32000D0375

Απόφαση του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για την καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 138 της 09/06/2000 σ. 0001 - 0004


Απόφαση του Συμβουλίου

της 29ης Μαΐου 2000

για την καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ

(2000/375/ΔΕΥ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο γ),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(1),

την πρωτοβουλία της Δημοκρατίας της Αυστρίας,

λαμβάνοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με τους ανηλίκους που είναι θύματα βίας(2), της 12ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τα μέτρα προστασίας των ανηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση(3), της 24ης Απριλίου 1997, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για το παράνομο και θλιβερό περιεχόμενο στο Ίντερνετ(4), και, της 6ης Νοεμβρίου 1997, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την καταπολέμηση του παιδεραστικού σεξουαλικού τουρισμού και με το μνημόνιο για τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της παιδεραστίας και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών(5),

έχοντας κατά νου τη δήλωση και το πρόγραμμα δράσης, που εγκρίθηκαν ομοφώνως από τους συνέδρους του παγκόσμιου συνεδρίου για την σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών για εμπορικούς σκοπούς, που διεξήχθη στη Στοκχόλμη τον Αύγουστο του 1996, καθώς και τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της ευρωπαϊκής διάσκεψης, που διεξήχθη στο Στρασβούργο τον Απρίλιο του 1998 και αποτέλεσε τη συνέχειά του,

έχοντας κατά νου τη ευρωπαϊκή σύμβαση διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και ιδίως τα άρθρα 2, 3 και 10 παράγραφος 2,

υπενθυμίζοντας την ευρωπαϊκή σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 25 Ιανουαρίου 1996, και ιδίως τα άρθρα 1, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 15,

έχοντας υπόψη την οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμά της 217 Α ΙΙΙ της 10ης Δεκεμβρίου 1948 στο Παρίσι, και ιδίως τα άρθρα 2, 3, 7, 25, και 26,

υπενθυμίζοντας το άρθρο 34 της σύμβασης της 20ής Νοεμβρίου 1989, για τα δικαιώματα του παιδιού,

έχοντας κατά νου την κοινή δράση 96/70/ΔΕΥ, του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1996, για την κατάρτιση προγράμματος ενθάρρυνσης και ανταλλαγών μεταξύ των υπευθύνων για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών(6),

έχοντας κατά νου το ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 1995, για το παράνομο και επιβλαβές περιεχόμενο του Ίντερνετ(7),

έχοντας κατά νου την κοινή δράση 97/154/ΔΕΥ, της 24ης Φεβρουαρίου 1997, που ενέκρινε το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών(8),

έχοντας κατά νου την απόφαση του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, για τη συμπλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων περί του οποίου το παράρτημα της σύμβασης Ευρωπόλ(9), και λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση που υιοθέτησε το Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του της 3ης Δεκεμβρίου 1998,

λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση που ενέκρινε το Συμβούλιο, στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, για την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας οπτικοακουστικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφόρησης μέσω της προώθησης εθνικών πλαισίων με σκοπό την επίτευξη συγκρίσιμου και αποτελεσματικού επιπέδου προστασίας των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας(10),

υπενθυμίζοντας το σχέδιο δράσης που υιοθέτησε το Συμβούλιο, στις 28 Απριλίου 1997, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος(11), που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ τον Ιούνιο του 1997, και τις δέκα αρχές της ομάδας G8 όσον αφορά το έγκλημα που συνδέεται με την υψηλή τεχνολογία, οι οποίες ελήφθησαν υπό σημείωση από το Συμβούλιο στις 19 Μαρτίου 1998 καθώς και τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης της 11ης και 12ης Δεκεμβρίου 1998 για την εξασφάλιση αποτελεσματικής συνέχειας στις πρωτοβουλίες προστασίας των παιδιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ιδίως στον τομέα της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ,

λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση αριθ. 276/1999/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1999, για ένα πολυετές κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ασφαλέστερης χρήσης του Ίντερνετ μέσω της καταπολέμησης του παράνομου και βλαβερού περιεχομένου στα παγκόσμια δίκτυα(12),

υπενθυμίζοντας την κοινή θέση 1999/364/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Μαϊου 1999, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο(13),

έκτιμώντας ότι, η εμπορία ανθρώπων και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών αποτελούν σοβαρή παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, και, ιδίως, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,

έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι, η σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών και η παραγωγή, επεξεργασία, κατοχή και διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά μπορούν να συνιστούν σημαντικές μορφές του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, των οποίων η εξάπλωση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκαλεί συνεχώς αύξουσα ανησυχία,

πεπεισμένο ότι, ο σεβασμός στη σωματική και συναισθηματική ακεραιότητα των παιδιών και η προστασία των θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης, συνιστούν θέματα θεμελιώδους σημασίας και επιβάλλεται, κατά συνέπεια, να ευρίσκονται στο επίκεντρο μέριμνας της Ένωσης,

έχοντας συνείδηση της ανάγκης περαιτέρω μέτρων της Ένωσης για την προαγωγή της ασφαλούς χρήσης του Ίντερνετ,

προκειμένου να εμποδιστεί και να καταπολεμηθεί η σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών, και, ιδίως, η παραγωγή, επεξεργασία, κατοχή και διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά μέσω του Ίντερνετ,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

1. Στα πλαίσια της απόφασης αριθ. 276/1999/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και προκειμένου να εντατικοποιηθούν τα μέτρα πρόληψης και καταπολέμησης της παραγωγής, επεξεργασίας, κατοχής και διανομής πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά καθώς και προώθησης της αποτελεσματικής διερεύνησης και δίωξης ποινικών αδικημάτων που διαπράττονται στον τομέα αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ενθαρρύνουν τους χρήστες του Ίντερνετ να ενημερώνουν τις αρχές επιβολής του νόμου, είτε άμεσα είτε έμμεσα, για εικαζόμενη διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά μέσω του Ίντερνετ, εάν υποπέσει στην αντίληψή τους τέτοιο υλικό. Οι χρήστες του Ίντερνετ ενημερώνονται για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να έλθουν σε επαφή με τις αρχές επιβολής του νόμου ή με μονάδες που διατηρούν ιδιαιτέρως καλές σχέσεις με τις αρχές επιβολής του νόμου, ώστε να μπορέσουν οι εν λόγω αρχές να ασκήσουν το καθήκον τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ.

2. Όπου είναι αναγκαίο, και λαμβάνοντας υπόψη τη διοικητική δομή εκάστου κράτους μέλους, ένα μέτρο για την προώθηση της αποτελεσματικής διερεύνησης και δίωξης των αδικημάτων στον τομέα αυτό μπορεί να είναι η σύσταση ειδικευμένων ομάδων, στα πλαίσια των αρχών επιβολής του νόμου, με ειδική εμπειρία και τα μέσα που απαιτούνται ώστε να είναι ικανές να αντιδράσουν ταχέως στις πληροφορίες για εικαζόμενη παραγωγή, επεξεργασία, κατοχή και διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά.

3. Τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι αρχές επιβολής του νόμου να ενεργούν ταχέως, όποτε λαμβάνουν πληροφορίες για εικαζόμενη παραγωγή, επεξεργασία, κατοχή και διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά. Οι αρχές επιβολής του νόμου δύνανται να αναβάλλουν την ανάληψη δράσης σε περιπτώσεις και επί όσο χρόνο θα επιβαλλόταν τούτο για λόγους τακτικής, όπως π.χ, για να πλήξουν τους εγκεφάλους των εγκληματικών πράξεων ή να εντοπίσουν τα δίκτυα (κυκλώματα παιδικής πορνογραφίας).

Άρθρο 2

1. Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν την ευρύτερη και ταχύτερη δυνατή συνεργασία ώστε να διευκολύνουν την αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη ποινικών αδικημάτων που αφορούν την παιδική πορνογραφία στο Ίντερνετ σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις και συμφωνίες.

2. Προκειμένου να εξασφαλίζεται έγκαιρη και αποτελεσματική αντίδραση σε αυτά τα αδικήματα, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν μεταξύ τους τα ήδη συσταθέντα σημεία επαφής που λειτουργούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως και αποτελούνται από εξειδικευμένο προσωπικό καθώς και τις ειδικευμένες ομάδες που μνημονεύονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για ανταλλαγή πληροφοριών και περαιτέρω επαφές μεταξύ των κρατών μελών. Τα σημεία επαφής, που έχουν ήδη συσταθεί για να αναλάβουν άλλα καθήκοντα, μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται γι' αυτόν το σκοπό. Χρησιμοποιούνται επίσης υπάρχοντες δίαυλοι επικοινωνίας, όπως η Ευρωπόλ και η Ιντερπόλ.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στο πλαίσιο της εντολής της, να ενημερώνεται η Ευρωπόλ για εικαζόμενες υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας.

4. Τα κράτη μέλη, σε κατάλληλη συνεργασία με την Ευρωπόλ, εξετάζουν το ενδεχόμενο διοργάνωσης τακτικών συνεδριάσεων των αρμόδιων αρχών των ειδικευμένων στην καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ, με σκοπό την προώθηση της γενικής ανταλλαγής πληροφοριών, την ανάλυση της κατάστασης και το συντονισμό των επιχειρησιακών ποινικών μέτρων.

5. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου την οργανωτική του μονάδα ή τις μονάδες του που ενεργούν ως σημεία επαφής δυνάμει της παραγράφου 2. Η Γενική Γραμματεία ενημερώνει όλα τα άλλα κράτη μέλη για τα εν λόγω σημεία επαφής.

Άρθρο 3

Τα κράτη μέλη, ενώ αρχίζουν εποικοδομητικό διάλογο με τη βιομηχανία, εξετάζουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, εκούσιας ή νομικά δεσμευτικής φύσης, για την εξάλειψη της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ. Ιδίως, τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν τις εμπειρίες τους σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν λάβει για την εξάλειψη της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ. Εξετάζουν, στο πλαίσιο αυτό, τα ακόλουθα μέτρα με τα οποία παροτρύνουν τις υπηρεσίες που παρέχουν πρόσβαση στο Ίντερνετ:

α) να συμβουλεύονται τις αρμόδιες μονάδες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ή τις ομάδες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, σχετικά με το υλικό παιδικής πορνογραφίας για το οποίο έχουν λάβει πληροφορίες ή γνωρίζουν και το οποίο διανέμεται μέσω αυτών·

β) να αποσύρουν από την κυκλοφορία υλικό παιδικής πορνογραφίας για το οποίο έχουν λάβει πληροφορίες ή γνωρίζουν και το οποίο διανέμεται μέσω αυτών, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές ορίσουν άλλως·

γ) σύμφωνα με το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 1995, σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών(14), να διατηρούν τα στοιχεία που σχετίζονται με τη διακίνηση, όπου μπορεί να εφαρμοστεί και είναι τεχνικώς δυνατό, ιδίως προς το σκοπό άσκησης ποινικής δίωξης σε περίπτωση όπου υπάρχει η υποψία σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, καθώς και παραγωγής, επεξεργασίας και διανομής πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά, για όσο διάστημα προβλέπει η ισχύουσα εθνική νομοθεσία προκειμένου να τίθενται τα στοιχεία αυτά στη διάθεση των ποινικών διωκτικών αρχών, προς εξέταση, σύμφωνα με τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανόνες·

δ) να δημιουργούν τα δικά τους συστήματα ελέγχου προκειμένου να καταπολεμηθεί η παραγωγή, επεξεργασία, κατοχή και διανομή πορνογραφικού υλικού με θέμα παιδιά.

Άρθρο 4

Τα κράτη μέλη εξακριβώνουν τακτικά κατά πόσον οι τεχνολογικές εξελίξεις απαιτούν, προς διατήρηση της αποτελεσματικότητας της καταπολέμησης της παιδικής πορνογραφίας στο Ίντερνετ, την τροποποίηση της ποινικής τους δικονομίας, εντός των ορίων τήρησης των βασικών αρχών της, και, αναλόγως των αναγκών, εισάγουν προς τούτο κατάλληλη νέα νομοθεσία.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη, σε επαφή με τη βιομηχανία, συνεργάζονται ανταλλάσσοντας τις εμπειρίες τους και ενθαρρύνοντας, εάν είναι εφικτό, την παραγωγή φίλτρων και άλλων τεχνικών μέσων για την παρεμπόδιση και τον εντοπισμό της διανομής υλικού παιδικής πορνογραφίας.

Άρθρο 6

1. Το Συμβούλιο εξετάζει σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την κοινή δράση 97/154/ΔΕΥ καθώς και την αποτελεσματικότητα των μέτρων που προτείνονται στην παρούσα απόφαση.

2. Η εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με την κοινή δράση 97/827/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1997, για τη δημιουργία μηχανισμού αξιολόγησης της εφαρμογής και της υλοποίησης σε εθνικό επίπεδο των διεθνών υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος(15), υπό την επιφύλαξη των ακόλουθων:

α) οι ομάδες αξιολόγησης αποτελούνται από δύο εμπειρογνώμονες·

β) πραγματοποιείται επιτόπια αξιολόγηση, προς αποφυγή χρονοβόρων διαδικασιών.

3. Η αξιολόγηση που προβλέπεται στον τίτλο IV μέρος Β της κοινής δράσης 97/154/ΔΕΥ, δεν πραγματοποιείται. Αντικαθίσταται από την αξιολόγηση που περιγράφεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

4. Βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στη διάρκεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το Συμβούλιο εξετάζει την πιθανή λήψη περαιτέρω μέτρων προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών.

Άρθρο 7

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται στο Γιβραλτάρ.

Άρθρο 8

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση υλοποιούνται από τα κράτη μέλη το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000.

Βρυξέλλες, 29 Μαΐου 2000.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. Costa

(1) Γνώμη η οποία διατυπώθηκε στις 11 Απριλίου 2000 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2) ΕΕ C 320 της 28.10.1996, σ. 190.

(3) ΕΕ C 20 της 20.1.1997, σ. 170.

(4) ΕΕ C 150 της 19.5.1997, σ. 38.

(5) ΕΕ C 358 της 24.11.1997, σ. 37.

(6) ΕΕ L 322 της 12.12.1996, σ. 7.

(7) ΕΕ C 70 της 6.3.1997, σ. 1.

(8) ΕΕ L 63 της 4.3.1997, σ. 2.

(9) ΕΕ C 26 της 30.1.1999, σ. 21.

(10) ΕΕ L 270 της 7.10.1998, σ. 48.

(11) ΕΕ C 251 της 15.8.1997, σ. 1.

(12) ΕΕ L 33 της 6.2.1999, σ. 1.

(13) ΕΕ L 142 της 5.6.1999, σ. 1.

(14) ΕΕ C 329 της 4.11.1996, σ. 1.

(15) ΕΕ L 344 της 15.12.1997, σ. 7.


Υπεύθυνη για τη διαχείριση είναι η Υπηρεσία Εκδόσεων