52001DC0162(03)

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Σχέδιο Δράσης για τη βιοποικιλότητα: Γεωργία /* COM/2001/0162 τελικό */


Ανακοινωση της Επιτροπης προς το Συμβουλιο και το Ευρωπαϊκο Κοινοβουλιο - Σχεδιο δρασης για τη βιοποικιλοτητα γεωργια

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1. Tο συναφές πλαίσιο

1.2. Η έννοια της βιοποικιλότητας

2. ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1. Πηγές πληροφόρησης

2.2. Τα οφέλη της βιοποικιλότητας για τη γεωργία

2.3. Τα οφέλη της γεωργίας για τη βιοποικιλότητα

2.4. Πιέσεις στη βιοποικιλότητα από τις γεωργικές πρακτικές

3. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΓΠ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ

3.1. Tο πλαίσιο

3.2. Προτεραιότητες

3.3. Βασικές αρχές

3.4. Μέσα της κοινοτικής γεωργικής πολιτικής που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα

4. TΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ

4.1. Οριζόντιοι και τομεακοί στόχοι

4.2. Διατήρηση και βιώσιμη χρήση των αγροτικών οικοσυστημάτων (τομεακός στόχος αριθ. 2)

4.2.1. Ο "οριζόντιος" κανονισμός

4.2.2. Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα

4.2.3. Μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε ειδικούς περιβαλλοντικούς περιορισμούς

4.2.4. ´Αλλα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης

4.2.5. Περιβαλλοντικές συνιστώσες των κοινών οργανώσεων αγοράς 20 (βλ. επίσης πίνακα 1)

4.2.6. Οι περιβαλλοντικές συνιστώσες των σχετικών με την αγορά μέσων (Πολιτική για την ποιότητα)

4.2.7. Νομοθεσία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα

4.2.8. Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης και το μέσο SAPARD

4.3. Γενετικοί πόροι (τομεακός στόχος αριθ. 1)

4.3.1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/94 για τη διατήρηση, το χαρακτηρισμό, τη συλλογή και τη χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία

4.3.2. Η νομοθεσία για τους σπόρους

4.3.3. Γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί

4.4. Επιπτώσεις του εμπορίου στη γεωργία (τομεακός στόχος αριθ. 3)

4.5. Επίτευξη των οριζόντιων στόχων της κοινοτικής στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα

4.5.1. Διατήρηση και βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας

4.5.2. Επιμερισμός του οφέλους από τη χρήση της βιοποικιλότητας

4.5.3. ´Ερευνα, εντοπισμός, παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών

4.5.4. Eκπαίδευση, κατάρτιση και ενημέρωση

4.6. Πρόοδος στην παρακολούθηση και αξιολόγηση των προτεραιοτήτων

4.6.1. Ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου γεωργοπεριβαλλοντικών δεικτών

4.6.2. Παρακολούθηση και αξιολόγηση των στόχων για τη βιοποικιλότητα

5. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

5.1. Ολοκληρωμένος προγραμματισμός

5.2. Συνολική κάλυψη

5.3. Συμβατότητα και συνοχή

5.4. Συμπέρασμα - Καθορισμός στόχων και χρονοδιαγράμματος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I -ΚΟΝΔΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΓΤΠΕ ΤΜΗΜΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III - ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜA IV - ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1. Tο συναφές πλαίσιο

1. Tο παρόν έγγραφο προτίθεται να εκπληρώσει την υποχρέωση της Επιτροπής σχετικά με την εκπόνηση ενός προγράμματος δράσης για τη βιοποικιλότητα στη γεωργία. ´Ετσι, πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό αναπόσπαστο μέρος της δέσμης των κοινοτικών μέτρων που στηρίζουν την κοινοτική στρατηγική για την πρόβλεψη, την πρόληψη και την εξάλειψη των αιτίων της ουσιαστικής μείωσης ή απώλειας της βιοποικιλότητας. Πρέπει επίσης να μελετηθεί σε συνδυασμό με άλλες κοινοτικές εξελίξεις που έχουν επίπτωση στη βιοποικιλότητα, όπως οι "Κατευθύνσεις για μία βιώσιμη γεωργία" [1], διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες, ειδικότερα η Σύμβαση για τη βιοποικιλότητα, καθώς και εθνικές στρατηγικές και προγράμματα δράσης των κρατών μελών.

[1] Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο COM(1999)22, ΕΕΕΚ C 173, 19.6.1999, σελ. 2-17.

2. Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι η περιβαλλοντική πτυχή αποτελεί βασική συνιστώσα των νέων κατευθύνσεων της κοινής γεωργικής πολιτικής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Συνθήκης του ´Αμστερνταμ, και αυτό επιβεβαιώθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι: εν προκειμένω το αντικείμενο είναι τόσο η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών προβληματισμών στους κανόνες της ΚΓΠ όσο και η ανάπτυξη γεωργικών πρακτικών για την προστασία του περιβάλλοντος και τη διατήρηση της υπαίθρου.

3. Η Aτζέντα 2000 - και ιδίως οι διατάξεις για την αγροτική ανάπτυξη - παρέχει ένα συναφές πλαίσιο για την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών προβληματισμών στη γεωργική πολιτική, εφόσον η βιοποικιλότηταείναι θεμελιώδης και κυρίαρχη πτυχή αυτής της στρατηγικής ενσωμάτωσης, όπως ανέφερε το Συμβούλιο Γεωργίας. [2]

[2] Στρατηγική του Συμβουλίου για την ενσωμάτωση της προστασίας του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη στην κοινή γεωργική πολιτική που θέσπισε το Συμβούλιο Γεωργίας - ´Εκθεση του Συμβουλίου Γεωργίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι (Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης, AGRI 184 ENV 398, 13078/99)

4. Σημαντικό ρόλο στη στρατηγική, όσον αφορά τους στόχους για τη βιοποικιλότητα, έχουν τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, που αποσκοπούν ιδίως στη στήριξη των γεωργικών πρακτικών για την προστασία του περιβάλλοντος, τη διατήρηση της υπαίθρου και τη διαφύλαξη της αγροτικής κληρονομιάς της Ευρώπης. Τα μέτρα αυτά είναι το μόνο υποχρεωτικό στοιχείο της νέας γενεάς προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης.

1.2. Η έννοια της βιοποικιλότητας

5. Ο ορισμός της βιοποικιλότητας δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στο ζήτημα των γενετικών πόρων ή της διατήρησης των απειλούμενων ειδών. ´Οπως ορίζεται στη Σύμβαση για τη βιοποικιλότητακαι στην Πανευρωπαϊκή στρατηγική για το τοπίο και τη βιοποικιλότητα, η βιοποικιλότητα είναι η ποικιλία των τύπων ζωής και των διεργασιών της. Περιλαμβάνει όλες τις μορφές ζωής, από μονοκύτταρους έως σύνθετους οργανισμούς και διεργασίες, οδούς και κύκλους που συνδέουν τους ζώντες οργανισμούς με πληθυσμούς, οικοσυστήματα και τοπίο.

6. Η βιοποικιλότητα αναγνωρίζεται εν γένει σε τρία επίπεδα:

* Γενετική ποικιλότητα - η ποικιλία γενετικών δομικών στοιχείων που βρίσκονται μεταξύ μεμονωμένων αντιπροσωπευτικών ατόμων ενός είδους

* Ποικιλότητα των ειδών - η ποικιλία ζώντων οργανισμών που βρίσκονται σε συγκεκριμένη θέση' και

* Ποικιλία του οικοσυστήματος - η ποικιλία ειδών και οικολογικών λειτουργιών και διεργασιών, τόσο το είδος όσο και ο αριθμός τους, που εμφανίζονται σε διάφορα φυσικά περιβάλλοντα.

7. Μία ευρεία στρατηγική για τη γεωργία πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα αυτά τα διαφορετικά επίπεδα σε όλα τα κατάλληλα μέσα, που καλύπτουν τους τρεις βασικούς τομείς της βιοποικιλότητας:

* τη γενετική ποικιλία οικόσιτων φυτών και ζώων (γενετικό απόθεμα, φυσική κληρονομιά, τοπίο, κλπ) που εμφανίζεται μετά από πολυετή (συνήθως αιώνες) ισορροπία μεταξύ δραστηριοτήτων του ανθρώπου και φυσικών οικοσυστημάτων και οπωσδήποτε είναι απλούστερη από:

* την "άγρια" βιοποικιλότητα (άγρια πανίδα και χλωρίδα σχετική με καλλιεργήσιμες εκτάσεις)' η ιδιαίτερη προσοχή που δίνεται συνήθως σε απειλούμενα είδη και οικοσυστήματα δεν πρέπει να οδηγεί στην υποτίμηση αυτής της πτυχής (βλ. πλαίσιο 1).

* τα συστήματα υποστήριξης της ζωής (περιλαμβανομένων μικροοργανισμών του εδάφους, επικονιαστών, θηρευτών, όλων των οργανισμών που υποστηρίζουν τη γονιμότητα και παραγωγικότητα των αγροτικών οικοσυστημάτων).

Πλαίσιο 1: Απειλές για τη βιοποικιλότητα

Οι απειλές για τα άγρια είδη της Eυρώπης αυξάνουν διαρκώς. Σχεδόν το ήμισυ των γνωστών ειδών των σπονδυλωτών και πλέον του 1/3 των ειδών πτηνών είναι υπό εξαφάνιση. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει και σημαντικούς οικότοπους όπως οι υγρότοποι. Ταυτόχρονα, ορισμένα είδη διατηρούνται και, ενίοτε, αποκαθιστούν τους πληθυσμούς τους, ιδίως σε σχέση με τη συνέχιση εκτατικών γεωργικών πρακτικών και την εισαγωγή συστημάτων βιολογικής καλλιέργειας.Οι μεγαλύτερες πιέσεις προέρχονται από την αστυφιλία,την ανάπτυξη υποδομής, τη φθορά του υδάτινου περιβάλλοντος (αφαίρεση, ρύπανση και ευτροπισμός), την εντατική γεωργία και την εγκατάλειψη της καλλιέργειας, την ομοιογενοποίηση της φύτευσης δασικών δένδρων, τα κλιματικά και ατμοσφαιρικά φαινόμενα (φαινόμενο του θερμοκηπίου και οξίνιση), την εξασθένιση και διάβρωση του εδάφους. ´Οπως αναφέρεται στη δεύτερη αξιολόγηση για το περιβάλλον της Ευρώπης, οι εναλλαγές στη χρήση της γης, στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, προκάλεσαν σημαντική αλλαγή, φθορά και απώλεια της ποικιλότητας σε φυσικούς και ημιφυσικούς οικότοπους με τη διαταραχή, την υποβάθμιση, τη ρύπανση και την εισαγωγή ειδών.

Επιπλέον, διάφορα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν σαφώς τους δεσμούς μεταξύ των γεωργικών πρακτικών και της βιοποικιλότητας, όπως εξηγείται από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά γεωργικά συστήματα. Καίτοι αμφότερες οι τάσεις της γεωργικής εντατικοποίησης και περιθωριοποίησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων επηρεάζουν διάφορους τομείς στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση, το βασικό ζήτημα ανησυχίας στην Ανατολική Ευρώπη όσον αφορά τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, είναι η επιδείνωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Σημαντικές αλλαγές μπορούν να προκύψουν ως αποτέλεσμα της ενταξιακής προετοιμασίας και να μειώσουν τη σημασία της παραδοσιακής γεωργίας και την ποικιλότητα και ανθεκτικότητα της φυτικής και ζωικής παραγωγής υπέρ μιας εντατικότερης γεωργίας.

8. Η γεωργική βιοποικιλότητα - υποσύνολο της βιοποικιλότητας - είναι ουσιαστική για την ικανοποίηση βασικών αναγκών του ανθρώπου όσον αφορά την επισιτιστική ασφάλεια. Τη διαχείρισή της έχουν αναλάβει ενεργά οι γεωργοί' πολλές συνιστώσες της γεωργικής βιοποικιλότητας δεν θα επιζούσαν χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση' η γνώση και ο πολιτισμός των αυτόχθονων πληθυσμών αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της διαχείρισης της γεωργικής βιοποικιλότητας.

9. Λόγω του βαθμού διαχείρισης της γεωργικής βιοποικιλότητας από τον άνθρωπο, η διατήρησή της σε συστήματα παραγωγής συνδέεται εγγενώς με τη βιώσιμη χρήση. Για το σκοπό αυτό, η βιώσιμη γεωργία έχει την έννοια ότι τα γεωργικά συστήματα πρέπει να παραμένουν μακροπρόθεσμα παραγωγικά από διάφορες απόψεις: βιολογική, οικονομική και κοινωνική, και όχι μόνο σε οικολογικό επίπεδο.

10. Η απειλή για ορισμένα οικοσυστήματα κατόπιν της εγκατάλειψης διάφορων μορφών γεωργίας που στηρίζουν σημαντικούς τύπους βιοποικιλότητας (πχ μη εντατική γεωργία) έχει δείξει ότι η διακοπή ορισμένων γεωργικών πρακτικών αποτελεί απειλή για ημιφυσικά οικοσυστήματα ισοδύναμη με την εντατικοποίηση της παραγωγής. Καίτοι η εναλλακτική διαχείριση μπορεί να αποτελεί ικανοποιητική λύση (βλ. επίσης πλαίσιο 2) όταν η γεωργική πρακτική δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίζει την απαιτούμενη διαχείριση (είτε η γεωργία είναι ιδιαίτερα εντατική ή εξαφανίζεται), στις περισσότερες περιπτώσεις οι γεωργοί παραμένουν ο ορθολογικότεροι διαχειριστές της γης. Αφετέρου, σε ορισμένες περιπτώσεις η εγκατάλειψη της γεωργίας μπορεί να είναι θετική για τη βιοποικιλότητα (ήτοι υγρότοποι).

Πλαίσιο 2: γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, μειονεκτικές περιοχές και βιοποικιλότητα

Στα περισσότερα κράτη μέλη, εφαρμόζονται, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2078/92, γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, επί παραδείγματι, μειώνοντας ή καταργώντας σταδιακά τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και διατηρώντας την αμειψισπορία. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν την εισαγωγή της βιολογικής καλλιέργειας, την εκτατική διαχείριση λειμώνων, την ολοκληρωμένη διαχείριση καλλιεργειών, την προσωρινή παύση καλλιέργειας των παρυφών αγρών και ειδικά μέτρα, που δοκιμάστηκαν μέσω του προγράμματος για τη φύση LIFE και αφορούν συγκεκριμένους οικότοπους. Εφαρμόζονται επίσης μέτρα για τη διαχείριση καλλιεργήσιμων δασικών εκτάσεων, υγρότοπων και φρακτών από δενδρύλια προς όφελος της χλωρίδας και πανίδας: πρέπει επίσης να αναφερθεί η προστασία των απειλούμενων καλλιεργούμενων ποικιλιών και φυλών ζώων.

Η υποχρησιμοποίηση των γεωργικών γαιών και η εγκατάλειψή τους μπορεί να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον. Στις ορεινές και τις άλλες μειονεκτικές περιοχές όπως οι άνυδρες γαίες και οι αρκτικές περιοχές, η διακοπή της γεωργικής δραστηριότητας οδηγεί τάχιστα στη μετατροπή εκτάσεων πλούσιων σε χλωρίδα σε θαμνώδεις περιοχές' αυτό επηρεάζει επίσης τους σπονδυλωτούς και ασπόνδυλους οργανισμούς. Αυτό που διακυβεύεται είναι η διατήρηση σχετικά ανοικτών ημιφυσικών οικότοπων, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση κατάλληλων γεωργικών πρακτικών. ´Ομως, η συνεχής ύπαρξη γεωργίας μπορεί να μην επαρκεί για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας ελλείψει κατάλληλων πρακτικών. Κατά συνέπεια, όταν η διαχειριζόμενη βοσκή αντικαθίσταται από μη ελεγχόμενα ευρείας κλίμακας συστήματα εκτροφής, το ημιφυσικό περιβάλλον μπορεί να επιδεινωθεί. Η στήριξη της ΚΓΠ μπορεί να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στη διατήρηση απειλούμενων γεωργικών συστημάτων, ιδίως μέσω μέτρων για τις μειονεκτικές περιοχές (ΜΠ), όπου η γεωργική δραστηριότητα μπορεί άλλως να εξαφανιστεί.Επιπλέον, τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα αποτελούν βασικό μέρος των προσπαθειών για τη διατήρηση της εξαρτώμενης από τη γεωργία βιοποικιλότητας στην ΕΕ. Συνεπώς, συνιστούν σημαντικό συνεχές και πρακτικό στοιχείο της κοινοτικής προσέγγισης για την προστασία της βιοποικιλότητας. Καίτοι το 20% των γεωργικών γαιών στην ΕΕ καλύπτονται σήμερα από γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, υπερβαίνοντας τον αρχικό στόχο του 15% για το 2000 που αναφέρεται στο 5ο πρόγραμμα περιβαλλοντικής δράσης, πέντε κράτη μέλη καλύπτουν εξ ιδίας πρωτοβουλίας το 86% της δαπάνης. Η ανάληψη προγραμμάτων είναι εν γένει χαμηλή σε περιοχές με έντονα παραγωγική και εντατική γεωργία. Στις συγκεκριμένες περιοχές η βιοποικιλότητα μπορεί βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση. Η χρησιμοποίηση μέσων της ΚΓΠ πρέπει επίσης να θεωρηθεί υπό το πρίσμα της εφαρμογής άλλης κοινοτικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένου του προγράμματος Natura 2000.

2. ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1. Πηγές πληροφόρησης

11. Οι προτεραιότητες στην εκπόνηση ενός προγράμματος δράσης πρέπει να καθοριστούν, κατ´αρχήν, με βάση τη γνώση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ γεωργίας και βιοποικιλότητας και της παρούσας κατάστασης και εξέλιξης της βιοποικιλότητας.

12. Σε κοινοτικό επίπεδο, δύο πρόσφατα δημοσιευθείσες εκθέσεις παρέχουν πρόσθετα στοιχεία για την εξέλιξη και τις απειλές για τη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη, σε σχέση με τις δραστηριότητες του ανθρώπου και τις πρακτικές χρήσης της γης, συγκεκριμένα η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής "Γεωργία, Περιβάλλον, Αγροτική Ανάπτυξη: Πράξεις και Αριθμοί" [3] και η έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση το 1998 [4], που συμπληρώθηκε με την έκθεση "Το περιβάλλον στην Ευρώπη: η δεύτερη εκτίμηση" [5]

[3] Εκπονήθηκε από την Eurostat σε συντονισμό με τη ΓΔ VI και τη ΓΔ ΧΙ.

[4] ´Εκθεση περιβαλλοντικής εκτίμησης αριθ. 2: "Το περιβάλλον στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση στην καμπή του αιώνα", ΕΟΠ, 1999

[5] Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, 1998.

13. Η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2078/92, και προηγουμένως του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 797/85, επέφερε βαθύτερη γνώση των (θετικών και αρνητικών) επιπτώσεων της γεωργίας στη βιοποικιλότητα. Οι εκθέσεις για την αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2078/92, [6] από κοινού με το φυλλάδιο "Γεωργία και περιβάλλον" [7] και την πρόσφατη ανακοίνωση για τις "Κατευθύνσεις για μια βιώσιμη γεωργία", παρέχουν μία σχετικώς ευρεία εικόνα των πιέσεων που ασκούνται στη βιοποικιλότητα.

[6] ´Εγγραφο εργασίας της Επιτροπής (ΓΔ VI) VI/7655/98, 1998. Διατίθεται στην ιστοθέση της Επιτροπής: http://europa.eu.int/comm/dg06/envir/programs/index_fr.htm.

[7] Σημειώσεις εργασίας για την ΚΓΠ, Ειδική έκδοση, Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

14. Το αγροτικό περιβάλλον είναι πρωτίστως ένα ζωτικό περιβάλλον εντός του οποίου η πανίδα, η χλωρίδα, οι οικότοποι και οι γεωργικές δραστηριότητες εξελίσσονται αλληλένδετα. Στη διάρκεια των αιώνων, αναπτύχθηκε μία πραγματική συμβίωση: η διατήρηση κάποιων ειδών και οικοσυστημάτων εξαρτάται από τη συνέχιση ορισμένων γεωργικών δραστηριοτήτων και η γεωργία είναι επίσης η πρώτη που επωφελείται από τη βιοποικιλότητα.

2.2. Τα οφέλη της βιοποικιλότητας για τη γεωργία

15. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα των γεωργικών δραστηριοτήτων: η βιοποικιλότητα, που αποτελεί τον πυρήνα των ποικίλων βιολογικών διεργασιών που χρησιμοποιούνται από τη γεωργία, επιτρέπει στους γεωργούς να παράγουν τρόφιμα και προϊόντα εκτός τροφίμων καθώς και υπηρεσίες. Ακόμα και αν, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η επιδίωξη της αυτάρκειας στην παραγωγή τροφίμων εστιαζόταν σε περιορισμένο αριθμό φυτικών ειδών και ζωικών φυλών, η επισιτιστική ασφάλεια επιτεύχθηκε πρωτίστως μέσω της προσαρμογής και του βελτιωμένου βλαστοπλάσματος, που επέτρεψε την ανάπτυξη, σε επαρκή κλίμακα, γεωργικής παραγωγής κατάλληλης ποιότητας σε ευρέως μεταβαλλόμενα και ορισμένες φορές δυσχερή περιβάλλοντα (πχ η επέκταση εκτάσεων παραγωγής αραβόσιτου). Κατά συνέπεια, η χρησιμοποίηση της βιοποικιλότητας στη γεωργία επιτρέπει τη δημιουργία νέων ποικιλιών και φυλών για την επίτευξη οικονομικών, σχετικών με την υγεία, τεχνικών και οικολογικών στόχων.

16. Η βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας στη γεωργία συμβάλλει στην αλλαγή ορισμένων πρακτικών, με τον περιορισμό της χρήσης εντομοκτόνων μέσω της δράσης ωφέλιμων εντόμων, τη μείωση της άρωσης με την αύξηση της βιολογικής δραστηριότητας του εδάφους και τη διατήρηση των εσοδειών με την αύξηση της λίπανσης.

2.3. Τα οφέλη της γεωργίας για τη βιοποικιλότητα

17. Αντιστρόφως, η εξέλιξη της γεωργικής δραστηριότητας εμπλουτίζει σε ορισμένες περιπτώσεις τη βιοποικιλότητα. Δημιουργεί και διατηρεί ειδικά οικοσυστήματα και οικότοπους, όπως το μωσαϊκό των καλλιεργούμενων αγρών και ορίων αγρών που είναι οροθετημένοι με φράκτες από δενδρύλλια και τάφρους που παρέχουν καταφύγιο και πηγές τροφής για ορισμένα είδη χλωρίδας και πανίδας και μικροπανίδας. Η γεωργία έχει διαμορφώσει ένα ημιφυσικό περιβάλλον όπου συχνά επιβιώνουν ενδημικά και απειλούμενα είδη. Αυτό ισχύει, επί παραδείγματι, για τον πυρροκόρακα (Pyrrhocorax pyrrhocorax), του οποίου η επιβίωση εξαρτάται από τη διατήρηση της παραδοσιακής βοσκής σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, και τον αγριόγαλο (Otis tarda) που διαβιοί στις εκτεταμένες αγραπαυόμενες εκτάσεις καλλιέργειας σιτηρών και λειμώνων στην Ισπανία και την Πορτογαλία, αλλά και για πολυάριθμα είδη φυτών και εντόμων που εξαρτώνται από ημιφυσικούς λειμώνες (και άλλους ημιφυσικούς οικότοπους). Επί παραδείγματι, γύρω στο 70% των απειλούμενων αγγειωδών φυτών στη Σουηδία εξαρτώνται από ένα "ανοικτό" και ποικίλο γεωργικό τοπίο. (βλ. επίσης πλαίσιο 2).

18. ´Ετσι, η μη εντατική γεωργία διατηρεί τόσο τα άγρια όσο και τα οικόσιτα φυτικά και ζωικά είδη, ποικιλίες ή φυλές, καθώς και τα οικοσυστήματα, που κατά καιρούς απειλούνται με εξαφάνιση. Χάρη στην επιλογή και έρευνα οικόσιτων φυτικών και ζωικών ειδών, αναπτύσσει επίσης την εντός των ειδών μεταβλητότητα (πχ επιλογή φυτών προσαρμοσμένων σε ξηρά περιβάλλοντα).

19. Η γεωργία, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση σημαντικού μέρους του κοινοτικού εδάφους, διατηρεί σε ορισμένες περιπτώσεις πολλά ειδικά οικοσυστήματα που, με την εγκατάλειψη των γεωργικών δραστηριοτήτων, θα εξαφανίζονταν. Η εκχέρσωση της χαμηλής βλάστησης και των θάμνων από πρόβατα σε δύσβατες περιοχές, η πρόληψη της διάβρωσης από τη δράση των υδάτων και του ανέμου μέσω της ανάπτυξης της φυτικής κάλυψης, η διατήρηση της ποικιλότητας της χλωρίδας σε ημιφυσικούς λειμώνες χάρη στη βοσκή, η διατήρηση της βιοποικιλότητας στα ορεινά των ´Αλπεων, η διατήρηση των υγρότοπων, κλπ. αποτελούν παραδείγματα των οφελών που παρέχει η γεωργία στη βιοποικιλότητα.

2.4. Πιέσεις στη βιοποικιλότητα από τις γεωργικές πρακτικές

20. ´Ομως, δύο βασικές αλλαγές στις γεωργικές πρακτικές ανέτρεψαν σε ορισμένες καταστάσεις την ισορροπία μεταξύ γεωργίας και βιοποικιλότητας, συγκεκριμένα η εντατικοποίηση της παραγωγής και η υποχρησιμοποίηση της γης (βλ. επίσης πλαίσιο 2). Υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι, τουλάχιστον τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, σημαντικές γεωργικές αλλαγές επηρέασαν δραματικά τη χρήση της γης και τις γεωργικές διαρθρώσεις που οδήγησαν άμεσα ή έμμεσα σε σημαντική πτώση και απώλεια των χαρακτηριστικών της βιοποικιλότητας. Οι ημιφυσικοί λειμώνες έχουν μειωθεί δραματικά στα πεδινά της Νοτιοδυτικής Ευρώπης, όπως και οι υγρότοποι υπό την πίεση της ίδιας γεωργικής εντατικοποίησης (αποστράγγιση και λίπανση).

21. Αναζητώντας τις γενικές αιτίες της επιδείνωσης της βιοποικιλότητας που σχετίζονται με ακατάλληλες γεωργικές πρακτικές, καθίσταται σαφής μία σειρά αληλεξαρτήσεων με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις σε διάφορα επίπεδα όπως τα αναφερόμενα ενδεικτικά παρακάτω:

* γενετική: ο μείωση του αριθμού των χρησιμοποιούμενων ειδών/φυλών/ποικιλιών, συμπεριλαμβανομένης της μονοκαλλιέργειας, αποτελεί απειλή για ένα ανεκτίμητο γενετικό δυναμικό (φυτών και ζώων)'

* "άγρια είδη": η χρησιμοποίηση φυτοφαρμάκων επηρεάζει τους συσσιτώνες και η χρησιμοποίηση εντομοκτόνων τη μικροπανίδα, οι κύκλοι διακόπτονται, οι ισορροπίες μεταβάλλονται από τη μηχανοποίηση και, τη λίπανση (ευνοούνται τα πλέον νιτρόφιλα είδη)'

* οικότοποι και οικοσυστήματα: η εξαφάνιση ή επιδείνωση των υγρότοπων, δασύλλιων και φρακτών από δενδρύλλια έχει άμεση επίπτωση στη μείωση των λιβελούλων, σκολοπακίδων, αηδονιών, ακανθόχοιρων και υδρόφιλων φυτών, για να παραθέσουμε απλώς ορισμένα παραδείγματα.

22. Αφετέρου, η βαθμιαία περιθωριοποίηση και εγκατάλειψη των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ειδικότερα σε ορισμένες περιοχές όπου οι συνθήκες γεωργίας είναι ιδιαίτερα δυσχερείς, οδηγεί σε εξασθένηση των οικοσυστημάτων που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση των εν λόγω γεωργικών δραστηριοτήτων. Η υποχρησιμοποίηση της γης μπορεί να οδηγήσει στην προοδευτική εξαφάνιση της πλούσιας πανίδας εκτεταμένων βοσκότοπων σε μεσαίο υψόμετρο και βοσκότοπων σε αρκτικές περιοχές, στην εκχείλιση περιβαλλόντων και στην εμφάνιση, επί παραδείγματι, ημιξυλωδών ειδών.

23. Επιπλέον, η ρύπανση (που προέρχεται από υπέρμετρη χρήση θρεπτικών ουσιών και γεωργικών χημικών ουσιών) από γεωργικές πηγές έχει θεμελιώδεις έμμεσες επιπτώσεις σε όλα τα ανωτέρω.

24. Οι βασικές γεωργικές πρακτικές που έχουν επίπτωση στη βιοποικιλότητα είναι οι ακόλουθες:

* μη βιώσιμη χρήση λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικών προϊόντων,

* παραδοσιακές πρακτικές που οδηγούν σε μεγαλύτερη μηχανοποίηση,

* εξειδίκευση συστημάτων παραγωγής και εντατικοποίηση ορισμένων πρακτικών (εγκατάλειψη συστημάτων μικτής καλλιέργειας και σιτηρών που αναπτύσσονται σε συστήματα βοσκής),

* μείωση του αριθμού των χρησιμοποιούμενων ειδών και ποικιλιών,

* μετατροπή των φυσικών οικοσυστημάτων λόγω της γεωργίας καθώς και εγκατάλειψη των καλλιεργήσιμων εκτάσεων,

* αναδασμός (μεγαλύτερο μέγεθος των αγροτεμαχίων, εξαφάνιση των παρυφών αγρών: φράκτες από δενδρύλλια, τάφροι, κλπ),

* αποστράγγιση και άρδευση (ιδίως όταν οι διαστάσεις δεν είναι προσαρμοσμένες στις συνθήκες ήτοι υπερεκμετάλλευση υπόγειων υδάτων, ποταμών).

Τα ανωτέρω μπορούν να οδηγήσουν σε:

* υποβάθμιση των επιτόπιων συνθηκών, ιδίως υποβάθμιση και διάβρωση του εδάφους (που επηρεάζουν τη χλωρίδα του εδάφους),

* απλοποίηση και ομογενοποίηση των οικοσυστημάτων,

* ανεξέλεγκτη εξάπλωση ξένων και άγριων ειδών.

3. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΓΠ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ

3.1. Tο πλαίσιο

25. Τα βασικά σημεία που απαιτούνται για την εκπόνηση του προγράμματος δράσης για το γεωργικό τομέα σκιαγραφούνται στην ανακοίνωση της Επιτροπής "Κατευθύνσεις για μία βιώσιμη γεωργία" [8]και επιβεβαιώνονται από τις τελικές αποφάσεις για την Ατζέντα 2000. Οι περιβαλλοντικές συνιστώσες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό το νέο πλαίσιο, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ιδίως όσον αφορά την εισαγωγή γεωργικών πρακτικών για την προστασία του περιβάλλοντος και τη διατήρηση της υπαίθρου.

[8] COM(1999) 22 τελικό της 27ης Ιανουαρίου 1999.

26. Στόχος της Ατζέντας 2000 είναι να ενθαρρύνει μία πραγματικά βιώσιμη γεωργία στο πλαίσιο των κοινωνικοοικονομικών προκλήσεων που δημιουργούν ανταγωνιστικότητα στο συγκεκριμένο τομέα, της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων και των προσδοκιών της κοινωνίας όσον αφορά την ποιότητα του περιβάλλοντος και της υπαίθρου. Η Ατζέντα 2000 - και ιδίως οι διατάξεις για την αγροτική ανάπτυξη - παρέχει τοιουτοτρόπως το πλαίσιο για την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών και ιδίως σχετικών με τη βιοποικιλότητα προβληματισμών στη γεωργική πολιτική. Σύμφωνα με αυτό το επιχειρησιακό πλαίσιο, τα μέτρα και οι κατευθύνσεις που πρέπει να τύχουν προτεραιότητας κατά την εκπόνηση προγραμμάτων δράσης για τη βιοποικιλότητα μπορούν να προσδιοριστούν βάσει της μέχρι σήμερα επιτευχθείσας προόδου.

3.2. Προτεραιότητες

27. Εξασφάλιση της ανάπτυξης των τρεχουσών πρακτικών εντατικής γεωργίας για την επίτευξη ενός εύλογου ή ορθολογικού βαθμού εντατικοποίησης. Αυτό περιλαμβάνει:

* ανάπτυξη ορθών γεωργικών πρακτικών που λαμβάνουν υπόψη τη βιοποικιλότητα (για ολόκληρη τη διαφοροποίηση τύπων παραγωγής και καλλιεργούμενων ποικιλιών από κοινού με όλες τις σχετικές με την αμειψισπορία πτυχές),

* ενθάρρυνση λιγότερο εντατικής χρήσης εισροών (λιπάσματα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα) σε ορισμένες καταστάσεις,

* προαγωγή ενιαίων συστημάτων παραγωγής, όπως η βιολογική καλλιέργεια ή η ολοκληρωμένη διαχείριση της καλλιέργειας, που σε πολλές περιπτώσεις είναι ευνοϊκά για τη βιοποικιλότητα,

* στήριξη εκτατικών μεθόδων παραγωγής, ιδίως στον τομέα της κτηνοτροφίας,

* επίτευξη της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων, ιδίως του ύδατος.

28. Διατήρηση μιας οικονομικά βιώσιμης και κοινωνικά αποδεκτής γεωργικής δραστηριότητας, με στοχοθετημένα και προσαρμοσμένα μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία της βιοποικιλότητας, ιδίως σε περιοχές πλούσιες σε βιοποικιλότητα όπου η συγκεκριμένη δραστηριότητα έχει εξασθενήσει.

29. Χρησιμοποίηση του δυναμικού γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων για τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας:

* η διατήρηση της άγριας πανίδας και χλωρίδας στις πλούσιες σε βιοποικιλότητα περιοχές που αναφέρονται στο σημείο 2,

* η διατήρηση της άγριας πανίδας και χλωρίδας σε εντατικότερα χρησιμοποιούμενες περιοχές στις οποίες μπορεί να υπάρχουν ακόμα σημαντικές αξίες πχ σε ορισμένους πληθυσμούς ζώων ή/και σε χαρακτηριστικά τοπίων μικρής έκτασης,

* η επιτόπια διατήρηση της βιοποικιλότητας οικόσιτων ζώων και φυτών.

30. Εξασφάλιση της ύπαρξης οικολογικής υποδομής σε ολόκληρη την έκταση. Το στοιχείο αυτό είναι βασικό για τις πολιτικές διατήρησης. Πρέπει να ευνοηθούν δύο συμπληρωματικές προσεγγίσεις:

(1) η εφαρμογή του δικτύου Natura 2000 ως ενιαίου οικολογικού δικτύου σε κοινοτικό επίπεδο,

(2) η διατήρηση και ανάπτυξη γραμμικών χαρακτηριστικών [9] σε συνδυασμό με απομονωμένες περιοχές μεταβλητού [10] ή μικρού [11] μεγέθους. Τέτοιες περιοχές έχουν και άλλα πλεονεκτήματα για το περιβάλλον όσον αφορά τη μειωμένη ρύπανση και την προστιθέμενη αξία του τοπίου. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση ορισμένων ανοικτών περιβαλλόντων.

[9] ´Οπως φράκτες από δενδρύλλια, παρυφές αγρών που κλαδεύονται όψιμα ή αφήνονται χωρίς λίπασμα και φυτοφάρμακα, καλυμένες με γρασίδι ζώνες ροής υδάτων, δάση και οδοί

[10] ´Οπως λειμώνες για κοπή σανού και εκτεταμένοι βοσκότοποι, χερσότοποι και παλαιοί δενδρώνες οπωροφόρων δένδρων

[11] ´Οπως μεμονωμένα δένδρα, μικρές υδάτινες ζώνες

31. Στήριξη ειδικών μέτρων σχετικά με τη χρησιμοποίηση γενετικών πόρων, τη διατήρηση ντόπιων, παραδοσιακών φυλών και ποικιλιών της υπαίθρου και την ποικιλότητα ποικιλιών που χρησιμοποιούνται στη γεωργία.

32. Θέσπιση ειδικών μέτρων για την ενθάρρυνση της εμπορίας ντόπιων αβελτίωτων φυλών ζώων και ποικιλιών που είναι φυσικά προσαρμοσμένες στις τοπικές και περιφερειακές συνθήκες. Τα οφέλη σχετίζονται με την ποικιλότητα των γεωργικών συστημάτων και την ανθεκτικότητα σε επιδημίες και ασθένειες.

33. Εφαρμογή μέτρων για την πρόληψη της αφθονίας και της διάδοσης μη αυτόχθονων ειδών που εισάγονται και ευνοούνται από τη γεωργία.

3.3. Βασικές αρχές

34. Η εμπειρία που αποκτήθηκε κυρίως με τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα επιτρέπει τον προσδιορισμό ορισμένων βασικών αρχών για την εκπόνηση ενός προγράμματος δράσης:

* η διατήρηση της βιοποικιλότητας εξαρτάται συχνά άμεσα από τη μέθοδο γεωργικής παραγωγής που τη δημιουργεί, καίτοι εξαρτάται και από τις πραγματικές συνθήκες των αγροτικών οικοσυστημάτων λόγω των επιδράσεων παραγόντων εκτός των γεωργικών πρακτικών (ήτοι επιπτώσεις από άλλους οικονομικούς τομείς, επί παραδείγματι η χρήση ύδατος μολυσμένου από βιομηχανίες που βρίσκονται ανάντη)

* πρέπει να αναληφθεί δράση σε ολόκληρο το έδαφος σύμφωνα με το έργο που ορίζεται στο κεφάλαιο 14 (προώθηση της βιώσιμης γεωργίας και της αγροτικής ανάπτυξης) της Ατζέντας 21 (Επιτροπή των ΗΕ για τη βιώσιμη γεωργία). Συνεπώς οι μέθοδοι και τα μέσα μπορεί να ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή' αυτό απαιτεί μία προσέγγιση που, αφενός, θα υπερβαίνει την αυστηρή λογική των «προστατευόμενων περιοχών» προκειμένου να υπάρχει στενή συνεργασία με όλους τους τοπικούς φορείς και, αφετέρου, θα επιτρέπει στο γεωργικό τομέα να εκπληρώνει την αποστολή του για βιώσιμη εντατικοποίηση της παραγωγής. Πρέπει να εφαρμοστεί η προσέγγιση του οικοσυστήματος που ορίζεται στην απόφαση v/16 της CDB (Σύμβαση για τη βιοποικιλότητα).

* απαιτείται μία αποκεντρωμένη προσέγγιση όπου τα κράτη μέλη θα είναι υπεύθυνα για την επιλογή και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων

* πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε μία συστηματική και ενιαία προσέγγιση βασισμένη σε συμπληρωματικά, αλληλεξαρτώμενα γεωργικά και περιβαλλοντικά κοινοτικά μέσα και συναφή συμπληρωματικά εθνικά μέσα.

35. Η προσέγγιση πρέπει να είναι καλύτερα συντονισμένη απ´ό,τι στο παρελθόν. Ο συντονισμός πρέπει να έχει τους ακόλουθους στόχους:

* Τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της διαφάνειας.

* Παρακολούθηση της υλοποίησης των έργων.

* Ενδιάμεση και τελική αξιολόγηση και συνέχιση της χρηματοδότησης.

* Aποφυγή αλληλεπικάλυψης μεταξύ κοινοτικών πηγών χρηματοδότησης.

3.4. Μέσα της κοινοτικής γεωργικής πολιτικής που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα

36. Η γεωργοπεριβαλλοντική στρατηγική που προτείνεται στην Ατζέντα 2000 αποσκοπεί σε μεγάλο βαθμό στη βελτίωση της βιωσιμότητας των αγροτικών οικοσυστημάτων, κυρίως μέσω των μέτρων αγροτικής ανάπτυξης (συμπεριλαμβανομένου του γεωργοπεριβαλλοντικού συστήματος) και κοινών κανόνων εφαρμοστέων στις άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων της αγοράς. Βασίζεται στην ιδέα ότι οι γεωργοί πρέπει να είναι διατεθειμένοι να τηρούν ένα βασικό σύνολο περιβαλλοντικών κανόνων χωρίς να λαμβάνουν αντίστοιχη ανταμοιβή. ´Οταν παρέχουν αγαθά ή υπηρεσίες που απαιτούν περισσότερα από την απλή τήρηση των συνήθων ορθών γεωργικών πρακτικών [12], μπορούν να λαμβάνουν ενίσχυση υπό μορφή αποζημίωσης για την αντιστάθμιση τουλάχιστον του κόστους και του διαφυγόντος εισοδήματος.

[12] Για τους σκοπούς του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη (άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1750/1999 της Επιτροπής για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999), "η συνήθης ορθή πρακτική αντιστοιχεί στις αρχές που θα εφήρμοζε ένας συνετός γεωργός στην υπό εξέταση περιοχή. Τα κράτη μέλη ορίζουν στα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης αρχές που μπορούν να ελεγχθούν. Σε κάθε περίπτωση, οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν τη συμμόρφωση με τις γενικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις".

37. Το πρόγραμμα δράσης βασίζεται στη βέλτιστη χρήση των ακόλουθων μέσων προς όφελος της βιοποικιλότητας:

* του "οριζόντιου" κανονισμού [13],

[13] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1259/1999 του Συμβουλίου της 17ης Mαϊου 1999 σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής

* των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων αγροτικής ανάπτυξης [14],

[14] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαϊου 1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών

* των άλλων μέτρων αγροτικής ανάπτυξης,

* των περιβαλλοντικών συνιστωσών των κοινών οργανώσεων της αγοράς,

* του κανονισμού για τους γενετικούς πόρους στη γεωργία, [15]

[15] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/94 του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 1994 για τη διατήρηση, το χαρακτηρισμό, τη συλλογή και τη χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία, ΕΕ L 159, 26.8.1994, σελ.. 1.

* των περιβαλλοντικών συνιστωσών σχετικών με την αγορά μέσων (ποιότητα).

38. Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης που προβλέπονται στον κανονισμό για την αγροτική ανάπτυξη πρέπει να αποτελούν το πλαίσιο προτεραιότητας για την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών προβληματισμών σχετικών με τη βιοποικιλότητα, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο των υποστηριζόμενων μέτρων και τη γεωγραφική κάλυψή τους. Τα ολοκληρωμένα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης μπορούν επίσης να συμβάλουν στη συνοχή διάφορων μέτρων και στην αποφυγή αντιτιθέμενων μέτρων στην ίδια περιοχή. Κατά την εκπόνηση σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης, είναι συνεπώς βασικό για τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων όσον αφορά τη βιοποικιλότητα. Ως εκ τούτου, το τελευταίο εδάφιο του σημείου 6.1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1750/1999 [16] αναφέρει την ανάγκη να περιγράφεται [για κάθε μεμονωμένο σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης] "ο βαθμός στον οποίο η στρατηγική λαμβάνει υπόψη της όλες τις σχετικές απαιτήσεις στο πλαίσιο της διεθνούς, κοινοτικής και εθνικής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων όσον αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη, και ιδίως την ποιότητα και τη χρήση των υδάτων, τη διατήρηση της βιοπικοιλότητας, περιλαμβανομένης της διατήρησης των καλλιεργούμενων ποικιλιών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και το παγκόσμιο φαινόμενο του θερμοκηπίου".

[16] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1750/1999 της 23ης Ιουλίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), ΕΕ L 214, 13.8.1999, σελ. 31.

39. Σύνοψη των βασικών μέτρων αγροτικής ανάπτυξης που προτείνει η Ατζένα 2000 - και αυτών της κοινής γεωργικής πολιτικής γενικότερα - που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος της βιοποικιλότητας περιλαμβάνεται στον πίνακα 1.

40. Λεπτομερή στοιχεία των βασικών μέσων και της συνάφειάς τους με την επίτευξη των τομεακών και οριζόντιων στόχων που έχουν προσδιοριστεί από την ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιοποικιλότητα παρέχονται στο ακόλουθο κεφάλαιο.

4. TΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ

4.1. Οριζόντιοι και τομεακοί στόχοι [17]

[17] ´Οπως ορίζονται από τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (COM(98) 42)

41. Η κοινοτική στρατηγική για τη βιοποικιλότητα (COM(98)42) είναι διαρθρωμένη γύρω από τέσσερα βασικά θέματα, που καλούνται και "οριζόντιοι στόχοι" διότι, για την επίτευξή τους, απαιτείται η συνδυασμένη προσπάθεια πολλαπλών τομεακών δραστηριοτήτων. Τα θέματα αυτά είναι:

(1) Διατήρηση και βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας, που είναι διαρθρωμένη σε τρία επιμέρους θέματα: επιτόπια διατήρηση, μη επιτόπια διατήρηση και βιώσιμη χρήση των συνιστωσών της βιοποικιλότητας.

(2) Επιμερισμός του οφέλους από τη χρήση της βιοποικιλότητας.

(3) ´Ερευνα, εντοπισμός, παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών.

(4) Εκπαίδευση, κατάρτιση και ευαισθητοποίηση.

42. Οι τομεακοί στόχοι συνδέονται αφετέρου με κάθε ενιαίο τομέα πολιτικής της στρατηγικής [18]. ´Ομως, ορισμένοι από αυτούς, όπως πχ οι σχετικοί με τους "γενετικούς πόρους" και το "εμπόριο", απαιτούν συνεργασία μεταξύ διάφορων τομέων και κοινοτικών πολιτικών, περιλαμβανομένων των διάφορων προγραμμάτων δράσης για τη βιοποικιλότητα. Αυτό οφείλεται κυρίως στην απαιτούμενη διατομεακή εμπειρία και στην πολιτική λεπτότητα των ζητημάτων.

[18] Οι τομείς πολιτικής που προσδιορίζονται από τη στρατηγική είναι: Διατήρηση των φυσικών πόρων, Γεωργία, Αλιεία, Περιφερειακές πολιτικές και χωροταξικός σχεδιασμός, Δάση, Ενέργεια και μεταφορές, Τουρισμός, Ανάπτυξη και οικονομική συνεργασία.

43. Η στρατηγική (COM(98) 42) απαριθμεί τρεις ομάδες τομεακών στόχων για τη γεωργία. Η πρώτη ομάδα αναφέρεται στους γενετικούς πόρους, η δεύτερη στη διατήρηση και βιώσιμη χρήση των αγροτικών οικοσυστημάτων και η τρίτη στις επιπτώσεις των εμπορικών πολιτικών στη γεωργική παραγωγή και τη χρήση της γης (βλ. πλαίσιο 3).

44. Τα ακόλουθα επιμέρους κεφάλαια αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο τα βασικά συναφή γεωργικά μέσα αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις που θέτει η εφαρμογή των τομεακών στόχων της στρατηγικής. Η επίτευξη των οριζόντιων στόχων εκτιμάται σε ξεχωριστό επιμέρους κεφάλαιο.

4.2. Διατήρηση και βιώσιμη χρήση των αγροτικών οικοσυστημάτων (τομεακός στόχος αριθ. 2)

4.2.1. Ο "οριζόντιος" κανονισμός

45. Το άρθρο 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1259/1999 (ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος) προβλέπει ότι "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα περιβαλλοντικά μέτρα τα οποία κρίνουν κατάλληλα ενόψει της κατάστασης της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης ή παραγωγής και τα οποία αντικατοπτρίζουν τις πιθανές περιβαλλοντικές συνέπειες. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν:

* στήριξη ως ανταμοιβή για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων,

* γενικές υποχρεωτικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις,

* ειδικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις που συνιστούν προϋπόθεση για την καταβολή άμεσων αποζημιώσεων."

46. Τα κράτη μέλη που προτιμούν να εφαρμόζουν το 1/3 αυτών των επιλογών δύνανται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με περιβαλλοντικές διατάξεις, να χορηγούν τους πόρους που προορίζονται για συνοδευτικά μέτρα της ΚΓΠ (γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, πρόωρη συνταξιοδότηση, μειονεκτικές περιοχές και αναδάσωση).

47. Η εφαρμογή της λεγόμενης "συνδυασμένης συμμόρφωσης" από τα κράτη μέλη είναι ένα πιθανό μέσο για την εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ εντατικής γεωργίας και της διατήρησης και βιώσιμης χρήσης των φυσικών πόρων. Οι βελτιώσεις στη βιοποικιλότητα που επιτυγχάνονται για ορισμένες εκμεταλλεύσεις και περιοχές, πρέπει να μην ανατρέπονται από άλλες πρακτικές παραγωγής που επιφέρουν υποβάθμιση στην ίδια περιοχή.

Πλαίσιο 3: Τομεακοί στόχοι για τη γεωργία όπως ορίζονται από την κοινοτική στρατηγική για τη βιοποικιλότητα (COM(1998) 42)

1. Φυτικοί και ζωικοί γενετικοί πόροι. Οι στόχοι είναι:

1.1. Διατύπωση μέτρων, προγραμμάτων και έργων πολιτικής που να προωθούν την εφαρμογή του παγκόσμιου προγράμματος δράσης για τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση των φυτικών γενετικών πόρων για τα τρόφιμα και τη γεωργία.

1.2. Προαγωγή της ανάπτυξης των τεχνολογιών εκτίμησης των επιπέδων ποικιλότητας σε γενετικούς πόρους.

1.3. Ενίσχυση της πολιτικής διατήρησης, επιτοπίως και μη, των γενετικών πόρων με διαπιστωμένη ή πιθανολογούμενη αξία για τα τρόφιμα και τη γεωργία.

1.4. Προαγωγή της ανάπτυξης κατάλληλων γενετικών τραπεζών για την επιτόπια και μη διατήρηση των γενετικών πόρων για τα τρόφιμα και τη γεωργία ώστε αυτές να είναι διαθέσιμες για χρήση.

1.5. Μέριμνα ώστε η νομοθεσία να μην παρεμποδίζει τη διατήρηση των γενετικών πόρων

2. Διατήρηση και βιώσιμη χρήση των αγροτικών οικοσυστημάτων. Οι στόχοι είναι:

2.1. Ενθάρρυνση της οικολογικής λειτουργίας των αγροτικών περιοχών.

2.2. Ενσωμάτωση των στόχων για τη βιοποικιλότητα στα σχετικά μέσα της ΚΓΠ.

2.3. Προαγωγή γεωργικών μεθόδων για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας, συνδέοντας όπου είναι απαραίτητο τις γεωργικές ενισχύσεις με τις περιβαλλοντικές συνθήκες.

2.4. Προαγωγή των προτύπων για τις ορθές γεωργικές πρακτικές με στόχο τη μείωση του κινδύνου ρύπανσης και της περαιτέρω βλάβης της βιοποικιλότητας.

2.5. Μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των παραγωγών σχετικά με το ρυπογόνο δυναμικό συγκεκριμένων γεωργικών ρπακτικών τόσο βραχυ- όσο και μακροπρόθεσμα και προσπάθεια να γίνει κατανοήτο απ´όλους τους παραγωγούς ότι πρέπει να καταστούν προστάτες του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας. Το σημείο αυτό περιλαμβάνει την ανάπτυξη ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

2.6. Προαγωγή και εξασφάλιση της βιωσιμότητας των καλλιεργούμενων ειδών και ποικιλιών, καθώς και των οικόσιτων φυλών ζώων των οποίων επιβάλλεται η γεωργική αξιοποίηση προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση οικοσυστημάτων αγρίων ειδών με προτεραιότητα.

2.7. Προαγωγή και υποστήριξη γεωργικών συστημάτων χαμηλής έντασης ιδίως σε περιοχές υψηλής φυσικής αξίας.

2.8. Περαιτέρω ανάπτυξη των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων κατά τρόπο που να βελτιστοποιούνται τα οφέλη για τη βιοποικιλότητα μέσω:

- της ενίσχυσης των στοχοθετημέτων γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων

- της εκτίμησης της απόδοσής του βάσει ειδικής σειράς δεικτών βιοποικιλότητας

- της κατάλληλης χρησιμοποίησης του σχετικού προϋπολογισμού και πόρων, όπως προβλέπεται στις αποφάσεις της Ατζέντας 2000.

2.9. Αύξηση της γονιμότητας του εδάφους ως βάση της λειτουργικότητας του οικοσυστήματος.

3. Επιπτώσεις του εμπορίου στη γεωργία. Οι στόχοι είναι:

3.1. Προαγωγή γεωργικών πολιτικών και ειδικοτήτων που σχετίζονται με το εμπόριο όσον αφορά τις ανάγκες διατήρησης και βιώσιμης χρήσης της βιοποικιλότητας καθώς και των αρχών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

48. Ειδικότερα, αφορά τους στόχους αριθ. 2.3 και 2.4 (βλ. πλαίσιο 3 σελ. 12)' συμβάλλει επίσης στην επίτευξη των στόχων αριθ. 2.8, 2.5 και 2.2 και, σε μικρότερο βαθμό, των στόχων αριθ. 2.1, 2.6 και 2.7.

4.2.2. Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα

49. Η εφαρμογή γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων από το 1992 αφορά 1 στους 7 γεωργούς και παρέχει περιβαλλοντικές υπηρεσίες σε περίπου 20% [19] του ευρωπαϊκού εδάφους. Παρά την άνιση κατανομή και τα ενίοτε μέτρια αποτελέσματα, έχει αποδειχτεί ότι τα γεωργοπεριβαλλοντικά προγράμματα δημιουργούν ουσιαστικά περιβαλλοντικά οφέλη, ιδίως στη βιοποικιλότητα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα (όπως στο Cornerake στην Ιρλανδία) που πιστοποιούν ότι η δραστική διατήρηση και βελτίωση της βιοποικιλότητας και του τοπίου μπορεί να μην ζημιώνει το εισόδημα της εκμετάλλευσης αλλά, αντίθετα, να παρέχει συγκεκριμένη εικόνα των "κοινών προϊόντων" που μπορεί να προσφέρει η γεωργία.

[19] Υπερβαίνοντας το στόχο του 15% του 5ου περιβαλλοντικού προγράμματος δράσης.

50. Τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα καλύπτουν τρόπους χρήσης των γεωργικών εκτάσεων, που είναι συμβατοί με την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος, του τοπίου και των χαρακτηριστικών του, των φυσικών πόρων, του εδάφους και των γενετικών πόρων. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει ορισμένες επιλογές επωφελείς για τη βιοποικιλότητα, μεταξύ των οποίων ειδικά συστήματα προστασίας της φύσης (πχ το γερμανικό πρόγραμμα Vertragnaturschutz), τη βιολογική καλλιέργεια, τις γεωργικές τεχνικές χαμηλών εισροών, την περιβαλλοντική διατήρηση εγκαταλελειμένων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, την εκτροφή απειλούμενων φυλών ζώων ή την καλλιέργεια τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών. Προβλέπονται ενισχύσεις [20] σε γεωργούς που, σε εθελοντική και συμβατική βάση, αναλαμβάνουν μία περιβαλλοντική υπηρεσία για πενταετή περίοδο. Οι ενισχύσεις (που βασίζονται στο πραγματικό κόστος και στο προκαθορισμένο εισόδημα) χορηγούνται μόνο για τα μέτρα που υπερβαίνουν την εφαρμογή συνήθων ορθών γεωργικών πρακτικών (που συνεπάγονται τουλάχιστον την τήρηση γενικών υποχρεωτικών περιβαλλοντικών απαιτήσεων). Η ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών ή κωδίκων που θα τονίζουν τις ορθές γεωργικές πρακτικές όσον αφορά τη βιοποικιλότητα σε μία δεδομένη περιοχή μπορεί να διερευνηθεί και ενδεχομένως καταστεί βασικό καθήκον για τα κράτη μέλη της ΕΕ.

[20] Μέγιστα ετήσια ποσά επιλέξιμα για κοινοτική ενίσχυση: 600 ευρώ/εκτάριο για ετήσιες καλλιέργειες, 900 ευρώ/εκτάριο για εξειδικευμένες διαρκείς καλλιέργειες και 450 ευρώ/εκτάριο για άλλες χρήσεις της γης.

51. Η εφαρμογή στοχοθετημένων γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων σε ολόκληρο το έδαφος της ΕΕ αποτελεί σήμερα τον πυρήνα της κοινοτικής περιβαλλοντικής στρατηγικής. Τα μέτρα αυτά, καθώς αποτελούν το μοναδικό υποχρεωτικό στοιχείο των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης που εκπονούν τα κράτη μέλη, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην επίτευξη των κοινοτικών στόχων για τη βιοποικιλότητα. Η μετάβαση σε μία μεγαλύτερη επικουρικότητα που παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε κράτος μέλος να αναπτύσσει ένα αποκεντρωμένο σύστημα διαχείρισης επέτρεψε ένα ευέλικτο διοικητικό πλαίσιο και συνάδει με την ανάγκη για μία στοχοθετημένη προσέγγιση. Αυτό μπορεί να επιτρέψει πραγματικά την επεξεργασία κατάλληλων και πλήρως προσαρμοσμένων προγραμμάτων για τις ειδικές κατά τόπο προκλήσεις της βιοποικιλότητας.

52. Τα συγκεκριμένα μέτρα αποσκοπούν στην επίτευξη ιδίως του στόχου αριθ. 2.8 καθώς και των 2.1, 2.2, 2.4, 2.5, 2.7 (βλ. πλαίσιο 3 σελ. 12). Επιπλέον, επιδιώκουν την επίτευξη ορισμένων στόχων που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο "Γενετικοί πόροι", ήτοι 1.1 και 1.3 όσον αφορά την επιτόπια διατήρηση.

4.2.3. Μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε ειδικούς περιβαλλοντικούς περιορισμούς

53. Εκτός από τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, ο κανονισμός για την αγροτική ανάπτυξη παρέχει ορισμένες δυνατότητες δράσης υπέρ της βιοποικιλότητας. Οι εξισωτικές αποζημιώσεις αποτελούν, εν προκειμένω, το σημαντικότερο από τα καθεστώτα στήριξης.

54. Βασικός στόχος των εξισωτικών αποζημιώσεων είναι η αντιστάθμιση για τα φυσικά και διαρθρωτικά μειονεκτήματα που παρουσιάζει η γεωργική γη και τη συνέχιση της βιώσιμης χρήσης της σε ορεινές και άλλες μειονεκτικές περιοχές. Οι εν λόγω αποζημιώσεις [21] είναι το μέσο που προτιμά η Κοινότητα για την πρόληψη της εγκατάλειψης της γεωργικής γης (καίτοι ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί μέσω ενός συνόλου μέτρων που εξαρτώνται από τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης και τις διατάξεις για την κοινή οργάνωση αγοράς). Η συνέχιση της χρήσης της γεωργικής γης σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και ορθές γεωργικές πρακτικές συμβατές με τις ανάγκες διατήρησης της υπαίθρου είναι ουσιαστική για τη διατήρηση του οικονομικού και περιβαλλοντικού δυναμικού της (ιδίως όσον αφορά το τοπίο και τη βιοποικιλότητα).

[21] Οι αποζημιώσεις κυμαίνονται από 25 έως 200 ευρώ ανά εκτάριο.

55. Ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ, πρέπει να δοθεί έμφαση σε ορισμένες νέες πτυχές αυτού του καθεστώτος, συναφείς με τους στόχους της βιοποικιλότητας:

* Η πληρωμή αντισταθμιστικής αποζημίωσης υπόκειται στην τήρηση ορθών γεωργικών πρακτικών.

* Οι ενισχύσεις που, κατά το παρελθόν στηρίζονταν σε ένα σύστημα με βάση τον αριθμό των ζώων, έχουν μεταστραφεί προς ένα σύστημα με βάση την έκταση' το στοιχείο αυτό επιτρέπει την αποτελεσματικότερη στήριξη της γεωργίας χαμηλών εισροών που συνήθως προφυλάσσει μία πλουσιότερη βιοποικιλότητα.

* Στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος δημιουργήθηκε ένα νέο μέσο, με συγκεκριμένο περιβαλλοντικό σκοπό. Εξισωτικές αποζημιώσεις μπορεί επίσης να χορηγούνται σε περιοχές με ειδικές περιβαλλοντικές ανάγκες που καθορίζονται από την κοινοτική νομοθεσία. Τοιουτοτρόπως τα κράτη μέλη μπορούν να συμπεριλάβουν εν προκειμένω την εφαρμογή του Νatura 2000. Το μέγεθος αυτών των κατηγοριών εκτάσεων αυξήθηκε από 4% σε 10% της επιφάνειας του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

56. Μέτρα για τις ΜΠ συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων 2.1, 2.3, 2.4, 2.6, 2.7 και 2.2 (βλ. πλαίσιο 3 σελ.12).

4.2.4. ´Αλλα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης

57. Τα κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιούν κι άλλα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης προς όφελος της βιοποικιλότητας' τα εν λόγω μέτρα συνοψίζονται στον πίνακα 1. Μεταξύ αυτών, αξίζει να αναφερθεί το σύστημα κατάρτισης. Αποσκοπεί ειδικότερα "στην προετοιμασία των γεωργών για τον ποιοτικό αναπροσανατολισμό της παραγωγής, την εφαρμογή μεθόδων παραγωγής που συμβιβάζονται με τη διατήρηση και τη βελτίωση του τοπίου, την προστασία του περιβάλλοντος (...)". Το σύστημα κατάρτισης συμβάλλει ειδικότερα στην επίτευξη του στόχου αριθ. 5.

58. Μεταξύ των μέτρων για τη δασοκομία, πρέπει επίσης να αναφερθούν οι νέες δυνατότητες που προσφέρει το άρθρο 32 του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη: παρέχει στα κράτη μέλη ένα χρηματοδοτικό μέσο για τη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης δασών υψηλής περιβαλλοντικής αξίας και χαμηλής οικονομικής αποδοτικότητας.

4.2.5. Περιβαλλοντικές συνιστώσες των κοινών οργανώσεων αγοράς (βλ. επίσης πίνακα 1)

59. Στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, ο γενικός στόχος είναι η βελτιστοποίηση των γεωργικών εισροών που ξεκίνησε το 1992, με τη μείωση των τιμών, την αποσύνδεση των ενισχύσεων και την εισαγωγή του καθεστώτος της προσωρινής παύσης καλλιέργειας.

60. Ειδικότερα, το περιβάλλον καλύπτεται από μία γενική διάταξη του κανονισμού για τις αροτραίες καλλιέργειες [22]. Το καθεστώς της προσωρινής παύσης καλλιέργειας παρέχει σημαντικό πεδίο για τη στήριξη της βιοποικιλότητας. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Βερολίνο προβλέπει τη διατήρηση του υποχρεωτικού καθεστώτος προσωρινής παύσης καλλιέργειας (βασικό ποσοστό: 10%) για τα έτη εμπορίας 2000/01 έως 2006/07. Η διαχείριση των χέρσων γαιών - που είναι επιλέξιμες για χορήγηση ενισχύσεων - πρέπει να πληρεί πάντα ορισμένους περιβαλλοντικούς όρους. Επιπλέον, οι κανόνες εφαρμογής εισάγουν κάποια ευελιξία στους λεπτομερείς κανόνες για την προσωρινή παύση καλλιέργειας, που επιτρέπει τη συνεκτίμηση ειδικών περιβαλλοντικών καταστάσεων (πχ διαχείριση των ζωνών ροής των υδάτων). Επιπλέον, πρέπει να δοθεί έμφαση στο προφανές όφελος που συνεπάγεται για τη βιοποικιλότητα η εθελοντική προσωρινή παύση καλλιέργειας. Βάσει πενταετών δεσμεύσεων, περίπου 500.000 εκτάρια στην ΕΕ βρίσκονται σε προσωρινή παύση καλλιέργειας στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος.

[22] Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251 του Συμβουλίου της 17ης Μαίου 1999 για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών αναφέρει ότι "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να υπενθυμίσουν στους αιτούντες το γεγονός ότι θα πρέπει να τηρείται η ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με το περιβάλλον".

61. Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βόειου κρέατος [23] προβλέπει την παροχή κινήτρων εκτατικοποίησης που μπορούν να στηρίξουν τους στόχους της βιοποικιλότητας. Οι παραγωγοί πρέπει να ικανοποιούν αυστηρές απαιτήσεις, ιδίως σχετικά με το δείκτη πυκνότητας στην εκμετάλλευση. Αφενός, όσον αφορά τη βασική πριμοδότηση για βοοειδή/αγελάδες, οι ενισχύσεις χορηγούνται μόνο για δείκτη που ανέρχεται σε 2 ΜΜΖ/εκτάριο (της διαθέσιμης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης της εκμετάλλευσης που διατίθεται για τη διατροφή των ζώων της εκμετάλλευσης). Αφετέρου, πριμοδότηση εκτατικοποίησης χορηγείται σε παραγωγούς των οποίων ο δείκτης πυκνότητας δεν υπερβαίνει το 1,4 ΜΜΖ/εκτάριο στη συγκεκριμένη εκμετάλλευση. Προβλέπεται ενίσχυση ύψους 100 ευρώ ανά χορηγούμενη ειδική πριμοδότηση (αρσενικά βοοειδή) και πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας. Για τον υπολογισμό του δείκτη πυκνότητας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του ζωικού κεφαλαίου της εκμετάλλευσης και τουλάχιστον το 50% της διαθέσιμης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης πρέπει να είναι λειμώνας.

[23] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαϊου 1999, ΕΕ L 160, 26.6.1999, σελ.21

62. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η εκτατική διαχείριση των βοσκοτόπων αποδείχθηκε χρήσιμη για τη διατήρηση της ποικιλότητας της χλωρίδας, πανίδας και μικροπανίδας, είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι διατάξεις που ενθαρρύνουν την εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας.

63. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν πρόσθετες ενισχύσεις βάσει αυτής της οργάνωσης αγοράς και της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων [24]. Οι εν λόγω ενισχύσεις, που βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, μπορούν να χορηγούνται κατά κεφαλή ή ανά εκτάριο, και σύμφωνα με όρους που λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις του συγκεκριμένου τύπου παραγωγής στο περιβάλλον και την περιβαλλοντική ευαισθησία της έκτασης. Συνεπώς, είναι απολύτως εφικτό να μελετηθεί η εισαγωγή συμπληρωματικών καθεστώτων σε επίπεδο κράτους μέλους προκειμένου να ενθαρρυνθούν συστήματα παραγωγής των οποίων οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις να είναι ευνοϊκές για τη διατήρηση και τη βελτίωση της βιοποικιλότητας (πχ εκτατική κτηνοτροφία σε ορεινές περιοχές).

[24] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαϊου 1999, ΕΕ L 160, σελ. 48

64. Τα μέτρα αυτά συμβάλλουν συνολικά στην επίτευξη πολλών από τους στόχους που καθορίζονται βάσει της προτεραιότητας "Διατήρηση και βιώσιμη χρήση των αγροτικών οικοσυστημάτων" και, ειδικότερα, των στόχων 2.2, 2.3, 2.5 και 2.7 (βλ. πλαίσιο 3 σελ.12).

Πινακας 1: διαταξεις της κγπ που μπορουν να χρησιμοποιηθούν προς οφελος της βιοποικιλοτητας

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1259/1999 (κοινοί κανόνες για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης)

´Αρθρο 3 Ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος // Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα τα οποία κρίνουν κατάλληλα ενόψει της κατάστασης της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης ή παραγωγής και τα οποία αντικατοπτρίζουν τις πιθανές περιβαλλοντικές συνέπειες των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Αυτό επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνδέουν τη χορήγηση της ενίσχυσης με την τήρηση βασικών περιβαλλοντικών απαιτήσεων σχετικά με τη βιοποικιλότητα. Δυνατότητα επιβολής κυρώσεων για ορισμένες πρακτικές (με δυσμενείς επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα).

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1257/1999 (αγροτική ανάπτυξη): μέτρα στήριξης (οι όροι επιλεξιμότητας αναγράφονται με πλάγια στοιχεία)

Tίτλος II, Κεφάλαιο I Επενδύσεις // Επενδύσεις για υποδομές με οικολογικό ρόλο Τήρηση των ελάχιστων περιβαλλοντικών όρων (αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα)

Tίτλος II, Κεφάλαιο II Νέοι γεωργοί // Τήρηση των ελάχιστων περιβάλλοντικών όρων

Tίτλος II, Κεφάλαιο III Κατάρτιση // Γνώση των οικοσυστημάτων, προγράμματα διαχείρισης της πανίδας και χλωρίδας, κλπ.

Tίτλος II, Κεφάλαιο IV Πρόωρη συνταξιοδότηση // Αναδιάθεση των γεωργικών εκτάσεων με σκοπό την προστασία των οικοσυστημάτων.

Tίτλος II, Κεφάλαιο V Μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς // Διατήρηση των εκτατικών συστημάτων Στήριξη της γεωργίας στις περιοχές που καλύπτει το Natura 2000 Τήρηση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων ιδίως μέσω βιώσιμων γεωργικών συστημάτων Εφαρμογή ορθής γεωργικής πρακτικής συμβατής με τις απαιτήσεις διατήρησης του τοπίου

Tίτλος II, Κεφάλαιο VI Γεωργοπεριβαλλο-ντικά μέτρα // Μείωση των χρησιμοποιούμενων λιπασμάτων (διαχείριση της ισορροπίας όσον αφορά τη χλωρίδα). Μείωση των συνολικών κινδύνων σχετικά με τη χρησιμοποίηση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

Αποκατάσταση ορισμένων ειδών εντόμων, μικρών θηλαστικών, κλπ. Eκτατικοποίηση, διατήρηση των εκτατικών συστημάτων Φυλές ζώων και καλλιεργούμενα είδη της υπαίθρου που απειλούνται Διαχείριση γραμμικών χαρακτηριστικών και χαρακτηριστικών τοπίων μικρής έκτασης: λωρίδες χλοοτάπητα, φράκτες από δενδρύλλια, δασώδεις όχθες ποταμών, ζώνες ροής υδάτων, ακρωτήρια, δασύλλια, μικρά φράγματα, κλπ (περιοχές οικολογικής αποκατάστασης). Διαχείριση της αμειψισπορίας, εισαγωγή ορισμένων καλλιεργειών, προσαρμοσμένες πρακτικές (όψιμο κλάδεμα κλπ). Ολοκληρωμένα συστήματα παραγωγής, βιολογική καλλιέργεια Ενέργειες που υπερβαίνουν την απλή εφαρμογή της συνήθους ορθής γεωργικής πρακτικής.

Tίτλος II, Κεφάλαιο VII Μεταποίηση και εμπορία // Ενθάρρυνση της δημιουργίας αλυσίδων μεταποίησης και εμπορίας βιολογικών τροφίμων όπως τα βιολογικά γεωργικά προϊόντα. Τήρηση των ελάχιστων περιβαλλοντικών όρων

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1257/1999 (αγροτική ανάπτυξη): μέτρα στήριξης (συν.) (οι όροι επιλεξιμότητας αναγράφονται με πλάγια στοιχεία)

Tίτλος II, Κεφάλαιο VIII Δασοκομία // Επενδύσεις για τη βελτίωση της βιολογικής αξίας: βελτίωση των υφιστάμενων δασωδών εκτάσεων, διαφοροποίηση των φυτευόμενων ειδών, κλπ Πολυλειτουργική διαχείριση με σκοπό τη βελτίωση της βιοποικιλότητας: κριτήρια βιώσιμης ανάπτυξης που επηρεάζουν τη συμπληρωματική υλοτομία, την εξυγιαντική υλοτομία, κλπ Αποκατάσταση της περιεκτικότητας του εδάφους σε άλατα Προγράμματα διαχείρισης Παροχή βοήθειας σε δασοκαλλιεργητές σχετικά με κανόνες βιώσιμης διαχείρισης Διατήρηση και βελτίωση της οικολογικής σταθερότητας των δασών Συντήρηση αντιπυρικών ζωνών.

Tίτλος II, Κεφάλαιο IX Ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών // Διατήρηση οικότοπων και οικοσυστημάτων Διαχείριση της υποδομής (ιδίως έργα διαχείρισης των υδάτων) Διατήρηση παραδοσιακών εκτατικών συστημάτων Αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές Εμπορία προϊόντων ποιότητας

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1251/1999 (αροτραίες καλλιέργειες)

´Αρθρο 2 παράγραφος 3 και άρθρο 6 // Υποχρεωτική παύση καλλιέργειας για αιτούντες που εφαρμόζουν κατάλληλη διαχείριση από περιβαλλοντική άποψη. Συμπληρωματικοί κανόνες που επιτρέπουν μη εναλλασσόμενη παύση καλλιέργειας για πενταετή περίοδο, εθελοντική παύση καλλιέργειας, προσωρινή παύση καλλιέργειας σε μικρά αγροτεμάχια, συμπερίληψη γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, κλπ. Συνιστώσες οικολογικού δικτύου (παρυφές αγρών, μικρά αγροτεμάχια, παραποτάμιες ζώνες, κλπ.)

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 (τομέας βόειου κρέατος)

´Αρθρο 12 Δείκτης πυκνότητας // Κίνητρο για τήρηση ανώτατου ορίου 2 ΜΜΖ/εκτάριο διαθέσιμης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης

´Αρθρο 13 Εκτατικοποίηση [25] // Κίνητρο για μείωση του δείκτη πυκνότητας ή διατήρηση των ισχυουσών πρακτικών (ανώτατο όριο: 1.4 ΜΜΖ/εκτάριο) διατήρηση της ισορροπίας όσον αφορά την πανίδα και χλωρίδα (συμπεριλαμβανομένης της μικροπανίδας) που συνδέεται με εκτάσεις καλλιεργούμενες για την παραγωγή ζωοτροφών

[25] Χορηγείται ενίσχυση 100 ευρώ ανά ειδική πριμοδότηση (αρσενικά βοοειδή) ή/και πριμοδότηση θηλαζουσών αγελάδων' ο δείκτης πυκνότητας υπολογίζεται σε σχέση με το σύνολο των βοοειδών και αιγοπροβάτων' ο βοσκότοπος (ήτοι βοσκή ζώων) πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 50% της διαθέσιμης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης.

´Αρθρο 14 Πρόσθετες ενισχύσεις // Οι ενισχύσεις αυτές (κατά κεφαλή ή ανάλογα με την έκταση) μπορούν να λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικά κριτήρια.

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 2200/1996 (οπωροκηπευτικά)

´Αρθρο 15 Επιχειρησιακό ταμείο // Παρέχεται στήριξη σε ομάδες για την εφαρμογή μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της βιολογικής παραγωγής.

4.2.6. Οι περιβαλλοντικές συνιστώσες των σχετικών με την αγορά μέσων (Πολιτική για την ποιότητα)

65. Τα μέσα της πολιτικής για την ποιότητα [26] μπορούν να έχουν έμμεσο ρόλο στη βελτίωση της βιοποικιλότητας, που δεν πρέπει να υποτιμάται. Περιορίζοντας τη χρήση ορισμένων όρων σε περιορισμένο αριθμό προϊόντων που παρασκευάζονται με τοπικούς και παραδοσιακούς πόρους, οι πολιτικές για την ποιότητα συμβάλλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Οι δείκτες ποιότητας προωθούν τη ζήτηση για τα ίδια τα προϊόντα και για τους φυσικούς πόρους που χρησιμοποιούνται για τη μεταποίησή τους. ´Ετσι, η διατήρηση τέτοιων πόρων βελτιώνεται μέσω της αυξημένης χρήσης τους. Ως εκ τούτου, ο σίτος σπέλτα Monteleone (Ιταλία) εγκρίθηκε πρόσφατα ως ΠΓΕ (προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη). Μία παραμελημένη καλλιέργεια, ο σίτος σπέλτα αποκαταστάθηκε ως πηγή υγιεινής, φυσικής διατροφής. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει επίσης να αναφερθούν η βιολογική καλλιέργεια και η εμπορία βιολογικών τροφίμων. Η καθιέρωση ετικέτας ποιότητας του προϊόντος βάσει παραδοσιακών γεωργικών πρακτικών στις μειονεκτικές περιοχές αποτελεί ένα καλό παράδειγμα κοινών προϊόντων που ευνοοούν τόσο τις περιβαλλοντικές αξίες όσο και την απασχόληση, καθώς και την περιφερειακή ελκυστικότητα και βιωσιμότητα των αγροτικών κοινοτήτων, που είναι ουσιαστικής σημασίας για τη συνέχιση των πλεονεκτημάτων της βιοποικιλότητας.

[26] Κατάλογος των πολιτικών σχετικά με την ποιότητα περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ.

66. Οι πολιτικές αυτές συμβάλλουν ιδιαίτερα στα επιτεύγματα των στόχων 6 και 7 βλ. πλαίσιο 3 σελ. 14).

4.2.7. Νομοθεσία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα

67. Δεδομένου ότι η εισαγωγή αγροτικών χημικών εισροών σε οικοσυστήματα μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημίες, οι άδειες εμπορίας και η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιοποικιλότητα. Προκειμένου να προστατεύεται η υγεία των ζώων και η φύση σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Κοινότητα θέσπισε ειδικούς κανόνες για τον έλεγχο της διάθεσης στην αγορά και της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων [27] καθώς και των ενδεχόμενων καταλοίπων τους στα τρόφιμα, στο ύδωρ και το περιβάλλον. Η νομοθεσία διασφαλίζει ότι μόνον τα προϊόντα που πληρούν αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια για τον άνθρωπο και το περιβάλλον [28] μπορούν να χρησιμοποιούνται από γεωργούς που ακολουθούν ορθές φυτοϋγειονομικές πρακτικές σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην άδεια που εκδίδεται για κάθε προϊόν. Η κοινοτική νομοθεσία θεσπίζει αυστηρούς κανόνες για τα κατάλοιπα φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε φυτά, φυτικά και ζωικά προϊόντα και στο ύδωρ, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν αποτελούν κίνδυνο για τους καταναλωτές.

[27] Οδηγία 91/414/EΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1991 σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων ΕΕ L 230, 19/08/1991

[28] Iδίως, η οδηγία 97/57/EΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1997 με την οποία καταρτίζεται το παράρτημα VI της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ΕΕ L 265, 27/09/1997, θέτει κριτήρια για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ειδών που δεν αποτελούν στόχο.

68. ´Ομως, υπάρχει συναίνεση για την ανάγκη υιοθέτησης πρόσθετων κοινοτικών μέσων πολιτικής για μείωση των κινδύνων από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα [29]. Τοιουτοτρόπως, η Επιτροπή πρόκειται να εκδώσει ανακοίνωση με τίτλο "Για μία ορθή χρήση των φυτοπροστατευτικών μεθόδων", που εκπόνησαν από κοινού οι ενδιαφερόμενες Γενικές Διευθύνσεις και που αναλύει, μεταξύ άλλων θεμάτων, τους τρόπους διασφάλισης μιας φιλικότερης προς το περιβάλλον χρήσης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

[29] ´Οπως προτείνει το 2ο Εργαστήριο για ένα πλαίσιο βιώσιμης χρήσης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, 12-14 Μαϊου 1998 (οργανώθηκε από κοινού από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ολλανδικό Υπουργείο Περιβάλλοντος).

69. Η διαθεσιμότητα ορισμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων είναι αναγκαία για πολλές καλλιέργειες ήσσονος σημασίας. Η βιοποικιλότητα στη γεωργία συνδέεται στενά με την ποικιλότητα των καλλιεργειών. Το στοιχείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη για την ανάπτυξη νέων μέτρων για τη μείωση των κινδύνων, διότι ο φυτοπροστατευτικός κλάδος έχει ήδη ανακοινώσει ότι, στο μέλλον, θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του κυρίως σε λιγοστές βασικές καλλιέργειες. Η ανάπτυξη στρατηγικών για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος εξαρτάται από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ. ´Αλλως η μείωση διαθέσιμων φυτοπροστατευτικών προϊόντων για καλλιέργειες ήσσονος σημασίας θέτει εμπόδιο για τη βιοποικιλότητα στη γεωργία.

4.2.8. Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης και το μέσο SAPARD

70. Κατόπιν της κατάρρευσης της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στον τομέα της γεωργίας και της βιοποικιλότητας στις 10 χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που είναι σήμερα υποψήφιες για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση. ´Εχουν ήδη επέλθει αλλαγές στις χρήσεις της γης καθώς και στις αγροτικές διαρθρώσεις: καίτοι η διατήρηση της περιβαλλοντικής σταθερότητας αμφισβητείται από ορισμένες εξελίξεις όπως η εξειδίκευση και η επικέντρωση της φυτικής και ζωικής παραγωγής ή οι σημαντικές αναδασώσεις, υπάρχουν ικανοποιητικές προοπτικές για τη βιοποικιλότητα. Κατ´αρχήν, η προσχώρηση στην ΕΕ απαιτεί την πρόληψη απωλειών οικότοπων και ειδών στις υποψήφιες χώρες, την προετοιμασία των γεωργικών οικονομιών για τον εσωτερικό (ΕΕ) και εξωτερικό ανταγωνισμό, καθώς και την υιοθέτηση του "κοινοτικού κεκτημένου". Η προσέγγιση αυτή ενθαρρύνει μία λογική εντατικοποίηση όσον αφορά τη χρήση των φυσικών πόρων. Δεύτερον, οι 10 υποψήφιες χώρες έχουν εν γένει μία επαρκώς αναπτυγμένη πολιτική διατήρησης και καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για την ανάπτυξη του πλούσιου φυσικού δυναμικού των αγροτικών περιοχών τους ως ένα ισχυρό στοιχείο για τη στήριξη και ενίσχυση των στρατηγικών διαφοροποίησης.

71. Πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στην επιβίωση αυτών των μορφών χρήσης της γης που υποστηρίζουν υψηλές αξίες βιοποικιλότητας. Το στοιχείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της ευκταίας γεωργικής ανάπτυξης και της πιθανής χορήγησης μεταβατικών περιόδων (και της διάρκειας τους) για την ενσωμάτωση των αγορών των υπό προσχώρηση χωρών στην εσωτερική αγορά. Ομοίως, πρέπει να δοθεί προσοχή στην ικανοποιητική συνολική περιβαλλοντική ποιότητα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της ΕΕ - και των εκτάσεων που δεν είναι πλούσιες σε βιοποικιλότητα - πράγμα που θα ενισχύσει επίσης την ποιότητα των υπόγειων υδάτων και υδάτων επιφανείας και, ως εκ τούτου, τη βιοποικιλότητα εξαρτώμενων από υπόγεια ύδατα εκτάσεων, ποταμών, υγρότοπων, της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας. Στο απώτερο μέλλον, η γεωργία της ΕΕ-15 ενδεχομένως χρειαστεί να αντιμετωπίσει μία νέα κατάσταση λόγω της διεύρυνσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της ΕΕ κατά 50%.

72. Το μέσο SAPARD [30] (Ειδικό προενταξιακό πρόγραμμα για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη) διαδραματίζει τοιουτοτρόπως στρατηγικό ρόλο όσον αφορά τη γεωργία και τη βιοποικιλότητα. Με ετήσιο προϋπολογισμό 529 εκατ. ευρώ (σε τιμές 2000), [31] η διαχείρισή του θα πραγματοποιείται με πλήρως αποκεντρωμένο τρόπο, που θα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πιθανών δράσεων. Η προστασία του περιβάλλοντος ελήφθη υπόψη μέσω ειδικών διατάξεων που εξετάζουν τους κοινοτικούς κανόνες, την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη συμμετοχή περιβαλλοντικών εταίρων. Επιπλέον, θα υλοποιηθούν πιλοτικά γεωργοπεριβάλλοντικά σχέδια σε όλα σχεδόν τα προγράμματα SAPARD. Η διαχείριση περιοχών προστασίας της φύσης, η ανάπτυξη και η προαγωγή της βιολογικής καλλιέργειας, η πρόληψη της διάβρωσης και της ρύπανσης και η διατήρηση ορισμένων γεωργικών πρακτικών (ιδίως της εκτατικής βοσκής) σε περιοχές υψηλής φυσικής αξίας αποτελούν μέρος των μέτρων που έχουν ήδη εγγραφεί από τις υποψήφιες χώρες στο εν λόγω γεωργοπεριβαλλοντικό σχέδιο. Δεδομένων των διαθέσιμων προϋπολογισμών, αναμένεται η προοδευτική εισαγωγή του σχεδιασμού και της διαχείρισης γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, όπως αυτά που αναπτύχθηκαν από την αναθεωρημένη ΚΓΠ στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση.

[30] Kανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1268/1999 του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 για τα προενταξιακά μέτρα που αφορούν τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη στις υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης κατά την προενταξιακή περίοδο, ΕE L 161 της 26.6.1999, σελ. 87

[31] Απόφαση της 1999/595/ΕΚ της Επιτροπής της 20ης Ιουλίου 1999 για την ενδεικτική κατανομή της ετήσιας κοινοτικής χρηματοδικής χορήγησης για προενταξιακά μέτρα που αφορούν τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη ΕΕ L226 της 27.8.1999

73. Κατά την προενταξιακή περίοδο, η οικολογική σταθερότητα των υποψηφίων χωρών απαιτεί επαρκή παρακολούθηση. Ακόμα και αν τα γεωργοπεριβαλλοντικά σχέδια στο πλαίσιο της αγροτικής ανάπτυξης στηρίζουν διαρκώς περισσότερο περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές, πολλά θα εξαρτηθούν από τις περαιτέρω εξελίξεις στο χαρακτήρα και το επίπεδο της γεωργικής στήριξης στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης. Η βασική πρόκληση είναι η διασφάλιση της συνέχισης βιώσιμων γεωργικών δραστηριοτήτων που να μπορούν να παρέχουν μία ισόρροπη διαχείριση της υπαίθρου και του τοπίου. Η τήρηση γενικών ή ειδικών υποχρεωτικών περιβαλλοντικών κανόνων αποτελεί επίσης ένα ζήτημα.

4.3. Γενετικοί πόροι (τομεακός στόχος αριθ. 1)

4.3.1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/94 για τη διατήρηση, το χαρακτηρισμό, τη συλλογή και τη χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία

74. Το πρώτο πενταετές πρόγραμμα για την εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 1467/94 που ολοκληρώθηκε το 1999 επικεντρωνόταν βασικά στη μη επιτόπια διατήρηση των γενετικών πόρων και αφορούσε ιδίως το χαρακτηρισμό γενετικών πόρων διαθέσιμων σε συλλογές γενετικών τραπεζών. Η προσέγγιση αυτή αποτελεί ζωτικό στοιχείο κάθε στρατηγικής που αποσκοπεί στη διατήρηση της βιοποικιλότητας επιτρέποντας την προστασία ποικιλιών για την παραγωγή τροφίμων για τις οποίες δεν ενδιαφέρονται οι γεωργοί. Χάρη στην έρευνα και την επιλογή που πραγματοποιούν οι αρμόδιοι για τη διατήρηση του γενετικού υλικού οργανισμοί, έχουν βελτιωθεί τα χαρακτηριστικά των τοπικών ποικιλιών. Αποτελούν όμως ταυτόχρονα τους απαραίτητους όρους για τη διατήρηση των γενετικών πόρων που θα είναι μελλοντικά αναγκαίοι στο πλαίσιο μιας σύγχρονης γεωργίας. Η εμπειρία δείχνει ότι αυτή η προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική για (προβλεπόμενους) χρήστες των αποτελεσμάτων του προγράμματος. Η ενεργή συμμετοχή τους σε διάφορα έργα αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο εν προκειμένω.

75. Το πρώτο πρόγραμμα ασχολήθηκε κυρίως με τους φυτικούς γενετικούς πόρους (17 έργα επί συνόλου 24). Παρ´όλα αυτά, οι κοινοτικοί οργανισμοί αναγνώρισαν το ζωτικό ρόλο που διαδραματίζει ο κανονισμός 1467/94 όσον αφορά τη διατήρηση φυλών εκτρεφόμενων ζώων και καλλιεργούμενων φυτών.

76. Η έκθεση προόδου σχετικά με την εφαρμογή της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [32] αναφέρει επιπλέον ότι "κατόπιν των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ενδιάμεση έκθεση (1997) για το πρώτο πρόγραμμα εργασίας του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να εξασφαλιστούν περαιτέρω τα δημοσιονομικά κονδύλια για την εφαρμογή του κανονισμού 1467/94, εξετάζοντας παράλληλα την εκπόνηση ενός προγράμματος δράσης για τη γεωργία".

[32] ´Εγγραφο εργασίας για υπηρεσιακή χρήση της Επιτροπής SEC(1999) 1290 της 4ης Αυγούστου 1999.

77. Ο κανονισμός αποσκοπεί να συμβάλει σε όλους σχεδόν τους στόχους της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που απαριθμούνται στο κεφάλαιο "Γενετικοί πόροι" και, συνεπώς, πρέπει να εξασφαλιστούν επαρκή χρηματοδοτικά μέσα για την εφαρμογή του.

78. ´Ομως, για να συμβάλει ο κανονισμός 1467/92 αποτελεσματικά στην υλοποίηση των στόχων της κοινοτικής στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα, είναι αναγκαίο ένα μελλοντικό πρόγραμμα να συμβάλει δυναμικά στην επιτόπια διατήρηση και στη διαχείριση "στην εκμετάλλευση" επιτρέποντας τοιουτοτρόπως τη συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων των οικολογικών περιοχών και της διατήρησης και εξέλιξης των ειδών/φυλών που είναι κατάλληλες για τέτοιες περιοχές ή φυσικούς οικότοπους. Αυτό συνεπάγεται επίσης μεγαλύτερη συμμετοχή ΜΚΟ ή γεωργών στη διαδικασία διατήρησης των γενετικών πόρων. [33]

[33] Μία προσέγγιση για τη διατήρηση ή/και βελτίωση της γενετικής ποικιλότητας είναι μέσω της επιτόπιας διατήρησης, ήτοι της διατήρησης ενός είδους στο φυσικό οικότοπό του. Σε αντίθεση με τη μη επιτόπια διατήρηση, η επιτόπια διατήρηση παρέχει τη δυνατότητα σε πληθυσμούς φυτικών ειδών να διατηρούνται στο φυσικό ή γεωργικό οικότοπό τους, επιτρέποντας τη συνεχή ανάπτυξη των εξελικτικών διεργασιών που διαμορφώνουν τη γενετική ποικιλότητα και προσαρμοστικότητα των πληθυσμών των φυτών. Η διατήρηση ή διαχείριση στην εκμετάλλευση - υποσύνολο της επιτόπιας - απαιτεί διατήρηση του αγροτικού οικοσυστήματος και του ανθρώπινου στοιχείου, των πιέσεων επιλογής που επιβάλλει ο γεωργός και, ως εκ τούτου, παρέχει ευκαιρίες για συνεχή προσαρμογή και βελτίωση της καλλιέργειας.

4.3.2. Η νομοθεσία για τους σπόρους

79. Η διατήρηση και η βελτίωση των φυτικών γενετικών πόρων επιτοπίως/στην εκμετάλλευση εξαρτάται επίσης από την ουσιαστική δυνατότητα βιώσιμης χρήσης τους και συνεπώς από μία νομοθεσία που θα επιτρέπει την εμπορία διαφοροποιημένων γενετικών υλικών.

80. Η οδηγία 98/95/ΕΚ της 14.12.1998 δημιούργησε το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για να υπάρχει, μελλοντικά, η δυνατότητα να διατίθενται στο εμπόριο ποικιλίες που προέρχονται από την επιτόπια διατήρηση και δεν περιλαμβάνονται στους επίσημους καταλόγους σπόρων που πληρούν τα κριτήρια DUS. Επίσης, η οδηγία συμβάλλει στην επιτόπια διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση φυτικών γενετικών πόρων, μέσω ανάπτυξης και εμπορίας ντόπιων αβελτίωτων φυλών ζώων και ποικιλιών, που είναι φυσικά προσαρμοσμένες στις τοπικές και περιφερειακές συνθήκες και απειλούνται από τη γενετική διάβρωση.

81. Οι ειδικοί όροι περιλαμβάνουν ιδίως τα ακόλουθα σημεία:

* Οι ντόπιες αβελτίωτες φυλές και ποικιλίες εγκρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των οδηγιών 70/457/ΕΟΚ και 70/458/ΕΟΚ κατά περίπτωση. Η διαδικασία επίσημης αποδοχής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ειδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και τις σχετικές απαιτήσεις. Πρέπει να λαμβάνονται επίσης ιδιαίτερα υπόψη τα αποτελέσματα ανεπίσημων δοκιμών και οι γνώσεις που έχουν αποκτηθεί από την πρακτική πείρα κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας, του πολλαπλασιασμού και της χρήσης, καθώς και οι λεπτομερείς περιγραφές των ποικιλιών και των σχετικών ονομασιών, όπως έχουν κοινοποιηθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος' στην περίπτωση που αυτά επαρκούν, πρέπει να προβλέπεται εξαίρεση από την προβλεπόμενη επίσημη εξέταση. Μετά την αποδοχή της, η συγκεκριμένη ντόπια αβελτίωτη φυλή ή ποικιλία καταγράφεται ως "ποικιλία προς διατήρηση" στον κοινό κατάλογο.

* Πρέπει να καθορίζεται η προέλευση της ντόπιας αβελτίωτης φυλής ή ποικιλίας και οι περιοχές εμπορίας των σπόρων ή του πολλαπλασιαστικού υλικού.

* Οι σπόροι ή το πολλαπλαστικό υλικό ντόπιων αβελτίωτων φυλών ή ποικιλιών, που δύνανται να διατίθενται στο εμπόριο σε δεδομένες περιόδους, υπόκεινται σε κατάλληλους ποσοτικούς περιορισμούς.

82. Ειδικοί όροι μπορούν επίσης να καθοριστούν για την εμπορία μειγμάτων σπόρων ειδών υπό την προϋπόθεση ότι τα συγκεκριμένα είδη περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 της οδηγίας 70/457/ΕΟΚ του Συμβουλίου, εφόσον συνδέονται με ειδικούς φυσικούς και ημιφυσικούς οικότοπους και απειλούνται από γενετική διάβρωση.

83. Δεν έχει ακόμα θεσπιστεί ο απαραίτητος κανονισμός για την εφαρμογή αυτής της νέας δυνατότητας.

4.3.3. Γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί

84. Η βασική νομοθεσία της ΕΕ για την περιβαλλοντική ασφάλεια της ελευθέρωσης ΓΤΟ στο περιβάλλον είναι η "οδηγία για την σκόπιμη ελευθέρωση" [34], ενώ η "οδηγία για την περιορισμένη χρήση [35] αφορά την σκόπιμη ή τυχαία ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον. Οι πράξεις αυτές αποτελούν τη νομοθεσία πλαίσιο για τους ΓΤΟ σε σχέση με την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος. Συμπληρώνονται, από την πλευρά της ασφάλειας των τροφίμων, από τον κανονισμό σχετικά με τα νέα τρόφιμα. [36] Η νομοθεσία πλαίσιο πρέπει να αναθεωρηθεί και να τροποποιηθεί κατόπιν της έγκρισης του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για την βιοπασφάλεια.

[34] Οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 1990 για την σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ L 117, 8/5/1990)

[35] Οδηγία 90/219/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 1990 για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (ΕΕ L 117, 8/5/1990)

[36] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 1997 σχετικά με τα νέα τρόφιμα και τα νέα συστατικά τροφίμων (ΕΕ L 43, 14/2/1997)

85. Η χρήση στη γεωργία γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών ("ΓΤΟ") είναι ένα εξαιρετικά λεπτό κα ευαίσθητο, από πολιτική άποψη, ζήτημα. Η ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίσει ποικίλες προκλήσεις που προκύπτουν από τη δημόσια συζήτηση και τα αντιτιθέμενα συμφέροντα πολλαπλών φορέων. ´Οσον αφορά τη συζήτηση για το περιβάλλον, και ιδίως για τη βιοποικιλότητα, τα βασικά ζητήματα είναι τα ακόλουθα:

* Επωφελής χρήση σύγχρονων επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή γνώση, με σκοπό τη μείωση των δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων της γεωργίας,

* χρήση σύγχρονων μοριακών και γενετικών τεχνικών για την αναγνώριση και το χαρακτηρισμό γονιδίων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη γεωργία, σε καλλιεργούμενα ή άγρια είδη και σε παθογόνους οργανισμούς, και αξιοποίηση αυτής της γνώσης,

* περιβαλλοντική ασφάλεια των ΓΤ καλλιεργειών' επιπτώσεις στα οικοσυστήματα,

* πιθανότητα και συνέπειες της απρομελέτητης μεταφοράς γονιδίων μεταξύ καλλιεργούμενων και άγριων ειδών,

* "διαγονιδιακά" χαρακτηριστικά των ΓΤ καλλιεργειών, συνέπειες για τη χρήση φυτοφαρμάκων,

* επιπτώσεις στη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας,

* εκτίμηση των επιπτώσεων (κέντρα προέλευσης, περιοχές με εκτιμώμενη βιοποικιλότητα).

4.4. Επιπτώσεις του εμπορίου στη γεωργία (τομεακός στόχος αριθ. 3)

86. Η προοδευτική ελευθέρωση των γεωργικών αγορών εκθέτει την κοινοτική γεωργία σε ένα υψηλότερο επίπεδο ανταγωνιστικής πίεσης. Το στοιχείο αυτό θα ευνοήσει τη γεωργική παραγωγή στα καλύτερα εδάφη ενώ οι γεωργοί σε περιθωριακές περιοχές θα υποφέρουν από την αυξανόμενη συμπίεση τιμής-κόστους. Οι προκύπτουσες προσαρμογές της γεωργικής διάρθρωσης θα οδηγήσουν σε περιθωριοποίηση ή ακόμα και σε εγκατάλειψη της χρήσης γεωργικών γαιών με αρνητικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και σε τοπία υψηλής φυσικής αξίας.

87. Υπάρχουν λιγοστά αποδεικτικά στοιχεία ότι η ελευθέρωση της αγροτικής πολιτικής θα οδηγήσει, καθαυτή, σε βελτιώσεις της διατήρησης κεφαλαίου στις εγκαταστάσεις. Αντίθετα, η διαρθρωτική αλλαγή που είναι η κυρίαρχη μακροπρόθεσμη οικονομική απάντηση στην ελευθέρωση θα έχει αρνητικές περιβαλλοντικές συνέπειες. Επομένως, είναι επιτακτική ανάγκη για την ΕΕ να λάβει κατάλληλα μέτρα με σκοπό την εξασφάλιση της συνεχούς διαχείρισης των γαιών και της διατήρησης των χαρακτηριστικών της βιοποικιλότητας και του τοπίου.

4.5. Επίτευξη των οριζόντιων στόχων της κοινοτικής στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα

88. Η επίτευξη των οριζόντιων στόχων απαιτεί τη συνδυασμένη και συντονισμένη προσπάθεια διάφορων κοινοτικών πολιτικών και τομεακών δραστηριοτήτων.

4.5.1. Διατήρηση και βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας

89. Ο βασικός στόχος περιλαμβάνει τόσο την επιτόπια όσο και τη μη επιτόπια διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση. Η υλοποίησή του προϋποθέτει την εντατική συνεργασία μεταξύ αμιγών πολιτικών για τη διατήρηση, άλλης περιβαλλοντικής νομοθεσίας και τομεακών πολιτικών (συμπεριλαμβανομένης της γεωργίας). Ασφαλώς, η εφαρμογή της οδηγίας για τα άγρια πτηνά και της οδηγίας για τους οικότοπους καθώς και η δημιουργία του δικτύου Natura 2000 πρέπει να παραμείνουν προτεραιότητα στο συγκεκριμένο τομέα. Στις αρχές του 1999, οι προτεινόμενες συνεισφορές των κρατών μελών στο δίκτυο κάλυπταν το 9% του εδάφους της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης. Ο κατάλογος των προτεινόμενων τοποθεσιών δεν είναι πλήρης και συνεπώς η ανάπτυξη του δικτύου είναι βραδύτερη από την αναμενόμενη. Εκτός από την κατάρτιση των εθνικών καταλόγων τοποθεσιών, η εκπόνηση προγραμμάτων διαχείρισης [37] είναι επιτακτικό καθήκον που ενδεχομένως απαιτεί παρέμβαση διατομεακών πολιτικών. Η καταβολή γεωργικών ενισχύσεων (γεωργοπεριβαλλοντικές, εξισωτικές αποζημιώσεις ή ενισχύσεις) μπορεί να αποτελεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένα στρατηγικό μέσο. Πράγματι "από τους 198 τύπους οικότοπων που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 της οδηγίας 92/43, οι 65 απειλούνται από την εντατικοποίηση κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων και οι 26 κινδυνεύουν από τη διακοπή παραδοσιακών δραστηριοτήτων". [38] Το στοιχείο αυτό δίνει τουλάχιστον έμφαση στο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν ορισμένες γεωργικές δραστηριότητες που μπορούν να υποστηριχθούν με την επιλογή κατάλληλων μέσων στο επίπεδο του περιφερειακού και εθνικού προγραμματισμού.

[37] ´Οπως απαιτείται από το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικότοπους (Οδηγία ΕΚ 92/43)

[38] Ostermann, 1998 όπως αναφέρεται από την IUCN (Διεθνή ´Ενωση για τη Διατήρηση της Φύσης), Γενική μελέτη για την ανάπτυξη πολιτικής της IUCN στον τομέα της γεωργίας και της βιοποικιλότητας, το συντονισμό της οποίας ανέλαβε το Wye College, University of London, P. Nowicki

90. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή περιβαλλοντικής νομοθεσίας για τη διαχείριση και την προστασία φυσικών πόρων όπως το ύδωρ και το έδαφος συμβάλλουν επίσης στους στόχους διατήρησης της φύσης.

91. Τέλος, οι γενικοί στόχοι των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας και βιωσιμότητας στις τομεακές πολιτικές - και ιδίως στις γεωργικές πολιτικές - αποτελούν βασικό στοιχείο για τη διατήρηση και βελτίωση της βιοποικιλότητας. Κατόπιν της συμφωνίας για την Ατζέντα 2000, η κοινή γεωργική πολιτική επιτρέπει σήμερα την εκπόνηση ενός πλαισίου που θα ενθαρρύνει καλύτερη συνολική ισορροπία για τη βιοποικιλότητα, αποσκοπώντας στη βελτιστοποίηση των οφελών από γεωργικές δραστηριότητες, ιδίως γεωργικά συστήματα χαμηλής έντασης, και στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων. Το Συμβούλιο Γεωργίας επιβεβαίωσε αυτή τη στρατηγική για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999.

4.5.2. Επιμερισμός του οφέλους από τη χρήση της βιοποικιλότητας

92. Τα σημαντικότερα κέντρα ποικιλότητας του πλανήτη βρίσκονται όντως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες αποτελούν τους βασικούς προμηθευτές γενετικού υλικού για δραστηριότητες έρευνας και αναπαραγωγής παγκοσμίως. Ως εκ τούτου, απαιτείται η χορήγηση εξισωτικής ενίσχυσης στους εντόπιους γεωργούς, που είναι οι τελικοί προμηθευτές του συγκεκριμένου υλικού, όσον αφορά την πρόσβαση στο βελτιωμένο υλικό και τον επιμερισμό των οφελών που προκύπτουν από τη βελτίωση, που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται με συμμετοχικό τρόπο. Συνεπώς πρέπει να ενισχυθεί η αλληλοσύνδεση μεταξύ των σημερινών κατευθύνσεων και του τρέχοντος "προγράμματος δράσης για την οικονομική και αναπτυξιακή συνεργασία στον τομέα της βιοποικιλότητας".

4.5.3. ´Ερευνα, εντοπισμός, παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών

93. Η κάλυψη των κενών γνώσης είναι ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της κοινοτικής στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα. Η βασική έρευνα πρέπει να ενισχυθεί, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση και εκτίμηση της κατάστασης της διατήρησης και των τάσεων των συνιστωσών της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένων των βασικών κινητήριων δυνάμεων που επηρεάζουν αυτή την εξέλιξη. Η ανάπτυξη ενός συστήματος δεικτών πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό καθήκον, με τη συμμετοχή των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής, καθώς και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Πρέπει να εξασφαλιστεί η συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς (ΟΟΣΑ, οργανισμοί των ΗΕ, κράτη μέλη, ιδιωτικά ινστιτούτα, ΜΚΟ) καθώς το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων και συναφών στοιχείων, όπως και η ακριβής εμπειρογνωμοσύνη, κατέχονται από τους τελευταίους. Η ενσωμάτωση των δράσεων έρευνας για τη βιοποικιλότητα στο 5ο ΠΠ ΕΤΑ συμβάλλει ασφαλώς στην κάλυψη αυτών των αναγκών (βλ. πλαίσιο 4).

Πλαίσιο 4: Προγράμματα έρευνας σχετικά με τη βιοποικιλότητα και τη γεωργία

* Στο ειδικό πρόγραμμα έρευνας για την "Ποιότητα ζωής και τη διαχείριση των έμβιων πόρων" (προτεραιότητες ΕΤΑ της κεντρικής δράσης ΙΙΙ: "το εργοστάσιο κύτταρο"), αναφέρονται δραστηριότητες έρευνας για τη "βιοποικιλότητα και οικολογική δυναμική φυσικών και εισαγόμενων πληθυσμών" και τον "προσδιορισμό και βιώσιμη χρήση της μεταβολικής και γενετικής ποικιλότητας".

* Οι προτεραιότητες ΕΤΑ της κεντρικής δράσης V (βιώσιμη γεωργία, αλιεία και δασοκομία και ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου, συμπεριλαμβανομένων των ορεινών περιοχών") εξετάζουν την έρευνα για τη φυτική και ζωική παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής γονιδιακής έρευνας, και την ποικιλότητα των γενετικών πόρων, τα βιώσιμα συστήματα παραγωγής με τη μείωση των επιπτώσεων στα οικοσυστήματα και διαφοροποίηση των καλλιεργούμενων ειδών.

* Στο ειδικό πρόγραμμα έρευνας για την "Ενέργεια, περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη", οι δραστηριότητες έρευνας (βάσει της κεντρικής δράσης 2: "πλανητική μεταβολή, κλίμα και βιοποικιλότητα") για την ευπροσβλητότητα του οικοσυστήματος επιδιώκουν την καλύτερη κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ανθρωπογενών επιπτώσεων και αλλαγών στη βιοποικιλότητα. Θα αναληφθούν εργασίες για την "εκτίμηση και διατήρηση της βιοποικιλότητας" που θα συμβάλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας σε ένα πλαίσιο μεταβαλόμενων μοντέλων χρήσης της γης και της βιώσιμης χρήσης των βιολογικών πόρων' τέλος, στον 3ο τομέα ("διατήρηση της βιοποικιλότητας στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης"), έργα θα αναπτύξουν και θα εφαρμόσουν στρατηγικές για την εναρμόνιση της διατήρησης της βιοποικιλότητας με ενδεχομένως αντιτιθέμενες δραστηριότητες του ανθρώπου.

94. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ) δημιούργησε ένα κοινοτικό μηχανισμό Clearing-House Mechanisme (CHM) προκειμένου οι σχετικές με τη βιοποικιλότητα πληροφορίες να διατίθενται μέσω του Διαδικτύου. Το στοιχείο αυτό συμβάλλει επίσης στην εφαρμογή της CBD (Σύμβαση για τη βιοποικιλότητα) που, στο άρθρο 18 παράγραφος 3, απαιτεί τη δημιουργία CHM από τα συμβαλλόμενα μέρη.

4.5.4. Eκπαίδευση, κατάρτιση και ενημέρωση

95. Η ενημέρωση του κοινού και (ιδίως) των γεωργών αποτελεί βασικό στοιχείο για την εξασφάλιση της επιτυχίας των ενεργειών που θα αναληφθούν στο πλαίσιο της παρούσας προσέγγισης. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός για την αγροτική ανάπτυξη εισήγαγε ένα ειδικό σχέδιο (Κατάρτιση), που μπορεί να στοχοθετηθεί απευθείας σε περιβαλλοντικές βελτιώσεις, συμπεριλαμβανομένης της βιοποικιλότητας. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη πρέπει να στηρίζουν την ανάμειξη και συμμετοχή των ΜΚΟ στην επεξεργασία και εφαρμογή των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης.

4.6. Πρόοδος στην παρακολούθηση και αξιολόγηση των προτεραιοτήτων

96. Στο παρόν έγγραφο προσδιορίζονται ορισμένες προτεραιότητες με σκοπό, κατ´αρχήν, την ενίσχυση του ρόλου των γεωργικών δραστηριοτήτων προς όφελος της βιοποικιλότητας και, δεύτερον, τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεών τους. Η κοινή γεωργική πολιτική παρέχει σημαντικό δυναμικό δράσης στο συγκεκριμένο τομέα, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης.

97. Η παρακολούθηση και αξιολόγηση των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης και των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων απαιτεί κατάλληλα μέσα που να αντικατοπτρίζουν τα ειδικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων τοποθεσιών και τα κριτήρια του προγράμματος. Οι εν λόγω γεωργοπεριβαλλοντικοί δείκτες πρέπει να επιτρέπουν την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της ακολουθούμενης στρατηγικής.

4.6.1. Ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου γεωργοπεριβαλλοντικών δεικτών

98. Οι γεωργοπεριβαλλοντικοί δείκτες είναι τα μέσα που επιτρέπουν την καλύτερη κατανόηση των σύνθετων ζητημάτων που συνδέουν τη γεωργία και το περιβάλλον. Πρέπει να δείχνουν τάσεις και να παρέχουν ποσοτικές πληροφορίες. ´Οσον αφορά τη γεωργία, η ανάπτυξη δεικτών πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις της δραστηριότητας σε ολόκληρη την υπό εξέταση περιοχή: η στοχοθέτηση, επί παραδείγματι, αποκλειστικά στη βιοποικιλότητα δεν παρέχει πλήρη εικόνα. Μία συστηματική προσέγγιση βασισμένη στην ευρύτερη έννοια της υπαίθρου, θεωρούμενης ως καλλιεργούμενου, εν μέρει ημιφυσικού χώρου όπου λαμβάνει χώρα γεωργική παραγωγή και που χαρακτηρίζεται από όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία του, τόσο τα βιοφυσικά όσο και τα σχετικά με τις αναπτυσσόμενες καλλιέργειες, μπορεί να αποτελεί κατάλληλο πλαίσιο για τους γεωργοπεριβαλλοντικούς δείκτες. Η ανάπτυξη δεικτών για τη γεωργία απαιτεί μία διαφοροποιημένη προσέγγιση που να αντικατοπτρίζει την περιφερειακή ποικιλότητα των οικονομικών διαρθρώσεων και φυσικών συνθηκών. Το στοιχείο αυτό είναι μία από τις προτεραιότητες του τρέχοντος έργου της Επιτροπής, αλλά προσθέτει και μία διάσταση πολυπλοκότητας στο έργο της.

99. Η ανάπτυξη δεικτών για τη γεωργία και το περιβάλλον απαιτεί μία διαφοροποιημένη προσέγγιση που να αντικατοπτρίζει την περιφερειακή ποικιλότητα τόσο των οικονομικών διαρθρώσεων όσο και των φυσικών συνθηκών. Το στοιχείο αυτό είναι μία από τις προτεραιότητες του τρέχοντος έργου της Επιτροπής. Η πρόσφατη ανακοίνωση για τους γεωργοπεριβαλλοντικούς δείκτες [39] προβλέπει επανεξέταση των διάφορων πρωτοβουλιών [40] και αποσκοπεί στον εντοπισμό των βασικών κενών των υπαρχόντων συνόλων. Προτείνει ένα γενικό πλαίσιο και μία προσέγγιση για τη συμπλήρωση των ελλειπόντων δεικτών. Η εργασία αυτή τονίζει τη σημασία της ανάπτυξης ενός συνόλου γεωργοπεριβαλλοντικών δεικτών σχετικών με τη βιοποικιλότητα. Εξίσου σημαντικό όμως είναι η αποφυγή ενός υπέρμετρου αριθμού δεικτών, που θα επέφεραν σύγχυση παρά αποσαφήνιση των ζητημάτων.

[39] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών προβληματισμών στην ΚΓΠ, CΟΜ(2000) 20 τελικό

[40] Σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, ένα σύνολο δεικτών αναπτύσσεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής πχ την Eurostat, το Κοινό Κέντρο Ερευνών, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, ορισμένα κοινοτικά έργα έρευνας όπως το ELISA (Συντονισμένη δράση FAIR CT96-3448).

100. ´Οσον αφορά ειδικότερα τη βιοποικιλότητα, το χάσμα μεταξύ της ανάπτυξης ενός ιδεατού πίνακα δεικτών και ενός τελικού συνόλου λειτουργικών δεικτών, που θα συμπληρώνονται με επιχειρησιακούς ορισμούς, αξιόπιστα στοιχεία, κλπ, είναι μεγάλο. Για την κάλυψή του, απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια, μεταξύ άλλων προσπάθειες και συνεισφορές από κράτη μέλη στο συγκεκριμένο τομέα, καθώς και περισσότεροι πόροι τόσο στο εσωτερικό της Επιτροπής όσο και των κρατών μελών. Καθίσταται αναγκαία μία μακροπρόθεσμη στρατηγική για τις ανάγκες δεδομένων/πληροφοριών.

4.6.2. Παρακολούθηση και αξιολόγηση των στόχων για τη βιοποικιλότητα

101. Είναι αναγκαία η ειδική για κάθε τοποθεσία προσέγγιση προκειμένου να υπάρχει ακριβής εικόνα των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ τοπικών γεωργικών δραστηριοτήτων και ειδικών πλεονεκτημάτων της βιοποικιλότητας. Επιπλέον, η προσέγγιση αυτή ταιριάζει κατά κανόνα με το επίπεδο σχεδιασμού και εφαρμογής των γεωργοπεριβαλλοντικών πολιτικών (στο πλαίσιο των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης). ´Ομως, κατόπιν αυτού, η έμφαση που δίνεται στη διαφοροποίηση δημιουργεί ειδικές δυσχέρειες στην ανάπτυξη κατάλληλων δεικτών, ενώ το συνολικό απόθεμα ειδών ή φυσικών οικότοπων μπορεί να αντικατοπτρίζει απλώς σωρευτικές επιπτώσεις.

Παρακολούθηση

102. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αναφερθεί το έγγραφο που εκπόνησε η Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης. Το άρθρο 43 παράγραφος 1 του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη αναφέρει ότι τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης περιλαμβάνουν "μέτρα για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική και ορθή εφαρμογή των σχεδίων, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης και αξιολόγησης". Το άρθρο 48 παράγραφος 2 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι "η παρακολούθηση πραγματοποιείται μέσω ειδικών φυσικών και χρηματοδοτικών δεικτών". Συνεπώς η Επιτροπή υπέβαλε ένα σύνολο κοινών δεικτών στα κράτη μέλη, καθώς και μία κοινή διάρθρωση για τους εν λόγω δείκτες (βλ. παράρτημα ΙΙΙ).

103. Ακόμα και αν αυτά τα στοιχεία δεν απεικονίζουν πλήρως τις αναμενόμενες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, παρέχουν ένα βασικό επίπεδο εναρμονισμένων δεδομένων σχετικά με την εφαρμογή μέτρων αγροτικής ανάπτυξης στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες. Τα στοιχεία μπορούν να συγκεντρώνονται σε κοινοτικό επίπεδο, εστιαζόμενα ιδιαίτερα σε μέτρα που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη για την ανάπτυξη και προστασία της βιοποικιλότητας. Τοιουτοτρόπως καθίσταται δυνατό να παρουσιάζεται η πρόοδος των μέτρων που εφαρμόζονται σε κράτη μέλη/περιφέρειες και να εκπονούνται ετήσιες εκθέσεις προόδου.

104. Επιπλέον, ο "οριζόντιος" κανονισμός (κανονισμός 1259/1999) απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν λεπτομερώς την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή του κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων μη συμμόρφωσης με περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για την εναρμόνιση αυτών των εργασιών προκειμένου να υπάρξουν σημαντικοί, σε επίπεδο ΕΕ, δείκτες.

Αξιολόγηση

105. Καίτοι τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης αποτελούν το βασικό μέσο εφαρμογής μέτρων για τη βιοποικιλότητα στη γεωργία, τα στοιχεία που παρέχονται από την παρακολούθηση πρέπει να συμπληρώνονται με δείκτες σχετικούς με την εκτίμηση των διάφορων μέτρων και στόχων για τη βιοποικιλότητα. Τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης και οι ενισχύσεις βάσει των καθεστώτων στήριξης αποτελούν συνεπώς αντικείμενο αξιολόγησης (εκ των προτέρων, ενδιάμεσης και εκ των υστέρων) που αποβλέπει στην αποτίμηση των επίπτωσεών τους, μεταξύ άλλων στη βιοποικιλότητα.

106. Η επεξεργασία κατάλληλων δεικτών για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας αυτών των προγραμμάτων και πολιτικών που εστιάζονται σε αποτελέσματα και επιπτώσεις έχει οριστεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Η βιοποικιλότητα είναι ένα από τα κεφάλαια που επιλέγησαν για τον τομέα του περιβάλλοντος. Οι απαιτήσεις όσον αφορά την αξιολόγηση στο εκ των προτέρων, ενδιάμεσο και εκ των υστέρων στάδιο των προγραμμάτων καθορίζονται στα άρθρα 42-45 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1750/1999 της Επιτροπής. Οι κανόνες αυτοί τεκμηριώνουν τις γενικές απαιτήσεις περί αξιολόγησης του άρθρου 43 παράγραφος 1 και, προπάντων, του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων. Προσδιορίζονται περαιτέρω στις Κατευθυντήριες γραμμές της αξιολόγησης των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης 2000-2006 που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΠΕ (´Εγγραφο VI/8865/99- ANAΘ.) και, επιπλέον, εκπονείται μια σειρά κοινών ερωτήσεων αξιολόγησης με δείκτες. (Βλ. παράρτημα IV).

107. Οι ασκήσεις παρακολούθησης και αξιολόγησης που πραγματοποιούνται στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση των επιτευγμάτων των στόχων που θέτει το παρόν πρόγραμμα δράσης για τη βιοποικιλότητα, από κοινού με το γενικό πλαίσιο που έχει αναπτυχθεί στην Κοινότητα ή σε διάφορα φόρουμ όπως ο ΟΟΣΑ.

5. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

5.1. Ολοκληρωμένος προγραμματισμός

108. Λαμβανομένου υπόψη του δυναμικού που παρέχουν τα μέσα αγροτικής ανάπτυξης (συμπεριλαμβανομένων των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων), πρέπει να εκπονηθεί κατά προτεραιότητα μία στρατηγική βάσει αυτών των χαρακτηριστικών που να υπερβαίνει την έννοια του απλού συνόλου μέτρων στήριξης. Η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης πρέπει να επιδιώκει την επεξεργασία ολοκληρωμένων προγραμμάτων ανάπτυξης, παραλλήλως και επιπροσθέτως των πολιτικών αγοράς.

109. Στο πλαίσιο αυτό, η εκπόνηση και η εφαρμογή σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης αποτελεί βασικό στοιχείο. Τα εν λόγω σχέδια καλύπτουν περίοδο επτά ετών από την 1η Ιανουαρίου 2000 [41]. Πρέπει να καταρτίζονται στο γεωγραφικό επίπεδο που κρίνεται το καταλληλότερο [42]. Η προετοιμασία τους πρέπει να διασφαλίζει τη συνεργασία όλων των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των υπεύθυνων για το περιβάλλον. Είναι βασικό στοιχείο ο σαφής προσδιορισμός των δυνατοτήτων αλληλεπίδρασης μεταξύ των διάφορων μέτρων για τη βιοποικιλότητα. Αυτό θα επιτρέψει την ανάπτυξη συνεργιών και την αποφυγή αντιφατικών προσεγγίσεων. Η συνολική συνοχή των σχεδίων εκτιμάται μόνο σε περιφερειακή κλίμακα, εφόσον λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά και επιτόπια ζητήματα που συνήθως επιφέρει η διατήρηση της βιοποικιλότητας.

[41] ´Αρθρο 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999

[42] ´Αρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999

110. Τοιουτροτρόπως, μία περιφερειακή γεωργική στρατηγική για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας θεωρείται προτεραιότητα βάσει αυτών των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης (που πρέπει να περιλαμβάνουν γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και, κατά περίπτωση, μέτρα για τις μειονεκτικές περιοχές και τις περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς). Αυτός ο προβληματισμός πρέπει να υπάρχει σε σταθερή βάση και σε συνάφεια με τον προγραμματισμό του στόχου αριθ. 1 (και του στόχου αριθ. 2) [43].

[43] Τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ Τμήμα Προσανατολισμού ενσωματώνονται στον προγραμματισμό για τις περιφέρειες του στόχου αριθ. 1 σύμφωνα με τον καν. 1260/99. Ορισμένα μέτρα (εκτός των λεγόμενων "συνοδευτικών μέτρων") μπορούν να ενσωματωθούν στον προγραμματισμό για τις περιφέρειες του στόχου αριθ. 2.

111. Οι διατάξεις σχετικά με το περιεχόμενο των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης [44] ενθαρρύνουν τον προγραμματισμό μέτρων που λαμβάνουν υπόψη την περιβαλλοντική κατάσταση στο κατάλληλο γεωγραφικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη καλούνται ρητώς να αναφέρουν "το βαθμό στον οποίο η στρατηγική λαμβάνει υπόψη της όλες τις σχετικές απαιτήσεις στο πλαίσιο της διεθνούς, κοινοτικής και εθνικής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων όσον αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη, και ιδίως την ποιότητα και τη χρήση των υδάτων, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας περιλαμβανομένης της διατήρησης των καλλιεργούμενων ποικιλιών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις." [45]

[44] ´Αρθρο 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 και άρθρο 33 του κανονισμού εφαρμογής 1750/1999

[45] Σημείο 6.1 του παραρτήματος του κανονισμού αριθ. 1750/1999 της Επιτροπής

5.2. Συνολική κάλυψη

112. Είναι ζωτικής σημασίας η χάραξη κατευθυντήριων γραμμών για τη στήριξη της βιοποικιλότητας σε όλες τις αγροτικές περιοχές της Κοινότητας. Η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης που εφαρμόζεται από τις αρχές του 2000 καλύπτει όλες τις αγροτικές περιοχές (βλ. παράρτημα 1). Επιπλέον, τα σχέδια των κρατών μελών προβλέπουν γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα στο σύνολο της επικράτειάς τους και ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες τους [46]. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται μέριμνα για τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των διάφορων μέτρων στήριξης που προβλέπονται στα σχέδια τους.

[46] ´Αρθρο 43 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999

113. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν μέρη μιας πολυλειτουργικής ολοκληρωμένης προσέγγισης της αγροτικής ανάπτυξης που αναγνωρίζει το ζωτικό ρόλο της γεωργίας στη διατήρηση των κοινωνικοοικονομικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών πλεονεκτημάτων των περιοχών και δίνει έμφαση στην ανάγκη δημιουργίας εναλλακτικών πηγών εισοδήματος προκειμένου να υποστηριχθεί η βιωσιμότητα προσοδοφόρων αγροτικών δραστηριοτήτων.

5.3. Συμβατότητα και συνοχή

114. Η στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης παρέχεται αποκλειστικά για μέτρα που συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό περιλαμβάνει εμφανώς την περιβαλλοντική νομοθεσία. Συνεπώς, τα σχέδια και προγράμματα για το 2000-2006 αναμένεται να λαμβάνουν υπόψη τη νομοθεσία για τη βιοποικιλότητα. Σε κοινοτικό επίπεδο, τα ανωτέρω βασίζονται στην εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού δικτύου προστατευόμενων τοποθεσιών (Νatura 2000) που περιλαμβάνει ζώνες προστασίας καθορισθείσες σύμφωνα με τις δύο οδηγίες για τους οικότοπους και τα πτηνά [47].

[47] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαϊου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικότοπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.

115. Για το ίδιο μέτρο δεν μπορούν να χορηγούνται ταυτόχρονα ενισχύσεις δυνάμει του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη και δυνάμει οποιουδήποτε άλλου κοινοτικού καθεστώτος στήριξης [48]. ´Ομως, αυτός ο κανόνας δεν κρίνει τη στήριξη από διάφορα κοινοτικά ταμεία (ΕΓΤΠΕ, διαρθρωτικά ταμεία και LIFE) για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Τα μέτρα της ΚΓΠ για την προαγωγή της βιοποικιλότητας αποτελούν απλώς ένα συμπλήρωμα στο ευρύτερο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και, στις επιλέξιμες περιοχές, των μέτρων των διαρθρωτικών ταμείων.

[48] ´Αρθρο 38 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999.

116. ´Ενα καλό παράδειγμα συμπληρωματικότητας προέρχεται από το LIFE και τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα βάσει του κανονισμού 2078/92. Τα προγράμματα LIFE είχαν δοκιμαστικό χαρακτήρα για μέτρα προστασίας της φύσης και συνεπώς λειτούργησαν ως πιλοτικά προγράμματα εφαρμοστέα σε ευρύτερη κλίμακα βάσει των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων.

5.4. Συμπέρασμα - Καθορισμός στόχων και χρονοδιαγράμματος

117. Ο ρυθμός ενσωμάτωσης της βιοποικιλότητας στην ΚΓΠ καθορίζεται κυρίως από την εφαρμογή της Ατζέντας 2000. Το χρονοδιάγραμμα κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από την εκπόνηση και εφαρμογή σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης από τα κράτη μέλη. Συνεπώς, μία κατάλληλη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα στο πλαίσιο των σχεδίων πρέπει να είναι ένα επιτακτικό και αποφασιστικής σημασίας καθήκον. Πολλά από τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τη βιοποικιλότητα πρέπει να εκφράζονται μέσω της εφαρμογής γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων (που καλύπτουν τυπικά περίοδο 5 ετών), ενώ οι περισσότεροι στόχοι να εκτιμώνται από την άσκηση εκ των υστέρων αξιολόγησης στο τέλος της περιόδου προγραμματισμού.

118. Ο ακόλουθος πίνακας (πίνακας 2) περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτεραιότητες (όπως ορίζονται στην παράγραφο 3.2), τομεακούς και οριζόντιους στόχους που καθορίζονται στην κοινοτική στρατηγική για τη βιοποικιλότητα, καθώς και τα σχετικά μέσα για την εκπλήρωση αυτών των στόχων. Σκοποί και εφικτοί δείκτες προτείνονται, κατά το δυνατό, από κοινού με ένα ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα.

119. Στο εσωτερικό της Επιτροπής, των κρατών μελών και του ΟΟΣΑ, αναλαμβάνονται διάφορες δράσεις που αποσκοπούν στον επανακαθορισμό των δεικτών βιοποικιλότητας, καθώς και των δεικτών χρήσης της γης, κάλυψης της γης και τοπίου. Είναι ουσιαστικής σημασίας η διασφάλιση διαρκούς συνεργίας μεταξύ αυτών των πορισμάτων και των ήδη υλοποιούμενων γεωργικών πρωτοβουλιών για τη βιοποικιλότητα.

120. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλουν έκθεση πριν το 2002 προκειμένου να εντοπιστούν τα εμπόδια που τίθενται στη βελτίωση της βιοποικιλότητας στη γεωργία.

120.

Πίνακας 2: εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την επίτευξη των προτεραιοτήτων του προγράμματος δράσης: στόχοι και χρονοδιάγραμμα

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I -ΚΟΝΔΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΓΤΠΕ ΤΜΗΜΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Η κοινοτική στήριξη για πρόωρη συνταξιοδότηση, μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς, γεωργοπεριβαλλοντικά και δασοκομικά μέτρα σε ολόκληρη την Κοινότητα χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ Τμήμα Εγγυήσεων.

Το ΕΓΤΠΕ Τμήμα Προσανατολισμού χρηματοδοτεί κοινοτική στήριξη για άλλα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης στις περιφέρειες που καλύπτονται από το στόχο αριθ. 1 και το ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων στις περιφέρειες που δεν καλύπτονται από το στόχο αριθ. 1. [49]

[49] ´Αρθρο 35 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1257/1999 (Ενίσχυση από το ΕΓΤΠΕ).

Τα ενδεικτικά κονδύλια ανά κράτος μέλος από το ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων για την περίοδο 2000-6 καθορίζονται παρακάτω (κατόπιν των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο το Μάρτιο του 1999).

30.370 εκατ. ευρώ χορηγήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίοδο προγραμματισμού (ήτοι 4.339 εκατ. ευρώ το χρόνο κατά προσέγγιση).

Κράτος μέλος // Κονδύλιο του ΕΓΤΠΕ τμήμα Εγγυήσεων για την αγροτική ανάπτυξη

(εκατ. ευρώ - ετήσιος μέσος όρος)

Bέλγιο // 50

Δανία // 46

Γερμανία // 700

Ελλάδα // 131

Ισπανία // 459

Γαλλία // 760

Iρλανδία // 315

Iταλία // 595

Λουξεμβούργο // 12

Κάτω Χώρες // 55

Aυστρία // 423

Πορτογαλία // 200

Φινλανδία // 290

Σουηδία // 149

Ηνωμένο Βασίλειο // 154

ΣΥΝΟΛΟ // 4 339

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III - ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

Η Επιτροπή, στο πλαίσιο του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη, παρουσίασε τους ακόλουθους δείκτες..

* Μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς

Ανάλυση ανά τύπο εξισωτικής ενίσχυσης ανάλογα με τις διάφορες περιοχές (Ορεινές περιοχές, άλλες μειονεκτικές περιοχές, περιοχές που παρουσιάζουν ειδικά μειονεκτήματα, περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς) και ανά τύπο περιοχής (Natura 2000 κλπ) των ακόλουθων στοιχείων:

- Αριθμός δικαιούχων των εξισωτικών αποζημιώσεων

- Αριθμός εκταρίων για τα οποία χορηγούνται εξισωτιές αποζημιώσεις

- Μέσο ποσό της ενίσχυσης (ανά εκμετάλλευση και ανά εκτάριο)

- Συνολικές δημόσιες δαπάνες (εκ των οποίων: συνεισφορά ΕΓΤΠΕ)

- Ανάλυση των εξισωτικών αποζημιώσεων κατά περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς

- Ταξινομημένες γεωργικές επιφάνειες (εκτάρια)

- % των επιφανειών για τις οποίες χορηγούνται εξισωτικές αποζημιώσεις (εκ των οποίων: ορεινές περιοχές, άλλες μειονεκτικές περιοχές, περιοχές που παρουσιάζουν ειδικά μειονεκτήματα, περιοχές που υπόκεινται σε ειδικούς περιβαλλοντικούς περιορισμούς)

* Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα

Περιβαλλοντικοί δείκτες: Ανάλυση ανά δράση και τύπο χρήσης της γης:

- Κωδικοποίηση των εκμεταλλεύσεων

- Στόχος της δράσης (Προστασία φυσικών πόρων, βιοποικιλότητας ή/και τοπίου)

- Επίπεδο περιεκτικότητας του εδάφους σε άλατα (εκ των οποίων N, P, K): επίπεδο που καθορίζεται από την εκμετάλλευση (χλγρ/εκτάριο) / επίπεδο αναφοράς

- Περιεκτικότητα του εδάφους σε οργανικά άλατα: επίπεδο που καθορίζεται από την εκμετάλλευση (τ/εκτάριο) /επίπεδο αναφοράς

- Δείκτης πυκνότητας ζωικού κεφαλαίου: επίπεδο που καθορίζεται από την εκμετάλλευση (ΜΜΖ/εκτάριο)/επίπεδο αναφοράς

Δείκτες ανάληψης: Ανάλυση ανά τύπο χρήσης της γης (ετήσιες καλλιέργειες, διαρκείς καλλιέργειες, άλλες χρήσεις της γης) / δράση / στόχος (βιοποικιλότητα, τοπίο, φυσικοί πόροι), των ακόλουθων στοιχείων:

- Αριθμός δικαιούχων

- Αριθμός μονάδων [50] επιλέξιμων για τις αναλήψεις υποχρεώσεων/που εκπληρώνονται

[50] Η "μονάδα αναφοράς" που χρησιμοποιείται για τις γεωργοπεριβαλλοντικές επιχειρήσεις αναφέρεται κυρίως σε συγκεκριμένα εκτάρια, αλλά και σε ΜΜΖ (δράσεις σχετικές με απειλούμενες φυλές ζώων) ή χλμ (δημιουργία φρακτών από δενδρύλια κλπ.).

- Μέση πριμοδότηση ανά μονάδα ενίσχυσης

- Πριμοδότηση που συνδέεται με μη αποδοτικές επενδύσεις (%)

- Συνολικές δημόσιες δαπάνες (εκ των οποίων συνεισφορά ΕΓΤΠΕ)

´Αλλοι δείκτες:

* Ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές: εκτάρια ταξινομημένων επιφανειών (εκ των οποίων: επιφάνεια (%) που καλύπτεται από γεωργοπεριβαλλοντική σύμβαση)

* Φυτικές ποικιλίες που απειλούνται από γενετική διάβρωση: εκτάρια καλλιεργούμενων εκτάσεων (εκ των οποίων: επιφάνεια (%) που καλύπτεται από γεωργοπεριβαλλοντική σύμβαση)

* Απειλούμενες φυλές ζώων: αριθμός στην περιφέρεια (εκ των οποίων: αριθμός που καλύπτεται από γεωργοπεριβαλλοντική σύμβαση)

* Συμπληρωματικά εθνικά μέτρα

Πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη εθνικά μέτρα που υποστηρίζουν τον ίδιο στόχο διατήρησης/αποκατάστασης της βιοποικιλότητας στην καλλιεργήσιμη έκταση.

ΠΑΡΑΡΤΗΜA IV - ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτελούν σήμερα αντικείμενο συζήτησης με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

ΚΓΠ = Κοινή Γεωργική Πολιτική

ΚΟΑ = Κοινή Οργάνωση Αγοράς

ΕΓΤΠΕ = Eυρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων

ΧΚΑΕ = Χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης

ΟΓΠ = Ορθή Γεωργική Πρακτική

ΓΤO = Γενετικώς Τροποποιημένοι Οργανισμοί

ΥΦΑ = Υψηλή Φυσική Αξία

ΟΔΕ = Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Επιδημιών

ΜΠ = Μειονεκτικές περιοχές

ΜΜΖ = Μονάδα Μεγαλωμένου Ζώου

ΦΠΠ = Φυτοπροστατευτικό Προϊόν

ΔΟΣ = Διάκριση, Ομοιομορφία, Σταθερότητα


Υπεύθυνη για τη διαχείριση είναι η Υπηρεσία Εκδόσεων