Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Εκκαθάριση και διακανονισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση - Κυριότερα προβλήματα και μελλοντικές προκλήσεις /* COM/2002/0257 τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ - Εκκαθάριση και διακανονισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση - Κυριότερα προβλήματα και μελλοντικές προκλήσεις Οι μηχανισμοί εκκαθάρισης και διακανονισμού, οι οποίοι εξασφαλίζουν την οριστικοποίηση των συναλλαγών σε τίτλους, είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η δημιουργία αποτελεσματικών (δηλαδή μη δαπανηρών, ανταγωνιστικών και ασφαλών) μηχανισμών εκκαθάρισης και διακανονισμού στο σύνολο της ΕΕ έχει καθοριστική σημασία για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Οι σημερινοί μηχανισμοί εκκαθάρισης και διακανονισμού στην ΕΕ είναι γενικά αποτελεσματικοί για τις εγχώριες συναλλαγές. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί έχουν καθαρά εθνική βάση και η διασύνδεσή τους κατά τρόπο που να επιτρέπει την αποτελεσματική επεξεργασία των διασυνοριακών συναλλαγών δεν είναι δυνατή. Η έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών εκκαθάρισης και διακανονισμού των διασυνοριακών συναλλαγών δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των συστημάτων διασυνοριακής εκκαθάρισης και διακανονισμού στην ΕΕ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον κατακερματισμό της δραστηριότητας αυτής λόγω των διαφορών μεταξύ κρατών μελών σε επίπεδο τεχνικών προτύπων/πρακτικών της αγοράς, φορολογικών διαδικασιών και νομοθεσιών περί κινητών αξιών. Επιπλέον, η έλλειψη κοινής ρυθμιστικής προσέγγισης στη δραστηριότητα εκκαθάρισης και διακανονισμού δημιουργεί ανησυχίες για ενδεχόμενους λειτουργικούς και εποπτικούς κινδύνους, οι οποίες μπορούν επίσης να επιβραδύνουν τη διασυνοριακή ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής. Η δημιουργία ενοποιημένου περιβάλλοντος εκκαθάρισης και διακανονισμού αποτελεί συνεπώς προϋπόθεση για την αποτελεσματική επεξεργασία όλων των συναλλαγών σε τίτλους στην ΕΕ. Η Επιτροπή καθόρισε για το σκοπό αυτό δύο βασικούς στόχους. Ο πρώτος στόχος είναι η εξάλειψη των εμποδίων στο διακανονισμό των διασυνοριακών πράξεων λόγω των διαφορών μεταξύ κρατών μελών στα τεχνικά πρότυπα/πρακτικές της αγοράς, τις φορολογικές διαδικασίες και τη νομοθεσία περί κινητών αξιών. Η Επιτροπή εκτιμά ότι την ευθύνη για την κατάργηση των εμποδίων που σχετίζονται με τα τεχνικά πρότυπα έχει κατά κύριο λόγο ο ιδιωτικός τομέας. Ωστόσο, οι εθνικές και κοινοτικές αρχές μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην κατάργηση των εμποδίων αυτών, ενθαρρύνοντας την εναρμόνιση με την ανάπτυξη κοινών προτύπων. Η κατάργηση των απομενόντων εμποδίων θα απαιτήσει την παρέμβαση των δημόσιων αρχών, όπως στην περίπτωση του προσδιορισμού της νομοθεσίας που εφαρμόζεται στις συναλλαγές και στη κατοχή τίτλων στην ΕΕ. Η εξάλειψη των εμποδίων δεν θα δημιουργήσει κατ' ανάγκη ένα περιβάλλον θεμιτού ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος στόχος είναι η κατάργηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και της άνισης μεταχείρισης φορέων που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού. Η δημιουργία πλήρως ενοποιημένης υποδομής εκκαθάρισης και διακανονισμού στην ΕΕ προϋποθέτει την εξασφάλιση γενικών, διαφανών, αντικειμενικών και, πάνω από όλα, πραγματικών δικαιωμάτων πρόσβασης. Κατά τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεών τους, οι φορείς της αγοράς δεν πρέπει να υπόκεινται σε περιορισμούς ως προς τον τόπο στον οποίο βρίσκονται οι αντισυμβαλλόμενοι, οι τίτλοι ή η υποδομή. Η πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία συστήματα πρέπει να είναι γενική (σε όλες τις αγορές και για όλους τους παρόχους υποδομών και φορείς της αγοράς). Η πρόταση για την αναθεώρηση της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, στο βαθμό που παρέχει δυνατότητα επιλογής των συστημάτων για την επεξεργασία των συναλλαγών μετά την πραγματοποίησή τους. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να ενισχυθούν με την παράλληλη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού. Στο επίπεδο της ΕΕ, οι υποδομές εκκαθάρισης και διακανονισμού δεν θα είναι πραγματικά ενοποιημένες και ανταγωνιστικές παρά μόνο εάν πληρούν αυστηρά πρότυπα ακεραιότητας της αγοράς και χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με το κατάλληλο ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο για τους παρόχους υπηρεσιών εκκαθάρισης και διακανονισμού. Αυτό αποτέλεσε εξάλλου το κίνητρο των συνδυασμένων πρωτοβουλιών που ανάλαβαν οι ρυθμιστικές αρχές των αγορών κινητών αξιών και οι κεντρικές τράπεζες για την ανάπτυξη κοινών προτύπων. Η εφαρμογή των προτύπων αυτών θα μπορούσε να άρει σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες των ρυθμιστικών αρχών σχετικά με χρήση υποδομών άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, τα κοινά πρότυπα ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκή από μόνα τους να εξασφαλίσουν ένα σταθερό και θεμιτό πλαίσιο διασυνοριακής λειτουργίας των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν ίσως επιθυμητό να θεσπιστούν με κοινοτικές νομοθετικές πράξεις ορισμένες θεμελιώδεις αρχές (όσον αφορά, για παράδειγμα, τον ορισμό των κατάλληλων λειτουργιών, την αδειοδότηση των παρόχων υπηρεσιών και τους κανόνες που θα διέπουν την εποπτεία τους σε συνεχή βάση). Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν επίσης να ληφθούν μέτρα για το ενδεχόμενο καθεστώς κεφαλαιακής επάρκειας των φορέων αυτών, τους κανόνες υπερημερίας και/ή τις τεχνικές διαχείρισης των κινδύνων που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους. Η παρούσα ανακοίνωση δεν εξετάζει τα πλεονεκτήματα των διαφόρων διαρθρώσεων ή υποδειγμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και διακανονισμού σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η επιλογή της κατάλληλης διάρθρωσης πρέπει να γίνει από την ίδια την αγορά, με την επιφύλαξη των θεμιτών περιορισμών δημοσίου συμφέροντος (όπως η εξασφάλιση επαρκούς ανταγωνισμού, η κατάλληλη προστασία των επενδυτών και η ελαχιστοποίηση του συστημικού κινδύνου). Ωστόσο, έχει ουσιώδη σημασία να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι δυνάμεις της αγοράς μπορούν να διαμορφώσουν τη βέλτιστη διάρθρωση για την αποτελεσματική λειτουργία της υποδομής εκκαθάρισης και διακανονισμού της ΕΕ. Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί το πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη μιας πολιτικής για τον τομέα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού στην ΕΕ. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους έως τις 31 Aυγουστoς 2002 στην ακόλουθη διεύθυνση: DG MARKT F2, European Commission, B-1049 Brussels. Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου I ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι αποτελεσματικές και διαρθρωτικά υγιείς αγορές είναι πιο ανταγωνιστικές και προσελκύουν εκδότες τίτλων και επενδυτές από όλο τον κόσμο [1]. Για να είναι ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο, η χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ πρέπει να έχει βάθος, ρευστότητα, αποτελεσματικότητα, ασφάλεια και χαμηλό κόστος. Για την αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων μιας χρηματοπιστωτικής αγοράς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από το άμεσο κόστος χρήσης των διαρθρώσεων και συστημάτων της, η λειτουργικότητά τους καθώς και λιγότερο άμεσοι παράγοντες όπως η δυνατότητα αποτελεσματικής χρήσης των ασφαλειών. Εάν το κόστος χρήσης των ευρωπαϊκών συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού είναι πολύ υψηλό, ή εάν η υποδομή δεν υποστηρίζει τις επιθυμητές λειτουργίες, οι φορείς της αγοράς θα αποθαρρυνθούν και θα αποφύγουν τις επενδύσεις στην αγορά αυτή ή θα χρησιμοποιήσουν άλλες μεθόδους, με δυνητικά υψηλότερο κίνδυνο, για να ολοκληρώσουν τις διασυνοριακές τους συναλλαγές. Είναι σαφές ότι οι επενδυτές πρέπει να έχουν πρόσβαση στις αγορές στις οποίες επιθυμούν να επενδύσουν. Για παράδειγμα, πρέπει να μπορούν να αγοράζουν και να κατέχουν με εύλογο κόστος μετοχές που εκδίδονται από εταιρείες άλλων κρατών μελών. Η δημιουργία πραγματικά ενοποιημένης αγοράς κινητών αξιών στην ΕΕ προϋποθέτει την κατάργηση των υπερβολικών επιβαρύνσεων στις διασυνοριακές συναλλαγές και τον περιορισμό ενδεχόμενων νομικών ή άλλων κινδύνων που σχετίζονται με την αναποτελεσματικότητα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού. [1] Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας υπογράμμισε τη σημασία της δημιουργίας στην Ένωση, έως το 2005, μιας πλήρως ενοποιημένης και αποτελεσματικής χρηματοπιστωτικής αγοράς. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης υπενθύμισε στα συμπεράσματά του τον κεντρικό ρόλο της χρηματοπιστωτικής αγοράς στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η φύση των προβλημάτων στον τομέα αυτό αποσαφηνίστηκε πρόσφατα, ιδίως μετά την έμμεση εξέταση του θέματος της εκκαθάρισης και του διακανονισμού στο πλαίσιο των δύο διαβουλεύσεων στις οποίος προέβη η Επιτροπή ενόψει της αναθεώρησης της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες (ΟΕΥ). Η πρώτη έκθεση της Ομάδας Giovannini [2] περιγράφει τη σημερινή κατάσταση των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού στην Ευρώπη [3] και μια νέα έκθεση, στην οποία θα εξετάζονται οι δυνατότητες εξέλιξης της αρχιτεκτονικής των συστημάτων, θα δημοσιευθεί εντός τους τρέχοντος έτους. Η Ομάδα των Τριάντα (G30) [4] προετοιμάζει συστάσεις για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων και τη μεγιστοποίηση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας των συστημάτων. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (ΕΕΡΑΑΚΑ) δημιούργησαν μια ομάδα εργασίας για την εξέταση προβλημάτων κοινού ενδιαφέροντος στον τομέα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού [5], όπως ιδίως η θέσπιση κοινών προτύπων για τους οργανισμούς εκκαθάρισης και διακανονισμού στην Ευρώπη, με βάση τις συστάσεις [6] της ομάδας εργασίας CPSS-IOSCO [7] και τα πρότυπα διαχείρισης κινδύνων που ανέπτυξε η Ευρωπαϊκή Ένωση Κεντρικών Γραφείων Συμψηφισμού (EACH). [2] Ομάδα εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύει την Επιτροπή σε θέματα που σχετίζονται με την κεφαλαιαγορά. [3] Διασυνοριακά συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Νοέμβριος 2001), Economic Paper αριθ.163: (http://europa.eu.int/comm/economy_finance/giovannini/clearing_settlement_en.htm) [4] Συμβουλευτική ομάδα υψηλού επιπέδου για τις διεθνείς οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις. [5] Η Επιτροπή συμμετέχει ως παρατηρητής στην Ομάδα Εργασίας. [6] Συστάσεις για τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού στην έκθεση της Ομάδας Εργασίας CPSS-IOSCO για τα συστήματα διακανονισμού των συναλλαγών σε τίτλους, Νοέμβριος 2001. Τις συστάσεις αυτές έχουν αποδεχθεί οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές των αγορών κινητών αξιών σε παγκόσμιο επίπεδο ως ελάχιστα πρότυπα για τα συστήματα διακανονισμού των συναλλαγών. [7] Επιτροπή για τα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού των κεντρικών τραπεζών των χωρών της ομάδας G10 και Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς. Με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο των διαφόρων αυτών εργασιών, το παρόν έγγραφο διαβούλευσης παρουσιάζει τη γενική πολιτική της Επιτροπής στον τομέα αυτό, καθώς και τις δυνατές κατευθύνσεις των μελλοντικών της ενεργειών. Η Επιτροπή επιθυμεί να λάβει τις παρατηρήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των εθνικών ρυθμιστικών και εποπτικών αρχών, των ενδιαφερόμενων ευρωπαϊκών και εθνικών οργανώσεων και ομοσπονδιών, των φορέων της αγοράς, των θεσμικών επενδυτών, των παρόχων υποδομών και των άλλων ενδιαφερόμενων μερών. Οι παρατηρήσεις μπορούν να αφορούν τόσο τη γενική προσέγγιση στον τομέα αυτό, όσο και τα ειδικά θέματα που αναφέρονται στην παρούσα ανακοίνωση. II ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ; Οι λειτουργίες της εκκαθάρισης και του διακανονισμού επιτρέπουν την οριστικοποίηση των συναλλαγών σε τίτλους ή σε παράγωγα προϊόντα, έτσι ώστε ο αγοραστής να λαμβάνει το χρηματοπιστωτικό τίτλο και ο πωλητής την αντίστοιχη πληρωμή [8]. Οι μηχανισμοί αυτοί ονομάζονται άλλωστε "σωληνώσεις" των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η διαδικασία εκκαθάρισης και διακανονισμού περιλαμβάνει περισσότερα στάδια, τα οποία δεν είναι όλα αναγκαία για κάθε συναλλαγή: [8] Για λόγους απλούστευσης, στη παρούσα ανακοίνωση η έκφραση "εκκαθάριση και διακανονισμός" καλύπτει γενικά το σύνολο των δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην οριστικοποίηση της συναλλαγής. - επιβεβαίωση των όρων της συναλλαγής. - υπολογισμός των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα μέρη - δηλαδή η εκκαθάρισή τους, η οποία οδηγεί στον προσδιορισμό καθαρών ή μεικτών υποχρεώσεων. - ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να διαμεσολαβήσει μεταξύ των δύο μερών και να γίνει αντισυμβαλλόμενος για καθένα από τα δύο σκέλη της συναλλαγής. - παράδοση των τίτλων, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη πληρωμή, για το διακανονισμό της συναλλαγής. - φύλαξη και διαχείριση των τίτλων σε αποθετήριο. - καταχώρηση, εφόσον είναι αναγκαίο, της κυριότητας των τίτλων στο προβλεπόμενο από το νόμο μητρώο. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών επεξεργασίας των συναλλαγών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργό συμμετοχή των διαφόρων φορέων - εκδότες, επενδυτές και διαμεσολαβητές - σε μια ενοποιημένη χρηματοπιστωτική αγορά που θα καλύπτει το σύνολο της ΕΕ. Για το λόγο αυτό, οι προσπάθειες για τη βελτίωση των πανευρωπαϊκών μηχανισμών εκκαθάρισης και διακανονισμού πρέπει να συμβαδίζουν με την υλοποίηση του προγράμματος δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Επιπλέον, τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο έχουν καθοριστική σημασία για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος: τα συστήματα διακανονισμού των συναλλαγών σε τίτλους κατέχουν τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των πληρωμών στα συστήματα συναλλαγών μεγάλης αξίας και για την παροχή ασφαλειών στο πλαίσιο των πράξεων νομισματικής πολιτικής. οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι αποτελούν έτσι σημείο συγκέντρωσης των κινδύνων για τις αγορές που εξυπηρετούν. Οι πρακτικές διαχείρισης των κινδύνων και η συνολική εποπτεία των συστημάτων αυτών συμβάλλουν συνεπώς σημαντικά στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της ρευστότητας, της ομαλής λειτουργίας και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. III Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Αύξηση του ενδιαφέροντος για τις πανευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες Οι επαγγελματικοί φορείς της αγοράς απαιτούν την αύξηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διακανονισμού των διασυνοριακών συναλλαγών και τη μείωση του κόστους τους. Οι ανησυχίες τους είναι πολλαπλές: οι μεγάλες τράπεζες και οι επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε πολλές αγορές ταυτόχρονα, επιθυμούν να συγκεντρώσουν σε ένα ενιαίο σύστημα τους τίτλους που κατέχουν για να χρησιμοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ασφάλειες και να ελαχιστοποιήσουν τα λειτουργικά τους κόστη. Οι θεσμικοί επενδυτές επιθυμούν να επιτύχουν τη μείωση του κόστους διαφοροποίησης των επενδύσεών τους σε τίτλους από όλη την ΕΕ. Οι εκδότες τίτλων επιθυμούν να έχουν πρόσβαση σε αγορές με βάθος και ρευστότητα, στις οποίες θα μπορούν να αντλούν εύκολα κεφάλαια. Οι μικροεπενδυτές επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στο ευρύτερο δυνατό φάσμα τίτλων, με χαμηλό κόστος και χωρίς περιττή πολυπλοκότητα. Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο εάν τα ευρωπαϊκά συστήματα επεξεργασίας πριν και μετά τη συναλλαγή αποτελούν ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό δίκτυο. Παραδοσιακά, στις εγχώριες αγορές η οριστικοποίηση των συναλλαγών σε τίτλους γινόταν μέσω του συστήματος ή των συστημάτων της χώρας του χρηματιστηρίου στο οποίο διενεργούνται οι συναλλαγές. Αυτή η στενή σχέση μεταξύ εγχώριου συστήματος και εγχώριου χρηματιστηρίου εξασθενεί προοδευτικά υπό την επίδραση μιας σειράς παραγόντων. Η συμμετοχή στη χρηματιστηριακή αγορά δεν περιορίζεται πλέον στους εγχώριους φορείς. Η διαπραγμάτευσης πολλών τίτλων γίνεται πλέον σε περισσότερα του ενός χρηματιστήρια ή σε άλλες, μη εγχώριες, πλατφόρμες συναλλαγών με μέλη από περισσότερες χώρες, οι οποίες συχνά είναι εγκατεστημένες σε χώρες άλλες από εκείνες των τίτλων που διαπραγματεύονται σε αυτές. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πιθανό ότι το παραδοσιακό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ο τόπος του διακανονισμού προσδιορίζεται από τον τόπο της συναλλαγής δεν είναι πλέον κατάλληλο για όλους τους φορείς της αγοράς. Οι σημερινοί διασυνοριακοί μηχανισμοί εκκαθάρισης και διακανονισμού στην ΕΕ δεν είναι αποτελεσματικοί Σε γενικές γραμμές, οι σημερινοί μηχανισμοί οριστικοποίησης των συναλλαγών στην ΕΕ είναι αποτελεσματικοί σε εθνικό επίπεδο, αλλά αποδεικνύονται υπερβολικά πολύπλοκοι και δαπανηροί για μια ενιαία πανευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Το κατωτέρω διάγραμμα καταδεικνύει την πολλαπλότητα των διαύλων που χρησιμοποιούνται για την πρόσβαση στα συστήματα διακανονισμού σε άλλα κράτη μέλη. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Η πολυπλοκότητα αυτή μπορεί να αποδοθεί στον κατακερματισμό του τομέα, ο βαθμός του οποίου, και συνεπώς το επίπεδο του αντίστοιχου κινδύνου και κόστους, ποικίλλει ανάλογα με το είδος του τίτλου, της συναλλαγής και της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας. Υπάρχουν πολυάριθμα συστήματα, με διαφορετικές προδιαγραφές και χαρακτηριστικά το καθένα. Οι συνθήκες αυτές αυξάνουν την πολυπλοκότητα των τεχνολογιών, των διασυνδέσεων, της τεχνογνωσίας και της εμπειρογνωμοσύνης που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια διασυνοριακών συναλλαγών στην ΕΕ. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του διακανονισμού των συναλλαγών προϋποθέτει την πλήρη κατανόηση και συμμόρφωση με τους ποικίλους κανόνες λειτουργίας των αγορών και των συστημάτων, με τις διαφορετικές απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούν τα μέλη τους και τις διαφορετικές νομοθεσίες που εφαρμόζονται σε καθένα από αυτά. Ο ποσοτικός προσδιορισμός του κόστους των συναλλαγών σε τίτλους στην ΕΕ είναι δυσχερής. Το κόστος αυτό ποικίλλει ανάλογα με τον τίτλο, το είδος της συναλλαγής, τη φύση του αντισυμβαλλομένου, τον όγκο της συναλλαγής, την εφαρμοστέα νομοθεσία και τα συστήματα που χρησιμοποιούνται. Πρόσφατες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι στην ΕΕ το κόστος επεξεργασίας (με πολλά συστήματα) μιας διασυνοριακής συναλλαγής σε τίτλους μετά την πραγματοποίησή της είναι πολλαπλάσιο εκείνου μιας αντίστοιχης συναλλαγής σε εγχώρια αγορά. Το κόστος αυτό συγκρίνεται συχνά με το κόστος επεξεργασίας των συναλλαγών στις ΗΠΑ, το οποίο είναι επίσης χαμηλότερο από το κόστος των διασυνοριακών συναλλαγών στην ΕΕ. Το υψηλότερο κόστος των διασυνοριακών συναλλαγών στην ΕΕ περιλαμβάνει τόσο άμεσα κόστη, όπως τα έξοδα συμμετοχής στα συστήματα και τις προμήθειες επί των συναλλαγών, όσο και άλλα στοιχεία κόστους των οποίων η παρακολούθηση είναι λιγότερο εύκολη. Όλα όμως αυτά τα κόστη μπορούν να αποδοθούν στα εμπόδια που δημιουργεί η κατακερματισμένη υποδομή των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ. Τα εμπόδια αυτά απαριθμούνται στην έκθεση Giovannini. Η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία Τα διάφορα μέσα του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ για τις δραστηριότητες εκκαθάρισης και διακανονισμού δεν συνδυάζονται σε ένα συνολικό μηχανισμό που να καλύπτει όλο το φάσμα των αναγκαίων δραστηριοτήτων και λειτουργιών για την οριστικοποίηση των συναλλαγών. Τα μέσα αυτά δεν επιτρέπουν επίσης να καλυφθούν όλα τα είδη φορέων που ασκούν τις δραστηριότητες αυτές. Στην πραγματικότητα, οι φορείς αυτοί άρχισαν πρόσφατα να απομακρύνονται από τους παραδοσιακούς και σαφώς οριοθετημένους ρόλους τους, με αποτέλεσμα να καθίστανται πλέον δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στις λειτουργίες που επιτελούν οι διάφοροι φορείς. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε με τη σειρά της σε αιτήματα για την υιοθέτησης μιας "λειτουργικής προσέγγισης" στη ρύθμιση των δραστηριοτήτων αυτών, με βάση την οποία το ρυθμιστικό καθεστώς κάθε δραστηριότητας διαμορφώνεται σε συνάρτηση με τους κινδύνους που ενέχει η δραστηριότητα και όχι σε συνάρτηση με το είδος του φορέα που την ασκεί. Έτσι, οι φορείς που παρέχουν τις ίδιες λειτουργίες/υπηρεσίες θα υπόκεινται στα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα ισχύοντα σήμερα κοινοτικά νομοθετικά μέσα είναι τα ακόλουθα: η οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού (ΟΑΔ), οι διατάξεις σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας της οδηγίας για το συντονισμό της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, η οδηγία για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων (ΟΕΙΚ) και, εν μέρει, η οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες (ΟΕΥ). Το παράρτημα 1 περιλαμβάνει πληρέστερη περιγραφή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Κίνδυνοι που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκκαθάρισης και διακανονισμού Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις διάφορες δραστηριότητες επεξεργασίας των συναλλαγών πρέπει να αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης διαχείρισης και ελέγχου. Σε ένα διασυνοριακό πλαίσιο, κρίσιμη σημασία έχει όχι μόνο η τεχνική ικανότητα και οι μηχανισμοί διαχείρισης κινδύνων των ίδιων των συστημάτων, αλλά και οι τεχνικές διασυνδέσεις των συστημάτων και οι μεταξύ τους νομικές σχέσεις [9]. Οι κίνδυνοι πρέπει να εκτιμώνται λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις αλυσιδωτές επιπτώσεις στα άλλα μέλη και στο ίδιο το σύστημα από την υπερημερία ενός συμμετέχοντος, αλλά και το δυνητικό αντίκτυπο μιας δυσλειτουργίας του συστήματος στη σταθερότητα του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η προσοχή των αρμόδιων αρχών πρέπει επομένως να στρέφεται στα προβλήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, στα θέματα ρύθμισης των αγορών και στην προληπτική εποπτεία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού και των μελών τους. Σε ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών επεξεργασίας των συναλλαγών, η πολυπλοκότητα των εποπτικών και λειτουργιών κινδύνων απαιτεί πράγματι μια ιδιαίτερα αυστηρή διαχείριση για να διασφαλιστεί η συνολική ακεραιότητα της υποδομής για την εκκαθάριση και το διακανονισμό και, κατά συνέπεια, του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του. [9] Το παράρτημα 4 των συστάσεων της κοινής ομάδας εργασίας CPSS-IOSCO περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο διακανονισμός των διασυνοριακών συναλλαγών μπορεί να δημιουργήσει ειδικούς κινδύνους: οι κίνδυνοι φύλαξης και οι νομικοί κίνδυνοι αυξάνονται καθώς αυξάνεται ο αριθμός των φορέων και των εφαρμοστέων νομοθεσιών. επίσης, η φύση του κινδύνου που σχετίζεται με μια συγκεκριμένη μεταβίβαση επηρεάζεται όταν ο διακανονισμός δεν γίνεται στο επίπεδο του θεματοφύλακα της έκδοσης ή σε περίπτωση διακανονισμού μεταξύ συστημάτων. IV ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΕ Για να καταστεί δυνατή η δημιουργία στην ΕΕ μιας ενοποιημένης υποδομής επεξεργασίας των συναλλαγών σε τίτλους πρέπει να επιτευχθούν δύο βασικοί στόχοι. Ο πρώτος στόχος είναι η εξάλειψη των εμποδίων στον οριστικό διακανονισμό των διασυνοριακών συναλλαγών, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της διασυνοριακής εκκαθάρισης και διακανονισμού στην ΕΕ. Ο δεύτερος στόχος είναι η κατάργηση των στρεβλώσεων και περιορισμών στις δραστηριότητες επεξεργασίας των συναλλαγών σε τίτλους στην ΕΕ, ώστε να καταστεί δυνατός ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων φορέων που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό. Όλοι οι φορείς που ασκούν παρεμφερείς λειτουργίες πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και υποχρεώσεις και να έχουν τα ίδια δικαιώματα. Οι υποδομές για τη διενέργεια των συναλλαγών και για την επεξεργασία τους δεν πρέπει να περιορίζουν ή να στρεβλώνουν τις δραστηριότητες αυτές, ούτε να επιβάλλουν πρόσθετους περιορισμούς στις διασυνοριακές συναλλαγές (σε σχέση με τις εγχώριες). Οι δύο βασικοί στόχοι που περιγράφονται ανωτέρω αποσκοπούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την αναδιάρθρωση του τομέα της επεξεργασίας των συναλλαγών με βάση τις ανάγκες της αγοράς. Οι στόχοι αυτοί εμπνέονται από ορισμένες θεμελιώδεις αρχές: διεύρυνση των δυνατοτήτων επιλογής των χρηστών, προώθηση του ανταγωνισμού και διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της προστασίας των επενδυτών. V ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΑΥΤΟΙ; Οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν με τις ενέργειες που περιγράφονται κατωτέρω. 1 Εξάλειψη των εμποδίων στον οριστικό διακανονισμό των διασυνοριακών συναλλαγών Η επίτευξη του πρώτου στόχου προϋποθέτει την κατάργηση των εμποδίων που αυξάνουν το κόστος και τους κινδύνους των διασυνοριακών συναλλαγών. Η έκθεση Giovannini διακρίνει ιδίως τα εμπόδια που σχετίζονται με τεχνικές απαιτήσεις ή με πρακτικές της αγοράς, τα εμπόδια που οφείλονται στις αποκλίνουσες φορολογικές διαδικασίες και τα νομικά εμπόδια. Εμπόδια σχετιζόμενα με τεχνικές απαιτήσεις και με πρακτικές της αγοράς Ορισμένα από τα εμπόδια αυτά σχετίζονται μόνο με τεχνικές απαιτήσεις και άλλα με πρακτικές της αγοράς. Τα εμπόδια της τελευταίας ομάδας είναι πιο πολύπλοκα, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις πρόκειται για πρακτικές που προβλέπονται από τη νομοθεσία, σε άλλες για πρακτικές που επιβάλλονται από τα χρηματιστήρια και, σε μερικές περιπτώσεις, για απλές συμβατικές πρακτικές που εφαρμόζονται σε ένα κράτος μέλος. Το παράρτημα II απαριθμεί τις πρακτικές της αγοράς και τα τεχνικά εμπόδια που εντοπίζονται στην έκθεση Giovannini και παρουσιάζει μια σειρά μέτρων που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπιση αυτής της κατηγορίας εμποδίων. Την ευθύνη για τις πτυχές που σχετίζονται με την τεχνολογία και τις διαρθρώσεις των συστημάτων έχει ο ιδιωτικός τομέας: οι φορείς της αγοράς είναι αυτοί που πρέπει να αποφασίσουν ποιος συνδυασμός συστημάτων, τεχνολογιών και/ή διασυνδέσεων καλύπτει καλύτερα τις ανάγκες τους. Πρωτοβουλίες όπως η εφαρμογή επικοινωνιακών προτύπων και η εναρμόνιση μπορούν να βελτιώσουν τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, διευκολύνοντας έτσι τη διασύνδεση και ολοκλήρωσή τους, καθώς και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Η βελτίωση της διαλειτουργικότητας προϋποθέτει μια διαδικασία σε τρία στάδια: - καθορισμός των λειτουργιών που είναι αναγκαίες για τον οριστικό διακανονισμό των συναλλαγών. - θέσπιση κοινών διαδικασιών και μεθόδων για κάθε στάδιο της επεξεργασίας της συναλλαγής (κριτήρια συμμετοχής, περίοδοι διακανονισμού και χρονοδιάγραμμα, διαδικασίες συμψηφισμού και διαχείριση κινδύνων). - εναρμόνιση των ζεύξεων επικοινωνίας και των προτύπων ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Η διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι ήδη δυνατή από τεχνική άποψη, αλλά η πρόοδος προς την κατεύθυνση αυτή στην ΕΕ ήταν περιορισμένη, για διάφορους λόγους. Πρώτον, η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας ενοποίησης αποθάρρυνε τις επενδύσεις για την πραγματοποίηση των αναγκαίων μεταβολών. Δεύτερον, η διατήρηση φορολογικών και νομικών εμποδίων αποτέλεσε, σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, αποτρεπτικό παράγοντα. Ωστόσο, η έλλειψη προόδου μπορεί επίσης να εξηγηθεί από το γεγονός ότι προσκρούει σε ορισμένα συμφέροντα των ιδιοκτητών, των διαχειριστών και των χρηστών των υποδομών. Αυτό οφείλεται, αφενός, στο γεγονός ότι ορισμένοι από τους φορείς αυτούς επωφελούνται κατά κάποιο τρόπο από το σημερινό κατακερματισμό των υποδομών, ενώ αφετέρου οι φορείς που επιβαρύνονται με το κόστος της τεχνικής βελτίωση των υποδομών δεν είναι εκείνοι που θα επωφεληθούν περισσότερο από τη βελτίωση αυτή. Σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, οι αρχές πρέπει να λάβουν μέτρα για να διορθώσουν αυτή τη δυσλειτουργία της αγοράς. Ορισμένα από τα δυνατά μέτρα αναλύονται στο παράρτημα ΙΙ. Οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν για παράδειγμα να καταργήσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η νομοθεσία τους και να απλουστεύσουν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στις εκδόσεις τίτλων και τις εταιρικές πράξεις. Οι εργασίες της ομάδας εργασίας ΕΚΤ/ΕΕΡΑΑΚΑ για την ανάπτυξη κοινών αρχών και προτύπων θα συμβάλει επίσης στη μείωση των αποκλίσεων όσον αφορά τις πρακτικές της αγοράς. Στις απαντήσεις που δόθηκαν στο ερωτηματολόγιο της ομάδας Giovannini, οι περιορισμοί ως προς τον τόπο του διακανονισμού, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την πρόσβαση σε πολλαπλά συστήματα, θεωρούνται το δεύτερο σημαντικότερο εμπόδιο. Η Επιτροπή συμπεριέλαβε στις προτάσεις της σχετικά με την αναθεώρηση της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες [10] μια διάταξη που θα επιτρέπει στους φορείς της αγοράς να επιλέγουν τον τόπο του διακανονισμού. Το δικαίωμα αυτό θα επιτρέπει στους συμμετέχοντες φορείς να επιλέγουν τον τόπο διακανονισμού των συναλλαγών και κατοχής των τίτλων σε συνάρτηση με τις επιχειρηματικές τους ανάγκες. Θα έχουν συνεπώς τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν σε ενιαίο σύστημα τους τίτλους που κατέχουν ή να προσφεύγουν σε συνδυασμό συστημάτων, βασίζοντας την επιλογή τους σε κριτήρια όπως το κόστος, η αποτελεσματικότητα, η πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις, η ποιότητα των υπηρεσιών ή άλλα κριτήρια που θεωρούν σημαντικά για τις ανάγκες τους. Η λύση αυτή θα επέτρεπε να μειωθεί η πολυπλοκότητα των υποδομών και να βελτιωθεί η διαχείριση των ασφαλειών. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να εξασφαλίσει ότι το νομικό πλαίσιο στο οποίο εκτελούνται οι συναλλαγές σε τίτλους ευνοεί τις διασυνοριακές δραστηριότητες. [10] Η αναθεώρηση της ΟΕΥ προβλέπεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2002. Μια νέα διαβούλευση για την πρόταση αυτή άρχισε το Μάρτιο. Αποτελεί ο συνδυασμός των ενεργειών που περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙ την καλύτερη προσέγγιση για την εξάλειψη αυτής της κατηγορίας εμποδίων; Σε ποιες ενέργειες πρέπει να δοθεί προτεραιότητα; Φορολογικά εμπόδια Οι διαφορές στις διαδικασίες είσπραξης και επιστροφής φορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ εθνικών αγορών επηρεάζουν άμεσα τις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Η έκθεση Giovannini επισημαίνει κυρίως δύο φορολογικά εμπόδια που σχετίζονται άμεσα με την εκκαθάριση και το διακανονισμό. Και τα δύο αφορούν την ικανότητα των συμμετεχόντων φορέων να παρέχουν φορολογικές υπηρεσίες ανεξάρτητα από τη χώρα εγκατάστασής τους. Ορισμένες εθνικές αρχές έχουν ήδη καταργήσει τους περιορισμούς στις κατηγορίες φορέων στους οποίους επιτρέπουν να παρέχουν υπηρεσίες στη χώρα τους. Ορισμένα φορολογικά εμπόδια σχετίζονται με γενικότερες και πιο θεμελιώδεις πτυχές της λειτουργίας των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, με κυριότερη την πολυπλοκότητα και την ποικιλία των διαδικασιών που εφαρμόζονται στις παρακρατήσεις στην πηγή και στους φόρους υπεραξίας, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους και την ανάγκη προσφυγής σε υπηρεσίες διαμεσολαβητών που γνωρίζουν την τοπική πραγματικότητα. Η πρόσφατη πρόταση οδηγίας της Επιτροπής για τη φορολογία της αποταμίευσης [11] βασίζεται στην αρχή της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών. Η οδηγία για τη φορολογία της αποταμίευσης θα επιβάλει ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τον προσδιορισμό από τον φορέα πληρωμής της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων και του τόπου διαμονής τους. Είναι πιθανό ότι αυτό θα ελαφρύνει το βάρος των διοικητικών διατυπώσεων για τους ενδιαφερόμενους φορείς. [11] Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τη φορολογία των εισοδημάτων της αποταμίευσης που καταβάλλονται υπό μορφή τόκων. Σε γενικότερο επίπεδο, τα διάφορα είδη συναλλαγών, όπως τα εξασφαλισμένα δάνεια, οι συμφωνίες ανταλλαγής και οι συμφωνίες επαναγοράς, υπόκεινται σε διαφορετική φορολογική μεταχείριση σε κάθε χώρα. Παρά τα τεχνικά εμπόδια που δημιουργούν, αυτές οι αποκλίσεις δεν σχετίζονται στην πραγματικότητα με τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες τα συστήματα αυτά χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή ορισμένων διαδικασιών. Η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει πιο διεξοδικά τα θέματα αυτά ώστε οι τεχνικές διαφορές στις φορολογικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στις αγορές τίτλων να μην περιορίζουν την ικανότητα των φορέων να λαμβάνουν τις βέλτιστες αποφάσεις για τη διενέργεια των συναλλαγών και την πραγματοποίηση των επενδύσεων. Οι εργασίες στον τομέα αυτό έχουν ήδη αρχίσει και, για παράδειγμα, σε ανακοίνωσή της στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [12], η Επιτροπή εντόπισε μια σειρά φορολογικών εμποδίων στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες στην εσωτερική αγορά και πρότεινε ειδικά διορθωτικά μέτρα. Ένα από τα πολλά θέματα που εξετάστηκαν στο έγγραφο αυτό ήταν τα δυνητικά εμπόδια και οι στρεβλώσεις που σχετίζονται με τις συμβάσεις διπλής φορολογίας. [12] Προς μια εσωτερική αγορά χωρίς φορολογικά εμπόδια, 29 Οκτωβρίου 2001 (COM (2001) 582). Νομικά εμπόδια Η νομική βάση των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού, η συμμετοχή στα συστήματα αυτά και η κατοχή και μεταβίβαση τίτλων εντός των συστημάτων πρέπει να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα και διαφάνεια, τόσο στις καθημερινές δραστηριότητές τους όσο και σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή υπερημερίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο επίπεδο της ΕΕ, όπου όλο και συχνότερα οι τίτλοι, οι αντισυμβαλλόμενοι σε μια συναλλαγή, η πλατφόρμα διαπραγμάτευσης και τα συστήματα οριστικού διακανονισμού των συναλλαγών διέπονται από τις νομοθεσίες διαφορετικών χωρών. Τα εμπόδια που εντοπίζονται στην έκθεση Giovannini οφείλονται στην εφαρμογή κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, η οποία καθίσταται αναγκαία λόγω των διαφορετικών νομοθετικών καθεστώτων που διέπουν τις κινητές αξίες, τη μεταβίβασή τους και τις διαδικασίες διμερούς συμψηφισμού. Συγκρούσεις νομοθεσιών Δεν υπάρχει εναρμονισμένο νομοθετικό καθεστώς για τις συναλλαγές σε τίτλους στην ΕΕ. Οι διασυνοριακές δραστηριότητες συνοδεύονται συχνά από αβεβαιότητα για το καθεστώς που εφαρμόζεται σε συναλλαγές, των οποίων η εκκαθάριση και ο διακανονισμός διέπονται από διαφορετικές νομοθεσίες. Η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία αποσκοπεί κυρίως να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου κατά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας στις διασυνοριακές πράξεις. Ο οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού (ΟΑΔ) και η προτεινόμενη οδηγία για τις χρηματοοικονομικές ασφάλειες (ΟΧΑ) περιέχουν διατάξεις που αντιπροσωπεύουν πρόοδο σε σχέση με την αρχή ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία πρέπει να είναι εκείνη της χώρας στην οποία βρίσκεται η κινητή αξία (ή τα δικαιώματα στην κινητή αξία). Κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, η κινητή αξία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εάν βρισκόταν στη χώρα του μητρώου, του λογαριασμού ή του συστήματος στο οποίο έχει καταχωρηθεί σε ηλεκτρονική μορφή [13] . Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως PRIMA ("Place of the Relevant Intermediary Approach" (προσέγγιση με βάση τον τόπο του φορέα που μεσολαβεί στη συναλλαγή)). Ωστόσο, οι κανόνες της ΟΑΔ και της ΟΧΑ εφαρμόζονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις: η ΟΑΔ μόνο σε τίτλους που παρέχονται ως ασφάλεια σε κεντρικές τράπεζες και σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού και η ΟΧΑ μόνο σε τίτλους που παρέχονται ως ασφάλεια. Η αρχή PRIMA αποτελεί επίσης τη βάση του σχεδίου σύμβασης της Χάγης για τους τίτλους που κατέχονται από ενδιάμεσους φορείς, η οποία αναμένεται να θεσπιστεί εντός του 2002. Με τη σύμβαση αυτή, η οποία αφορά τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στα εμπράγματα δικαιώματα επί τίτλων που κατέχονται από ενδιάμεσους φορείς, θα εναρμονισθούν οι νομοθεσίες όλων των χωρών που θα την επικυρώσουν. Η Επιτροπή επιδιώκει τους ίδιους στόχους και εξετάζει αυτή τη στιγμή εάν το σχέδιο σύμβασης συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία. Αυτό θα επιτρέψει την προσαρμογή της νομοθεσίας στις σημερινές πρακτικές της αγοράς στην Ευρώπη, όπου ο τόπος του λογαριασμού στον οποίο είναι καταχωρημένοι οι τίτλοι θεωρείται γενικά ως ο τόπος κατοχής του τίτλου. [13] Άρθρο 9 παράγραφος 2 της ΟΑΔ και άρθρο 10 του σχεδίου ΟΧΑ. Η ποικιλία των νομοθετικών καθεστώτων που διέπουν τις κινητές αξίες και τη μεταβίβασή τους Λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές αποκλίσεις στα νομοθετικά καθεστώτα που διέπουν τις κινητές αξίες στην ΕΕ [14], ορισμένοι παρατηρητές θεώρησαν ότι η ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν επαρκεί και ότι η βέλτιστη λύση είναι η εξασφάλιση ομοιόμορφης νομοθετικής αντιμετώπισης των κινητών αξιών σε όλη την ΕΕ. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία ειδικού νομοθετικού καθεστώτος για τις κινητές αξίες - ενός "ενιαίου κώδικα κινητών αξιών". Ο σχεδιασμός του καθεστώτος αυτού θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ιδίως για τους μετοχικούς τίτλους, δεδομένου ότι θα επηρέαζε πολλές εθνικές διατάξεις εμπράγματου, κληρονομικού και πτωχευτικού δικαίου στα διάφορα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι μια τέτοια λύση δεν είναι δυνατή βραχυπρόθεσμα. [14] Και τον ανοικτό χαρακτήρα των μέσων που μπορούν να εξομοιωθούν με κινητές αξίες. Εκτός από τη σύμβαση της Χάγης, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για την αποτελεσματική επίλυση των συγκρούσεων νομοθεσιών στην ΕΕ; Μπορούν τα μέτρα αυτά από μόνα τους να άρουν τις κυριότερες νομικές αβεβαιότητες όσον αφορά τις συναλλαγές σε τίτλους στην ΕΕ; Εάν όχι, είναι αναγκαίος ή επιθυμητός ένας "κώδικας κινητών αξιών" που θα εξασφαλίσει μια ομοιόμορφη νομοθετική αντιμετώπιση των κινητών αξιών στην ΕΕ; 2 Κατάργηση των στρεβλώσεων και των περιορισμών στην επεξεργασία των συναλλαγών στην ΕΕ Ο δεύτερος αυτός στόχος είναι εξίσου ουσιώδης για τη δημιουργία περιβάλλοντος που ευνοεί την ανάπτυξη διασυνοριακών δραστηριοτήτων επεξεργασίας των συναλλαγών. Οι δραστηριότητές αυτές δεν πρέπει να υπόκεινται σε περιορισμούς, χωρίς όμως να θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα της αγοράς ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό προϋποθέτει την κατάργηση των στρεβλώσεων ή των ανισοτήτων στην αντιμετώπιση όμοιων δραστηριοτήτων. Επίσης, όλες οι αγορές, οι πάροχοι υποδομών και οι φορείς της αγοράς πρέπει να έχουν πρόσβαση σε όλα τα συστήματα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους. Η ενοποίηση των αγορών θα είναι πλήρης μόνο εάν τα δικαιώματα πρόσβασης στα συστήματα δεν υπόκεινται σε περιορισμούς, είναι διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις και, πάνω από όλα, πραγματικά. Η παράλληλη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των μέτρων αυτών. Ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ παρόχων υπηρεσιών εκκαθάρισης και διακανονισμού Οι ισχύουσες ρυθμίσεις στην ΕΕ αντικατοπτρίζουν την παραδοσιακή θεσμική προσέγγιση στη ρυθμιστική λειτουργία και έχουν ως αποτέλεσμα την άνιση μεταχείριση της δραστηριότητας εκκαθάρισης και διακανονισμού. Εκτός από τις διατάξεις της ΟΑΔ, μόνον οι φορείς εκκαθάρισης και διακανονισμού που έχουν άδεια λειτουργίας ως τράπεζες καλύπτονται από τη νομοθεσία της ΕΕ. Η δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού έχει ουσιώδη σημασία για την προώθηση του ανταγωνισμού μεταξύ φορέων που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες σε όλη την Ευρώπη. Ένα από τα θέματα που ανέκυψε στο πλαίσιο της αναθεώρησης της ΟΕΥ είναι η διαφορετική αντιμετώπιση των θεματοφυλάκων που έχουν άδεια λειτουργίας ως τράπεζες και των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων, τα οποία δεν έχουν την άδεια αυτή. Η φύλαξη τίτλων δεν θεωρείται βασική υπηρεσία στην ΟΕΥ και συνεπώς οι επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών (και οι τράπεζες) που έχουν λάβει "διαβατήριο" για την παροχή βασικών υπηρεσιών μπορούν επίσης να παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης σε διασυνοριακή βάση. Οι υπηρεσίες φύλαξης ερμηνεύτηκαν με ευρεία έννοια ως περιλαμβάνουσες το διακανονισμό των συναλλαγών σε τίτλους μεταξύ λογαριασμών στο θεματοφύλακα. Αυτό ισοδυναμεί συνεπώς με τη χορήγηση "διαβατηρίου" στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών να παρέχουν υπηρεσίες διακανονισμού στην ΕΕ. Κανένα αντίστοιχο δικαίωμα δεν υπάρχει για τους θεματοφύλακες που δεν είναι ούτε τράπεζες, ούτε επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών. Ωστόσο, καθώς οι θεματοφύλακες διευρύνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων τους, τα όρια ανάμεσα στις υπηρεσίες που παρέχουν οι θεματοφύλακες και τα συστήματα διακανονισμού είναι όλο και πιο δυσδιάκριτα, με αποτέλεσμα τα μέλη των συστημάτων αυτών να μπορούν να θεωρούνται ανταγωνιστές των ίδιων των συστημάτων για ορισμένες υπηρεσίες, όπως η διαχείριση τίτλων. Οι διαβουλεύσεις για την ΟΕΥ κατέδειξαν αυτή την έλλειψη ισόρροπης ρυθμιστικής αντιμετώπισης και επέτρεψαν τη διατύπωση αιτημάτων για την αποσαφήνιση του νομοθετικού πλαισίου των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης και διακανονισμού [15]. [15] Σε πολλές απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της Ομάδας Giovannini και στις διαβουλεύσεις σχετικά με την ΟΕΥ κρίνεται αναγκαία η θέσπιση κοινών αρχών στην ΕΕ για την αδειοδότηση, την εποπτεία και την κεφαλαιακή επάρκεια των γραφείων συμψηφισμού. Θεωρείται ιδίως ότι οι κοινές αυτές αρχές θα εξασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού για τα γραφεία συμψηφισμού και θα ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους ενεργούς αναζήτησης του πλέον ευνοϊκού ρυθμιστικού καθεστώτος από τους φορείς της αγοράς. Η επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων είναι ένας άλλος τομέας στον οποίο η αντιμετώπιση των τραπεζών/επιχειρήσεων επενδυτικών υπηρεσιών διαφέρει από εκείνη των θεματοφυλάκων και παρόχων υποδομών που δεν είναι τράπεζες. Επί του παρόντος, δύο φορείς που ασκούν την ίδια δραστηριότητα μπορούν να υπόκεινται σε διαφορετικές ρυθμίσεις και συνεπώς να έχουν διαφορετικές υποχρεώσεις και δικαιώματα, είτε σε εθνικό επίπεδο είτε στο επίπεδο της ΕΕ. Η ισότητα των όρων ανταγωνισμού δεν μπορεί συνεπώς να εξασφαλιστεί παρά μόνο εάν οι ίδιες δραστηριότητες τυγχάνουν της ίδιας αντιμετώπισης. Ωστόσο, στο επίπεδο της ΕΕ δεν υπάρχει κοινός ορισμός των δραστηριοτήτων επεξεργασίας των συναλλαγών σε τίτλους μετά την πραγματοποίησή τους που να επιτρέπει τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων ή της κεφαλαιακής κάλυψης των ανοιγμάτων έναντι συγκεκριμένων αντισυμβαλλομένων. Το έγγραφο που συνέταξε το 1996 η Επιτροπή της Βασιλείας σχετικά με την αντιμετώπιση του πολυμερούς συμψηφισμού βάσει της Συμφωνίας προτείνει ορισμένα "ελάχιστα πρότυπα" για τα γραφεία συμψηφισμού. Ωστόσο, η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει ισοδύναμα πρότυπα που να επιτρέπουν μια κοινή προσέγγιση στις ασκούμενες δραστηριότητες και τους κινδύνους που αυτές ενέχουν. Είναι αναγκαίο να αναπτυχθούν στο επίπεδο της ΕΕ κοινοί λειτουργικοί ορισμοί των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης και διακανονισμού για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού; Ποιες δραστηριότητες επεξεργασίας των συναλλαγών πρέπει να καλύπτουν αυτοί οι ορισμοί; Η ΟΑΔ προστατεύει τη μεταβίβαση στο εσωτερικό του συστήματος των τίτλων που παρέχονται ως ασφάλεια, περιλαμβανομένων των τίτλων που μεταβιβάζονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή σε γραφεία συμψηφισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, η εφαρμογή της οδηγίας δεν επέτρεψε την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, δηλαδή την καθιέρωση ομοιόμορφης αντιμετώπισης σε όλη την Ευρώπη της έννοιας του οριστικού χαρακτήρα του διακανονισμού ή του συνόλου των κινδύνων που συνδέονται με τη λειτουργία των συστημάτων ή με τη συμμετοχή σε αυτά. Η Επιτροπή υποχρεούται να υποβάλει έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Μια έρευνα έχει ήδη αρχίσει για το σκοπό αυτό, τα αποτελέσματα της οποίας θα είναι διαθέσιμα το 2003. Δικαιώματα πρόσβασης και επιλογή διαδικασιών εκκαθάρισης και διακανονισμού Η ισχύουσα νομοθεσία Η ΟΕΥ επιτρέπει σήμερα στα εξ αποστάσεως μέλη ρυθμιζόμενων αγορών να έχουν πρόσβαση στα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού των αγορών αυτών. Τα γραφεία συμψηφισμού με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τα συστήματα διακανονισμού μπορούν συνεπώς να δεχθούν και πράγματι δέχονται μέλη που είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Τα κριτήρια για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους αποτελούν για ένα σύστημα το πρώτο επίπεδο διαχείρισης των κινδύνων και συνεπώς οι φορείς που επιθυμούν να γίνουν άμεσα μέλη πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν την τεχνική, χρηματοοικονομική και νομική ικανότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Ωστόσο, τα κριτήρια συμμετοχής στο σύστημα πρέπει να είναι εύλογα, αντικειμενικά και διαφανή και να εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο. Δεν πρέπει να εισάγουν καμία διάκριση, ιδίως όσον αφορά τις προσφερόμενες λειτουργίες, σε συνάρτηση με το είδος ή τον τόπο εγκατάστασης του φορέα που ζητά να γίνει μέλος του συστήματος. Κατευθύνσεις για την αναθεώρηση της ΟΕΥ Οι προτάσεις που διατυπώθηκαν το Μάρτιο του 2002 στο πλαίσιο της διαβούλευσης για την αναθεώρηση της ΟΕΥ σχετικά με την εκκαθάριση και το διακανονισμό παρέχουν τόσο στις αγορές όσο και στις επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών ορισμένα περιθώρια επιλογής όσον αφορά την εκκαθάριση και το διακανονισμό των συναλλαγών τους. Οι φορείς των αγορών θα μπορούν να χρησιμοποιούν μηχανισμούς εκκαθάρισης με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε άλλα κράτη μέλη για τις εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές και θα έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το τόπο του διακανονισμού των συναλλαγών τους, υπό τον όρο ότι θα υπάρχουν οι αναγκαίες διασυνδέσεις με το σύστημα που επιλέγουν. Οι ρυθμιζόμενες αγορές θα μπορούν να προσφεύγουν στις υπηρεσίες κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε άλλο κράτος μέλος για ορισμένες ή για όλες τις συναλλαγές τους, εφόσον λάβουν σχετική έγκριση από την αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία της αγοράς. Οι αδυναμίες των σημερινών προτάσεων Ούτε η ισχύουσα ΟΕΥ ούτε τα σχέδια αναθεώρησής της δεν προβλέπουν την παροχή πραγματικά γενικευμένων δικαιωμάτων πρόσβασης και επιλογής. Περιορίζονται στην άρση ορισμένων από τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι φορείς της αγοράς ως προς τον τόπο του διακανονισμού, χωρίς όμως να προσφέρουν αντίστοιχο δικαίωμα στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων να γίνουν μέλη άλλων συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού. Η νομοθεσία της ΕΕ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξασφάλιση δικαιωμάτων πρόσβασης και επιλογής για όλους τους φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία εκκαθάρισης και διακανονισμού. Θα πρέπει ωστόσο να εξακριβωθεί εάν υπάρχουν επιχειρήματα σχετιζόμενα με την αποτελεσματικότητα και τη διαχείριση των κινδύνων τα οποία συνηγορούν υπέρ της διατήρησης μιας "προεπιλεγμένης διαδρομής" για τη διαβίβαση των συναλλαγών στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί η νομοθεσία της ΕΕ για να εξασφαλιστούν για όλους δικαιώματα πλήρους πρόσβασης και επιλογής σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας διαπραγμάτευσης και διακανονισμού των συναλλαγών; Τα δικαιώματα πρόσβασης και επιλογής θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ενοποίηση και σε αυξημένο ανταγωνισμό μόνο η άσκησή τους είναι πραγματικά δυνατή. Εκτός από τα τεχνικά, λειτουργικά και νομικά θέματα που περιγράφονται ανωτέρω, υπάρχουν επίσης ανησυχίες για τη θέση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες έχουν πράγματι δικαίωμα να αντιταχθούν επικαλούμενες τις δυσμενείς συνέπειες για την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Ελλείψει κοινών προτύπων για την αδειοδότηση και την εποπτεία των συστημάτων, οι εθνικές αρχές ενδέχεται να έχουν ανησυχίες όσον αφορά την προσφυγή σε συστήματα άλλων χωρών για το διακανονισμό συναλλαγών που διενεργούνται στις αγορές τους ή συναλλαγών στις οποίες συμμετέχουν εγχώριοι οργανισμοί ή επενδυτές. Πρέπει συνεπώς να υπάρχουν κοινά και αντικειμενικά κριτήρια που να επιτρέπουν στις ρυθμιστικές αρχές να αξιολογούν τους κινδύνους που ενέχουν τα συστήματα και οι διασυνδέσεις τους, προκειμένου να αποφευχθούν οι αυθαίρετοι περιορισμοί στην πρόσβαση και στις επιλογές των φορέων της αγοράς. Ποιους παράγοντες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη ρύθμιση των αγορών όταν αποφασίζουν εάν θα επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος σε άλλο κράτος μέλος; Ανάπτυξη κοινής ρυθμιστικής προσέγγισης Επί του παρόντος, δεν υπάρχει κοινή προσέγγιση στη ρύθμιση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των συστημάτων διακανονισμού και των θεματοφυλάκων στην ΕΕ. Η προώθηση της διασύνδεσης και της ενοποίησης των συστημάτων απαιτεί την εξέταση, ήδη από τώρα, των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αποκλίσεις μεταξύ εθνικών ρυθμιστικών πρακτικών δεν επιβραδύνουν την ανάπτυξη της αγοράς. Η μέθοδος διασυνοριακής συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ των αρχών που εποπτεύουν ένα σύστημα ή τους συμμετέχοντες σε αυτό καθορίζεται με απευθείας συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών σε περίπτωση συγχώνευσης ή κοινής επιχείρησης. Λαμβανομένης υπόψη της ανάπτυξης των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και διασυνδέσεων, οι ρυθμιστικές αρχές βρίσκονται όλο και περισσότερο αντιμέτωπες με ένα συνεχώς αυξανόμενο φόρτο εργασίας στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εποπτεία των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης/διακανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πλέον επιτακτική η ανάγκη διαφάνειας ως προς το εφαρμοστέο εποπτικό καθεστώς (δηλαδή την αρχή η οποία, μεταξύ εκείνων που παρεμβαίνουν σε μια διασυνοριακή εκκαθάριση και διακανονισμό, είναι αρμόδια για την εποπτεία της σχετικής διασυνοριακής δραστηριότητας). Οι εργασίες που διεξάγονται ήδη στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας ΕΚΤ/ΕΕΡΑΑΚΑ για την ανάπτυξη κοινής προσέγγισης σε ένα ευρύ φάσμα πτυχών αυτών των συστημάτων δεν μπορούν παρά να βελτιώσουν την κατανόηση του σημερινού περιβάλλοντος και να επιτύχουν μια μεγαλύτερη σύγκλιση απόψεων στα θέματα που σχετίζονται με τα διάφορα συστήματα και δραστηριότητες που θεωρούνται ιδιαίτερα ευαίσθητες από τις ρυθμιστικές αρχές. Η ομάδα άρχισε επίσης μια διαβούλευση και θα λάβει υπόψη τις απαντήσεις που θα ληφθούν στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης ευρωπαϊκής προσαρμογής των συστάσεων της CPSS/IOSCO. Δεν είναι ωστόσο βέβαιο ότι ο καθορισμός κοινών τομεακών και/ή ρυθμιστικών προτύπων επαρκεί για τη δημιουργία πλαισίου ισότιμων και σταθερών συνθηκών για τη διασυνοριακή χρήση συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού. Τα πρότυπα αυτά μπορούν να αφήνουν περιθώρια για τη διατήρηση περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και επιλογής. Στην περίπτωση αυτή, το νομοθετικό πλαίσιο στο επίπεδο της ΕΕ θα μπορούσε να συμπληρωθεί με την ενσωμάτωση μιας σειράς κατευθυντήριων αρχών, υπό μορφή οδηγίας-πλαισίου που θα καλύπτει πτυχές όπως η αδειοδότηση, η εποπτεία, οι τεχνικές διαχείρισης κινδύνων, η αντιμετώπιση των υπερημεριών ή η κεφαλαιακή επάρκεια των ενδιαφερόμενων φορέων. Είναι αναγκαία μια νομοθεσία-πλαίσιο που θα διέπει τις λειτουργίες αυτές στο επίπεδο της ΕΕ; Εάν ναι, ποιες ιδιαίτερες πλευρές πρέπει να καλύπτονται από μια τέτοια νομοθεσία; Πολιτική ανταγωνισμού Η κυριότερη ώθηση στην ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού θα προέλθει αρχικά από τα μέτρα για την εξασφάλιση της ανοικτής πρόσβασης στα δίκτυα και της διαλειτουργικότητάς τους. Ωστόσο, είναι επίσης αναγκαία η παράλληλη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού. Τα άρθρα 81, 82 και 86 της συνθήκης (κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ) εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις όλων των τομέων της οικονομίας, περιλαμβανομένων των μηχανισμών εκκαθάρισης και διακανονισμού. Το άρθρο 81 απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που δύνανται να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Με την εξαίρεση ορισμένων "ιδιαίτερα σοβαρών περιορισμών", όπως η επιβολή τιμών πώλησης, η κατανομή της αγοράς και ο περιορισμός της παραγωγής, οι συμφωνίες αυτές είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 81 εάν συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων των οποίων η ισχύς στην αγορά είναι τέτοια ώστε να έχουν αρνητικές επιπτώσεις. Το άρθρο 82 επιβάλλει ιδιαίτερες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που έχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Μια επιχείρηση που λειτουργεί με αποτελεσματικό τρόπο τείνει να ενισχύσει τη θέση της σε βαθμό που μπορεί να της παράσχει σημαντική ισχύ στην αγορά. Η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν είναι αυτή καθ' αυτή επιζήμια για την αγορά, εάν είναι το αποτέλεσμα αποτελεσματικής διαχείρισης της επιχείρησης. Αλλά εάν η επιχείρηση εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της για να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό, δημιουργεί μια κατάσταση που είναι επιζήμια για τον ανταγωνισμό και μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 82 της συνθήκης. Το άρθρο 86 αναθέτει στην Επιτροπή την ευθύνη να ελέγχει ότι τα κράτη μέλη (και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις) συμμορφώνονται με τους κανόνες ανταγωνισμού της Κοινότητας όταν χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε ορισμένες επιχειρήσεις. Οι υπηρεσίες της επιτροπής ανέλαβαν με δική τους πρωτοβουλία να πραγματοποιήσουν μια έρευνα για τον τομέα της εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών σε τίτλους. Η έρευνα αυτή θα καλύψει τους φορείς που δραστηριοποιούνται στην αγορά, και ιδίως τις τράπεζες, τις πλατφόρμες συναλλαγών και τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού. Αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της Κοινότητας εφαρμόζεται ορθά στο σημαντικό αυτό τομέα. Στον τομέα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού, η Επιτροπή έχει ήδη εντοπίσει έναν ορισμένο αριθμό σημείων που δημιουργούν ανησυχίες όσον αφορά την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού: - πρώτον, οι φορείς της αγοράς ανέφεραν ότι ορισμένα συστήματα διακανονισμού ενδέχεται να εφαρμόζουν πρακτικές τιμολόγησης που εισάγουν διακρίσεις και να επιβάλλουν διαφορετικούς όρους σε ισοδύναμες συναλλαγές.. - δεύτερον, η ενδεχόμενη ύπαρξη αποκλειστικών συμφωνιών μεταξύ χρηματιστηριακών αγορών και συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού θα μπορούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό όσον αφορά τις υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού. - τρίτον, ορισμένοι φορείς της αγοράς επεσήμαναν ότι υπάρχει κίνδυνος επιβολής υπερβολικά υψηλών τιμών για τις υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού εάν (i) το σύστημα εκκαθάρισης και/ή διακανονισμού ελέγχεται από μια πλατφόρμα συναλλαγών και (ii) οι συναλλαγές που διενεργούνται στην πλατφόρμα αυτή πρέπει να εκκαθαρίζονται και/ή να διακανονίζονται στο σύστημα αυτό (διάταξη "κάθετου σιλό"). Στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης διαδικασίας έρευνας θα εξεταστεί εάν ορισμένες από αυτές τις ανησυχίες είναι δικαιολογημένες και εάν ναι, κατά πόσο τα ενδεχόμενα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. VI ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει μια σειρά θεμάτων που συνδέονται στενά μεταξύ τους, καθώς και τις εργασίες που διεξάγονται στην Ευρώπη σχετικά με τα θέματα αυτά. Αναλύει τις σημερινές θέσεις της Επιτροπής και ζητά από τους ενδιαφερομένους να διατυπώσουν τις απόψεις τους για τις πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν. Οι παρατηρήσεις πρέπει να υποβληθούν έως τις 31 Aυγουστoς 2002, είτε αυτές αφορούν το σύνολο του παρόντος εγγράφου είτε τα ειδικά θέματα που υπογραμμίζονται στο κείμενο και παρατίθενται συγκεντρωτικά κατωτέρω για λόγους ευκολίας. Οι απόψεις που θα διατυπωθούν στο πλαίσιο της διαβούλευσης θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να εκτιμήσει καλύτερα ποιες ενέργειες θα ήταν σκόπιμες στον τομέα αυτό. Ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που μπορούν να αναληφθούν είναι η θέσπιση νέων νομοθετικών μέτρων για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου των συναλλαγών σε τίτλους ή η υποβολή πρότασης για οδηγία-πλαίσιο που θα καθορίζει τις λειτουργίες των φορέων εκκαθάρισης και διακανονισμού και τους όρους με τους οποίους αυτοί ασκούν τις δραστηριότητές τους. Ταυτόχρονα, μια σειρά άλλων πρωτοβουλιών θα τροφοδοτήσουν επίσης τις συζητήσεις: - η Ομάδα Giovannini θα δημοσιεύσει τη δεύτερη έκθεσή της, στην οποία θα παρουσιάσει τις απόψεις της για τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν στον τομέα αυτό και θα εξετάσει ενδεχόμενα σενάρια για το μέλλον. - η Ομάδα των Τριάντα θα υποβάλει τις συστάσεις της για τη βελτίωση του παγκόσμιου πλαισίου για την εκκαθάριση και το διακανονισμό των συναλλαγών σε τίτλους. - η κοινή ομάδας εργασίας ΕΚΤ/ΕΕΡΑΑΚΑ θα συνεχίσει τις εργασίες της για την εναρμόνιση των μηχανισμών εποπτείας και ελέγχου. Χάρη στις συνεισφορές αυτές και τις απαντήσεις στην παρούσα ανακοίνωση, η Επιτροπή θα συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία που θα της επιτρέψουν να αποφασίσει για τα επόμενα βήματα. Στα τέλη του 2002, η Επιτροπή θα δημοσιεύσει έγγραφο στο οποίο θα αναλύσει τα αποτελέσματα αυτής της επανεξέτασης και της διαδικασίας διαβούλευσης και θα παρουσιάσει τις νέες πρωτοβουλίες τις οποίες προτίθεται να αναλάβει. Ερωτήσεις στις οποίες ζητείται συγκεκριμένη απάντηση Αποτελεί ο συνδυασμός των ενεργειών που περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙ την καλύτερη προσέγγιση για την εξάλειψη αυτής της κατηγορίας εμποδίων; Σε ποιες ενέργειες πρέπει να δοθεί προτεραιότητα; Εκτός από τη σύμβαση της Χάγης, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για την αποτελεσματική επίλυση των συγκρούσεων νομοθεσιών στην ΕΕ; Μπορούν τα μέτρα αυτά από μόνα τους να άρουν τις κυριότερες νομικές αβεβαιότητες όσον αφορά τις συναλλαγές σε τίτλους στην ΕΕ; Εάν όχι, είναι αναγκαίος ή επιθυμητός ένας "κώδικας κινητών αξιών" που θα εξασφαλίσει μια ομοιόμορφη νομοθετική αντιμετώπιση των κινητών αξιών στην ΕΕ; Είναι αναγκαίο να αναπτυχθούν στο επίπεδο της ΕΕ κοινοί λειτουργικοί ορισμοί των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης και διακανονισμού για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού; Ποιες δραστηριότητες επεξεργασίας των συναλλαγών πρέπει να καλύπτουν αυτοί οι ορισμοί; Πρέπει να χρησιμοποιηθεί η νομοθεσία της ΕΕ για να εξασφαλιστούν για όλους δικαιώματα πλήρους πρόσβασης και επιλογής σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας διαπραγμάτευσης και διακανονισμού των συναλλαγών; Ποιους παράγοντες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη ρύθμιση των αγορών όταν αποφασίζουν εάν θα επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος σε άλλο κράτος μέλος; Είναι αναγκαία μια νομοθεσία-πλαίσιο που θα διέπει τις λειτουργίες αυτές στο επίπεδο της ΕΕ; Εάν ναι, ποιες ιδιαίτερες πλευρές πρέπει να καλύπτονται από μια τέτοια νομοθεσία. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I: Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΕ Το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελείται κυρίως από την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού (ΟΑΔ), τις διατάξεις για το συντελεστή φερεγγυότητας της συντονιστικής τραπεζικής οδηγίας, την οδηγία για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων (ΟΙΚ) και, έμμεσα, την οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες (ΟΕΥ). Οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού (98/26/ΕΚ). Η ΟΑΔ έχει ως σκοπό τον περιορισμό του συστημικού κινδύνου που σχετίζεται με τη συμμετοχή στα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού τίτλων, και ιδίως του κινδύνου αφερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος σε παρόμοιο σύστημα. Περιέχει διατάξεις για τον οριστικό και αμετάκλητο χαρακτήρα των εντολών μεταφοράς και του συμψηφισμού των πληρωμών, για τη μη αναδρομικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας, για την πτωχευτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στις απαιτήσεις και υποχρεώσεις σε σύστημα πληρωμών/διακανονισμού τίτλων, για την προστασία, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, των ασφαλειών που έχουν παρασχεθεί στο πλαίσιο της συμμετοχής σε σύστημα, καθώς και για τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη διασυνοριακή παροχή ασφαλειών. Συντονιστική τραπεζική οδηγία/οδηγία για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων (93/6/ΕΟΚ, 98/31/ΕΚ, 98/33/ΕΚ). Δύο πτυχές των οδηγιών αυτών και των μελλοντικών τροποποιήσεων τους αφορούν άμεσα τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού. Πρώτον, οι κανόνες για τα μεγάλα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, συστημάτων διακανονισμού και θεματοφυλάκων και, δεύτερον, οι διατάξεις για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις αυτές. Το άρθρο 2 παράγραφος 9 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ ορίζει ότι τα "ανοίγματα προς ανεγνωρισμένα γραφεία συμψηφισμού και χρηματιστήρια θα λαμβάνουν την ίδια διαβάθμιση όπως αυτή που θα εδίδετο εάν ο συγκεκριμένος αντισυμβαλλόμενος ήταν πιστωτικό ίδρυμα ". Δεν υπάρχει κοινός ορισμός του "αναγνωρισμένου γραφείου συμψηφισμού". Η οδηγία 98/33/ΕΚ παρέχει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών το δικαίωμα (έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006) να απαλλάσσουν τις εκτός κύκλου συμβάσεις από τις απαιτήσεις κάλυψης του κινδύνου αντισυμβαλλομένου εάν οι συμβάσεις αυτές εκκαθαρίζονται από κεντρικό γραφείο συμψηφισμού και εάν όλα τα τρέχοντα και μελλοντικά ανοίγματα καλύπτονται πλήρως από ασφάλειες σε καθημερινή βάση. Δεν είναι σαφές εάν αυτή η τελευταία απαλλαγή αφορά επίσης τα ιδρύματα χωρών άλλων από εκείνη που χορήγησε την άδεια στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Καμία ειδική κεφαλαιακή απαίτηση δεν επιβάλλεται στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ωστόσο, ορισμένοι ευρωπαϊκοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι τράπεζες και επομένως εμπίπτουν στις σχετικές διατάξεις της τραπεζικής νομοθεσίας. Στην Ευρώπη, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν έναν ορισμένο αριθμό διαφορετικών μοντέλων για να εξακριβώσουν εάν διαθέτουν τους αναγκαίους, ως προς τη ρευστότητα και την ποιότητά τους, πόρους για την κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνουν. Άμεσες απαιτήσεις έναντι συστήματος διακανονισμού προκύπτουν μόνο εάν το σύστημα ασκεί επίσης τραπεζική δραστηριότητα. Οι άμεσες αυτές απαιτήσεις θα αντιμετωπίζονται ως απαιτήσεις έναντι οποιασδήποτε άλλης τράπεζας. Όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που εφαρμόζονται στα ίδια τα συστήματα, μόνο τα συστήματα που είναι τράπεζες ή επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τα συστήματα που δεν είναι τράπεζες δεν έχουν ανοίγματα έναντι των μελών τους και συνεπώς δεν υπόκεινται σε πιστωτικό κίνδυνο λόγω των αντισυμβαλλομένων τους. Η οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες (93/22/ΕΟΚ) Η ΟΕΥ παρέχει στις επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών (και στις τράπεζες) που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δικαίωμα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης στις υποδομές εκκαθάρισης και διακανονισμού που είναι διαθέσιμες στα μέλη ρυθμιζόμενων αγορών στην ΕΕ. Η προτεινόμενη οδηγία για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, COM(2001)168 τελικό [για την οποία στις 13 Δεκεμβρίου 2001 επιτεύχθηκε στο Συμβούλιο συμφωνία επί των βασικών κατευθύνσεων], αποσκοπεί να επιλύσει τα κυριότερα προβλήματα που επηρεάζουν τη διασυνοριακή χρήση ασφαλειών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η οδηγία θεσπίζει ένα αποτελεσματικό και απλό κοινοτικό καθεστώς για τις συμφωνίες παροχής ασφάλειας και επιτρέπει στους φορείς της αγοράς να συνάπτουν τις συμφωνίες αυτές με τον ίδιο τρόπο σε όλη την ΕΕ. Στη σημερινή της μορφή, η οδηγία εξασφαλίζει περιορισμένη προστασία των συμφωνιών παροχής ασφάλειας έναντι ορισμένων κανόνων της πτωχευτικής νομοθεσίας. Ενισχύει την ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τη διασυνοριακή παροχή ασφαλειών υπό μορφή άυλων τίτλων, με την επέκταση των αρχών που εφαρμόζονται βάσει της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού για τον προσδιορισμό του τόπου κατοχής των τίτλων. Τέλος, απλουστεύει τις διοικητικές διατυπώσεις για τη σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων εγγυοδοσίας. Η απλούστευση των διοικητικών διατυπώσεων θα αυξήσει επίσης την αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών πράξεων των κεντρικών τραπεζών και των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού τίτλων που καλύπτονται από την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού, η οποία δεν ρυθμίζει τα θέματα αυτά. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II: ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΜΠΟΔΙΑ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>