Οδηγία 2002/94/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, για την θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 76/308/EΟΚ του Συμβουλίου, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 337 της 13/12/2002 σ. 0041 - 0054
Οδηγία 2002/94/ΕΚ της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 2002 για την θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 76/308/EΟΚ του Συμβουλίου, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οδηγία 76/308/EOK του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα(1), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2001/44/ΕΚ(2), και ιδίως το άρθρο 22, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Το σύστημα της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, όπως αναφέρεται στην οδηγία 76/308/ΕΟΚ, τροποποιήθηκε όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αιτούσα αρχή, την κοινοποίηση στον παραλήπτη σχετικά με τα μέσα και τις αποφάσεις που πρόκειται να εφαρμοστούν, τη λήψη των συντηρητικών μέτρων και την είσπραξη από την αρμόδια αρχή των απαιτήσεων εξ ονόματος της αιτούσας αρχής. (2) Ως προς τα θέματα αυτά η οδηγία 77/794/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1977, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη των απαιτήσεων που προκύπτουν από πράξεις που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και των γεωργικών εισφορών και των δασμών και σχετικά με το φόρο προστιθέμενης αξίας(3), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 86/489/ΕΟΚ(4), θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα. (3) Επιπλέον, πρέπει να καταρτιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τα μέσα με τα οποία θα μπορούν να διαβιβάζονται οι ανακοινώσεις μεταξύ των αρχών. (4) Για λόγους σαφήνειας, θα πρέπει να αντικατασταθεί η οδηγία 77/794/ΕΟΚ. (5) Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής είσπραξης, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1 Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 4, του άρθρου 5 παράγραφοι 2 και 3, των άρθρων 7, 8, 9, 11, του άρθρου 12 παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 14, του άρθρου 18 παράγραφος 3 και του άρθρου 25 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ. Θεσπίζει επίσης τους λεπτομερείς κανόνες για τη μετατροπή, τη μεταφορά των εισπραχθέντων ποσών, τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού για τις απαιτήσεις που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως για συνδρομή, καθώς και για τα μέσα με τα οποία μπορούν να διαβιβάζονται οι ανακοινώσεις μεταξύ των αρχών. Άρθρο 2 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται ως: 1. Διαβίβαση "μέσω ηλεκτρονικών μέσων", η διαβίβαση μέσω ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) των δεδομένων με τη χρήση καλωδίων, ασυρμάτου, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων. 2. Δίκτυο "CCN/CSI", η κοινή πλατφόρμα που στηρίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνίας (CCN) και στη Διεπαφή Κοινού Συστήματος (CSI), που αναπτύχθηκαν από την Κοινότητα προκειμένου να εξασφαλιστούν οι διαβιβάσεις με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων αρχών στον τομέα των τελωνείων και της φορολόγησης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Άρθρο 3 Η αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, διατυπώνεται γραπτώς, σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος Ι της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση που η αίτηση δεν μπορεί να αποσταλεί με ηλεκτρονικά μέσα, θα πρέπει να φέρει την επίσημη σφραγίδα της αιτούσας αρχής και να είναι υπογεγραμμένη από υπάλληλο δεόντως εξουσιοδοτημένο για την υποβολή μιας τέτοιας αίτησης. Όταν παρόμοια αίτηση έχει απευθυνθεί σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, η αιτούσα αρχή, εφόσον χρειάζεται, αναφέρει στην αίτησή της για παροχή πληροφοριών, το όνομα αυτής της αρχής. Άρθρο 4 Η αίτηση πληροφοριών μπορεί να αφορά: 1. Τον οφειλέτη. 2. Κάθε άλλο πρόσωπο υπόχρεο για την πληρωμή της απαίτησης κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας που ισχύει στο κράτος μέλος όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της (εφεξής: "το κράτος μέλος της αιτούσας αρχής"). 3. Οποιοδήποτε τρίτο μέρος που κατέχει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα σημεία 1 ή 2. Άρθρο 5 1. Η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί γραπτώς τη λήψη της αίτησης πληροφοριών εντός της συντομότερης δυνατής προθεσμίας και, οπωσδήποτε, εντός επτά ημερών από την ημέρα της λήψης αυτής. 2. Αμέσως μετά τη λήψη της αίτησης η αρμόδια αρχή καλεί, εφόσον χρειάζεται, την αιτούσα αρχή να παράσχει οποιαδήποτε αναγκαία συμπληρωματική πληροφορία. Η αιτούσα αρχή παρέχει όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες στις οποίες έχει κανονικά πρόσβαση. Άρθρο 6 1. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην αιτούσα αρχή τις ζητούμενες πληροφορίες αμέσως μόλις τις λάβει. 2. Στην περίπτωση κατά την οποία όλες ή μέρος των ζητουμένων πληροφοριών, ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι δυνατό να ληφθούν εντός εύλογης προθεσμίας, η αρμόδια αρχή πληροφορεί σχετικά την αιτούσα αρχή, αναφέροντας τους λόγους. Οπωσδήποτε, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της λήψης της αίτησης, η αρμόδια αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή για το αποτέλεσμα των ερευνών που πραγματοποίησε προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες. Στο πλαίσιο των πληροφοριών που λαμβάνει από την αρμόδια αρχή, η αιτούσα αρχή μπορεί να ζητήσει από την τελευταία να συνεχίσει τις έρευνές της. Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται γραπτώς εντός δύο μηνών από την λήψη της κοινοποίησης του αποτελέσματος των ερευνών που διεξήγαγε η αρμόδια αρχή, και εξετάζεται από αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην αρχική αίτηση. Άρθρο 7 Όταν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να μη δώσει ευνοϊκή συνέχεια στην αίτηση πληροφοριών που της έχει απευθυνθεί, κοινοποιεί γραπτώς στην αιτούσα αρχή τους λόγους που αντίκεινται στην ικανοποίηση της αίτησης και αναφέρεται ρητώς στις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ που επικαλείται. Η κοινοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται από την αρμόδια αρχή μόλις λάβει την απόφασή της και, οπωσδήποτε, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της λήψης της αίτησης. Άρθρο 8 Η αιτούσα αρχή μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποσύρει την αίτηση παροχής πληροφοριών που διαβίβασε στην αρμόδια αρχή. Η σχετική απόφαση διαβιβάζεται γραπτώς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ Άρθρο 9 Η αίτηση κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ υποβάλλεται γραπτώς σε δύο αντίτυπα, σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα II της παρούσας οδηγίας. H εν λόγω αίτηση φέρει την επίσημη σφραγίδα της αιτούσας αρχής και υπογράφεται από υπάλληλο δεόντως εξουσιοδοτημένο να υποβάλλει τέτοιου είδους αίτηση. Στην αίτηση επισυνάπτεται σε δύο αντίτυπα η πράξη ή η απόφαση της οποίας ζητείται κοινοποίηση. Άρθρο 10 Η αίτηση κοινοποίησης μπορεί να αφορά κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, πρέπει να ενημερώνεται για κάθε πράξη ή απόφαση που αφορά το πρόσωπο αυτό. Στο βαθμό που δεν αναγράφεται στην πράξη ή στην απόφαση της οποίας ζητείται κοινοποίηση, η αίτηση κοινοποίησης αναφέρεται στη διαδικασία αμφισβήτησης της απαίτησης ή της είσπραξης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής. Άρθρο 11 1. Η αιτούσα αρχή δηλώνει εγγράφως την παραλαβή της αίτησης κοινοποίησης το συντομότερο δυνατό, και οπωσδήποτε εντός επτά ημερών από την παραλαβή της. Αμέσως μετά τη λήψη της αίτησης κοινοποίησης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εφαρμόσει την κοινοποίηση αυτή, σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της. Εάν είναι αναγκαίο, αλλά χωρίς να θίγεται η τελική ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην αίτηση κοινοποίησης, η αρμόδια αρχή καλεί την αιτούσα αρχή να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες. Η αιτούσα αρχή παρέχει κάθε πρόσθετη πληροφορία στην οποία έχει κανονικά πρόσβαση. Η αρμόδια αρχή, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν αμφισβητεί την ισχύ της πράξης ή της απόφασης για την οποία ζητείται η κοινοποίηση. 2. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή για την ημερομηνία κοινοποίησης μόλις αυτή πραγματοποιηθεί, επιστρέφοντάς της ένα από τα δύο αντίγραφα της αίτησής της με δεόντως συμπληρωμένο το πιστοποιητικό στην οπίσθια όψη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ Ή ΛΗΨΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ Άρθρο 12 1. Η αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων, που αναφέρονται αντίστοιχα στα άρθρα 6 και 13 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, υποβάλλεται γραπτώς, σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος III της παρούσας οδηγίας. Η αίτηση, η οποία συμπεριλαμβάνει δήλωση ότι πληρούνται οι όροι που θεσπίζει η οδηγία 76/308/ΕΟΚ για την έναρξη της διαδικασίας αμοιβαίας συνδρομής στην συγκεκριμένη περίπτωση, φέρει την επίσημη σφραγίδα της αιτούσας αρχής και υπογράφεται από υπάλληλο δεόντως εξουσιοδοτημένο να υποβάλλει τέτοιου είδους αίτηση. 2. Ο εκτελεστός τίτλος επισυνάπτεται στην αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων. Δύναται να εκδίδεται ένας τίτλος για περισσότερες απαιτήσεις, εφόσον αφορούν το ένα και το αυτό πρόσωπο. Για την εφαρμογή των άρθρων 13 έως 20 της παρούσας οδηγίας, το σύνολο των απαιτήσεων που αποτελούν αντικείμενο του ίδιου εκτελεστού τίτλου θεωρούνται ότι συνιστούν μια μόνον απαίτηση. Άρθρο 13 Η αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων μπορεί να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 4. Άρθρο 14 1. Σε περίπτωση που το νόμισμα του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής είναι διαφορετικό από το νόμισμα του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής, η αιτούσα αρχή αναφέρει τα ποσά της απαίτησης που πρόκειται να εισπραχθούν και στα δύο νομίσματα. 2. Η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται για την εφαρμογή της παραγράφου 1, είναι η τελευταία τιμή πώλησης που έχει καταγραφεί στην πλέον αντιπροσωπευτική αγορά/ές συναλλάγματος του κράτους μέλους στο οποίο η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της κατά την ημερομηνία υπογραφής της αίτησης είσπραξης. Άρθρο 15 1. Η αρμόδια αρχή, πρέπει, γραπτώς, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός των επτά ημερών από τη λήψη της αίτησης για είσπραξη ή για συντηρητικά μέτρα: α) να γνωστοποιήσει τη λήψη της αίτησης· β) να καλέσει την αιτούσα αρχή να συμπληρώσει την αίτηση, εφόσον δεν περιέχει πληροφορίες ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ. Η αιτούσα αρχή παρέχει όλες τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση. 2. Εάν η αρμόδια αρχή δεν πραγματοποιήσει την αναγκαία πράξη εντός της περιόδου των 3 μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ πρέπει, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός επτά ημερών από τη λήξη αυτής της περιόδου, να ενημερώσει την αιτούσα αρχή για τους λόγους παράτασης της περιόδου αυτής. Άρθρο 16 Στην περίπτωση κατά την οποία όλες ή μέρος των απαιτήσεων δεν μπορούν να εισπραχθούν ή δεν μπορούν να ληφθούν συντηρητικά μέτρα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, η αρμόδια αρχή πληροφορεί σχετικά την αιτούσα αρχή, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Το αργότερο κατά το πέρας κάθε εξάμηνης περιόδου από την ημερομηνία γνωστοποίησης της λήψεως της αίτησης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή σχετικά με την κατάσταση ή το αποτέλεσμα της διαδικασίας για την είσπραξη ή για τη λήψη συντηρητικών μέτρων. Υπό το φως των πληροφοριών που έχει λάβει από την αρμόδια αρχή, η αιτούσα αρχή μπορεί να ζητήσει από την τελευταία να συνεχίσει τη διαδικασία για την είσπραξη ή για τη λήψη συντηρητικών μέτρων. Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται γραπτώς εντός δύο μηνών από την λήψη της κοινοποίησης του αποτελέσματος αυτής της διαδικασίας και εξετάζεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται για την αρχική αίτηση. Άρθρο 17 1. Κάθε αγωγή αμφισβήτησης της απαίτησης ή του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης, η οποία ασκείται στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, κοινοποιείται γραπτώς στην αρμόδια αρχή από την αιτούσα αρχή, αμέσως μόλις αυτή ενημερωθεί σχετικά. 2. Εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, δεν επιτρέπουν τη λήψη συντηρητικών μέτρων ή την είσπραξη της απαίτησης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 12, παράγραφος 2 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, η αρμόδια αρχή το κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή, το συντομότερο δυνατό, και οπωσδήποτε εντός ενός μηνός από τη λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. 3. Κάθε μέτρο, το οποίο λαμβάνεται στο κράτος μέλος στο οποίο η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, για επιστροφή εισπραχθέντων ποσών ή για αποζημίωση, σε σχέση με την είσπραξη αμφισβητούμενων απαιτήσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, κοινοποιείται στην αιτούσα αρχή εγγράφως από την αρμόδια αρχή αμέσως μετά την ενημέρωσή της για την ενέργεια αυτή. Η αρμόδια αρχή επιδιώκει, στο μέτρο του δυνατού, την συμμετοχή της αιτούσας αρχής στις διαδικασίες καθορισμού του προς επιστροφή ποσού και της οφειλόμενης αποζημίωσης. Μετά από αιτιολογημένη αίτηση της αρμόδιας αρχής, η αιτούσα αρχή μεταφέρει τα επιστραφέντα ποσά και την καταβληθείσα αποζημίωση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της εν λόγω αίτησης. Άρθρο 18 1. Αν η αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων καθίσταται άκυρη λόγω πληρωμής της απαίτησης ή λόγω ακύρωσής της ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η αιτούσα αρχή ενημερώνει αμέσως γραπτώς την αρμόδια αρχή, ώστε η τελευταία να σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια έχει αρχίσει. 2. Όταν το ποσό της απαίτησης που αποτέλεσε αντικείμενο της αίτησης είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων τροποποιείται για οποιονδήποτε λόγο, η αιτούσα αρχή ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή γραπτώς, και εφόσον κριθεί αναγκαίο εκδίδει νέο εκτελεστό τίτλο. 3. Αν η τροποποίηση οδηγεί σε μείωση του ποσού της απαίτησης, η αρμόδια αρχή συνεχίζει την ενέργεια την οποία έχει αρχίσει για την είσπραξη ή τη λήψη συντηρητικών μέτρων, αλλά η ενέργεια περιορίζεται στο απλήρωτο ποσό. Εάν, τη στιγμή που η αρμόδια αρχή ενημερώνεται για τη μείωση του ποσού της απαίτησης, ποσό που υπερβαίνει το απλήρωτο ποσό έχει ήδη εισπραχθεί από αυτήν αλλά δεν έχει ακόμα αρχίσει η διαδικασία μεταφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 19, η αρμόδια αρχή επιστρέφει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον του κανονικού στο πρόσωπο που το δικαιούται. 4. Αν η τροποποίηση οδηγεί σε αύξηση του ποσού της απαίτησης, η αιτούσα αρχή απευθύνει το συντομότερο δυνατό, στην αρμόδια αρχή συμπληρωματική αίτηση είσπραξης ή λήψης συντηρητικών μέτρων. Η συμπληρωματική αυτή αίτηση εξετάζεται από την αρμόδια αρχή, στο μέτρο του δυνατού, μαζί με την αρχική αίτηση της αιτούσας αρχής. Όταν, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο της διαδικασίας, είναι αδύνατη ενοποίηση της συμπληρωματικής αίτησης με την αρχική, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να δώσει συνέχεια στην συμπληρωματική αίτηση, μόνο όταν αυτή αφορά ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2. 5. Για την μετατροπή του τροποποιημένου ποσού της απαίτησης στο νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, η αιτούσα αρχή εφαρμόζει την συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποίησε για την αρχική της αίτηση. Άρθρο 19 Κάθε εισπραττόμενο από την αρμόδια αρχή ποσό, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των τόκων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, μεταφέρεται στην αιτούσα αρχή στο νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της. Η μεταφορά αυτή γίνεται εντός του μηνός που ακολουθεί την ημερομηνία πραγματοποίησης της είσπραξης. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συμφωνούν διάφορες ρυθμίσεις για τη μεταφορά ποσών μικρότερων από το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 20 Ανεξάρτητα από τα ποσά που εισπράττονται από την αρμόδια αρχή για τόκους, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, η απαίτηση θεωρείται ότι εισπράχθηκε κατά το ποσό που εκφράζεται σε εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους όπου η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, με βάση την τιμή συναλλάγματος που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ Άρθρο 21 1. Όλες οι πληροφορίες που ανακοινώνονται γραπτώς σύμφωνα με την παρούσα οδηγία πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να διαβιβάζονται μόνο με ηλεκτρονικά μέσα, με εξαίρεση: α) την αίτηση για κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, καθώς και την πράξη ή την απόφαση για την οποία ζητείται κοινοποίηση· β) την αίτηση για είσπραξη ή για λήψη συντηρητικών μέτρων που αναφέρονται αντίστοιχα στο άρθρο 16 και 13 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, καθώς και τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεσή της. 2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συμφωνήσουν να παραιτηθούν από τη γραπτή ανακοίνωση των αιτήσεων και των πράξεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Άρθρο 22 Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία κεντρική υπηρεσία με κύρια αρμοδιότητα την επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα με τα άλλα κράτη μέλη. Αυτή η υπηρεσία συνδέεται με το δίκτυο CCN/CSI. Όταν υπάρχουν διάφορες διορισμένες αρχές σε ένα κράτος μέλος για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η κεντρική υπηρεσία είναι αρμόδια για την αποστολή όλων των ανακοινώσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ αυτών των αρχών και των κεντρικών υπηρεσιών άλλων κρατών μελών. Άρθρο 23 1. Όταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συλλέγουν πληροφορίες σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων και ανταλλάσσουν τις πληροφορίες αυτές με ηλεκτρονικά μέσα, πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι κάθε πληροφορία που έχει ανακοινωθεί σε οποιαδήποτε μορφή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, είναι εμπιστευτικού χαρακτήρα. Καλύπτεται από το επαγγελματικό απόρρητο και τυγχάνει της προστασίας που προβλέπεται για τέτοιου είδους πληροφορίες από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο περιήλθαν. 2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διατίθενται μόνο σε πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ. Οι πληροφορίες αυτές είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται σε συνάρτηση με διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, που έχουν κινηθεί για την είσπραξη εισφορών, δασμών, φόρων και άλλων μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ. Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την αρχή διαπίστευσης της ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δύνανται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης των δικτύων CCN/CSI. 3. Όταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών επικοινωνούν με ηλεκτρονικά μέσα, πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι όλες οι ανακοινώσεις έχουν δεόντως εγκριθεί. Άρθρο 24 Πληροφορίες και άλλα στοιχεία που ανακοινώνονται από την αρμόδια αρχή στην αιτούσα αρχή συντάσσονται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής ή σε μια άλλη γλώσσα που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της αιτούσας και της αρμόδιας αρχής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΕΠΙΛΕΞΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΡΝΗΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ Άρθρο 25 1. Αίτηση συνδρομής δύναται να υποβληθεί από την αιτούσα αρχή είτε για μία και μόνη απαίτηση, είτε για περισσότερες απαιτήσεις, εφόσον αυτές βαρύνουν το ίδιο πρόσωπο. 2. Δεν δύναται να υποβληθεί αίτηση για συνδρομή εάν το συνολικό ποσό της σχετικής απαίτησης ή απαιτήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ είναι κατώτερο από 1500 ευρώ. Άρθρο 26 Όταν η αρμόδια αρχή αποφασίζει, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 14 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ, να αρνηθεί μία αίτηση για συνδρομή, κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή γραπτώς τους λόγους της άρνησης. Η κοινοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται από την αρμόδια αρχή μόλις λάβει την απόφασή της και, οπωσδήποτε, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία λήψης της αίτησης για συνδρομή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIΙ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΕΞΟΔΩΝ Άρθρο 27 Κάθε κράτος μέλος διορίζει τουλάχιστον έναν υπάλληλο δεόντως εξουσιοδοτημένο να διακανονίζει την απόδοση εξόδων βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ. Άρθρο 28 1. Όταν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να ζητήσει διακανονισμό απόδοσης εξόδων, πρέπει να κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή γραπτώς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η είσπραξη της απαίτησης θέτει κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, συνεπάγεται ιδιαίτερα μεγάλο κόστος ή έχει σχέση με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Η αρμόδια αρχή επισυνάπτει λεπτομερή εκτίμηση των εξόδων των οποίων ζητά την απόδοση από την αιτούσα αρχή. 2. Η αιτούσα αρχή γνωστοποιεί τη λήψη της αίτησης για απόδοση γραπτώς το συντομότερο δυνατό και, οπωσδήποτε, εντός επτά ημερών από την ημέρα της λήψης. Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της λήψης της εν λόγω αίτησης, η αιτούσα αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή αν και σε ποιο βαθμό συμφωνεί με τους προτεινόμενους διακανονισμούς απόδοσης. 3. Αν η αιτούσα αρχή και η αρμόδια αρχή δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τους διακανονισμούς απόδοσης, η αρμόδια αρχή συνεχίζει τις διαδικασίες είσπραξης κατά τον συνήθη τρόπο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 29 Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή πριν από τις 15 Μαρτίου κάθε χρόνου, κατά το δυνατό με ηλεκτρονικά μέσα, για τη χρήση των διαδικασιών που αναφέρονται στην οδηγία 76/308/ΕΟΚ καθώς και για τα αποτελέσματα που επέτυχε κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα IV της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 30 Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως την 30ή Απριλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις οι τελευταίες αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή να συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Τα κράτη μέλη ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η αναφορά αυτή. Άρθρο 31 Η Επιτροπή ανακοινώνει στα άλλα κράτη μέλη τα μέτρα τα οποία έχει λάβει κάθε κράτος μέλος για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το όνομα και τη διεύθυνση των αρμόδιων αρχών για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, καθώς και τους υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί για διακανονισμούς βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 78/308/ΕΟΚ. Άρθρο 32 Η οδηγία 77/794/EΟΚ καταργείται. Οι αναφορές στην καταργηθείσα οδηγία θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία. Άρθρο 33 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 34 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, 9 Δεκεμβρίου 2002. Για την Επιτροπή Frederik Bolkestein Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ L 73 της 19.3.1976, σ. 18. (2) ΕΕ L 175 της 28.6.2001, σ. 17. (3) ΕΕ L 333 της 24.12.1977, σ. 11. (4) ΕΕ L 283 της 4.10.1986, σ. 23. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I >PIC FILE= "L_2002337EL.004702.TIF"> >PIC FILE= "L_2002337EL.004801.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II >PIC FILE= "L_2002337EL.004902.TIF"> >PIC FILE= "L_2002337EL.005001.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III >PIC FILE= "L_2002337EL.005102.TIF"> >PIC FILE= "L_2002337EL.005201.TIF"> >PIC FILE= "L_2002337EL.005301.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV >PIC FILE= "L_2002337EL.005402.TIF">