Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1969 περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 156 της 28/06/1969 σ. 0001 - 0007
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 7 τόμος 1 σ. 0064
Δανική ειδική έκδοση: Σειρά I Κεφάλαιο 1969(I) σ. 0258
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 7 τόμος 1 σ. 0064
Αγγλική ειδική έκδοση: Σειρά I Κεφάλαιο 1969(I) σ. 0276
Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 07 τόμος 1 σ. 0100
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 08 τόμος 1 σ. 0131
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 08 τόμος 1 σ. 0131
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 1969 περί των ενεργειών των Κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως τα άρθρα 75 και 94, την απόφαση της 13ης Μαΐου 1965 περί εναρμονίσεως ορισμένων διατάξεων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές(1), την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Συνελεύσεως(2), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3), Εκτιμώντας: ότι, ένας από τους αντικειμενικούς σκοπούς της κοινής πολιτικής των μεταφορών είναι η κατάργηση των ανισοτήτων που είναι δυνατόν να προκαλέσουν ουσιώδη νόθευση των υποχρεώσεων που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας, και οι οποίες επιβάλλονται στις επιχειρήσεις μεταφορών από τα Κράτη μέλη- ότι, γι' αυτό το λόγο, είναι αναγκαίο να καταργηθούν οι υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας οι οποίες καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό- ότι, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι βασικό να διατηρηθούν αυτές οι υποχρεώσεις για να εξασφαλισθεί η παροχή επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς- ότι η επάρκεια των υπηρεσιών μεταφοράς πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με την κατάσταση της προσφοράς και ζητήσεως στον τομέα των μεταφορών και με τις ανάγκες της Κοινότητος- ότι τα καταργητικά αυτά μέτρα δεν επεκτείνονται στις τιμές και στους όρους μεταφοράς που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις μεταφοράς επιβατών προ το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών επιβατών- ότι για την εφαρμογή των μέτρων αυτών είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι διάφορες υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας οι οποίες καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό- ότι οι υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνουν την υποχρέωση λειτουργίας, την υποχρέωση μεταφοράς και την υποχρεωτική τιμολόγηση- ότι είναι αναγκαίο να αφεθεί στα Κράτη μέλη η πρωτοβουλία να λαμβάνουν μέτρα για την κατάργηση ή διατήρηση των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας- ότι πάντως, επειδή οι υποχρεώσεις αυτές δύνανται να επιβαρύνουν οικονομικά τις επιχειρήσεις μεταφορών οι τελευταίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών αιτήσεις για την κατάργηση των υποχρεώσεων αυτών- ότι είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα των επιχειρήσεων μεταφορών να υποβάλλουν αιτήσεις καταργήσεως των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας, μόνο στην περίπτωση που οι υποχρεώσεις αυτές συνεπάγονται οικονομικά μειονεκτήματα τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με κοινές διαδικασίες που καθορίζονται σ' αυτό τον κανονισμό- ότι για να καταστεί δυνατή η βελτίωση του επιπέδου λειτουργίας, οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να δύνανται κατά την υποβολή της αιτήσεώς τους να προτείνουν τη χρήση ενός άλλου τρόπου μεταφοράς, περισσότερο προσαρμοσμένου στις εν λόγω συγκοινωνιακές ανάγκες- ότι πρέπει οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών όταν αποφασίζουν τη διατήρηση υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας να δύνανται να συμπεριλαμβάνουν στην απόφασή τους όρους που δύνανται να βελτιώσουν την απόδοση των εν λόγω επιχειρήσεων- ότι είναι αναγκαίο όταν οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών αποφασίζουν την κατάργηση των ανωτέρω υποχρεώσεων να δύνανται να προβλέπουν την καθιέρωση εναλλακτικής λύσεως, ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς- ότι για να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα όλων των Κρατών μελών πρέπει να καθιερωθεί κοινοτική διαδικασία για τις περιπτώσεις που η κατάργηση υποχρεώσεως για λειτουργία ή για μεταφορά, θα ήταν δυνατό να συγκρουσθεί με τα συμφέροντα άλλου Κράτους μέλους- ότι για να γίνει δυνατή η κατάλληλη μελέτη των αιτήσεων που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις για κατάργηση των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας, πρέπει να ταχθεί προθεσμία για την υποβολή αυτών των αιτήσεων, καθώς και για τη μελέτη τους από τα Κράτη μέλη- ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 1965 περί εναρμονίσεως ορισμένων διατάξεων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές, κάθε απόφαση αρμοδίων αρχών περί διατηρήσεως οποιασδήποτε υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, συνεπάγεται την υποχρέωση αντισταθμίσεως των οικονομικών βαρών που αυτή η απόφαση δημιουργεί στις επιχειρήσεις μεταφορών- ότι το δικαίωμα των επιχειρήσεων μεταφοράς για αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών δημιουργείται από τη στιγμή που ένα Κράτος μέλος αποφασίζει να διατηρήσει την εν λόγω υποχρέωση δημοσίας υπηρεσίας- ότι πάντως, επειδή ο προϋπολογισμός καταρτίζεται σε ετήσια βάση, το ανωτέρω δικαίωμα δεν δύναται να εγερθεί κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού προ της 1ης Ιανουαρίου 1971- ότι η ημερομηνία αυτή δύναται να μετατεθεί σε περίπτωση παρατάσεως των προθεσμιών εξετάσεως των αιτήσεων των επιχειρήσεων μεταφορών- ότι επιπλέον το άρθρο 6 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 1965 περί εναρμονίσεως ορισμένων διατάξεων, που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές, προβλέπει ότι τα Κράτη μέλη οφείλουν να αντισταθμίζουν τα οικονομικά βάρη τα οποία αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφοράς επιβατών, εξαιτίας της εφαρμογής τιμών και όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων- ότι οι εν λόγω αντισταθμιστικές καταβολές πρέπει να αρχίσουν να χορηγούνται από την 1η Ιανουαρίου 1971, η ημερομηνία δε αυτή δύναται να παραταθεί με κοινοτική πράξη για ένα έτος, αν ένα Κράτος μέλος συναντήσει ειδικές δυσκολίες- ότι η αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφορών λόγω της διατηρήσεως των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας πρέπει να γίνει σύμφωνα με κοινές διαδικασίες- ότι, για τον καθορισμό του ύψους αυτών των αντισταθμιστικών καταβολών πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις τις οποίες θα έχει η κατάργηση αυτών των υποχρεώσεων στις δραστηριότητες της επιχειρήσεως- ότι οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση επιβολής νέας υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας σε επιχείρηση μεταφορών- ότι επειδή βάσει του παρόντος κανονισμού οι αντισταθμιστικές καταβολές χορηγούνται από τα Κράτη μέλη σύμφωνα με κοινές μεθόδους που καθορίζονται σ' αυτό τον κανονισμό οι αντισταθμίσεις αυτές πρέπει να εξαιρούνται από την προκαταρτική διαδικασία ενημερώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος- ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να λαμβάνει από τα Κράτη μέλη κάθε πληροφορία που αφορά την εφαρμογή αυτού του κανονισμού- ότι για να δύναται το Συμβούλιο να εξετάζει την κατάσταση σε κάθε Κράτος μέλος αναφορικά με την εφαρμογή αυτού του κανονισμού, η Επιτροπή οφείλει να υποβάλλει σχετική έκθεση στο Συμβούλιο προ της 31ης Δεκεμβρίου 1972- ότι κρίνεται σκόπιμο να εξασφαλισθεί η παροχή εκ μέρους των Κρατών μελών στις επιχειρήσεις μεταφορών των καταλλήλων μέτρων για να δύνανται αυτές να προβαίνουν σε παραστάσεις, όσον αφορά τα συμφέροντά τους και σε σχέση με μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται από τα Κράτη μέλη για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού- ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται προς τον παρόν στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις των έξι εθνικών επιχειρήσεων σιδηροδρόμων των Κρατών μελών, όσον αφορά δε τις άλλες επιχειρήσεις μεταφορών και τις επιχειρήσεις που δεν πραγματοποιούν κατά κύριο λόγο τοπικές ή περιφερειακές μεταφορές, το Συμβούλιο οφείλει να αποφασίσει εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος αυτού του κανονισμού, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά τις υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας, των μεταφορικών επιχειρήσεων που δεν υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Γενικές διατάξεις Άρθρο 1 1. Τα Κράτη μέλη πρέπει να καταργήσουν όλες τις υποχρεώσεις τις συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας, όπως αυτές καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι οποίες επιβάλλονται στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές. 2. Πάντως, υποχρεώσεις αυτής της φύσεως είναι δυνατό να διατηρηθούν κατά το μέτρο που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς. 3. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές επιβατών, όσον αφορά τις τιμές και τους όρους μεταφοράς που επιβάλλονται από όποιοδήποτε Κράτος μέλος, προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων. 4. Τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφορών λόγω της διατηρήσεως των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ή της εφαρμογής των τιμών και όρων μεταφοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 3, αντισταθμίζονται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται σ' αυτό τον κανονισμό. Άρθρο 2 1. Ως "υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας" νοούνται οι υποχρεώσεις, τις οποίες οι επιχειρήσεις μεταφορών αν ελάμβανον αποκλειστικά υπόψη τα δικά τους συμφέροντα δεν θα ανελάμβαναν ή δεν θα ανελάμβαναν στην ίδια έκταση ή με τους αυτούς όρους. 2. Οι υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας κατά την έννοια της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν την υποχρέωση λειτουργίας, την υποχρέωση μεταφοράς και την υποχρεωτική τιμολόγηση. 3. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού "υποχρέωση λειτουργίας" νοείται η υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις μεταφορών, να λαμβάνουν σχετικά με οποιαδήποτε γραμμή ή εγκατάσταση των οποίων η εκμετάλλευση ανατέθηκε σ' αυτές με άδεια ή με ισότιμη εξουσιοδότηση, όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της παροχής υπηρεσίας μεταφοράς, που πληροί ορισμένα κριτήρια συνέχειας, τακτικότητας και μεταφορικής δυναμικότητας. Η υποχρέωση λειτουργίας περιλαμβάνει επίσης οποιαδήποτε υποχρέωση λειτουργίας συμπληρωματικών γραμμών καθώς και οποιαδήποτε υποχρέωση διατηρήσεως σε καλή κατάσταση των γραμμών του πλεονάζοντος σε σχέση με τις ανάγκες του συνολικού δικτύου υλικού και των εγκαταστάσεων μετά την κατάργηση των γραμμών. 4. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού ως "υποχρέωση μεταφοράς" νοείται η υποχρέωση των μεταφορικών επιχειρήσεων να δέχονται και να μεταφέρουν επιβάτες ή εμπορεύματα με καθορισμένα κόμιστρα και με καθορισμένους όρους. 5. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού ως "υποχρεωτική τιμολόγηση" νοείται κάθε υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις μεταφορών να εφαρμόζουν τιμές που καθορίζονται ή εγκρίνονται από οποιαδήποτε δημόσια αρχή, οι οποίες είναι αντίθετες με τα εμπορικά συμφέροντα της επιχειρήσεως και οι οποίες προκύπτουν από την επιβολή ή την άρνηση τροποποιήσεως συγκεκριμένων μέτρων για τις τιμές, ιδιαίτερα για ορισμένες κατηγορίες επιβατών ή εμπορευμάτων, ή για ορισμένες γραμμές. Οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δεν εφαρμόζονται ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα γενικά μέτρα πολιτικής επί των τιμών που εφαρμόζονται στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων, ή από τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τα κόμιστρα και τους όρους μεταφοράς γενικά, στο πλαίσιο της οργανώσεως της αγοράς μεταφορών ή μέρους αυτής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Κοινές αρχές για την κατάργηση ή τη διατήρηση υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας Άρθρο 3 1. Όταν οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών αποφασίζουν τη διατήρηση εν όλω ή εν μέρει μιας υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας, και όταν αυτό δύναται να πραγματοποιηθεί με περισσότερους του ενός τρόπους έκαστος των οποίων δύναται υπό τους αυτούς όρους να εξασφαλίσει την παροχή επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς, οι αρμόδιες αρχές επιλέγουν τον τρόπο που εμφανίζει το μικρότερο κόστος για το κοινωνικό σύνολο. 2. Η παροχή επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς εκτιμάται σε συνάρτηση με : α) το γενικό συμφέρον- β) τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως άλλων τρόπων μεταφοράς και την ικανότητα αυτών να καλύπτουν τις δεδομένες μεταφορικές ανάγκες- γ) τα κόμιστρα και τους όρους μεταφοράς, που δύνανται να προσφερθούν στους χρησιμοποιούντες τις μεταφορές. Άρθρο 4 1. Οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών, για την ολική ή μερική κατάργηση οποιασδήποτε υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας όταν αυτή η υποχρέωση συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα για τις επιχειρήσεις αυτές. 2. Στις αιτήσεις τους, οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να προτείνουν την αντικατάσταση του τρόπου μεταφοράς που χρησιμοποιείται, με άλλους τρόπους. Οι επιχειρήσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 καθορίζουν το αποθεματικό που είναι δυνατό να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση. Άρθρο 5 1. Κάθε υποχρέωση λειτουργίας ή μεταφοράς θεωρείται ότι συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα, όταν η μείωση των οικονομικών βαρών η οποία δύναται να προκύψει από την ολική ή μερική κατάργηση της υποχρεώσεως για μία επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν αυτήν την υποχρέωση, υπερβαίνει τη μείωση των εσόδων που προκύπτουν από την κατάργηση αυτή. Τα οικονομικά μειονεκτήματα καθορίζονται βάσει αναλυτικής καταστάσεως, η οποία είναι ενημερωμένη εάν είναι αναγκαίο και εμφανίζει τα ετήσια οικονομικά μειονεκτήματα που συνίστανται στη διαφορά μεταξύ της μειώσεως των ετησίων οικονομικών βαρών και της μειώσεως των ετησίων εσόδων, που θα προέκυπτε από την κατάργηση της υποχρεώσεως. Εάν πάντως η υποχρέωση λειτουργίας ή μεταφοράς αφορά μία ή περισσότερες κατηγορίες μεταφοράς επιβατών ή εμπορευμάτων στο σύνολο ή σε ουσιώδες μέρος του δικτύου, η οικονομική επιβάρυνση η οποία θα εξαλείφετο με την κατάργηση της υποχρεώσεως, υπολογίζεται βάσει της κατανομής μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών κυκλοφορίας, του συνολικού κόστους που βαρύνει την επιχείρηση σαν αποτέλεσμα των μεταφορικών της δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση αυτή, το οικονομικό μειονέκτημα θα είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ του κόστους που πρέπει να καταλογιστεί στο τμήμα της δραστηριότητας της επιχειρήσεως που επηρεάζεται από τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, και των αντιστοίχων εσόδων. Τα οικονομικά μειονεκτήματα καθορίζονται, αφού ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της υποχρεώσεως στο σύνολο της δραστηριότητας της επιχειρήσεως. 2. Η υποχρεωτική τιμολόγηση θεωρείται ότι συνεπάγεται οικονομικές επιβαρύνσεις όταν η διαφορά μεταξύ των εσόδων από τη μεταφορά η οποία υπόκειται στην υποχρέωση αυτή και του οικονομικού βάρους που προκύπτει από αυτή τη μεταφορά, είναι μικρότερη από τη διαφορά μεταξύ των εξόδων που θα προέκυπταν από αυτή τη μεταφορά και των σχετικών οικονομικών επιβαρύνσεων αν η εκμετάλλευση εγένετο επί εμπορικής βάσεως, αφού ληφθούν υπόψη το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων που υπόκεινται στην υποχρέωση και οι συνθήκες της αγοράς. Άρθρο 6 1. Εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών τις αιτήσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 4. Οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, όταν διαπιστώνουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1. 2. Αποφάσεις περί διατηρήσεως ή καταργήσεως, εν όλω ή εν μέρει, μετά από ορισμένο χρόνο, υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να προβλέπουν την αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που προκύπτουν από αυτές. Το ποσό αυτής της αντισταθμίσεως καθορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα 11 έως 13. 3. Οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις εντός έτους από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όσον αφορά τις υποχρεώσεις λειτουργίας και μεταφοράς, και εντός έξι μηνών, όσον αφορά την υποχρεωτική τιμολόγηση. Το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως από τις αρμόδιες αρχές, αλλά σε καμία περίπτωση προ της 1ης Ιανουαρίου 1971. 4. Αν πάντως οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών το θεωρούν αναγκαίο λόγω του αριθμού και της σπουδαιότητος των αιτήσεων που υποβάλλονται από κάθε επιχείρηση, δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο της παραγράφου 3, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1972 το αργότερο. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Όταν οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών έχουν πρόθεση να κάμουν χρήση αυτού του δικαιώματος, ανακοινώνουν τούτο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, εντός έξι μηνών από την υποβολή των αιτήσεων. Στην περίπτωση κατά την οποία Κράτος μέλος αντιμετωπίζει ειδικές δυσκολίες, το Συμβούλιο δύναται, μετά από αίτηση αυτού του Κράτους και προτάσει της Επιτροπής, να του επιτρέψει να παρατείνει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1973 την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο αυτής της παραγράφου. 5. Αν οι αρμόδιες αρχές δεν λάβουν απόφαση εντός των καθορισμένων προθεσμιών, η υποχρέωση για την οποία υπεβλήθη αίτηση καταργήσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 1, θεωρείται σαν καταργηθείσα. 6. Το Συμβούλιο με βάση την έκθεση που υποβάλλεται από την Επιτροπή προ της 31ης Δεκεμβρίου 1972 εξετάζει την κατάσταση που υπάρχει σε κάθε Κράτος μέλος σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 7 1. Κάθε απόφαση διατηρήσεως υποχρεώσεως δύναται να περιλαμβάνει όρους για τη βελτίωση των επιχειρήσεων που επηρεάζονται από την εν λόγω υποχρέωση. 2. Οποιαδήποτε απόφαση καταργήσεως μιας υποχρεώσεως δύναται να προβλέπει την καθιέρωση εναλλακτικής γραμμής. Στην περίπτωση αυτή η κατάργηση ισχύει μόνο από τη στιγμή κατά την οποία η εναλλακτική γραμμή τίθεται σε λειτουργία. Άρθρο 8 1. Το ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, πριν το εφαρμόσει, κάθε μέτρο περί καταργήσεως των υποχρεώσεων λειτουργίας ή μεταφοράς, το οποίο προτίθεται να λάβει, σχετικά με οποιαδήποτε γραμμή ή υπηρεσία μεταφοράς, που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο ή τη συγκοινωνία μεταξύ των Κρατών μελών. Το Κράτος αυτό ενημερώνει σχετικά τα άλλα Κράτη μέλη. 2. Αν η Επιτροπή το θεωρεί αναγκαίο ή αν άλλο Κράτος μέλος το ζητήσει, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα Κράτη μέλη σχετικά με το προτεινόμενο μέτρο. 3. Η Επιτροπή απευθύνει γνώμη ή σύσταση προς όλα τα ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη εντός δύο μηνών από τη λήψη της κοινοποιήσεως η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Εφαρμογή στις μεταφορές επιβατών, κομίστρων και όρων μεταφοράς προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων Άρθρο 9 1. Το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής για τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις λόγω της εφαρμογής στις μεταφορές επιβατών, κομίστρων και όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων, ορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα 11 έως 13. 2. Η αντισταθμιστική καταβολή χορηγείται από την 1η Ιανουαρίου 1971. Αν Κράτος μέλος αντιμετωπίζει ειδικές δυσχέρειες, το Συμβούλιο δύναται, μετά από αίτηση αυτού του Κράτους και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής να επιτρέψει στο ενδιαφερόμενο Κράτος να μεταθέσει την ανωτέρω ημερομηνία στην 1η Ιανουαρίου 1972. 3. Οι αιτήσεις για αντιστάθμιση υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Κοινές μέθοδοι αντισταθμίσεως Άρθρο 10 1. Το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής που προβλέπεται στο άρθρο 6, στην περίπτωση υποχρεώσεως λειτουργίας ή μεταφοράς πρέπει να είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ της μειώσεως των οικονομικών επιβαρύνσεων και της μειώσεως των εσόδων της επιχειρήσεως, αν το σύνολο ή το αντίστοιχο μέρος αυτής της υποχρεώσεως καταργηθεί για το διάστημα του χρόνου που εξετάζεται. Εάν πάντως, ο υπολογισμός των οικονομικών μειονεκτημάτων έγινε δια κατανομής, στα διάφορα μέρη της μεταφορικής της δραστηριότητας, του συνολικού κόστους που βαρύνει την επιχείρηση γι' αυτές τις μεταφορικές δραστηριότητες, το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ του κόστους που κατανέμεται στο μέρος εκείνο της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, που συνδέεται με την υποχρέωση δημοσίας υπηρεσίας και τα αντίστοιχα έσοδα. 2. Για τον καθορισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων και των εσόδων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις από την κατάργηση αυτής της υποχρεώσεως στο σύνολο της δραστηριότητας της επιχειρήσεως. Άρθρο 11 1. Το ύψος του ποσού της αντισταθμιστικής καταβολής ισούται, σύμφωνα με το άρθρο 5 και το άρθρο 9 παράγραφος 1, σε περίπτωση υποχρεώσεως τιμολογήσεως, με τη διαφορά των δύο ποσών ως εξής : α) το πρώτο ποσό ισούται με τη διαφορά μεταξύ του γινομένου του αναφερομένου αριθμού μονάδων μεταφοράς επί : - είτε την τιμή του πλέον ευνοϊκού κομίστρου, του οποίου την εφαρμογή θα ηδύνατο να απαιτήσουν οι χρησιμοποιούντες, εάν δεν υφίστατο η υποχρέωση τιμολογήσεως : - είτε, εάν δεν εφαρμοζόταν το ανωτέρω κόμιστρο, την τιμή του κομίστρου που θα εφαρμοζόταν εάν η διαχείρηση της επιχειρήσεως γινόταν με εμπορικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας καθώς και τις συνθήκες της αγοράς, και του γινομένου του πραγματικού αριθμού μονάδων μεταφοράς επί την τιμή του κομίστρου που επιβάλλεται βάσει της υποχρεώσεως τιμολογήσεως, κατά τη διάρκεια της εξεταζομένης περιόδου- β) το δεύτερο ποσό ισούται με τη διαφορά μεταξύ του κόστους, το οποίο θα προέκυπτε είτε από την εφαρμογή του ευνοϊκότερου κομίστρου είτε από την εφαρμογή του κομίστρου το οποίο θα εφαρμοζόταν εάν η διαχείρηση γινόταν με εμπορικά κριτήρια και του κόστους το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του κομίστρου που επιβάλλεται βάσει της υποχρεώσεως τιμολογήσεως. 2. Όταν λόγω της καταστάσεως της αγοράς η αντιστάθμιση που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, δεν αρκεί να καλύψει το συνολικό κόστος των μεταφορών που υπόκεινται στην εν λόγω υποχρεωτική τιμολόγηση, το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ αυτού του κόστους και των εσόδων που προκύπτουν από την εκτέλεση των μεταφορών αυτών. Οποιαδήποτε αντιστάθμιση που έχει χορηγηθεί βάσει του άρθρου 10, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτό. 3. Οι επιπτώσεις, τις οποίες θα είχε η κατάργηση της υποχρεωτικής τιμολογήσεως στο σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων και εσόδων, που προβλέπονται στη παράγραφο 1. Άρθρο 12 Το κόστος, που προκύπτει από τη διατήρηση υποχρεώσεων πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αποτελεσματική διαχείριση της επιχειρήσεως και την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς ικανοποιητικής ποιότητας. Ο τόκος που αποφέρει το κεφάλαιο είναι δυνατό να αφαιρείται από τον τόκο που λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των εξόδων. Άρθρο 13 1. Αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 9 πρέπει να καθορίζουν εκ των προτέρων το ποσό της αντισταθμίσεως για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Συγχρόνως πρέπει να καθορίζουν τους παράγοντες, που είναι δυνατό να επιφέρουν αναπροσαρμογή αυτού του ποσού. 2. Αναπροσαρμογή του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα γίνεται κάθε έτος, μετά το κλείσιμο των ετησίων λογαριασμών της επιχειρήσεως. 3. Η αντισταθμιστική καταβολή, το ύψος της οποίας καθορίζεται εκ των προτέρων, γίνεται κατά δόσεις. Τα χρηματικά ποσά που οφείλονται λόγω της αναπροσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, καταβάλλονται αμέσως μετά τον καθορισμό του ύψους της αναπροσαρμογής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Επιβολή νέων υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας Άρθρο 14 1. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα Κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας σε επιχειρήσεις μεταφορών μόνο κατά το μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς. 2. Όταν οι ανωτέρω υποχρεώσεις συνεπάγονται για τις επιχειρήσεις μεταφορών οικονομικά μειονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 ή οικονομικές επιβαρύνσεις κατά την έννοια του άρθρου 9, οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να προβλέπουν στις αποφάσεις περί επιβολής αυτών των υποχρεώσεων, τη χορήγηση αντισταθμίσεως για τα οικονομικά βάρη. Οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 13 εφαρμόζονται ανάλογα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Τελικές διατάξεις Άρθρο 15 Αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κανονισμού, πρέπει να είναι αιτιολογημένες και να δημοσιεύονται κατά τον κατάλληλο τρόπο. Άρθρο 16 Τα Κράτη μέλη εξασφαλίζουν στις επιχειρήσεις μεταφορών τη δυνατότητα να υποστηρίζουν με κατάλληλα μέσα τα συμφέροντά τους, σε σχέση με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κανονισμού. Άρθρο 17 1. Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα Κράτη μέλη να παρέχουν κάθε χρήσιμη πληροφορία αναφορικά με την εφαρμογή αυτού του κανονισμού. Οποτεδήποτε δε θεωρεί τούτο αναγκαίο, η Επιτροπή προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη. 2. Οι αντισταθμίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρούνται της προκαταρτικής διαδικασίας ενημερώσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος. Τα Κράτη μέλη γνωστοποιούν αμέσως στην Επιτροπή λεπτομέρειες, ταξινομημένες κατά κατηγορία υποχρεώσεως, των αντισταθμίσεων που χορηγούνται για τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφορών, λόγω της διατηρήσεως των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας που καθορίζονται στο άρθρο 2, ή της εφαρμογής στις μεταφορές επιβατών, των τιμών και των όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ιδιαιτέρων κατηγοριών προσώπων. Άρθρο 18 1. Τα Κράτη μέλη εκδίδουν έγκαιρα και αφού συμβουλευθούν την Επιτροπή, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή αυτού του κανονισμού, και ιδιαίτερα του άρθρου 4. 2. Όταν το Κράτος μέλος ζητεί τούτο ή αν η Επιτροπή το θεωρεί σκόπιμο, προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα Κράτη μέλη, για τα προτεινόμενα σχέδια των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Άρθρο 19 1. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις σιδηροδρόμων, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται για τις μεταφορικές δραστηριότητες των κάτωθι σιδηροδρομικών επιχειρήσεων : - Societe nationale des chemins des chemins de fer belges (S.N.C.B.)/ Nationale Maatschappij der Belgische Spoorwegen (NMBS)- - Deutsche Bundesbahn (DB)- - Societe nationale des chemins de fer francais (S.N.C.F.)- - Azienda autonoma delle Ferrovie dello Stato (FS)- - Societe nationale des chemins de fer luxembourgeois (C.F.L.)- - Naamloze Vennootschap Nederlandse Spoorwegen (NS). 2. Όσον αφορά τις άλλες επιχειρήσεις μεταφορών, ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που παρέχουν, κατά κύριο λόγο, υπηρεσίες μεταφοράς τοπικού ή περιφερειακού χαρακτήρα. 3. Εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος αυτού του κανονισμού, το Συμβούλιο αποφασίζει, με βάση τις αρχές και τους στόχους, που προβλέπει το Κεφάλαιο II της αποφάσεώς του της 18ης Μαΐου 1965, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας, οι οποίες επηρεάζουν τις δραστηριότητες μεταφορών και δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Άρθρο 20 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1969. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 26 Ιουνίου 1969. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος G. THORN (1) ΕΕ αριθ. 88 της 24. 5. 1965, σ. 1600/65. (2) ΕΕ αριθ. Α 27 της 18. 3. 1968, σ. 18. (3) EΕ αριθ. Α 49 της 17. 5. 1968, σ. 15.