ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για την εφαρμογή της οδηγίας 93/109/ΕΚ κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Ιουνίου 1999 - Δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τους πολίτες της Ένωσης που διαμένουν σε ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι /* COM/2000/0843 τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για την εφαρμογή της οδηγίας 93/109/ΕΚ κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Ιουνίου 1999 Δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τους πολίτες της Ένωσης που διαμένουν σε ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι 1. Εισαγωγή Το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές και στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος διαμονής αποτελεί ένα από τα καινούργια δικαιώματα που αναγνωρίζει η Συνθήκη στο πλαίσιο της ιθαγένειας της Ένωσης. Όσον αφορά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το σχετικό δικαίωμα καθιερώνεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ και έλαβε συγκεκριμένη μορφή με την οδηγία 93/109/ΕΚ [1] του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 1993 για τις λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι [2]. [1] ΕΕ L 329 της 30.12.1993, σ. 34. [2] Επισημαίνεται ότι η οδηγία αφορά μόνο το δικαίωμα ψήφου στο κράτος μέλος διαμονής για τους υποψήφιους του κράτους μέλους διαμονής. Πράγματι, ορισμένα κράτη μέλη παρέχουν στους υπηκόους τους που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος το δικαίωμα να ψηφίζουν τους υποψήφιους της χώρας καταγωγής τους. Πρόκειται για περίπτωση που διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής. Η οδηγία 93/109/ΕΚ εφαρμόστηκε για πρώτη φορά κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο του 1994 [3]. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 93/109/ΕΚ, υπέβαλε έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας κατά τις εκλογές αυτές [4]. [3] Στη Σουηδία, οι πρώτες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πραγματοποιήθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 1995, στην Αυστρία στις 13 Οκτωβρίου 1996 και στη Φινλανδία στις 20 Οκτωβρίου 1996. [4] Έγγραφο COM(1997) 731 τελικό. Όσον αφορά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999, η οδηγία δεν προβλέπει σύνταξη δεύτερης έκθεσης. Ωστόσο, για διάφορους λόγους, κρίνεται σκόπιμη μία αξιολόγηση. Πρώτον, λόγω των συνθηκών εφαρμογής της που επικρατούσαν το 1994. Πράγματι, δεδομένου του χρόνου έκδοσης της οδηγίας, αυτή ενσωματώθηκε στα κράτη μέλη λίγο πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 1994 (οι νομοθεσίες ενσωμάτωσης θεσπίστηκαν μεταξύ της 22ας Δεκεμβρίου 1993 και της 11ης Απριλίου 1994), αφήνοντας ελάχιστα χρονικά περιθώρια για την αναγκαία πραγματοποίηση ενημερωτικής εκστρατείας που απευθυνόταν στους πολίτες της Ένωσης σχετικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών και τους όρους και λεπτομέρειες άσκησής τους. Εν συνεχεία, τα συμπεράσματα της έκθεσης που καταρτίστηκε μετά τις εκλογές του 1994, τόσο όσον αφορά το άρθρο 12 (καθήκον ενημέρωσης) όσο και το άρθρο 13 (σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για την αποφυγή της διπλής ψήφου) της οδηγίας, έχουν μεταβατικό χαρακτήρα, λόγω των ειδικών συνθηκών των εκλογών του 1994. Τέλος, χάρη στη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των αρμόδιων εθνικών διοικητικών αρχών, επήλθαν πολλές αλλαγές στους τρόπους ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπει το άρθρο 13 της οδηγίας, των οποίων πρέπει να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα. Η παρούσα ανακοίνωση, ως εκ τούτου, έχει σαν στόχο την αξιολόγηση της εφαρμογής της οδηγίας κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999, ώστε να δοθεί προσοχή στα βασικά προβλήματα που διαπιστώθηκαν καθώς και να διαδοθούν και να ενθαρρυνθούν οι ορθές πρακτικές που προέκυψαν σε ορισμένα κράτη μέλη προκειμένου να ενισχυθεί η συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης στην πολιτική ζωή του κράτους μέλους διαμονής. Η ανακοίνωση αυτή πρέπει επίσης να θεωρηθεί υπό το πρίσμα της δέσμευσης που ανέλαβε η Επιτροπή να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και για την προσέγγιση της Ένωσης με τους πολίτες της. Τα πολιτικά δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι διαμένουν σε κράτος μέλος του οποίου δεν έχουν την ιθαγένεια αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ενίσχυση του αισθήματος του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ουσιαστικό παράγοντα για μία επιτυχημένη ενσωμάτωση στο κράτος μέλος διαμονής. Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζεται στα σημεία που θεωρούνται προβληματικά, κυρίως στα ζητήματα της ενημέρωσης των κοινοτικών πολιτών και στη λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. 2. Η οδηγία 93/109/ΕΚ 2.1. Γενική παρουσίαση Συγκεκριμενοποιώντας τους στόχους που διατυπώνονται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, η οδηγία 93/109 έθεσε τις αρχές με βάση τις οποίες οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο κράτος μέλος διαμονής τους, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η εκλογική νομοθεσία του κράτους αυτού για τους δικούς του υπηκόους. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες: Ελευθερία επιλογής Οι πολίτες της Ένωσης είναι ελεύθεροι να ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο κράτος μέλος καταγωγής τους ή στο κράτος μέλος διαμονής τους. Μία και μόνη ψήφος και υποψηφιότητα Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε να ψηφίζει ή να είναι υποψήφιος σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη κατά τις ίδιες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εάν επιλέξει να ψηφίσει ή να είναι υποψήφιος σε ένα κράτος μέλος, κάθε πολίτης της Ένωσης χάνει αυτομάτως το δικαίωμα αυτό στο άλλο κράτος μέλος. Για την αποφυγή της διπλής ψήφου ή διπλής υποβολής υποψηφιοτήτων, τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους υπηκόους τους εκείνους οι οποίοι ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα σε άλλο κράτος μέλος. Πρώτη εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους του κράτους μέλους διαμονής μόνο κατόπιν αιτήσεως Οι πολίτες της Ένωσης που προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν στο κράτος μέλος διαμονής πρέπει να ζητήσουν την εγγραφή τους στους εκλογικούς καταλόγους. Ισότητα κατά την άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων Δυνάμει της αρχής της μη διακρίσεως, οι πολίτες της Ένωσης πρέπει να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους μέλους διαμονής τους. Αυτό προϋποθέτει, για παράδειγμα, δυνατότητα άσκησης των ίδιων μέσων προσφυγής όσον αφορά τα σφάλματα ή τις παραλείψεις που υπάρχουν στους εκλογικούς καταλόγους ή την υποβολή υποψηφιότητας ή ακόμη την επέκταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας στους αλλοδαπούς. Επίσης, εφόσον έχει εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους, ο πολίτης της Ένωσης παραμένει εγγεγραμμένος σ' αυτούς υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους ημεδαπούς, εκτός εάν ζητήσει τη διαγραφή του. Προϋποθέτει επίσης ότι οι πολίτες της Ένωσης μπορούν να συμμετέχουν πλήρως στην πολιτική ζωή του κράτους μέλους διαμονής, ιδίως όσον αφορά τη συμμετοχή στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, ακόμη δε και την ίδρυση νέων πολιτικών κομμάτων. Εξωεδαφικές συνέπειες των κανόνων σχετικά με τον αποκλεισμό υποψηφίων Όποιος έχει εκπέσει του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στο κράτος μέλος καταγωγής του δεν μπορεί να εκλεγεί για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο κράτος μέλος διαμονής του. Καθήκον ενημέρωσης Για να λάβουν γνώση των νέων τους δικαιωμάτων, οι κοινοτικοί εκλογείς που ζουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το δικό τους, η οδηγία υποχρεώνει το κράτος μέλος διαμονής να τους ενημερώνει "εγκαίρως και με την προσήκουσα μορφή" σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα αυτά. Δυνατότητα παρεκκλίσεων εφόσον δικαιολογούνται από την ειδική κατάσταση που επικρατεί σε κράτος μέλος Το άρθρο 14 επιτρέπει κατ' εξαίρεση τη θέσπιση παρεκκλίσεων από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, εφόσον δικαιολογούνται από την ύπαρξη ειδικών προβλημάτων σε ένα κράτος μέλος. Η οδηγία προβλέπει δύο παρεκκλίσεις. Η πρώτη αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις ως προς τη διαμονή που μπορούν να επιβληθούν από τα κράτη μέλη στους αλλοδαπούς, εφόσον το ποσοστό των υπηκόων της Ένωσης που κατοικούν σ' αυτό και είναι σε ηλικία για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν χωρίς να έχουν την ιθαγένειά του, υπερβαίνει το 20% του συνόλου των εκλογέων. Η δεύτερη αφορά τα κράτη μέλη στα οποία διαμένουν πολίτες της Κοινότητας που έχουν ήδη λάβει μέρος σε εθνικές εκλογές και έχουν εγγραφεί για το σκοπό αυτό στους εκλογικούς καταλόγους υπό τους ίδιους ακριβώς όρους με τους ημεδαπούς. Η οδηγία επιτρέπει στα κράτη αυτά να μην εφαρμόσουν στην περίπτωση αυτή ορισμένες από τις διατάξεις της (άρθρα 6 έως 13) έναντι των υπηκόων άλλων κρατών μελών. 2.2. Η ενσωμάτωση της οδηγίας Το άρθρο 17 της οδηγίας προέβλεπε την ενσωμάτωσή της από τα κράτη μέλη το αργότερο μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1994, προκειμένου να εφαρμοστεί κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1994. Όλα τα κράτη μέλη ενσωμάτωσαν την οδηγία εγκαίρως ώστε να εφαρμοστεί τον Ιούνιο του 1994, αν και τις περισσότερες φορές οι ημερομηνίες ενσωμάτωσης ήταν πολύ κοντά στις εν λόγω εκλογές (μεταξύ 22/12/93 και 11/4/94). Στο σύνολό της, η οδηγία ενσωματώθηκε κατά τρόπο ικανοποιητικό από τα κράτη μέλη, τα οποία κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής επέφεραν ορισμένες ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις στις νομοθεσίες ενσωμάτωσης. Σε μία μόνο περίπτωση χρειάστηκε να κινηθεί η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 226 της Συνθήκης μέχρι το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης. Πρόκειται για τη διαδικασία για παράβαση που κινήθηκε κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πράγματι, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, για κάθε εκλογική διαδικασία καταρτίζεται κατάλογος των εκλογέων και εν συνεχεία καταστρέφεται. Για την κατάρτιση αυτού του καταλόγου, η νομοθεσία ενσωμάτωσης προέβαινε σε διάκριση μεταξύ των εκλογέων με γερμανική ιθαγένεια και των άλλων πολιτών της Ένωσης που δεν είναι γερμανοί υπήκοοι. Οι εκλογείς γερμανικής ιθαγένειας εγγράφονταν αυτεπάγγελτα στον κατάλογο αυτό, με βάση τα μητρώα του πληθυσμού. Αντίθετα, οι εκλογείς που δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια δεν μπορούσαν να εγγραφούν παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, ακόμη και αν ήταν εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια, και ακόμη και αν είχαν περιληφθεί ήδη στους εκλογικούς καταλόγους για τις προηγούμενες εκλογές και η κατάστασή τους είχε παραμείνει αμετάβλητη. Η πολίτες της Ένωσης έπρεπε επομένως να υποβάλουν εκ νέου αίτηση εγγραφής πριν από κάθε εκλογική διαδικασία, ενώ η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 9, παράγραφος 4 ότι οι κοινοτικοί εκλογείς που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους παραμένουν εγγεγραμμένοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους ημεδαπούς εκλογείς, έως ότου ζητήσουν να διαγραφούν ή έως ότου διαγραφούν αυτεπαγγέλτως, διότι δεν πληρούν πλέον τις απαιτούμενες για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος προϋποθέσεις. Η εν λόγω διαδικασία για παράβαση εξακολουθεί να εκκρεμεί. Η Γερμανία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να τροποποιήσει την εθνική νομοθεσία ώστε να είναι σύμφωνη με την οδηγία 93/109/ΕΚ. Η εσφαλμένη αυτή ενσωμάτωση της οδηγίας στη Γερμανία είχε σημαντικές επιπτώσεις στη συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999 (βλέπε σημείο 3.2). 3. Οι εκλογες του Ιουνίου του 1999 3.1. Γενικά Σε γενικές γραμμές, οι εκλογές του Ιουνίου του 1999 χαρακτηρίστηκαν από μια συνολική μείωση της συμμετοχής των πολιτών στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επιβεβαιώνεται έτσι μία πάγια τάση που υπήρχε από τις πρώτες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση καθολική ψηφοφορία. Διαβάζοντας τον πίνακα με τα ποσοστά συμμετοχής στις δεκαπέντε χώρες της Ένωσης, διαπιστώνεται ότι μόνο στο Βέλγιο, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία σημειώθηκε μικρή αύξηση της συμμετοχής. Πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι στο Βέλγιο και στην Ισπανία οι ευρωπαϊκές εκλογές διοργανώθηκαν ταυτόχρονα με τις εθνικές και τις δημοτικές εκλογές, αντίστοιχα. Σε ορισμένες χώρες, η μείωση της συμμετοχής ήταν πολύ σημαντική, όπως στη Φινλανδία, την Αυστρία ή τη Γερμανία. Σε επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συμμετοχή από 56,5% το 1994 μειώθηκε σε 49,7% το 1999 (στις πρώτες εκλογές του 1979 ήταν 63%). Συνολικά ποσοστά συμμετοχής στις εκλογές του ΕΚ το 1994 και το 1999 >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 3.2. Η συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης στο κράτος μέλος διαμονής κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999 Για μία ακόμη φορά, το ποσοστό των πολιτών της Ένωσης που εγγράφηκαν στους εκλογικούς καταλόγους του κράτους μέλους διαμονής ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό και γενικά είναι περιορισμένο, όπως προκύπτει από τον ακόλουθο πίνακα: Ποσοστά εγγραφής των πολιτών της Ένωσης στο κράτος μέλος διαμονής >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Ωστόσο, επισημαίνεται ότι τα ποσοστά σημειώνουν αύξηση σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός από τη Γερμανία. Άλλωστε, παρατηρούμε ότι τα δύο κράτη μέλη (Γερμανία και Γαλλία) που υποδέχονται το μεγαλύτερο αριθμό αλλοδαπών πολιτών της Ένωσης (63% των πολιτών της Ένωσης που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι κατοικούν σε μια από τις δύο αυτές χώρες) έχουν πολύ χαμηλά ποσοστά εγγραφής στους εκλογικούς τους καταλόγους, μειώνοντας έτσι το μέσο όρο της Ένωσης (που θα ήταν 17,3%, χωρίς τη Γαλλία και τη Γερμανία). Στη Γερμανία, κινήθηκε διαδικασία παράβασης για κακή ενσωμάτωση της οδηγίας 93/109/ΕΚ. Οι εγγεγραμμένοι κατά το 1994 πολίτες οι οποίοι λόγω αυτής της εσφαλμένης ενσωμάτωσης κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας, έπρεπε να ζητήσουν εκ νέου την επανεγγραφή τους στους εκλογικούς καταλόγους το 1999, δεν ενημερώθηκαν δεόντως για την υποχρέωση να ζητήσουν εκ νέου την εγγραφή τους και για τις σχετικές προθεσμίες, πράγμα στο οποίο οφείλεται η μείωση της συμμετοχής και έδωσε αφορμή για τις περισσότερες καταγγελίες στην Επιτροπή και αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί του θέματος (βλέπε παράρτημα 5). Ως προς τη Γαλλία, το ποσοστό εγγεγραμμένων ελάχιστα αυξήθηκε σε σχέση με το 1994 από 3,38% σε 4, 9%, παραμένοντας έτσι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ένωσης. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε και την περίπτωση της Ελλάδας, όπου το ποσοστό εγγραφής είναι το χαμηλότερο από τα δεκαπέντε κράτη μέλη και αυξήθηκε πολύ λίγο σε σχέση με το 1994. Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την πραγματική συμμετοχή στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κοινοτικών υπηκόων που διαμένουν σε κράτος μέλος του οποίου δεν έχουν την ιθαγένεια. Τα μόνο διαθέσιμα δεδομένα αφορούν τον αριθμό των πολιτών εκείνων που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του κράτους μέλους διαμονής και, για ορισμένα κράτη μέλη, τον αριθμό των πολιτών εκείνων που είναι εγγεγραμμένοι για να ψηφίσουν στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Μπορεί ωστόσο να υποτεθεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της Ένωσης που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του κράτους μέλους διαμονής, εφόσον έχουν προβεί στο διάβημα να ζητήσουν την εγγραφή τους στους εκλογικούς καταλόγους, θα ασκήσουν πράγματι το δικαίωμα του εκλέγειν και κατά συνέπεια το ποσοστό αποχής μεταξύ των πολιτών αυτών είναι αμελητέο. Εάν τα παραπάνω δεδομένα διαβαστούν σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στον αριθμό των πολιτών που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι και ψηφίζουν για τους υποψήφιους της χώρας καταγωγής τους, μπορούν να προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες. Δυστυχώς, όμως, μόνο εννέα κράτη μέλη έχουν κοινοποιήσει τα δεδομένα αυτά : η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Δανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, οι Κάτω Χώρες και η Πορτογαλία. Αφετέρου, ορισμένα κράτη μέλη (Φινλανδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο) δεν έχουν υποβάλει ανά εθνικότητα τα στοιχεία τα σχετικά με τους κοινοτικούς υπηκόους που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς τους καταλόγους, πράγμα το οποίο δεν επιτρέπει να γίνει η σύγκριση αυτών των δύο κατηγοριών δεδομένων. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη αυτών των κενών, από το παράρτημα 6 προκύπτουν ορισμένες γενικές τάσεις. Διαπιστώνεται έτσι η ύπαρξη τεράστιων διαφορών μεταξύ των κρατών μελών. ενώ η ψήφος στη χώρα καταγωγής είναι αμελητέα σε ορισμένα κράτη μέλη (Βέλγιο, Ιρλανδία), σε άλλα υπερβαίνει, λιγότερο ή περισσότερο, την ψήφο στα κράτη μέλη διαμονής (Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία). Η κατάσταση αυτή οφείλεται μάλλον σε ένα σύνολο παραγόντων, ιδίως στις διατάξεις της εκλογικής νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής, στο βαθμό της ύπαρξης πραγματικών δεσμών με το κράτος καταγωγής, στην ενημέρωση και στην προτροπή για συμμετοχή στην ψηφοφορία από το κράτος μέλος καταγωγής, κλπ. Οπωσδήποτε, πρόκειται για ένα πρόσθετο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ανάλυση του ποσοστού συμμετοχής των πολιτών στο κράτος μέλος διαμονής. Το σημαντικό αυτό ποσοστό πολιτών που αποφασίζουν να ψηφίσουν τους υποψήφιους του κράτους μέλους καταγωγής τους ίσως να συνδέεται και με το γεγονός ότι η πολιτική συζήτηση στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας επικεντρώνεται ελάχιστα σε ευρωπαϊκά ζητήματα και αφορά κυρίως θέματα εθνικού ενδιαφέροντος. Εκτιμάται επίσης ότι η αυξανόμενη τάση για βραχυχρόνιες διαμονές σε άλλο κράτος μέλος για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους ενδέχεται να επηρεάσει το ποσοστό εγγραφής. Οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος πιθανόν να ήταν περισσότερο πρόθυμοι να ασκήσουν τα εκλογικά τους δικαιώματα στο κράτος μέλος διαμονής, αν είχαν την αίσθηση ότι εκπροσωπούνται σωστά και ότι λαμβάνονται υπόψη. Γι' αυτό, είναι σημαντικό να τους εξασφαλιστεί μια πραγματική δυνατότητα ενεργού συμμετοχής στην πολιτική ζωή του κράτους μέλους διαμονής. Το παράρτημα 5 δείχνει ότι η δυνατότητα δημιουργίας πολιτικών κομμάτων και συμμετοχής σ' αυτά στο κράτος μέλος διαμονής δεν εξασφαλίζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει [5] ότι τα πολιτικά δικαιώματα αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθαι που καθιερώνονται από το άρθρο 19 της Συνθήκης, δεδομένου μάλιστα ότι στα περισσότερα κράτη μέλη μόνο τα πολιτικά κόμματα επιτρέπεται να έχουν υποψηφίους στις ευρωπαϊκές εκλογές. Χωρίς το δικαίωμα πλήρους συμμετοχής στην τοπική πολιτική ζωή, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι είναι ελλιπές. [5] Βλέπε Δεύτερη Έκθεση της Επιτροπής για την ιθαγένεια της Ένωσης (COM(1997)230 τελικό), σημείο 1.4. Στο πλαίσιο αυτό, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι, όπως και το 1994, ο αριθμός υποψηφίων και εκλεγέντων στις εκλογές κράτους μέλους του οποίου δεν είχαν την ιθαγένεια ήταν εξαιρετικά χαμηλός. Στον κατωτέρω πίνακα αναφέρεται για κάθε κράτος μέλος ο αριθμός των αλλοδαπών υποψηφίων και ο αριθμός αλλοδαπών εκλεγέντων στις εκλογές του Ιουνίου του 1999. Αριθμός υποψηφίων και εκλεγέντων ανά κράτος μέλος >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Το 1994, είχαν υποβάλει υποψηφιότητα 53 αλλοδαποί και μόνον ένας είχε εκλεγεί στο κράτος μέλος διαμονής του. 3.3. Η ενημέρωση των πολιτών της Ένωσης (άρθρο 12 της οδηγίας) Οι εκλογές του Ιουνίου του 1994 ήταν οι πρώτες στις οποίες μπορούσαν να συμμετάσχουν αλλοδαποί [6]. [6] Μ εξαίρεση την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο που είχαν ήδη παραχωρήσει το δικαίωμα του εκλέγειν σε αλλοδαπούς. Η Επιτροπή στην έκθεσή της σχετικά με τις εκλογές του ΕΚ το 1994 [7] είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενημέρωση για τα νέα δικαιώματα ήταν ανεπαρκής. Υπογράμμιζε δε ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες για να ενημερώσουν τους αλλοδαπούς κοινοτικούς κατοίκους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας. Αυτό αφορά κυρίως τα κράτη μέλη που δεν επικοινωνούν με τους πολίτες της Ένωσης προσωπικά, αλλά τους ενημερώνουν μόνο δια της διοικητικής οδού. Πρέπει να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια ώστε οι πολίτες της Ένωσης να ενημερώνονται σχετικά με τις προθεσμίες εγγραφής. [7] Έγγραφο COM(1997) 731 τελικό. Η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων που χορηγούνται στο πλαίσιο της ιθαγένειας της Ένωσης σε πάνω από 5 εκατομμύρια Ευρωπαίους οι οποίοι έχουν ηλικία για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και ζουν σε άλλο κράτος μέλος απαιτούσε πιθανόν μία τεράστια προσπάθεια ενημέρωσης αυτών των πολιτών, οι οποίοι όχι μόνο αγνοούσαν την ύπαρξη των εν λόγω δικαιωμάτων αλλά και τους πρακτικούς όρους άσκησής τους στο κράτος διαμονής. Επισημαίνεται δε ότι οι όροι αυτοί μπορεί να είναι αρκετά διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής. Ακόμη και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η πλειοψηφία των ενδιαφερομένων γνωρίζει πλέον την ύπαρξη του δικαιώματος του εκλέγειν στο κράτος μέλος διαμονής, είναι εξίσου εύλογο να υποτεθεί ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν αρκετά καλά τους όρους άσκησής του, ιδίως όσον αφορά την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους. Αυτό προκύπτει ιδίως από τις καταγγελίες που έλαβε η Επιτροπή και από πολλές αναφορές επί του θέματος τις οποίες εξέτασε η επιτροπή αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (βλέπε παράρτημα 4). Στον πίνακα του παραρτήματος 1 αναφέρεται η μορφή της ενημερωτικής εκστρατείας που πραγματοποίησε κάθε κράτος μέλος και τα ποσοστά εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους των αλλοδαπών πολιτών της Ένωσης. Με ικανοποίηση διαπιστώνεται ότι έξι κράτη μέλη έχουν αποστείλει απευθείας τις σχετικές πληροφορίες στους δυνητικούς εκλογείς (Δανία, Φινλανδία, Κάτω Χώρες, Ισπανία, Ιρλανδία [8] και Ηνωμένο Βασίλειο [9]). Σε άλλα κράτη μέλη, ορισμένοι δήμοι έστειλαν τις αναγκαίες πληροφορίες απευθείας στους εκλογείς (Ιταλία, Γερμανία), αλλά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί σε ποια έκταση. Αυτό το είδος της ενημέρωσης αποδείχτηκε για μία ακόμη φορά αποτελεσματικό, δεδομένου ότι το ποσοστό εγγραφής των πολιτών της ΕΕ σ' αυτά τα έξι κράτη μέλη είναι 23,5%, έναντι 9% για το σύνολο της Ένωσης. [8] Στάλθηκαν σε όλα τα νοικοκυριά πληροφορίες σχετικά με τους όρους άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν. [9] Ομοίως. Το άρθρο 12 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη διαμονής να ενημερώνουν εγκαίρως και με την προσήκουσα μορφή, τους κοινοτικούς εκλογείς και εκλόγιμους σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στο κράτος αυτό. Μια πρώτη παρατήρηση σχετικά με το άρθρο αυτό είναι ότι το πεδίο εφαρμογής του δεν περιορίζεται στις πρώτες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν με βάση την οδηγία. Κανένα τέτοιο συμπέρασμα δεν προκύπτει ούτε από το ίδιο το άρθρο ούτε από την οικονομία του κειμένου της οδηγίας. Επισημαίνεται επίσης ότι δεν είναι εύκολο να καθοριστεί τι είναι ενημέρωση "με την προσήκουσα μορφή". Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Κοινοβουλίου [10], η Επιτροπή δήλωσε ότι "η μόνη υποχρέωση που έχουν τα κράτη μέλη είναι να ενημερώνουν τους διαμένοντες σ' αυτά με την προσήκουσα μορφή, ενώ η επιλογή των τρόπων με τους οποίους γίνεται η ενημέρωση αφήνεται πλήρως στη διάκριση των ίδιων των κρατών μελών". Αν και είναι προφανές ότι αφήνεται μεγάλη διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη, ωστόσο η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με βάση την τελολογική ερμηνεία του άρθρου και να είναι πρόσφορη για το στόχο που επιδιώκει η οδηγία. [10] Γραπτή ερώτηση αριθ. E-3111/95 - ΕΕ C 79/50 της 18.3.96. Η Επιτροπή πιστεύει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν ειδική ενημέρωση στους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν στο έδαφός τους σχετικά με τις λεπτομέρειες και τους όρους άσκησης των εκλογικών τους δικαιωμάτων. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν θεωρείται ότι τηρεί την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 12 περιοριζόμενο στην ενημέρωση που παρέχει συνήθως στους δικούς του υπηκόους. Αυτό δεν θα ήταν επιτρεπτό, γιατί θα στερούσε το άρθρο 12 από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Η ενημέρωση πρέπει επομένως να έχει συγκεκριμένο στόχο και να ανταποκρίνεται στις ειδικές ανάγκες ενημέρωσης αυτών των συγκεκριμένων εκλογέων. Η Επιτροπή θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι για να αξιολογηθεί η ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής της οδηγίας πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι το κείμενο του νόμου ενσωμάτωσης, αλλά τα πρακτικά αποτελέσματα της ενημέρωσης και οι επιπτώσεις της όσον αφορά τη συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή έχει επίγνωση ότι δεν είναι εύκολος ο καθορισμός ελάχιστων ορίων πέραν των οποίων μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη η εφαρμογή του άρθρου 12 της οδηγίας. Η ίδια η φύση της εν λόγω αξιολόγησης επιβάλλει μία προσέγγιση κατά περίπτωση μάλλον παρά προηγούμενο καθορισμό γενικών κριτηρίων ή κατωτάτων ορίων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κράτη μέλη όπου το ποσοστό εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους είναι κατώτερο του μέσου όρου της ΕΕ (το οποίο είναι ήδη αρκετά χαμηλό λόγω του ότι επιβαρύνεται από τις στατιστικές της Γερμανίας και της Γαλλίας) πρέπει να εφαρμόσουν ειδικά μέτρα ενημέρωσης που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν προσωπική ενημέρωση μέσω ταχυδρομείου ή διανομή κατάλληλου ενημερωτικού υλικού στους πολίτες της ΕΕ επί τη ευκαιρία οποιασδήποτε επαφής τους με τις δημοτικές αρχές. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό συμμετοχής, πολύ κάτω του μέσου όρου της Ένωσης, αποτελεί ένδειξη ελλιπούς ενημέρωσης και θα μπορούσε να τεθεί θέμα ευθύνης του οικείου κράτους για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 12 της οδηγίας. 3.4. Το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών Το άρθρο 13 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την εφαρμογή του άρθρου 4. Προς το σκοπό αυτό, το κράτος μέλος της κατοικίας, βάσει της αναφερόμενης στα άρθρα 9 και 10 υπεύθυνης δήλωσης, διαβιβάζει στο κράτος μέλος καταγωγής, εντός εύλογης πριν από κάθε ψηφοφορία προθεσμίας, τις πληροφορίες σχετικά με τους υπηκόους του τελευταίου αυτού κράτους μέλους που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους ή έχουν υποβάλει υποψηφιότητα. Το κράτος μέλος καταγωγής λαμβάνει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθεί η διπλή ψήφος και η διπλή υποψηφιότητα των υπηκόων του. Το άρθρο αυτό αποτελεί επιστέγασμα των δύο βασικών αρχών της οδηγίας: αφενός της αρχής της ελεύθερης επιλογής και αφετέρου της αρχής της αποφυγής της διπλής ψήφου και της διπλής υποψηφιότητας. Κατά τις ευρωπαϊκές εκλογές του 1994, η Επιτροπή είχε διαπιστώσει πολλά προβλήματα στην εφαρμογή αυτού του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Στην έκθεση [11] που καταρτίστηκε με την ευκαιρία αυτή υπογράμμιζε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνεργάζονται επί του παρόντος με τα κράτη μέλη προκειμένου: [11] Έγγραφο COM(1997) 731 τελικό, σ. 24. *να ορίσουν τις εθνικές αρχές στις οποίες το κράτος μέλος κατοικίας πρέπει να απευθύνει τη γνωστοποίηση, *να προσδιοριστούν ακριβώς οι πληροφορίες που χρειάζονται τα κράτη μέλη για να διαγράψουν το όνομα του εκλογέα από τους εκλογικούς τους καταλόγους, *να συμφωνήσουν σχετικά με μία ενιαία μορφή του εντύπου που θα χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή των πληροφοριών, *να ερευνήσουν με ποιους τρόπους η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να γίνεται ηλεκτρονικώς, ούτως ώστε να επιταχύνεται η διαδικασία. Ωστόσο, εάν η προσπάθεια αποτύχει και το σύστημα όπως εφαρμόζεται επί του παρόντος αποδειχτεί ότι δεν συμβιβάζεται με τις πολύ διαφορετικές προθεσμίες εγγραφής στα κράτη μέλη [...], η μόνη εναλλακτική λύση θα είναι να τροποποιηθεί η οδηγία. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επέμειναν στην εφαρμογή αυτών των συστάσεων, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Εκτός από τη διανομή ενός καταλόγου με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή των δεδομένων, οι προσπάθειες εστιάστηκαν στον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να κοινοποιεί το κράτος μέλος καταγωγής (καθιέρωση ενός στερεότυπου εντύπου), στην υιοθέτηση ενός ενιαίου ηλεκτρονικού μορφότυπου ανταλλαγής πληροφοριών και στον προσδιορισμό των συγκεκριμένων τρόπων της ανταλλαγής πληροφοριών (δισκέτες υπολογιστή και/ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Επομένως, λήφθηκαν όλα τα μέτρα που προβλέπονται στο πλαίσιο της οδηγίας και πρέπει να αξιολογηθεί η απόδοσή τους κατά το 1999. Για να αξιολογηθεί σωστά η εφαρμογή του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999, μετά τις αλλαγές που έγιναν, η Επιτροπή έστειλε στα κράτη μέλη στις 12 Ιουλίου 1999 ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας κατά τις εκλογές του Ιουνίου του 1999. Στο παράρτημα 2 αναφέρονται οι εκτιμήσεις των κρατών μελών σχετικά με την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών και τη σκοπιμότητα τροποποίησης της οδηγίας ως προς αυτό το σημείο. Γενικά, τα περισσότερα κράτη μέλη (Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία) δηλώνουν ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών λειτούργησε καλύτερα από το 1994. Ωστόσο, μόνο η Αυστρία, το Βέλγιο, η Δανία και η Φινλανδία απαντούν καταφατικά στην ερώτηση κατά πόσον τα δεδομένα που έλαβαν τους επέτρεψαν να εντοπίσουν και διαγράψουν από τους εκλογικούς καταλόγους τους πολίτες που ήταν εγγεγραμμένοι σε άλλο κράτος μέλος. Η Ισπανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και η Πορτογαλία δηλώνουν ότι αυτό δεν μπόρεσε να γίνει παρά μόνο εν μέρει. Οι λόγοι που προβάλλονται γι' αυτήν την έλλειψη αποτελεσματικότητας του συστήματος είναι πολλοί και διάφοροι, και συγκεκριμένα: *ελλιπείς πληροφορίες. *οι πληροφορίες δόθηκαν καθυστερημένα. *το υλικό υπολογιστή δεν ήταν δυνατό να αναγνωστεί. *τα στοιχεία σε χαρτί δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν. *νομική αδυναμία να γίνουν αλλαγές στους εκλογικούς καταλόγους. Γενικά, τα κράτη μέλη δεν θεωρούν αναγκαία την τροποποίηση της οδηγίας όσον αφορά το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Ωστόσο, ορισμένα (Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία, Κάτω Χώρες) υπογραμμίζουν την ανάγκη να καθοριστεί ένα χρονικό διάστημα για τη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών που θα επιτρέπει σε όλα τα κράτη μέλη να διαγράφουν τα εν λόγω πρόσωπα από τους εκλογικούς τους καταλόγους. Άλλα κράτη μέλη (Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο) προτείνουν ακόμη και την κατάργηση αυτού του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και την αντικατάστασή του από σχετική δήλωση του εκλογέα. Από τις απαντήσεις που έδωσαν τα κράτη μέλη προκύπτει ότι το ισχύον σύστημα μπορεί να διατηρηθεί με κάποιες πρακτικές βελτιώσεις. Είναι ιδίως ανάγκη να προχωρήσει σε βάθος η συζήτηση σχετικά με τα δεδομένα που απαιτούνται σε κάθε κράτος μέλος για την εν λόγω εξακρίβωση, και που ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με τις διοικητικές παραδόσεις κάθε χώρας. Πρέπει επίσης να βρεθούν πρακτικές λύσεις στα προβλήματα που δημιουργούν οι χώρες που δεν διαθέτουν κεντρικό μητρώο. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών πρέπει να παραμείνει απλό, διαφορετικά θα ήταν δυσανάλογο σε σχέση με τις διαστάσεις του προβλήματος που επιδιώκει να επιλύσει. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών προέκυψαν νέα προβλήματα που κατά πάσα πιθανότητα θα επιδεινωθούν στις μελλοντικές εκλογές και πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το σοβαρότερο από τα προβλήματα αυτά, λόγω των επιπτώσεων του, είναι η διαγραφή από το κράτος μέλος καταγωγής εκλογέων που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που κοινοποίησε το κράτος μέλος διαμονής στο πλαίσιο του άρθρου 13, ενώ είχαν ήδη εγκαταλείψει το τελευταίο και είχαν επιστρέψει στο κράτος μέλος καταγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές, τα εν λόγω πρόσωπα στερήθηκαν το δικαίωμα ψήφου στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η κατάσταση αυτή πρέπει να συζητηθεί με τα κράτη μέλη, ώστε να εντοπιστούν οι αιτίες του προβλήματος και να βρεθεί μία πρακτική λύση. Πολλά κράτη μέλη επεσήμαναν την ύπαρξη κενού στην οδηγία όσον αφορά τα πρόσωπα που έχουν διπλή ιθαγένεια δύο κρατών μελών της Ένωσης. Ελλείψει σχετικών διατάξεων της οδηγίας, θα μπορούσε να προκύψει πρόβλημα διπλής ψήφου. Ωστόσο, το ζήτημα της διπλής ιθαγένειας είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, η οποία αφορά τους πολίτες της Ένωσης που διαμένουν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι. Ο πολίτης όμως που έχει διπλή ιθαγένεια, μία εκ των οποίων είναι η ιθαγένεια του κράτους μέλους διαμονής, εξ ορισμού δεν κατοικεί σε κράτος του οποίου δεν είναι υπήκοος. Εν πάσει περιπτώσει, ανεξάρτητα από το ποια είναι η πραγματική διάσταση του προβλήματος αυτού, η διπλή ιθαγένεια μπορεί να οδηγήσει σε διπλή ψήφο. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα εάν το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποφυγή του κινδύνου αυτού. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό, αν και τυπικά δεν εμπίπτει στο πεδίο της οδηγίας, πρέπει να εξεταστεί πιο εμπεριστατωμένα στο πλαίσιο των συζητήσεων με τα κράτη μέλη για το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Δύο κράτη μέλη έθιξαν το θέμα που δημιουργεί η ύπαρξη διαφορετικών συστημάτων καθορισμού της κατοικίας και που μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα ένα πρόσωπο να θεωρείται ως νόμιμος κάτοικος δύο διαφορετικών χωρών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το πρόβλημα αυτό αξίζει να αναλυθεί και να εξεταστεί σε βάθος με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. 4. Συμπεράσματα 4.1. Όσον αφορά την ενημέρωση των πολιτών Παρόλο που το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές στο κράτος μέλος διαμονής είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων και εντάσσεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης μείωσης της συμμετοχής στις εκλογές, ωστόσο οι αποκλίσεις μεταξύ των ποσοστών εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους των διαφόρων κρατών μελών είναι πολύ μεγάλες για να οφείλονται αποκλειστικά σε παράγοντες που δεν επηρεάζονται από τις εκστρατείες ενημέρωσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρόλο που τα κράτη μέλη διαθέτουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των πρακτικών τρόπων ενημέρωσης των πολιτών της Ένωσης, αυτό πρέπει να γίνεται "εγκαίρως και με την προσήκουσα μορφή". Έτσι, τα κράτη μέλη στα οποία το ποσοστό εγγραφής είναι αισθητά κατώτερο από το μέσο όρο της Ένωσης (κυρίως η Ελλάδα, η Γερμανία και η Γαλλία) πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να τηρήσουν πλήρως την υποχρέωση ενημέρωσης των κοινοτικών υπηκόων, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης πληροφόρησης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτά τα τρία κράτη μέλη πρέπει να κινηθούν από τώρα προς την κατεύθυνση αυτή. Η Επιτροπή παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη που δεν το έχουν ακόμη χρησιμοποιήσει, να εφαρμόσουν το σύστημα απευθείας και προσωπικής επαφής μέσω ταχυδρομείου με τους κοινοτικούς εκλογείς που διαμένουν στο έδαφός τους. Όσο είναι δυνατόν, τα κράτη μέλη θα έπρεπε να διευκολύνουν την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους με την αποστολή και τη συμπλήρωση σχετικού εντύπου ταχυδρομικά. Η Επιτροπή θεωρεί ότι θα πρέπει να διερευνηθούν και άλλοι τρόποι προσέγγισης, ιδίως η διάθεση στους κοινοτικούς υπηκόους ειδικών εντύπων αίτησης για εγγραφή τους στους εκλογικούς καταλόγους σε κάθε επαφή που έχουν οι πολίτες αυτοί με τις τοπικές ή εθνικές αρχές. Θα πρέπει τώρα οι προσπάθειες να εστιαστούν στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση της εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους του κράτους μέλους διαμονής, όσο και στην ενημέρωση για την ύπαρξη του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αυτή η προσπάθεια ενθάρρυνσης πρέπει να γίνεται μόνιμα, ενώ οι παραδοσιακές ενημερωτικές εκστρατείες πραγματοποιούνται μόνο κατά το διάστημα που προηγείται κάθε εκλογικής διαδικασίας. 4.2. Όσον αφορά το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών Η λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών αποδείχτηκε για μία ακόμη φορά μη ικανοποιητική. Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε δύο διαφορετικούς παράγοντες: στη μη τήρηση από ορισμένα κράτη μέλη των κανόνων που προβλέπονται για την πραγματοποίηση της ανταλλαγής και στις διατάξεις ορισμένων εκλογικών νομοθεσιών των κρατών μελών. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, θα συνεχίσει τις προσπάθειές της για τη βελτίωση στην πράξη της ανταλλαγής πληροφοριών μέσα στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Πράγματι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής δεν χρειάζεται τροποποίηση της οδηγίας, ακόμη και αν η ανταλλαγή αυτή δυσχεραίνεται λόγω της μη εναρμόνισης των προθεσμιών εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι κάθε σύστημα που καθιερώνεται πρέπει να παραμένει ανάλογο με τις διαστάσεις του προβλήματος που πρόκειται να ρυθμίσει. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 Ενημερωτική εκστρατεία >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 Λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 Σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 Ποσοστά των δυνητικών και των πραγματικών αλλοδαπών εκλογέων >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΑΝΑ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6 Συμμετοχή υπηκόων αλλων κρατών μελών της Ένωσης στην ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ πολιτική δραστηριότητα [12] [12] Πίνακας που περιέχεται στην έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 93/109/ΕΚ στις εκλογές για το ΕΚ του Ιουνίου 1994 (COM(1997) 731 τελικό). >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7 Αριθμός ψηφισάντων στο κράτος μέλος καταγωγής και στο κράτος μέλος διαμονής [13] [13] Ο πίνακας αυτός δείχνει απλώς τις γενικές τάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο εννέα κράτη μέλη έχουν κοινοποιήσει δεδομένα που αφορούν τους υπηκόους τους που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος και ψηφίζουν με βάση τους καταλόγους της χώρας καταγωγής, ενώ πέντε κράτη μέλη δεν κατένειμαν κατά εθνικότητες τα δεδομένα για τους κοινοτικούς πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους τους. >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>