τα κράτη μέλη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμες εκτιμήσεις. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται κοντά στο καθαρό κέρδος της μετάβασης από την ανεργία στην προσοδοφόρα απασχόληση όταν λαμβάνεται υπόψη ο οριακός πραγματικός φορολογικός συντελεστής (METR) για τους μόνους γονείς· είναι σαφές ότι συνιστά αντικίνητρο για εργασία - καθώς και «παγίδα φτώχειας».

Η υγεία αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Τα άτομα που πάσχουν από χρόνια προβλήματα υγείας δεν δύνανται να συμμετάσχουν επιτυχώς στη μόνιμη απασχόληση[8] ή σε κατάρτιση ενόψει της προετοιμασίας για την απασχόληση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα άτομα που κινδυνεύουν από τη φτώχεια, τα οποία υποφέρουν από κακή υγεία περισσότερο από το μέσο όρο και έχουν μικρότερη πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη (βλέπε πίνακα 2 του παραρτήματος).

Η αξιοπρεπής, σταθερή και ανεξάρτητη στέγαση μπορεί επίσης να αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την παραμονή στην απασχόληση. Παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να συλλεχθούν στοιχεία για τους άστεγους και τις μη αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης, υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για φαινόμενο που εξαπλώνεται, ιδιαίτερα μεταξύ των ενηλίκων νεαρής ηλικίας, οι οποίοι πλήττονται από την ανεργία περισσότερο απ’ ό,τι ο μέσος όρος ή περιορίζονται σε προσωρινές θέσεις απασχόλησης και συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις στην ΕΕ επικεντρώνονται στις ανάγκες των αστέγων μέσω, μεταξύ άλλων, της παροχής υποστήριξης για σταθερή απασχόληση. Αναφέρουν όμως επίσης την ύπαρξη ενός φαύλου κύκλου διότι η υποστήριξη αυτή συχνά δεν έχει επιτυχή αποτελέσματα λόγω της έλλειψης πρόσβασης σε αξιοπρεπή, οικονομικά προσιτή στέγαση[9].

3. ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΚΟΙΝΕΣ ΑΡΧΕΣ

3.1. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την ενεργητική ένταξη

Σχεδιασμός της ολοκληρωμένης προσέγγισης

Η προηγούμενη ανάλυση δείχνει ότι για την ενεργητική ένταξη των ατόμων που είναι αποκλεισμένα από την αγορά εργασίας είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί και να εφαρμοστεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδυάζει με ολοκληρωμένο τρόπο την επαρκή ενίσχυση του εισοδήματος, αγορές εργασίας χωρίς αποκλεισμούς και την πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες. Κατά τη χάραξη πολιτικής πρέπει να προσδιορίζεται το κατάλληλο μείγμα των τριών σκελών της στρατηγικής για την ενεργητική ένταξη· να λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος που έχουν από κοινού στην κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση των μειονεκτούντων ατόμων και οι πιθανές μεταξύ τους σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των συνεργειών και των ενδεχόμενων αντισταθμισμάτων/συμβιβασμών.

Η ενεργητική ένταξη πρέπει να διασφαλίζει τη συνεκτικότητα με τους ακόλουθους στόχους: 1) στήριξη του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων· 2) προαγωγή της ισότητας των φύλων και των ίσων ευκαιριών· 3) λήψη υπόψη της πολυπλοκότητας των πολλαπλών μειονεκτημάτων και των συγκεκριμένων καταστάσεων και αναγκών των διαφόρων ευάλωτων ομάδων· 4) βελτίωση της εδαφικής συνοχής, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούν σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο· και 5) συνέπεια ως προς την εφαρμογή μιας προσέγγισης βασιζόμενης στον κύκλο ζωής σχετικά με τις κοινωνικές πολιτικές και τις πολιτικές απασχόλησης, έτσι ώστε να μπορούν οι πολιτικές αυτές να ενισχύσουν την αλληλεγγύη των γενεών και να διακόψουν τη μεταβίβαση της φτώχειας από γενιά σε γενιά.

Για να είναι αποτελεσματική αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση, πρέπει να βελτιωθεί ο συντονισμός μεταξύ των δημόσιων φορέων και υπηρεσιών. Είναι επίσης απαραίτητο να αυξήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία οι αρχές που δραστηριοποιούνται σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο ΕΕ, διαδραματίζοντας η καθεμία τον δικό της ιδιαίτερο ρόλο και με τις δικές της ξεχωριστές αρμοδιότητες και προτεραιότητες. Επιπροσθέτως, άλλοι σχετικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επηρεάζονται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, οι κοινωνικοί εταίροι, η μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι πάροχοι υπηρεσιών πρέπει να συμμετάσχουν ενεργά στην ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση των στρατηγικών.

Εφαρμογή της ολοκληρωμένης προσέγγισης

Είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί περιορισμοί, έτσι ώστε να επιτευχθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ της παροχής κινήτρων για εργασία, της ανακούφισης από τη φτώχεια και του βιώσιμου δημοσιονομικού κόστους. Εντούτοις, το οικονομικό κόστος της ενεργητικής ένταξης πρέπει να εκτιμηθεί έναντι των δημοσιονομικών οφελών που θα προκύψουν από την εφαρμογή πολιτικών που προάγουν την ένταξη (ιδιαίτερα χάρη σε λιγότερα αντισταθμιστικά μέτρα). Είναι επίσης δυνατόν να αξιοποιηθούν οι διατάξεις που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία και οι πόροι αυτών, ιδιαίτερα του ευρωπαϊκού κοινωνικού ταμείου, με σκοπό την ενίσχυση των μέτρων ενεργητικής ένταξης.

Θα πρέπει να εφαρμοσθεί μια επικοινωνιακή στρατηγική η οποία θα εξασφαλίζει ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένων των λιγότερο προνομιούχων, ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματά τους και τη διαθέσιμη γι’ αυτούς ενίσχυση, π.χ. με τη βοήθεια των τεχνολογιών της πληροφορίας. Είναι αναγκαίο να απλοποιηθούν οι διοικητικές διαδικασίες και ρυθμίσεις εξέτασης των πόρων και των καταστάσεων. Είναι απαραίτητο επίσης να έχουν τα άτομα εύκολη πρόσβαση σε ένα μηχανισμό για καταγγελίες ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών αρχών και, στις περιπτώσεις όπου αυτό είναι απαραίτητο, ενώπιον ανεξάρτητων σωμάτων, όπως δικαστήρια.

3.2. Κοινές αρχές για την ενεργητική ένταξη

Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές ενεργητικές ένταξης οφείλουν να αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές εθνικές καταστάσεις, τα κράτη μέλη της ΕΕ έρχονται αντιμέτωπα με παρόμοιες προκλήσεις, όπως αναφέρθηκε στην ενότητα 2. Για το λόγο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η επίτευξη συναίνεσης σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά μια σειρά κοινών αρχών για την ενεργητική ένταξη. Οι βάσεις για τη χάραξη αυτών των αρχών έχουν τεθεί από τα αποτελέσματα των δημόσιων διαβουλεύσεων της Επιτροπής και των διεξοδικών συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν με τα κράτη μέλη και μεταξύ των κρατών μελών στο πλαίσιο της επιτροπής κοινωνικής προστασίας και χάρη στην ενεργό συμμετοχή της επιτροπής απασχόλησης. Οι αρχές αυτές, που αφορούν ειδικά καθένα από τα τρία σκέλη, θα βοηθήσουν τα κράτη μέλη στη χάραξη και στην εφαρμογή των ολοκληρωμένων στρατηγικών τους, όσον αφορά την ενεργητική ένταξη, προκειμένου να γίνουν πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές. Όπως ανέφερε στην ανανεωμένη κοινωνική της ατζέντα η Επιτροπή θεωρεί ότι η έκδοση σύστασης για την ενεργητική ένταξη μπορεί να βοηθήσει τα κράτη μέλη στη χάραξη και στην εφαρμογή των ολοκληρωμένων στρατηγικών τους όσον αφορά την ενεργητική ένταξη.

3.3. Εφαρμογή και παρακολούθηση των κοινών αρχών σε επίπεδο ΕΕ

Για να είναι επιτυχής η εφαρμογή των στρατηγικών ενεργητικής ένταξης είναι απαραίτητο να αποτελεί αντικείμενο κατάλληλου συντονισμού και παρακολούθησης τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ. Αυτός είναι ο λόγος που η Επιτροπή χαιρετίζει το έργο της επιτροπής κοινωνικής προστασίας και συνιστά στα κράτη μέλη να εκδώσουν έως το τέλος τους έτους συμπεράσματα του Συμβουλίου με βάση τη συνημμένη σύσταση που καθορίζει μια σειρά κοινών αρχών. Οι εν λόγω αρχές μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τον από κοινού συντονισμό και παρακολούθηση από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της κοινωνικής ανοικτής μεθόδου συντονισμού και σε στενή συνεργασία με την επιτροπή κοινωνικής προστασίας και την επιτροπή απασχόλησης.

Η πρόοδος που θα επιτευχθεί στην εφαρμογή των στρατηγικών ενεργητικής ένταξης πρέπει στη συνέχεια να παρουσιαστεί στις κοινές εκθέσεις για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη καθώς και στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβόνας. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή είναι έτοιμη να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να βελτιώσει ή να θεσπίσει τους δείκτες της ποιοτικής παρακολούθησης. Το δίκτυο των παρατηρητηρίων το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από το πρόγραμμα Progress θα παράσχει επίσης ανάλυση της ανάπτυξης και της εφαρμογής των στρατηγικών για την ενεργητική ένταξη σε τοπικό επίπεδο και θα προαγάγει την αμοιβαία μάθηση.

[1] Σύσταση 92/441/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 46) και σύσταση 92/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 49).

[2] SEC(2008) 1896.

[3] COM(2006) 44· COM(2007)620.

[4] Συμπεράσματα 16139/07 του Συμβουλίου και σημείωμα προσανατολισμού της ΕΚΠ σχετικά με την ενεργητική ένταξη στις 3 Ιουλίου 2008.

[5] Hernanz et al. (2004) Take-up of welfare benefits in OECD Countries: a review of the evidence· OECD Social, employment and migration WP αριθ. 17.

[6] Μελέτη Ecorys 2008, η οποία εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής με θέμα την ενεργητική ένταξη, και Immervoll et al. (2004) Benefit coverage rates and household typologies: scope and limitations of tax-benefit indicators , OECD Social, employment and migration WP, αριθ. 20.

[7] Employment in Europe 2004 , κεφάλαιο 4.

[8] Employment in Europe 2005 , κεφάλαιο 5.

[9] Έκθεση FEANTSA για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2008 και «Manifesto for social inclusion» της FNARS το 2007.


Υπεύθυνη για τη διαχείριση είναι η Υπηρεσία Εκδόσεων