Κανονισμός(ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1997 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 117 της 07/05/1997 σ. 0001 - 0008
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 820/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης Απριλίου 1997 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 43, την πρόταση της Επιτροπής (1), τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3), Εκτιμώντας: ότι η αγορά του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το κρέας αποσταθεροποιήθηκε λόγω της κρίσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών 7 ότι είναι ανάγκη να αποκατασταθεί η σταθερότητα της αγοράς αυτής 7 ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την αποκατάσταση αυτή είναι η βελτίωση της διαφάνειας των όρων παραγωγής και εμπορίας αυτών των προϊόντων, ιδίως όσον αφορά την ανιχνευσιμότητα 7 ότι, για το σκοπό αυτό, είναι ουσιώδες, αφενός, να θεσπισθεί ένα αποτελεσματικότερο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών στο στάδιο της παραγωγής και, αφετέρου, να δημιουργηθεί ένα ειδικό σύστημα επισήμανσης στον τομέα του βοείου κρέατος, βασιζόμενο σε αντικειμενικά κριτήρια στο στάδιο της εμπορίας 7 ότι, από τις ίδιες τις εγγυήσεις που θα παράσχει αυτή η βελτίωση, θα εκπληρωθούν επίσης ορισμένες απαιτήσεις γενικού ενδιαφέροντος, όπως η προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων 7 ότι, επομένως, θα ενθαρρυνθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην ποιότητα του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το κρέας 7 ότι το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (4), ορίζει ότι τα ζώα που προορίζονται για ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει, αφενός, να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας και, αφετέρου, να καταγράφονται κατά τρόπο που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της εκμετάλλευσης ή του κέντρου ή οργανισμού καταγωγής ή διέλευσης και ότι, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, τα συστήματα αυτά αναγνώρισης και καταγραφής πρέπει να επεκταθούν και στη διακίνηση των ζώων στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους 7 ότι το άρθρο 14 της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποιήσεως των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ (5), ορίζει ότι η αναγνώριση και η καταγραφή των ζώων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ πρέπει, εκτός εάν πρόκειται για ζώα που προορίζονται για σφαγή και για καταγεγραμμένα ιπποειδή, να διενεργείται μετά την εκτέλεση των εν λόγω ελέγχων 7 ότι η διαχείριση ορισμένων καθεστώτων κοινοτικών ενισχύσεων στο γεωργικό τομέα απαιτεί την ατομική αναγνώριση ορισμένων ειδών ζώων 7 ότι, επομένως, τα συστήματα αναγνώρισης και καταγραφής πρέπει να είναι κατάλληλα για την εφαρμογή και τον έλεγχο των μέτρων αυτών 7 ότι είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί η ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών για την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού 7 ότι οι κοινοτικές διατάξεις θεσπίζονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με τη Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων (6) και από την οδηγία 89/608/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1989, για την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία των αρχών αυτών με την Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κτηνιατρικής και ζωοτεχνικής νομοθεσίας (7) 7 ότι οι ισχύοντες κανόνες για την αναγνώριση και καταγραφή των βοοειδών θεσπίζονται στην οδηγία 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και καταγραφή των ζώων (8) 7 ότι η πείρα δείχνει ότι η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας για τα βοοειδή δεν υπήρξε πλήρως ικανοποιητική και χρειάζεται περαιτέρω βελτίωση 7 ότι, επομένως, είναι ανάγκη να εκδοθεί κανονισμός ειδικά για τα βοοειδή ώστε να ενισχυθούν οι διατάξεις της οδηγίας αυτής 7 ότι, για να γίνει αποδεκτή η εισαγωγή βελτιωμένου συστήματος αναγνώρισης, είναι ουσιαστικής σημασίας να μην επιβληθούν στον παραγωγό υπερβολικές γραφειοκρατικές απαιτήσεις 7 ότι πρέπει να προβλεφθούν εφικτές προθεσμίες εφαρμογής 7 ότι, για τον ταχύ και ακριβή εντοπισμό των ζώων για λόγους ελέγχου των καθεστώτων κοινοτικών ενισχύσεων, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να δημιουργήσει ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων στο οποία θα καταγράφεται η ταυτότητα του ζώου, όλες οι εκμεταλλεύσεις οι οποίες ευρίσκονται στην επικράτειά του και οι μετακινήσεις των ζώων, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 97/12/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997, για την τροποποίηση και την ενημέρωση της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου του τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών (9), η οποία ορίζει επακριβώς τις υγειονομικές επιταγές όσον αφορά το εν λόγω αρχείο δεδομένων 7 ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα για να δημιουργηθούν οι τεχνικές προϋποθέσεις που εγγυώνται τη βέλτιστη επικοινωνία του παραγωγού με το αρχείο δεδομένων και τη γενική χρήση των αρχείων δεδομένων 7 ότι, για να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των μετακινήσεων των βοοειδών, πρέπει τα ζώα να επισημαίνονται με ενώτιο το οποίο τοποθετείται σε κάθε αυτί και να συνοδεύονται καταρχήν από διαβατήριο καθόλη τη διάρκεια οποιασδήποτε μετακίνησης 7 ότι τα χαρακτηριστικά του ενωτίου και του διαβατηρίου πρέπει να καθοριστούν σε κοινοτικό επίπεδο 7 ότι πρέπει να εκδίδεται καταρχήν διαβατήριο για κάθε ζώο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί ενώτια 7 ότι τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες ζώα, σύμφωνα με την οδηγία 91/496/ΕΟΚ, πρέπει να ανταποκρίνονται στις ίδιες απαιτήσεις αναγνώρισης 7 ότι κάθε ζώο πρέπει να διατηρεί τα ενώτιά του για όλη τη διάρκεια της ζωής του 7 ότι η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος, βάσει των σχετικών εργασιών του Κοινού Κέντρου Ερευνών, τη δυνατότητα της χρησιμοποίησης ηλεκτρονικών μέσων για την αναγνώριση των ζώων 7 ότι οι κάτοχοι ζώων, εξαιρουμένων των μεταφορέων, πρέπει να τηρούν μητρώο των ζώων που ευρίσκονται στις εκμεταλλεύσεις τους 7 ότι τα χαρακτηριστικά του μητρώου αυτού πρέπει να καθορισθούν σε κοινοτικό επίπεδο 7 ότι η αρμόδια αρχή πρέπει, κατόπιν αιτήσεώς της, να έχει πρόσβαση στα μητρώα αυτά 7 ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καλύπτουν τις δαπάνες εφαρμογής αυτών των μέτρων από το σύνολο του τομέα των βοειδών 7 ότι θα πρέπει να ορισθούν οι αρχές ή η αρχή που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή κάθε τίτλου του παρόντος κανονισμού 7 ότι, στα πλαίσια του συστήματος επισήμανσης που καθορίζεται από τον παρόντα κανονισμό, ως βόειο κρέας νοούνται ορισμένα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (10) 7 ότι, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, το σύστημα επισήμανσης είναι προαιρετικό για τους επιχειρηματίες και τις οργανώσεις εμπορίας του βοείου κρέατος, κατά την έννοια ότι, σε περίπτωση που οι εν λόγω επιχειρηματίες και οργανώσεις επιθυμούν να προβούν σε επισήμανση του βοείου κρέατος, υποχρεούνται να το πράττουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό 7 ότι, πρέπει να θεσπιστεί ένα υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος το οποίο θα είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κράτη μέλη από 1ης Ιανουαρίου 2000 7 ότι αυτό το υποχρεωτικό σύστημα δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους να αποφασίσει να εφαρμόσει το εν λόγω σύστημα μόνον προαιρετικά για το βόειο κρέας που τίθεται σε εμπορία σ' αυτό το ίδιο κράτος μέλος 7 ότι το σύστημα επισήμανσης το οποίο προβλέπει ο παρών κανονισμός πρέπει να παραμείνει εν ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999 7 ότι, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να καταστήσουν το σύστημα υποχρεωτικό σε ορισμένες περιστάσεις 7 ότι οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν πρέπει να υπονομεύουν την υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία στους τομείς επισήμανσης και ελέγχου των τροφίμων, προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης, προστασίας των βεβαιώσεων ιδιοτυπίας των γεωργικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης, προστασίας των βεβαιώσεων ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων, των μέτρων προώθησης και εμπορίας του βοείου κρέατος ποιότητας και των κανόνων που αφορούν τα υγειονομικά προβλήματα που επηρεάζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας 7 ότι η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου συστήματος επισήμανσης εξαρτάται από τη δυνατότητα συσχέτισης μεταξύ του βοείου κρέατος που φέρει τη σχετική ετικέτα και του ζώου ή των ζώων από τα οποία προέρχεται 7 ότι τα σχετικά με την επισήμανση μέτρα που θεσπίζει ένας επιχειρηματίας ή μια οργάνωση πρέπει να γίνονται αποδεκτά μόνον εφόσον έχει υποβληθεί προδιαγραφή στην αρμόδια αρχή και έχει εγκριθεί από αυτήν 7 ότι, για να προσδιορισθεί σωστά ο υπεύθυνος για τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις δικαιούνται να προβαίνουν σε επισήμανση του βοείου κρέατος, μόνον εάν στην ετικέτα περιλαμβάνεται το όνομα ή το λογότυπο της επισήμανσής τους 7 ότι ενδείκνυται να καθοριστεί το είδος των πληροφοριών που μπορούν να περιέχονται στην ετικέτα 7 ότι οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις που εισάγουν από τρίτες χώρες βόειο κρέας στην Κοινότητα μπορούν επίσης να προβαίνουν σε επισήμανση των προϊόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό 7 ότι θα πρέπει επομένως να προβλεφθούν διατάξεις ώστε το εισαγόμενο βόειο κρέας να συμπεριληφθεί στο σύστημα επισήμανσης 7 ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα τα σχετικά με την επισήμανση του εισαγόμενου βοείου κρέατος είναι εξίσου αξιόπιστα με τα ισχύοντα για το κοινοτικό βόειο κρέας 7 ότι, για να παρασχεθούν εγγυήσεις για την αξιοπιστία των μέτρων που προβλέπει ο παρών κανονισμός, είναι ανάγκη να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου 7 ότι οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να διεξάγονται με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε ελέγχων μπορεί να διενεργήσει η Επιτροπή κατ' αναλογία του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11) 7 ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να έχουν δικαίωμα ανάκλησης της έγκρισής τους για κάθε προδιαγραφή σε περίπτωση παρατυπιών 7 ότι θα πρέπει να προβλεφθούν οι κατάλληλες κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΤΙΤΛΟΣ Ι Αναγνώριση και καταγραφή βοοειδών Άρθρο 1 1. Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει, σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο, σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών (καλουμένων στο εξής «ζώα»). 2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με τη επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων οι οποίοι μπορούν να εκπονηθούν για την εκρίζωση ή καταπολέμηση νόσων, και με την επιφύλαξη της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92. Ωστόσο, οι διατάξεις της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ που αφορούν ειδικά τα βοοειδή δεν εφαρμόζονται πλέον από την ημερομηνία κατά την οποία τα ζώα αυτά πρέπει να αναγνωριστούν σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο. Άρθρο 2 Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, νοείται ως: - «ζώο»: βοοειδές, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 97/12/ΕΚ, - «εκμετάλλευση»: κάθε εγκατάσταση, κτίσμα ή, στην περίπτωση υπαίθριας εκμετάλλευσης, κάθε τόπος όπου κρατούνται, εκτρέφονται ή διατηρούνται ζώα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, και που ευρίσκονται εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους, - «κάτοχος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι, μόνιμα ή προσωρινά, υπεύθυνο για τα ζώα ακόμα και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους ή σε αγορά, - «αρμόδια αρχή»: η κεντρική αρχή ή οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες είναι υπεύθυνες ή επιφορτισμένες με τη διενέργεια των κτηνιατρικών ελέγχων και την εφαρμογή του παρόντος τίτλου ή οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 για τον έλεγχο των πριμοδοτήσεων. Άρθρο 3 Το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: α) ενώτια για την ατομική αναγνώριση των ζώων 7 β) ηλεκτρονικά αρχεία δεδομένων 7 γ) διαβατήρια ζώων 7 δ) τήρηση ατομικών μητρώων σε κάθε εκμετάλλευση. Η Επιτροπή και η αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους έχουν πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων οι αναγνωρισμένες από το κράτος μέλος ενδιαφερόμενες οργανώσεις καταναλωτών, έχουν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η δυνάμει του εθνικού δικαίου απαιτούμενη εμπιστευτικότητα και προστασία των δεδομένων. Άρθρο 4 1. Όλα τα ζώα σε μια εκμετάλλευση που γεννήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1998 ή που προορίζονται για τον ενδοκοινοτικό εμπόριο μετά την ημερομηνία αυτή, επισημαίνονται με ενώτιο το οποίο τοποθετείται σε κάθε αυτί και είναι εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή. Τα δύο ενώτια φέρουν τον ίδιο κωδικό αναγνώρισης, βάσει του οποίου μπορεί να αναγνωρισθεί κάθε ζώο ατομικά και να διαπιστωθεί σε ποιά εκμετάλλευση γεννήθηκε. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα ζώα που γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και τα οποία προορίζονται μετά την ημερομηνία αυτή για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, μπορούν να επισημαίνονται, έως την 1η Σεπτεμβρίου 1998, σύμφωνα με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, εξάλλου, τα ζώα που γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και τα οποία προορίζονται μετά την ημερομηνία αυτή για το ενδοκοινοτικό εμπόριο με σκοπό την άμεση σφαγή, μπορούν να επισημαίνονται, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1999, σύμφωνα με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ. Οι ταύροι που προορίζονται για πολιτιστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις (εκτός από πανηγύρεις και εκθέσεις) μπορούν να επισημαίνονται, αντί με ενώτια, σύμφωνα με σύστημα αναγνώρισης, εγκεκριμένο από την Επιτροπή, το οποίο προσφέρει ισοδύναμες εγγυήσεις. 2. Τα ενώτια τοποθετούνται εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος από τη γέννηση του ζώου, και οπωσδήποτε πριν το ζώο εγκαταλείψει την εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε. Έως και τις 31 Δεκεμβρίου 1999, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 30 ημέρες και τις 20 ημέρες μετά από αυτή την ημερομηνία. Πάντως, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αίτησης ενός κράτους μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10, να καθορίσει τις περιστάσεις στις οποίες μπορούν τα κράτη μέλη να παρατείνουν τη μέγιστη προθεσμία. Κανένα ζώο που έχει γεννηθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1998 δεν δύναται να εγκαταλείψει μια εκμετάλλευση εάν δεν έχει επισημανθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο. 3. Κάθε ζώο που εισάγεται από τρίτη χώρα, έχει περάσει τους ελέγχους που ορίζονται στην οδηγία 91/496/ΕΟΚ και παραμένει εντός της κοινοτικής επικράτειας, επισημαίνεται, στην εκμετάλλευση προορισμού, με ενώτιο το οποίο είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος και η οποία υπερβαίνει τις 20 ημέρες από τη διενέργεια των προαναφερόμενων ελέγχων και, οπωσδήποτε, πριν εγκαταλείψει την εκμετάλλευση. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαία η επισήμανση του ζώου εάν η εκμετάλλευση προορισμού είναι σφαγείο το οποίο βρίσκεται στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργήθηκαν οι έλεγχοι και όπου το ζώο σφάζεται εντός των 20 ημερών μετά τους ελέγχους. Η αρχική αναγνώριση η οποία έχει διενεργηθεί από την τρίτη χώρα καταγράφεται στο ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5 ή, αν αυτό είναι ακόμη σε πλήρη λειτουργία, στα μητρώα που προβλέπονται στο άρθρο 3, μαζί με τον κωδικό αναγνώρισης που του χορηγείται από το κράτος μέλος προορισμού. 4. Κάθε ζώο που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος διατηρεί το αρχικό του ενώτιο. 5. Κανένα ενώτιο δεν μπορεί να αφαιρείται ούτε να αντικαθίσταται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής. 6. Τα ενώτια χορηγούνται στην εκμετάλλευση, διανέμονται και τοποθετούνται στα ζώα σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή. 7. Το Συμβούλιο θα αποφασίσει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2000 το αργότερο, βάσει έκθεσης της Επιτροπής, συνοδευόμενης ενδεχομένως από προτάσεις, για τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών βοηθημάτων στο πλαίσιο του συστήματος αναγνώρισης, ανάλογα με την πρόοδο που θα έχει σημειωθεί στον τομέα αυτό. Άρθρο 5 Η αρμόδια αρχή των κρατών μελών δημιουργεί ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 18 της οδηγίας 97/12/ΕΚ. Τα ηλεκτρονικά αρχεία δεδομένων θα είναι πλήρως λειτουργικά το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και θα περιλαμβάνουν, από την ημερομηνία αυτή, όλα τα απαιτούμενα δεδομένα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη οδηγία. Άρθρο 6 1. Από την 1η Ιανουαρίου 1998, η αρμόδια αρχή εκδίδει διαβατήριο για κάθε ζώο το οποίο πρέπει να επισημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση της γέννησής του ή, στην περίπτωση ζώων που εισάγονται από τρίτες χώρες, εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση της νέας επισήμανσής του από το συγκεκριμένο κράτος μέλος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3. Η αρμόδια αρχή μπορεί να εκδώσει διαβατήριο για ζώο που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος υπό τους ίδιους όρους. Στην περίπτωση αυτή, το διαβατήριο που συνοδεύει το ζώο παραδίδεται στην αρμόδια αρχή, η οποία το επιστρέφει στο κράτος μέλος έκδοσης. Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί ωστόσο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10, να καθορίσει τις περιστάσεις στις οποίες μπορεί να παρατείνεται η μέγιστη προθεσμία. 2. Το ζώο πρέπει να συνοδεύεται από το διαβατήριό του όταν μετακινείται. 3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτη φράση και από την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη: - τα οποία διαθέτουν ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων το οποίο, κατά την κρίση της Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, είναι πλήρως λειτουργικό ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, μπορούν να καθορίσουν ότι διαβατήριο θα εκδίδεται μόνον για τα ζώα που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο και ότι τα ζώα θα συνοδεύονται από το διαβατήριό τους μόνον κατά τη μετακίνησή τους από το έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση δε αυτή το διαβατήριο θα περιέχει στοιχεία βασιζόμενα στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων. Σ' αυτά τα κράτη μέλη, το διαβατήριο που συνοδεύει ένα ζώο κατά την εισαγωγή του από άλλο κράτος μέλος παραδίδεται κατά την άφιξή του στην αρμόδια αρχή, - επιτρέπουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, την έκδοση συλλογικών διαβατηρίων για αγέλες ζώων που μετακινούνται εντός του κράτους μέλους, εφόσον αυτές οι αγέλες έχουν την ίδια προέλευση και τον ίδιο προορισμό και συνοδεύονται από υγειονομικό έγγραφο. 4. Σε περίπτωση θανάτου ενός ζώου, το διαβατήριο επιστρέφεται από τον κάτοχο στην αρμόδια αρχή εντός επτά ημερών το αργότερο από το θάνατο του ζώου. Εάν το ζώο αποσταλεί σε σφαγείο, ο διαχειριστής του σφαγείου είναι υπεύθυνος για την επιστροφή του διαβατηρίου στην αρμόδια αρχή. 5. Στην περίπτωση ζώων που εξάγονται προς τρίτη χώρα, το διαβατήριο παραδίδεται στην αρμόδια αρχή και τον τελευταίο κάτοχο, στο σημείο στο οποίο πραγματοποιείται η εξαγωγή του ζώου. Άρθρο 7 1. Κάθε κάτοχος ζώων, εκτός αν πρόκειται για μεταφορείς, πρέπει: - να τηρεί σχετικό μητρώο, - να κοινοποιεί, από τη στιγμή που το ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων καταστεί πλήρως λειτουργικό, στην αρμόδια αρχή, εντός προθεσμίας 15 ημερών το αργότερο και, από την 1η Ιανουαρίου 2000, εντός προθεσμίας επτά ημερών, όλες τις μετακινήσεις από και προς την εκμετάλλευση, καθώς και όλες τις γεννήσεις και όλους τους θανάτους ζώων στην εκμετάλλευση, αναφέροντας τις σχετικές ημερομηνίες. Η Επιτροπή μπορεί όμως, κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10, να καθορίσει τις περιστάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη προθεσμία. 2. Κάθε κάτοχος συμπληρώνει, κατά περίπτωση, το διαβατήριο αμέσως μόλις κάθε ζώο αφιχθεί και πριν αναχωρήσει από την εκμετάλλευση και εξασφαλίζει ότι το διαβατήριο συνοδεύει το ζώο σύμφωνα με το άρθρο 6. 3. Κάθε κάτοχος παρέχει στην αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεώς της, όλα τα στοιχεία σχετικά με την προέλευση, την επισήμανση και, ενδεχομένως, τον προορισμό των ζώων τα οποία είχε ή έχει στην κατοχή του, μεταφέρει, εμπορεύεται ή σφάζει. 4. Το μητρώο έχει μορφή εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή, τηρείται χειρογράφως ή ηλεκτρονικώς και είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο στην εκμετάλλευση και η αρμόδια αρχή έχει πρόσβαση σ' αυτό, κατόπιν αιτήσεώς της, επί χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και το οποίο δεν πρέπει να είναι μικρότερο των τριών ετών. Άρθρο 8 Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εξασφάλιση της τήρησης του παρόντος τίτλου. Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί τα στοιχεία της εν λόγω αρχής στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή. Άρθρο 9 Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβαρύνουν τους κατόχους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2 με τα έξοδα που συνεπάγονται τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 και οι έλεγχοι που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο. Άρθρο 10 Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τίτλου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 729/70. Οι λεπτομέρειες αυτές καλύπτουν ιδίως: α) τις διατάξεις που αφορούν τα ενώτια 7 β) τις διατάξεις που αφορούν το διαβατήριο 7 γ) τις διατάξεις που αφορούν το μητρώο 7 δ) τους στοιχειώδεις διενεργητέους ελέγχους 7 ε) την επιβολή διοικητικών κυρώσεων 7 στ) τις μεταβατικές διατάξεις για την περίοδο έναρξης της εφαρμογής του συστήματος. Άρθρο 11 Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 συμπληρώνεται από το ακόλουθο κείμενο: «. . . και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97.» ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ Επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας Άρθρο 12 1. Εάν ένας επιχειρηματίας ή οργάνωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13, επιθυμεί να προβεί σε επισήμανση του βοείου κρέατος στο σημείο πώλησης, κατά τρόπον ώστε να παρέχονται πληροφορίες για την προέλευση, ορισμένα χαρακτηριστικά ή τις συνθήκες παραγωγής όσον αφορά το εν λόγω κρέας ή το ζώο από το οποίο προέρχεται, υποχρεούται να το πράττει σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο. Ωστόσο, ο παρών τίτλος δεν αφορά: - τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, εξαιρουμένου του σημείου 7, - τις προστατευόμενες ενδείξεις σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 και (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92, - τις ενδείξεις που αναφέρονται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1208/81 και (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90, - τις ενδείξεις σχετικά με την υγειονομική σήμανση, όπως προβλέπεται στην οδηγία 64/433/ΕΟΚ και άλλες παρόμοιες ενδείξεις που προβλέπονται στην εφαρμοστέα κτηνιατρική νομοθεσία, - τις ετικέτες που περιέχουν μόνον πληροφορίες που μπορούν να εξακριβωθούν εύκολα στο σημείο πώλησης, όπως, ιδίως, η ένδειξη του βάρους του προϊόντος ή η ονομασία του τεμαχίου. 2. Παρά την παράγραφο 1, εξακολουθούν να ισχύουν: - ο κανονισμός αριθ. 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων (12), - η οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (13), - η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (14), - η οδηγία 93/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων (15), - η οδηγία αριθ. 94/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1994, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων για την παραγωγή και τη θέση στην αγορά κιμάδων και παρασκευασμάτων κρέατος (16), - ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1208/81 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, περί της θεσπίσεως κοινοτικής κλίμακας κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοοειδών (17), - ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1186/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής κλίμακας κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοειδών (18), - ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (19), - ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για τις βεβαιώσεις ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (20), - ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2067/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με δράσεις προώθησης και εμπορίας υπέρ του βοείου κρέατος ποιότητας (21). Άρθρο 13 Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, νοούνται ως: - «βόειο κρέας»: τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0201, 0202, 0206 10 95 και 0206 29 91, - «επισήμανση»: η τοποθέτηση ετικέτας σε τεμάχιο ή τεμάχια κρέατος χωριστά ή στο υλικό συσκευασίας τους, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών στον καταναλωτή στο σημείο πώλησης, - «οργάνωση»: ομάδα επιχειρηματιών από το ίδιο ή διαφορετικά τμήματα του κλάδου εμπορίας του βοείου κρέατος. Άρθρο 14 1. Κάθε επιχειρηματίας ή οργάνωση υποβάλλει προδιαγραφή προς έγκριση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παραγωγή ή πώληση του βοείου κρέατος. Η αρμόδια αρχή δύναται επίσης να καταρτίσει προδιαγραφές προς χρήση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι η χρήση τους δεν είναι υποχρεωτική. Στις προδιαγραφές αναφέρονται: - οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην ετικέτα, - τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλισθεί η ακρίβεια των πληροφοριών αυτών, - το σύστημα ελέγχου το οποίο θα εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια παραγωγής και πώλησης, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου που πρέπει να διενεργείται από ανεξάρτητο όργανο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή και το οποίο ορίζεται από τον επιχειρηματία ή την οργάνωση. Τα όργανα αυτά πρέπει να συμμορφωθούν προς τα κριτήρια που καθορίζονται στο ευρωπαϊκό πρότυπο αριθ. ΕΝ/45011 το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, - στην περίπτωση οργάνωσης, τα μέτρα τα οποία θα ληφθούν σε σχέση με οποιοδήποτε μέλος το οποίο δεν συμμορφούται προς την εν λόγω προδιαγραφή. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι οι έλεγχοι που διεξάγονται από το ανεξάρτητο όργανο μπορούν να αντικαθίστανται από ελέγχους που διεξάγονται από αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή πρέπει να έχει, στην περίπτωση αυτή, στη διάθεσή της, το ειδικευμένο προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για τη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων και να υποβάλλει στην Επιτροπή το πρόγραμμα εργασιών της καθώς και έκθεση πεπραγμένων. Το κόστος των ελέγχων που προβλέπονται από τον παρόντα τίτλο επιβαρύνει τον επιχειρηματία ή την οργάνωση που εφαρμόζει το σύστημα επισήμανσης. 2. Η έγκριση προδιαγραφής προϋποθέτει την εγγύηση της αρμόδιας αρχής, η οποία λαμβάνεται βάσει ενδελεχούς εξέτασης των στοιχείων τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, της ορθής και αξιόπιστης λειτουργίας του προβλεπόμενου συστήματος επισήμανσης και, ιδιαιτέρως, του συστήματος ελέγχου. Η αρμόδια αρχή πρέπει να απορρίπτει κάθε προδιαγραφή που δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητα συσχετισμού μεταξύ, αφενός της αναγνώρισης του σφαγίου, του τεταρτημορίου ή των τεμαχίων κρέατος και αφετέρου του μεμονωμένου ζώου ή, όπου τούτο επαρκεί προκειμένου να ελεγθεί η ακρίβεια των πληροφοριών της ετικέτας, των εν λόγω ζώων. Απορρίπτεται επίσης κάθε προδιαγραφή που προβλέπει ετικέτες οι οποίες περιέχουν παραπλανητικές ή ασαφείς πληροφορίες. 3. Όταν η παραγωγή ή/και η πώληση του βοείου κρέατος πραγματοποιείται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών μελετούν και εγκρίνουν τις υποβληθείσες προδιαγραφές εφόσον οι πληροφορίες που περιλαμβάνουν αφορούν δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στην επικράτειά τους. Στην περίπτωση αυτή, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να αναγνωρίζει τις εγκρίσεις που χορηγούνται από κάθε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Εάν, εντός περιόδου που θα καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18, αρχής γενομένης από την επομένη της ημέρας της υποβολής της αίτησης, δεν έχει απορριφθεί ή δοθεί έγκριση, ή δεν έχουν ζητηθεί συμπληρωματικές πληροφορίες, η προδιαγραφή θεωρείται εγκριθείσα από την αρμόδια αρχή. 4. Όταν οι αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών εγκρίνουν την υποβληθείσα προδιαγραφή, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας ή οργάνωση δικαιούται να προβαίνει σε επισήμανση του βοείου κρέατος, υπό την προϋπόθεση ότι η ετικέτα περιλαμβάνει το όνομα ή το λογότυπό του. 5. Κατά παρέκκλιση από τις προηγούμενες παραγράφους, η Επιτροπή, σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 18 διαδικασία, δύναται να προβλέπει ταχεία ή απλουστευμένη διαδικασία έγκρισης σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως προκειμένου για βόειο κρέας σε μικρές συσκευασίες λιανικής πώλησης ή για τεμάχια βοείου κρέατος πρώτης ποιότητας σε χωριστές συσκευασίες, οι οποίες έχουν επισημανθεί σε κράτος μέλος σύμφωνα με εγκεκριμένη προδιαγραφή και εισάγονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι δεν προστίθενται άλλες πληροφορίες στην αρχική ετικέτα. 6. Το δικαίωμα εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 και του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92. Άρθρο 15 1. Εάν η παραγωγή του βοείου κρέατος πραγματοποιείται, εν όλω ή εν μέρει, σε τρίτη χώρα, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε επισήμανση του βοείου κρέατος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μόνον εάν τηρούν τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 14 και έχουν λάβει έγκριση των προδιαγραφών τους από την αρμόδια αρχή που έχει οριστεί προς τούτο από κάθε ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα. 2. Η έγκριση που έχει χορηγηθεί από τρίτη χώρα ισχύει στην Κοινότητα μόνον εφόσον η εν λόγω τρίτη χώρα έχει κοινοποιήσει εκ των προτέρων στην Επιτροπή: - την αρμόδια αρχή η οποία έχει οριστεί, - τις διαδικασίες και τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθεί η αρμόδια αρχή κατά την εξέταση της προδιαγραφής, - κάθε επιχειρηματία ή οργάνωση των οποίων τις προδιαγραφές έχει εγκρίνει η αρμόδια αρχή. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εν λόγω κοινοποιήσεις στα κράτη μέλη. Όταν, βάσει των προαναφερόμενων κοινοποιήσεων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες ή/και τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε τρίτη χώρα δεν είναι ισοδύναμα προς τα πρότυπα που προβλέπει ο παρών κανονισμός, τότε, κατόπιν διαβουλεύσεων με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, αποφασίζει ότι οι εγκρίσεις που έχουν χορηγηθεί από αυτή δεν ισχύουν εντός της Κοινότητας. Άρθρο 16 1. Η ετικέτα δεν πρέπει να περιλαμβάνει άλλες πληροφορίες, σχετικά με το ζώο από το οποίο προέρχεται το κρέας, πλην εκείνων που αναφέρονται στον παρακάτω κατάλογο: - το κράτος μέλος, την τρίτη χώρα ή την εκμετάλλευση όπου γεννήθηκε το ζώο, - τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες ή τις εκμεταλλεύσεις όπου πραγματοποιήθηκε η πάχυνση εν όλω ή εν μέρει 7 πρέπει να διευκρινίζεται και η μερική πάχυνση, - το κράτος μέλος, την τρίτη χώρα ή το σφαγείο όπου πραγματοποιήθηκε η σφαγή, - τον αριθμό αναγνώρισης και το φύλο του ζώου, - τη μέθοδο πάχυνσης ή άλλες πληροφορίες σχετικά με τη διατροφή, - στοιχεία για τη σφαγή, όπως είναι η ηλικία κατά τη σφαγή και η ημερομηνία σφαγής ή το χρονικό διάστημα σιτέματος του κρέατος, - οιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία ο επιχειρηματίας ή η οργάνωση επιθυμούν να αναφέρουν και τα οποία έχουν εγκριθεί από την ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή. Εάν το βόειο κρέας προέρχεται από ζώο το οποίο έχει γεννηθεί, εκτραφεί και σφαγεί σε ένα και το αυτό κράτος μέλος, αρκεί η αναφορά του κράτους μέλους αυτού στην ετικέτα. 2. Όταν το κρέας προέρχεται από διαφορετικά ζώα, μόνον οι πληροφορίες οι οποίες είναι κοινές για όλο το κρέας περιέχονται στην ετικέτα. 3. Κάθε ετικέτα πρέπει να περιλαμβάνει αριθμό ή κωδικό αναφοράς που εξασφαλίζει το συσχετισμό που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο δεύτερη φράση. Ο αριθμός αυτός μπορεί να είναι ο αριθμός αναγνώρισης του συγκεκριμένου ζώου. Άρθρο 17 Υπό την επιφύλαξη κάθε μέτρου εκ μέρους της ίδιας της οργάνωσης ή του οργάνου ελέγχου που ορίζεται στο άρθρο 14, όταν αποδεικνύεται ότι ένας επιχειρηματίας ή μια οργάνωση δεν πληρούν την προδιαγραφή που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, το κράτος μέλος δύναται να ανακαλέσει την έγκρισή που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 2 ή να επιβάλει την τήρηση πρόσθετων όρων σε περίπτωση που η λόγω έγκριση διατηρηθεί. Άρθρο 18 Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος τίτλου και, όποτε παρίσταται ανάγκη, τα μεταβατικά μέτρα, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68. Οι εν λόγω λεπτομέρειες εφαρμογής μπορούν να καλύπτουν, ιδίως, τις πληροφορίες που μπορεί να περιέχει η ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 16. Μπορούν επίσης να διευρύνουν τον κατάλογο των ενδείξεων ή ετικετών που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο. Άρθρο 19 1. Θεσπίζεται υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος, το οποίο είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 2000. Ωστόσο, το υποχρεωτικό αυτό σύστημα δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους να αποφασίσει να το εφαρμόσει μόνον προαιρετικά για το βόειο κρέας που τίθεται σε εμπορία σ' αυτό το ίδιο κράτος μέλος. Το σύστημα επισήμανσης που προβλέπει ο παρών κανονισμός ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999. Συνεπώς, με βάση την προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 έκθεση και πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, το Συμβούλιο θα εκδώσει, με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής, τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία αυτή. 2. Εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Συμβουλίου, το σύστημα επισήμανσης που θα είναι υποχρεωτικό από την 1η Ιανουαρίου 2000, θα πρέπει να επιβάλλει, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, εκτός από την ένδειξη στην ετικέτα που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3, και την ένδειξη του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας στην οποία γεννήθηκε το ζώο από το οποίο προέρχεται το κρέας, των κρατών μελών ή τρίτων χωρών στα οποία κρατήθηκε το ζώο, και του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου έχει σφαγεί. 3. Τα κράτη μέλη θα διαβιβάσουν στην Επιτροπή, έως την 1η Μαΐου 1999, εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος. Η Επιτροπή θα υποβάλει στο Συμβούλιο έκθεση για την πρόοδο της εφαρμογής των συστημάτων επισήμανσης του βοείου κρέατος στα διάφορα κράτη μέλη. 4. Ωστόσο, τα κράτη μέλη που διαθέτουν επαρκώς ανεπτυγμένο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, μπορούν ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000 να επιβάλλουν, υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος που προέρχεται από ζώα τα οποία γεννήθηκαν, παχύνθηκαν και εσφάγησαν στο έδαφός τους. Επιπλέον, μπορούν να αποφασίσουν ότι οι ετικέτες πρέπει να περιέχουν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2. 5. Το υποχρεωτικό σύστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 4 δεν πρέπει να προκαλεί κανενός είδους αποδιοργάνωση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που ισχύουν στα κράτη μέλη, που προτίθενται να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παραγράφου 4, απαιτούν την προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής. 6. Έως την 1η Ιανουαρίου 2000, το Συμβούλιο θα αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής, εάν είναι εφικτό να αναφέρονται υποχρεωτικά και άλλα στοιχεία εκτός από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, και να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε άλλα προϊόντα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 13 πρώτη περίπτωση. Άρθρο 20 Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρχή ή τις αρχές οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του παρόντος τίτλου. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ Κοινές διατάξεις Άρθρο 21 Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Οι προβλεπόμενοι έλεγχοι διενεργούνται με την επιφύλαξη των ελέγχων που μπορεί να διενεργεί η Επιτροπή κατ' αναλογία του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95. Κάθε κύρωση που επιβάλλεται από ένα κράτος μέλος πρέπει να είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι κυρώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση, περιορισμό της μετακίνησης ζώων από ή προς την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου κατόχου. Άρθρο 22 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1997. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Λουξεμβούργο, 21 Απριλίου 1997. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος J. VAN AARTSEN (1) ΕΕ αριθ. C 349 της 20. 11. 1996, σ. 10 και ΕΕ αριθ. C 100 της 27. 3. 1997, σ. 22. (2) ΕΕ αριθ. C 85 της 17. 3. 1997. (3) ΕΕ αριθ. C 66 της 3. 3. 1997, σ. 84. (4) ΕΕ αριθ. L 224 της 18. 8. 1990, σ. 29. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/118/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 62 της 15. 3. 1993, σ. 49). (5) ΕΕ αριθ. L 268 της 24. 9. 1991, σ. 56. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας. (6) ΕΕ αριθ. L 144 της 2. 6. 1981, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 945/87 (ΕΕ αριθ. L 90 της 2. 4. 1987, σ. 3). (7) ΕΕ αριθ. L 351 της 2. 12. 1989, σ. 34. (8) ΕΕ αριθ. L 355 της 5. 12. 1992, σ. 32. (9) ΕΕ αριθ. L 109 της 25. 4. 1997, σ. 1. (10) ΕΕ αριθ. L 148 της 28. 6. 1968, σ. 24. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 894/96 (ΕΕ αριθ. L 125 της 23. 5. 1996, σ. 1). (11) ΕΕ αριθ. L 312 της 23. 12. 1995, σ. 1. (12) ΕΕ αριθ. 30 της 20. 4. 1962, σ. 993/62. (13) ΕΕ αριθ. 121 της 29. 7. 1964, σ. 2012/64. (14) ΕΕ αριθ. L 33 της 8. 2. 1979, σ. 1. (15) ΕΕ αριθ. L 290 της 24. 11. 1993, σ. 14. (16) ΕΕ αριθ. L 368 της 31. 12. 1994, σ. 10. (17) ΕΕ αριθ. L 123 της 7. 5. 1981, σ. 3. (18) ΕΕ αριθ. L 119 της 11. 5. 1990, σ. 32. (19) ΕΕ αριθ. L 208 της 24. 7. 1992, σ. 1. (20) ΕΕ αριθ. L 208 της 24. 7. 1992, σ. 9. (21) ΕΕ αριθ. L 215 της 30. 7. 1992, σ. 57.