87/418/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση χαλυβδοσωλήνων (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 227 της 14/08/1987 σ. 0045 - 0049
***** ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 4ης Φεβρουαρίου 1987 σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση χαλυβδοσωλήνων (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά (87/418/ΕΟΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: την συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, Αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, και αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, Εκτιμώντας ότι: Ι Στις 19 Ιουλίου 1984 η βελγική κυβέρνηση κοινοποίησε, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, την πρόθεσή της να εφαρμόσει υπέρ επιχειρήσεως κατασκευής σωλήνων εγκατεστημένης στην περιοχή της Λιέγης τα εξής μέτρα: αύξηση του κεφαλαίου κατά 1,8 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα και συμμετοχή στην έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών συμμετοχής μέχρι ποσού 2,2 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων η εν λόγω συνδρομή των δημοσίων αρχών παρέχεται επί πλέον του συνόλου των ενισχύσεων που έχει ήδη εγκρίνει η Επιτροπή το 1982 για την ίδια επιχείρηση. Εξάλλου, από τις πληροφορίες που περιήλθαν μεταγενέστερα στην Επιτροπή (στις οποίες επιβεβαίωσε η βελγική κυβέρνηση με επιστολή της της 29ης Ιουλίου 1985) προκύπτει ότι η προαναφερόμενη επιχείρηση είχε προηγουμένως λάβει, πέραν των ενισχύσεων που κοινοποιήθηκαν στις 19 Ιουλίου 1984, και άλλες δημόσιες παροχές χωρίς την έγκριση της Επιτροπής, και άρα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι οι υποβληθείσες στην εξέταση της Επιτροπής ενισχύσεις (ενισχύσεις που χορηγήθηκαν χωρίς κοινοποίηση και ενισχύσεις που κοινοποιήθηκαν στις 19 Ιουλίου 1984) ανέρχονται συνολικά σε 9,085 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα, στα οποία προστίθεται το όφελος που προκύπτει από τις χορηγηθείσες ενισχύσεις δυνάμει της εφαρμογής των νόμων περί οικονομικής αναπτύξεως, ύψους 1,212 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων. Στο πέρας προκαταρκτικής εξέτασης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι παρά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού που κατεβλήθη και παρά τις ενισχύσεις που έχει ήδη λάβει, η επιχείρηση εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρά ελλειματικά αποτελέσματα. Επίσης, η Επιτροπή επεσήμανε ότι οι προοπτικές εξυγίανσης της επιχείρησης, όπως αυτές που προκύπτουν από τις προβλέψεις των διευθυντών της, βαρύνονται από ισχυρές αβεβαιότητες. Πράγματι η βελτίωση των αποτελεσμάτων αναμένεται κυρίως από την ανάκαμψη των πωλήσεων αφενός στον τομέα των σωλήνων υψηλής ποιότητας και, αφετέρου, σε πλέον προσοδοφόρες αγορές από αυτές τις οποίες εξυπηρετεί μέχρι σήμερα η επιχείρηση. Αλλά μια τέτοια προοπτική είναι εντελώς αστάθμητη λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως πλεονάζοντος δυναμικού παραγωγής στον τομέα αυτό, που καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την κατάκτηση εκ μέρους της επιχείρησης νέων μεριδίων στην αγορά. Υπό τις συνθήκες αυτές, και δεδομένου ότι οι ενισχύσεις που υποβλήθηκαν σε εξέταση περιείχαν τον κίνδυνο να προκαλέσουν συμαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού σε μια ευαίσθητη αγορά, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει εναντίον τους τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, με σκοπό κυρίως να της γνωστοποιηθούν οι απόψεις των ενδιαφερομένων. Με επιστολή της 5ης Ιουλίου 1985, κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Τα λοιπά κράτη μέλη ενημερώθηκαν με επιστολή της 12ης Ιουλίου 1985, και οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι με ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 16 Ιουλίου 1985 (1). Παρά την κίνηση της διαδικασίας αυτής, η βελγική κυβέρνηση προχώρησε στην καταβολή των ενισχύσεων που είχαν κοινοποιηθεί σαν σχέδιο στις 19 Ιουλίου 1984. Εξάλλου, η βελγική κυβέρνηση κοινοποίησε, με επιστολή της 6ης Ιουνίου 1986, σχέδιο ενισχύσεως της ιδίας επιχειρήσεως, που συνίσταται στην κεφαλοποίηση εγγυημένων δανείων ύψους 3,010 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων. Με επιστολή της 1ης Αυγούστου 1986 η Επιτροπή κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Τα άλλα κράτη μέλη ενημερώθηκαν επίσης με επιστολές της 10ης Νοεμβρίου 1986 καθώς και οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι, στις 19 Νοεμβρίου 1986 (2). Παρά τη διαδικασία αυτή, η βελγική κυβέρνηση προχώρησε στην προαναφερόμενη κεφαλαιοποίηση μέχρι ποσού 2,510 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων. Από τα προαναφερόμενα στοιχεία προκύπτει ότι το σύνολο των ενισχύσεων που αποτελούν αντικείμενο των δύο ανωτέρω διαδικασιών (εξαιρουμένων των 500 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων που αποτελούν κεφαλαιοποιήσεις) χορηγήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. ΙΙ Υποβάλλοντας τις παρατηρήσεις της με τις επιστολές της 29ης Ιουλίου 1985 και ύστερα της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, η βελγική κυβέρνηση ισχυρίστηκε καταρχάς ότι οι παρεμβάσεις του κράτους υπέρ της επιχειρήσεως δεν ήταν φύσεως τέτοιας που να προκαλούνται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Πράγματι, οι ενισχύσεις του δημοσίου που χορηγήθηκαν μέχρι το 1982 με την έγκριση της Επιτροπής, και αυτές που χορηγήθηκαν κατά παράβαση, της συνθήκης ΕΟΚ δεν θα ήταν καν δυνατόν να είναι επαρκείς για να εξασφαλιστεί η οικονομική ισορροπία της επιχείρησης κυρίως επειδή έχει υποτιμηθεί το κόστος του επενδυτικού προγράμματος, που τέθηκε σε εφαρμογή το 1982. Ως εκ τούτου, οι παρεμβάσεις που κοινοποιήθηκαν το 1984 προορίζονταν για τη χρηματοδότηση του υπολοίπου αυτού του επενδυτικού προγράμματος και για την ικανοποίηση των αναγκών σε κεφάλαιο κινήσεως, που προκύπτουν από την αύξηση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης στη διάρκεια των τελευταίων ετών. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παρεμβάσεις του κράτους (που διαθέτει περισσότερο από το 99 % του κεφαλαίου της επιχείρησης) θα έπρεπε να θεωρηθούν όχι ως ενισχύσεις αλλά ως «εισφορές μετόχου» που δεν συνιστούν εμπόδιο για τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, το περιορισμένο ποσό των παραδόσεων που πραγματοποίησε η επιχείρηση στην κοινοτική αγορά (25 898 τόνοι το 1984, δηλαδή 8,6 % της συνολικής παραγωγής της, έναντι 36 166 τόνων το 1979) δεν θα μπορούσε να είναι φύσεως τέτοιας που να επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Η βελγική κυβέρνηση υπογράμμισε επίσης τη σημασία που έχει να διατηρηθεί η επιχείρηση σε λειτουργία σε μια περιοχή που μαστίζεται από την κρίση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Υπέδειξε τέλος, βασιζόμενη σε στοιχεία που της παρασχέθηκαν από την επιχείρηση ότι ήδη το 1985 επρόκειτο να επιτευχθεί ισορροπία στα οικονομικά αποτελέσματα της επιχείρησης, ενώ από το 1986 θα πρέπει ήδη να σημειωθούν θετικά αποτελέσματα. Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται τόσο στις συνεχιζόμενες συμβάσεις παραδόσεων που συνάπτονται από το 1980 με τον κυριότερο πελάτη της (τη Σοβιετική Ένωση), οι οποίες εξασφαλίζουν για την επιχείρηση σταθερή εμπορική βάση με την έννοια μιας κατειλημμένης αγοράς η οποία αν και μειωμένη παραμένει σημαντική · όσο επίσης και την ικανότητά της να διεισδύσει σε πλέον προσοδοφόρες αγορές. Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας από τρία άλλα κράτη μέλη και τέσσερις επαγγελματικές ενώσεις παραγωγών χαλυβδοσωλήνων εκφράζουν, ιδίως, τους ζωηρούς φόβους ότι η προβλεπόμενη διείσδυση εκ μέρους της δικαιούχου επιχείρησης σε νέες αγορές, οι οποίες υφίστανται την πίεση της ύπαρξης μεγάλων πλεονασμάτων της ικανότητας παραγωγής, δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσω αποσταθεροποιητικής πολιτικής τιμών· μια τέτοια πολιτική, που μπορεί να εφαρμοστεί με τη χορήγηση ενισχύσεων μεγάλου ποσού θα συνεπαγόταν ισχυρή στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας. Οι ανησυχίες αυτές εντάθηκαν από τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα - περιοριστικά μέτρα στις εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής στην Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες κρατικού εμπορίου και σε ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες - που τείνουν να καταστήσουν την αγορά περισσότερο ευαίσθητη, θέτοντας τους κοινοτικούς παραγωγούς σε επισφαλή κατάσταση. Τέλος επεστήθη η προσοχή της Επιτροπής στις προσπάθειες που έχουν ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο αυτό, σε ορισμένα κράτη μέλη για να μειωθούν οι πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής, ενώ αντίθετα η δικαιούχος επιχείρηση, που εξαρτάται σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές της, αύξησε τη δική της ικανότητα παραγωγής στη διάρκεια των τελευταίων ετών. ΙΙΙ Οι χορηγήσεις του δημοσίου, που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας απόφασης, παραχωρήθηκαν (εξαιρουμένων των κεφαλαιοποιήσεων ποσού 500 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων που αναφέρονται στη διαδικασία που κινήθηκε την 1η Αυγούστου 1986) χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής και είναι επομένως παράνομες καθώς η βελγική κυβέρνηση δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της που υπέχει βάσει του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, το σύνολο των εν λόγω εισφορών του δημοσίου, που συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 ΕΟΚ, δεν μπορούν να τύχουν καμιάς των παρεκκλίσεων του άρθρου 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, και ως προς τούτου, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα σημεία. IV Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (1) και την ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη (2), οι εκ μέρους των δημοσίων αρχών αναλήψεις μεριδίου συμμετοχής στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 όταν υπάρχει εισφορά νέου κεφαλαίου υπό συνθήκες που θα ήταν απαράδεκτες για ιδιώτη επενδυτή ο οποίος ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες σε οικονομία της αγοράς. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και ιδίως η διάρθρωση και ο όγκος του χρέους της είναι τέτοια που να φαίνεται αδικαιολόγητο να προεξοφλείται μια κανονική απόδοση (σε μερίσματα ή σε αξία) των επενδυμένων κεφαλαίων μέσα σε εύλογη προθεσμία· το ίδιο ισχύει επίσης όταν κατά την εισφορά κεφαλαίου σε επιχείρηση, το κεφάλαιο της οποίας είναι κατανεμημένο μεταξύ ιδιωτών μετόχων και του δημοσίου, η δημόσια συμμετοχή φθάνει μια αναλογία αισθητά ανώτερη από αυτή της αρχικής κατανομής του κεφαλαίου. Αντίθετα, δεν υπάρχει ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 αν η διάθεση νέου κεφαλαίου στην επιχείρηση πραγματοποιείται υπό συνθήκες που θα ήταν αποδεκτές για ένα ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες σε οικονομία της αγοράς. Ειδικότερα, στο πλαίσιο εισφοράς εκ μέρους του κράτους νέου κεφαλαίου στις δημόσιες επιχειρήσεις δεν υπάρχει, καταρχήν ενίσχυση αν η εισφορά αυτή αντιστοιχεί σε νέες επενδυτικές ανάγκες και στο κόστος που συνδέεται άμεσα με αυτές, από την στιγμή που ο κλάδος στο πλαίσιο του οποίου η επιχείρηση έχει τις δραστηριότητές της, δεν παρουσιάζει δομική υπερεπάρκεια δυναμικού παραγωγής στην κοινή αγορά και εφόσον η οικονομική κατάσταση της εν λόγω επιχείρησης είναι υγιής· το ίδιο ισχύει επίσης κατά την αύξηση της συμμετοχής του δημοσίου στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων, όταν η εισφορά κεφαλαίου είναι ανάλογη με τον αριθμό των μεριδίων που διαθέτουν οι δημόσιες αρχές και γίνεται παράλληλα με την εισφορά κεφαλαίων εκ μέρους ιδιώτη μετόχου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της σε ένα τομέα που αντιμετωπίζει, (όπως αποδεικνύουν επαρκώς οι στατιστικές) σημαντικά διαρθρωτικά πλεονάσματα παραγωγικής ικανότητας· ως προς τούτο, τα στοιχεία που διαβίβασε η ίδια η κυβέρνηση του Βελγίου αναφέρουν, για τις κυριότερες δυτικές χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες, Ιαπωνία, Ευρωπαϊκή Κοινότητα) πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής κατά 35 έως 40 % των υφιστάμενων μονάδων· εξάλλου, η κατάσταση που διακρίνει την πετρελαϊκή αγορά οδηγεί σε επιβράδυνση των δραστηριοτήτων αντλήσεως του πετρελαίου. Η ζήτηση για μη συγκολλημένους σωλήνες στον πετρελαϊκό τομέα, που έχει ήδη παρουσιάσει κάμψη ενδέχεται να μειωθεί ακόμη αισθητά στη διάρκεια των προσεχών ετών· στο πλαίσιο αυτό η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της επιχειρήσεως, η οποία χαρακτηρίζεται τα τελευταία έτη από σημαντικές ζημίες, παραμένει επισφαλής (για τους κατωτέρω αναφερόμενους λόγους)· τέλος, οι ιδιώτες μέτοχοι έχουν ήδη αποχωρήσει δύο φορές (1980 και 1982), ενώ το βελγικό κράτος έχει από τότε αναλάβει μόνο του τους επιχειρηματικούς κινδύνους που συνδέονται με τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παρεμβάσεις του βελγικού κράτους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εισφορές κεφαλαίου εκ μέρους μετόχου που λειτουργεί υπό τις κανονικές συνθήκες οικονομίας της αγοράς, αλλά ως κρατικές ενισχύσεις που πρέπει να εκτιμηθούν δυνάμει του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ. V Η παγκόσμια βιομηχανία χαλυβδοσωλήνων αντιμετωπίζει ήδη από μερικά έτη, οξύτατη κατάσταση κρίσης και ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό είναι ακόμη χαρακτηριστικότερο όσον αφορά την κατηγορία των μη συγκολλημένων σωλήνων (η παγκόσμια παραγωγή των οποίων, της τάξης των 26,7 εκατομμυρίων τόνων το 1981, μειώθηκε από τότε κατά 20 % περίπου), και ειδικότερα ακόμη των σωλήνων που προορίζονται για τον πετρελαϊκό τομέα οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 85 % περίπου της δραστηριότητας της δικαιούχου επιχείρησης, και των οποίων η τιμή εμφάνισε πτώση κατά 50 % περίπου μεταξύ 1982 και 1984, συνέχισε δε να υποχωρεί το 1985. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ίδιας της επιχείρησης «αυτή η αδυναμία της αγοράς θα συνεχιστεί ακόμη επί αρκετά έτη λόγω της μειώσεως της ζητήσεως πετρελαίου και των τεραστίων αποθεμάτων που δημιουργήθηκαν το 1981» και υπό τις συνθήκες αυτές «ο δείκτης απασχόλησης των παραγωγών δεν πρόκειται να υπερβαίνει σημαντικά και κατά μέσο όρο το 60 % μέχρι 1990». Η δραστηριότητα των κοινοτικών παραγωγών μη συγκολλημένων σωλήνων είναι σε μεγάλο τμήμα της προσανατολισμένης προς τις ευρύτερες εξαγωγές, καθώς η εμφανής κατανάλωση στην Κοινότητα αντιπροσώπευε το 1984 το ήμισυ περίπου των 4,3 εκατομμυρίων τόνων που παρήχθησαν· πάντως, οι δυνατότητες διάθεσης στην κοινοτική αγορά παραμένουν αρκετά σημαντικές για τον τομέα αυτό (το 1/4 περίπου των εξαγωγών σωλήνων από τα κράτη μέλη πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Κοινότητας) ώστε οποιοδήποτε πλεονέκτημα χορηγείται σε ένα από τους παραγωγούς να επηρεάζει άμεσα τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Το άρθρο 92 της συνθήκης ΕΟΚ αφορά τις ενισχύσεις που επηρεάζουν άμεσα το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Στον εξαταζόμενο τομέα, η ύπαρξη σημαντικών πλεονασμάτων παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο και η απορρέουσα αστάθεια των τιμών, καθώς και οι επιβαλλόμενοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορισμοί στις εισαγωγές (οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν την κυριότερη παγκόσμια αγορά) καθώς και οι νέες μονάδες που λειτουργούν στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες κρατικού εμπορίου, τοποθετούν τους κοινοτικούς παραγωγούς σε κατάσταση επισφαλή και τους ενθαρρύνουν στην εκ νέου ανάπτυξη των πωλήσεών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε πλεονέκτημα χορηγείται σε ένα από τους παραγωγούς αυτούς (ακόμη και αν κατά την χορήγηση του πλεονεκτήματος αυτού ο εν λόγω παραγωγός πραγματοποιούσε το σύνολο σχεδόν των πωλήσεών του σε τρίτες αγορές) θα επηρέαζε αναπόφευκτα την ανταγωνιστική θέση των άλλων παραγωγών· υπό τις σημερινές συνθήκες της αγοράς μη συγκολλημένων σωλήνων, δεν είναι δυνατόν λοιπόν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να συνεπάγεται, η διατήρηση σε λειτουργία με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων μιας εξαγωγικής προς άλλες τρίτες χώρες επιχείρησης, την εξαφάνιση άλλων επιχειρήσεων της κοινότητας ή την απώλεια μέρους των δραστηριοτήτων τους. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σημείων, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην εν λόγω επιχείρηση, οι παραδόσεις της οποίας για ευρύτερες εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 90 % περίπου του κύκλου εργασιών της, αλλά της οποίας η παραγωγή (προκειμένου για τους μη συγκολλημένους σωλήνες διαμέτρου μεταξύ 127 και 416 χιλιοστών, που συνιστούν την κυριότερη δραστηριότητά της) ανέρχεται στο 17 % της κοινοτικής παραγωγής, είναι όντως φύσεως τέτοιας που να επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ και, βάσει των κατωτέρω ανταπτυσσόμενων σημείων του σκεπτικού, δεν μπορούν να τύχουν καμιάς των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από το άρθρο 92 της συνθήκης ΕΟΚ. VI Το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ θεσπίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις που παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά που αναφέρονται από το ίδιο άρθρο, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Οι παρεκκλίσεις ως προς την αρχή αυτή, που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και των στόχων των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων. Το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ αναφέρεται στις ενισχύσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Το συμβιβάσιμο με τη συνθήκη πρέπει να εξετάζεται μέσα στο κοινοτικό πλαίσιο και όχι στο πλαίσιο ενός μεμονωμένου κράτους μέλους. Για να διατηρηθεί η καλή λειτουργία της κοινής αγοράς και να ληφθούν υπόψη οι αρχές του άρθρου 3 στοιχείο στ) της συνθήκης ΕΟΚ, οι εξαιρέσεις από την αρχή του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά κατά την εξέταση οποιουδήποτε καθεστώτος ενισχύσεων ή μεμονωμένου μέτρου ενισχύσεως. Όσον αφορά την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) σχετικά με τις ενισχύσεις που προορίζονται για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης ορισμένων περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι χαμηλό και στις οποίες υπάρχει σοβαρή υποαπασχόληση, έχει βέβαια αποδειχθεί ότι η περιοχή της Λιέγης έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα από τις εκεί καταργηθείσες θέσεις απασχόλησης, ειδικότερα στο πλαίσιο της διαδικασίας αναδιάρθρωσης της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Εντούτοις, η Επιτροπή έχει ήδη θεωρήσει, βασιζόμενη σε εμπεριστατωμένη κοινωνικοοικονομική ανάλυση για τις βελγικές περιφέρειες (1) ότι οι περιοχές αυτές δεν παρουσιάζουν ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ούτε σοβαρή υποαπασχόληση· η βελγική κυβέρνηση δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση την ανάλυση αυτή ούτε παρουσίασε νέα στοιχεία που ενδεχομένως να τη διαφοροποιούν. Σχετικά με την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, αναφορικά με τις ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον τους όρους των συναλλαγών, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση δυνάμει του νόμου οικονομικής επεκτάσεως της 30ής Δεκεμβρίου 1970 δεν υπερβαίνουν τα καθορισθέντα με την απόφαση 82/740/ΕΟΚ όρια για τις περιφερειακές ενισχύσεις, και άρα δεν είναι παράνομες. Αντίθετα, η παρέκκλιση του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης σχετικά με τις ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών, δεν είναι εφαρμοστέα. Πράγματι, η δικαιούχος επιχείρηση αντιμετωπίζει από πολλά έτη σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες, τις οποίες η βελγική κυβέρνηση έχει ήδη προσπαθήσει να αντιμετωπίσει. Η Επιτροπή ενέκρινε έτσι το 1982 ένα πρώτο σύνολο ενισχύσεων υπέρ της επιχείρησης αυτής με στόχο να πραγματοποιηθεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την κατασκευή ελασματουργείου 150 000 τόνων και οδηγεί έτσι στο διπλασιασμό των ικανοτήτων παραγωγής της επιχείρησης, όσον αφορά τους μη συγκολλημένους σωλήνες. Η Επιτροπή οφείλει σήμερα να διαπιστώσει ότι τα στοιχεία που υπέβαλε η βελγική κυβέρνηση, στα οποία είχε βασίσει την απόφασή της, δεν επιβεβαιώθηκαν από τα γεγονότα· έτσι, η σημαντική αυτή προσπάθεια επέκτασης, όπως είχε παρουσιαστεί από την Επιτροπή, απέβλεπε στην εξασφάλιση του μέλλοντος της επιχείρησης στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης συμβάσεως που συνήφθη με την Σοβιετική Ένωση. Αλλά, ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε και η επιχείρηση προσπαθεί σήμερα αντίθετα, να απεμπλακεί από την σοβιετική αγορά, που κρίνεται ως ανεπαρκώς προσοδοφόρα. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι προβλέψεις για οικονομική ανόρθωση που είχαν ανακοινωθεί από τη βελγική κυβέρνηση στις αρχές του 1982, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν και ως εκ τούτου η επιχείρηση ήταν ανίκανη, χωρίς ενίσχυση, να δημιουργήσει αύξηση του κεφαλαίου κινήσεως που αντιστοιχεί στην ισχυρή διεύρυνση του κύκλου εργασιών της μετά τη σύναψη των συμβάσεων για παραδόσεις στην Σοβιετική Ένωση (ήτοι 13,4 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα το 1984, έναντι των 5,75 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων το 1981). Πράγματι, οι λογαριασμοί του 1984 εμφανίζουν αρνητικό αποτέλεσμα (μετά από τις αποσβέσεις και τις χρηματοπιστωτικές δαπάνες που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα το 6,9 % και το 8,4 % του κύκλου εργασιών), άνω του 14 % του κύκλου εργασιών. Το αποτέλεσμα αυτό επρόκειτο να επιδεινωθεί το 1985. Ακόμα και αν ληφθεί υπόψη η οικονομική αναδιάρθρωση (μέσω των υπό εξέταση ενισχύσεων) που θα επαναφέρει τα χρηματοπιστωτικά βάρη στο « κανονικό» επίπεδο του 4 % του κύκλου εργασιών, το αποτέλεσμα θα παρέμενε αρνητικό. Οι εσωτερικές βελτιώσεις που έχει προβλέψει η επιχείρηση (παραγωγικότητα και μείωση των απασχολουμένων) δεν είναι φύσεως τέτοιας που να καλύπτονται οι ζημίες, και η αποκατάσταση της επιχείρησης αναμένεται κυρίως μέσα από την προσπάθεια που θα καταβληθεί στο επίπεδο της εμπορικής πολιτικής, με κυριότερο στόχο να μειωθεί το μερίδιο που καταλαμβάνει η σοβιετική αγορά. Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη να κατακτηθούν νέες θέσεις σε άλλες αγορές, με την υπόθεση ότι δεν θα είναι απαραίτητο για το σκοπό αυτό να γίνουν θυσίες στο επίπεδο των τιμών πωλήσεως, θυσίες που θα εξουδετέρωναν τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις αυτής της διαφοροποίησης· ειδικότερα, η πραγματοποίηση του στόχου αυτού προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διάφορες υποθέσεις που έχει καταστρώσει η επιχείρηση, ότι οι πωλήσεις εκτός ΕΟΚ, Σοβιετικής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, θα ανέλθουν από 32 000 τόνους το 1984 σε περίπου 120 000 έως 220 000 τόνους το 1989 στη συνολική αγορά, η οποία πρόκειται μάλλον να παραμένει σταθερή στα 3 εκατομμύρια τόνους περίπου. Έτσι, η αύξηση των ικανοτήτων παραγωγής της επιχείρησης, που παρουσιάσθηκε το 1982 ότι προορίζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες μιας εξασφαλισμένης αγοράς (και που ως εκ τούτου η Επιτροπή, βασιζόμενη στα στοιχεία που υπέβαλε η βελγική κυβέρνηση, θεώρησε ότι μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις ενισχύσεις) πρόκειται τελικά μάλλον να παρεκκλίνει εν μέρει από τον αρχικό στόχο της και να συμβάλλει στην όξυνση της υφιστάμενης ανισότητας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στις αγορές που είναι ακόμη ανοικτές στις ευρωπαϊκές παραδόσεις. Σήμερα, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί την καταβολή ενίσχυσης συμπληρωματικής σε αρχική ενίσχυση, την οποία δεν θα είχε εγκρίνει το 1982 αν διέθετε τότε τα οικονομικά στοιχεία του σχετικού φακέλου, όπως αυτά έχουν προκύψει. Επιπλέον, οι υπάρχουσες συνθήκες στην παγκόσμια αγορά μη συγκολλημένων χαλυβδοσωλήνων (πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής της τάξεως των 35 έως 40 %, εκτροπή της ροής τμήματος των παραγόμενων προϊόντων που διετίθεντο μέχρι σήμερα στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών που είναι και η κυριότερη παγκόσμια αγορά, προς άλλες αγορές ακόμη ανοικτές) καθιστούν οπωσδήποτε δύσκολη την επιτυχία μιας τέτοιας εμπορικής στρατηγικής, που συνδυάζει την κατάκτηση νέων μεριδίων στις αγορές και τη σταθερότητα στις τιμές πωλήσεως. Ως εκ τούτου οι υπό εξέταση ενισχύσεις δεν είναι, όπως είναι προφανές, φύσεως τέτοιας που να εξασφαλίζουν τη διαρκή ανάκαμψη της επιχείρησης, και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ευνοούν την οικονομική ανάπτυξη της σχετικής περιοχής. Οι ενισχύσεις αυτές, που είναι κατάλληλες για να ευνοήσουν στο πλαίσιο μιας συμπιεσμένης αγοράς έναν παραγωγό εις βάρος των ανταγωνιστών του, και να του επιτρέψουν να επεκτείνει τα μερίδια που κατέχει στην αγορά, εφαρμόζοντας τιμές που θα είναι αναγκαστικά αποσταθεροποιητικές, αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να τύχουν μιας των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ)· το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, ελλείψει των εν λόγω ενισχύσεων, η σχετική επιχείρηση θα πρέπει να παύσει τις δραστηριότητές της. Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) είναι εμφανές ότι οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση ενισχύσεις δεν προορίζονται για την προώθηση της πραγματοποίησης ενός σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, ούτε να αντιμετωπίσουν σοβαρή διαταραχή της βελγικής οικονομίας. Ενόψει του παραπάνω αναπτυχθέντος σκεπτικού, προκύπτει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις θα ευνοούσαν τη δικαιούχο επιχείρηση, της οποίας η θέση στην αγορά δεν θα ήταν απλώς αποτέλεσμα της αποδοτικότητάς της, των προσόντων και της ισχύος της, και δεν θα συνέβαλαν σε εξελίξεις που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη νόθευση των συναλλαγών που θα συνεπάγονταν σε κοινοτικό επίπεδο. Ως εκ τούτου οι ενισχύσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στους αναγκαίους όρους για την εφαρμογή μιας των παρεκκλίσεων του άρθρου 92 παράγραφος 2 και 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, η βελγική κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ και οι εν λόγω ενισχύσεις, εξαιρουμένων των κεφαλαιοποιήσεων ποσού 500 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων, είναι παράνομες και πρέπει να καταργηθούν με επιστροφή τους. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει όσον αφορά το επί της ουσίας ασυμβίβαστο με τις διατάξεις του άρθρου 92 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΟΚ του συνόλου των ενισχύσεων που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, δηλαδή κεφαλαιοποιήσεις ποσών 9,085 και 3,010 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Είναι παράνομες οι ενισχύσεις συνολικού ποσού 9,085 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων που αποτελούν το αντικείμενο των επιστολών της βελγικής κυβερνήσεως της 19ης Ιουλίου 1984 και 29ης Ιουλίου 1985, και οι οποίες χορηγήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ σε βελγική επιχείρηση κατασκευής χαλυβδοσωλήνων. Οι ενισχύσεις αυτές είναι επίσης ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ. Οι ενισχύσεις στην εν λόγω επιχείρηση, συνολικού ποσού 3,010 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων, που αποτελούν το αντικείμενο της επιστολής της βελγικής κυβερνήσεως της 6ης Ιουνίου 1986 είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, δυνάμει του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ. Οι ενισχύσεις αυτές είναι επίσης παράνομες μέχρι του ποσού 2,510 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων, επειδή χορηγήθηκαν μέχρι το εν λόγω ποσό, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Το Βέλγιο οφείλει να καταργήσει τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο οι οποίες πρέπει να επιστραφούν. Άρθρο 2 Το Βέλγιο ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που θα έχει λάβει για να συμμορφωθεί με αυτήν. Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου. Βρυξέλλες, 4 Φεβρουαρίου 1987. Για την Επιτροπή Peter SUTHERLAND Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ αριθ. C 178 της 16. 7. 1985, σ. 2. (2) ΕΕ αριθ. C 293 της 19. 11. 1986, σ. 3. (1) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 323/82 ( Intermills κατά Επιτροπής), Συλλογή 1984, σ. 3809. (2) Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 9/1984, σημείο 3.5.1. (1) Απόφαση 82/740/ΕΟΚ της 22ας Ιουλίου 1982 για την οριοθέτηση των αναπτυξιακών ζωνών δυνάμει του άρθρου 11 του βελγικού νόμου της 30ής Δεκεμβρίου 1970 (ΕΕ αριθ. L 312 της 9. 11. 1982, σ. 18) όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 85/544/ΕΟΚ της 31ης Ιουλίου 1985 (ΕΕ αριθ. L 341 της 19. 12. 1985, σ. 19)