Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1993 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 253 της 11/10/1993 σ. 0001 - 0766
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 2 τόμος 10 σ. 0001
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 2 τόμος 10 σ. 0001
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 2ας Ιουλίου 1993 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [1], που στο εξής καλείται «κώδικας», και ιδίως το άρθρο 249, [1] ΕΕ αριθ. L 302 της 19. 10. 1992, σ. 1. Εκτιμώντας: ότι ο κώδικας συγκέντρωσε σε ένα μόνο νομικό κείμενο την ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία· ότι, συγχρόνως, ο κώδικας επέφερε τροποποιήσεις στη νομοθεσία αυτή για την επίτευξη μεγαλύτερης συνοχής, απλούστευσης και συμπλήρωσης ορισμένων κενών· ότι, ως εκ τούτου, αποτελεί πλήρη κοινοτική νομοθεσία στον εν λόγω τομέα· ότι οι ίδιοι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του κώδικα, ισχύουν επίσης και για την τελωνειακή νομοθεσία εφαρμογής· ότι πρέπει, συνεπώς, να συγκεντρωθούν σε ένα μόνο κανονισμό οι διατάξεις του τελωνειακού δικαίου που βρίσκονται διασκορπισμένες σε διάφορους κοινοτικούς κανονισμούς και οδηγίες· ότι ο κώδικας εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα που δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να περιλαμβάνει τους ισχύοντες τελωνειακούς κανόνες εφαρμογής· ότι είναι, ωστόσο, σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη την κτηθείσα πείρα: - να επέλθουν στους κανόνες αυτούς ορισμένες τροποποιήσεις, ώστε να προσαρμοστούν στις διατάξεις που περιέχονται στον κώδικα, - να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής ορισμένων διατάξεων που είναι σήμερα περιορισμένο σε ορισμένα καθορισμένα τελωνειακά καθεστώτα, ώστε να λαμβάνει υπόψη το γενικό πεδίο εφαρμογής του κώδικα, - να διευκρινιστούν ορισμένοι κανόνες για τη μεγαλύτερη νομική ασφάλεια κατά την εφαρμογή τους· ότι οι επερχόμενες τροποποιήσεις αφορούν, κυρίως, διατάξεις σχετικές με την τελωνειακή οφειλή· ότι είναι σκόπιμο να περιοριστεί η εφαρμογή του άρθρου 791 παράγραφος 2 έως την 1η Ιανουαρίου 1995 και να πραγματοποιηθεί πριν από αυτή την ημερομηνία η επανεξέταση του θέματος στο πλαίσιο της πείρας που θα έχει αποκτηθεί· ότι τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής του τελωνειακού κώδικα, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΜΕΡΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΙΤΛΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ορισμοί Άρθρο 1 Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοείται ως: 1. κώδικας: ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα· 2. δελτίο ΑΤΑ: το διεθνές τελωνειακό έγγραφο προσωρινής εισαγωγής που εκδίδεται στο πλαίσιο της σύμβασης ΑΤΑ· 3. επιτροπή: η επιτροπή του τελωνειακού κώδικα που προβλέπεται στο άρθρο 247 αυτού· 4. Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας: η οργάνωση που συστάθηκε με τη σύμβαση για τη δημιουργία συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950· 5. στοιχεία αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων: αφενός, τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην εμπορική πρακτική για την εξακρίβωση της ταυτότητάς τους και τα οποία επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να καθορίσουν τη δασμολογική τους κατάταξη και, αφετέρου, η ποσότητα των εμπορευμάτων· 6. εμπορεύματα χωρίς εμπορικό χαρακτήρα: τα εμπορεύματα η υπαγωγή των οποίων στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς έχει περιστασιακό χαρακτήρα και τα οποία, λόγω της φύσης και της ποσότητάς τους, προορίζονται μάλλον για προσωπική, ιδιωτική ή οικογενειακή χρήση εκ μέρους των παραληπτών ή των προσώπων που τα μεταφέρουν ή τα οποία προορίζονται να προσφερθούν ως δώρο· 7. μέτρα εμπορικής πολιτικής: τα μη δασμολογικά μέτρα που θεσπίστηκαν, στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής, από τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις εισαγωγές και στις εξαγωγές εμπορευμάτων, όπως τα μέτρα επιτήρησης ή διασφάλισης, οι ποσοτικοί περιορισμοί ή τα όρια και οι απαγορεύσεις εισαγωγής ή εξαγωγής· 8. τελωνειακή ονοματολογία: μια από τις ονοματολογίες που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) του κώδικα· 9. εναρμονισμένο σύστημα: Το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων· 10. συνθήκη: η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Αποφάσεις Άρθρο 2 Όταν το πρόσωπο που καταθέτει αίτηση για λήψη απόφασης δεν είναι σε θέση να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα για τη λήψη της απόφασης έγγραφα και στοιχεία, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να παρέχουν τα έγγραφα και τα στοιχεία που διαθέτουν. Άρθρο 3 Απόφαση εγγύησης που είναι ευνοϊκή για πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει τα απαιτούμενα ποσά με την πρώτη γραπτή απαίτηση των τελωνειακών αρχών, ανακαλείται, όταν η εν λόγω υποχρέωση δεν εκτελείται. Άρθρο 4 Η ανάκληση δεν αφορά τα εμπορεύματα τα οποία, κατά τη στιγμή που αυτή αρχίζει να ισχύει, έχουν ήδη υπαχθεί στο καθεστώς βάσει της άδειας που ανακαλείται. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να απαιτούν τα εμπορεύματα αυτά να λαμβάνουν έναν από τους επιτρεπόμενους τελωνειακούς προορισμούς εντός προθεσμίας που αυτές ορίζουν. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΟΙ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ορισμοί Άρθρο 5 Κατά την έννοια του παρόντος τίτλου, νοείται ως: 1. δεσμευτική δασμολογική πληροφορία: δασμολογική πληροφορία που δεσμεύει τις διοικητικές υπηρεσίες όλων των κρατών μελών της Κοινότητας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 6 και 7· 2. αιτών: κάθε πρόσωπο που υποβάλλει στις τελωνειακές αρχές αίτηση για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας· 3. δικαιούχος: πρόσωπο στο όνομα του οποίου παρέχεται η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διαδικασία απόκτησης των δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών - Γνωστοποίηση στον αιτούντα και διαβίβαση στην Επιτροπή Άρθρο 6 1. Η αίτηση για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας συντάσσεται γραπτώς και απευθύνεται είτε στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή των κρατών μελών, στο οποίο ή στα οποία η εν λόγω πληροφορία πρέπει να χρησιμοποιηθεί, είτε στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών. 2. Η αίτηση για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας πρέπει να αφορά ένα μόνον είδος εμπορευμάτων. 3. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα πληροφοριακά στοιχεία: α) το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου· β) το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, στην περίπτωση που αυτός δεν είναι ο δικαιούχος· γ) την τελωνειακή ονοματολογία, στην οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η κατάταξη. Όταν ο αιτών επιθυμεί να επιτύχει την κατάταξη εμπορεύματος σε μια από τις ονοματολογίες, που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κώδικα, στην αίτησή του για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας πρέπει να αναφέρεται ρητά η σχετική ονοματολογία· δ) λεπτομερή περιγραφή του εμπορεύματος η οποία επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και την κατάταξή του στην τελωνειακή ονοματολογία· ε) τη σύνθεση του εμπορεύματος, καθώς και τις μεθόδους εξέτασης που, ενδεχομένως, χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της, στην περίπτωση που η κατάταξη εξαρτάται από αυτή· στ) την προσκόμιση, ενδεχομένως υπό μορφή συνημμένων, δειγμάτων, φωτογραφιών, σχεδίων, καταλόγων ή κάθε άλλου έντυπου υλικού, που μπορεί να βοηθήσει τις τελωνειακές αρχές να προσδιορίσουν την ορθή κατάταξη του εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία· ζ) την προτεινόμενη κατάταξη· η) τη συμφωνία για προσκόμιση, μετά από αίτηση των τελωνειακών αρχών, μετάφρασης των εγγράφων, που ενδεχομένως επισυνάπτονται, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους· θ) τα στοιχεία που πρέπει να θεωρούνται ως εμπιστευτικά· ι) την ένδειξη, εκ μέρους του αιτούντος, ότι, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει, έχει ήδη ζητηθεί ή εκδοθεί στην Κοινότητα δεσμευτική δασμολογική πληροφορία για πανομοιότυπο ή ομοειδές εμπόρευμα· κ) τη συναίνεσή του για την καταχώρηση των παρεχόμενων πληροφοριών σε τράπεζα δεδομένων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· ωστόσο, εφαρμόζονται, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 15 του κώδικα, οι διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη στον τομέα της προστασίας των πληροφοριών. 4. Αν οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η αίτηση δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να είναι σε θέση να αποφασίσουν, γνωρίζοντας πλήρως την κατάσταση, ζητούν από τον αιτούντα να προσκομίσει τα ελλείποντα στοιχεία. 5. Ο κατάλογος των τελωνειακών αρχών, που ορίζονται από τα κράτη μέλη για να δέχονται την αίτηση για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας ή να εκδίδουν αυτή, αποτελεί αντικείμενο ανακοίνωσης στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 7 1. Η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία πρέπει να γνωστοποιείται γραπτώς στον αιτούντα το ταχύτερο δυνατό. Αν, μετά την πάροδο προθεσμίας τριών μηνών από την αποδοχή της αίτησης για παροχή πληροφορίας, δεν είναι ακόμη δυνατή η παροχή της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας στον αιτούντα, οι τελωνειακές αρχές τον ενημερώνουν σχετικά, αναφέροντας το λόγο της καθυστέρησης, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας αυτές πιστεύουν ότι θα μπορούν να γνωστοποιήσουν τη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία. 2. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται με έντυπο, το υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1. Στο έντυπο αυτό αναφέρεται ποια από τα περιλαμβανόμενα στοιχεία θεωρείται ότι παρέχονται εμπιστευτικά. Πρέπει να αναφέρεται ρητά η δυνατότητα προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 243 του κώδικα. Άρθρο 8 1. Αντίγραφο της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας (αντίτυπο αριθ. 2 του παραρτήματος 1), καθώς και τα στοιχεία (αντίτυπο αριθ. 4 του παραρτήματος 1), διαβιβάζονται το ταχύτερο δυνατό από τις τελωνειακές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους στην Επιτροπή. Μόλις τούτο είναι δυνατό, οι πληροφορίες αυτές θα διαβιβάζονται μέσω συστημάτων τηλεματικής. 2. Μετά από αίτηση κράτους μέλους, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο αντίγραφο του εντύπου, καθώς και οι άλλες σχετικές πληροφορίες, διαβιβάζονται σ’ αυτό από την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατό. Μόλις αυτό είναι εφικτό, η διαβίβαση αυτή πραγματοποιείται μέσω συστημάτων τηλεματικής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Διάταξη που αναφέρεται στην περίπτωση διισταμένων δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών Άρθρο 9 Στην περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη διισταμένων δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών για το ίδιο εμπόρευμα, θεσπίζει, ενδεχομένως, μέτρα που εξασφαλίζουν την ομοιόμορφη εφαρμογή της τελωνειακής ονοματολογίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Νομική ισχύς των δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών Άρθρο 10 1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 5 και 64 του κώδικα, μόνο ο δικαιούχος μπορεί να επικαλεστεί τη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία. 2. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατό να απαιτούν από το δικαιούχο να δηλώνει στις τελωνειακές αρχές, κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, ότι κατέχει δεσμευτική δασμολογική πληροφορία για τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο εκτελωνισμού. 3. Ο δικαιούχος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να την επικαλεστεί για συγκεκριμένο εμπόρευμα μόνον εφόσον αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις τελωνειακές αρχές ότι υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ αυτού του εμπορεύματος και εκείνου που περιγράφεται στην προσκομιζόμενη πληροφορία. 4. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να ζητήσουν μετάφραση της εν λόγω πληροφορίας στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Άρθρο 11 Δεσμευτική δασμολογική πληροφορία που εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους από την 1η Ιανουαρίου 1991 και μετά δεσμεύει τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών υπό τους ίδιους όρους. Άρθρο 12 1. Από τη θέσπιση μιας από τις πράξεις ή ενός από τα μέτρα που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 5 του κώδικα, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν όλα τα μέτρα, ούτως ώστε στο εξής να εκδίδονται δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες μόνον εφόσον είναι σύμφωνες με αυτή την πράξη ή το μέτρο. 2. Για την εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου 1, η ημερομηνία που θα λαμβάνεται υπόψη: - για τους κανονισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 5 στοιχείο α) του κώδικα, σχετικά με τις τροποποιήσεις της τελωνειακής ονοματολογίας, είναι εκείνη της έναρξης εφαρμογής τους, - για τους κανονισμούς που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο ίδια παράγραφος στοιχείο α), που προσδιορίζουν ή επηρεάζουν την κατάταξη εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία, είναι εκείνη της δημοσίευσής τους στη σειρά L της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, - για τα μέτρα που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο ίδια παράγραφος στοιχείο β), σχετικά με τις τροποποιήσεις των επεξηγηματικών σημειώσεων της συνδυασμένης ονοματολογίας, είναι εκείνη της δημοσίευσής τους στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, - για τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο ίδια παράγραφος στοιχείο β), είναι εκείνη της έκδοσης της απόφασης, - για τα μέτρα που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο ίδια παράγραφος στοιχείο β), σχετικά με την έκδοση γνώμης κατάταξης ή τροποποιήσεων των επεξηγηματικών σημειώσεων της ονοματολογίας του εναρμονισμένου συστήματος εκ μέρους του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, είναι η ημερομηνία της σχετικής ανακοίνωσης της Επιτροπής στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 3. Η Επιτροπή κοινοποιεί το συντομότερο στις τελωνειακές αρχές τις ημερομηνίες υιοθέτησης των μέτρων και πράξεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Παύση της ισχύος των δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών Άρθρο 13 Αν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 4 σημείο 2 του κώδικα, δεσμευτική δασμολογική πληροφορία καταργείται ή παύει να ισχύει, η τελωνειακή αρχή που την εξέδωσε ενημερώνει σχετικά, το ταχύτερο δυνατό, την Επιτροπή. Άρθρο 14 1. Όταν ο δικαιούχος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας, που έχει παύσει να ισχύει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 5 του κώδικα, επιθυμεί να έχει τη δυνατότητα να την επικαλεστεί κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου σύμφωνα με την παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου, το γνωστοποιεί στην τελωνειακή υπηρεσία παρέχοντας, εφόσον χρειάζεται, τα δικαιολογητικά έγγραφα που επιτρέπουν να ελεγχθεί αν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται σχετικά. 2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 7 τελευταίο εδάφιο, έχει θεσπίσει μέτρο κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του εν λόγω άρθρου, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 σχετικά με τη δυνατότητα συνέχισης της επίκλησης της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας, οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν σχετικά εγγράφως το δικαιούχο αυτής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Μεταβατική διάταξη Άρθρο 15 Οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που έχουν εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991 εξακολουθούν να ισχύουν. Ωστόσο, οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που έχουν εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο, των οποίων η ισχύς εκτείνεται πέραν της 1ης Ιανουαρίου 1997, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΕΥΝΟΪΚΟ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΕΝΟΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Εμπορεύματα που υποβάλλονται στην προϋπόθεση της μετουσίωσης Άρθρο 16 Η δασμολογική κατάταξη στις διακρίσεις που περιλαμβάνονται στη στήλη 2 του πίνακα που ακολουθεί, των εμπορευμάτων που αναφέρονται στη στήλη 3 του συγκεκριμένου πίνακα σε αντιστοιχία προς τις διακρίσεις αυτές, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα αυτά μετουσιώνονται, έτσι ώστε να γίνονται ακατάλληλα για την ανθρώπινη διατροφή, μέσω κάποιου από τα μετουσιωτικά που αναφέρονται αντίστοιχα στη στήλη 4 του εν λόγω πίνακα, χρησιμοποιούμενου στην ποσότητα που αναφέρεται απέναντι από καθένα από αυτά στη στήλη 5 του ίδιου πίνακα. >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Άρθρο 17 Η μετουσίωση πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ανάμειξη του υπό μετουσίωση προϊόντος και του μετουσιωτικού να είναι ομοιογενής και να μην είναι δυνατό πλέον να χωριστούν τα συστατικά της στοιχεία υπό οικονομικά πρόσφορες συνθήκες. Άρθρο 18 Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 16, κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποδεχθεί προσωρινά τη χρήση μετουσιωτικού που δεν περιλαμβάνεται στη στήλη 4 του πίνακα που αναφέρεται σ’ αυτό. Στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να το ανακοινώσει στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας το πολύ 30 ημερών, παρέχοντας λεπτομερείς πληροφορίες για τη σύνθεση αυτού του μετουσιωτικού και τις χρησιμοποιούμενες ποσότητες. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη, το συντομότερο δυνατό. Η επιτροπή επιλαμβάνεται του θέματος. Εφόσον δεν έχει διατυπωθεί η γνώμη της εν λόγω επιτροπής για την εγγραφή του σχετικού μετουσιωτικού στη στήλη 4 του εν λόγω πίνακα, εντός προθεσμίας το πολύ 18 μηνών από την ημερομηνία λήψης της ανακοίνωσης από την Επιτροπή, το εν λόγω μετουσιωτικό πρέπει να παύσει να χρησιμοποιείται από κάθε κράτος μέλος το αργότερο κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Άρθρο 19 Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου [2]. [2] ΕΕ αριθ. L 270 της 14. 2. 1970, σ. 1. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Προϋποθέσεις δασμολογικής κατάταξης ορισμένων προϊόντων ως σπόρων προς σπορά Άρθρο 20 Η δασμολογική κατάταξη στις διακρίσεις που περιλαμβάνονται στη στήλη 2 του πίνακα που ακολουθεί, των εμπορευμάτων που αναφέρονται απέναντι από καθεμιά από αυτές στη στήλη 3 του συγκεκριμένου πίνακα, εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στα άρθρα 21 έως 24. >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Άρθρο 21 Η πατάτα για σπορά πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 66/403/ΕΟΚ του Συμβουλίου [3]. [3] ΕΕ αριθ. 125 της 11. 7. 1966, σ. 2320/66. Άρθρο 22 Το γλυκό καλαμπόκι, η όλυρα, τα υβρίδια καλαμποκιού, το ρύζι και το σόργο που προορίζονται για σπορά πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 66/402/ΕΟΚ του Συμβουλίου [4]. [4] ΕΕ αριθ. 125 της 11. 7. 1966, σ. 2309/66. Άρθρο 23 Οι ελαιούχοι σπόροι και καρποί που προορίζονται για σπορά πρέπει να πληρούν τους όρους που καθορίζονται βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 69/208/ΕΟΚ του Συμβουλίου [5]. [5] ΕΕ αριθ. L 169 της 10. 7. 1969, σ. 3. Άρθρο 24 Το γλυκό καλαμπόκι, η όλυρα, τα υβρίδια καλαμποκιού, το ρύζι, τα υβρίδια σόργου και οι ελαιούχοι σπόροι και καρποί που ανήκουν σε είδη τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 66/402/ΕΟΚ και 69/208/ΕΟΚ του Συμβουλίου, υπάγονται στις αντίστοιχες διακρίσεις του άρθρου 20, μόνον αν αποδειχθεί από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, ότι τα προϊόντα αυτά προορίζονται πράγματι για σπορά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Προϋποθέσεις δασμολογικής κατάταξης των γαζών και υφασμάτων για κόσκινα, όχι έτοιμων για χρήση Άρθρο 25 Η δασμολογική κατάταξη των γαζών και υφασμάτων για κόσκινα, όχι έτοιμων για χρήση, στη διάκριση 5911 20 00 της συνδυασμένης ονοματολογίας, προϋποθέτει ότι αυτά έχουν σημανθεί όπως υποδεικνύεται παρακάτω. Για τη σήμανση, ένα σχέδιο, που παριστάνει ένα ορθογώνιο και τις δύο διαγωνίους του, πρέπει να αναπαράγεται κατά τακτά διαστήματα στις δύο άκρες του υφάσματος - χωρίς να καταπατά τις ούγιες - κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η απόσταση μεταξύ δύο συνεχόμενων σχεδίων, μετρούμενη μεταξύ των εξωτερικών γραμμών του σχεδίου, να μην υπερβαίνει το ένα μέτρο κατ’ ανώτατο όριο και τα σχέδια της μιας άκρης να βρίσκονται, σε σχέση με τα σχέδια της άλλης άκρης, στο ήμισυ της απόστασης (το κέντρο οποιουδήποτε σχεδίου πρέπει να βρίσκεται σε ίση απόσταση από το κέντρο των δύο πλησιέστερων σχεδίων τα οποία βρίσκονται στο απέναντι άκρο). Καθένα από τα σχέδια αυτά είναι διευθετημένο κατά τρόπο ώστε οι μεγάλες πλευρές του ορθογωνίου να είναι παράλληλες προς το στημόνι του υφάσματος (βλέπε το σχέδιο που ακολουθεί). Οι γραμμές που αποτελούν το σχέδιο έχουν πάχος 5 χιλιοστών για τις πλευρές και 7 χιλιοστών για τις διαγωνίους. Οι διαστάσεις του ορθογωνίου, μετρημένες από το εξωτερικό μέρος των γραμμών, έχουν μήκος τουλάχιστον 8 εκατοστά και πλάτος 5 εκατοστά. Η εκτύπωση των σχεδίων πρέπει να είναι μονόχρωμη και αντίθετη με το χρώμα του υφάσματος. Πρέπει να είναι ανεξίτηλη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Εμπορεύματα που υποβάλλονται στην προϋπόθεση προσκόμισης πιστοποιητικού γνησιότητας, ποιότητας ή άλλου Άρθρο 26 1. Η δασμολογική κατάταξη στις διακρίσεις που περιλαμβάνονται στη στήλη 2 του πίνακα που ακολουθεί, των εμπορευμάτων που αναφέρονται στη στήλη 3 του πίνακα αυτού, σε αντιστοιχία προς τις εν λόγω διακρίσεις, και εισάγονται από τις χώρες που αναφέρονται στη στήλη 5 του ίδιου πίνακα, εξαρτάται από την προσκόμιση πιστοποιητικών που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 34. Τα πιστοποιητικά αυτά που αναφέρονται απέναντι από τους διάφορους αύξοντες αριθμούς στη στήλη 4 του παρακάτω πίνακα, περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 2 έως 8. Καλούνται πιστοποιητικά «γνησιότητας» όσον αφορά τα σταφύλια, το ουίσκι, τη βότκα και τα καπνά, «ονομασίας προελεύσεως» όσον αφορά τα κρασιά και «ποιότητας» όσον αφορά το νιτρικό νάτριο. 2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1, για τα κρασιά Porto, Madeira, Xerκs, μοσχάτο Setubal των κωδικών ΣΟ 2204 21 41, 2204 21 51, 2204 29 41 και 2204 29 51, το εγκεκριμένο εμπορικό έγγραφο που εκδίδεται και επικυρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 986/89 της Επιτροπής [6] προσκομίζεται στη θέση του πιστοποιητικού ονομασίας προελεύσεως. [6] ΕΕ αριθ. L 106 της 18. 4. 1989, σ. 1. 3. Ωστόσο, τα καπνά τα οποία απολαύουν, κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, απαλλαγής δασμών βάσει κάποιας κοινοτικής διάταξης, πρέπει να κατατάσσονται στις διακρίσεις 2401 10 10 έως 2401 10 49 και 2401 20 10 έως 2401 20 49 χωρίς προσκόμιση πιστοποιητικού γνησιότητας. Το εν λόγω πιστοποιητικό δεν μπορεί να εκδοθεί ούτε να γίνει αποδεκτό για τα σχετικά καπνά, όταν περισσότερα από αυτά παρουσιάζονται στην ίδια άμεση συσκευασία. 4. Λαμβανομένων υπόψη των εμπορευμάτων που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 6 στον πίνακα που ακολουθεί, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, νοούνται ως: α) καπνά «flue-cured» του τύπου Virginia: τα καπνά που έχουν αποξηρανθεί με ρεύμα θερμού αέρα σε τεχνητές ατμοσφαιρικές συνθήκες, με διαδικασία ρύθμισης της θερμότητας και του αερισμού, χωρίς επαφή των αναθυμιάσεων με τα φύλλα του καπνού. Το χρώμα του αποξηραμένου καπνού κανονικά κυμαίνεται από ανοιχτό κίτρινο μέχρι σκούρο πορτοκαλί ή κόκκινο. Άλλα χρώματα και συνδυασμοί χρωμάτων προκύπτουν συχνά από διαφορές στην ωριμότητα ή στις τεχνικές καλλιέργειας και αποξήρανσης· β) καπνά «light air-cured» του τύπου Burley, περιλαμβανομένων και των υβριδίων του Burley: τα καπνά που έχουν αποξηρανθεί με ρεύμα θερμού αέρα σε κανονικές ατμοσφαιρικές συνθήκες και τα οποία δεν έχουν απορροφήσει την οσμή από τις αναθυμιάσεις στην περίπτωση που έχουν υποβληθεί σε συμπληρωματική θέρμανση ή ρεύμα αέρα. Το χρώμα των φύλλων κανονικά κυμαίνεται από ανοικτό καστανό ως κοκκινωπό. Άλλα χρώματα και συνδυασμοί χρωμάτων προκύπτουν συχνά από διαφορές στην ωριμότητα ή στις τεχνικές καλλιέργειας και αποξήρανσης· γ) καπνά «light air-cured» του τύπου Maryland: τα καπνά που έχουν αποξηρανθεί με ρεύμα θερμού αέρα σε φυσικές ατμοσφαιρικές συνθήκες και τα οποία δεν έχουν απορροφήσει την οσμή από τις αναθυμιάσεις στην περίπτωση που έχουν υποβληθεί σε συμπληρωματική θέρμανση ή ρεύμα αέρα. Το χρώμα των φύλλων κανονικά κυμαίνεται από φωτεινό κίτρινο σε βαθύ κόκκινο (του κερασιού). Άλλα χρώματα και συνδυασμοί χρωμάτων προκύπτουν συχνά από διαφορές στην ωριμότητα ή στις τεχνικές καλλιέργειας και αποξήρανσης· δ) καπνά «fire-cured»: τα καπνά που έχουν αποξηρανθεί με ρεύμα θερμού αέρα, σε τεχνητές ατμοσφαιρικές συνθήκες, με χρησιμοποίηση φωτιάς από ξύλα από την οποία έχουν απορροφήσει μερικώς τις αναθυμιάσεις. Τα φύλλα των καπνών «fire-cured» είναι παχύτερα από τα φύλλα των καπνών «flue-cured» Burley ή Maryland στα αντίστοιχα «χέρια συλλογής». Τα χρώματα των φύλλων κανονικά κυμαίνονται από καστανοκίτρινο σε πολύ βαθύ καστανό. Άλλα χρώματα και συνδυασμοί χρωμάτων προκύπτουν συχνά από διαφορές στην ωριμότητα ή στις τεχνικές καλλιέργειας και αποξήρανσης. >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Άρθρο 27 1. Τα πιστοποιητικά είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα που αναφέρονται στη στήλη 4 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26. Τυπώνονται και συμπληρώνονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας καθώς επίσης και, ενδεχομένως, στην επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες της χώρας εξαγωγής. 2. Οι διαστάσεις του πιστοποιητικού είναι 210 Χ 297 χιλιοστά περίπου. Το χαρτί που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι: - όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 3 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, χαρτί λευκού χρώματος χωρίς μηχανικούς πολτούς, γραφής με κόλλα, βάρους από 55 έως και 65 gr/m2. Η πρόσθια όψη του πιστοποιητικού φέρει έντυπη κυματοειδή διάταξη γραμμών χρώματος ροζ, το οποίο καθιστά εμφανή κάθε παραποίηση που γίνεται με τη βοήθεια μηχανικών ή χημικών μέσων, - όταν πρόκειται για εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στους αύξοντες αριθμούς 4 και 5 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, χαρτί λευκού χρώματος με κίτρινο περιθώριο και βάρους τουλάχιστον 40 gr/m2, - όταν πρόκειται για άλλα εμπορεύματα του πίνακα, χαρτί λευκού χρώματος βάρους τουλάχιστον 40 gr/m2. 3. Όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 3 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, τα περιθώρια των πιστοποιητικών είναι δυνατό να φέρουν διακοσμητικά σχέδια σε μια εξωτερική λωρίδα μέγιστου πλάτους 13 χιλιοστών. 4. Όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 2 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, το πιστοποιητικό εκδίδεται σε ένα πρωτότυπο και δύο αντίγραφα. Το χρώμα του πρωτότυπου είναι λευκό, του πρώτου αντίγραφου ροζ και του δεύτερου αντίγραφου κίτρινο. 5. Όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 2 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, κάθε πιστοποιητικό εξατομικεύεται με αύξοντα αριθμό, χορηγούμενο από τον οργανισμό έκδοσης, μετά τον οποίο αναγράφονται τα αρχικά της εθνικότητας αυτού του οργανισμού. Τα αντίγραφα φέρουν τον ίδιο αύξοντα αριθμό και τα ίδια αρχικά εθνικότητας με το πρωτότυπο. 6. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους, όπου τα εμπορεύματα διασαφίζονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη μετάφραση του πιστοποιητικού. Άρθρο 28 Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται είτε με γραφομηχανή είτε με το χέρι. Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, πρέπει να συμπληρώνεται με μελάνι και με κεφαλαία γράμματα. Άρθρο 29 1. Το πιστοποιητικό ή, σε περίπτωση κατάτμησης της αποστολής που προβλέπεται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στους αύξοντες αριθμούς 1, 6 και 7 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, το φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού που προβλέπεται στο άρθρο 34, προσκομίζεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής, εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στη συνέχεια από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού, μαζί με το εμπόρευμα το οποίο αφορά: - εντός δύο μηνών, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 2 του εν λόγω πίνακα, - εντός τριών μηνών, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στους αύξοντες αριθμούς 1, 3 και 4 του εν λόγω πίνακα, - εντός έξι μηνών, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στους αύξοντες αριθμούς 5 και 7 του εν λόγω πίνακα, - εντός 24 μηνών, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 6 του εν λόγω πίνακα. 2. Όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αύξοντα αριθμό 2 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26: - το πρώτο αντίγραφο του πιστοποιητικού προσκομίζεται στις ενδιαφερόμενες αρχές ταυτόχρονα με το πρωτότυπο, - το δεύτερο αντίγραφο του πιστοποιητικού προορίζεται για απευθείας αποστολή από τον οργανισμό έκδοσης του πιστοποιητικού στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής. Άρθρο 30 1. Το πιστοποιητικό είναι έγκυρο μόνον εφόσον έχει θεωρηθεί δεόντως από τον οργανισμό έκδοσης του πιστοποιητικού που αναγράφεται στη στήλη 6 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26. 2. Το πιστοποιητικό είναι δεόντως θεωρημένο εφόσον αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης και φέρει τη σφραγίδα του οργανισμού έκδοσης και την υπογραφή του προσώπου ή των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα να το υπογράψουν. Άρθρο 31 1. Ο οργανισμός έκδοσης του πιστοποιητικού μπορεί να περιλαμβάνεται στον πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26 μόνον εάν: α) είναι αναγνωρισμένος ως τέτοιος από τη χώρα εξαγωγής· β) αναλαμβάνει την υποχρέωση να επαληθεύει τις ενδείξεις που αναφέρονται στα πιστοποιητικά· γ) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη, μετά από σχετική αίτηση, κάθε χρήσιμη πληροφορία ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση των ενδείξεων που αναγράφονται στα πιστοποιητικά. 2. Ο πίνακας που αναφέρεται στο άρθρο 26 αναθεωρείται, όταν δεν τηρείται πλέον η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ή όταν ο οργανισμός έκδοσης δεν ανταποκρίνεται σε κάποια από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε. Άρθρο 32 Τα τιμολόγια που προσκομίζονται για την υποστήριξη της ή των διασαφήσεων θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να φέρουν τον ή τους αριθμούς σειράς των αντίστοιχων πιστοποιητικών. Άρθρο 33 Οι χώρες που αναφέρονται στη στήλη 5 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26 γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα υποδείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούν ο οργανισμός ή οι οργανισμοί έκδοσης καθώς και, ενδεχομένως, τα εξουσιοδοτημένα τους γραφεία. Η Επιτροπή ανακοινώνει τις πληροφορίες αυτές στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Άρθρο 34 Όταν πρόκειται για εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στους αύξοντες αριθμούς 1, 6 και 7 του πίνακα που αναφέρεται στο άρθρο 26, σε περίπτωση κατάτμησης της αποστολής, φωτοτυπία του πρωτότυπου του πιστοποιητικού συνοδεύει κάθε παρτίδα που προέρχεται από την κατάτμηση. Τα φωτοαντίγραφα και το πρωτότυπο πιστοποιητικό πρέπει να προσκομίζονται στο τελωνείο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα. Κάθε φωτοαντίγραφο πρέπει να αναφέρει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη της τμηματικής αποστολής και την ένδειξη με κόκκινο χρώμα «Απόσπασμα ισχύον για . . . χιλιόγραμμα» (αριθμητικώς και ολογράφως), καθώς και τον τόπο και την ημερομηνία της κατάτμησης. Η θεώρηση της γνησιότητας αυτών των ενδείξεων πραγματοποιείται με την επίθεση της σφραγίδας του τελωνείου και την υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου των τελωνείων. Το πρωτότυπο πιστοποιητικό πρέπει να περιέχει κατάλληλη ένδειξη σχετικά με την κατάτμηση της αποστολής και να φυλάσσεται στο ενδιαφερόμενο τελωνείο. ΤΙΤΛΟΣ ΙV ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Μη προτιμησιακή καταγωγή Τμήμα 1 Επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που προσδίδουν την καταγωγή Άρθρο 35 Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου διευκρινίζουν, αφενός μεν για τις υφαντικές ύλες και τα τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες του τμήματος ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας, αφετέρου δε για ορισμένα προϊόντα άλλα από τις υφαντικές ύλες και τα τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες, ποιες επεξεργασίες ή μεταποιήσεις θεωρούνται ότι ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 24 του κώδικα και επιτρέπουν να προσδοθεί στα εν λόγω προϊόντα η καταγωγή της χώρας όπου πραγματοποιήθηκαν. Ως «χώρα» πρέπει να νοείται, ανάλογα με την περίπτωση, είτε μια τρίτη χώρα, είτε η Κοινότητα. Υποτμήμα 1 Υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες του τμήματος ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας Άρθρο 36 Για τις υφαντικές ύλες και τα τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες του τμήματος ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας, μια πλήρης μεταποίηση, όπως ορίζεται κατωτέρω στο άρθρο 37, θεωρείται ως επεξεργασία ή μεταποίηση που προσδίδει την καταγωγή σύμφωνα με το άρθρο 24 του κώδικα. Άρθρο 37 Πλήρη μεταποίηση αποτελεί η επεξεργασία ή η μεταποίηση που έχει ως αποτέλεσμα την κατάταξη των παραγόμενων προϊόντων σε κλάση της συνδυασμένης ονοματολογίας άλλη από εκείνη που αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις μη καταγόμενες χρησιμοποιούμενες ύλες. Ωστόσο, για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα 10, ως πλήρεις είναι δυνατό να θεωρηθούν μόνο οι ειδικές μεταποιήσεις που αναφέρονται στη στήλη 3 του εν λόγω παραρτήματος απέναντι από κάθε παραγόμενο προϊόν, είτε συνοδευόμενες είτε όχι από αλλαγή κλάσεως. Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των κανόνων που περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα 10 αναπτύσσονται στις εισαγωγικές σημειώσεις του παραρτήματος 9. Άρθρο 38 Για την εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου, θεωρούνται πάντοτε ως ανεπαρκείς για να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγόμενων προϊόντων, είτε επιφέρουν αλλαγή κλάσεως είτε όχι, οι ακόλουθες επεξεργασίες ή μεταποιήσεις: α) οι εργασίες που αποσκοπούν στη διατήρηση των εμπορευμάτων σε καλή κατάσταση κατά τη μεταφορά και αποθήκευσή τους (αερισμός, άπλωμα, στέγνωμα, αφαίρεση φθαρμένων μερών και παρόμοιες εργασίες)· β) οι απλές εργασίες αφαίρεσης της σκόνης, κοσκινίσματος, διαλογής, ταξινόμησης, συνδυασμού (συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης σειρών εμπορευμάτων), πλύσης, κοπής· γ) i) οι αλλαγές συσκευασίας, καθώς και οι διαιρέσεις και συναρμολογήσεις αποστολών εμπορευμάτων, ii) η απλή τοποθέτηση σε σάκους, θήκες, κουτιά, λεπτοσανίδες κ.λπ. και κάθε άλλη απλή εργασία συσκευασίας· δ) η επίθεση σημάτων, ετικετών ή άλλων διακριτικών σημείων σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους· ε) η απλή συναρμολόγηση μερών προϊόντων, για τη σύσταση ενός πλήρους προϊόντος· στ) ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων εργασιών, που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως ε). Υποτμήμα 2 Προϊόντα άλλα από τις υφαντικές ύλες και τα τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες του τμήματος ΧΙ της συνδυασμένης ονοματολογίας Άρθρο 39 Για τα παραγόμενα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα 11, ως επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που προσδίδουν την καταγωγή σύμφωνα με το άρθρου 24 του κώδικα, θεωρούνται οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που αναφέρονται στη στήλη 3 του εν λόγω παραρτήματος. Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των κανόνων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 11 αναπτύσσονται στις εισαγωγικές σημειώσεις του παραρτήματος 9. Υποτμήμα 3 Κοινές διατάξεις για όλα τα προϊόντα Άρθρο 40 Όταν οι πίνακες των παραρτημάτων 10 και 11 αναφέρουν ότι η καταγωγή αποκτάται υπό τον όρο ότι η αξία των χρησιμοποιούμενων μη καταγόμενων υλών δεν υπερβαίνει ένα καθορισμένο ποσοστό της τιμής εκ του εργοστασίου των παραγόμενων προϊόντων, το ποσοστό αυτό υπολογίζεται ως εξής: - ο όρος «αξία» σημαίνει τη δασμολογητέα αξία τη στιγμή της εισαγωγής των χρησιμοποιούμενων μη καταγόμενων υλών ή, εάν αυτή δεν είναι γνωστή ή δεν μπορεί να υπολογιστεί, την πρώτη καταβληθείσα τιμή που μπορεί να ελεγχθεί για τις εν λόγω ύλες στο κράτος μεταποίησης· - ο όρος «τιμή εκ του εργοστασίου» σημαίνει την τιμή εργοστασίου του παραγόμενου προϊόντος αφού αφαιρεθούν όλοι οι εσωτερικοί φόροι οι οποίοι επιστρέφονται, ή είναι δυνατόν να επιστραφούν, όταν το προϊόν αυτό εξαχθεί· - ο όρος «αξία που αποκτάται μετά από εργασίες συναρμολόγησης» είναι η αύξηση της αξίας που προκύπτει από τις εργασίες συναρμολόγησης καθαυτές, στις οποίες περιλαμβάνεται κάθε εργασία τελειώματος και ελέγχου και, ενδεχομένως, από την ενσωμάτωση εξαρτημάτων καταγωγής του κράτους όπου έγιναν οι εργασίες αυτές, περιλαμβανομένου του κέρδους και των γενικών εξόδων που καταβάλλονται στο κράτος αυτό λόγω των παραπάνω εργασιών. Τμήμα 2 Διατάξεις εφαρμογής για τα ανταλλακτικά Άρθρο 41 Τα ανταλλακτικά που προορίζονται κυρίως για υλικό, μηχάνημα, συσκευή ή όχημα και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή εξαχθεί προηγουμένως, θεωρούνται ότι έχουν την ίδια καταγωγή με το υλικό, το μηχάνημα, τη συσκευή ή το όχημα για το οποίο προορίζονται, εφόσον πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο παρόν τμήμα. Άρθρο 42 Το τεκμήριο που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο γίνεται δεκτό μόνο: - εφόσον είναι απαραίτητο για την εισαγωγή στο κράτος προορισμού, - στις περιπτώσεις που η χρησιμοποίηση των εν λόγω βασικών ανταλλακτικών κατά το στάδιο της παραγωγής του σχετικού υλικού, μηχανήματος, συσκευής ή οχήματος δεν είναι τέτοια ώστε να εμποδίζει να προσδοθεί η κοινοτική καταγωγή ή η καταγωγή του κράτους παραγωγής στο εν λόγω υλικό, μηχάνημα, συσκευή ή όχημα. Άρθρο 43 Για την εφαρμογή του άρθρου 41, νοούνται ως: α) υλικά, μηχανήματα, συσκευές και οχήματα, τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα τμήματα XVI, XVII και XVIII της συνδυασμένης ονοματολογίας· β) ουσιώδη ανταλλακτικά, αυτά που ταυτόχρονα: - αποτελούν στοιχεία χωρίς τα οποία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η καλή λειτουργία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο στοιχείο α), τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή προηγουμένως εξαχθεί, - είναι χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων αυτών και - προορίζονται για τη συνήθη συντήρησή τους και για να αντικαταστήσουν τα τεμάχια του ίδιου είδους που υπέστησαν κάποια βλάβη ή είναι πλέον άχρηστα. Άρθρο 44 Όταν μια αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές ή σε εξουσιοδοτημένους οργανισμούς των κρατών μελών για ουσιώδη ανταλλακτικά που προβλέπονται στο άρθρο 41, το εν λόγω πιστοποιητικό καθώς και η σχετική αίτηση πρέπει να περιλαμβάνουν στη θέση 6 (αύξων αριθμός, σήματα, αριθμοί, αριθμός και φύση των δεμάτων, περιγραφή εμπορευμάτων) δήλωση του ενδιαφερομένου, η οποία να διευκρινίζει ότι τα αναφερόμενα εμπορεύματα προορίζονται για τη συνήθη συντήρηση υλικού, μηχανήματος, συσκευής ή οχήματος που έχει προηγουμένως εξαχθεί, καθώς και την ακριβή ένδειξη του εν λόγω υλικού, μηχανήματος, συσκευής ή οχήματος. Εξάλλου, ο ενδιαφερόμενος αναφέρει, στο μέτρο του δυνατού, τα στοιχεία αναφοράς του πιστοποιητικού καταγωγής (αρχή έκδοσης, αριθμό και ημερομηνία του πιστοποιητικού) βάσει του οποίου εξήχθη το υλικό, το μηχάνημα, η συσκευή ή το όχημα για τη συντήρηση των οποίων προορίζονται τα ανταλλακτικά. Άρθρο 45 Όταν η καταγωγή των ουσιωδών ανταλλακτικών που αναφέρονται στο άρθρο 41 πρέπει να αποδεικνύεται κατά την εισαγωγή για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα με την προσκόμιση πιστοποιητικού καταγωγής, αυτό πρέπει να φέρει τα στοιχεία που ορίζει το άρθρο 44. Άρθρο 46 Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών έχουν την ευχέρεια να απαιτήσουν οποιαδήποτε συμπληρωματικά δικαιολογητικά προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται από το παρόν τμήμα, και ιδίως: - την προσκόμιση του τιμολογίου ή ενός αντιγράφου του τιμολογίου σχετικού με το υλικό, το μηχάνημα, τη συσκευή ή το όχημα που έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή έχει προηγουμένως εξαχθεί, - το συμβόλαιο ή αντίγραφο του συμβολαίου ή κάθε άλλο έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι η παράδοση γίνεται στο πλαίσιο της συνήθους συντήρησης. Τμήμα 3 Διατάξεις εφαρμογής για τα πιστοποιητικά καταγωγής Υποτμήμα 1 Διατάξεις για τα γενικά πιστοποιητικά καταγωγής Άρθρο 47 Όταν η καταγωγή εμπορεύματος αποδεικνύεται ή πρέπει να αποδεικνύεται κατά την εισαγωγή με την προσκόμιση πιστοποιητικού καταγωγής, το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να έχει εκδοθεί από μια αρχή ή έναν οργανισμό αξιόπιστο και δεόντως εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό από το κράτος έκδοση· β) να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη διαπίστωση της ταυτότητος του εμπορεύματος στο οποίο αναφέρεται, ιδίως δε: - τον αριθμό, τη φύση, τα σημεία και τους αριθμούς των δεμάτων, - το είδος του εμπορεύματος, - το μεικτό και το καθαρό βάρος του εμπορεύματος· τα στοιχεία αυτά, όμως, είναι δυνατό να αντικατασταθούν από άλλα, όπως ο αριθμός ή ο όγκος όταν το εμπόρευμα υφίσταται αξιοσημείωτες μεταβολές βάρους κατά τη μεταφορά ή όταν δεν καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση του βάρους του ή επίσης όταν η διαπίστωση της ταυτότητας κατά κανόνα εξασφαλίζεται με αυτά τα ανωτέρω στοιχεία, - το όνομα του αποστολέα· γ) να πιστοποιεί με σαφήνεια ότι το εμπόρευμα στο οποίο αναφέρεται κατάγεται από συγκεκριμένη χώρα. Άρθρο 48 1. Τα πιστοποιητικά καταγωγής που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές ή τους εξουσιοδοτημένους οργανισμούς των κρατών μελών πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 47 στοιχεία α) και β). 2. Τα πιστοποιητικά αυτά, καθώς και οι σχετικές αιτήσεις, πρέπει να καταρτίζονται σε έντυπα σύμφωνα με τα υποδείγματα του παραρτήματος 12. 3. Τα εν λόγω πιστοποιητικά καταγωγής βεβαιώνουν ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από την Κοινότητα. Εντούτοις, όταν οι ανάγκες του εξαγωγικού εμπορίου το απαιτούν, τα πιστοποιητικά αυτά δύνανται να πιστοποιούν ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από συγκεκριμένο κράτος μέλος. Όταν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 του κώδικα πληρούνται μόνο για το σύνολο των εργασιών που πραγματοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, γίνεται αποδεκτή μόνον η πιστοποίηση της κοινοτικής καταγωγής των εμπορευμάτων. Άρθρο 49 Τα πιστοποιητικά καταγωγής εκδίδονται μετά από γραπτή αίτηση του ενδιαφερομένου. Εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, ιδίως δε όταν ο ενδιαφερόμενος ασχολείται τακτικά με εξαγωγικές εργασίες, τα κράτη μέλη δύνανται να παραιτηθούν από την απαίτηση αίτησης για κάθε εξαγωγική εργασία, υπό τον όρο ότι θα εξασφαλίζεται η τήρηση των διατάξεων όσον αφορά την καταγωγή. Εφόσον το δικαιολογούν οι ανάγκες του εμπορίου, είναι δυνατόν να εκδίδονται ένα ή περισσότερα συμπληρωματικά αντίγραφα του πιστοποιητικού καταγωγής. Τα εν λόγω αντίγραφα πρέπει να καταρτίζονται σε έντυπα σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος 12. Άρθρο 50 1. Το έντυπο του πιστοποιητικού έχει διαστάσεις 210 Χ 297 χιλιοστά, με μέγιστη επιτρεπόμενη ανοχή + 8 χιλιοστά και - 5 χιλιοστά ως προς το μήκος. Το χαρτί πρέπει να είναι λευκού χρώματος, χωρίς μηχανικούς πολτούς, γραφής με κόλλα και βάρους τουλάχιστον 64 g/m2 ή μεταξύ 25 και 30 g/m2 σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται αεροπορικός χάρτης. Η πρόσθια όψη του πρωτοτύπου φέρει έντυπη κυματοειδή διάταξη φαιοκίτρινου χρώματος, η οποία καθιστά εμφανή κάθε φαλκίδευση με μηχανικά ή χημικά μέσα. 2. Το έντυπο της αίτησης τυπώνεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους εξαγωγής. Το έντυπο του πιστοποιητικού καταγωγής τυπώνεται σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας ή, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις συνήθειες του εμπορίου, σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. 3. Τα κράτη μέλη είναι δυνατό να αναλάβουν μόνα τους την εκτύπωση των εντύπων των πιστοποιητικών καταγωγής ή να την εμπιστευτούν σε τυπογραφεία που έχουν εγκρίνει. Στην τελευταία περίπτωση, αναφορά της έγκρισης γίνεται σε κάθε έντυπο του πιστοποιητικού καταγωγής. Κάθε πιστοποιητικό καταγωγής φέρει ένδειξη με το όνομα και τη διεύθυνση του τυπογράφου ή σήμα που επιτρέπει τη διαπίστωση της ταυτότητάς του. Το πιστοποιητικό, εξάλλου, φέρει αύξοντα αριθμό, έντυπο ή αποτυπωμένο με σφραγίδα, που προορίζεται για την εξατομίκευσή του. Άρθρο 51 Τα έντυπα της αίτησης για την έκδοση του πιστοποιητικού καταγωγής συμπληρώνονται με γραφομηχανή ή με το χέρι με κεφαλαία γράμματα, κατά τρόπο ταυτόσημο, σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας ή, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις συνήθειες του εμπορίου, σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Άρθρο 52 Κάθε πιστοποιητικό εισαγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 48 φέρει αύξοντα αριθμό, ώστε να εξατομικεύεται. Η αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού καταγωγής και όλα τα αντίγραφα του πιστοποιητικού φέρουν τον ίδιο αριθμό. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές ή οι εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί των κρατών μελών δύνανται να αριθμούν τα εν λόγω έγγραφα κατά σειρά έκδοσης. Άρθρο 53 Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καθορίζουν τα συμπληρωματικά στοιχεία που πρέπει, ενδεχομένως, να περιέχει η αίτηση. Τα συμπληρωματικά στοιχεία πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου. Η Επιτροπή ανακοινώνει αμέσως τις πληροφορίες αυτές στα κράτη μέλη. Άρθρο 54 Οι αρμόδιες αρχές ή οι εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί των κρατών μελών που εκδίδουν πιστοποιητικά καταγωγής πρέπει να φυλάσσουν τις σχετικές αιτήσεις για περίοδο τουλάχιστον δύο ετών. Δύνανται επίσης να διατηρούν αντίγραφα των αιτήσεων, αν αποδίδεται σ’ αυτά η ίδια αποδεικτική ισχύς σύμφωνα με τη νομοθεσία του σχετικού κράτους μέλους. Υποτμήμα 2 Ειδικές διατάξεις σχετικά με τα πιστοποιητικά καταγωγής για ορισμένα γεωργικά προϊόντα που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα εισαγωγής Άρθρο 55 Τα άρθρα 56 έως 65 καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιούνται τα πιστοποιητικά καταγωγής που αφορούν γεωργικά προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν θεσπιστεί μη προτιμησιακά ειδικά καθεστώτα εισαγωγής, εφόσον τα καθεστώτα αυτά αναφέρονται στις ακόλουθες διατάξεις. α) Πιστοποιητικά καταγωγής Άρθρο 56 1. Τα πιστοποιητικά καταγωγής που αφορούν τα γεωργικά προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών για τα οποία θεσπίστηκαν ειδικά καθεστώτα εισαγωγής μη προτιμησιακού χαρακτήρα πρέπει να συντάσσονται σε έντυπα σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος 13. 2. Τα πιστοποιητικά αυτά εκδίδονται από τις αρμόδιες κυβερνητικές αρχές των ενδιαφερόμενων τρίτων χωρών, που στη συνέχεια καλούνται «αρχές έκδοσης», αν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα προϊόντα τα οποία αφορούν αυτά τα πιστοποιητικά κατάγονται από αυτές τις χώρες, υπό την έννοια των διατάξεων που ισχύουν στην Κοινότητα. 3. Τα πιστοποιητικά αυτά πρέπει επίσης να βεβαιώνουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία τη σχετική με τα ειδικά καθεστώτα εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 55. 4. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων σχετικά με τα ειδικά καθεστώτα εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 55, η διάρκεια ισχύος αυτών των πιστοποιητικών ανέρχεται σε δέκα μήνες από την ημερομηνία έκδοσής τους από τις αρχές έκδοσης. Άρθρο 57 1. Τα πιστοποιητικά καταγωγής, που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος, πρέπει να αποτελούνται από ένα μόνο αντίτυπο που φέρει την ένδειξη «πρωτότυπο» δίπλα στον τίτλο του εγγράφου. Σε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη περισσότερων αντιτύπων, αυτά πρέπει να φέρουν την ένδειξη «αντίγραφο» δίπλα στον τίτλο του εγγράφου. 2. Οι αρμόδιες αρχές της Κοινότητας δέχονται ως έγκυρο μόνο το πρωτότυπο του πιστοποιητικού καταγωγής. Άρθρο 58 1. Οι διαστάσεις του πιστοποιητικού καταγωγής είναι 210 Χ 297 χιλιοστά με μέγιστη ανοχή ως προς το μήκος + 8 χιλιοστά και - 5 χιλιοστά. Το χαρτί που χρησιμοποιείται πρέπει να είναι λευκού χρώματος, χωρίς μηχανικούς πολτούς, γραφής με κόλλα, βάρους τουλάχιστον 40 g/m2. Η πρόσθια όψη του πρωτότυπου φέρει στο βάθος έντυπη κυματοειδή διάταξη κίτρινου χρώματος, η οποία καθιστά εμφανή κάθε φαλκίδευση με μηχανικά ή χημικά μέσα. 2. Τα έντυπα του πιστοποιητικού πρέπει να τυπώνονται και να συμπληρώνονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας. Άρθρο 59 1. Τα έντυπα του πιστοποιητικού καταγωγής, πρέπει να συμπληρώνονται με γραφομηχανή ή με άλλη μηχανογραφική ή παρόμοια μέθοδο. 2. Το πιστοποιητικό δεν πρέπει να φέρει ξυσίματα ούτε αλλοιώσεις. Τυχόν τροποποιήσεις πρέπει να γίνονται με διαγραφή των εσφαλμένων ενδείξεων και προσθήκη, ενδεχομένως, των επιθυμητών ενδείξεων. Κάθε τέτοια τροποποίηση πρέπει να εγκρίνεται από το πρόσωπο που την επιφέρει και να θεωρείται από τις αρχές έκδοσης. Άρθρο 60 1. Τα πιστοποιητικά καταγωγής, που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 56 έως 59, πρέπει να περιλαμβάνουν στη θέση 5 όλες τις ενδεχομένως απαιτούμενες πρόσθετες πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 3 για την εφαρμογή των ειδικών καθεστώτων εισαγωγής, τα οποία αυτά αφορούν. 2. Τα τμήματα των θέσεων 5, 6 και 7 που δεν χρησιμοποιούνται πρέπει να διαγράφονται, έτσι ώστε να είναι αδύνατες οι μεταγενέστερες προσθήκες. Άρθρο 61 Όλα τα πιστοποιητικά καταγωγής πρέπει να φέρουν αύξοντα αριθμό, τυπωμένο ή μη, για την εξατομίκευσή τους, και τη σφραγίδα της εκδούσας αρχής, καθώς και την υπογραφή του προσώπου ή των προσώπων που έχουν εξουσιοδοτηθεί σχετικά. Το πιστοποιητικό καταγωγής εκδίδεται κατά την εξαγωγή των προϊόντων στα οποία αναφέρεται και η αρχή έκδοσης φυλάσσει ένα αντίγραφο κάθε εκδιδόμενου πιστοποιητικού. Άρθρο 62 Κατ’ εξαίρεση, τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά καταγωγής είναι δυνατό να εκδοθούν επίσης μετά την εξαγωγή των προϊόντων στα οποία αναφέρονται, σε περίπτωση που αυτά δεν εκδόθηκαν για τη συγκεκριμένη εξαγωγή εξαιτίας σφαλμάτων, ακούσιων παραλείψεων ή ειδικών συνθηκών. Οι αρχές έκδοσης είναι δυνατό να εκδόσουν εκ των υστέρων το πιστοποιητικό καταγωγής που προβλέπεται στα άρθρα 56 έως 61, μόνον εφόσον ελέγξουν αν οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στην αίτηση του εξαγωγέα είναι σύμφωνες προς εκείνες του αντίστοιχου φακέλου εξαγωγής. Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται εκ των υστέρων πρέπει να φέρουν, στη θέση «Παρατηρήσεις», μία από τις ακόλουθες μνείες: - expedido a posteriori, - udstedt efterfψlgende, - Nachtrδglich ausgestellt, - Εκδοθέν εκ των υστέρων, - Issued retrospectively, - Dιlivrι a postriori, - rilasciato a posteriori, - afgegeven a posteriori, - emitido a posteriori. β) Διοικητική συνεργασία Άρθρο 63 1. Όταν τα ειδικά καθεστώτα εισαγωγής που θεσπίζονται για ορισμένα γεωργικά προϊόντα βασίζονται στη χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού καταγωγής που προβλέπεται στα άρθρα 56 έως 62, η υπαγωγή σ' αυτά προϋποθέτει την εφαρμογή διαδικασίας διοικητικής συνεργασίας, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης παρέκκλισης που προβλέπεται από το σχετικό ειδικό καθεστώς εισαγωγής. Για το σκοπό αυτό, οι ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες ανακοινώνουν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: - τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών έκδοσης των πιστοποιητικών καταγωγής, καθώς και τα δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που αυτές χρησιμοποιούν, - τα ονόματα και τις διευθύνσεις των κυβερνητικών αρχών που είναι αρμόδιες για την παραλαβή των αιτήσεων του εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής, που προβλέπονται κατωτέρω στο άρθρο 64. Όλες αυτές οι πληροφορίες διαβιβάζονται από την Επιτροπή στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. 2. Σε περίπτωση που οι εν λόγω τρίτες χώρες δεν ανακοινώνουν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές της Κοινότητας αρνούνται το ευεργέτημα των ειδικών καθεστώτων εισαγωγής. Άρθρο 64 1. Ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής, στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 56 έως 62, διενεργείται δειγματοληπτικά και κάθε φορά που υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου ή την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτό. Όσον αφορά την καταγωγή, ο έλεγχος πραγματοποιείται με την πρωτοβουλία των τελωνειακών αρχών. Όσον αφορά την εφαρμογή των γεωργικών ρυθμίσεων, ο έλεγχος μπορεί να πραγματοποιείται, ενδεχομένως, από άλλες αρμόδιες αρχές. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές της Κοινότητας επιστρέφουν το πιστοποιητικό καταγωγής ή αντίγραφό του στην κυβερνητική αρχή που διενεργεί τον έλεγχο και έχει ορισθεί γι’ αυτό το σκοπό από τη χώρα εξαγωγής, αναφέροντας, ενδεχομένως, τους ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους που δικαιολογούν την έρευνα. Επισυνάπτουν στο επιστρεφόμενο πιστοποιητικό το τιμολόγιο ή αντίγραφό του, εφόσον αυτό προσκομίστηκε, και παρέχουν όλες τις πληροφορίες που μπόρεσαν να λάβουν και οι οποίες δημιουργούν την υπόνοια ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο εν λόγω πιστοποιητικό είναι ανακριβή ή ότι αυτό δεν είναι γνήσιο. Αν η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τα ειδικά καθεστώτα εισαγωγής ανασταλεί εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οι τελωνειακές αρχές της Κοινότητας επιτρέπουν την παράδοση των εμπορευμάτων, με την επιφύλαξη των συντηρητικών μέτρων που κρίνονται αναγκαία. Άρθρο 65 1. Τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου γνωστοποιούνται το ταχύτερο δυνατό στις αρμόδιες αρχές της Κοινότητας. Πρέπει να μπορεί, βάσει αυτών, να προσδιοριστεί εάν τα πιστοποιητικά καταγωγής που επιστρέφονται με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 64, εφαρμόζονται σε εμπορεύματα που πραγματικά εξήχθησαν, και εάν σ’ αυτά τα εμπορεύματα μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί το ειδικό καθεστώς της συγκεκριμένης εισαγωγής. 2. Οι αρμόδιες αρχές της Κοινότητας αρνούνται οριστικά την υπαγωγή στο ειδικό καθεστώς εισαγωγής εάν δεν υπάρξει απάντηση στις αιτήσεις ελέγχου εκ των υστέρων εντός μέγιστης προθεσμίας έξι μηνών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Προτιμησιακή καταγωγή Τμήμα 1 Σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων Υποτμήμα 1 Ορισμός της έννοιας «προϊόντα καταγωγής» Άρθρο 66 Για την εφαρμογή των διατάξεων περί γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων που χορηγεί η Κοινότητα σε ορισμένα προϊόντα καταγωγής των αναπτυσσόμενων χωρών, θεωρούνται ως «προϊόντα καταγωγής» χώρας που απολαύει τέτοιων προτιμήσεων (η οποία στο εξής θα αποκαλείται «δικαιούχος χώρα»), υπό τον όρο ότι μεταφέρονται απευθείας, κατά την έννοια του άρθρου 75, στην Κοινότητα: α) τα προϊόντα που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου στην εν λόγω χώρα· β) τα προϊόντα που έχουν ληφθεί στην εν λόγω χώρα και για την κατασκευή των οποίων έχουν χρησιμοποιηθεί προϊόντα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί επαρκή επεξεργασία ή μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 68 παράγραφος 1. Άρθρο 67 1. Θεωρούνται ως παραγόμενα εξ ολοκλήρου σε δικαιούχο χώρα κατά την έννοια του άρθρου 66 στοιχείο α): α) τα ορυκτά προϊόντα που εξάγονται από το έδαφός της ή από το βυθό των θαλασσών ή των ωκεανών της· β) τα προϊόντα του φυτικού βασιλείου που συλλέγονται στη χώρα αυτή· γ) τα ζώντα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σ’ αυτή· δ) τα προϊόντα τα προερχόμενα από ζώντα ζώα τα οποία εκτρέφονται σ’ αυτή· ε) τα προϊόντα της θήρας και της αλιείας που διενεργούνται σ’ αυτή· στ) τα προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από τη θάλασσα και τα πλοία της· ζ) τα προϊόντα που κατασκευάζονται επί των πλοίων-εργοστασίων της αποκλειστικά από προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο στ)· η) τα μεταχειρισμένα είδη που έχουν συλλεγεί στην εν λόγω χώρα και δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο για την ανάκτηση πρώτων υλών· θ) τα απόβλητα και τα απορρίμματα που προέρχονται από βιοτεχνικές εργασίες, οι οποίες διεξάγονται σ’ αυτή· ι) τα προϊόντα που εξορύσσονται από τον πυθμένα ή το υπέδαφος των θαλασσών που βρίσκονται εκτός των χωρικών υδάτων, εφόσον αυτή ασκεί, όσον αφορά την εκμετάλλευση αυτών, αποκλειστικά δικαιώματα επί του πυθμένα ή του υπεδάφους· κ) τα προϊόντα που παράγονται σε αυτήν αποκλειστικά από προϊόντα που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) έως ι). 2. Ο όρος «πλοία της» στην παράγραφο 1 στοιχείο στ) αφορά μόνον πλοία: - που είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη δικαιούχο χώρα, - που φέρουν τη σημαία της δικαιούχου χώρας, - που ανήκουν κατά ποσοστό τουλάχιστον 50 % σε υπηκόους της δικαιούχου χώρας ή σε εταιρεία που έχει την έδρα της στην εν λόγω χώρα, της οποίας ο διαχειριστής ή οι διαχειριστές, ο πρόεδρος του διοικητικού ή του εποπτικού συμβουλίου και η πλειοψηφία των μελών των εν λόγω συμβουλίων είναι υπήκοοι της συγκεκριμένης χώρας, και της οποίας, επιπλέον, στην περίπτωση προσωπικών εταιρειών ή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, τουλάχιστον το ήμισυ του κεφαλαίου ανήκει στην εν λόγω χώρα ή σε δημόσιους οργανισμούς ή σε υπηκόους της εν λόγω χώρας, - των οποίων ο κυβερνήτης και οι αξιωματικοί είναι όλοι υπήκοοι της δικαιούχου χώρας, και, - των οποίων τουλάχιστον το 75 % του πληρώματος είναι υπήκοοι της δικαιούχου χώρας. 3. Ο όρος «δικαιούχος χώρα» καλύπτει και τα χωρικά ύδατα της εν λόγω χώρας. 4. Τα πλοία ανοικτής θαλάσσης, συμπεριλαμβανομένων και των πλοίων-εργοστασίων, επί των οποίων πραγματοποι είται επεξεργασία ή μεταποίηση των αλιευμάτων, θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος του εδάφους της δικαιούχου χώρας στην οποία ανήκουν, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που θεσπίζει η παράγραφος 2. Άρθρο 68 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 66 στοιχείο β), μη καταγόμενες ύλες θεωρείται ότι έχουν υποστεί επαρκή επεξεργασία ή μεταποίηση, όταν το παραγόμενο προϊόν κατατάσσεται σε διαφορετική κλάση από εκείνη στην οποία υπάγονται όλες οι μη καταγόμενες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή του, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3. Το παράρτημα 14 περιλαμβάνει τις σημειώσεις που ισχύουν για τα προϊόντα που κατασκευάζονται από μη καταγόμενες ύλες. Οι όροι «κεφάλαια» και «κλάσεις», που χρησιμοποιούνται στις παρούσες διατάξεις, αναφέρονται στα κεφάλαια και τις κλάσεις (τετραψήφιοι κωδικοί) που χρησιμοποιούνται στην ονοματολογία, η οποία αποτελεί το εναρμονισμένο σύστημα. Ο όρος «υπαγόμενος» αναφέρεται στην κατάταξη προϊόντος ή ύλης σε μία συγκεκριμένη κλάση. 2. Όταν πρόκειται για προϊόν που αναφέρεται στις στήλες 1 και 2 του πίνακα του παραρτήματος 15, πρέπει να πληρούνται, για το συγκεκριμένο προϊόν, οι όροι της στήλης 3 αντί για τον κανόνα της παραγράφου 1. α) Ο όρος «αξία» στον πίνακα του παραρτήματος 15 αναφέρεται στη δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή της εισαγωγής των μη καταγόμενων υλών που χρησιμοποιήθηκαν ή, εάν αυτή δεν είναι γνωστή και δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, την πρώτη επιβεβαιώσιμη τιμή που καταβλήθηκε για τις ύλες στην ενδιαφερόμενη χώρα. Όταν χρειάζεται να καθοριστεί η αξία των καταγόμενων υλών, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται κατ' αναλογία. β) Ο όρος «τιμή εκ του εργοστασίου» στον πίνακα του παραρτήματος 15, αναφέρεται στην πληρωθείσα τιμή για το παραγόμενο προϊόν στον κατασκευαστή στην επιχείρηση του οποίου διενεργήθηκε η τελευταία επεξεργασία ή μεταποίηση, υπό τον όρο ότι η τιμή περιλαμβάνει την αξία όλων των υλών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή, αφού αφαιρεθούν όλοι οι εσωτερικοί φόροι οι οποίοι επεστράφησαν, ή είναι δυνατόν να επιστραφούν, κατά την εξαγωγή του παραγόμενου προϊόντος. 3. Για την εφαρμογή του άρθρου 66 στοιχείο β), θεωρούνται ως ανεπαρκείς για να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγόμενων προϊόντων, είτε επιφέρουν αλλαγή κλάσεως είτε όχι, οι ακόλουθες επεξεργασίες ή μεταποιήσεις: α) οι εργασίες που αποσκοπούν στη διατήρηση των εμπορευμάτων σε καλή κατάσταση κατά τη μεταφορά και αποθήκευσή τους (αερισμός, άπλωμα, στέγνωμα, ψύξη, τοποθέτηση σε άλμη, σε θειωμένο νερό ή άλλα υδατικά διαλύματα, αφαίρεση φθαρμένων μερών και παρόμοιες εργασίες)· β) οι απλές εργασίες αφαίρεσης της σκόνης, κοσκινίσματος, διαλογής, ταξινόμησης, συνδυασμού (συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης σειρών εμπορευμάτων), πλύσης, βαφής, κοπής· γ) i) οι αλλαγές συσκευασίας, καθώς και οι διαιρέσεις και συνενώσεις αποστολών εμπορευμάτων, ii) η απλή τοποθέτηση σε φιάλες, φιαλίδια, σάκους, θήκες, κουτιά, λεπτοσανίδες κ.λπ. και κάθε άλλη απλή εργασία συσκευασίας· δ) η επίθεση σημάτων, ετικετών ή άλλων διακριτικών σημείων σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους· ε) η απλή ανάμειξη προϊόντων, έστω και διαφορετικού είδους, κατά την οποία ένα ή περισσότερα συστατικά του μείγματος δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο παρών τίτλος, ώστε να δύνανται να θεωρηθούν ως καταγόμενα προϊόντα· στ) η απλή συνένωση μερών προϊόντων, για τη σύσταση ενός πλήρους προϊόντος· ζ) ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων εργασιών, που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως στ)· η) η σφαγή ζώων. Άρθρο 69 Για να καθοριστεί αν ένα προϊόν κατάγεται από δικαιούχο χώρα δεν είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί αν η ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα, οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός, καθώς και οι μηχανές και τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή παρόμοιων προϊόντων, είναι καταγωγής τρίτων χωρών ή όχι. Άρθρο 70 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 66, για να καθοριστεί αν κάποιο προϊόν που έχει παραχθεί σε δικαιούχο χώρα που αποτελεί μέλος ομάδας χωρών θεωρείται καταγόμενο από αυτή κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, τα προϊόντα καταγωγής οποιασδήποτε από τις χώρες της εν λόγω ομάδας που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος θεωρούνται ως καταγόμενα από τη χώρα παραγωγής του προϊόντος. 2. Η χώρα καταγωγής του τελικού προϊόντος καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 71. 3. Η σώρευση της καταγωγής εφαρμόζεται για τρεις διαφορετικές ομάδες δικαιούχων χωρών στο πλαίσιο του ΣΓΠ: α) την Ένωση των Νοτιοανατολικών Ασιατικών Εθνών (ASEAN)· β) την Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής (CACM)· γ) την ομάδα των Άνδεων. 4. Με τον όρο «ομάδα χωρών» νοούνται, ανάλογα με την περίπτωση, η ASEAN, η CACM ή η ομάδα των Άνδεων. Άρθρο 71 1. Τα προϊόντα που έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα καταγωγής βάσει του άρθρου 70, είναι καταγωγής της χώρας, μέλους της ομάδας χωρών, στο έδαφος της οποίας πραγματοποιήθηκε η τελευταία επεξεργασία ή μεταποίηση, υπό τον όρο ότι: - η προστιθέμενη αξία στη χώρα αυτή, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, είναι μεγαλύτερη από την υψηλότερη δασμολογητέα αξία των χρησιμοποιούμενων προϊόντων καταγωγής μιας από τις άλλες χώρες της ομάδας χωρών, - η μεταποίηση ή η επεξεργασία που έγινε στο έδαφος της χώρας αυτής υπερβαίνει την καθοριζόμενη στο άρθρο 68 παράγραφος 3, καθώς και, στην περίπτωση των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, τις επεξεργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα 16. 2. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τα προϊόντα θεωρούνται ότι κατάγονται από τη χώρα, μέλος της ομάδας χωρών, που εφαρμόζει την υψηλότερη δασμολογητέα αξία στα χρησιμοποιούμενα προϊόντα καταγωγής που προέρχονται από άλλες χώρες της εν λόγω ομάδας. 3. «Προστιθέμενη αξία» είναι η τιμή εκ του εργοστασίου μείον τη δασμολογητέα αξία καθενός από τα ενσωματωμένα προϊόντα καταγωγής μιας από τις άλλες χώρες της ομάδας χωρών. Άρθρο 72 1. Τα άρθρα 70 και 71 εφαρμόζονται μόνον αν: α) οι κανόνες που ισχύουν για τις συναλλαγές, στο πλαίσιο της σώρευσης για ομάδα χωρών, μεταξύ των χωρών μελών της ομάδας είναι οι ίδιοι με αυτούς που καθορίζει το παρόν τμήμα· β) κάθε χώρα μέλος μιας ομάδας χωρών έχει αναλάβει την υποχρέωση να τηρήσει ή να εξασφαλίσει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος τμήματος και να συνεργαστεί διοικητικά με την Κοινότητα ή τις άλλες χώρες της εν λόγω ομάδας, έτσι ώστε να εκδίδονται σωστά τα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α και να γίνεται σωστός έλεγχος αυτών και των εντύπων APR. Τα έγγραφα σχετικά με την ανάληψη της υποχρέωσης αυτής διαβιβάζονται στην Επιτροπή μέσω της γραμματείας της συγκεκριμένης ομάδας χωρών. Οι γραμματείες είναι οι ακόλουθες: - Γενική Γραμματεία της ASEAN, - Μόνιμη Γραμματεία της Κοινής Αγοράς της Κεντρικής Αμερικής, - «Junta del Acuerdo de Cartagena», ανάλογα με την περίπτωση. 2. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη όταν πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στην παράγραφο 1 για κάθε ομάδα χωρών. Άρθρο 73 Τα εξαρτήματα, ανταλλακτικά και εργαλεία που παραδίδονται μαζί με ένα υλικό, μηχανή, συσκευή ή όχημα, αποτελούν μέρος του κανονικού τους εξοπλισμού και συμπεριλαμβάνονται στην τιμή του τελευταίου ή δεν τιμολογούνται ιδιαιτέρως, θεωρούνται ότι αποτελούν σύνολο με το εν λόγω υλικό, τη μηχανή, τη συσκευή ή το όχημα. Άρθρο 74 Κατά την έννοια του γενικού κανόνα 3 του εναρμονισμένου συστήματος, οι συνδυασμοί εμπορευμάτων θεωρούνται καταγωγής, όταν όλα τα συστατικά μέρη τους είναι καταγόμενα προϊόντα. Εντούτοις, ένας συνδυασμός εμπορευμάτων αποτελούμενος από είδη καταγόμενα και μη, θεωρείται στο σύνολό του καταγόμενος, υπό τον όρο η αξία των μη καταγόμενων ειδών να μην υπερβαίνει το 15 % της τιμής «εκ του εργοστασίου» του συνδυασμού. Άρθρο 75 1. Πρέπει να θεωρούνται ότι μεταφέρονται απευθείας από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα: α) τα εμπορεύματα που μεταφέρονται χωρίς να διέλθουν από το έδαφος οποιασδήποτε άλλης χώρας, με εξαίρεση, όταν εφαρμόζεται το άρθρο 70, άλλη χώρα της ίδιας ομάδας χωρών· β) εμπορεύματα που μεταφέρονται μέσω των εδαφών χωρών άλλων από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής ή, όταν εφαρμόζεται το άρθρο 70, μέσω εδάφους άλλου από εκείνο των λοιπών χωρών της ίδιας ομάδας χωρών, με ή χωρίς μεταφόρτωση ή προσωρινή αποθήκευση στις εν λόγω χώρες, υπό τον όρο ότι η μεταφορά μέσω των χωρών αυτών δικαιολογείται για γεωγραφικούς λόγους ή αποκλειστικά λόγω των απαιτήσεων της μεταφοράς και: - τα εμπορεύματα αυτά παρέμειναν υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών της χώρας διαμετακόμισης ή αποθήκευσης, - δεν παραδόθηκαν στο εμπόριο ή στην κατανάλωση σ’ αυτή, και - δεν υπέστησαν εργασίες άλλες από εκφόρτωση, επαναφόρτωση ή οποιαδήποτε εργασία που αποσκοπεί στη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση· γ) εμπορεύματα που μεταφέρθηκαν μέσω του εδάφους της Αυστρίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας ή της Ελβετίας και, στη συνέχεια, επανεξήχθησαν καθ’ όλον ή κατά μέρος στην Κοινότητα, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω εμπορεύματα: - παρέμειναν υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών σε περίπτωση διαμετακόμισης ή αποθήκευσης, - δεν παραδόθηκαν εκεί στην κατανάλωση, και - δεν υπέστησαν εργασίες άλλες από εκφόρτωση, επαναφόρτωση ή οποιαδήποτε εργασία που αποσκοπεί στη διατήρησή τους στην ίδια κατάσταση· δ) τα εμπορεύματα η μεταφορά των οποίων πραγματοποιείται μέσω δικτύου αγωγών με διέλευση από το έδαφος χωρών άλλων από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής. 2. Η απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) παρέχεται στις τελωνειακές υπηρεσίες της Κοινότητας με την υποβολή: α) ενιαίου τίτλου μεταφοράς που εκδίδεται από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής και καλύπτει τη διέλευση από τη χώρα διαμετακόμισης, ή β) βεβαίωσης που εκδίδουν οι τελωνειακές αρχές της χώρας διαμετακόμισης και που περιλαμβάνει: - ακριβή περιγραφή των εμπορευμάτων, - την ημερομηνία εκφόρτωσης και επαναφόρτωσης των εμπορευμάτων, ή ενδεχομένως, της φόρτωσης ή εκφόρτωσης αυτών από πλοίο, με τις ονομασίες των χρησιμοποιηθέντων πλοίων, - την πιστοποίηση των συνθηκών υπό τις οποίες τα εμπορεύματα παρέμειναν στη χώρα διαμετακόμισης, ή γ) ελλείψει αυτών, κάθε αποδεικτικού εγγράφου. Άρθρο 76 Οι όροι που θεσπίζει το παρόν υποτμήμα σχετικά με την απόκτηση του χαρακτήρα καταγωγής πρέπει να τηρούνται χωρίς διακοπή στη δικαιούχο χώρα. Αν καταγόμενα προϊόντα, που εξάγονται από τη δικαιούχο χώρα προς άλλη χώρα, επανεισαχθούν, πρέπει να θεωρούνται ως μη καταγόμενα, εκτός εάν είναι δυνατόν να αποδειχθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό στις αρμόδιες αρχές ότι: - τα επανεισαχθέντα εμπορεύματα είναι τα ίδια με τα εμπορεύματα που εξήχθησαν, και - δεν έχουν υποστεί καμία εργασία πέραν εκείνων που ήταν αναγκαίες για τη διατήρησή τους στην ίδια κατάσταση, κατά την παραμονή τους στην εν λόγω χώρα. Άρθρο 77 1. Παρεκκλίσεις από τις παρούσες διατάξεις είναι δυνατόν να παραχωρηθούν προς όφελος των λιγότερο ανεπτυγμένων δικαιούχων χωρών του ΣΓΠ, εφόσον η ανάπτυξη υφιστάμενων βιομηχανιών ή η δημιουργία νέων τις δικαιολογεί. Οι λιγότερο ανεπτυγμένες δικαιούχοι χώρες αναφέρονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου και στις αποφάσεις της ΕΚΑΧ σχετικά με την εφαρμογή γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων. Για το σκοπό αυτό, η ενδιαφερόμενη χώρα υποβάλλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετική αίτηση συνοδευόμενη από αιτιολογικά στοιχεία, σύμφωνα με την κατωτέρω παράγραφο 3. 2. Κατά την εξέταση των στοιχείων λαμβάνονται, ιδίως, υπόψη: α) περιπτώσεις, κατά τις οποίες η εφαρμογή των ήδη ισχυόντων κανόνων καταγωγής θα επηρέαζε αισθητά τη δυνατότητα βιομηχανίας εγκατεστημένης στην ενδιαφερόμενη χώρα να συνεχίσει τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα, με ιδιαίτερη αναφορά σε περιπτώσεις, στις οποίες το ανωτέρω γεγονός θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακοπή των δραστηριοτήτων της· β) ειδικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες παρέχονται σαφείς ενδείξεις ότι θα ήταν δυνατόν σημαντικές επενδύσεις σε μία βιομηχανία να αποθαρρυνθούν λόγω των κανόνων καταγωγής και κατά τις οποίες, παρέκκλιση που θα ευνοούσε την πραγματοποίηση ενός επενδυτικού προγράμματος, θα καθιστούσε, σταδιακά, δυνατή την τήρηση των κανόνων αυτών· γ) οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, ιδίως σε σχέση με την απασχόληση. 3. Για διευκόλυνση της εξέτασης των αιτήσεων για παρέκκλιση, η αιτούσα χώρα οφείλει να παράσχει, προς επίρρωση της αίτησής της, την πληρέστερη, κατά το δυνατόν, πληροφόρηση, κυρίως ως προς τα εξής: - περιγραφή του τελικού προϊόντος, - φύση και ποσότητα των προϊόντων που έχουν υποστεί, στη χώρα αυτή, επεξεργασία ή μεταποίηση, - διαδικασία κατασκευής, - προστιθέμενη αξία, - προσωπικό απασχολούμενο στη συγκεκριμένη επιχείρηση, - όγκο προβλεπόμενων εξαγωγών προς την Κοινότητα, - αιτιολόγηση της αιτούμενης διάρκειας, - λοιπές παρατηρήσεις. Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση ενδεχόμενης παράτασης. Υποτμήμα 2 Απόδειξη της καταγωγής α) Πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α Άρθρο 78 1. Τα προϊόντα καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, είναι επιλέξιμα, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, για ένταξη στις δασμολογικές προτιμήσεις που προβλέπει το άρθρο 66, βάσει υποβολής πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, υπόδειγμα του οποίου επισυνάπτεται στο παράρτημα 17, που εκδίδεται είτε από τις τελωνειακές αρχές είτε από άλλες δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας, υπό τον όρο ότι η τελευταία: - έχει παράσχει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 93, και - παρέχει τη συνδρομή της στην Κοινότητα, επιτρέποντας στις τελωνειακές αρχές κρατών μελών τον έλεγχο της γνησιότητας του εγγράφου ή της ακρίβειας των στοιχείων σχετικά με την πραγματική καταγωγή των εν λόγω προϊόντων. 2. Πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α εκδίδεται μόνον εφόσον είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως η έγγραφη απόδειξη που απαιτείται για τους σκοπούς των δασμολογικών προτιμήσεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 66. 3. Το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α εκδίδεται μόνον κατόπιν γραπτής αιτήσεως του εξαγωγέα ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του. 4. Ο εξαγωγέας ή ο αντιπρόσωπός του προσκομίζει μαζί με την αίτησή του κάθε χρήσιμο δικαιολογητικό, με το οποίο να αποδεικνύεται ότι τα προϊόντα που πρόκειται να εξαχθούν επιτρέπουν την έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α. 5. Το πιστοποιητικό εκδίδεται από την αρμόδια δημόσια αρχή της δικαιούχου χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι τα προς εξαγωγή προϊόντα δύνανται να θεωρηθούν προϊόντα καταγωγής της εν λόγω χώρας, κατά την έννοια του υποτμήματος 1. 6. Για να διαπιστωθεί εάν τηρείται η προϋπόθεση που θέτει η παράγραφος 5, η αρμόδια δημόσια αρχή έχει την ευχέρεια να απαιτήσει οποιοδήποτε δικαιολογητικό ή να προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο κρίνει σκόπιμο. 7. Η ευθύνη για την ορθή συμπλήρωση των δικαιολογητικών και των αιτήσεων ανατίθεται στις αρμόδιες δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής. 8. Η συμπλήρωση της θέσης 2 του πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α είναι προαιρετική. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να συμπληρώνεται δεόντως η θέση 12 με την ένδειξη «Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα» ή με το όνομα ενός κράτους μέλους. Αντίθετα, στην περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας διαμετακόμισης που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο άρθρο 80, πρέπει να αναγράφεται ως χώρα εισαγωγής μια από τις χώρες που αναφέρονται στο τελευταίο άρθρο, όπως προβλέπεται σχετικά στο άρθρο 83 παράγραφος 3 τελευταίο εδάφιο. 9. Η ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α πρέπει να σημειώνεται στη θέση 11. Η υπογραφή που τίθεται σ’ αυτή τη θέση, η οποία προορίζεται για την εκδούσα αρχή, πρέπει να είναι χειρόγραφη. 10. Το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές της δικαιούχου χώρας, κατά την εξαγωγή των προϊόντων τα οποία αφορά. Πρέπει να τίθεται στη διάθεση του εξαγωγέα, μόλις πραγματοποιηθεί η εξαγωγή ή όταν εξασφαλιστεί η πραγματοποίησή της. Άρθρο 79 Επειδή το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α αποτελεί το δικαιολογητικό τίτλο για την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 66 σχετικά με τις δασμολογικές προτιμήσεις, ανατίθεται στην αρμόδια δημόσια αρχή της χώρας εξαγωγής η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για τον έλεγχο της καταγωγής των προϊόντων και των άλλων ενδείξεων που φέρει το πιστοποιητικό. Άρθρο 80 Τα προϊόντα καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, υπάγονται, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, στις δασμολογικές προτιμήσεις που προβλέπει το άρθρο 66, βάσει υποβολής πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, που εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της Αυστρίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας ή της Ελβετίας, βάσει πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, που εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 75 και υπό την επιφύλαξη ότι η Αυστρία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Ελβετία παρέχουν τη συνδρομή τους στην Κοινότητα, επιτρέποντας στις τελωνειακές αρχές της τον έλεγχο της γνησιότητας και της ακρίβειας του πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α. Η διαδικασία ελέγχου που καθορίζει το άρθρο 95 εφαρμόζεται κατ' αναλογία. Η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 95 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο ανέρχεται σε οκτώ μήνες. Άρθρο 81 1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α είναι δυνατόν να εκδοθεί μετά την πραγματική εξαγωγή των προϊόντων τα οποία αφορά, εάν δεν είχε εκδοθεί κατά τη στιγμή της εξαγωγής, συνεπεία αθέλητων σφαλμάτων ή παραλείψεων ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, και υπό τον όρο ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν εξαχθεί πριν από την ανακοίνωση στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των πληροφοριών που απαιτούνται από το άρθρο 93. 2. Η αρμόδια δημόσια αρχή δύναται να εκδώσει εκ των υστέρων πιστοποιητικό, μόνον αφού επιβεβαιώσει ότι τα επιμέρους στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση του εξαγωγέα συμφωνούν με εκείνα που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα έγγραφα εξαγωγής και ότι δεν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α, όταν εξήχθησαν τα εν λόγω προϊόντα. 3. Τα εκ των υστέρων εκδοθέντα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α πρέπει να φέρουν, στη θέση 4, την ένδειξη «Dιlivrι ΰ posteriori» ή «Issued retrospectively». Άρθρο 82 1. Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, ο εξαγωγέας δύναται να απαιτήσει από την αρμόδια δημόσια αρχή που το εξέδωσε, αντίγραφο συντασσόμενο βάσει των εγγράφων εξαγωγής που βρίσκονται στην κατοχή της. Το αντίγραφο του πιστοποιητικού τύπου Α που εκδίδεται κατά τον τρόπο αυτό πρέπει να φέρει, στη θέση 4, μία από τις ακόλουθες ενδείξεις: «Duplicata» ή «Duplicate», καθώς και την ημερομηνία εκδόσεως και τον αριθμό σειράς του απωλεσθέντος πρωτοτύπου πιστοποιητικού. 2. Για την εφαρμογή του άρθρου 85, το αντίγραφο αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία του πρωτοτύπου. Άρθρο 83 1. Η αντικατάσταση ενός ή περισσότερων πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α από ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά τύπου Α είναι πάντοτε δυνατή, υπό τον όρο ότι πραγματοποιείται από τις τελωνειακές αρχές της Κοινότητας που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο των προϊόντων. 2. Το πιστοποιητικό αντικατάστασης που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 80, θεωρείται οριστικό πιστοποιητικό καταγωγής για τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται. Το πιστοποιητικό αντικατάστασης πρέπει να εκδίδεται βάσει γραπτής αίτησης του επανεξαγωγέα. 3. Το πιστοποιητικό αντικατάστασης πρέπει να φέρει στην άνω δεξιά θέση το όνομα της ενδιάμεσης χώρας στην οποία εξεδόθη. Στη θέση 4 πρέπει να εγγράφεται μία από τις ακόλουθες ενδείξεις: «replacement certificate» ή «certificat de remplacement», καθώς και η ημερομηνία του πρωτότυπου πιστοποιητικού καταγωγής και ο αριθμός σειράς του. Το όνομα του επανεξαγωγέα σημειώνεται στη θέση 1. Το όνομα του τελικού παραλήπτη σημειώνεται, ενδεχομένως, στη θέση 2. Όλες οι καταχωρήσεις που υπάρχουν στο πρωτότυπο πιστοποιητικό και έχουν σχέση με τα επανεξαγόμενα προϊόντα εγγράφονται στις θέσεις 3 έως 9. Τα στοιχεία του τιμολογίου του επανεξαγωγέα πρέπει να αναγράφονται στη θέση 10. Η αρχή που εξέδωσε το πιστοποιητικό αντικατάστασης θέτει τη θεώρησή της στη θέση 11. Η ευθύνη της αρχής περιορίζεται στην έκδοση του πιστοποιητικού αντικατάστασης. Οι καταχωρήσεις στη θέση 12 σχετικά με τη χώρα καταγωγής και τη χώρα προορισμού πρέπει να ληφθούν από το πρωτότυπο πιστοποιητικό. Στη συγκεκριμένη θέση υπογράφει ο επανεξαγωγέας. Ο επανεξαγωγέας που υπογράφει στην εν λόγω θέση καλή τη πίστει, δεν φέρει ευθύνη για την ακρίβεια των καταχωρήσεων του πρωτότυπου πιστοποιητικού. 4. Η τελωνειακή υπηρεσία που καλείται να διεκπεραιώσει την υπόθεση, σημειώνει στο πρωτότυπο πιστοποιητικό τα βάρη, τους αριθμούς και τη φύση των αποστελλομένων εμπορευμάτων και αναφέρει στο ίδιο σημείο τον αριθμό σειράς του αντίστοιχου πιστοποιητικού ή πιστοποιητικών αντικατάστασης. Το πρωτότυπο πιστοποιητικό πρέπει να φυλάσσεται τουλάχιστον επί διετία στο αρμόδιο τελωνείο. 5. Φωτοαντίγραφο του πρωτότυπου πιστοποιητικού μπορεί να επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό αντικατάστασης. Άρθρο 84 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της κατωτέρω παραγράφου 4, βεβαιώσεις γνησιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3833/90 του Συμβουλίου [7] παρέχονται στη θέση 7 του πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α που προβλέπει το άρθρο 78. [7] ΕΕ αριθ. L 370 της 31. 12. 1990, σ. 86. 2. Οι βεβαιώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την περιγραφή των εμπορευμάτων, όπως αυτή εκτίθεται λεπτομερώς στην κατωτέρω παράγραφο 3, συνοδευόμενη από τη σφραγίδα της αρμόδιας δημόσιας αρχής και τη χειρόγραφη υπογραφή του υπαλλήλου που είναι επιφορτισμένος με τη βεβαίωση της γνησιότητας της περιγραφής των εμπορευμάτων που αναφέρονται στη θέση 7. 3. Η περιγραφή των εμπορευμάτων στη θέση 7 του πιστοποιητικού καταγωγής πρέπει να διατυπώνεται, ανάλογα με το συγκεκριμένο προϊόν, ως εξής: - «Unmanufactured flue-cured tobacco Virginia type» ή «Tabac brut ou non-fabriquι du type Virginia "flue-cured"», - «Agave brandy "tequila", in containers holding two litres or less» ή «eau-de-vie d' agave "tequila" en rιcipients contenant deux litres ou moins», - «Spirits produced from grapes, called "PISCO", in containers holding two litres or less» ή «eau-de-vie ΰ base de raisins, appelιe "PISCO" en rιcipients contenant deux litres ou moins», - «Spirits produced from grapes, called "SINGANI" in containers holding two litres or less» ή «Eau-de-vie ΰ base de raisins, appelιe "SINGANI", en rιcipients contenant deux litres ou moins». 4. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2, και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, η θεώρηση της αρχής που είναι επιφορτισμένη με τη βεβαίωση της γνησιότητας της περιγραφής των εμπορευμάτων που αναφέρονται λεπτομερώς στην παράγραφο 3 δεν τίθεται στη θέση 7 του πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, εάν η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έκδοση του πιστοποιητικού καταγωγής είναι η δημόσια αρχή που έχει εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει τη βεβαίωση γνησιότητας. Άρθρο 85 1. Το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α πρέπει να υποβάλλεται εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία έκδοσης από τις δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής στις οποίες προσκομίζονται τα προϊόντα. 2. Τα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α που υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές μετά τη λήξη της περιόδου ισχύος που καθορίζεται στην παράγραφο 1, είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 1, εφόσον η μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε εξαιρετικές περιστάσεις. 3. Οι τελωνειακές αρχές έχουν, επίσης, την ευχέρεια αποδοχής των εν λόγω πιστοποιητικών, σε περίπτωση κατά την οποία τα προϊόντα προσκομίστηκαν σε αυτές πριν από τη λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας. Άρθρο 86 1. Τα προϊόντα που αποστέλλονται από δικαιούχο χώρα για έκθεση σε άλλη χώρα και πωλούνται μετά την έκθεση για να εισαχθούν στην Κοινότητα, απολαμβάνουν κατά την εισαγωγή των δασμολογικών προτιμήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 66, υπό τον όρο ότι τα προϊόντα πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος τμήματος, προκειμένου να αναγνωρισθούν ως καταγόμενα από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής, και ότι παρέχεται στις τελωνειακές αρχές ικανοποιητική απόδειξη ότι: α) ένας εξαγωγέας απέστειλε τα προϊόντα αυτά από τη δικαιούχο χώρα εξαγωγής απευθείας στη χώρα στην οποία πραγματοποιήθηκε η έκθεση· β) ο αυτός εξαγωγέας επώλησε τα εν λόγω προϊόντα ή τα εκχώρησε σε παραλήπτη στην Κοινότητα· γ) τα προϊόντα μεταφέρθηκαν στην Κοινότητα στην κατάσταση στην οποία είχαν αποσταλεί στην έκθεση· δ) τα προϊόντα, από τη στιγμή που απεστάλησαν στην έκθεση, δεν χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς άλλους από την επίδειξη στη συγκεκριμένη έκθεση. 2. Πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α πρέπει να κατατίθεται με το συνήθη τρόπο στις τελωνειακές αρχές. Στο πιστοποιητικό αναγράφεται το όνομα και η διεύθυνση της έκθεσης. Είναι δυνατό να ζητηθεί, όπου κρίνεται αναγκαίο, συμπληρωματική έγγραφη απόδειξη σχετικά με τη φύση των προϊόντων και τις συνθήκες υπό τις οποίες επεδείχθησαν στην έκθεση. 3. Η παράγραφος 1 ισχύει για κάθε έκθεση, εμποροπανήγυρη ή ανάλογη δημόσια εκδήλωση, εμπορικού, βιομηχανικού, γεωργικού ή βιοτεχνικού χαρακτήρα, που δεν διοργανώνεται για ιδιωτικούς σκοπούς σε καταστήματα ή εμπορικούς χώρους με σκοπό την πώληση αλλοδαπών προϊόντων, και κατά τη διάρκεια της οποίας τα προϊόντα παραμένουν υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών. Άρθρο 87 Το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής προς επίρρωση της διασάφησης. Οι εν λόγω αρχές έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να συνοδεύεται η διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία από δήλωση του εισαγωγέα, με την οποία να βεβαιώνεται ότι τα προϊόντα πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τις δασμολογικές προτιμήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 66. Άρθρο 88 Με την επιφύλαξη του άρθρου 68 παράγραφος 3, όταν ένα αποσυναρμολογημένο ή μη συναρμολογημένο είδος, υπαγόμενο στα κεφάλαια 84 ή 85 του εναρμονισμένου συστήματος, εισάγεται με τμηματικές αποστολές, μετά από αίτηση του διασαφιστή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο είδος και είναι δυνατή η υποβολή ενός πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α για το πλήρες είδος, κατά την εισαγωγή της πρώτης τμηματικής αποστολής. β) Έντυπο APR Άρθρο 89 1. Παρά τα αναφερόμενα στο άρθρο 78, ο χαρακτήρας του προϊόντος καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, για προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο ταχυδρομικών αποστολών (ιδίως τα ταχυδρομικά δέματα) και υπό τον όρο ότι αποτελούνται αποκλειστικά και μόνον από καταγόμενα προϊόντα των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τις 3 000 Ecu κατ’ αποστολή, και υπό τον όρο ότι παρέχεται η συνδρομή που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 1 σε σχέση με το εν λόγω έντυπο, αποδεικνύεται με το έντυπο APR, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 18 του παρόντος κανονισμού. 2. Το έντυπο APR πρέπει να συμπληρώνεται και να υπογράφεται από τον εξαγωγέα ή, με ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Η υπογραφή που τίθεται στη θέση 6 πρέπει να είναι χειρόγραφη. 3. Για κάθε ταχυδρομική αποστολή εμπορευμάτων συμπληρώνεται ένα έντυπο APR. Μετά τη συμπλήρωση και την υπογραφή του εντύπου, ο εξαγωγέας οφείλει, σε περίπτωση τμηματικών αποστολών με ταχυδρομικά δέματα, να επισυνάψει το έντυπο στο δελτίο αποστολής. Σε περίπτωση αποστολής με ταχυδρομική επιστολή, ο εξαγωγέας τοποθετεί το έντυπο εντός της επιστολής. 4. Εάν τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στην αποστολή έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο ελέγχου στη χώρα εξαγωγής σχετικού με την έννοια του «καταγόμενου προϊόντος» ή «προϊόντος καταγωγής», ο εξαγωγέας δύναται να παραπέμψει στον εν λόγω έλεγχο στη θέση 7 «Παρατηρήσεις» του εντύπου APR. 5. Οι παρούσες διατάξεις δεν απαλλάσσουν τους εξαγωγείς από τη διεκπεραίωση οιωνδήποτε άλλων διατυπώσεων που απαιτούνται από τους κανονισμούς των τελωνειακών ή των ταχυδρομικών υπηρεσιών. 6. Τα άρθρα 85 και 87 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στα έντυπα APR. γ) Άλλες διατάξεις σχετικά με την απόδειξη της καταγωγής Άρθρο 90 1. Τα προϊόντα που αποστέλλονται υπό μορφή μικροδεμάτων από ιδιώτες σε ιδιώτες ή που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, γίνονται δεκτά ως καταγόμενα προϊόντα και υπάγονται στις δασμολογικές προτιμήσεις που αναφέρει το άρθρο 66, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α ή η συμπλήρωση εντύπου APR, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς κανένα εμπορικό χαρακτήρα και εφόσον οι εισαγωγές αυτές έχουν δηλωθεί ως ανταποκρινόμενες στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, και δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της σχετικής δήλωσης. Η συνολική αξία των προαναφερθέντων προϊόντων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 215 Ecu, στις περιπτώσεις μικροδεμάτων, ή τις 600 Ecu, για το περιεχόμενο των προσωπικών αποσκευών των ταξιδιωτών. Άρθρο 91 1. Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 70, η απόδειξη της καταγωγής προϊόντων που εξάγονται από χώρα μέλος κάποιας ομάδας χωρών σε άλλη χώρα της ίδιας ομάδας για να υποβληθούν σε περαιτέρω επεξεργασία ή μεταποίηση ή για να επανεξαχθούν χωρίς άλλη επεξεργασία ή μεταποίηση, πραγματοποιείται με πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α ή με έντυπο APR που εκδίδεται ή συντάσσεται αντίστοιχα στην πρώτη χώρα. 2. Οι αρχές της δικαιούχου χώρας, από τις οποίες ζητείται η έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α για προϊόντα, στην κατασκευή των οποίων υπεισέρχονται προϊόντα καταγωγής άλλου μέλους της ίδιας ομάδας χωρών, λαμβάνουν υπόψη το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή της εν λόγω άλλης χώρας ή το έντυπο APR που συντάχθηκε εκεί. Η χώρα καταγωγής, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 71, αναγράφεται στη θέση 12 των πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α ή στη θέση 8 του εντύπου APR. 3. Τα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α που εκδίδονται κατ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να φέρουν τη μνεία «Cumul regional» ή «Regional cumulation» στη θέση 4. Άρθρο 92 Η διαπίστωση μικροδιαφορών μεταξύ των στοιχείων που αναφέρονται στο πιστοποιητικό και στα έγγραφα που κατατίθενται στο τελωνείο για την διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής των εμπορευμάτων, δεν συνεπάγεται αφεαυτής την ακυρότητα του εγγράφου, εάν αποδειχθεί δεόντως ότι αυτό αντιστοιχεί στα προσκομισθέντα εμπορεύματα. Υποτμήμα 3 Μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας Άρθρο 93 1. Οι δικαιούχοι χώρες κοινοποιούν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ονόματα και τις διευθύνσεις των δημόσιων αρχών που είναι εξουσιοδοτημένες για την έκδοση πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α, καθώς και δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούν οι εν λόγω αρχές και το όνομα και τη διεύθυνση των δημόσιων αρχών που είναι αρμόδιες για τη διενέργεια των ελέγχων των πιστοποιητικών τύπου Α και των εντύπων APR. 2. Οι δικαιούχοι χώρες κοινοποιούν, επίσης, στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ονόματα και τις διευθύνσεις των δημόσιων αρχών που είναι εξουσιοδοτημένες για την έκδοση των πιστοποιητικών γνησιότητας που αναφέρει το άρθρο 84, καθώς και δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων, που χρησιμοποιούν οι εν λόγω αρχές. 3. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Άρθρο 94 Για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τις δασμολογικές προτιμήσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 66, κάθε δικαιούχος χώρα πρέπει να συμμορφούται ή να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τους κανόνες που διέπουν τη συμπλήρωση και την έκδοση πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α, τις προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση του εντύπου APR και εκείνες της διοικητικής συνεργασίας. Άρθρο 95 1. Ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α και των εντύπων APR πρέπει να διενεργείται δειγματοληπτικώς ή όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα του εγγράφου ή την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται σχετικά με την πραγματική καταγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων. 2. Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω παραγράφου 1, οι τελωνειακές αρχές επιστρέφουν το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α ή το έντυπο APR στις αρμόδιες δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής, αναφέροντας, όπου κρίνεται σκόπιμο, τους τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους οι οποίοι δικαιολογούν την έρευνα. Εάν έχει υποβληθεί το τιμολόγιο, επισυνάπτεται το ίδιο ή αντίγραφό του, στο έντυπο APR. Οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν επίσης όλες τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει και οι οποίες δημιουργούν την υπόνοια ότι οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο εν λόγω πιστοποιητικό ή έντυπο είναι ανακριβείς. Εάν οι εν λόγω αρχές αποφασίσουν να αναστείλουν τις δασμολογικές προτιμήσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 66, εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οφείλουν να επιτρέψουν στον εισαγωγέα να παραλάβει τα προϊόντα, με την επιφύλαξη των συντηρητικών μέτρων που θα κριθούν απαραίτητα. 3. Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση για τη διενέργεια ελέγχου εκ των υστέρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ο εν λόγω έλεγχος πραγματοποιείται και οι τελωνειακές αρχές της Κοινότητας πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματά του το αργότερο εντός έξι μηνών. Τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση, ότι το αμφισβητούμενο πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α ή το έντυπο APR αφορούν τα πράγματι εξαχθέντα προϊόντα και ότι τα προϊόντα αυτά μπορούν πράγματι να υπαχθούν στο ευεργέτημα του καθεστώτος δασμολογικών προτιμήσεων, που αναφέρεται στο άρθρο 66. 4. Όταν πρόκειται για πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α, που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 91, η απάντηση πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία του πιστοποιητικού τύπου Α και του εντύπου APR που λήφθηκαν υπόψη. 5. Σε περιπτώσεις βάσιμων αμφιβολιών, και εφόσον δεν υπάρξει απάντηση εντός της προθεσμίας των έξι μηνών που ορίζει η ανωτέρω παράγραφος 3 ή αν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία για τη διαπίστωση της γνησιότητας του αμφισβητούμενου εγγράφου ή της πραγματικής καταγωγής των προϊόντων, αποστέλλεται δεύτερη ειδοποίηση στις αρμόδιες αρχές. Εάν, μετά τη δεύτερη ειδοποίηση, τα αποτελέσματα του ελέγχου δεν κοινοποιηθούν στις αιτούσες αρχές εντός τεσσάρων μηνών, ή τα εν λόγω αποτελέσματα δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητας του αμφισβητούμενου εγγράφου ή της πραγματικής καταγωγής των προϊόντων, οι αιτούσες αρχές αρνούνται το ευεργέτημα των δασμολογικών προτιμήσεων, εκτός αν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων. 6. Όταν η διαδικασία ελέγχου ή οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο στοιχείο παρέχει ενδείξεις ενδεχόμενης παράβασης των διατάξεων του παρόντος τμήματος, η δικαιούχος χώρα εξαγωγής οφείλει, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήσεως της Κοινότητας, να διενεργήσει τις αναγκαίες έρευνες ή να φροντίσει ώστε αυτές να διενεργηθούν το ταχύτερο δυνατό, με στόχο τον εντοπισμό και την πρόληψη παρόμοιων παραβάσεων. Για το σκοπό αυτό, η ενδιαφερόμενη δικαιούχος χώρα έχει την ευχέρεια να καλέσει την Κοινότητα να μετάσχει στις εν λόγω έρευνες. 7. Για τους σκοπούς του εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής τύπου Α, οι αρμόδιες δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής οφείλουν να φυλάσσουν τα αντίγραφα των πιστοποιητικών, καθώς και κάθε έγγραφο εξαγωγής που σχετίζεται με αυτά, τουλάχιστον επί μία διετία. Άρθρο 96 Οι διατάξεις του άρθρου 75 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και του άρθρου 80 εφαρμόζονται μόνον εφόσον, στο πλαίσιο των δασμολογικών προτιμήσεων που παραχωρούν η Αυστρία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Ελβετία σε ορισμένα προϊόντα καταγωγής των αναπτυσσόμενων χωρών, οι εν λόγω χώρες εφαρμόζουν διατάξεις παρόμοιες με εκείνες που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Υποτμήμα 4 Τελική διάταξη Άρθρο 97 Με την επιφύλαξη του άρθρου 87, τα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α, καθώς και τα δικαιολογητικά έγγραφα της απευθείας μεταφοράς, είναι δυνατό να προσκομιστούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία που κάποια χώρα ή έδαφος γίνεται για πρώτη φορά ή εκ νέου δεκτή ως δικαιούχος του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ), όσον αφορά τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου και στις αποφάσεις ΕΚΑΧ για το συγκεκριμένο έτος, και τα οποία βρίσκονται καθ' οδόν είτε έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης, τελωνειακής αποταμίευσης ή τοποθετηθεί σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη στην Κοινότητα. Τμήμα 2 Κατεχόμενα Εδάφη Υποτμήμα 1 Ορισμός της έννοιας «προϊόντα καταγωγής» Άρθρο 98 1. Για την εφαρμογή των διατάξεων για τις δασμολογικές προτιμήσεις που παραχωρούνται από την Κοινότητα όσον αφορά ορισμένα προϊόντα καταγωγής Κατεχόμενων Εδαφών και υπό τον όρο ότι αυτά μεταφέρονται απευθείας κατά την έννοια του άρθρου 103, τα ακόλουθα προϊόντα θεωρούνται ως: α) προϊόντα καταγωγής Κατεχόμενων Εδαφών: i) τα προϊόντα που έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στα εν λόγω εδάφη, ii) τα προϊόντα που παράγονται στα εδάφη αυτά, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από εκείνα που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σ' αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί επαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις κατά την έννοια του άρθρου 100. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει, ωστόσο, για τα προϊόντα που κατάγονται, κατά την έννοια του παρόντος υποτμήματος, από την Κοινότητα· β) προϊόντα καταγωγής Κοινότητας: i) τα προϊόντα που παράγονται εξ ολοκλήρου στην Κοινότητα, ii) τα προϊόντα που παράγονται στην Κοινότητα, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από εκείνα που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σ’ αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί επαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις κατά την έννοια του άρθρου 100. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει, ωστόσο, για τα προϊόντα που κατάγονται, κατά την έννοια του παρόντος υποτμήματος, από τα Κατεχόμενα Εδάφη. 2. Με τον όρο «Κατεχόμενα Εδάφη» νοούνται τα εδάφη της δυτικής όχθης του Ιορδάνη και της Λωρίδας της Γάζας, τα οποία κατέχονται από το Ισραήλ. Άρθρο 99 1. Θεωρούνται ως παραγόμενα εξ ολοκλήρου στα Κατεχόμενα Εδάφη τα εξής: α) τα ορυκτά προϊόντα που εξάγονται από το έδαφός τους ή από το βυθό των θαλασσών ή των ωκεανών τους· β) τα προϊόντα του φυτικού βασιλείου που συλλέγονται στα εδάφη αυτά· γ) τα ζώντα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται στα εδάφη αυτά· δ) τα προϊόντα τα προερχόμενα από ζώντα ζώα τα οποία εκτρέφονται στα εδάφη αυτά· ε) τα προϊόντα της θήρας και της αλιείας που διενεργούνται στα εδάφη αυτά· στ) τα μεταχειρισμένα είδη που έχουν συλλεγεί στα εδάφη αυτά και δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο για την ανάκτηση πρώτων υλών· ζ) τα απόβλητα και τα απορρίμματα τα προερχόμενα από βιοτεχνικές εργασίες που έχουν πραγματοποιηθεί στις χώρες αυτές· η) τα προϊόντα που εξορύσσονται από τον πυθμένα ή το υπέδαφος των θαλασσών που βρίσκονται εκτός των χωρικών υδάτων, εφόσον αυτά ασκούν, όσον αφορά την εκμετάλλευση αυτών, αποκλειστικά δικαιώματα επί του πυθμένα ή του υπεδάφους· θ) τα προϊόντα που παράγονται στα εδάφη αυτά αποκλειστικά από προϊόντα που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) έως η). Άρθρο 100 1. Για τους σκοπούς του άρθρου 98 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii), οι μη καταγόμενες ύλες θεωρούνται επαρκώς επεξεργασμένες ή μεταποιημένες, όταν το παραγόμενο προϊόν κατατάσσεται σε διαφορετική δασμολογική κλάση από εκείνες στις οποίες υπάγονται όλες οι μη καταγόμενες ύλες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των ανωτέρω παραγράφων 2 και 3. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 68 παράγραφος 1 σημεία 2, 3 και 4. 2. Όταν πρόκειται για προϊόν που αναφέρεται στις στήλες 1 και 2 του πίνακα του παραρτήματος 19, πρέπει να πληρούνται, για το εκάστοτε προϊόν, οι όροι της στήλης 3 αντί του κανόνα της παραγράφου 1. α) Ο όρος «αξία» του πίνακα του παραρτήματος 19 σημαίνει τη δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή της εισαγωγής των χρησιμοποιούμενων μη καταγόμενων υλών, ή, εάν αυτή δεν είναι γνωστή ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, την πρώτη επιβεβαιώσιμη τιμή που καταβλήθηκε για τις ύλες στο συγκεκριμένο τελωνειακό έδαφος. Όταν πρέπει να καθοριστεί η αξία των καταγόμενων υλών που χρησιμοποιούνται, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου. β) Ο όρος «τιμή εκ του εργοστασίου» στον πίνακα του παραρτήματος 19 αναφέρεται στην πληρωθείσα για το παραγόμενο προϊόν τιμή στον κατασκευαστή στην επιχείρηση του οποίου πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταποίηση ή επεξεργασία, με την προϋπόθεση ότι η τιμή αυτή περιλαμβάνει την αξία όλων των χρησιμοποιηθεισών, κατά την κατασκευή, υλών, αφαιρουμένων όλων των εσωτερικών φόρων οι οποίοι επιστράφηκαν ή μπορεί να επιστραφούν, όταν εξαχθεί το παραχθέν προϊόν. 3. Για την εφαρμογή του άρθρου 98 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii), οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που θεωρούνται ως ανεπαρκείς για να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγόμενου προϊόντος, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι αλλαγή κλάσης, είναι αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 68 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως η). Άρθρο 101 Για να προσδιοριστεί εάν ένα εμπόρευμα κατάγεται από τα Κατεχόμενα Εδάφη, δεν ερευνάται εάν η ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα, οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός, τα μηχανήματα και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του εμπορεύματος τούτου, καθώς και οι πρώτες ύλες ή τα προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της παραγωγής που δεν υπεισέρχονται ή δεν επρόκειτο να υπεισέλθουν στην τελική σύνθεση του προϊόντος, κατάγονται ή όχι από τρίτες χώρες. Άρθρο 102 Στο παρόν τμήμα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 73 και 74. Άρθρο 103 1. Πρέπει να θεωρούνται ότι μεταφέρονται απευθείας από τα Κατεχόμενα Εδάφη στην Κοινότητα και από την Κοινότητα στα Κατεχόμενα Εδάφη: α) τα εμπορεύματα που μεταφέρονται χωρίς να διέλθουν από το έδαφος οποιασδήποτε άλλης χώρας· β) εμπορεύματα που μεταφέρονται μέσω εδαφών άλλων από τα Κατεχόμενα Εδάφη ή την Κοινότητα, με ή χωρίς μεταφόρτωση ή προσωρινή αποθήκευση στα εν λόγω εδάφη, υπό τον όρο ότι η μεταφορά μέσω των εδαφών αυτών δικαιολογείται για γεωγραφικούς λόγους ή αποκλειστικά λόγω των απαιτήσεων της μεταφοράς και τα προϊόντα: - δεν τέθηκαν στην κατανάλωση στα εδάφη αυτά, και - δεν υπέστησαν εργασίες άλλες από εκφόρτωση, επαναφόρτωση ή οποιαδήποτε εργασία που αποσκοπεί στη διατήρησή τους στην ίδια κατάσταση· γ) τα εμπορεύματα η μεταφορά των οποίων πραγματοποιείται μέσω δικτύου αγωγών με διέλευση από εδάφη άλλα από τα Κατεχόμενα Εδάφη. 2. Η απόδειξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) παρέχεται με την προσκόμιση στις τελωνειακές αρχές της Κοινότητας ή στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών: α) είτε δικαιολογητικού τίτλου ενιαίας μεταφοράς που εκδίδεται στα Κατεχόμενα Εδάφη ή στην Κοινότητα βάσει του οποίου πραγματοποιείται η διέλευση από τη χώρα διαμετακόμισης· β) είτε πιστοποιητικού που εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας διαμετακόμισης και που περιλαμβάνει: - ακριβή περιγραφή των εμπορευμάτων, - την ημερομηνία εκφόρτωσης ή επαναφόρτωσης των εμπορευμάτων ή, ενδεχομένως, της φόρτωσης ή εκφόρτωσης αυτών από πλοίο, με τα στοιχεία των χρησιμοποιηθέντων πλοίων, - τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιείται η παραμονή των εμπορευμάτων στη χώρα διαμετακόμισης· γ) είτε, ελλείψει αυτών, με κάθε αποδεικτικό έγγραφο. Άρθρο 104 Οι όροι του παρόντος υποτμήματος σχετικά με την απόκτηση του χαρακτήρα καταγωγής πρέπει να πληρούνται χωρίς διακοπή στην Κοινότητα ή στα Κατεχόμενα Εδάφη. Αν καταγόμενα προϊόντα, που έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα ή τα Κατεχόμενα Εδάφη προς μία άλλη χώρα, επανεισαχθούν, πρέπει να θεωρούνται ως μη καταγόμενα, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό στις αρμόδιες αρχές ότι: - τα εμπορεύματα που επανεισάγονται είναι τα ίδια με εκείνα που είχαν εξαχθεί, και - τα εμπορεύματα δεν έχουν υποστεί επεξεργασίες πέραν εκείνων που ήταν αναγκαίες για την εξασφάλιση της διατήρησής τους στην ίδια κατάσταση κατά το διάστημα που βρίσκονταν σ' αυτή τη χώρα. Υποτμήμα 2 Απόδειξη καταγωγής α) Πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 Άρθρο 105 Ο χαρακτήρας της καταγωγής των προϊόντων, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, αποδεικνύεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, υπόδειγμα του οποίου παρέχεται στο παράρτημα 21. Άρθρο 106 1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται μόνο μετά από γραπτή αίτηση του εξαγωγέα ή, με ευθύνη του εξαγωγέα, μετά από γραπτή αίτηση του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του. Η αίτηση αυτή συντάσσεται επί εντύπου, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 21, το οποίο συμπληρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος. Οι αιτήσεις για πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να φυλάσσονται τουλάχιστον επί δύο έτη από τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών. 2. Ο εξαγωγέας ή ο αντιπρόσωπός του προσκομίζει μαζί με την αίτησή του κάθε χρήσιμο δικαιολογητικό έγγραφο, το οποίο αποδεικνύει ότι για τα προς εξαγωγή εμπορεύματα μπορεί να εκδοθεί ένα πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. Ο ανωτέρω υποχρεούται, μετά από αίτηση των αρμοδίων αρχών, να προσκομίσει όλα τα συμπληρωματικά δικαιολογητικά που αυτές θα κρίνουν αναγκαία, προκειμένου να καθοριστεί η ακρίβεια του χαρακτήρα καταγωγής των εμπορευμάτων που μπορούν να υπαχθούν στο προτιμησιακό καθεστώς, καθώς και να δεχθεί οποιονδήποτε έλεγχο των λογιστικών καταχωρήσεών του και των συνθηκών παραγωγής των εμπορευμάτων αυτών από τις εν λόγω αρχές. 3. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 μπορεί να εκδίδεται μόνον εφόσον μπορεί να αποτελέσει τον αποδεικτικό τίτλο για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 98. 4. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται από τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής, εάν τα προς εξαγωγή εμπορεύματα μπορούν να θεωρηθούν ως «καταγόμενα προϊόντα» κατά την έννοια του παρόντος τμήματος. 5. Επειδή το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 συνιστά το αποδεικτικό έγγραφο για την εφαρμογή του προβλεπόμενου προτιμησιακού καθεστώτος, εναπόκειται στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξακρίβωση της καταγωγής των εμπορευμάτων και για τον έλεγχο των άλλων στοιχείων του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. 6. Για να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4, τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής έχουν τη δυνατότητα να ζητούν κάθε αποδεικτικό στοιχείο και να προβαίνουν σε οποιοδήποτε έλεγχο κρίνουν χρήσιμο. 7. Εναπόκειται στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής να φροντίζουν, ώστε τα έντυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να είναι δεόντως συμπληρωμένα. Εξακριβώνουν κυρίως εάν ο χώρος που προορίζεται για την περιγραφή των εμπορευμάτων συμπληρώθηκε κατά τρόπο που να αποκλείει κάθε δυνατότητα δόλιας προσθήκης. Γι’ αυτό το λόγο, η περιγραφή των εμπορευμάτων πρέπει να γίνεται χωρίς κενό διάστιχο. Όταν ο χώρος δεν έχει συμπληρωθεί εξ ολοκλήρου, πρέπει να σύρεται οριζόντια γραμμή κάτω από την τελευταία γραμμή και να διαγράφεται το μη συμπληρωθέν τμήμα. 8. Η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού κυκλοφορίας πρέπει να αναγράφεται στο χώρο των πιστοποιητικών που προορίζεται για τις τελωνειακές αρχές. 9. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται, κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρεται, από τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής. Τίθεται στη διάθεση του εξαγωγέα μόλις πραγματοποιηθεί η εξαγωγή ή όταν εξασφαλιστεί η πραγματοποίησή της. Άρθρο 107 1. Κατ’ εξαίρεση, το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 μπορεί επίσης να εκδοθεί μετά την εξαγωγή των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρεται, εφόσον δεν εκδόθηκε κατά τη στιγμή της εξαγωγής συνεπεία σφαλμάτων, αθέλητων παραλείψεων ή ειδικών περιστάσεων. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πιστοποιητικό πρέπει να φέρει ειδική μνεία σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, ο εξαγωγέας οφείλει στην αίτηση: - να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρεται το πιστοποιητικό, - να βεβαιώσει ότι δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 κατά την εξαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων, αναφέροντας τους λόγους. 3. Τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής έχουν τη δυνατότητα να εκδώσουν εκ των υστέρων πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, μόνον εφόσον εξακριβώσουν ότι οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στην αίτηση του εξαγωγέα είναι σύμφωνες με εκείνες του αντίστοιχου φακέλου. Τα εκδιδόμενα εκ των υστέρων πιστοποιητικά πρέπει να φέρουν μία από τις ακόλουθες μνείες: - expedido a posteriori, - udstedt efterfψlgende, - Nachtrδglich ausgestellt, - Εκδοθέν εκ των υστέρων, - Issued retrospectively, - Dιlivrι a posteriori, - rilasciato a posteriori, - afgegeven a posteriori, - emitido a posteriori. 4. Η μνεία που προβλέπεται στην παράγραφο 3 τίθεται στο χώρο «Παρατηρήσεις» του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. Άρθρο 108 1. Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής ενός πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, ο εξαγωγέας μπορεί να ζητήσει από τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής που το εξέδωσαν αντίγραφο που συμπληρώνεται βάσει των εγγράφων εξαγωγής που αυτές έχουν στη διάθεσή τους. 2. Το αντίγραφο που εκδίδεται κατ' αυτόν τον τρόπο πρέπει να φέρει μία από τις ακόλουθες μνείες: - DUPLICADO, - DUPLIKAT, - DUPLIKAT, - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ, - DUPLICATE, - DUPLICATA, - DUPLICATO, - DUPLICAAT, - SEGUNDA VIA. 3. Οι μνείες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 τίθενται στο χώρο «Παρατηρήσεις» του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. 4. Το αντίγραφο το οποίο φέρει την ημερομηνία του αρχικού πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 αρχίζει να ισχύει από αυτή την ημερομηνία. Άρθρο 109 Η αντικατάσταση ενός ή περισσότερων πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 από ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά είναι πάντοτε δυνατή, υπό τον όρο ότι πραγματοποιείται από το τελωνείο της Κοινότητας στο οποίο βρίσκονται τα εμπορεύματα. Άρθρο 110 1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να προσκομίζεται, εντός προθεσμίας πέντε μηνών από την ημερομηνία έκδοσης από τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα. 2. Τα πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 που κατατίθενται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να γίνονται δεκτά για την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε εξαιρετικές περιστάσεις. 3. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής έχουν τη δυνατότητα να αποδέχονται τα πιστοποιητικά, όταν τα εμπορεύματα έχουν προσκομισθεί σε αυτές πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Άρθρο 111 1. Προϊόντα που αποστέλλονται από τα Κατεχόμενα Εδάφη για έκθεση σε τρίτη χώρα και πωλούνται, μετά την έκθεση, για να εισαχθούν στην Κοινότητα, απολαύουν, κατά την εισαγωγή, των δασμολογικών προτιμήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 98, υπό την επιφύλαξη ότι πληρούν τους όρους του παρόντος υποτμήματος προκειμένου να αναγνωρίζονται ως καταγόμενα από τα Κατεχόμενα Εδάφη και εφόσον αποδεικνύεται με ικανοποιητικό τρόπο στις τελωνειακές αρχές: α) ότι ο εξαγωγέας απέστειλε τα εμπορεύματα αυτά από τα Κατεχόμενα Εδάφη στη χώρα της έκθεσης και τα εξέθεσε εκεί· β) ότι ο εξαγωγέας αυτός πώλησε τα εμπορεύματα ή τα εκχώρησε σε παραλήπτη στην Κοινότητα· γ) ότι τα εμπορεύματα απεστάλησαν στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της έκθεσης ή αμέσως μετά στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όταν απεστάλησαν στην έκθεση· δ) ότι, από τη στιγμή που απεστάλησαν στην έκθεση, τα εμπορεύματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για άλλους σκοπούς, εκτός από την επίδειξη στην έκθεση αυτή. 2. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να προσκομίζεται με το συνήθη τρόπο στις τελωνειακές υπηρεσίες. Το όνομα και η διεύθυνση της έκθεσης πρέπει να αναγράφονται σε αυτό. Εν ανάγκη, μπορεί να ζητούνται συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα περί της φύσεως των εμπορευμάτων και των συνθηκών υπό τις οποίες εξετέθησαν. 3. Η παράγραφος 1 ισχύει για κάθε έκθεση, εμποροπανήγυρη ή ανάλογη δημόσια εκδήλωση, εμπορικού, βιομηχανικού, γεωργικού ή βιοτεχνικού χαρακτήρα, που δεν διοργανώνεται για ιδιωτικούς σκοπούς σε καταστήματα ή εμπορικούς χώρους με σκοπό την πώληση αλλοδαπών προϊόντων, και κατά τη διάρκεια της οποίας τα προϊόντα παραμένουν υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών. Άρθρο 112 Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να προσκομίζεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν τμήμα. Οι εν λόγω αρχές έχουν τη δυνατότητα να ζητούν μετάφραση του πιστοποιητικού. Μπορούν επιπλέον να απαιτούν να συνοδεύεται η διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία από δήλωση του εισαγωγέα που να βεβαιώνει ότι τα εμπορεύματα πληρούν τους όρους που απαιτούνται για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 98. Άρθρο 113 Όταν, μετά από αίτηση του διασαφιστή, ένα είδος αποσυναρμολογημένο ή μη συναρμολογημένο, που υπάγεται στα κεφάλαια 84 και 85 του εναρμονισμένου συστήματος, εισάγεται με τμηματικές αποστολές, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές, θεωρείται ότι συνιστά ένα μόνο είδος και μπορεί να προσκομισθεί πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 για το πλήρες είδος κατά την εισαγωγή της πρώτης τμηματικής αποστολής. Άρθρο 114 Τα πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 φυλάσσονται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. β) Έντυπο EUR.2 Άρθρο 115 1. Παρά τα αναφερόμενα στο άρθρο 105, ο χαρακτήρας του προϊόντος καταγωγής υπό την έννοια του παρόντος τμήματος, για αποστολές που αποτελούνται αποκλειστικά από καταγόμενα προϊόντα και των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τις 2 820 Ecu ανά αποστολή, αποδεικνύεται με έντυπο EUR.2, υπόδειγμα του οποίου παρέχεται στο παράρτημα 22. 2. Το έντυπο EUR.2 συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εξαγωγέα ή, υπ' ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. 3. Για κάθε αποστολή συμπληρώνεται ένα έντυπο EUR.2. 4. Οι διατάξεις αυτές δεν απαλλάσσουν τους εξαγωγείς από την υποχρέωση διεκπεραίωσης των άλλων διατυπώσεων που τυχόν επιβάλλουν τελωνειακές ή ταχυδρομικές ρυθμίσεις. 5. Ο εξαγωγέας που συμπληρώνει το έντυπο EUR.2 υποχρεούται να υποβάλλει στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών, μετά από αίτημά τους, όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη χρήση του εν λόγω εντύπου. Άρθρο 116 Η διαπίστωση μικρών διαφορών μεταξύ των στοιχείων που περιέχονται στο πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, στο έντυπο EUR.2 και εκείνων που περιέχονται στα κατατιθέμενα στο τελωνείο έγγραφα για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής των εμπορευμάτων, δεν συνεπάγεται αφεαυτής την ακύρωση του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, εάν αποδειχθεί δεόντως ότι το εν λόγω πιστοποιητικό ή έντυπο ανταποκρίνεται στα προσκομισθέντα εμπορεύματα. Άρθρο 117 1. Κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, θεωρούνται ως προϊόντα καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, χωρίς να είναι αναγκαία η προσκόμιση των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 105 ή στο άρθρο 115: α) τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο μικρών αποστολών από ιδιώτες προς ιδιώτες, υπό τον όρο ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει τις 200 Ecu· β) τα προϊόντα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, υπό τον όρο ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει τις 565 Ecu. 2. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνον όταν τα εισαγόμενα εμπορεύματα δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα και πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των προβλεπόμενων προτιμήσεων και όταν δεν υπάρχει αμφιβολία για την ακρίβεια της εν λόγω δήλωσης. Υποτμήμα 3 Μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας Άρθρο 118 Τα Κατεχόμενα Εδάφη αποστέλλουν στην Επιτροπή δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούν τα Εμπορικά Επιμελητήρια, καθώς και τις διευθύνσεις των αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και τον έλεγχο αυτών, καθώς και των εντύπων EUR.2. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Άρθρο 119 1. Ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και των εντύπων EUR.2 πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή όταν οι τελωνειακές υπηρεσίες του κράτους εισαγωγής ή τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου ή την ακρίβεια των πληροφοριών σχετικά με την πραγματική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος. 2. Για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του υποτμήματος 1, τα Κατεχόμενα Εδάφη παρέχουν τη συνδρομή τους στην Κοινότητα, επιτρέποντας στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών να ελέγχουν τη γνησιότητα των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και των εντύπων EUR.2, καθώς και την ορθότητα των πληροφοριών σχετικά με την πραγματική καταγωγή των εν λόγω προϊόντων. 3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή εδάφους εισαγωγής επιστρέφουν το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 ή το έντυπο EUR.2 ή αντίγραφο των εν λόγω εγγράφων στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής, σημειώνοντας, ενδεχομένως, τους ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους που δικαιολογούν έρευνα. Τα σχετικά χρήσιμα εμπορικά έγγραφα ή αντίγραφό τους, επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 ή στο έντυπο EUR.2 και οι αιτούσες τελωνειακές αρχές παρέχουν, προς υποστήριξη της αίτησης για εκ των υστέρων έλεγχο, όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που διαθέτουν και από όπου συνάγεται ότι οι μνείες του σχετικού πιστοποιητικού ή εντύπου είναι ανακριβείς. Εάν αποφασίσουν να αναστείλουν την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής παρέχουν την άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων με την επιφύλαξη των συντηρητικών μέτρων που κρίνονται αναγκαία. 4. Τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου γνωστοποιούνται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής ή στα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών, το συντομότερο δυνατό. Τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να επιτρέπουν τη διαπίστωση αν τα έγγραφα που επιστρέφονται, σύμφωνα με την παράγραφο 3, καλύπτουν τα πραγματικά εξαχθέντα εμπορεύματα και αν τα εμπορεύματα αυτά μπορούν, πράγματι, να τύχουν της εφαρμογής του προτιμησιακού καθεστώτος. Στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 95 παράγραφος 5. 5. Για το σκοπό της διενέργειας μεταγενέστερων ελέγχων των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, τα Εμπορικά Επιμελητήρια των Κατεχόμενων Εδαφών ή οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής πρέπει να φυλάσσουν αντίγραφα των πιστοποιητικών, καθώς και όλα τα έγγραφα εξαγωγής που τα αφορούν, για δύο τουλάχιστον έτη. Τμήμα 3 Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Κροατίας, Σλοβενίας και έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας Υποτμήμα 1 Ορισμός της έννοιας «προϊόντα καταγωγής» Άρθρο 120 Για την εφαρμογή των διατάξεων των σχετικών με τις δασμολογικές προτιμήσεις που παραχωρεί η Κοινότητα για ορισμένα προϊόντα καταγωγής των Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Κροατίας, Σλοβενίας και του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, που στη συνέχεια αποκαλούνται «δικαιούχοι Δημοκρατίες», και με την προϋπόθεση ότι μεταφέρονται απευθείας κατά την έννοια του άρθρου 125, τα ακόλουθα προϊόντα θεωρούνται ως: 1. προϊόντα καταγωγής δικαιούχου Δημοκρατίας: α) τα προϊόντα που έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στην εν λόγω Δημοκρατία· β) τα προϊόντα που παράγονται στη Δημοκρατία αυτή, στην παραγωγή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από εκείνα που παράγονται εξ ολοκλήρου στη Δημοκρατία αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί επαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις υπό την έννοια του άρθρου 122. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει, ωστόσο, για τα προϊόντα που κατάγονται, κατά την έννοια του παρόντος υποτμήματος, από την Κοινότητα, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω προϊόντα απετέλεσαν, στη σχετική δικαιούχο Δημοκρατία, αντικείμενο επεξεργασιών ή μεταποιήσεων που υπερβαίνουν τις ανεπαρκείς επεξεργασίες και μεταποιήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 122 παράγραφος 3· 2. προϊόντα καταγωγής Κοινότητας: α) τα προϊόντα που παράγονται εξ ολοκλήρου στην Κοινότητα· β) τα προϊόντα που παράγονται στην Κοινότητα, στην παραγωγή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από εκείνα που παράγονται εξ ολοκλήρου στην Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί επαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις κατά την έννοια του άρθρου 122. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει, ωστόσο, για τα προϊόντα που κατάγονται, κατά την έννοια του παρόντος υποτμήματος, από κάποια δικαιούχο Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω προϊόντα απετέλεσαν, στη σχετική δικαιούχο Δημοκρατία, αντικείμενο επεξεργασιών ή μεταποιήσεων που υπερβαίνουν τις ανεπαρκείς επεξεργασίες και μεταποιήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 122 παράγραφος 3. Άρθρο 121 1. Θεωρούνται ως «παραγόμενα εξ ολοκλήρου» στη σχετική δικαιούχο Δημοκρατία ή στην Κοινότητα τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 67 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως κ). 2. Ο όρος «τα πλοία της» στο άρθρο 67 παράγραφος 1 στοιχείο στ) εφαρμόζεται μόνο στα πλοία: - τα οποία είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα σε κράτος μέλος της Κοινότητας ή στη δικαιούχο Δημοκρατία, - τα οποία έχουν σημαία κράτους μέλους της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας, - τα οποία ανήκουν, κατά το ήμισυ τουλάχιστον, σε υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας ή σε εταιρεία της οποίας η έδρα ευρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε δικαιούχο Δημοκρατία, της οποίας ο ή οι διαχειριστές, ο πρόεδρος του διοικητικού ή του εποπτικού συμβουλίου και η πλειοψηφία των μελών των συμβουλίων τούτων είναι υπήκοοι των κρατών μελών της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας και της οποίας, επιπλέον, όσον αφορά τις προσωπικές εταιρείες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, το ήμισυ τουλάχιστον του κεφαλαίου ανήκει στα κράτη μέλη ή στη δικαιούχο Δημοκρατία, σε δημόσιους οργανισμούς ή σε υπηκόους των κρατών μελών ή της δικαιούχου Δημοκρατίας, - των οποίων ο κυβερνήτης και οι αξιωματικοί είναι στο σύνολό τους υπήκοοι των κρατών μελών της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας, και - των οποίων το πλήρωμα αποτελείται, σε αναλογία 75 % τουλάχιστον, από υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας. 3. Οι όροι «Κοινότητα» και «δικαιούχος Δημοκρατία» καλύπτουν επίσης τα χωρικά ύδατα των κρατών μελών της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας, αντιστοίχως. Τα πλοία ανοικτής θαλάσσης, περιλαμβανομένων των πλοίων-εργοστασίων, επί των οποίων πραγματοποιείται η μεταποίηση ή η επεξεργασία των προϊόντων της αλιείας τους, θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος του εδάφους του κράτους στο οποίο ανήκουν, με την επιφύλαξη ότι πληρούν τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Άρθρο 122 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 120, οι μη καταγόμενες ύλες θεωρούνται επαρκώς επεξεργασμένες ή μεταποιημένες, όταν το παραχθέν προϊόν κατατάσσεται σε διαφορετική δασμολογική κλάση από εκείνη στην οποία υπάγονται όλες οι μη καταγόμενες ύλες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του, με την επιφύλαξη των διατάξεων των κατωτέρω παραγράφων 2 και 3. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 68 παράγραφος 1 σημεία 2, 3 και 4. 2. Όταν πρόκειται για προϊόν που αναφέρεται στις στήλες 1 και 2 του πίνακα του παραρτήματος 20, οι όροι που καθορίζονται στη στήλη 3 για το σχετικό προϊόν πρέπει να πληρούνται αντί του κανόνα που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1. α) Σε περίπτωση εφαρμογής στον πίνακα του παραρτήματος 20 ποσοστιαίου κανόνα για τον προσδιορισμό της καταγωγής ενός προϊόντος που έχει παραχθεί στην Κοινότητα ή σε δικαιούχο Δημοκρατία, η προστιθέμενη αξία από την επεξεργασία ή τη μεταποίηση ισούται με την τιμή «εκ του εργοστασίου» του παραχθέντος προϊόντος, μείον την αξία των υλών που εισάγονται από τρίτες χώρες στην Κοινότητα ή τη δικαιούχο Δημοκρατία. β) Ο όρος «αξία» στον πίνακα του παραρτήματος 20 σημαίνει τη δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή της εισαγωγής των χρησιμοποιούμενων μη καταγόμενων υλών ή, εάν αυτή δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, την πρώτη επιβεβαιώσιμη πληρωθείσα τιμή που καταβάλλεται για τις ύλες στο συγκεκριμένο έδαφος. Όταν πρέπει να καθοριστεί η αξία των καταγόμενων υλών που χρησιμοποιούνται, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του ανωτέρω εδαφίου. γ) Ο όρος «τιμή εκ του εργοστασίου» στον πίνακα του παραρτήματος 20 σημαίνει την πληρωθείσα τιμή στον κατασκευαστή, στην επιχείρηση του οποίου πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταποίηση ή επεξεργασία, με την επιφύλαξη ότι η τιμή περιλαμβάνει την αξία όλων των χρησιμοποιηθεισών, κατά την κατασκευή, υλών, αφαιρουμένων όλων των εσωτερικών φόρων οι οποίοι επιστράφηκαν ή μπορεί να επιστραφούν, όταν εξαχθεί το παραχθέν προϊόν. 3. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που θεωρούνται ως ανεπαρκείς για να προσδώσουν την ιδιότητα καταγόμενου προϊόντος, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι αλλαγή κλάσης, είναι αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 68 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως η). Άρθρο 123 Για να προσδιορισθεί εάν ένα εμπόρευμα κατάγεται από την Κοινότητα ή από δικαιούχο Δημοκρατία, δεν ερευνάται εάν η ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα, οι εγκαταστάσεις και οι εξοπλισμοί, τα μηχανήματα και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του εμπορεύματος τούτου ή εάν οι ύλες ή τα προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της παραγωγής που δεν υπεισέρχονται ή δεν επρόκειτο να υπεισέλθουν στην τελική σύνθεση του προϊόντος, κατάγονται ή όχι από τρίτες χώρες. Άρθρο 124 Στο παρόν τμήμα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 73 και 74. Άρθρο 125 1. Οι δασμολογικές προτιμήσεις που προβλέπει το άρθρο 120 εφαρμόζονται μόνο για προϊόντα ή υλικά που μεταφέρονται από το έδαφος της ενδιαφερόμενης δικαιούχου Δημοκρατίας στο έδαφος της Κοινότητας χωρίς να εισέλθουν στο έδαφος άλλης χώρας. Ωστόσο, η μεταφορά προϊόντων που κατάγονται από δικαιούχο Δημοκρατία ή από την Κοινότητα και συνιστούν μία μόνο αποστολή, μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω εδαφών άλλων από το έδαφος της δικαιούχου Δημοκρατίας ή της Κοινότητας, ενδεχομένως με μεταφόρτωση ή με προσωρινή αποθήκευση στα εδάφη αυτά, εφόσον τα προϊόντα παραμένουν υπό την επιτήρηση των τελωνειακών αρχών της χώρας διέλευσης ή αποθήκευσης, και δεν έχουν υποβληθεί σε τυχόν άλλες εργασίες εκτός από την εκφόρτωση και την επαναφόρτωση ή σε κάθε άλλη εργασία που αποβλέπει στην εξασφάλιση της διατήρησής τους στην ίδια κατάσταση. Η μεταφορά μέσω δικτύου αγωγών προϊόντων καταγωγής της δικαιούχου Δημοκρατίας ή της Κοινότητας μπορεί να πραγματοποιείται με διέλευση από εδάφη άλλα από εκείνα της Κοινότητας ή της δικαιούχου Δημοκρατίας. 2. Η απόδειξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 παρέχεται με την προσκόμιση στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές: α) είτε δικαιολογητικού τίτλου της ενιαίας μεταφοράς που εκδίδεται στο κράτος ή έδαφος εξαγωγής και υπό την κάλυψη του οποίου πραγματοποιείται η διέλευση από τη χώρα διαμετακόμισης· β) είτε βεβαίωσης που εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας διαμετακόμισης και που περιλαμβάνει: - ακριβή περιγραφή των εμπορευμάτων, - την ημερομηνία εκφόρτωσης και επαναφόρτωσης των εμπορευμάτων ή, ενδεχομένως, της φόρτωσης ή εκφόρτωσης αυτών από πλοίο, με τα στοιχεία των χρησιμοποιηθέντων πλοίων, - την πιστοποίηση των προϋποθέσεων, σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιείται η παραμονή των εμπορευμάτων στη χώρα διαμετακόμισης· γ) είτε, ελλείψει αυτών, κάθε αποδεικτικού εγγράφου. Άρθρο 126 Οι όροι του παρόντος υποτμήματος σχετικά με την απόκτηση του χαρακτήρα καταγωγής πρέπει να πληρούνται χωρίς διακοπή στην Κοινότητα ή τη δικαιούχο Δημοκρατία. Αν καταγόμενα προϊόντα, που έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα ή κάποια δικαιούχο Δημοκρατία προς μία άλλη χώρα, επανεισαχθούν, πρέπει να θεωρούνται ως μη καταγόμενα, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό στις τελωνειακές αρχές ότι: - τα εμπορεύματα που επανεισάγονται είναι τα ίδια που είχαν εξαχθεί, και - τα εμπορεύματα δεν έχουν υποστεί επεξεργασίες πέραν εκείνων που είναι αναγκαίες για τη εξασφάλιση της διατήρησής τους στην ίδια κατάσταση κατά το διάστημα που βρίσκονται σ' αυτή τη χώρα. Υποτμήμα 2 Απόδειξη της καταγωγής α) Πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 Άρθρο 127 Ο χαρακτήρας της καταγωγής των προϊόντων, κατά την έννοια του παρόντος τμήματος, αποδεικνύεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, υπόδειγμα του οποίου παρέχεται στο παράρτημα 21. Άρθρο 128 1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται μόνο μετά από γραπτή αίτηση του εξαγωγέα ή, υπ’ ευθύνη του εξαγωγέα, του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, επί του εντύπου του οποίου το υπόδειγμα περιλαμβάνεται στο παράρτημα 21 και το οποίο συμπληρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος. Οι αιτήσεις για την έκδοση πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να φυλάσσονται τουλάχιστον επί δύο έτη από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής. 2. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 106 παράγραφος 2. 3. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 μπορεί να εκδίδεται μόνον εάν μπορεί να αποτελέσει τον αποδεικτικό τίτλο για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 120. 4. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής, εάν τα εμπορεύματα μπορούν να θεωρηθούν ως «καταγόμενα προϊόντα» κατά την έννοια του παρόντος τμήματος. 5. Στις περιπτώσεις που τα εμπορεύματα θεωρούνται ως «καταγόμενα προϊόντα» κατά την έννοια του άρθρου 120 παράγραφος 1 στοιχείο β) τελευταία πρόταση ή παράγραφος 2 στοιχείο β) τελευταία πρόταση, τα πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδονται μετά από προσκόμιση του αποδεικτικού εγγράφου καταγωγής το οποίο εξεδόθη ή συνετάγη προηγουμένως. Το εν λόγω αποδεικτικό έγγραφο καταγωγής πρέπει να φυλάσσεται τουλάχιστον δύο έτη από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής. 6. Επειδή το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 συνιστά το αποδεικτικό έγγραφο για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που ορίζονται στο άρθρο 120, εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξακρίβωση της καταγωγής των εμπορευμάτων και για τον έλεγχο των άλλων στοιχείων του πιστοποιητικού. 7. Για να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής, έχουν το δικαίωμα να ζητούν κάθε αποδεικτικό στοιχείο και να προβαίνουν σε οποιοδήποτε έλεγχο κρίνουν χρήσιμο. 8. Εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής να φροντίζουν ώστε το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 127 να είναι δεόντως συμπληρωμένο. Εξακριβώνουν κυρίως εάν ο χώρος που προορίζεται για την περιγραφή των εμπορευμάτων συμπληρώθηκε κατά τρόπο που να αποκλείει κάθε δυνατότητα δόλιας προσθήκης. Γι’ αυτό το λόγο, η περιγραφή των εμπορευμάτων πρέπει να γίνεται χωρίς κενό διάστιχο. Όταν ο χώρος δεν έχει συμπληρωθεί εξ ολοκλήρου, πρέπει να σύρεται οριζόντια γραμμή κάτω από την τελευταία γραμμή και να διαγράφεται το μη συμπληρωθέν τμήμα. 9. Η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού πρέπει να αναγράφεται στο χώρο των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 που προορίζεται για τις τελωνειακές αρχές. 10. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρεται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής. Τίθεται στη διάθεση του εξαγωγέα μόλις πραγματοποιηθεί η εξαγωγή ή εξασφαλιστεί η πραγματοποίησή της. 11. Στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο όρος «τελωνειακές αρχές» στο παρόν άρθρο και στα άρθρα που ακολουθούν, θεωρείται ότι αναφέρεται στα οικονομικά επιμελητήρια για το χρονικό διάστημα που αυτά εξασφαλίζουν τις συγκεκριμένες λειτουργίες στις εν λόγω Δημοκρατίες. Άρθρο 129 Στο παρόν τμήμα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 107 έως 109. Άρθρο 130 1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να προσκομίζεται, εντός προθεσμίας πέντε μηνών από την ημερομηνία έκδοσης από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εισαγωγής όπου εισέρχονται τα εμπορεύματα. 2. Τα πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 που υποβάλλονται στις τελωνειακές υπηρεσίες του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εισαγωγής μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να γίνονται δεκτά για την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε εξαιρετικές περιστάσεις. 3. Σε άλλες περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής, οι τελωνειακές υπηρεσίες του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εισαγωγής μπορούν να αποδέχονται τα πιστοποιητικά, όταν τα εμπορεύματα έχουν προσκομισθεί σε αυτές πριν από τη λήξη της εν λόγω τελικής προθεσμίας. Άρθρο 131 1. Τα προϊόντα που αποστέλλονται από την Κοινότητα ή από δικαιούχο Δημοκρατία για έκθεση σε άλλη χώρα και που πωλούνται, μετά την έκθεση, για να εισαχθούν στην Κοινότητα, απολαύουν, κατά την εισαγωγή, των δασμολογικών προτιμήσεων που ορίζονται στο άρθρο 120, υπό την επιφύλαξη ότι πληρούν τους όρους που προβλέπει το υποτμήμα 1 προκειμένου να αναγνωρίζονται ως καταγόμενα από την Κοινότητα ή την εν λόγω δικαιούχο Δημοκρατία και εφόσον αποδεικνύεται με ικανοποιητικό τρόπο στις τελωνειακές αρχές: α) ότι ένας εξαγωγέας απέστειλε τα εμπορεύματα αυτά από την Κοινότητα ή από τη δικαιούχο Δημοκρατία στη χώρα της έκθεσης και τα εξέθεσε εκεί· β) ότι ο εξαγωγέας αυτός επώλησε τα εμπορεύματα ή τα εκχώρησε σε παραλήπτη στη δικαιούχο Δημοκρατία ή στην Κοινότητα· γ) ότι τα εμπορεύματα απεστάλησαν κατά τη διάρκεια της έκθεσης ή αμέσως μετά στη δικαιούχο Δημοκρατία ή στην Κοινότητα στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όταν απεστάλησαν στην έκθεση· δ) ότι, από τη στιγμή που απεστάλησαν στην έκθεση, τα εμπορεύματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για άλλους σκοπούς, εκτός από την επίδειξη στην έκθεση αυτή. 2. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 111 παράγραφοι 2 και 3. Άρθρο 132 Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 πρέπει να προσκομίζεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής ή της δικαιούχου Δημοκρατίας σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν στο συγκεκριμένο κράτος ή στη δικαιούχο Δημοκρατία. Οι εν λόγω αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητούν μετάφραση του πιστοποιητικού. Έχουν επιπλέον τη δυνατότητα να απαιτούν να συνοδεύεται η διασάφηση εισαγωγής από δήλωση του εισαγωγέα που να βεβαιώνει ότι τα εμπορεύματα πληρούν τους όρους που απαιτούνται για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 120. Άρθρο 133 Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 122 παράγραφος 3, όταν, μετά από αίτηση του προσώπου που καταθέτει τη διασάφηση στο τελωνείο, ένα είδος αποσυναρμολογημένο ή μη συναρμολογημένο, που υπάγεται στα κεφάλαια 84 και 85 του εναρμονισμένου συστήματος, εισάγεται με τμηματικές αποστολές, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές, θεωρείται ότι συνιστά ένα μόνο είδος και μπορεί να προσκομισθεί πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 για το πλήρες είδος κατά την εισαγωγή της πρώτης τμηματικής αποστολής. Άρθρο 134 Τα πιστοποιητικά κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 φυλάσσονται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εισαγωγής σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στην Κοινότητα ή στην εν λόγω Δημοκρατία. β) Έντυπο EUR.2 Άρθρο 135 1. Παρά τα αναφερόμενα στο άρθρο 127, ο χαρακτήρας καταγωγής των προϊόντων υπό την έννοια του υποτμήματος 1, για αποστολές που αποτελούνται αποκλειστικά από καταγόμενα προϊόντα και των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τις 3 000 Ecu ανά αποστολή, αποδεικνύεται με έντυπο EUR.2, υπόδειγμα του οποίου παρέχεται στο παράρτημα 22 του παρόντος κανονισμού. 2. Το έντυπο EUR.2 συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εξαγωγέα ή, υπ' ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Αν τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στην αποστολή αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο ελέγχου στο κράτος μέλος ή στο έδαφος εξαγωγής όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής», ο εξαγωγέας μπορεί να αναφέρει στη θέση «Παρατηρήσεις» του εντύπου EUR.2 τα στοιχεία αυτού του ελέγχου. 3. Για κάθε αποστολή συμπληρώνεται ένα έντυπο EUR.2. 4. Οι διατάξεις αυτές δεν απαλλάσσουν τον εξαγωγέα από την υποχρέωση τήρησης των διατυπώσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τις τελωνειακές και τις ταχυδρομικές ρυθμίσεις. 5. Ο εξαγωγέας που συνέταξε το έντυπο EUR.2 υποβάλλει μετά από σχετική αίτηση στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εξαγωγής όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με τη χρήση του εν λόγω εντύπου. Άρθρο 136 Τα ακόλουθα προϊόντα καταγωγής κατά την έννοια του υποτμήματος 1 απολαύουν κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα ή στη δικαιούχο Δημοκρατία των δασμολογικών προτιμήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 120 χωρίς να είναι αναγκαία η προσκόμιση των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 127 ή στο άρθρο 135: α) προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο μικρών αποστολών από ιδιώτες προς ιδιώτες, υπό τον όρο ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει τις 215 Ecu· β) προϊόντα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, υπό τον όρο ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει τις 600 Ecu. Στο παρόν τμήμα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 117 παράγραφος 2. Υποτμήμα 3 Μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας Άρθρο 137 Οι δικαιούχοι Δημοκρατίες αποστέλλουν στην Επιτροπή δείγματα των αποτυπωμάτων των χρησιμοποιούμενων σφραγίδων για την έκδοση των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και τις διευθύνσεις των τελωνειακών αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και τον εκ των υστέρων έλεγχο αυτών και των εντύπων EUR.2. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Άρθρο 138 1. Ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 και των εντύπων EUR.2 πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή όταν οι τελωνειακές υπηρεσίες του κράτους μέλους ή των δικαιούχων Δημοκρατιών εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου ή την ακρίβεια των πληροφοριών σχετικά με την πραγματική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος. 2. Για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής αυτών των διατάξεων, οι δικαιούχοι Δημοκρατίες και τα κράτη μέλη της Κοινότητας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή μέσω των αντίστοιχων τελωνειακών αρχών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, και των εντύπων EUR.2, και της ορθότητας των πληροφοριών σχετικά με την πραγματική καταγωγή των εν λόγω προϊόντων. 3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εισαγωγής επιστρέφουν το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 ή το έντυπο EUR.2 ή φωτοαντίγραφο των εν λόγω εγγράφων στις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, σημειώνοντας, ενδεχομένως, τους ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους που δικαιολογούν έρευνα. Οι τελωνειακές αρχές επισυνάπτουν στο πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 ή στο έντυπο EUR.2, το τιμολόγιο ή αντίγραφό του, αν προσκομίστηκε, και παρέχουν όλες τις πληροφορίες που διαθέτουν και από τις οποίες συνάγεται ότι τα αναφερόμενα στο εν λόγω πιστοποιητικό ή έντυπο στοιχεία είναι ανακριβή. Εάν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής αποφασίσουν να αναστείλουν την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που ορίζονται στο άρθρο 120 εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, παρέχουν το δικαίωμα παραλαβής των εμπορευμάτων με την επιφύλαξη των συντηρητικών μέτρων που κρίνονται αναγκαία. 4. Τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου γνωστοποιούνται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής ή της δικαιούχου Δημοκρατίας εντός το πολύ έξι μηνών. Τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να επιτρέπουν να διαπιστωθεί εάν το πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 ή το έντυπο EUR.2 που αμφισβητείται εφαρμόζεται στα προϊόντα που πράγματι εξάγονται ή αν τα προϊόντα αυτά μπορούν, πράγματι, να τύχουν της εφαρμογής των δασμολογικών προτιμήσεων που ορίζονται στο άρθρο 120. Εάν, σε περίπτωση βάσιμων αμφιβολιών, δεν υπάρχει απάντηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της αίτησης ελέγχου, ή εάν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκείς πληροφορίες για τη διαπίστωση της γνησιότητας του εν λόγω εντύπου ή την πραγματική καταγωγή των προϊόντων, οι αρχές που έχουν ζητήσει πληροφορίες αρνούνται, εκτός ανωτέρας βίας ή εκτάκτων περιστάσεων, την παροχή των προβλεπόμενων δασμολογικών προτιμήσεων. 5. Για τη διενέργεια μεταγενέστερων ελέγχων των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής πρέπει να φυλάσσουν αντίγραφα των πιστοποιητικών, καθώς και όλα τα έγγραφα εξαγωγής που τα αφορούν, για δύο τουλάχιστον έτη. Υποτμήμα 4 Θέουτα και Μελίλια Άρθρο 139 1. Ο όρος «Κοινότητα» που χρησιμοποιείται στο παρόν τμήμα δεν καλύπτει τη Θέουτα και τη Μελίλια. Ο όρος «προϊόντα καταγωγής Κοινότητας», δεν καλύπτει τα προϊόντα καταγωγής Θέουτας και Μελίλιας. 2. Τα υποτμήματα 1 έως 3 του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται κατ' αναλογία στα προϊόντα καταγωγής Θέουτας και Μελίλιας, με την επιφύλαξη των ειδικών όρων που καθορίζονται στο άρθρο 140. Άρθρο 140 1. Αντί του άρθρου 120, εφαρμόζονται οι ακόλουθες παράγραφοι και οι αναφορές στο εν λόγω άρθρο ισχύουν κατ’ αναλογία για το παρόν άρθρο. 2. Εφόσον μεταφέρθηκαν απευθείας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 125, θεωρούνται ως: α) προϊόντα καταγωγής Θέουτας και Μελίλιας: i) τα προϊόντα τα παραγόμενα εξ ολοκλήρου στη Θέουτα και στη Μελίλια, ii) τα προϊόντα τα παραγόμενα στη Θέουτα και στη Μελίλια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από αυτά που αναφέρονται στο σημείο i), υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτέλεσαν αντικείμενο επαρκών επεξεργασιών ή μεταποιήσεων κατά την έννοια του άρθρου 122. Η προϋπόθεση αυτή δεν εφαρμόζεται, ωστόσο, για τα προϊόντα τα οποία κατά την έννοια του υποτμήματος 1 κατάγονται από την Κοινότητα ή από δικαιούχο Δημοκρατία, εφόσον αυτά υποβάλλονται, στη Θέουτα και τη Μελίλια, σε επεξεργασίες ή μεταποιήσεις οι οποίες υπερβαίνουν τις ανεπαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 122 παράγραφος 3· β) προϊόντα καταγωγής δικαιούχου Δημοκρατίας: i) τα προϊόντα τα παραγόμενα εξ ολοκλήρου σε δικαιούχο Δημοκρατία, ii) τα προϊόντα τα παραγόμενα σε δικαιούχο Δημοκρατία, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται προϊόντα άλλα από αυτά που αναφέρονται στο σημείο i), υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτέλεσαν το αντικείμενο επαρκών επεξεργασιών ή μεταποιήσεων κατά την έννοια του άρθρου 122. Η προϋπόθεση αυτή δεν εφαρμόζεται, ωστόσο, για προϊόντα που κατάγονται, κατά την έννοια του υποτμήματος 1, από τη Θέουτα και τη Μελίλια ή την Κοινότητα, εφόσον αυτά υποβάλλονται σε επεξεργασίες ή μεταποιήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές υπερβαίνουν τις ανεπαρκείς επεξεργασίες ή μεταποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 122 παράγραφος 3. 3. Η Θέουτα και η Μελίλια θεωρούνται ως ένα μόνον έδαφος. 4. Ο εξαγωγέας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του υποχρεούται να αναγράψει το όνομα της δικαιούχου Δημοκρατίας και την ένδειξη «Θέουτα ή Μελίλια» στη θέση 2 του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. Επιπλέον, στην περίπτωση προϊόντων καταγωγής Θέουτας και Μελίλιας, ο χαρακτήρας καταγωγής πρέπει να αναγράφεται στη θέση 4 του πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1. 5. Οι ισπανικές τελωνειακές αρχές αναλαμβάνουν να διασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στη Θέουτα και στη Μελίλια. ΤΙΤΛΟΣ V ΔΑΣΜΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γενικές διατάξεις Άρθρο 141 1. Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 έως 36 του κώδικα και εκείνων του παρόντος τίτλου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 23. Οι διατάξεις της πρώτης στήλης του παραρτήματος 23 πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με την αντίστοιχη ερμηνευτική σημείωση που παρατίθεται στη δεύτερη στήλη. 2. Αν, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, είναι αναγκαία η αναφορά στις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παραρτήματος 24. Άρθρο 142 1. Κατά την έννοια του παρόντος τίτλου, νοείται ως: α) «συμφωνία»: η συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, που συνήφθη στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων από το 1973 έως το 1979 και αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση του κώδικα· β) «παραγόμενα εμπορεύματα»: τα καλλιεργούμενα, κατασκευαζόμενα ή εξορυσσόμενα εμπορεύματα· γ) «πανομοιότυπα εμπορεύματα»: τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα, τα οποία είναι όμοια από κάθε άποψη, περιλαμβανομένων και των φυσικών χαρακτηριστικών, της ποιότητας και της φήμης. Δευτερεύουσες διαφορές εμφάνισης δεν παρακωλύουν τον χαρακτηρισμό εμπορευμάτων, που είναι κατά τα λοιπά σύμφωνα με τον ορισμό, ως πανομοιότυπων· δ) «ομοειδή εμπορεύματα»: τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα τα οποία, χωρίς να είναι όμοια από κάθε άποψη, παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και αποτελούνται από παρόμοιες ύλες, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες και να είναι δυνατό να εναλλάσσονται στο πλαίσιο εμπορικών πράξεων 7 η ποιότητα των εμπορευμάτων, η φήμη τους και η ύπαρξη βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος περιλαμβάνονται στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για να καθορίζεται αν τα εμπορεύματα είναι ομοειδή· ε) «εμπορεύματα της αυτής φύσης ή του αυτού είδους»: τα εμπορεύματα που κατατάσσονται σε μια ομάδα ή μια σειρά εμπορευμάτων, τα οποία παράγονται από έναν ειδικό κλάδο παραγωγής ή έναν ειδικό τομέα ενός κλάδου παραγωγής και περιλαμβάνουν τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εμπορεύματα. 2. Οι εκφράσεις «πανομοιότυπα εμπορεύματα» και «ομοειδή εμπορεύματα» δεν εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που ενσωματώνουν ή περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας, μελέτης, τέχνης ή σχεδιασμού, ή σχέδια και ιχνογραφήματα, για τα οποία δεν έχει γίνει καμία προσαρμογή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο iv) του κώδικα, λόγω του ότι οι εργασίες αυτές πραγματοποιήθηκαν εντός της Κοινότητας. Άρθρο 143 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και του άρθρου 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κώδικα, πρόσωπα θεωρούνται ως συνδεόμενα μεταξύ τους μόνο αν: α) το ένα μετέχει στη διεύθυνση ή στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης του άλλου, και αντίστροφα· β) έχουν από νομική άποψη την ιδιότητα των εταίρων· γ) το ένα είναι εργοδότης του άλλου· δ) ένα οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κυριότητά του, ελέγχει ή κατέχει άμεσα ή έμμεσα 5 % ή περισσότερο των μετοχών ή μεριδίων με δικαίωμα ψήφου, του ενός και του άλλου· ε) το ένα από αυτά ελέγχει το άλλο άμεσα ή έμμεσα· στ) και τα δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο· ζ) και τα δύο μαζί ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα ένα τρίτο πρόσωπο· η) είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Πρόσωπα θεωρούνται ως μέλη της ίδιας οικογένειας μόνον αν συνδέονται μεταξύ τους με μία από τις σχέσεις που αναφέρονται στη συνέχεια: - σύζυγοι, - πρώτου βαθμού ανιόντες και κατιόντες, σε ευθεία γραμμή, - αδελφοί ή αδελφές (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), - δευτέρου βαθμού ανιόντες και κατιόντες, σε ευθεία γραμμή, - θείος ή θεία και ανηψιός ή ανηψιά, - γονείς του ετέρου των συζύγων και γαμπρός ή νύφη, - αδελφοί ή αδελφές του ή της συζύγου. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, τα πρόσωπα που συνδέονται οικονομικά μεταξύ τους λόγω του ότι το ένα είναι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος, διανομεύς ή κατ’ αποκλειστικότητα εμπορευόμενος του άλλου, ανεξάρτητα από το πώς κατονομάζεται το άλλο τούτο πρόσωπο, θεωρούνται ως συνδεόμενα μόνο αν εμπίπτουν σε ένα από τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Άρθρο 144 1. Για τον καθορισμό της εκτίμησης του τελωνείου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 29 του κώδικα, η πράγματι πληρωθείσα τιμή των εμπορευμάτων κατά τη χρονική στιγμή που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η συμφωνηθείσα να καταβληθεί κατά την εν λόγω στιγμή, λαμβάνεται ως βάση για την εκτίμηση του τελωνείου. 2. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διενεργούν διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 1. Άρθρο 145 Όταν εμπορεύματα που διασαφίζονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία συνιστούν μέρος μεγαλύτερης ποσότητας των ίδιων εμπορευμάτων, τα οποία έχουν αγοραστεί στο πλαίσιο μίας και μόνης συναλλαγής, η πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για το σκοπό του άρθρου 29 παράγραφος 1 του κώδικα είναι μια τιμή, η οποία υπολογίζεται κατ' αναλογία των ποσοτήτων που διασαφίζονται σε σχέση με τη συνολική αγορασθείσα ποσότητα. Αναλογική κατανομή της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής πραγματοποιείται επίσης σε περίπτωση μερικής απώλειας ή σε περίπτωση ζημίας πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος που πρόκειται να εκτιμηθεί. Άρθρο 146 Αν η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 του κώδικα περιλαμβάνει ποσό που αντιπροσωπεύει μια εσωτερική επιβάρυνση απαιτητή στη χώρα καταγωγής ή εξαγωγής για τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, το εν λόγω ποσό δεν ενσωματώνεται στη δασμολογητέα αξία, υπό τον όρο ότι είναι δυνατό να αποδειχθεί, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις ενδιαφερόμενες τελωνειακές αρχές ότι τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν απαλλαγεί ή θα απαλλαγούν από την επιβάρυνση αυτή προς όφελος του αγοραστή. Άρθρο 147 1. Για το σκοπό του άρθρου 29 του κώδικα, το γεγονός ότι τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο πώλησης διασαφίζονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να θεωρηθεί ως επαρκής ένδειξη, ότι αυτά επωλήθησαν προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το ίδιο συμβαίνει σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την τελωνειακή εκτίμηση και κάθε μία από τις τιμές, οι οποίες έχουν προκύψει από τις πωλήσεις αυτές, δύναται να ληφθεί ως βάση εκτίμησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 178 έως 181. 2. Ωστόσο, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε τρίτη χώρα κατά την περίοδο μεταξύ της πώλησης και της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν επιβάλλεται η εφαρμογή της συναλλακτικής αξίας. 3. Ο αγοραστής πρέπει απλώς να είναι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης πώλησης. Άρθρο 148 Σε περίπτωση που, από την εφαρμογή του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κώδικα, αποδεικνύεται ότι η πώληση ή η τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων εξαρτάται από έναν όρο ή μια παροχή, των οποίων η αξία μπορεί να καθοριστεί με αναφορά στα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, μια τέτοια αξία πρέπει να θεωρείται ως έμμεση πληρωμή από τον αγοραστή στον πωλητή τμήματος της πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής, εφόσον ο εν λόγω όρος ή παροχή δεν αναφέρεται: α) ούτε σε δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κώδικα· β) ούτε σε στοιχείο που πρέπει να προστεθεί στην πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 του κώδικα. Άρθρο 149 1. Για το σκοπό του άρθρου 29 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κώδικα, η έκφραση «οι δραστηριότητες που αφορούν την εμπορία» σημαίνει όλες τις δραστηριότητες σχετικά με τη διαφήμιση και την προώθηση της πώλησης των εν λόγω εμπορευμάτων, καθώς και όλες τις δραστηριότητες σχετικά με τις αναφερόμενες σ’ αυτά εγγυήσεις. 2. Οι δραστηριότητες αυτές, όταν αναλαμβάνονται από τον αγοραστή, θεωρούνται ότι αναλαμβάνονται για δικό του λογαριασμό, έστω και αν προκύπτουν από υποχρέωση του αγοραστή βάσει συμφωνίας με τον πωλητή. Άρθρο 150 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 30 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κώδικα, (συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων), η δασμολογητέα αξία καθορίζεται βάσει της συναλλακτικής αξίας πανομοιότυπων εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και στην ίδια ουσιαστικώς ποσότητα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Ελλείψει τέτοιων πωλήσεων, θα πρέπει να γίνεται χρήση της συναλλακτικής αξίας πανομοιότυπων εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο ή/και σε διαφορετική ποσότητα, προσαρμοζόμενης, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που είναι δυνατό να οφείλονται στο εμπορικό επίπεδο ή/και στην ποσότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι προσαρμογές αυτές, ανεξαρτήτως αν καταλήγουν σε αύξηση ή σε μείωση της αξίας, είναι δυνατό να βασίζονται σε προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν σαφώς ότι οι προσαρμογές είναι εύλογες και ακριβείς. 2. Στην περίπτωση που τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κώδικα περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία, η αξία αυτή προσαρμόζεται για να ληφθούν υπόψη σημαντικές διαφορές, που είναι δυνατό να υπάρχουν μεταξύ των εξόδων που αφορούν, αφενός, τα εισαγόμενα εμπορεύματα και, αφετέρου, τα πανομοιότυπα με αυτά, λόγω διαφορών στις αποστάσεις και στους τρόπους μεταφοράς. 3. Αν, από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, διαπιστωθούν δύο ή περισσότερες συναλλακτικές αξίες πανομοιότυπων εμπορευμάτων, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατώτερη συναλλακτική αξία. 4. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συναλλακτική αξία εμπορευμάτων που παράγονται από διαφορετικό πρόσωπο λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, καμία συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων παραγόμενων από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο παράγει και τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. 5. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως συναλλακτική αξία εισαγόμενων πανομοιότυπων εμπορευμάτων νοείται η δασμολογητέα αξία που καθορίζεται εκ των προτέρων σύμφωνα με το άρθρο 29 του κώδικα και προσαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) και την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Άρθρο 151 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 30 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κώδικα (συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων), η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με αναφορά στη συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και στην ίδια ουσιαστικά ποσότητα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Ελλείψει τέτοιων πωλήσεων, θα πρέπει να γίνεται χρήση της συναλλακτικής αξίας ομοειδών εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο ή/και σε διαφορετική ποσότητα, προσαρμοζόμενης, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που είναι δυνατό να οφείλονται στο εμπορικό επίπεδο ή/και στην ποσότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι προσαρμογές αυτές, ανεξάρτητα από το αν καταλήγουν σε αύξηση ή σε μείωση της αξίας, είναι δυνατό να βασίζονται σε προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν σαφώς ότι οι προσαρμογές είναι εύλογες και ακριβείς. 2. Όταν τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κώδικα περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία, η αξία αυτή προσαρμόζεται για να ληφθούν υπόψη σημαντικές διαφορές που είναι δυνατό να υπάρχουν μεταξύ των εξόδων που αφορούν, αφενός, τα εισαγόμενα εμπορεύματα και, αφετέρου, τα ομοειδή με αυτά, λόγω διαφορών στις αποστάσεις και στους τρόπους μεταφοράς. 3. Αν, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, διαπιστωθούν περισσότερες από μία συναλλακτικές αξίες ομοειδών εμπορευμάτων, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατώτερη συναλλακτική αξία. 4. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συναλλακτική αξία εμπορευμάτων που παράγονται από διαφορετικό πρόσωπο λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, καμία συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων παραγόμενων από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο παράγει και τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. 5. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως συναλλακτική αξία εισαγόμενων ομοιειδών εμπορευμάτων νοείται η δασμολογητέα αξία που καθορίζεται εκ των προτέρων σύμφωνα με το άρθρο 29 του κώδικα και προσαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) και την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Άρθρο 152 1. α) Αν τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται εντός της Κοινότητος στην αρχική τους κατάσταση, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κώδικα, βασίζεται στην τιμή μονάδας, που αντιστοιχεί στις πωλήσεις των εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υπό την επιφύλαξη της αφαίρεσης των ακόλουθων στοιχείων: i) των γενικώς καταβαλλόμενων ή συμφωνούμενων προμηθειών ή περιθωρίων που ισχύουν γενικά για τα κέρδη και τα γενικά έξοδα (περιλαμβανομένου και του άμεσου ή έμμεσου κόστους εμπορίας των εν λόγω εμπορευμάτων) για τις πωλήσεις, εντός της Κοινότητας, εισαγόμενων εμπορευμάτων της ίδιας φύσης ή του ίδιου είδους, ii) των συνήθων εξόδων μεταφοράς και ασφάλισης, καθώς και σχετικών εξόδων που γίνονται εντός της Κοινότητας, και iii) των εισαγωγικών δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που πρέπει να καταβληθούν εντός της Κοινότητας λόγω της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων. β) Στην περίπτωση που τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα δεν πωλούνται κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, βασίζεται, υπό την επιφύλαξη κατά τα λοιπά της παραγράφου 1 στοιχείο α), στην τιμή μονάδας, στην οποία πωλούνται τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα εντός της Κοινότητας στην αρχική τους κατάσταση κατά την πιο πρόσφατη, μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, ημερομηνία, οπωσδήποτε όμως εντός 90 ημερών από την εισαγωγή αυτή. 2. Στην περίπτωση που τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα δεν πωλούνται εντός της Κοινότητας στην αρχική τους κατάσταση, η δασμολογητέα αξία βασίζεται, μετά από αίτηση του εισαγωγέα, στην τιμή μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις εισαγόμενων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται, μετά από μεταγενέστερη επεξεργασία ή μεταποίηση, προς πρόσωπα εγκατεστημένα εντός της Κοινότητας, που δεν συνδέονται με τους πωλητές, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη η αξία που προστίθεται λόγω της επεξεργασίας ή της μεταποίησης και οι αφαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περίπτωση α). 3. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η τιμή μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις εισαγόμενων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα, είναι η τιμή στην οποία πωλείται ο μεγαλύτερος αριθμός μονάδων, επί πωλήσεων προς πρόσωπα που δεν έχουν καμιά σχέση με τα πρόσωπα από τα οποία αγοράζουν τα εν λόγω εμπορεύματα κατά το πρώτο μετά την εισαγωγή εμπορικό επίπεδο, στο οποίο πραγματοποιούνται αυτές οι πωλήσεις. 4. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, μια πώληση εντός της Κοινότητας, προς πρόσωπο που παρέχει, άμεσα ή έμμεσα, αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος, οποιοδήποτε από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 περίπτωση β) του κώδικα, για να χρησιμοποιηθεί τούτο στην παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας. 5. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο β), ως «πιο πρόσφατη ημερομηνία» νοείται η ημερομηνία κατά την οποία τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται σε ποσότητα επαρκή, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της τιμής μονάδας. Άρθρο 153 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 30 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κώδικα (υπολογιζόμενη αξία), οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να απαιτούν ή να υποχρεώνουν ένα πρόσωπο που δεν κατοικεί στην Κοινότητα να προσκομίζει προς εξέταση λογιστικά στοιχεία ή άλλα έγγραφα για τον καθορισμό αυτής της αξίας. Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρέχονται από τον παραγωγό των εμπορευμάτων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, είναι δυνατό να επαληθεύονται σε χώρα που δεν αποτελεί μέλος της Κοινότητας από τις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους με τη σύμφωνη γνώμη του παραγωγού και υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές αυτές προειδοποιούν εγκαίρως τις αρχές της εν λόγω χώρας, αυτές δε παρέχουν τη συγκατάθεσή τους για την έρευνα. 2. Το κόστος ή η αξία των υλικών και των εργασιών κατασκευής, που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο δ) πρώτη περίπτωση του κώδικα, περιλαμβάνει το κόστος των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία ii) και iii) του κώδικα. Περιλαμβάνει επίσης την αξία, επιμεριζόμενη δεόντως, με τις πρέπουσες αναλογίες, κάθε προϊόντος ή υπηρεσίας που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 περίπτωση β) του κώδικα και που έχει παρασχεθεί, άμεσα ή έμμεσα, από τον αγοραστή για να χρησιμοποιηθεί κατά την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Η αξία των εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο iv) του κώδικα, οι οποίες εκτελούνται εντός της Κοινότητας, περιλαμβάνεται μόνο αν οι εργασίες αυτές επιβαρύνουν τον παραγωγό. 3. Όταν, για τον καθορισμό της υπολογιζόμενης αξίας, γίνεται χρήση άλλων πληροφοριών, εκτός από εκείνες που έχουν παρασχεθεί από τον παραγωγό ή για λογαριασμό του, οι τελωνειακές αρχές πληροφορούν το διασαφιστή, μετά από αίτησή του, για την πηγή των πληροφοριών αυτών, για τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν και για τους υπολογισμούς που πραγματοποιήθηκαν με βάση τα στοιχεία αυτά, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 15 του κώδικα. 4. Τα «γενικά έξοδα», που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο δ) δεύτερη περίπτωση του κώδικα, περιέχουν το άμεσο και έμμεσο κόστος παραγωγής και εμπορίας των προς εξαγωγή εμπορευμάτων, που δεν περιλαμβάνονται βάσει της πρώτης περίπτωσης του εν λόγω στοιχείου. Άρθρο 154 Όταν τα είδη συσκευασίας που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κώδικα πρέπει να γίνουν το αντικείμενο επαναλαμβανόμενων εισαγωγών, το κόστος τους επιμερίζεται, μετά από αίτηση του διασαφιστή, με κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές. Άρθρο 155 Για τους σκοπούς του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο iv) του κώδικα, τα έξοδα έρευνας και προκαταρκτικού σχεδιασμού δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. Άρθρο 156 Το άρθρο 33 στοιχείο γ) του κώδικα εφαρμόζεται κατ’ αναλογία όταν η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με την εφαρμογή μεθόδου άλλης από την συναλλακτική αξία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διατάξεις για τα royalties και τα δικαιώματα αδείας Άρθρο 157 1. Για τους σκοπούς του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κώδικα, νοούνται ως royalties και δικαιώματα αδείας, ιδίως, η πληρωμή για τη χρήση δικαιωμάτων σχετικών με: - την κατασκευή των εισαγόμενων εμπορευμάτων (ιδίως διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σχέδια-πρότυπα και τεχνογνωσία στον κατασκευαστικό τομέα), ή - την πώληση για την εξαγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων (ιδίως εμπορικά σήματα, κατατεθέντα πρότυπα), ή - τη χρησιμοποίηση ή μεταπώληση των εισαγόμενων εμπορευμάτων (ιδίως συγγραφικά δικαιώματα, διαδικασίες κατασκευής που είναι αναπόσπαστα ενσωματωμένες στα εισαγόμενα εμπορεύματα). 2. Ανεξάρτητα από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 5 του κώδικα, όταν η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων καθορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 29 του κώδικα, royalties ή δικαιώματα αδείας προστίθενται στην τιμή που πληρώνεται ή πρέπει να πληρωθεί μόνο όταν η πληρωμή αυτή: - έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία, και - αποτελεί όρο για την πώληση των εμπορευμάτων αυτών. Άρθρο 158 1. Όταν τα εισαγόμενα εμπορεύματα αποτελούν ένα μόνο συστατικό ή μέρος εμπορευμάτων που κατασκευάζονται στην Κοινότητα, προσαρμογή της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής για τα εισαγόμενα εμπορεύματα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν τα royalties ή τα δικαιώματα αδείας έχουν σχέση με τα εμπορεύματα αυτά. 2. Η εισαγωγή μη συναρμολογημένων εμπορευμάτων ή όσων πρέπει να υποστούν δευτερεύουσας σημασίας κατεργασία πριν από τη μεταπώληση, όπως αραίωση ή συσκευασία, δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι τα royalties ή τα δικαιώματα αδείας αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα. 3. Αν τα royalties ή τα δικαιώματα αδείας αφορούν εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα και εν μέρει άλλα συστατικά ή μέρη που προστίθενται στα προϊόντα μετά την εισαγωγή τους, ή σε δραστηριότητες ή υπηρεσίες μετά την εισαγωγή, δεν γίνεται κατάλληλη κατανομή παρά μόνο με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία, σύμφωνα με την ερμηνευτική σημείωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 23 και αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 του κώδικα. Άρθρο 159 Τα royalties ή τα δικαιώματα αδείας σχετικά με το δικαίωμα χρήσης εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος προστίθενται στην πληρωτέα ή πληρωθείσα τιμή για τα εισαγόμενα προϊόντα όταν: - τα royalties ή τα δικαιώματα αδείας αναφέρονται σε εμπορεύματα που μεταπωλούνται στην αρχική τους κατάσταση ή σε κατάσταση που προκύπτει μετά από δευτερεύουσας σημασίας κατεργασία μετά την εισαγωγή, - τα εμπορεύματα αυτά αποτελούν αντικείμενο εμπορίας έχοντας σήμα που έχει εναποτεθεί πριν ή μετά την εισαγωγή, για το οποίο καταβάλλονται royalties ή δικαιώματα αδείας, και - ο αγοραστής δεν είναι ελεύθερος να προμηθευτεί τέτοια εμπορεύματα από άλλους προμηθευτές που δεν συνδέονται με τον πωλητή. Άρθρο 160 Όταν ο αγοραστής καταβάλλει royalties ή δικαιώματα αδείας σε τρίτον, οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 157 παράγραφος 2 θεωρούνται ότι πληρούνται μόνο όταν ο πωλητής ή πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτόν απαιτεί από τον αγοραστή να προβεί στην καταβολή αυτή. Άρθρο 161 Όταν ο τρόπος υπολογισμού του ποσού royalty ή δικαιώματος αδείας αναφέρεται στην τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων, θεωρείται, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, ότι η καταβολή του εν λόγω royalty ή δικαιώματος αδείας έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία. Όμως, όταν το ποσό royalty ή δικαιώματος αδείας υπολογίζεται ανεξάρτητα από την τιμή των εισαγόμενων εμπορευμάτων, η καταβολή του εν λόγω royalty ή δικαιώματος αδείας μπορεί να έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία. Άρθρο 162 Για την εφαρμογή του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κώδικα, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χώρα κατοικίας του δικαιούχου πληρωμής του royalty ή του δικαιώματος αδείας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Διατάξεις για τον τόπο εισόδου στην Κοινότητα Άρθρο 163 1. Για την εφαρμογή του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και του άρθρου 33 στοιχείο α) του κώδικα, ως τόπος εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας νοείται: α) για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται δια θαλάσσης, ο λιμένας εκφόρτωσης ή ο λιμένας μεταφόρτωσης, εφόσον η μεταφόρτωση πιστοποιείται από τις τελωνειακές αρχές του λιμένα αυτού· β) για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται χωρίς μεταφόρτωση δια θαλάσσης και στη συνέχεια δι' εσωτερικής πλωτής οδού, ο πρώτος λιμένας - που βρίσκεται στο στόμιο του ποταμού ή της διώρυγας ή ενδότερον - στον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί η εκφόρτωση των εμπορευμάτων, εφόσον παρέχεται η απόδειξη στην τελωνειακή υπηρεσία ότι ο οφειλόμενος ναύλος μέχρι το λιμένα εκφόρτωσης των εμπορευμάτων είναι υψηλότερος από εκείνον που οφείλεται μέχρι τον πρώτο λιμένα· γ) για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται σιδηροδρομικώς, δι' εσωτερικής πλωτής οδού ή οδικώς, ο τόπος του πρώτου τελωνείου· δ) για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται με άλλον τρόπο, ο τόπος διέλευσης των από ξηράς συνόρων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. 2. Για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και μεταφέρονται μέχρι τον τόπο προορισμού σε άλλο τμήμα του εν λόγω εδάφους διερχόμενα από τα εδάφη της Αυστρίας, της Ελβετίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας ή της Γιουγκοσλαβίας, με τη μορφή που είχε την 1η Ιανουαρίου 1991, η δασμολογητέα αξία καθορίζεται αφού ληφθεί υπόψη ο πρώτος τόπος εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα εμπορεύματα αποτελούν το αντικείμενο απευθείας μεταφοράς μέσω των εδαφών της Αυστρίας, της Ελβετίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας ή της Γιουγκοσλαβίας, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και η διέλευση από τις χώρες αυτές αντιστοιχεί στο κανονικό δρομολόγιο προς τον τόπο προορισμού. 3. Για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και μεταφέρονται δια θαλάσσης μέχρι τον τόπο προορισμού σε άλλο τμήμα του εν λόγω εδάφους, η δασμολογητέα αξία καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του πρώτου τόπου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα εμπορεύματα μεταφέρονται απευθείας δια κανονικής οδού προς τον τόπο προορισμού. 4. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν όταν, στα εδάφη της Αυστρίας, της Ελβετίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας ή της Γιουγκοσλαβίας, κατά την έννοια της παραγράφου 2 και για λόγους σχετικούς με τη μεταφορά, τα εμπορεύματα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκφόρτωσης, μεταφόρτωσης ή προσωρινής ακινητοποίησης. 5. Για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας μεταφερόμενα απευθείας από ένα από τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα προς άλλο τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, ή αντίστροφα, ο τόπος εισόδου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ο τόπος που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 και βρίσκεται στο τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας από όπου προέρχονται τα εν λόγω εμπορεύματα, εφόσον αυτά ξεφορτώθηκαν ή μεταφορτώθηκαν εκεί και αυτό βεβαιώθηκε από τις τελωνειακές αρχές. 6. Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 5, ο τόπος εισόδου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ο τόπος που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο οποίος βρίσκεται στο τμήμα προορισμού του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Διατάξεις για τα έξοδα μεταφοράς Άρθρο 164 Για την εφαρμογή του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και του άρθρου 33 στοιχείο α) του κώδικα: α) όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται με το ίδιο μεταφορικό μέσο μέχρις ενός σημείου, που βρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται κατ' αναλογία προς τη διανυόμενη απόσταση εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, εκτός αν παρέχεται στις τελωνειακές αρχές απόδειξη των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν με βάση υποχρεωτικό και γενικό τιμολόγιο, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι του τόπου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· β) όταν τα εμπορεύματα τιμολογούνται σε ενιαία τιμή «ελεύθερο στον τόπο προορισμού», η οποία αντιστοιχεί στην τιμή στον τόπο εισόδου, τα σχετικά έξοδα μεταφοράς εντός της Κοινότητας δεν πρέπει να εκπίπτουν από την τιμή αυτή. Πάντως, μια τέτοια έκπτωση είναι αποδεκτή, εφόσον αποδειχθεί στις τελωνειακές αρχές ότι η τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» είναι μικρότερη από την ενιαία τιμή «ελεύθερο στον τόπο προορισμού»· γ) όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται δωρεάν ή με μεταφορικά μέσα του αγοραστή, πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα μεταφοράς μέχρι του τόπου εισόδου, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το σύνηθες τιμολόγιο μεταφοράς που ισχύει για τον ίδιο τρόπο μεταφοράς. Άρθρο 165 1. Όλα τα ταχυδρομικά τέλη που επιβάλλονται στα εμπορεύματα, τα οποία αποστέλλονται ταχυδρομικώς ως τον τόπο προορισμού, πρέπει να ενσωματώνονται στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων αυτών, εξαιρουμένων των συμπληρωματικών ταχυδρομικών τελών που, ενδεχομένως, εισπράττονται στη χώρα εισαγωγής. 2. Ωστόσο, η επιβολή των τελών αυτών δεν οδηγεί σε προσαρμογή της δηλούμενης αξίας για την εκτίμηση εμπορευμάτων τα οποία αποτελούν αντικείμενα αποστολών που στερούνται οιουδήποτε εμπορικού χαρακτήρα. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες αποστολών εξπρές που αποκαλούνται EMS-Datapost (στη Δανία EMS-Jetpost, στη Γερμανία EMS-Kurierpostsendungen, στην Ιταλία CAI-Post). Άρθρο 166 Το κόστος αεροπορικής μεταφοράς, που πρέπει να ενσωματώνεται στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, καθορίζεται κατ’ εφαρμογή των κανόνων και ποσοστών που αναφέρονται στο παράρτημα 25. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Αξιολόγηση των μέσων πληροφορικής που προορίζονται για εξοπλισμούς επεξεργασίας δεδομένων Άρθρο 167 1. Ανεξάρτητα από τα άρθρα 29 έως 33 του κώδικα, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εισαγόμενων μέσων πληροφορικής που προορίζονται για εξοπλισμούς επεξεργασίας δεδομένων και φέρουν δεδομένα ή εντολές, λαμβάνεται υπόψη μόνο το κόστος και η αξία του ίδιου του μέσου πληροφορικής. Η δασμολογητέα αξία εισαγόμενων μέσων πληροφορικής, που φέρουν δεδομένα ή εντολές, δεν περιλαμβάνει, λοιπόν, το κόστος ή την αξία των δεδομένων ή των εντολών, υπό τον όρο ότι το κόστος αυτό ή η σχετική αξία διαχωρίζονται από το κόστος ή την αξία του σχετικού μέσου πληροφορικής. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: α) ο όρος «μέσο πληροφορικής» δεν αφορά τα ολοκληρωμένα κυκλώματα, τους ημιαγωγούς και τις παρόμοιες διατάξεις ή τα είδη που περιλαμβάνουν τέτοια κυκλώματα ή διατάξεις· β) ο όρος «δεδομένα ή εντολές» δεν περιλαμβάνει τις ηχογραφήσεις, τις κινηματογραφικές εγγραφές ή τις εγγραφές βίντεο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Διατάξεις για τις τιμές συναλλάγματος Άρθρο 168 Για τους σκοπούς των άρθρων 169 έως 171 του παρόντος κεφαλαίου: α) με τον όρο «βεβαιωθείσα τιμή» νοείται: - η τελευταία τιμή πώλησης συναλλάγματος που βεβαιώνεται για τις εμπορικές συναλλαγές στην περισσότερο αντιπροσωπευτική αγορά ή αγορές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ή - οποιαδήποτε τιμή συναλλάγματος που βεβαιώνεται με τον τρόπο αυτό και καθορίζεται από το κράτος μέλος ως η «βεβαιωθείσα τιμή», εφόσον αντικατοπτρίζει, όσο το δυνατόν ακριβέστερα, την τρέχουσα αξία του αντίστοιχου νομίσματος κατά τις εμπορικές συναλλαγές· β) με τον όρο «δημοσιεύεται» νοείται η γενική γνωστοποίηση κατά τον τρόπο που καθορίζεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος· γ) με τον όρο «νόμισμα» νοείται οποιαδήποτε νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται ως μέσο διακανονισμού μεταξύ των νομισματικών αρχών ή στη διεθνή αγορά. Άρθρο 169 1. Όταν τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός εμπορεύματος εκφράζονται, κατά τη στιγμή του εν λόγω προσδιορισμού, σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του κράτους μέλους όπου γίνεται η εκτίμηση, η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής στο νόμισμα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είναι η βεβαιούμενη τιμή της προτελευταίας Τετάρτης του μήνα, που δημοσιεύεται την ίδια ή την επόμενη ημέρα. 2. Η βεβαιούμενη τιμή της προτελευταίας Τετάρτης του μήνα εφαρμόζεται για ολόκληρο τον επόμενο μήνα, εκτός αν αντικατασταθεί από τιμή που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 171. 3. Όταν μια τιμή συναλλάγματος δεν βεβαιώνεται την προτελευταία Τετάρτη σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή όταν βεβαιώνεται αλλά δεν δημοσιεύεται την ίδια ή την επόμενη ημέρα, η τελευταία βεβαιωθείσα τιμή για το εν λόγω νόμισμα που δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 14 ημερών θεωρείται ως βεβαιωθείσα τιμή εκείνη την Τετάρτη. Άρθρο 170 Όταν μια τιμή συναλλάγματος δεν μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169, η τιμή συναλλάγματος που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του άρθρου 35 του κώδικα καθορίζεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και αντικατοπτρίζει, όσο το δυνατόν ακριβέστερα, την τρέχουσα αξία του εν λόγω νομίσματος, στις εμπορικές συναλλαγές, που γίνονται στο νόμισμα του κράτους μέλους αυτού. Άρθρο 171 1. Όταν μια τιμή συναλλάγματος, που βεβαιώθηκε την τελευταία Τετάρτη ενός μηνός και δημοσιεύθηκε την ίδια ή την επόμενη ημέρα, διαφέρει κατά 5 % ή περισσότερο από την τιμή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 169, για να αρχίσει να ισχύει τον επόμενο μήνα, αντικαθιστά τη δεύτερη τιμή και εφαρμόζεται από την πρώτη Τετάρτη του εν λόγω μήνα ως τιμή που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του άρθρου 35 του κώδικα. 2. Όταν, κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής που αναφέρεται στις προηγούμενες διατάξεις, μια τιμή που βεβαιώθηκε κάποια Τετάρτη και δημοσιεύθηκε την ίδια ή την επόμενη ημέρα διαφέρει κατά 5 % ή περισσότερο από την τιμή που πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, αντικαθιστά τη δεύτερη τιμή και αρχίζει να ισχύει την επόμενη Τετάρτη ως τιμή που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του άρθρου 35 του κώδικα. Αυτή η τιμή αντικατάστασης εξακολουθεί να ισχύει μέχρι το τέλος του τρέχοντα μήνα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα αντικατασταθεί βάσει της πρώτης φράσης της παρούσας παραγράφου. 3. Όταν σε κάποιο κράτος μέλος η τιμή συναλλάγματος δεν βεβαιωθεί κάποια Τετάρτη ή όταν βεβαιωθεί αλλά δεν δημοσιευθεί την ίδια ή την επόμενη ημέρα, τότε ως βεβαιωθείσα τιμή, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 στο εν λόγω κράτος μέλος, θεωρείται η πλέον πρόσφατα βεβαιωθείσα τιμή που δημοσιεύθηκε πριν από την εν λόγω Τετάρτη. Άρθρο 172 Όταν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους επιτρέπουν σε διασαφιστή να παράσχει ή να επαναλάβει ορισμένα στοιχεία της διασάφησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία με τη μορφή περιοδικής διασάφησης, η εν λόγω άδεια είναι δυνατό, μετά από αίτηση του διασαφιστή, να προβλέπει ότι επιλέγεται μια μοναδική τιμή για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους στοιχείων, που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εκφραζόμενα σε συγκεκριμένο νόμισμα. Σ' αυτή την περίπτωση επιλέγεται, μεταξύ των τιμών που βεβαιώνονται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, εκείνη που εφαρμόζεται την πρώτη ημέρα της περιόδου την οποία καλύπτει η διασάφηση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Απλουστευμένες διαδικασίες για ορισμένα αναλώσιμα εμπορεύματα Άρθρο 173 1. Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των προϊόντων που ορίζονται σύμφωνα με την κατάταξη που γίνεται στο παράρτημα 26, η Επιτροπή καθορίζει για κάθε δασμολογική κλάση μία κατά μονάδα αξία, η οποία εκφράζεται σε νομίσματα των κρατών μελών, ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους. Οι κατά μονάδα αξίες εφαρμόζονται για περιόδους 14 ημερών, από τις οποίες η κάθε μία αρχίζει Παρασκευή. 2. Οι κατά μονάδα αξίες καθορίζονται με βάση τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία παρέχουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή για κάθε δασμολογική κλάση: α) τη μέση κατά μονάδα τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» μη εκτελωνισθέντων εμπορευμάτων καθαρού βάρους 100 χιλιογράμμων, η οποία εκφράζεται στο νόμισμα του σχετικού κράτους μέλους και η οποία υπολογίζεται με βάση τις τιμές που διαπιστώθηκαν για τις παρτίδες των εμπορευμάτων που δεν υπέστησαν ζημία στα κέντρα εμπορίας, που ορίζονται στο παράρτημα 27, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, που αναφέρεται στο άρθρο 174 παράγραφος 1· β) τις ποσότητες που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία ανά πολιτικό έτος με είσπραξη των εισαγωγικών δασμών. 3. Η μέση κατά μονάδα τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» μη εκτελωνισθέντων εμπορευμάτων υπολογίζεται βάσει των πωλήσεων του ακατέργαστου προϊόντος, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ εισαγωγέων και χονδρεμπόρων. Ωστόσο, για τα ακατέργαστα προϊόντα, που βρίσκονται στα κέντρα εμπορίας του Λονδίνου, Μιλάνου και Rungis, μπορεί να γίνει αναφορά στο εμπορικό επίπεδο των πωλήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται συχνότερα στα κέντρα αυτά. Οι αριθμοί, οι οποίοι προκύπτουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να μειωθούν: - κατά ένα περιθώριο εμπορίας που ανέρχεται σε 15 % για τα κέντρα εμπορίας του Λονδίνου, Μιλάνου και Rungis και σε 8 % για τα άλλα κέντρα εμπορίας, - κατά τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης στο εσωτερικό του τελωνειακού εδάφους, - κατά ένα κατ’ αποκοπή ποσό, ύψους 5 Ecu, που αντιπροσωπεύει το σύνολο των άλλων εξόδων, που δεν πρέπει να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία. Το εν λόγω κατ’ αποκοπή ποσό μετατρέπεται στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους με βάση τους τελευταίους ισχύοντες συντελεστές, που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 του κώδικα, - κατά τους εισαγωγικούς δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις που δεν ενσωματώνονται στη δασμολογητέα αξία. 4. Όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης που πρέπει να αφαιρεθούν σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ποσά κατ’ αποκοπή. Τα ποσά αυτά, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού τους, γνωστοποιούνται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή. Άρθρο 174 1. Η περίοδος αναφοράς που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των μέσων κατά μονάδα τιμών που αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 2 στοιχείο α), αποτελείται από μια περίοδο 14 ημερών, η οποία λήγει την Πέμπτη που προηγείται της εβδομάδας κατά τη διάρκεια της οποίας καθορίζονται νέες κατά μονάδα τιμές. 2. Οι μέσες κατά μονάδα τιμές κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη το αργότερο τη Δευτέρα στις 12.00 της εβδομάδας κατά τη διάρκεια της οποίας καθορίζονται οι κατά μονάδα αξίες κατ' εφαρμογή του άρθρου 173. Αν η ημέρα αυτή είναι αργία, η κοινοποίηση πραγματοποιείται την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα. 3. Οι ποσότητες που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, για κάθε δασμολογική κλάση, κοινοποιούνται από όλα τα κράτη μέλη στην Επιτροπή πριν από τις 15 Ιουνίου του επομένου έτους. Άρθρο 175 1. Οι κατά μονάδα αξίες, που αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 1, καθορίζονται από την Επιτροπή κάθε δεύτερη Τρίτη σύμφωνα με το σταθμισμένο μέσο όρο των μέσων κατά μονάδα τιμών, που αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 2 στοιχείο α), σε σχέση με τις ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 173 παράγραφος 2 στοιχείο β). 2. Για τον καθορισμό αυτού του σταθμισμένου μέσου όρου, κάθε μέση κατά μονάδα τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 173 παράγραφος 2 στοιχείο α), μετατρέπεται σε Ecu με βάση την τελευταία επίσημη τιμή που ορίζεται από την Επιτροπή και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πριν από την εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας καθορίστηκαν οι κατά μονάδα αξίες. Οι ίδιες τιμές συναλλάγματος εφαρμόζονται κατά τη μετατροπή των κατά μονάδα αξιών, που προέκυψαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, στα νομίσματα των κρατών μελών. 3. Οι κατά μονάδα αξίες που δημοσιεύτηκαν τελευταία εξακολουθούν να εφαρμόζονται όσο δεν θα έχουν δημοσιευθεί νέες κατά μονάδα αξίες. Σε περίπτωση, όμως, ισχυρών διακυμάνσεων των τιμών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, που οφείλονται, παραδείγματος χάρη, σε διακοπή της συνέχειας των εισαγωγών ενός ορισμένου προϊόντος, μπορεί να καθοριστούν νέες κατά μονάδα τιμές βάσει των τιμών οι οποίες ισχύουν την στιγμή του καθορισμού των προαναφερθεισών κατά μονάδα αξιών. Άρθρο 176 1. Θεωρούνται ότι υπέστησαν ζημία οι παρτίδες, οι οποίες, κατά τη στιγμή κατά την οποία καθορίζεται η δασμολογητέα αξία, περιλαμβάνουν, σε ποσοστό 5 % τουλάχιστον, προϊόντα σε κατάσταση ακατάλληλη για την ανθρώπινη κατανάλωση ή η αξία τους έχει υποτιμηθεί κατά 20 % τουλάχιστον σε σχέση με το μέσο όρο των τιμών της αγοράς του υγιούς προϊόντος. 2. Οι παρτίδες που έχουν υποστεί ζημία είναι δυνατό να εκτιμηθούν: - είτε μετά από διαλογή, με εφαρμογή των κατά μονάδα αξιών στο υγιές τμήμα, ενώ το τμήμα που έχει υποστεί ζημία καταστρέφεται υπό τελωνειακή επιτήρηση, - είτε με εφαρμογή των κατά μονάδα αξιών που καθορίζονται για το υγιές προϊόν μετά από αφαίρεση του βάρους της εξεταζόμενης παρτίδας κατά ένα ποσοστό ίσο προς το ποσοστό της ζημίας, το οποίο διαπιστώνεται από ορκωτό εμπειρογνώμονα και γίνεται αποδεκτό από τις τελωνειακές αρχές, - είτε με εφαρμογή των κατά μονάδα αξιών, που έχουν καθοριστεί για το υγιές προϊόν, μειωμένες κατά ένα ποσοστό της ζημίας, το οποίο διαπιστώνεται από ορκωτό εμπειρογνώμονα και γίνεται αποδεκτό από τις τελωνειακές αρχές. Άρθρο 177 1. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δηλώνοντας το ίδιο ή μέσω άλλου τη δασμολογητέα αξία ενός ή περισσότερων προϊόντων που εισάγει, στο πλαίσιο των κατά μονάδα αξιών που καθορίζονται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, προσχωρεί στο σύστημα των απλουστευμένων διαδικασιών για το τρέχον πολιτικό έτος, όσον αφορά το ή τα υπό εξέταση προϊόντα. 2. Αν, στη συνέχεια, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προσφύγει σε μεθόδους άλλες από αυτές των απλουστευμένων διαδικασιών για την εκτίμηση ενός ή περισσότερων προϊόντων που εισάγει, οι τελωνειακές αρχές του οικείου κράτους μέλους εξουσιοδοτούνται να του κοινοποιήσουν ότι αποκλείεται από το δικαίωμα χρησιμοποίησης των απλουστευμένων διαδικασιών για το ή τα σχετικά προϊόντα μέχρι το τέλος του τρέχοντος πολιτικού έτους 7 αυτό το μέτρο αποκλεισμού μπορεί να επεκταθεί μέχρι το τέλος του επόμενου έτους. Το μέτρο αποκλεισμού, το οποίο κοινοποιείται από το κράτος μέλος, γνωστοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τις τελωνειακές αρχές των άλλων κρατών μελών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Δήλωση στοιχείων και παροχή των σχετικών εγγράφων Άρθρο 178 1. Όταν, για την εφαρμογή των άρθρων 28 έως 36 του κώδικα, είναι αναγκαίος ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας, μια δήλωση των σχετικών με τη δασμολογητέα αξία στοιχείων (δήλωση της αξίας) επισυνάπτεται στη διασάφηση που κατατίθεται για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Η δήλωση της αξίας συντάσσεται επί εντύπου D.V. 1, σύμφωνου με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα 31, που συνοδεύεται, ενδεχομένως, από ένα ή περισσότερα έντυπα D.V. 1 bis, τα οποία αντιστοιχούν στο υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα 29. 2. Ειδικότερα, ορίζεται ότι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 δήλωση της αξίας γίνεται από άτομο που έχει την κατοικία ή τον τόπο εργασίας του στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και έχει στη διάθεσή του όλα τα σχετικά στοιχεία. 3. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατό να παραιτηθούν από την απαίτηση προς σύνταξη της δήλωσης σε έντυπο, όπως αυτό που ορίζεται στην παράγραφο 1, όταν η δασμολογητέα αξία των εν λόγω εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 29 του κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση, το άτομο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 υποχρεούται να παρέχει - το ίδιο ή μέσω άλλου - στις τελωνειακές αρχές κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να απαιτείται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ' εφαρμογή άλλου άρθρου του εν λόγω κανονισμού 7 τέτοιες πληροφορίες παρέχονται υπό τη μορφή και τους όρους που ορίζουν οι τελωνειακές αρχές. 4. Η κατάθεση στο τελωνείο μιας δήλωσης όπως απαιτείται από την παράγραφο 1 ισοδυναμεί, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης εφαρμογής κατασταλτικών διατάξεων, με ανάληψη ευθύνης εκ μέρους του ατόμου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, όσον αφορά: - την ακρίβεια και την πληρότητα των στοιχείων της διασάφησης, - τη γνησιότητα των επισυναπτόμενων εγγράφων, που υποβάλλονται για την υποστήριξη αυτών των στοιχείων, και - την παροχή κάθε επιπλέον πληροφορίας ή εγγράφου απαραίτητου για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. 5. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στα εμπορεύματα των οποίων η δασμολογητέα αξία καθορίζεται σύμφωνα με το σύστημα των απλουστευμένων διαδικασιών, που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 έως 177. Άρθρο 179 1. Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία η δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 178 παράγραφος 1 είναι αναγκαία για την ορθή είσπραξη των εισαγωγικών δασμών, οι τελωνειακές αρχές παραιτούνται από την απαίτηση του συνόλου ή μέρους αυτής: α) όταν η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τις 5 000 Ecu ανά αποστολή, με την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται για τμηματικές ή πολλαπλές αποστολές από τον ίδιο αποστολέα στον ίδιο παραλήπτη, ή β) όταν πρόκειται για εισαγωγές, που στερούνται κάθε εμπορικού χαρακτήρα, ή γ) όταν η προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων δεν είναι αναγκαία για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή όταν οι δασμοί που προβλέπονται από το δασμολόγιο δεν καθίστανται απαιτητοί βάσει ειδικών τελωνειακών διατάξεων. 2. Το ποσό που εκφράζεται σε Ecu στην παράγραφο 1 στοιχείο α) μετατρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 18 του κώδικα. Οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να στρογγυλοποιούν προς τα πάνω ή προς τα κάτω το ποσό που λαμβάνεται μετά τη μετατροπή. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διατηρούν αμετάβλητη την αξία σε εθνικό νόμισμα του καθορισθέντος σε Ecu ποσού αν, κατά την ετήσια προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 18 του κώδικα, η μετατροπή του ποσού αυτού καταλήγει, πριν από τη στρογγυλοποίηση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, σε μεταβολή της αξίας σε εθνικό νόμισμα κατά ποσοστό μικρότερο από 5 % ή σε μείωση της αξίας αυτής. 3. Όταν πρόκειται για εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο συνεχούς ρεύματος εισαγωγών, που πραγματοποιούνται υπό τις αυτές εμπορικές συνθήκες, προέρχονται από τον ίδιο πωλητή και προορίζονται για τον ίδιο αγοραστή, τα κράτη μέλη μπορούν να παραιτηθούν από την απαίτηση παροχής του συνόλου των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 178 παράγραφος 1, ως δικαιολογητικά κάθε διασάφησης, αλλά πρέπει να απαιτούν αυτά σε κάθε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών και τουλάχιστον μια φορά κάθε τρία χρόνια. 4. Η απαλλαγή που παρέχεται βάσει του παρόντος άρθρου μπορεί να ανακληθεί και η προσκόμιση του D.V. 1 μπορεί να ζητηθεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποκαλύπτεται ότι δεν πληρούται πλέον κάποια αναγκαία προϋπόθεση, που θα δικαιολογούσε την εν λόγω παροχή της απαλλαγής. Άρθρο 180 Σε περίπτωση χρησιμοποίησης συστημάτων πληροφορικής ή όταν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα αποτελούν αντικείμενο γενικών, περιοδικών ή ανακεφαλαιωτικών διασαφήσεων, οι τελωνειακές αρχές εξουσιοδοτούνται να επιτρέπουν την προσκόμιση των στοιχείων, που απαιτούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας με διαφορετική μορφή. Άρθρο 181 1. Το άτομο που αναφέρεται στο άρθρο 178 παράγραφος 2 πρέπει να προσκομίζει στις τελωνειακές αρχές αντίτυπο του τιμολογίου, βάσει του οποίου δηλούται η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Όταν η δασμολογητέα αξία δηλούται εγγράφως, το αντίτυπο αυτό φυλάσσεται από τις τελωνειακές αρχές. 2. Όταν η δασμολογητέα αξία δηλούται εγγράφως και το τιμολόγιο που αφορά τα εισαγόμενα εμπορεύματα έχει εκδοθεί επ’ ονόματι ενός προσώπου εγκατεστημένου σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο δηλούται η δασμολογητέα αξία, ο δηλών πρέπει να προσκομίσει στις τελωνειακές αρχές δεύτερο αντίτυπο του τιμολογίου αυτού. Το ένα από τα αντίτυπα αυτά φυλάσσεται από τις τελωνειακές αρχές· το άλλο, το οποίο φέρει τη σφραγίδα των αρχών αυτών, καθώς και τον αριθμό καταχώρησης της διασάφησης στο εν λόγω τελωνείο, παραδίδεται στον δηλούντα για να το διαβιβάσει στο πρόσωπο, επ’ ονόματι του οποίου έχει εκδοθεί το τιμολόγιο. 3. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται όταν το πρόσωπο, επ' ονόματι του οποίου έχει εκδοθεί το τιμολόγιο, είναι εγκατεστημένο στο κράτος μέλος, στο οποίο δηλούται η δασμολογητέα αξία. ΤΙΤΛΟΣ VI ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Εξέταση των εμπορευμάτων και λήψη δειγμάτων από τον ενδιαφερόμενο Άρθρο 182 1. Η εξέταση των εμπορευμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 42 του κώδικα παραχωρείται μετά από προφορική αίτηση του προσώπου που είναι εξουσιοδοτημένο να δώσει στα εμπορεύματα τελωνειακό προορισμό, εκτός εάν οι τελωνειακές αρχές, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνουν αναγκαία την κατάθεση γραπτής αίτησης. Η λήψη δειγμάτων επιτρέπεται μόνο μετά από γραπτή αίτηση του ενδιαφερομένου. 2. Οι γραπτές αιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρέπει να κατατίθενται υπογεγραμμένες από τον ενδιαφερόμενο, στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Πρέπει να περιέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: - όνομα και διεύθυνση του αιτούντος, - τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα, - αριθμό της συνοπτικής διασάφησης, όταν αυτή έχει ήδη προσκομιστεί, εκτός από τις περιπτώσεις που το ίδιο το τελωνείο αναλαμβάνει να θέσει την εν λόγω ένδειξη ή την αναφορά στο προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς, ή ακόμη τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξακρίβωση της ταυτότητας του μεταφορικού μέσου όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα, - κάθε άλλο αναγκαίο για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων στοιχείο. Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν την άδεια με βάση την αίτηση που υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο. Όταν η εν λόγω αίτηση αναφέρεται σε λήψη δειγμάτων, οι εν λόγω αρχές υποδεικνύουν τις ποσότητες των εμπορευμάτων που θα ληφθούν ως δείγμα. 3. Η προηγούμενη εξέταση των εμπορευμάτων και η λήψη δειγμάτων πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών, οι οποίες καθορίζουν τη σχετική διαδικασία λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αποσυσκευασία, η ζύγιση, η ανασυσκευασία και κάθε άλλη ενέργεια επί των εμπορευμάτων πραγματοποιούνται με κίνδυνο και έξοδα του ενδιαφερομένου, ο οποίος επιβαρύνεται επίσης με τα πιθανά έξοδα ανάλυσης. 4. Τα λαμβανόμενα δείγματα πρέπει να γίνονται αντικείμενο των διατυπώσεων για τη λήψη τελωνειακού προορισμού. Όταν η εξέταση των δειγμάτων οδηγεί σε καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια αυτών, δεν θεωρείται ότι γεννάται οφειλή. Το άρθρο 182 παράγραφος 5 του κώδικα εφαρμόζεται στα απορρίμματα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Συνοπτική διασάφηση Άρθρο 183 1. Η συνοπτική διασάφηση πρέπει να υπογράφεται από το πρόσωπο που την καταθέτει. 2. Οι τελωνειακές αρχές θεωρούν και φυλάσσουν τη συνοπτική διασάφηση για να ελέγχουν αν τα εμπορεύματα, στα οποία αυτή αναφέρεται, θα λάβουν τελωνειακό προορισμό μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 49 του κώδικα. 3. Ως συνοπτική διασάφηση για εμπορεύματα που, πριν από την προσκόμισή τους στο τελωνείο, είχαν κυκλοφορήσει στο πλαίσιο διαδικασίας διαμετακόμισης, χρησιμεύει το αντίγραφο του παραστατικού διαμετακόμισης που προορίζεται για το τελωνείο προορισμού. 4. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν η συνοπτική διασάφηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις μεθόδους της πληροφορικής. Στην περίπτωση αυτή, οι κανόνες της παραγράφου 2 προσαρμόζονται ανάλογα. Άρθρο 184 1. Μέχρις ότου τα εμπορεύματα λάβουν τελωνειακό προορισμό, το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 183 παράγραφος 1 υποχρεούται να προσκομίζει στο σύνολό τους, οποτεδήποτε το ζητήσουν οι τελωνειακές αρχές, τα εμπορεύματα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συνοπτικής διασάφησης και δεν εκφορτώθηκαν από το μεταφορικό μέσο στο οποίο βρίσκονται. 2. Κάθε πρόσωπο το οποίο κατέχει διαδοχικά τα εμπορεύματα, μετά την εκφόρτωσή τους, για να προβεί στη μετακίνηση ή την αποθήκευσή τους, είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση της υποχρέωσης προσκόμισης των εμπορευμάτων στο σύνολό τους, οποτεδήποτε το ζητήσουν οι τελωνειακές αρχές. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Πρωσωρινή εναπόθεση Άρθρο 185 1. Όταν οι χώροι που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 του κώδικα έχουν εγκριθεί σε μόνιμη βάση για την τοποθέτηση εμπορευμάτων υπό προσωρινή εναπόθεση, οι χώροι αυτοί ονομάζονται «αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης». 2. Για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατό, όταν δεν διαχειρίζονται οι ίδιες την αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης, να απαιτούν: α) να κλειδώνονται οι αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης με δύο κλειδιά, από τα οποία το ένα να παραμένει στην τελωνειακή αρχή· β) το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται την αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης να τηρεί λογιστική αποθήκης που επιτρέπει την παρακολούθηση της κίνησης των εμπορευμάτων. Άρθρο 186 Η τοποθέτηση των εμπορευμάτων σε αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης πραγματοποιείται με βάση τη συνοπτική διασάφηση. Εντούτοις, οι τελωνειακές αρχές μπορεί να απαιτούν την κατάθεση ειδικής διασάφησης που συντάσσεται βάσει εντύπου σύμφωνου με το υπόδειγμα που αυτές καθορίζουν. Άρθρο 187 Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 του κώδικα και των διατάξεων που εφαρμόζονται στον τομέα πώλησης στο τελωνείο, υποχρεούται να δίνει συνέχεια στα μέτρα που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 53 παράγραφος 1 του κώδικα, και να επιβαρύνεται με τα σχετικά έξοδα, το πρόσωπο που υπέβαλε τη συνοπτική διασάφηση ή, εφόσον τέτοια δεν έχει ακόμη υποβληθεί, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 του κώδικα. Άρθρο 188 Όταν οι τελωνειακές αρχές πραγματοποιούν πωλήσεις εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 53 του κώδικα, αυτές εκτελούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν στα κράτη μέλη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται δια θαλάσσης ή αεροπορικώς Τμήμα 1 Γενική διάταξη Άρθρο 189 Όταν εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτες χώρες εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας δια θαλάσσης ή αεροπορικώς και μεταφέρονται βάσει ενιαίου τίτλου μεταφοράς δια της ιδίας οδού και χωρίς μεταφόρτωση, σε άλλο λιμένα ή αερολιμένα της Κοινότητας, προσκομίζονται στο τελωνείο κατά την έννοια του άρθρου 40 του κώδικα μόνο στο λιμένα ή στον αερολιμένα στον οποίο εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται. Τμήμα 2 Ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές κατά τη διακίνηση επιβατών Άρθρο 190 Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, νοούνται ως: α) κοινοτικός αερολιμένας: κάθε αερολιμένας που βρίσκεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· β) διεθνής κοινοτικός αερολιμένας: κάθε κοινοτικός αερολιμένας ο οποίος, μετά από άδεια που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές, μπορεί να χρησιμοποιείται για τις αεροπορικές συγκοινωνίες με τρίτες χώρες· γ) ενδοκοινοτική πτήση: η μετακίνηση αεροσκάφους μεταξύ δύο κοινοτικών αερολιμένων, χωρίς ενδιάμεση στάση, η οποία δεν άρχισε ή δεν τελειώνει σε μη κοινοτικό αερολιμένα· δ) κοινοτικός λιμένας: κάθε θαλάσσιος λιμένας που βρίσκεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· ε) ενδοκοινοτικό θαλάσσιο ταξίδι: η μετακίνηση, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό, μεταξύ δύο κοινοτικών λιμένων σκάφους που εξασφαλίζει τακτικά την ανταπόκριση μεταξύ δύο ή περισσότερων συγκεκριμένων κοινοτικών λιμένων· στ) σκάφη αναψυχής: τα ιδιωτικά σκάφη που χρησιμοποιούνται για ταξίδια με δρομολόγιο καθοριζόμενο κατά την επιθυμία των ατόμων που τα χρησιμοποιούν· ζ) αεροσκάφη για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς: τα ιδιωτικά αεροσκάφη που προορίζονται για ταξίδια με δρομολόγιο καθοριζόμενο κατά την επιθυμία των ατόμων που τα χρησιμοποιούν· η) αποσκευές: όλα τα αντικείμενα που μεταφέρονται, με οποιονδήποτε τρόπο, από κάποιο πρόσωπο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Άρθρο 191 Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος τμήματος, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές, οι αποσκευές θεωρούνται ως: - «παραδιδόμενες», όταν, αφού καταγραφούν στον αερολιμένα αναχώρησης, δεν είναι προσιτές στο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της πτήσης, ούτε, ενδεχομένως, κατά την ενδιάμεση στάση που αναφέρεται στο άρθρο 192 σημεία 1 και 2 και στο άρθρο 194 σημεία 1 και 2 του παρόντος κεφαλαίου, - «χειραποσκευές», όταν το πρόσωπο τις μεταφέρει μαζί του στο θάλαμο του αεροσκάφους. Άρθρο 192 Όλοι οι έλεγχοι και οι διατυπώσεις όσον αφορά: 1. τις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές των επιβατών αεροσκάφους που αναχώρησε από μη κοινοτικό αερολιμένα και πρόκειται να συνεχίσει, μετά από στάση σε κοινοτικό αερολιμένα, την πτήση του προς άλλον κοινοτικό αερολιμένα, γίνονται στον τελευταίο αυτόν αερολιμένα, εφόσον πρόκειται για διεθνή κοινοτικό αερολιμένα 7 σ' αυτή την περίπτωση, οι αποσκευές υπόκεινται στις ρυθμίσεις που ισχύουν για τις αποσκευές των προσώπων που προέρχονται από τρίτες χώρες, εφόσον το πρόσωπο δεν είναι σε θέση να αποδείξει, με ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές τρόπο, τον κοινοτικό χαρακτήρα των αγαθών που μεταφέρει· 2. τις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές των επιβατών αεροσκάφους που κάνει στάση σε κοινοτικό αερολιμένα προτού συνεχίσει την πτήση του με προορισμό μη κοινοτικό αερολιμένα, γίνονται στον αερολιμένα αναχώρησης, εφόσον πρόκειται για διεθνή κοινοτικό αερολιμένα 7 σ' αυτή την περίπτωση, ο έλεγχος των χειραποσκευών δύναται να πραγματοποιείται στον κοινοτικό αερολιμένα ενδιάμεσης στάσης για να διαπιστωθεί αν τα αγαθά που περιέχουν πληρούν τις προϋποθέσεις για την ελεύθερη κυκλοφορία τους στο εσωτερικό της Κοινότητας· 3. τις αποσκευές των προσώπων που χρησιμοποιούν θαλάσσια γραμμή που εξυπηρετείται από το ίδιο σκάφος και περιλαμβάνει διαδοχικά δρομολόγια που αρχίζουν, προσεγγίζουν ενδιαμέσως ή τελειώνουν σε μη κοινοτικό λιμένα, γίνονται στο λιμένα όπου οι αποσκευές, κατά περίπτωση, φορτώνονται ή εκφορτώνονται. Άρθρο 193 Όλοι οι έλεγχοι και οι διατυπώσεις, όσον αφορά τις αποσκευές των προσώπων που χρησιμοποιούν: 1. σκάφη αναψυχής, γίνονται, ανεξάρτητα από την προέλευση ή τον προορισμό αυτών των σκαφών, σε οιονδήποτε κοινοτικό λιμένα· 2. αεροσκάφη για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς, διενεργούνται: - όσον αφορά τις πτήσεις που προέρχονται από μη κοινοτικό αερολιμένα άφιξης, στον πρώτο αερολιμένα άφιξης, που πρέπει να είναι διεθνής κοινοτικός αερολιμένας εφόσον το αεροσκάφος πρόκειται να πραγματοποιήσει, μετά από ενδιάμεση στάση, πτήση με προορισμό άλλον κοινοτικό αερολιμένα, - όσον αφορά τις πτήσεις που προέρχονται από κοινοτικό αερολιμένα, στον τελευταίο διεθνή κοινοτικό αερολιμένα, εφόσον το αεροσκάφος πρόκειται να πραγματοποιήσει, μετά από ενδιάμεση σταση, πτήση με προορισμό μη κοινοτικό αερολιμένα. Άρθρο 194 1. Στην περίπτωση αποσκευών οι οποίες φθάνουν σε κοινοτικό αερολιμένα με αεροσκάφος που προέρχεται από μη κοινοτικό αερολιμένα και οι οποίες μεταφορτώνονται, στον εν λόγω κοινοτικό αερολιμένα, σε άλλο αεροσκάφος που εκτελεί ενδοκοινοτική πτήση: - όλοι οι έλεγχοι και οι διατυπώσεις που αφορούν παραδιδόμενες αποσκευές διενεργούνται στον αερολιμένα άφιξης της ενδοκοινοτικής πτήσης, εφόσον πρόκειται για διεθνή κοινοτικό αερολιμένα, - όλοι οι έλεγχοι των χειραποσκευών πραγματοποιούνται στον πρώτο διεθνή κοινοτικό αερολιμένα· συμπληρωματικός έλεγχος των αποσκευών αυτών μπορεί να πραγματοποιηθεί στον αερολιμένα άφιξης της ενδοκοινοτικής πτήσης μόνο κατ' εξαίρεση, όταν ένας τέτοιος συμπληρωματικός έλεγχος αποδεικνύεται απαραίτητος μετά τον έλεγχο των παραδιδόμενων αποσκευών, - έλεγχος των παραδιδόμενων αποσκευών μπορεί να διενεργηθεί στον πρώτο κοινοτικό αερολιμένα μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν ένας τέτοιος συμπληρωματικός έλεγχος αποδεικνύεται απαραίτητος μετά τον έλεγχο των χειραποσκευών. 2. Στην περίπτωση αποσκευών οι οποίες φορτώνονται σε κοινοτικό αερολιμένα επί αεροσκάφους που εκτελεί ενδοκοινοτική πτήση με σκοπό τη μεταφόρτωσή τους, σε άλλο κοινοτικό αερολιμένα, επί αεροσκάφους με προορισμό μη κοινοτικό αερολιμένα: - όλοι οι έλεγχοι και οι διατυπώσεις που αφορούν παραδιδόμενες αποσκευές διενεργούνται στον αερολιμένα αναχώρησης της ενδοκοινοτικής πτήσης, εφόσον πρόκειται για διεθνή κοινοτικό αερολιμένα, - όλοι οι έλεγχοι των χειραποσκευών πραγματοποιούνται στον τελευταίο διεθνή κοινοτικό αερολιμένα 7 προηγούμενος έλεγχος των αποσκευών αυτών μπορεί να πραγματοποιηθεί στον αερολιμένα αναχώρησης της ενδοκοινοτικής πτήσης μόνο κατ' εξαίρεση, όταν ένας τέτοιος έλεγχος αποδεικνύεται απαραίτητος μετά τον έλεγχο των παραδιδόμενων αποσκευών, - έλεγχος των παραδιδόμενων αποσκευών μπορεί να διενεργηθεί στον τελευταίο κοινοτικό αερολιμένα μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν ένας τέτοιος συμπληρωματικός έλεγχος αποδεικνύεται απαραίτητος μετά τον έλεγχο των χειραποσκευών. 3. Όλοι οι έλεγχοι και όλες οι διατυπώσεις που διενεργούνται στις αποσκευές που φθάνουν σε κοινοτικό αερολιμένα με αεροσκάφος της γραμμής ή charter προερχόμενο από μη κοινοτικό αερολιμένα και μεταφορτώνονται, στον εν λόγω κοινοτικό αερολιμένα, σε αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοκοινοτική πτήση για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς, διενεργούνται στον αερολιμένα άφιξης του αεροσκάφους της γραμμής ή charter. 4. Όλοι οι έλεγχοι και όλες οι διατυπώσεις που διενεργούνται στις αποσκευές που φορτώνονται σε κοινοτικό αερολιμένα σε αεροσκάφος που πραγματοποιεί ενδοικοινοτική πτήση για τουριστικούς ή επιχειρηματικούς σκοπούς και οι οποίες πρόκειται να μεταφορτωθούν, σε άλλο κοινοτικό αερολιμένα, σε αεροσκάφος της γραμμής ή charter με προορισμό μη κοινοτικό αερολιμένα, διενεργούνται στον αερολιμένα αναχώρησης του αεροσκάφους της γραμμής ή charter. 5. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν στο διεθνή κοινοτικό αερολιμένα στον οποίο πραγματοποιείται η μεταφόρτωση των παραδιδόμενων αποσκευών, στον έλεγχο των αποσκευών: - που προέρχονται από μη κοινοτικό αερολιμένα και μεταφορτώνονται, σε διεθνή κοινοτικό αερολιμένα, επί αεροσκάφους με προορισμό διεθνή αερολιμένα που βρίσκεται στο ίδιο εθνικό έδαφος, - που φορτώνονται επί αεροσκάφους, σε διεθνή αερολιμένα, με σκοπό να μεταφορτωθούν, σε άλλο διεθνή αερολιμένα που βρίσκεται στο ίδιο εθνικό έδαφος, επί αεροσκάφους με προορισμό μη κοινοτικό αερολιμένα. Άρθρο 195 Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι: - κατά την άφιξη των προσώπων, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία μεταφορά αγαθών πριν από τον έλεγχο των χειραποσκευών που δεν αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου [8], [8] ΕΕ αριθ. L 374 της 31. 12. 1991, σ. 4. - κατά την αναχώρηση των προσώπων, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία μεταφορά αγαθών μετά τον έλεγχο των χειραποσκευών που δεν αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου, - κατά την άφιξη των προσώπων, εφαρμόζονται μέτρα ώστε να εμποδίζεται κάθε μεταφορά αγαθών πριν από τον έλεγχο των παραδιδόμενων αποσκευών που δεν αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου, - κατά την αναχώρηση των προσώπων, εφαρμόζονται μέτρα ώστε να εμποδίζεται κάθε μεταφορά αγαθών μετά τον έλεγχο των παραδιδόμενων αποσκευών που δεν αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου. Άρθρο 196 Οι παραδιδόμενες αποσκευές που έχουν καταγραφεί σε κοινοτικό αερολιμένα αναγνωρίζονται από ετικέτα που τίθεται στον εν λόγω αερολιμένα. Το υπόδειγμα της ετικέτας αυτής, καθώς και τα τεχνικά χαρακτηριστικά της, παρατίθενται στο παράρτημα 30. Άρθρο 197 Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον κατάλογο των αερολιμένων που ανταποκρίνονται στον ορισμό του «διεθνούς κοινοτικού αερολιμένα» που προβλέπεται στο άρθρο 190 στοιχείο β). Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο αυτό στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. ΤΙΤΛΟΣ VII ΔΙΑΣΑΦΗΣΗ - ΣΥΝΗΘΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γραπτή διασάφηση Τμήμα 1 Γενικές διατάξεις Άρθρο 198 1. Όταν η διασάφηση περιλαμβάνει περισσότερα του ενός είδη, τα στοιχεία που αφορούν κάθε είδος θεωρούνται ότι αποτελούν ξεχωριστή διασάφηση. 2. Θεωρούνται ότι συνιστούν ένα μόνο εμπόρευμα τα συστατικά στοιχεία βιομηχανικών συνόλων που αποτελούν αντικείμενο ενιαίου κωδικού της συνδυασμένης ονοματολογίας. Άρθρο 199 Με την επιφύλαξη της ενδεχόμενης εφαρμογής κατασταλτικών διατάξεων, η κατάθεση σε τελωνείο διασάφησης, την οποία έχει υπογράψει ο διασαφιστής ή ο αντιπρόσωπός του, ισοδυναμεί με δέσμευση σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν όσον αφορά: - την ακρίβεια των στοιχείων της διασάφησης, - τη γνησιότητα των επισυναπτόμενων εγγράφων, - την τήρηση κάθε υποχρέωσης, όσον αφορά την υπαγωγή των εκάστοτε εμπορευμάτων στο σχετικό καθεστώς. Άρθρο 200 Τα δικαιολογητικά που προσκομίζονται προς υποστήριξη της διασάφησης πρέπει να φυλάσσονται από τις τελωνειακές αρχές, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το διασαφιστή για άλλες πράξεις. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν όλα τα μέτρα, ώστε τα εν λόγω δικαιολογητικά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα μόνο για την ποσότητα ή την αξία για την οποία εξακολουθούν να ισχύουν. Άρθρο 201 1. Η διασάφηση πρέπει να κατατίθεται στο τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα. Η κατάθεση μπορεί να γίνει μόλις πραγματοποιηθεί η εν λόγω προσκόμιση. 2. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν την κατάθεση της διασάφησης πριν ο διασαφιστής είναι σε θέση να προσκομίσει τα εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να καθορίζουν προθεσμία, που προσδιορίζεται ανάλογα με τις περιστάσεις, για την προσκόμιση αυτή. Όταν η προθεσμία αυτή εκπνεύσει, θεωρείται ότι η διασάφηση δεν κατατέθηκε. 3. Όταν διασάφηση κατατέθηκε πριν από την άφιξη των εμπορευμάτων, στα οποία αυτή αναφέρεται, στο τελωνείο ή σε άλλο τόπο που ορίζεται από τις τελωνειακές αρχές, μπορεί να γίνει δεκτή μόνο μετά την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο. Άρθρο 202 1. Η κατάθεση της διασάφησης στο αρμόδιο τελωνείο πρέπει να διενεργείται κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες του τελωνείου αυτού. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν, μετά από αίτηση και με δαπάνες του διασαφιστή, την κατάθεση της διασάφησης και πέραν των εργάσιμων ημερών και ωρών. 2. Εξομοιούται με κατάθεση διασάφησης στο τελωνείο η παράδοση της διασάφησης αυτής στους υπαλλήλους του εν λόγω τελωνείου σε άλλο χώρο που έχει οριστεί για το σκοπό αυτό, στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών και του ενδιαφερομένου. Άρθρο 203 Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης πρέπει να αναγράφεται σ’ αυτή. Άρθρο 204 Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να δέχονται ή να απαιτούν οι διορθώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 65 του κώδικα να πραγματοποιούνται με την κατάθεση νέας διασάφησης προοριζόμενης να αντικαταστήσει την αρχική διασάφηση. Στην περίπτωση αυτή, ως ημερομηνία για τον προσδιορισμό των δασμών, που ενδεχομένως απαιτούνται, και για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς, λογίζεται η ημερομηνία αποδοχής της αρχικής διασάφησης. Τμήμα 2 Έντυπα που πρέπει να χρησιμοποιούνται Άρθρο 205 1. Το επίσημο υπόδειγμα για την κατάρτιση γραπτής διασάφησης για την υπαγωγή, στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή την επανεξαγωγή τους σύμφωνα με το άρθρο 182 παράγραφος 3 του κώδικα, είναι το ενιαίο διοικητικό έγγραφο. 2. Για το σκοπό αυτό, είναι επίσης δυνατό να χρησιμοποιηθούν άλλα έντυπα, εφόσον προβλέπεται από τις διατάξεις του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος: 3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν: - την απαλλαγή από την υποχρέωση κατάθεσης γραπτής διασάφησης που προβλέπεται στα άρθρα 225 έως 236 για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, την εξαγωγή ή την προσωρινή εισαγωγή, - τη δυνατότητα των κρατών μελών να μην απαιτούν τη χρήση του εντύπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, σε περίπτωση εφαρμογής των ειδικών διατάξεων, που προβλέπονται στα άρθρα 237 και 238, για τις ταχυδρομικές αποστολές επιστολών και δεμάτων, - τη χρησιμοποίηση ειδικών εντύπων για τη διευκόλυνση της διασάφησης σε ειδικές περιπτώσεις, εφόσον το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές, - τη δυνατότητα των κρατών μελών να μην απαιτούν τη χρήση του εγγράφου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 σε περίπτωση συμφωνιών ή ρυθμίσεων που έχουν συναφθεί ή πρόκειται να συναφθούν μεταξύ των υπηρεσιών δύο ή περισσότερων κρατών μελών και αποβλέπουν σε μεγαλύτερη απλούστευση των διατυπώσεων για το σύνολο ή μέρος των μεταξύ τους συναλλαγών, - τη δυνατότητα που παρέχεται στους ενδιαφερόμενους να χρησιμοποιούν πίνακες φόρτωσης για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων της κοινοτικής διαμετακόμισης, προκειμένου περί αποστολών που περιλαμβάνουν πολλά είδη εμπορευμάτων, - την έκδοση μέσω δημόσιων ή ιδιωτικών συστημάτων πληροφορικής και υπό τους όρους που καθορίζονται από τα κράτη μέλη, ενδεχομένως σε λευκό χαρτί, διασαφήσεων εξαγωγής, διαμετακόμισης ή εισαγωγής καθώς και εγγράφων που προορίζονται για τη βεβαίωση του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, που δεν κυκλοφορούν στο πλαίσιο του καθεστώτος εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, - τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, σε περίπτωση χρησιμοποίησης μηχανογραφικού συστήματος επεξεργασίας των διασαφήσεων, να προβλέπουν ότι η διασάφηση, κατά την έννοια της παραγράφου 1, συνίσταται στο ενιαίο έγγραφο, που εκδίδεται μέσω του εν λόγω συστήματος. 4. Όταν, για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων, χρησιμοποιούνται συστήματα πληροφορικής, δημόσια ή ιδιωτικά, μέσω των οποίων πραγματοποιείται επίσης η έκδοση των διασαφήσεων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να προβλέπουν ότι: - η χειρόγραφη υπογραφή αντικαθίσταται από άλλη τεχνική εξακρίβωσης της ταυτότητας, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συνίσταται στη χρησιμοποίηση κωδικών και έχει τις ίδιες νομικές συνέπειες με τη χειρόγραφη υπογραφή. Η διευκόλυνση αυτή παρέχεται μόνον όταν πληρούνται οι τεχνικές και διοικητικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τις αρμόδιες αρχές, - οι διασαφήσεις που εκδίδονται κατ' αυτόν τον τρόπο επικυρώνονται αμέσως από τα συστήματα αντί να τίθεται με το χέρι ή με μηχανικό μέσο η σφραγίδα του τελωνείου και η υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου. 5. Όταν στην κοινοτική νομοθεσία γίνεται αναφορά σε διασάφηση εξαγωγής, επανεξαγωγής, εισαγωγής ή υπαγωγής σε οποιοδήποτε άλλο τελωνειακό καθεστώς, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαιτούν διοικητικά έγγραφα άλλα από εκείνα τα οποία: - θεσπίζονται ρητά από κοινοτικές πράξεις ή προβλέπονται από τέτοιες πράξεις, - απαιτούνται βάσει διεθνών συμβάσεων που συμβιβάζονται με την συνθήκη, - απαιτούνται από τους επιχειρηματίες προκειμένου αυτοί να επιτύχουν, μετά από σχετική αίτηση, πλεονέκτημα ή ειδική διευκόλυνση, - απαιτούνται, στο πλαίσιο των διατάξεων της συνθήκης, για την εφαρμογή ειδικών ρυθμίσεων η εφαρμογή των οποίων δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χρήση του εγγράφου που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Άρθρο 206 Εφόσον χρειάζεται, χρησιμοποιείται επίσης το έντυπο του ενιαίου διοικητικού εγγράφου κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπεται στην πράξη προσχώρησης, κατά το εμπόριο, μεταξύ της Κοινότητας με τη σύνθεση που αυτή είχε στις 31 Δεκεμβρίου 1985 και της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, καθώς και μεταξύ αυτών των δύο κρατών μελών, προϊόντων που δεν υπόκεινται ακόμη σε πλήρη κατάργηση των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος ή εξακολουθούν να υποβάλλονται σε άλλα μέτρα που προβλέπονται από την πράξη προσχώρησης. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, καταστρέφεται το αντίτυπο 2 ή, κατά περίπτωση, το αντίτυπο 7 των εντύπων που χρησιμοποιούνται κατά τις συναλλαγές με την Ισπανία και την Πορτογαλία ή μεταξύ των δύο αυτών κρατών μελών. Χρησιμοποιείται επίσης για κοινοτικά εμπορεύματα στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ των μερών του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου [9] και σε μέρη του εν λόγω εδάφους στα οποία οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται, ή στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ μερών του εδάφους αυτού στα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές. [9] ΕΕ αριθ. L 145 της 13. 6. 1977, σ. 1. Άρθρο 207 Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 205 παράγραφος 3, οι τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων εξαγωγής ή εισαγωγής, έχουν τη δυνατότητα να μην απαιτούν, γενικώς, την προσκόμιση ορισμένων αντιτύπων του ενιαίου εγγράφου που προορίζονται για τις αρχές αυτού του κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία βρίσκονται σε άλλα μέσα εγγραφής. Άρθρο 208 1. Το ενιαίο διοικητικό έγγραφο πρέπει να προσκομίζεται σε δεσμίδες που περιλαμβάνουν τον αριθμό αντιτύπων που προβλέπεται για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που αφορούν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο πρέπει να υπαχθεί το εμπόρευμα. 2. Όταν του καθεστώτος κοινοτικής ή κοινής διαμετακόμισης προηγείται ή έπεται κάποιο άλλο τελωνειακό καθεστώς, μπορεί να προσκομίζεται δεσμίδα, που περιλαμβάνει τον αριθμό αντιτύπων που προβλέπεται για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που αφορούν το καθεστώς διαμετακόμισης και το προηγούμενο ή επόμενο τελωνειακό καθεστώς. 3. Οι δεσμίδες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 προέρχονται: - είτε από ένα σύνολο οκτώ αντιτύπων, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 31, - είτε, σε περίπτωση ιδίως χρησιμοποίησης μηχανογραφικού συστήματος επεξεργασίας των διασαφήσεων, από δύο συνεχόμενα σύνολα τεσσάρων αντιτύπων, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 32. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 205 παράγραφος 3 και των άρθρων 222 έως 224 και 254 έως 289, τα έντυπα των διασαφήσεων είναι δυνατό να συμπληρώνονται, ενδεχομένως, με ένα ή περισσότερα συμπληρωματικά έντυπα, που προσκομίζονται σε δεσμίδες, οι οποίες περιλαμβάνουν τα αντίτυπα διασάφησης που προβλέπονται για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που αφορούν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο πρέπει να υπαχθούν τα εμπορεύματα, στα οποία είναι δυνατό να επισυνάπτονται, ενδεχομένως, τα αντίτυπα που προβλέπονται για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που αφορούν τα προηγούμενα ή επόμενα τελωνειακά καθεστώτα. Οι δεσμίδες αυτές προέρχονται: - είτε από ένα σύνολο οκτώ αντιτύπων, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 33, - είτε από δύο σύνολα τεσσάρων αντιτύπων, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 34. Τα συμπληρωματικά έντυπα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ενιαίου διοικητικού εγγράφου στο οποίο αναφέρονται. 5. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά έγγραφα σε περίπτωση που χρησιμοποιείται μηχανογραφικό σύστημα επεξεργασίας των διασαφήσεων, μέσω του οποίου πραγματοποιείται και η έκδοση αυτών των τελευταίων. Άρθρο 209 1. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 208 παράγραφος 2, κάθε ενδιαφερόμενος δεσμεύεται μόνο για τα στοιχεία που αναφέρονται στο καθεστώς που ζήτησε ως διασαφιστής, κύριος υπόχρεος ή αντιπρόσωπος του ενός εξ αυτών. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, όταν ο διασαφιστής χρησιμοποιεί ενιαίο έγγραφο, το οποίο εκδόθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου τελωνειακού καθεστώτος, είναι υποχρεωμένος να επαληθεύει, πριν από την κατάθεση της διασάφησης, την ακρίβεια των στοιχείων που περιλαμβάνονται στις θέσεις που τον αφορούν και τη δυνατότητα εφαρμογής τους στα σχετικά εμπορεύματα και το αιτούμενο καθεστώς, καθώς και να συμπληρώνει τις εν λόγω θέσεις, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, οποιαδήποτε διαφορά παρατηρηθεί από το διασαφιστή μεταξύ των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και των υπαρχόντων στοιχείων πρέπει να ανακοινώνεται αμέσως από αυτόν στο τελωνείο στο οποίο κατατίθεται η διασάφηση. Στην περίπτωση αυτή, ο διασαφιστής θα πρέπει να συντάσσει τη διασάφησή του σε νέα αντίτυπα του εντύπου του ενιαίου εγγράφου. Άρθρο 210 Όταν το ενιαίο διοικητικό έγγραφο χρησιμοποιείται για να καλύψει πολλά διαδοχικά τελωνειακά καθεστώτα, οι τελωνειακές αρχές βεβαιώνονται ότι συμφωνούν τα διαδοχικά στοιχεία που αναφέρονται στις σχετικές με τα εν λόγω διαφορετικά καθεστώτα διασαφήσεις. Άρθρο 211 Η διασάφηση πρέπει να συντάσσεται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, που γίνεται αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεκπεραιώθηκαν οι διατυπώσεις. Σε περίπτωση ανάγκης, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού μπορεί να ζητήσουν από το διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπό του σ’ αυτό το κράτος μέλος τη μετάφραση της διασάφησης στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του εν λόγω κράτους μέλους. Η μετάφραση αυτή αντικαθιστά τα αντίστοιχα στοιχεία της εν λόγω διασάφησης. Κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου, η διασάφηση πρέπει να συντάσσεται στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους προορισμού σε όλες τις περιπτώσεις όπου η διασάφηση, στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος, γίνεται με αντίτυπα διασάφησης διαφορετικά από αυτά που υποβλήθηκαν αρχικά στο τελωνείο του κράτους μέλους αναχώρησης. Άρθρο 212 1. Το ενιαίο διοικητικό έγγραφο πρέπει να συντάσσεται σύμφωνα με τις οδηγίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 37 και, ενδεχομένως, αφού ληφθούν υπόψη τα συμπληρωματικά στοιχεία που προβλέπονται στο πλαίσιο άλλων κοινοτικών ρυθμίσεων. 2. Οι τελωνειακές αρχές εξασφαλίζουν στους χρήστες την ευχερή προμήθεια των οδηγιών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 3. Οι τελωνειακές υπηρεσίες κάθε κράτους μέλους συμπληρώνουν τις οδηγίες αυτές, εφόσον χρειάζεται. Άρθρο 213 Οι κωδικοί που χρησιμοποιούνται για τη συμπλήρωση του εντύπου που αναφέρεται στο άρθρο 205 παράγραφος 1 περιλαμβάνονται στο παράρτημα 38. Άρθρο 214 Στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, είναι απαραίτητο να εκδίδονται συμπληρωματικά αντίγραφα του εντύπου που αναφέρεται στο άρθρο 205 παράγραφος 1, ο διασαφιστής μπορεί να χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό, και εφόσον χρειάζεται, συμπληρωματικά αντίτυπα ή φωτοαντίγραφα του εν λόγω εντύπου. Τα συμπληρωματικά αυτά αντίτυπα ή τα φωτοαντίγραφα πρέπει να υπογράφονται από το διασαφιστή, να προσκομίζονται στις τελωνειακές αρχές και να θεωρούνται από αυτές υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν και για το ενιαίο έγγραφο. Γίνονται αποδεκτά από τις τελωνειακές αρχές με τον ίδιο τρόπο που ισχύει για τα πρωτότυπα, εφόσον η ποιότητα και η ευχέρεια ανάγνωσης αυτών κρίνονται ικανοποιητικές από τις εν λόγω αρχές. Άρθρο 215 1. Το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 205 παράγραφος 1 τυπώνεται σε χαρτί γραφής με κόλλα, το οποίο αντιγράφεται αυτόματα και το οποίο έχει βάρος τουλάχιστον 40 gr/m2. Το χαρτί αυτό πρέπει να είναι επαρκώς αδιαφανές, ώστε τα στοιχεία που αναγράφονται σε μία από τις δύο πλευρές να μην θίγουν την ευχέρεια ανάγνωσης των ενδείξεων που αναγράφονται στην άλλη πλευρά και η ανθεκτικότητά του πρέπει να του επιτρέπει, με κανονική χρήση, να μη σκίζεται ούτε να ζαρώνει. Το χαρτί αυτό είναι χρώματος λευκού για όλα τα αντίτυπα. Ωστόσο, τα αντίτυπα που αφορούν την κοινοτική διαμετακόμιση (1, 4, 5 και 7), οι θέσεις 1 (όσον αφορά την πρώτη και την τρίτη υποδιαίρεση), 2, 3, 4, 5, 6, 8, 15, 17, 18, 19, 21, 25, 27, 31, 32, 33 (όσον αφορά την πρώτη υποδιαίρεση αριστερά), 35, 38, 40, 44, 50, 51, 52, 53, 55 και 56 έχουν πράσινο φόντο. Η εκτύπωση των εντύπων γίνεται με πράσινο χρώμα. 2. Οι διαστάσεις των θέσεων είναι, οριζοντίως, ένα δέκατο του δακτύλου και καθέτως ένα έκτο του δακτύλου. Οι διαστάσεις των υποδιαιρέσεων των θέσεων είναι, οριζοντίως, ένα δέκατο του δακτύλου. 3. Πραγματοποιείται διάκριση των διαφόρων αντιτύπων των εντύπων με χρώματα κατά τον ακόλουθο τρόπο: α) στα έντυπα που είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 31 και 33: - τα αντίτυπα 1, 2, 3 και 5 φέρουν στο δεξί άκρο ένα συνεχές περιθώριο χρώματος κόκκινου, πράσινου, κίτρινου και μπλε αντίστοιχα, - τα αντίτυπα 4, 6, 7 και 8 φέρουν στο δεξί άκρο ένα διακεκομμένο περιθώριο χρώματος μπλε, κόκκινου, πράσινου και κίτρινου αντίστοιχα· β) στα έντυπα που είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 32 και 34: τα αντίτυπα 1/6, 2/7, 3/8 και 4/5 φέρουν στο δεξί άκρο συνεχές περιθώριο και, δεξιά αυτού, διακεκομμένο περιθώριο χρώματος κόκκινου, πράσινου, κίτρινου και μπλε αντίστοιχα. Το πλάτος των περιθωρίων αυτών ανέρχεται σε 3 χιλιοστά περίπου. Το διακεκομμένο περιθώριο αποτελείται από διαδοχικά τετραγωνίδια με πλευρά πλάτους 3 χιλιοστών, τα οποία απέχουν μεταξύ τους κατά 3 χιλιοστά. 4. Το παράρτημα 35 περιλαμβάνει τα αντίτυπα, επί των οποίων πρέπει να αναγράφονται, με τη μέθοδο αυτόματης αντιγραφής, τα στοιχεία που περιέχονται στα έντυπα που αναφέρονται στα παραρτήματα 31 και 33. Το παράρτημα 36 αναφέρει τα αντίτυπα, επί των οποίων πρέπει να αναγράφονται, με τη μέθοδο αυτόματης αντιγραφής, τα στοιχεία που περιέχονται στα έντυπα που αναφέρονται στα παραρτήματα 34 και 36. 5. Οι διαστάσεις των εντύπων είναι 210 Χ 297 χιλιοστά, με μέγιστη ανοχή 5 χιλιοστών λιγότερο και 8 χιλιοστών περισσότερο, όσον αφορά το μήκος. 6. Οι τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν να απαιτήσουν να αναγράφεται στα έντυπα το όνομα και η διεύθυνση του τυπογράφου ή να υπάρχει σήμα που θα καθιστά δυνατή την αναγνώριση της ταυτότητάς του. Μπορούν, επιπλέον, να υποβάλλουν την εκτύπωση των εντύπων σε προηγούμενη τεχνική έγκριση. Τμήμα 3 Απαιτούμενα στοιχεία, ανάλογα με το προβλεπόμενο τελωνειακό καθεστώς Άρθρο 216 1. Ο μέγιστος αριθμός θέσεων που είναι δυνατό να συμπληρώνονται για διασάφηση υπαγωγής σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς σε περίπτωση χρησιμοποίησης του ενιαίου διοικητικού εγγράφου περιλαμβάνεται σε κατάσταση στο παράρτημα 37. 2. Στο παράρτημα 37 περιλαμβάνεται επίσης κατάσταση του μέγιστου αριθμού των θέσεων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για διασάφηση υπαγωγής σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Άρθρο 217 Τα στοιχεία που απαιτούνται σε περίπτωση χρησιμοποίησης ενός από τα έντυπα που αναφέρονται στο άρθρο 205 παράγραφος 2, προκύπτουν από το ίδιο το εν λόγω έντυπο και συμπληρώνονται, ενδεχομένως, από τις διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς. Τμήμα 4 Έγγραφα που επισυνάπτονται στη διασάφηση Άρθρο 218 1. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι: α) το τιμολόγιο βάσει του οποίου δηλώθηκε η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, όπως αυτό πρέπει να υποβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 181· β) εφόσον απαιτείται, δυνάμει του άρθρου 178, η δήλωση των στοιχείων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των διασαφισθέντων εμπορευμάτων, η οποία υπολογίζεται υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο· γ) τα έγγραφα που απαιτούνται για την εφαρμογή προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος ή κάθε άλλου μέτρου παρέκκλισης από το καθεστώς του κοινού δικαίου που εφαρμόζεται στα διασαφισθέντα εμπορεύματα· δ) κάθε άλλο έγγραφο που απαιτείται για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των διασαφισθέντων εμπορευμάτων. 2. Εφόσον το θεωρούν αναγκαίο, οι τελωνειακές αρχές μπορεί να ζητήσουν, κατά την υποβολή της διασάφησης, την κατάθεση των εγγράφων μεταφοράς ή, κατά περίπτωση, των εγγράφων που αναφέρονται στο προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς. Μπορεί επίσης να ζητήσουν, εφόσον το ίδιο εμπόρευμα προσκομίζεται σε περισσότερα του ενός δέματα, την κατάθεση καταλόγου δεμάτων ή ισοδύναμου εγγράφου, που να αναφέρει το περιεχόμενο κάθε δέματος. 3. Εντούτοις, εφόσον πρόκειται για εμπόρευμα που εισάγεται με το ευνοϊκό καθεστώς δασμολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 81 του κώδικα, είναι δυνατόν να μην απαιτούνται τα έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 1. Εξάλλου, εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που εισάγονται με απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, είναι δυνατόν να μην απαιτούνται τα έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, εκτός εάν οι τελωνειακές αρχές τα θεωρούν απαραίτητα για να επιτρέψουν την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Άρθρο 219 1. Η δήλωση διαμετακόμισης συνοδεύεται από το έγγραφο μεταφοράς. Το τελωνείο αναχώρησης έχει την ευχέρεια να παρέχει απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης του εν λόγω εγγράφου κατά τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων. Εντούτοις, το έγγραφο μεταφοράς πρέπει να προσκομίζεται, κάθε φορά που ζητείται από την τελωνειακή υπηρεσία ή κάθε άλλη εξουσιοδοτημένη αρχή, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. 2. Με την επιφύλαξη των μέτρων απλούστευσης, που ενδεχομένως εφαρμόζονται, το παραστατικό εξαγωγής/αποστολής ή επανεξαγωγής των εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας ή κάθε έγγραφο ισοδύναμου αποτελέσματος, πρέπει να υποβάλλεται στο τελωνείο αναχώρησης μαζί με τη δήλωση διαμετακόμισης στην οποία αναφέρεται. 3. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν, κατά περίπτωση, την κατάθεση του σχετικού με το προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς εγγράφου. Άρθρο 220 1. Τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται στη διασάφηση υπαγωγής σε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς, εκτός από το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, είναι: α) τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 218, με εξαίρεση την περίπτωση υπαγωγής στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκη άλλη από αποθήκη τύπου Δ· β) η άδεια υπαγωγής στο εν λόγω τελωνειακό καθεστώς ή αντίγραφο της αίτησης σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 556 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, εκτός από τις περιπτώσεις υπαγωγής στο καθεστώς της τελωνειακής αποταμίευσης ή της εφαρμογής του άρθρου 568 παράγραφος 3, του άρθρου 656 παράγραφος 3 ή του άρθρου 695 παράγραφος 3. 2. Τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται στη διασάφηση υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή είναι: α) τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 221· β) η άδεια υπαγωγής στο καθεστώς ή αντίγραφο της αίτησης σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 751 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, εκτός από την περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 760 παράγραφος 2. 3. Το άρθρο 218 παράγραφος 2 εφαρμόζεται στις διασαφήσεις υπαγωγής σε κάθε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς. 4. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατό να επιτρέπουν, τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) και στην παράγραφο 2 στοιχείο β), να τίθενται απλώς στη διάθεσή τους, αντί να επισυνάπτονται στη διασάφηση. Άρθρο 221 1. Στη διασάφηση εξαγωγής ή επανεξαγωγής πρέπει να επισυνάπτεται κάθε έγγραφο που είναι αναγκαίο για την ορθή εφαρμογή των εξαγωγικών δασμών και των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή ή την επανεξαγωγή των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. 2. Το άρθρο 218 παράγραφος 2 εφαρμόζεται στις διασαφήσεις εξαγωγής ή επανεξαγωγής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διασάφηση με τη χρήση συστημάτων πληροφορικής Άρθρο 222 1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στο διασαφιστή να αντικαθιστά το σύνολο ή μέρος των στοιχείων της γραπτής διασάφησης που αναφέρονται στο παράρτημα 37, με τη διαβίβαση στο υποδεικνυόμενο για το σκοπό αυτό τελωνείο, για περαιτέρω επεξεργασία από ηλεκτρονικό υπολογιστή, στοιχείων που έχουν κωδικοποιηθεί ή συνταχθεί με οποιοδήποτε άλλο καθοριζόμενο από τις αρχές αυτές τύπο και ανταποκρινόμενο στις απαιτούμενες για τις γραπτές διασαφήσεις οδηγίες. 2. Οι όροι διαβίβασης των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχείων καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές. Άρθρο 223 Οι μορφές συστημάτων πληροφορικής που μπορούν να επιτρέπονται από τις τελωνειακές αρχές είναι, κυρίως, οι ακόλουθες: - η δυνατότητα απαίτησης εισαγωγής των στοιχείων, που είναι απαραίτητα για τη διεκπεραίωση των σχετικών διατυπώσεων, στο μηχανογραφικό τους σύστημα επεξεργασίας των διασαφήσεων, χωρίς οι εν λόγω τελωνειακές αρχές να απαιτούν γραπτή διασάφηση, - η δυνατότητα να προβλέπεται ότι αποτελεί διασάφηση, κατά την έννοια του άρθρου 205 παράγραφος 1, η εισαγωγή των δεδομένων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν δεν εκδίδεται έγγραφο που να ισοδυναμεί με διασάφηση. Άρθρο 224 1. Όταν, για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων, χρησιμοποιούνται συστήματα πληροφορικής, δημόσια ή ιδιωτικά, οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν σε όσους το ζητούν να αντικαταστήσουν τη χειρόγραφη υπογραφή τους με μια άλλη τεχνική εξακρίβωσης της ταυτότητας, η οποία είναι δυνατό να βασίζεται στη χρησιμοποίηση κωδικών και έχει τις ίδιες νομικές συνέπειες με τη χρησιμοποίηση της χειρόγραφης υπογραφής. 2. Οι τελωνειακές αρχές μπορεί επίσης να επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους να καταρτίζουν και να διαβιβάζουν με συστήματα πληροφορικής το σύνολο ή μέρος των εγγράφων που αναφέρονται στα άρθρα 218 έως 221. 3. Οι διευκολύνσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παρέχονται μόνο αν πληρούνται οι τεχνικές και διοικητικές προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Διασάφηση που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση ή με οποιαδήποτε άλλη πράξη Τμήμα 1 Διασαφήσεις που πραγματοποιούνται με προφορική δήλωση Άρθρο 225 Είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διασάφησης για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση: α) τα εμπορεύματα χωρίς κανένα εμπορικό χαρακτήρα, τα οποία: - είτε περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών, - είτε απευθύνονται σε ιδιώτες, - είτε, σε άλλες περιπτώσεις αμελητέας σημασίας, όταν το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές· β) τα εμπορεύματα εμπορικού χαρακτήρα, εάν ταυτόχρονα: - η συνολική αξία τους δεν υπερβαίνει, ανά αποστολή και διασαφιστή, το στατιστικό όριο που προβλέπεται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, - η αποστολή δεν αποτελεί μέρος κανονικής σειράς παρόμοιων αποστολών και - τα εμπορεύματα δεν μεταφέρονται από ανεξάρτητους μεταφορείς ως μέρος μεγαλύτερης εμπορευματικής μεταφοράς· γ) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 229, όταν πρόκειται για εμπορεύματα στα οποία παρέχεται ατέλεια ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα· δ) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 230 στοιχεία β) και γ). Άρθρο 226 Είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διασάφησης για την εξαγωγή που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση: α) τα εμπορεύματα χωρίς κανένα εμπορικό χαρακτήρα, τα οποία: - είτε περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών, - είτε αποστέλλονται από ιδιώτες· β) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 225 στοιχείο β)· γ) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 231 στοιχεία β) και γ)· δ) άλλα εμπορεύματα, σε περιπτώσεις αμελητέας οικονομικής σημασίας, όταν το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές. Άρθρο 227 1. Οι τελωνειακές αρχές μπορεί να προβλέψουν ότι τα άρθρα 225 και 226 δεν εφαρμόζονται, όταν το πρόσωπο που προβαίνει στον εκτελωνισμό ενεργεί για λογαριασμό άλλου ως επαγγελματίας εκτελωνιστής. 2. Όταν οι τελωνειακές αρχές αμφιβάλλουν για την ακρίβεια ή την πληρότητα των δηλούμενων στοιχείων δασμολόγησης, μπορεί να απαιτούν γραπτή διασάφηση. Άρθρο 228 Όταν τα σχετικά εμπορεύματα που διασαφίζονται με προφορική δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 225 και 226 υπόκεινται σε εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς, οι τελωνειακές αρχές παρέχουν στον ενδιαφερόμενο απόδειξη καταβολής των οφειλόμενων δασμών. Άρθρο 229 1. Είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διασάφησης που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση σε περίπτωση προσωρινής εισαγωγής τα ακόλουθα εμπορεύματα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 696: α) - ζώα και υλικά, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 685, - συσκευασίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο 679, - υλικά παραγωγής και μετάδοσης ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών ρεπορτάζ και τα οχήματα που έχουν ειδικά προσαρμοστεί για να χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών ρεπορτάζ καθώς και οι εξοπλισμοί τους, που εισάγονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς εγκατεστημένους εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, εγκεκριμένους από τις τελωνειακές αρχές έκδοσης της άδειας υπαγωγής στο καθεστώς για την εισαγωγή των εν λόγω υλικών και οχημάτων, - εργαλεία και συσκευές, που χρειάζονται οι γιατροί για την παροχή βοήθειας σε ασθενείς που αναμένουν την προσφορά οργάνου προς μεταμόσχευση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 671 παράγραφος 2 στοιχείο γ)· β) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 232· γ) άλλα εμπορεύματα, όταν το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές. 2. Τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο διασάφησης που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση για την επανεξαγωγή μετά τη λήξη καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής. Τμήμα 2 Διασαφήσεις που πραγματοποιούνται με οποιαδήποτε άλλη πράξη Άρθρο 230 Όταν δεν αποτελούν αντικείμενο ρητής διασάφησης, θεωρούνται ότι διασαφίζονται για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία με την πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 233: α) τα εμπορεύματα χωρίς κανένα εμπορικό χαρακτήρα, που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών και στα οποία παρέχεται ατέλεια είτε βάσει του κεφαλαίου Ι, τίτλου ΧΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 918/83 του Συμβουλίου [10], είτε ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα· [10] ΕΕ αριθ. L 105 της 23. 4. 1983, σ. 1. β) τα εμπορεύματα, στα οποία παρέχεται ατέλεια βάσει του κεφαλαίου Ι τίτλοι ΙΧ και Χ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 918/83 του Συμβουλίου· γ) τα μεταφορικά μέσα, στα οποία παρέχεται ατέλεια ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα· δ) τα εμπορεύματα που εισάγονται στο πλαίσιο εμπορικών πράξεων αμελητέας σημασίας και που απαλλάσσονται από την υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 4 του κώδικα, υπό τον όρο ότι δεν υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς. Άρθρο 231 Όταν δεν αποτελούν αντικείμενο ρητής διασάφησης, θεωρούνται ότι διασαφίζονται για την εξαγωγή με την πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 233 στοιχείο β): α) τα μη υποκείμενα σε εξαγωγικούς δασμούς και χωρίς εμπορικό χαρακτήρα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές των ταξιδιωτών· β) τα μεταφορικά μέσα που είναι ταξινομημένα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και προορίζονται να επανεισαχθούν· γ) τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 918/83 του Συμβουλίου· δ) άλλα εμπορεύματα σε περιπτώσεις αμελητέας οικονομικής σημασίας, εφόσον το επιτρέπουν οι τελωνειακές αρχές. Άρθρο 232 1. Όταν δεν αποτελούν αντικείμενο γραπτής διασάφησης ή διασάφησης που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση, θεωρούνται ότι διασαφίζονται για την προσωρινή εισαγωγή με την πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 233, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 698 και 735: α) τα προσωπικά είδη και τα εμπορεύματα που εισάγονται για αθλητικούς σκοπούς και περιλαμβάνονται στο άρθρο 684· β) τα μεταφορικά μέσα που αναφέρονται στα άρθρα 718 έως 725. 2. Όταν δεν αποτελούν αντικείμενο γραπτής διασάφησης ή διασάφησης που πραγματοποιείται με προφορική δήλωση, τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεωρούνται ότι διασαφίζονται για την επανεξαγωγή, μετά τη λήξη καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής με την πράξη του άρθρου 233. Άρθρο 233 Για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 232, η πράξη που θεωρείται ως διασάφηση μπορεί να έχει τις ακόλουθες μορφές: α) σε περίπτωση προσκόμισης των εμπορευμάτων σε τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος που ορίζεται ή εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κώδικα: - επιλογή του πράσινου διαδρόμου ή διαδρόμου «τίποτα για δήλωση» στα τελωνεία όπου υπάρχει διπλός διάδρομος ελέγχου, - διέλευση από τελωνείο που δεν διαθέτει διπλό διάδρομο ελέγχου χωρίς αυθόρμητη υποβολή διασάφησης, - επίθεση δίσκου διασάφησης ή αυτοκόλλητης ετικέτας «τίποτα για δήλωση» στο αλεξήνεμο των επιβατικών οχημάτων, όταν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τις εθνικές διατάξεις· β) σε περίπτωση απαλλαγής από την υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο σύμφωνα με τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 παράγραφος 4 του κώδικα, σε περίπτωση εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 231 και επανεξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 232 παράγραφος 2: - απλώς και μόνο η πράξη διέλευσης των συνόρων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Άρθρο 234 1. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 232, θεωρείται ότι τα εν λόγω εμπορεύματα προσκομίζονται στο τελωνείο κατά την έννοια του άρθρου 63 του κώδικα, ότι η διασάφηση γίνεται αποδεκτή και ότι η άδεια παραλαβής παρέχεται κατά τη στιγμή που ολοκληρώνεται η πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 233. 2. Αν από ενδεχόμενο έλεγχο προκύψει ότι η πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 233 ολοκληρώνεται χωρίς να πληρούνται οι όροι των άρθρων 230 έως 232 για τα εμπορεύματα που εισέρχονται ή εξέρχονται, θεωρείται ότι τα εμπορεύματα αυτά εισάγονται ή εξάγονται παράτυπα. Τμήμα 3 Κοινές διατάξεις για τα τμήματα 1 και 2 Άρθρο 235 Οι διατάξεις των άρθρων 225 έως 232 δεν εφαρμόζονται στα εμπορεύματα για τα οποία απαιτείται ή ζητείται καταβολή επιστροφών ή άλλων ποσών ή η επιστροφή δασμών, ή τα οποία υποβάλλονται σε απαγορευτικά ή περιοριστικά μέτρα ή σε κάθε άλλη ειδική διατύπωση. Άρθρο 236 Για την εφαρμογή των τμημάτων 1 και 2, ως «ταξιδιώτες» νοούνται: Α. κατά την εισαγωγή: 1. τα πρόσωπα που εισέρχονται προσωρινά στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, στο οποίο αυτά δεν έχουν τη συνήθη κατοικία τους, καθώς και 2. τα πρόσωπα που επιστρέφουν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, στο οποίο αυτά έχουν τη συνήθη κατοικία τους, αφού παρέμειναν προσωρινά στο έδαφος τρίτης χώρας· Β. κατά την εξαγωγή: 1. τα πρόσωπα που εγκαταλείπουν προσωρινά το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπου διατηρούν τη συνήθη κατοικία τους, καθώς και 2. τα πρόσωπα που εγκαταλείπουν, μετά από προσωρινή παραμονή σ’ αυτό, το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπου δεν διατηρούν τη συνήθη κατοικία τους. Τμήμα 4 Ταχυδρομικές αποστολές Άρθρο 237 1. Στο πλαίσιο των ταχυδρομικών αποστολών, θεωρείται ότι διασαφίζονται: Α. για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία: α) κατά τη στιγμή της εισόδου τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, τα ακόλουθα προϊόντα: - οι κάρτες και οι επιστολές που περιέχουν αποκλειστικά προσωπικά μηνύματα, - οι επιστολές για τυφλούς, - τα έντυπα που δεν υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς και - οποιαδήποτε άλλη ταχυδρομική αποστολή επιστολών και δεμάτων η οποία δεν απαιτείται να προσκομιστεί στο τελωνείο, σύμφωνα με τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 παράγραφος 4 του κώδικα· β) κατά τη στιγμή της προσκόμισής τους στο τελωνείο: - οι ταχυδρομικές αποστολές επιστολών και δεμάτων, άλλες από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από τη δήλωση C1 ή/και C2/CP3· Β. για την εξαγωγή: α) κατά τη στιγμή της ανάληψης από τις ταχυδρομικές αρχές των ταχυδρομικών αποστολών επιστολών και δεμάτων που δεν υπόκεινται σε εξαγωγικούς δασμούς· β) κατά τη στιγμή της προσκόμισης στο τελωνείο των ταχυδρομικών αποστολών επιστολών και δεμάτων που υπόκεινται σε εξαγωγικούς δασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από τη δήλωση C1 ή/και C2/CP3. 2. Θεωρείται ως διασαφιστής και, ενδεχομένως, ως οφειλέτης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο Α ο παραλήπτης, και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο Β ο αποστολέας. Οι τελωνειακές αρχές μπορεί να προβλέψουν η ταχυδρομική υπηρεσία να θεωρείται ως διασαφιστής και, ενδεχομένως, ως οφειλέτης. 3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, θεωρείται ότι τα εμπορεύματα που δεν υπόκεινται σε δασμούς προσκομίζονται στο τελωνείο κατά την έννοια του άρθρου 63 του κώδικα, ότι η διασάφηση γίνεται αποδεκτή και ότι η άδεια παραλαβής παρέχεται: α) κατά την εισαγωγή: τη στιγμή της παράδοσης του εμπορεύματος στον παραλήπτη· β) κατά την εξαγωγή: τη στιγμή της ανάληψης του εμπορεύματος από τις ταχυδρομικές αρχές. 4. Όταν μια ταχυδρομική αποστολή επιστολών ή δεμάτων για την οποία δεν προβλέπεται απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο σύμφωνα με τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 παράγραφος 4 του κώδικα προσκομίζεται χωρίς δήλωση C1 ή/και C2/CP3, ή όταν η εν λόγω δήλωση είναι ελλιπής, οι τελωνειακές αρχές καθορίζουν τη μορφή υπό την οποία πρέπει να γίνει ή να συμπληρωθεί η διασάφηση. Άρθρο 238 Το άρθρο 237 δεν εφαρμόζεται - στις αποστολές ή τα δέματα που περιέχουν εμπορεύματα, τα οποία προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς και των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το στατιστικό όριο που προβλέπεται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις 7 οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν υψηλότερα όρια, - στις αποστολές ή τα δέματα που περιέχουν εμπορεύματα, που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς και αποτελούν μέρος κανονικής σειράς παρόμοιων πράξεων, - όταν υποβάλλεται διασάφηση γραπτώς, με προφορική δήλωση ή με χρήση μηχανογραφικής μεθόδου, - στις αποστολές ή τα δέματα που περιέχουν εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 235. ΤΙΤΛΟΣ VIII ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ Άρθρο 239 1. Η εξέταση των εμπορευμάτων πραγματοποιείται στον τόπο που έχει ορισθεί και στις ώρες που έχουν προβλεφθεί γι' αυτόν τον σκοπό. 2. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να επιτρέπουν, μετά από αίτηση του διασαφιστή, την εξέταση των εμπορευμάτων σε τόπο ή σε ώρες, άλλες από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα έξοδα που μπορεί να προκύψουν, επιβαρύνουν το διασαφιστή. Άρθρο 240 1. Όταν οι τελωνειακές αρχές αποφασίσουν να προβούν στην εξέταση των εμπορευμάτων, ενημερώνουν σχετικά το διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπό του. 2. Όταν αυτές αποφασίσουν να προβούν στην εξέταση μέρους μόνον των διασαφισθέντων εμπορευμάτων, υποδεικνύουν στο διασαφιστή ή στον αντιπρόσωπό του τα εμπορεύματα που επιθυμούν να εξετάσουν, χωρίς να έχει το δικαίωμα ο τελευταίος να προβάλει αντίρρηση για την επιλογή αυτή. Άρθρο 241 1. Ο διασαφιστής ή το πρόσωπο που αυτός υποδεικνύει να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων, παρέχει στις τελωνειακές αρχές την αναγκαία βοήθεια για να διευκολύνει το έργο τους. Αν οι τελωνειακές αρχές δεν κρίνουν ικανοποιητική τη βοήθεια που τους έχει παρασχεθεί, μπορεί να απαιτήσουν από το διασαφιστή να υποδείξει πρόσωπο ικανό να παράσχει την απαιτούμενη βοήθεια. 2. Εφόσον ο διασαφιστής αρνείται να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο ικανό να παράσχει τη βοήθεια που οι τελωνειακές αρχές κρίνουν αναγκαία, αυτές ορίζουν προθεσμία για την εκτέλεση της απόφασής τους, εκτός αν κρίνουν ότι μπορούν να παραιτηθούν από αυτήν την εξέταση. Αν, μετά το πέρας της καθορισμένης προθεσμίας, ο διασαφιστής δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των τελωνειακών αρχών, αυτές, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 75 στοιχείο α) του κώδικα, προβαίνουν αυτεπαγγέλτως στην εξέταση των εμπορευμάτων, με την ευθύνη και με δαπάνες του διασαφιστή, προσφεύγοντας, όταν το κρίνουν αναγκαίο, στις υπηρεσίες εμπειρογνώμονα ή κάθε άλλου προσώπου που ορίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 3. Οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές κατά την εξέταση των εμπορευμάτων υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην προηγούμενη παράγραφο, έχουν την ίδια ισχύ με εκείνη που θα είχαν αν η εξέταση είχε διενεργηθεί παρουσία του διασαφιστή. 4. Αντί των μέτρων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να θεωρήσουν ανίσχυρη τη διασάφηση όταν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η άρνηση του διασαφιστή να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο κατάλληλο να παράσχει την αναγκαία συνδρομή δεν έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα να εμποδίσει τη διαπίστωση παράβασης των διατάξεων που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο υπό εξέταση καθεστώς, ή την αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 66 παράγραφος 1 ή του άρθρου 80 παράγραφος 2 του κώδικα. Άρθρο 242 1. Εφόσον οι τελωνειακές αρχές αποφασίσουν να προβούν σε λήψη δειγμάτων, ενημερώνουν σχετικά το διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπό του. 2. Η λήψη δειγμάτων πραγματοποιείται από τις ίδιες τις τελωνειακές αρχές. Αυτές είναι δυνατό, εντούτοις, να ζητήσουν την υπό τον έλεγχό τους, εκ μέρους του διασαφιστή ή προσώπου που αυτός ορίζει, πραγματοποίηση της εν λόγω λήψης δειγμάτων. Η λήψη δειγμάτων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται σχετικά από τις ισχύουσες διατάξεις. 3. Οι ποσότητες των λαμβανομένων δειγμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που είναι αναγκαία για την ανάλυση ή το λεπτομερή έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης μιας ενδεχόμενης επαλήθευσης. Άρθρο 243 1. Ο διασαφιστής ή το πρόσωπο που αυτός ορίζει να παρίσταται κατά την λήψη δειγμάτων, υποχρεούται να παρέχει στις τελωνειακές αρχές κάθε αναγκαία βοήθεια, ώστε να διευκολύνει το σχετικό έργο. 2. Εφόσον ο διασαφιστής αρνείται να παρίσταται κατά τη λήψη δειγμάτων ή να ορίσει πρόσωπο κατάλληλο γι' αυτό το σκοπό, ή όταν δεν παρέχει στις τελωνειακές αρχές την αναγκαία βοήθεια για να διευκολύνει το σχετικό έργο, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 241 παράγραφοι 1, 2 και 3. Άρθρο 244 Εφόσον οι τελωνειακές αρχές πραγματοποίησαν τη λήψη δειγμάτων με το σκοπό να προβούν σε λεπτομερή ανάλυση ή έλεγχο, επιτρέπουν την παραλαβή των εν λόγω εμπορευμάτων, χωρίς να αναμένουν τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης ή του ελέγχου, εφόσον δεν προκύπτει κανένα αντίθετο στοιχείο και υπό τον όρο ότι, αν γεννηθεί ή ενδέχεται να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή, έχει προηγουμένως βεβαιωθεί και πληρωθεί το αντίστοιχο ποσό των δασμών ή έχει συσταθεί εγγύηση γι’ αυτό. Άρθρο 245 1. Οι ποσότητες που λαμβάνονται ως δείγματα εκ μέρους της τελωνειακής υπηρεσίας, δεν αφαιρούνται από την ποσότητα του διασαφισθέντος εμπορεύματος. 2. Εφόσον πρόκειται για διασάφηση εξαγωγής ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, επιτρέπεται στο διασαφιστή, όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις, να αντικαθιστά τις ποσότητες των εμπορευμάτων που λαμβάνονται ως δείγματα με πανομοιότυπα εμπορεύματα, προκειμένου να συμπληρώσει την αποστολή. Άρθρο 246 1. Εκτός από τις περιπτώσεις που καταστρέφονται κατά τη διάρκεια της λεπτομερούς αναλύσεως ή του ελέγχου, τα λαμβανόμενα δείγματα επιστρέφονται στο διασαφιστή, κατόπιν αιτήσεώς του και με δικές του δαπάνες, εφόσον η φύλαξή τους από τις τελωνειακές αρχές καθίσταται άσκοπη, και ιδίως εφόσον εξαντλείται κάθε δυνατότητα προσφυγής εκ μέρους του διασαφιστή εναντίον της απόφασης, η οποία λαμβάνεται από τις τελωνειακές αρχές βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω ανάλυσης ή του εν λόγω εμπεριστατωμένου ελέγχου. 2. Τα δείγματα των οποίων ο διασαφιστής δεν έχει ζητήσει την επιστροφή μπορούν είτε να καταστραφούν είτε να φυλαχθούν από τις τελωνειακές αρχές. Εντούτοις, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από τον ενδιαφερόμενο να αποσύρει τα υπόλοιπα δείγματα. Άρθρο 247 1. Όταν οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στον έλεγχο της διασάφησης καθώς και των συνημμένων εγγράφων, ή στην εξέταση των εμπορευμάτων, αναγράφουν τουλάχιστον επί του αντιτύπου της διασάφησης που προορίζεται γι’ αυτές ή επί ενός συνημμένου σ’ αυτή εγγράφου, τα στοιχεία που αποτέλεσαν αντικείμενο αυτού του ελέγχου ή της εξέτασης, καθώς και τα αποτελέσματά τους. Σε περίπτωση μερικής εξέτασης των εμπορευμάτων αναφέρονται ομοίως τα στοιχεία της παρτίδας που εξετάστηκε. Κατά περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές αναφέρουν ομοίως στη διασάφηση την απουσία του διασαφιστή ή του αντιπροσώπου του. 2. Αν το αποτέλεσμα του ελέγχου της διασάφησης και των συνημμένων σ’ αυτή εγγράφων ή της εξέτασης των εμπορευμάτων δεν συμφωνεί με τη διασάφηση, οι τελωνειακές αρχές αναφέρουν, τουλάχιστον επί του αντιτύπου της διασάφησης που προορίζεται για τις εν λόγω αρχές ή επί του συνημμένου σ’ αυτή εγγράφου, τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη δασμολόγηση των σχετικών εμπορευμάτων και, κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό των επιστροφών και άλλων ποσών κατά την εξαγωγή, καθώς και για την εφαρμογή των άλλων διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα. 3. Οι διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών πρέπει να αναφέρουν, ενδεχομένως, τα στοιχεία εξακρίβωσης της ταυτότητας που λήφθηκαν υπόψη. Πρέπει, επιπλέον, να φέρουν ημερομηνία και να αναφέρουν τις αναγκαίες πληροφορίες βάσει των οποίων θα εξακριβώνεται η ταυτότητα του υπαλλήλου που τις συνέταξε. 4. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να μην αναγράφουν τίποτε στη διασάφηση ή στο συνημμένο σε αυτήν έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν πραγματοποιούν έλεγχο της διασάφησης ή εξέταση των εμπορευμάτων. Άρθρο 248 1. Η χορήγηση της άδειας παραλαβής επιτρέπει τη βεβαίωση των εισαγωγικών δασμών που προσδιορίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία της διασάφησης. Όταν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι οι έλεγχοι στους οποίους προέβησαν είναι δυνατό να οδηγήσουν στον προσδιορισμό ποσού δασμών ανώτερου από το ποσό που προκύπτει από τα στοιχεία της διασάφησης, απαιτούν, επιπλέον, τη σύσταση εγγύησης επαρκούς για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που προκύπτει από τα στοιχεία της διασάφησης και εκείνου στο οποίο τα εμπορεύματα μπορεί να υπόκεινται οριστικά. Ωστόσο, ο διασαφιστής έχει την ευχέρεια, αντί να προβεί στη σύσταση της εγγύησης αυτής, να ζητήσει την άμεση βεβαίωση του ποσού των δασμών στους οποίους τα εμπορεύματα υπόκεινται οριστικά. 2. Όταν οι τελωνειακές αρχές, με βάση τους ελέγχους που διενήργησαν, προσδιορίσουν ποσό δασμών διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από τις ενδείξεις της διασάφησης, η έκδοση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων συνεπάγεται την άμεση βεβαίωση του ποσού αυτού. 3. Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή απαγορευτικών ή περιοριστικών μέτρων και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα παρά μόνο μετά τη λήψη των αποτελεσμάτων των ελέγχων που ανέλαβαν, δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων. Άρθρο 249 1. Η μορφή υπό την οποία οι τελωνειακές αρχές παρέχουν την άδεια παραλαβής προσδιορίζεται από τις ίδιες, λαμβανομένων υπόψη του χώρου όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα και των ειδικότερων διατυπώσεων σύμφωνα με τις οποίες αυτές ασκούν την επιτήρησή τους. 2. Σε περίπτωση γραπτής διασάφησης, η άδεια παραλαβής και η ημερομηνία χορήγησής της σημειώνονται στη διασάφηση ή, κατά περίπτωση, σε συνημμένο έγγραφο, και σχετικό αντίγραφο παραδίδεται στο διασαφιστή. Άρθρο 250 1. Όταν δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια παραλαβής για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 75 στοιχείο α) δεύτερη ή τρίτη περίπτωση του κώδικα, οι τελωνειακές αρχές τάσσουν στο διασαφιστή προθεσμία για ρύθμιση της κατάστασης των εμπορευμάτων. 2. Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 75 στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση του κώδικα, ο διασαφιστής δεν προσκομίσει τα ζητηθέντα δικαιολογητικά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η εν λόγω διασάφηση θεωρείται ανίσχυρη και οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στην ακύρωσή της. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κώδικα. 3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 75, στοιχείο α) τρίτη περίπτωση του κώδικα, και με την επιφύλαξη της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 66 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή του άρθρου 182 του κώδικα, όταν ο διασαφιστής δεν κατέβαλε το ποσό των οφειλόμενων δασμών ούτε προέβη στη σύσταση εγγύησης γι’ αυτό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν στις προκαταρκτικές διατυπώσεις για την πώληση των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η κατάσταση δεν ρυθμίστηκε στο μεταξύ, γίνεται εκποίηση των εμπορευμάτων, ενδεχομένως αναγκαστική αν το επιτρέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται οι εν λόγω αρχές. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνουν σχετικά το διασαφιστή. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια, με ευθύνη και δαπάνες του διασαφιστή, να μεταφέρουν τα εν λόγω εμπορεύματα σε ειδικούς χώρους τους οποίους επιβλέπουν. Άρθρο 251 Κατά παρέκκλιση του άρθρου 66 παράγραφος 2 του κώδικα, η διασάφηση είναι δυνατόν να ακυρωθεί μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής υπό τους ακόλουθους όρους: 1. όταν αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα έχουν κατά λάθος διασαφισθεί για καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών αντί να υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν τη διασάφηση, αν η σχετική αίτηση υποβλήθηκε μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης, εφόσον: - τα εμπορεύματα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί υπό όρους άλλους από εκείνους που προβλέπονται από το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έπρεπε να έχουν υπαχθεί, - κατά το χρονικό σημείο που διασαφίστηκαν, τα εμπορεύματα προορίζονταν να υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο πληρούσαν όλους τους απαιτούμενους όρους, και - τα εμπορεύματα διασαφίζονται αμέσως για το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο πράγματι προορίζονταν. Η διασάφηση υπαγωγής των εμπορευμάτων στο τελευταίο αυτό τελωνειακό καθεστώς παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία αποδοχής της ακυρωθείσας διασάφησης. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν υπέρβαση της προαναφερόμενης προθεσμίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες· 2. όταν τα εμπορεύματα έχουν διασαφισθεί για εξαγωγή ή για το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, η διασάφηση ακυρώνεται εφόσον: α) πρόκειται για εμπορεύματα τα οποία είτε υποβάλλονται σε εξαγωγικούς δασμούς είτε έχουν αποτελέσει αντικείμενο αίτησης για επιστροφή εισαγωγικών δασμών, επιστροφών ή άλλων ποσών κατά την εξαγωγή ή άλλου ειδικού μέτρου κατά την εξαγωγή· - ο διασαφιστής αποδείξει στις αρχές του τελωνείου εξαγωγής ότι τα εμπορεύματα δεν απομακρύνθηκαν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, - ο διασαφιστής προσκομίσει εκ νέου στις εν λόγω αρχές όλα τα αντίτυπα της διασάφησης, καθώς και όλα τα άλλα έγγραφα που του παραδόθηκαν μετά την αποδοχή της διασάφησης, - ο διασαφιστής, κατά περίπτωση, προσκομίσει στο τελωνείο εξαγωγής την απόδειξη ότι οι επιστροφές και τα λοιπά ποσά που χορηγήθηκαν λόγω της διασάφησης εξαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων επιστράφηκαν ή ότι οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για τη μη πληρωμή, - ο διασαφιστής, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, ικανοποιεί τις λοιπές υποχρεώσεις που είναι δυνατόν να απαιτηθούν από το τελωνείο εξαγωγής για την τακτοποίηση της κατάστασης των εμπορευμάτων αυτών. Η ακύρωση της διασάφησης συνεπάγεται, κατά περίπτωση, την ακύρωση των καταχωρήσεων που έγιναν στο ή στα πιστοποιητικά εξαγωγής ή προκαθορισμού που προσκομίσθηκαν προς υποστήριξη της εν λόγω διασάφησης. Όταν η έξοδος από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορευμάτων που διασαφίστηκαν για εξαγωγή πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται την ακύρωση της σχετικής διασάφησης· β) όσον αφορά άλλα εμπορεύματα, εφόσον το τελωνείο εξαγωγής είναι ενήμερο, σύμφωνα με το άρθρο 796, ότι τα εμπορεύματα που διασαφίστηκαν δεν απομακρύνθηκαν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας· 3. όταν η επανεξαγωγή εμπορευμάτων απαιτεί την κατάθεση διασάφησης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του σημείου 2· 4. όταν κοινοτικά εμπορεύματα έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης κατά την έννοια του άρθρου 98 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κώδικα, η ακύρωση της διασάφησης υπαγωγής στο καθεστώς αυτό μπορεί να ζητηθεί και να πραγματοποιηθεί από της λήψεως των μέτρων που προβλέπονται στις ειδικές ρυθμίσεις σε περίπτωση μη τήρησης του προβλεπόμενου προορισμού. Αν, κατά τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας για τη διάρκεια παραμονής υπό το καθεστώς της τελωνειακής αποταμίευσης των προαναφερθέντων εμπορευμάτων, τα εμπορεύματα αυτά δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο αίτησης για να λάβουν ένα από τους προορισμούς που προβλέπονται από τις εν λόγω ειδικές ρυθμίσεις, οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν τα μέτρα που προβλέπονται από αυτές τις ρυθμίσεις. Άρθρο 252 Όταν οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στην πώληση των εμπορευμάτων βάσει του άρθρου 75 του κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 188. ΤΙΤΛΟΣ IX ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ορισμοί Άρθρο 253 1. Η διαδικασία της ελλιπούς διασάφησης επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να αποδέχονται, σε περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, διασάφηση στην οποία δεν περιλαμβάνονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ή στην οποία δεν επισυνάπτονται όλα τα αναγκαία έγγραφα για το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. 2. Η διαδικασία της απλουστευμένης διασάφησης επιτρέπει την υπαγωγή στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς εμπορευμάτων με προσκόμιση απλουστευμένης διασάφησης, με μεταγενέστερη προσκόμιση συμπληρωματικής διασάφησης η οποία μπορεί να έχει, ενδεχομένως, συνολικό, περιοδικό ή ανακεφαλαιωτικό χαρακτήρα. 3. Η διαδικασία εκτελωνισμού στον οριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο επιτρέπει την υπαγωγή στο συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς εμπορευμάτων στις εγκαταστάσεις του ενδιαφερομένου ή σε άλλο τόπο που ορίζεται ή εγκρίνεται από τις τελωνειακές αρχές. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία Τμήμα 1 Ελλιπής διασάφηση Άρθρο 254 Οι διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, τις οποίες οι τελωνειακές αρχές δύνανται, μετά από αίτηση του διασαφιστή, να αποδεχθούν, χωρίς να αναγράφονται σ’ αυτές ορισμένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα 37, πρέπει τουλάχιστον να περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αναφέρονται στις θέσεις 1 (πρώτη και δεύτερη υποδιαίρεση), 14, 21, 31, 37, 40 και 54 του ενιαίου διοικητικού εγγράφου, καθώς και: - την περιγραφή των εμπορευμάτων με επαρκώς ακριβείς όρους, ώστε να μπορούν οι τελωνειακές αρχές να προσδιορίζουν αμέσως και χωρίς αμφιβολία την κλάση ή τη διάκριση της συνδυασμένης ονοματολογίας στην οποία αυτά υπάγονται, - όταν πρόκειται για εμπορεύματα που υποβάλλονται σε δασμούς κατ’ αξίαν, τη δασμολογητέα τους αξία ή, όταν διαπιστώνεται ότι ο διασαφιστής δεν είναι σε θέση να δηλώσει την αξία αυτή, μια προσωρινή ένδειξη της αξίας που θεωρείται ως αποδεκτή από την τελωνειακή υπηρεσία, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διαθέτει ο διασαφιστής, - όλα τα άλλα στοιχεία που θεωρούνται αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων και την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, καθώς και για τον καθορισμό της εγγύησης από τη σύσταση της οποίας εξαρτάται η έκδοση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων. Άρθρο 255 1. Οι διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία τις οποίες είναι δυνατό να αποδέχονται οι τελωνειακές αρχές, μετά από αίτηση του διασαφιστή, χωρίς να επισυνάπτονται σ’ αυτές ορισμένα από τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται για την υποστήριξη της διασάφησης, πρέπει τουλάχιστον να συνοδεύονται από τα δικαιολογητικά, από την προσκόμιση των οποίων εξαρτάται η θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία. 2. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 1, η διασάφηση στην οποία δεν επισυνάπτεται ένα από τα δικαιολογητικά από την προσκόμιση των οποίων εξαρτάται η θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον διαπιστωθεί, κατά τρόπο που ικανοποιεί τις τελωνειακές αρχές: α) ότι το εν λόγω δικαιολογητικό υπάρχει και εξακολουθεί να ισχύει· β) ότι, το δικαιολογητικό αυτό δεν μπόρεσε να επισυναφθεί στη διασάφηση λόγω περιστάσεων ανεξάρτητων της θέλησης του διασαφιστή· γ) ότι, οποιαδήποτε καθυστέρηση στην αποδοχή της διασάφησης θα παρεμπόδιζε τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή θα είχε ως συνέπεια την υπαγωγή τους σε υψηλότερο δασμολογικό συντελεστή. Τα στοιχεία που αναφέρονται στα ελλείποντα δικαιολογητικά πρέπει οπωσδήποτε να μνημονεύονται στη διασάφηση. Άρθρο 256 1. Η προθεσμία που παρέχουν οι τελωνειακές αρχές στο διασαφιστή για την κοινοποίηση των στοιχείων ή δικαιολογητικών που λείπουν κατά την αποδοχή της διασάφησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης. Όταν πρόκειται για δικαιολογητικό από την προσκόμιση του οποίου εξαρτάται η εφαρμογή μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού και εφόσον οι τελωνειακές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι μπορεί να παρασχεθεί στα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται η ελλιπής διασάφηση το ευεργέτημα του μειωμένου ή μηδενικού δασμού, επιτρέπεται να χορηγηθεί συμπληρωματική προθεσμία, μετά από αίτηση του διασαφιστή, για την προσκόμιση του δικαιολογητικού αυτού. Η συμπληρωματική αυτή προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Όταν πρόκειται για την κοινοποίηση των στοιχείων ή των δικαιολογητικών που λείπουν όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, να καθορίσουν μεγαλύτερη προθεσμία ή να παρατείνουν προθεσμία που καθορίστηκε προηγουμένως. Η συνολική περίοδος που παρέχεται πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ισχύουσες προθεσμίες παραγραφής. 2. Όταν μειωμένος ή μηδενικός εισαγωγικός δασμός εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που εμπορεύματα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των ορίων ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων και οροφών, ο καταλογισμός εντός των εγκεκριμένων ορίων μπορεί να γίνει μόνο κατά τη στιγμή της πραγματικής προσκόμισης του δικαιολογητικού από το οποίο εξαρτάται η παραχώρηση του μειωμένου ή μηδενικού αυτού δασμού. Η εν λόγω προσκόμιση πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί: - πριν από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται κοινοτικό μέτρο επαναφοράς των κανονικών εισαγωγικών δασμών, εφόσον πρόκειται για δασμολογική οροφή, - πριν από την κάλυψη των προβλεφθέντων ορίων, εφόσον πρόκειται για δασμολογική ποσόστωση. 3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, το δικαιολογητικό από την προσκόμιση του οποίου εξαρτάται η παραχώρηση του μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού μπορεί να προσκομίζεται μετά την ημερομηνία εκπνοής της περιόδου για την οποία είχε καθοριστεί αυτός ο μειωμένος ή μηδενικός εισαγωγικός δασμός, εφόσον η διασάφηση που αφορά τα εν λόγω εμπορεύματα είχε γίνει αποδεκτή πριν από την ημερομηνία αυτή. Άρθρο 257 1. Η αποδοχή από τις τελωνειακές αρχές ελλιπούς διασάφησης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή την καθυστέρηση της έκδοσης άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων που αναφέρονται στη διασάφηση αυτή, εφόσον βέβαια τίποτα δεν αντιτίθεται στην εν λόγω έκδοση. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 248, η παράδοση των εμπορευμάτων διενεργείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους 2 έως 5. 2. Όταν η μεταγενέστερη συμπλήρωση στοιχείου της διασάφησης ή η προσκόμιση δικαιολογητικού που λείπει κατά τον χρόνο αποδοχής της, δεν μπορεί να έχει καμιά επίδραση στο ποσό των δασμών που επιβάλλονται στα εμπορεύματα, που αφορά η διασάφηση, οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση του ποσού των δασμών αυτών, όπως προσδιορίζεται υπό κανονικές συνθήκες. 3. Όταν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 254, η διασάφηση φέρει προσωρινή ένδειξη της αξίας, οι τελωνειακές αρχές: - προβαίνουν στην άμεση βεβαίωση του ποσού των δασμών που υπολογίζονται με βάση την ένδειξη αυτή, - απαιτούν, ενδεχομένως, τη σύσταση επαρκούς εγγύησης για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού αυτού και εκείνου στο οποίο τα εμπορεύματα είναι δυνατόν να υποβληθούν τελικά. 4. Όταν, στις άλλες περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η μεταγενέστερη συμπλήρωση στοιχείου της διασάφησης ή η προσκόμιση δικαιολογητικού που λείπει κατά το χρόνο αποδοχής της μπορεί να έχει επίδραση στο ποσό των δασμών που επιβάλλεται στα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση αυτή: α) αν η μεταγενέστερη συμπλήρωση του στοιχείου ή η προσκόμιση του δικαιολογητικού που λείπει μπορεί να έχει ως συνέπεια την επιβολή δασμού με μειωμένο συντελεστή, οι τελωνειακές αρχές: - προβαίνουν στην άμεση βεβαίωση του ποσού των δασμών που υπολογίζονται σύμφωνα με τον εν λόγω μειωμένο συντελεστή, - απαιτούν τη σύσταση εγγύησης που θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και εκείνου που θα προέκυπτε από την επιβολή στα εν λόγω εμπορεύματα δασμών, υπολογιζομένων σύμφωνα με τον κανονικό συντελεστή· β) αν η μεταγενέστερη συμπλήρωση στοιχείου ή η προσκόμιση δικαιολογητικού που λείπει μπορεί να έχει ως συνέπεια την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο ευνοϊκό καθεστώς της πλήρους δασμολογικής απαλλαγής, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν τη σύσταση εγγύησης που καλύπτει την ενδεχόμενη είσπραξη του ποσού των δασμών που υπολογίζονται σύμφωνα με τον κανονικό συντελεστή. 5. Με την επιφύλαξη τροποποιήσεων που θα επέλθουν, ενδεχομένως, αργότερα, κατά τη διαδικασία κυρίως του οριστικού προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας, ο διασαφιστής έχει την ευχέρεια, αντί να προβαίνει στη σύσταση εγγύησης, να ζητεί την άμεση βεβαίωση: - σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 3 δεύτερη περίπτωση ή της παραγράφου 4 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση, του ποσού των δασμών στους οποίους μπορεί να υποβληθούν οριστικά τα εμπορεύματα, - σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4 στοιχείο β), του ποσού των δασμών που υπολογίζονται βάσει του κανονικού συντελεστή. Άρθρο 258 Αν, με την εκπνοή της αναφερόμενης στο άρθρο 256 προθεσμίας, ο διασαφιστής δεν προσκόμισε τα απαραίτητα στοιχεία για τον οριστικό καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ή δεν συμπλήρωσε τις ενδείξεις ή δεν προσκόμισε τα δικαιολογητικά που λείπουν, οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση, ως δασμών που επιβάλλονται στα εν λόγω εμπορεύματα, του ποσού της εγγύησης που είχε συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 257 παράγραφος 3 δεύτερη περίπτωση ή παράγραφος 4 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση και στοιχείο β). Άρθρο 259 Ελλιπής διασάφηση που γίνεται αποδεκτή σύμφωνα με τους καθοριζόμενους στα άρθρα 254 έως 257 όρους μπορεί, είτε να συμπληρώνεται από το διασαφιστή είτε να αντικαθίσταται, μετά από σύμφωνη γνώμη των τελωνειακών αρχών, από άλλη διασάφηση ανταποκρινόμενη στους όρους του άρθρου 62 του κώδικα. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, ως ημερομηνία για τον προσδιορισμό των δασμών που, ενδεχομένως, απαιτούνται και για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, λαμβάνεται η ημερομηνία αποδοχής της ελλιπούς διασάφησης. Τμήμα 2 Διαδικασία απλουστευμένης διασάφησης Άρθρο 260 1. Μετά από γραπτή αίτηση που περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, παρέχεται, σύμφωνα με τους όρους και τον τρόπο που αναφέρονται στα άρθρα 261 και 262, στο διασαφιστή η άδεια να υποβάλει απλουστευμένη διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν τα εμπορεύματα προσκομίζονται στο τελωνείο. 2. Η απλουστευμένη διασάφηση μπορεί να έχει τη μορφή: - είτε ελλιπούς διασάφησης που συντάσσεται σε έντυπο του ενιαίου διοικητικού εγγράφου, - είτε διοικητικού ή εμπορικού εγγράφου που συνοδεύεται από αίτηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων. 3. Όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις, οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατό να επιτρέπουν η αίτηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεύτερη περίπτωση να αντικαθίσταται από συνολική αίτηση που θα καλύπτει τις πράξεις θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Στο εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο που προσκομίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρέπει να περιλαμβάνονται τα στοιχεία αναφοράς της άδειας που εκδίδεται μετά την εν λόγω συνολική αίτηση. 4. Στην απλουστευμένη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία εξαρτάται, ενδεχομένως, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Εφαρμόζεται το άρθρο 255 παράγραφος 2. 5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του άρθρου 278. Άρθρο 261 1. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 260 παρέχεται στο διασαφιστή, εφόσον διασφαλίζεται ο αποτελεσματικός έλεγχος της τήρησης των απαγορεύσεων ή περιορισμών εισαγωγής ή άλλων διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. 2. Η άδεια δεν παρέχεται, καταρχήν, όταν ο αιτών: - έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση ή επανειλημμένες παραβάσεις των τελωνειακών ρυθμίσεων, - διενεργεί πράξεις θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνον περιστασιακά. Είναι δυνατό να μην παρασχεθεί η άδεια όταν το εν λόγω πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό άλλου, ο οποίος διενεργεί πράξεις θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνον περιστασιακά. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 του κώδικα, η άδεια μπορεί να ανακληθεί στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Άρθρο 262 1. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 260: - προσδιορίζει το ή τα αρμόδια τελωνεία για την αποδοχή των απλουστευμένων διασαφήσεων, - καθορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο των απλουστευμένων διασαφήσεων, - προσδιορίζει τα εμπορεύματα τα οποία αυτή αφορά, καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται στην απλουστευμένη διασάφηση, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των εμπορευμάτων, - ορίζει τα στοιχεία αναφοράς της εγγύησης που παρέχει ο ενδιαφερόμενος για την εξασφάλιση τελωνειακής οφειλής που είναι ενδεχόμενο να γεννηθεί. Στην άδεια προσδιορίζεται επίσης η μορφή και το περιεχόμενο των συμπληρωματικών διασαφήσεων και ορίζεται η προθεσμία υποβολής τους στις ειδικά καθοριζόμενες αρμόδιες αρχές. 2. Οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να απαλλάσσουν τους ενδιαφερόμενους από την υποχρέωση υποβολής της συμπληρωματικής διασάφησης όταν η απλουστευμένη διασάφηση είναι σχετική με εμπόρευμα του οποίου η αξία είναι κατώτερη από το στατιστικό όριο που προβλέπεται στις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις και η απλουστευμένη διασάφηση περιέχει ήδη όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Τμήμα 3 Διαδικασία εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο Άρθρο 263 Η άδεια για εκτελωνισμό σε τόπο προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα παρέχεται, με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στα άρθρα 264, 265 και 266, σε οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματα στους αποθηκευτικούς του χώρους ή σε άλλο χώρο που αναφέρεται στο άρθρο 253 και το οποίο υποβάλλει, προς τούτο, στις αρχές αυτές γραπτή αίτηση με όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη χορήγηση της άδειας: - για τα εμπορεύματα που υπόκεινται στο καθεστώς κοινοτικής ή κοινής διαμετακόμισης, για τα οποία έχει παραχωρηθεί στο πρόσωπο που αναφέρεται ανωτέρω η απλούστευση των διατυπώσεων στο τελωνείο προορισμού, βάσει των άρθρων 406 έως 409, - για τα εμπορεύματα που έχουν προηγουμένως υπαχθεί σε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς, με την επιφύλαξη του άρθρου 278, - για τα εμπορεύματα που, μετά την προσκόμισή τους στο τελωνείο, σύμφωνα με το άρθρο 40 του κώδικα, μεταφέρθηκαν στις ανωτέρω αποθήκες ή χώρους υπό διαδικασία διαμετακόμισης άλλη από την προβλεπόμενη στην πρώτη περίπτωση, - για τα εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης στο τελωνείο, σύμφωνα με το άρθρο 41 στοιχείο β) του κώδικα. Άρθρο 264 1. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 263 παρέχεται: - εφόσον τα λογιστικά βιβλία του αιτούντος επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να διενεργήσουν αποτελεσματικό έλεγχο, και ιδίως έλεγχο εκ των υστέρων, - εφόσον μπορεί να εξασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος της τήρησης των απαγορεύσεων ή περιορισμών κατά την εισαγωγή ή άλλων διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. 2. Η άδεια δεν χορηγείται, κατά κανόνα, όταν ο αιτών: - έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση ή επανειλημμένες παραβάσεις των τελωνειακών ρυθμίσεων, - διενεργεί πράξεις θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνο περιστασιακά. Άρθρο 265 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 του κώδικα, οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην ανακαλέσουν την άδεια όταν: - ο δικαιούχος της εκτελέσει τις υποχρεώσεις του εντός προθεσμίας που καθορίζεται, ενδεχομένως, από τις τελωνειακές αρχές, ή - η παράλειψη δεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στη σωστή λειτουργία του καθεστώτος. 2. Η άδεια ανακαλείται, κατά κανόνα, στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 264 παράγραφος 2. 3. Η άδεια μπορεί να ανακληθεί όταν παρουσιαστεί η περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 264 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση. Άρθρο 266 1. Για να δοθεί στις τελωνειακές αρχές η δυνατότητα να εξακριβώσουν την κανονική διεκπεραίωση των εργασιών, ο δικαιούχος της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 263 υποχρεούται, από τη στιγμή της άφιξης των εμπορευμάτων στους καθορισμένους για το σκοπό αυτό χώρους: α) να γνωστοποιήσει την άφιξη αυτή στις τελωνειακές αρχές, ακολουθώντας την τυπική διαδικασία και τους τρόπους που καθορίζονται από αυτές, προκειμένου να του παρασχεθεί η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων· β) να καταχωρήσει τα εμπορεύματα στα λογιστικά του βιβλία. Η καταχώρηση αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από κάθε άλλη διατύπωση που προβλέπεται από τις τελωνειακές αρχές και παρέχει ανάλογα εχέγγυα. Πρέπει να περιλαμβάνει την ημερομηνία καταχώρησης και τις απαραίτητες ενδείξεις για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων· γ) να θέσει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών όλα τα έγγραφα από την προσκόμιση των οποίων εξαρτάται, ενδεχομένως, η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. 2. Εφόσον δεν θίγεται ο έλεγχος της κανονικής διεκπεραίωσης των εργασιών, οι τελωνειακές αρχές μπορούν: α) να επιτρέψουν να γίνεται η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) από τη στιγμή που επίκειται η άφιξη του εμπορεύματος· β) υπό ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, οφειλόμενες στη φύση των εν λόγω εμπορευμάτων και στον ταχύ ρυθμό διεκπεραίωσης των διαδικασιών, να απαλλάξουν το δικαιούχο της άδειας από την υποχρέωση γνωστοποίησης στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία κάθε άφιξης των εμπορευμάτων, υπό τον όρο ότι ο δικαιούχος παρέχει στην υπηρεσία αυτή όλες τις πληροφορίες που αυτή κρίνει αναγκαίες, για να είναι, ενδεχομένως, σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά της για εξέταση των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, η καταχώρηση των εμπορευμάτων στα λογιστικά βιβλία του ενδιαφερομένου επέχει θέση άδειας παραλαβής. Άρθρο 267 Η αναφερόμενη στο άρθρο 263 άδεια καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας, και ειδικότερα: - τα εμπορεύματα στα οποία αυτή εφαρμόζεται, - τη μορφή των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 266, καθώς και τα στοιχεία της εγγύησης που πρέπει να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος, - τη στιγμή παραλαβής των εμπορευμάτων, - την προθεσμία εντός της οποίας η συμπληρωματική διασάφηση πρέπει να κατατεθεί στο αρμόδιο τελωνείο που ορίζεται για το σκοπό αυτό, - τους όρους υπό τους οποίους τα εμπορεύματα αποτελούν, ενδεχομένως, αντικείμενο συνολικών, περιοδικών ή ανακεφαλαιωτικών διασαφήσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Διασάφηση για οικονομικό τελωνειακό καθεστώς Τμήμα 1 Υπαγωγή σε οικονομικό τελωνειακό καθεστώς Υποτμήμα 1 Υπαγωγή στο καθεστώς της τελωνειακής αποταμίευσης Α. Ελλιπής διασάφηση Άρθρο 268 1. Οι διασαφήσεις για την υπαγωγή στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης που μπορεί να αποδεχθεί το τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς, κατ' αίτηση του διασαφιστή, χωρίς αυτές να περιέχουν ορισμένα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα 37, πρέπει τουλάχιστον να περιέχουν τα αναγκαία στοιχεία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων τα οποία αφορούν, καθώς και την ποσότητά τους. 2. Τα άρθρα 255, 256 και 259 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. 3. Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για τις διασαφήσεις υπαγωγής στο καθεστώς των κοινοτικών γεωργικών εμπορευμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 529 έως 534. Β. Διαδικασία απλουστευμένης διασάφησης Άρθρο 269 1. Μπορεί να επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο, μετά από αίτησή του και σύμφωνα με τους όρους και τον τρόπο που αναφέρονται στο άρθρο 270, να υπαγάγει εμπορεύματα στο καθεστώς με κατάθεση απλουστευμένης διασάφησης, κατά την προσκόμιση αυτών στο τελωνείο. Η απλουστευμένη διασάφηση μπορεί να έχει τη μορφή: - είτε ελλιπούς διασάφησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 268, - είτε διοικητικού ή εμπορικού εγγράφου συνοδευόμενου από αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς. Πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 268 παράγραφος 1. 2. Όταν η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε αποθήκη τύπου Δ, η απλουστευμένη διασάφηση πρέπει να περιλαμβάνει επίσης το είδος, με αρκετά ακριβή περιγραφή, ώστε να επιτρέπει την άμεση και βέβαιη κατάταξη, καθώς και τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων. 3. Η διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται σε αποθήκες τύπου Β και ΣΤ και στην υπαγωγή των κοινοτικών γεωργικών εμπορευμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 529 έως 534 στο καθεστώς σε οποιοδήποτε τύπο αποθήκης. Άρθρο 270 1. Η αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 269, παράγραφος 1 πρέπει να συντάσσεται γραπτώς και να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την παροχή της άδειας. Όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις, η αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 269 παράγραφος 1 μπορεί να αντικαθίσταται από συνολική αίτηση που καλύπτει τις πράξεις που πρόκειται να εκτελεστούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σ’ αυτή την περίπτωση, η εν λόγω αίτηση πρέπει να γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 497 έως 502 και να υποβάλλεται με την αίτηση για παροχή άδειας διαχείρισης αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης ή ως τροποποίηση της αρχικής άδειας, στην τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την άδεια υπαγωγής στο καθεστώς. 2. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 269 παράγραφος 1 παρέχεται στον ενδιαφερόμενο, εφόσον δεν θίγεται η κανονικότητα των πράξεων. 3. Η άδεια δεν παρέχεται κατά κανόνα όταν: - δεν προσφέρονται όλες οι εγγυήσεις, που είναι αναγκαίες για την καλή διεξαγωγή των πράξεων, - ο ενδιαφερόμενος δεν πραγματοποιεί συχνά πράξεις υπαγωγής στο καθεστώς, - ο ενδιαφερόμενος διέπραξε σοβαρή παράβαση ή επανειλημμένες παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας. 4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 του κώδικα, η άδεια μπορεί να ανακληθεί όταν εμφανίζονται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Άρθρο 271 Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 269 παράγραφος 1 καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες λειτουργίας της διαδικασίας, και ιδίως: - το ή τα τελωνεία υπαγωγής στο καθεστώς, - τον τύπο και το περιεχόμενο των απλουστευμένων διασαφήσεων. Δεν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικής διασάφησης. Γ. Διαδικασία εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο Άρθρο 272 1. Η άδεια υπαγωγής στη διαδικασία εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο παρέχεται υπό τους όρους και σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και στα άρθρα 273 και 274. 2. Το άρθρο 269 παράγραφος 2 και το άρθρο 270 εφαρμόζονται κατ' αναλογία. Άρθρο 273 1. Για να επιτραπεί στις τελωνειακές αρχές να εξασφαλίσουν την κανονικότητα των εργασιών, ο δικαιούχος της άδειας υποχρεούται, κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στους χώρους που έχουν οριστεί για το σκοπό αυτό: α) να ανακοινώσει τη συγκεκριμένη άφιξη στο τελωνείο ελέγχου υπό τους όρους και σύμφωνα με τον τρόπο που αυτό έχει ορίσει· β) να πραγματοποιήσει τις εγγραφές στη λογιστική αποθήκης· .γ) να θέσει στη διάθεση του τελωνείου ελέγχου όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς. Η εγγραφή που αναφέρεται στο στοιχείο β) πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον ορισμένα από τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην εμπορική πρακτική για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων συμπεριλαμβανομένης της ποσότητάς τους. 2. Εφαρμόζεται το άρθρο 266 παράγραφος 2. Άρθρο 274 Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 272 παράγραφος 1 καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες λειτουργίας της διαδικασίας και καθορίζει, ιδίως: - τα εμπορεύματα στα οποία αυτή εφαρμόζεται, - τη μορφή των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 273, - τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται η παραλαβή των εμπορευμάτων. Δεν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικής διασάφησης. Υποτμήμα 2 Υπαγωγή στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, μεταποίησης υπό τελωνειακό έλεγχο ή προσωρινής εισαγωγής Α. Ελλιπής διασάφηση Άρθρο 275 1. Οι διασαφήσεις υπαγωγής σε κάποιο οικονομικό τελωνειακό καθεστώς εκτός από την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή και την τελωνειακή αποταμίευση, που μπορεί να αποδεχθεί το τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς κατ’ αίτηση του διασαφιστή, χωρίς αυτές να περιέχουν ορισμένα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα 37 ή χωρίς να επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 220, πρέπει τουλάχιστον να περιέχουν τα στοιχεία που αναφέρονται στις θέσεις 14, 21, 31, 37, 40 και 54 του ενιαίου διοικητικού εγγράφου και στη θέση 44 τα στοιχεία αναφοράς της άδειας, ή: - τα στοιχεία αναφοράς της αίτησης, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 556 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ή - τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 568 παράγραφος 3 στο άρθρο 656 παράγραφος 3 ή στο άρθρο 695 παράγραφος 3, εφόσον είναι δυνατόν να καταχωρηθούν στη συγκεκριμένη θέση, σε περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι απλουστευμένες διαδικασίες έκδοσης της αδείας. 2. Τα άρθρα 255, 256 και 259 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. 3. Εφαρμόζονται επίσης κατ' αναλογία, σε περίπτωση υπαγωγής στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή (σύστημα επιστροφής), τα άρθρα 257 και 258. Β. Διαδικασία απλουστευμένης διασάφησης και εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο Άρθρο 276 Οι διατάξεις των άρθρων 260 έως 267 και 270 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στα εμπορεύματα που διασαφίζονται για να υπαχθούν στα οικονομικά τελωνειακά καθεστώτα που προβλέπονται στο παρόν υποτμήμα. Υποτμήμα 3 Εμπορεύματα που διασαφίζονται για την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή Άρθρο 277 Οι διατάξεις των άρθρων 279 έως 289 που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που διασαφίζονται για την εξαγωγή ισχύουν κατ' αναλογία για τα εμπορεύματα που διασαφίζονται για την εξαγωγή στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή. Τμήμα 2 Λήξη οικονομικού τελωνειακού καθεστώτος Άρθρο 278 1. Στις περιπτώσεις λήξης οικονομικού τελωνειακού καθεστώτος, εκτός από τα καθεστώτα της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή και της τελωνειακής αποταμίευσης, μπορεί να εφαρμόζονται οι απλουστευμένες διαδικασίες που προβλέπονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, την εξαγωγή και την επανεξαγωγή. Στην περίπτωση της επανεξαγωγής, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 279 έως 289. 2. Στις περιπτώσεις θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, μπορεί να εφαρμόζονται οι απλουστευμένες διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 254 έως 267. 3. Στις περιπτώσεις λήξης του καθεστώτος τελωνειακής αποταμίευσης, μπορεί να εφαρμόζονται οι απλουστευμένες διαδικασίες που προβλέπονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, την εξαγωγή και την επανεξαγωγή. Ωστόσο: α) για τα εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς σε αποθήκη τύπου ΣΤ δεν είναι δυνατό να επιτραπεί καμία απλουστευμένη διαδικασία· β) για τα εμπορεύματα που υπάγονται στο καθεστώς σε αποθήκη τύπου Β εφαρμόζονται μόνο οι ελλιπείς διασαφήσεις ή η διαδικασία της απλουστευμένης διασάφησης· γ) η έκδοση άδειας για αποθήκη τύπου Δ επιβάλλει την αυτόματη εφαρμογή της διαδικασίας εκτελωνισμού στις εγκαταστάσεις του ενδιαφερόμενου για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί την εφαρμογή υπέρ αυτού ευνοϊκών στοιχείων δασμολόγησης, που δεν μπορούν να ελεγχθούν χωρίς φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν άλλες διαδικασίες που προϋποθέτουν την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο· δ) δεν εφαρμόζεται καμία απλουστευμένη διαδικασία για τα κοινοτικά γεωργικά εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης κατ' εφαρμογή των άρθρων 529 έως 534. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Διασάφηση εξαγωγής Άρθρο 279 Οι διατυπώσεις που πρέπει να διεκπεραιώνονται στο τελωνείο εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 792 είναι δυνατό να απλουστευτούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Στο παρόν κεφάλαιο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 793 και 796. Τμήμα 1 Ελλιπής διασάφηση Άρθρο 280 1. Οι διασαφήσεις εξαγωγής τις οποίες δύνανται να αποδεχθούν οι τελωνειακές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, χωρίς να αναγράφονται σ' αυτές ορισμένα από τα στοιχεία που παρατίθενται στο παράρτημα 37, πρέπει τουλάχιστον να φέρουν τις ενδείξεις που προβλέπονται για τις θέσεις 1 (πρώτη υποδιαίρεση), 2, 14, 17, 31, 33, 38, 44 και 54 του ενιαίου διοικητικού εγγράφου, καθώς και: - προκειμένου για εμπορεύματα που υπόκεινται σε εξαγωγικούς δασμούς ή σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο που προβλέπεται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν την ορθή εφαρμογή των δασμών αυτών ή των μέτρων, - κ