Μετάφραση - Διεθνής σύμβαση του 1996 για την αστική ευθύνη και αποζημίωση για ζημία σε σχέση με τη θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών (σύμβαση ΕΤΟ)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 337 της 13/12/2002 σ. 0057 - 0081
ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΥ 1996 ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΖΗΜΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΑΒΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ("σύμβαση ΕΤΟ") ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ, ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τους κινδύνους που ενέχει η θαλάσσια μεταφορά σε παγκόσμια κλίμακα επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών, ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΕΙΣΘΕΙ, για την ανάγκη να διασφαλισθεί ότι κατάλληλη, έγκαιρη και αποτελεσματική αποζημίωση διατίθεται για τα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία η οποία προκλήθηκε από περιστατικά σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά τέτοιων ουσιών, ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ, να υιοθετήσουν ομοιόμορφους διεθνείς κανόνες και διαδικασίες για τη ρύθμιση θεμάτων ευθύνης και αποζημίωσης εξαιτίας τέτοιας ζημίας, ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ, ότι οι οικονομικές συνέπειες των ζημιών που προκαλούνται από θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών πρέπει να κατανέμονται μεταξύ της ναυτιλιακής βιομηχανίας και των εμπλεκομένων φορτίων, ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ, τα ακόλουθα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ορισμοί Άρθρο 1 Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης: 1. "Πλοίο" σημαίνει κάθε κινούμενο στην θάλασσα σκάφος και πλωτό ναυπήγημα, οποιουδήποτε τύπου. 2. "Πρόσωπο" σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή προσωπική εταιρεία ή εταιρεία δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με νομική προσωπικότητα ή μη, συμπεριλαμβανομένου κράτους ή οποιουδήποτε από τα μέρη από τα οποία το κράτος αποτελείται. 3. "Πλοιοκτήτης" σημαίνει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο νηολόγιο ως κύριοι του πλοίου ή, σε περίπτωση απουσίας τέτοιας εγγραφής, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα στα οποία ανήκει το πλοίο. Παραταύτα, στην περίπτωση πλοίου που ανήκει σε κράτος και του οποίου τη διαχείριση έχει εταιρεία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο κράτος αυτό ως η διαχειρίστρια του πλοίου, "πλοιοκτήτης" σημαίνει αυτή την εταιρεία. 4. "Παραλήπτης" σημαίνει είτε: α) το πρόσωπο που διενεργεί τη φυσική παραλαβή εισφέροντος φορτίου το οποίο εκφορτώνεται σε λιμάνια και σταθμούς ενός κράτους μέλους, με την προϋπόθεση ότι αν κατά το χρόνο παραλαβής το πρόσωπο που διενεργεί την φυσική παραλαβή του φορτίου ενεργεί ως πράκτορας άλλου προσώπου το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους μέλους, τότε εφόσον ο πράκτορας αναφέρει τα στοιχεία του εντολέα στο κεφάλαιο ΕΕΟ, ως παραλήπτης θεωρείται ο εντολέας είτε β) το πρόσωπο σ' ένα κράτος μέλος το οποίο, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους αυτού, θεωρείται ο παραλήπτης του εισφέροντος φορτίου που εκφορτώνεται σε λιμάνια και σταθμούς κράτους μέλους, με την προϋπόθεση ότι το συνολικό εισφέρον φορτίο το οποίο παραλαμβάνεται σύμφωνα με το ανωτέρω εσωτερικό δίκαιο είναι κατ' ουσίαν ίδιο με αυτό το οποίο θα είχε παραληφθεί σύμφωνα με το στοιχείο α). 5. "Επικίνδυνες και Επιβλαβείς Ουσίες" (ΕΕΟ) σημαίνει: α) οποιεσδήποτε ουσίες, υλικά και αντικείμενα που μεταφέρονται σε πλοίο ως φορτίο, οι οποίες αναφέρονται στα σημεία i) έως vii) κατωτέρω: i) πετρέλαια μεταφερόμενα χύδην τα οποία απαριθμούνται στο προσάρτημα Ι του παραρτήματος Ι της διεθνούς σύμβασης για την πρόληψη ρύπανσης από πλοία του 1973, όπως τροποποιήθηκε από το σχετικό πρωτόκολλο του 1978, όπως τροποποιήθηκε· ii) επιβλαβείς ρευστές ουσίες μεταφερόμενες χύδην οι οποίες αναφέρονται στο προσάρτημα ΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της διεθνούς σύμβασης για την πρόληψη ρύπανσης από πλοία του 1973, όπως τροποποιήθηκε από το σχετικό πρωτόκολλο του 1978, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και ουσίες και μείγματα τα οποία έχουν ταξινομηθεί προσωρινά στις κατηγορίες ρύπανσης Α, Β, Γ ή Δ σύμφωνα με τον κανονισμό 3(4) του προαναφερόμενου παραρτήματος ΙΙ· iii) επικίνδυνες ρευστές ουσίες μεταφερόμενες χύδην οι οποίες απαριθμούνται στο κεφάλαιο 17 του διεθνούς κώδικα για την κατασκευή και τον εξοπλισμό πλοίων μεταφερόντων επικίνδυνες χημικές ουσίες χύδην του 1983, όπως έχει τροποποιηθεί και τα επικίνδυνα προϊόντα για τα οποία έχουν τεθεί από τη διοίκηση και τις διοικήσεις των εμπλεκομένων λιμένων οι αρχικές κατάλληλες προϋποθέσεις μεταφοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 1.1.3 του Κώδικα· iv) επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες, υλικά και αντικείμενα σε συσκευασμένη μορφή, τα οποία καλύπτονται από τον διεθνή ναυτιλιακό κώδικα επικίνδυνων εμπορευμάτων, όπως έχει τροποποιηθεί· v) υγροποιημένα αέρια όπως απαριθμούνται στο κεφάλαιο 19 του διεθνούς κώδικα για την κατασκευή και τον εξοπλισμό πλοίων μεταφερόντων υγροποιημένα αέρια χύδην του 1983, όπως έχει τροποποιηθεί και προϊόντα για τα οποία έχουν τεθεί από την διοίκηση και τις διοικήσεις των εμπλεκομένων λιμένων οι αρχικές κατάλληλες προϋποθέσεις μεταφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1.1.6 του Κώδικα· vi) υγρές ουσίες μεταφερόμενες χύδην με σημείο ανάφλεξης που δεν υπερβαίνει τους 60 o Κελσίου το οποίο μετράται με τη μέθοδο του κλειστού δοχείου· vii) στερεά υλικά χύδην τα οποία εμπεριέχουν χημικούς κινδύνους και καλύπτονται από το προσάρτημα Β του Κώδικα για την ασφαλή πρακτική σε σχέση με ξηρά χύδην φορτία, όπως έχει τροποποιηθεί, στο βαθμό που οι ουσίες αυτές υπόκεινται επίσης στις διατάξεις του διεθνούς ναυτιλιακού κώδικα επικίνδυνων εμπορευμάτων όταν μεταφέρονται σε συσκευασμένη μορφή και β) κατάλοιπα από προηγούμενη μεταφορά χύδην ουσιών που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) έως iii) και σημεία v) έως vii) ανωτέρω. 6. "Ζημία" σημαίνει: α) απώλεια ζωής ή τραυματισμό επί του πλοίου ή εκτός πλοίου που μεταφέρει επικίνδυνες ή επιβλαβείς ουσίες, τα οποία προκαλούνται από τις ουσίες αυτές· β) απώλεια ή ζημία περιουσίας εκτός πλοίου που μεταφέρει επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες οι οποίες προκαλούνται από τις ουσίες αυτές· γ) απώλεια ή ζημία από μόλυνση του περιβάλλοντος που προκαλείται από τις επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες, υπό την προϋπόθεση ότι η αποζημίωση για τη βλάβη του περιβάλλοντος με εξαίρεση την αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την βλάβη αυτή, θα περιορίζεται σε δαπάνες για εύλογα μέτρα αποκατάστασης που πράγματι ελήφθησαν ή πρόκειται να ληφθούν και δ) τη δαπάνη για προληπτικά μέτρα και περαιτέρω απώλεια ή ζημία που προκαλούνται από τα προληπτικά μέτρα. Όπου δεν είναι εύλογα δυνατό να γίνει διάκριση της ζημίας που προκαλείται από τις επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες από αυτή που προκαλείται από άλλους παράγοντες, όλη η παραπάνω ζημία θα θεωρείται ότι έχει προκληθεί από τις επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες εκτός αν, και στο μέτρο που, η ζημία που προκλήθηκε από άλλους παράγοντες αποτελεί ζημία της μορφής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3. Στην παράγραφο αυτή "έχει προκληθεί από τις ουσίες αυτές" σημαίνει ότι έχει προκληθεί από την επικίνδυνη ή επιβλαβή φύση των ουσιών. 7. "Προληπτικά μέτρα" σημαίνει οποιαδήποτε εύλογα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από οποιοδήποτε πρόσωπο όταν συμβεί ένα περιστατικό, για την πρόληψη ή μείωση της ζημίας. 8. "Περιστατικό" σημαίνει οποιοδήποτε συμβάν ή σειρά συμβάντων που έχουν την ίδια προέλευση το οποίο προκαλεί ζημία ή δημιουργεί βαρεία και επικείμενη απειλή πρόκλησης ζημίας. 9. "Θαλάσσια μεταφορά" σημαίνει την περίοδο από τη στιγμή που οι επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες εισέρχονται σε οποιοδήποτε μέρος του εξοπλισμού του πλοίου κατά τη φόρτωση, μέχρι τη στιγμή που παύουν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε μέρος του εξοπλισμού του πλοίου, κατά την εκφόρτωση. Αν δεν χρησιμοποιείται εξοπλισμός του πλοίου, η περίοδος αρχίζει και λήγει αντίστοιχα όταν οι επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες διέλθουν την κουπαστή του πλοίου. 10. "Εισφέρον φορτίο" σημαίνει οποιεσδήποτε επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες που μεταφέρονται από τη θάλασσα ως φορτίο σε λιμάνι ή σταθμό στο έδαφος ενός κράτους μέλους και εκφορτώνονται στο κράτος αυτό. Φορτίο υπό διαμετακόμιση το οποίο μεταφέρεται απευθείας, ή μέσω λιμένος ή σταθμού, από ένα πλοίο σε άλλο, εν όλω ή εν μέρει, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από το λιμάνι ή το σταθμό της αρχικής φόρτωσης στο λιμάνι ή τον σταθμό του τελικού προορισμού, θεωρείται εισφέρον φορτίο μόνο αναφορικά με την παραλαβή στον τελικό προορισμό. 11. "Κεφάλαιο ΕΕΟ" σημαίνει το διεθνές κεφάλαιο επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών που ιδρύεται σύμφωνα με το άρθρο 13. 12. "Λογιστική μονάδα" σημαίνει το ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα όπως ορίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 13. "Κράτος νηολογίου του πλοίου" σημαίνει σε σχέση με νηολογημένο πλοίο, το κράτος νηολόγησης του πλοίου και σε σχέση με πλοίο μη νηολογημένο, το κράτος, τη σημαία του οποίου, δικαιούται να υψώσει το πλοίο. 14. "Σταθμός" σημαίνει οποιονδήποτε τόπο αποθήκευσης επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών που παραλαμβάνονται από μέσο υδάτινης μεταφοράς στον οποίο περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε υπεράκτιες εγκαταστάσεις που συνδέονται με αγωγό ή κατ' άλλο τρόπο με τον παραπάνω τόπο. 15. "Διευθυντής" σημαίνει τον διευθυντή του κεφαλαίου ΕΕΟ. 16. "Οργανισμός" σημαίνει τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). 17. "Γενικός Γραμματέας" σημαίνει τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού. Παραρτήματα Άρθρο 2 Τα παραρτήματα της παρούσας σύμβασης αποτελούν ενιαίο τμήμα αυτής. Πεδίο εφαρμογής Άρθρο 3 Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται αποκλειστικά: α) σε οποιαδήποτε ζημία η οποία προκαλείται στο έδαφος, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, κράτους μέλους· β) σε ζημία από μόλυνση του περιβάλλοντος η οποία προκαλείται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη ενός κράτους μέλους, την οποία έχει εγκαθιδρύσει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο ή, αν ένα κράτος μέλος δεν έχει συστήσει τέτοια ζώνη, στην περιοχή που βρίσκεται πέρα από τα χωρικά ύδατα που το κράτος καθόρισε σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, συνορεύει με αυτά και δεν εκτείνεται περισσότερο από 200 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος των χωρικών του υδάτων· γ) σε ζημία διάφορη από ζημία προκαλούμενη από μόλυνση του περιβάλλοντος η οποία προκαλείται έξω από το έδαφος, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, οποιουδήποτε κράτους, αν η ζημία αυτή προκλήθηκε από ουσία μεταφερόμενη σε πλοίο νηολογημένο σε κράτος μέλος ή, στην περίπτωση μη νηολογημένου πλοίου, σε πλοίο το οποίο δικαιούται να υψώσει τη σημαία κράτους μέλους και δ) σε προληπτικά μέτρα, οπουδήποτε λαμβάνονται αυτά. Άρθρο 4 1. Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται σε απαιτήσεις για ζημία που προκλήθηκε από τη θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών με την εξαίρεση των απαιτήσεων που απορρέουν από οποιαδήποτε σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών. 2. Η παρούσα σύμβαση δεν εφαρμόζεται στο βαθμό που οι διατάξεις της αντίκεινται σε διατάξεις του εφαρμοστέου δικαίου σχετικά με εργατικές αποζημιώσεις ή προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης. 3. Η παρούσα σύμβαση δεν εφαρμόζεται: α) σε ζημία από ρύπανση όπως αυτή ορίζεται στην διεθνή σύμβαση για την αστική ευθύνη από ζημία εξαιτίας ρύπανσης από πετρέλαιο του 1969, όπως έχει τροποποιηθεί ανεξάρτητα αν για μια τέτοια ζημία οφείλεται ή όχι αποζημίωση σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση, και β) σε ζημία η οποία προκαλείται από ραδιενεργό υλικό κλάσης 7 όπως ορίζεται είτε στο διεθνή ναυτικό κώδικα επικίνδυνων εμπορευμάτων, όπως έχει τροποποιηθεί είτε στο προσάρτημα Β του κώδικα ασφαλούς πρακτικής για ξηρά χύδην φορτία, όπως έχει τροποποιηθεί. 4. Εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 5, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν εφαρμόζονται σε πολεμικά πλοία, βοηθητικά πλοία του πολεμικού ναυτικού ή άλλα πλοία η κυριότητα ή εκμετάλλευση των οποίων ανήκει σε κράτος και τα οποία χρησιμοποιούνται, προς το παρόν, μόνο σε κυβερνητικές μη εμπορικές επιχειρήσεις. 5. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει να εφαρμόζει την παρούσα σύμβαση στα πολεμικά πλοία του ή σε άλλα πλοία του που περιγράφονται στην παράγραφο 4. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει να γνωστοποιήσει τούτο στον γενικό γραμματέα, προσδιορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής της εφαρμογής. 6. Αναφορικά με πλοία τα οποία ανήκουν στην κυριότητα κράτους μέλους και χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς, κάθε κράτος είναι δυνατό να εναχθεί στις δικαιοδοσίες που ορίζονται στο άρθρο 38 και οφείλει να παραιτηθεί από όλες τις ενστάσεις του που απορρέουν από την ιδιότητά του ως κυρίαρχου κράτους. Άρθρο 5 1. Κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα σύμβαση ή σε οποιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, ένα κράτος δύναται να δηλώσει ότι η παρούσα σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε πλοία: α) των οποίων η ολική χωρητικότητα δεν υπερβαίνει τους 200 κόρους, και β) τα οποία μεταφέρουν επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες μόνο σε συσκευασμένη μορφή, και γ) όταν εκτελούν πλόες μεταξύ λιμένων ή εγκαταστάσεων του κράτους αυτού. 2. Όταν δύο γειτονικά κράτη συμφωνούν ότι η παρούσα σύμβαση δεν θα εφαρμόζεται στα πλοία που καλύπτονται από την παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) όταν εκτελούν πλόες μεταξύ λιμένων ή εγκαταστάσεων των κρατών αυτών, τα ενδιαφερόμενα κράτη δύνανται να δηλώσουν ότι η εξαίρεση από την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης που έχει δηλωθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, ισχύει και για τα πλοία που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. 3. Οποιοδήποτε κράτος το οποίο έχει προβεί στην δήλωση που προβλέπεται από τις παραγράφους 1 ή 2 μπορεί να ανακαλέσει την δήλωση αυτή οποτεδήποτε. 4. Δήλωση που έγινε σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 και ανάκληση της δήλωσης που έγινε σύμφωνα με την παράγραφο 3, κατατίθεται στον Γενικό Γραμματέα, ο οποίος τη γνωστοποιεί στο διευθυντή μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης. 5. Όταν ένα κράτος έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 και δεν την έχει ανακαλέσει, οι επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες που μεταφέρονται σε πλοία που αναφέρονται σε μία από αυτές τις παραγράφους, δεν θεωρούνται ως εισφέρον φορτίο για το σκοπό της εφαρμογής των άρθρων 18, 20, του άρθρου 21 παράγραφος 5 και του άρθρου 43. 6. Το κεφάλαιο ΕΕΟ δεν ευθύνεται σε καταβολή αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από ουσίες που μεταφέρονται σε πλοίο στο οποίο δεν εφαρμόζεται η παρούσα σύμβαση μετά από δήλωση που έγινε σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, στο μέτρο που: α) η ζημία, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 στοιχεία α), β) ή γ), προκλήθηκε: i) στο έδαφος, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, κράτους το οποίο έχει προβεί σε δήλωση ή, σε περίπτωση γειτονικών κρατών που έχουν προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 2, οποιουδήποτε από τα δύο κράτη, ή ii) στην αποκλειστική οικονομική ζώνη ή στην περιοχή που αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο β), του κράτους ή των κρατών που αναφέρονται στο σημείο i), β) η ζημία περιλαμβάνει μέτρα που λήφθηκαν για την πρόληψη ή μείωση της ζημίας αυτής. Καθήκοντα των κρατών μελών Άρθρο 6 Κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης η οποία απορρέει από την παρούσα σύμβαση και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με την νομοθεσία του, στα οποία περιλαμβάνεται η επιβολή κυρώσεων, όπου κρίνει αυτό αναγκαίο, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκπλήρωσης οποιασδήποτε τέτοιας υποχρέωσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΕΥΘΥΝΗ Ευθύνη του πλοιοκτήτη Άρθρο 7 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3, ο πλοιοκτήτης κατά το χρόνο επέλευσης ενός περιστατικού ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε από οποιεσδήποτε επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες σε σχέση με τη θαλάσσια μεταφορά τους πάνω σε πλοίο, υπό τον όρο ότι, αν το περιστατικό αποτελείται από σειρά συμβάντων που έχουν την ίδια προέλευση, ο πλοιοκτήτης θα φέρει ευθύνη κατά το χρόνο επέλευσης του πρώτου από τα παραπάνω συμβάντα. 2. Ο πλοιοκτήτης δεν φέρει ευθύνη αν αποδείξει ότι: α) η ζημία ήταν αποτέλεσμα πράξης πολέμου, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, εξέγερσης ή φυσικού φαινομένου με εξαιρετικό, αναπόφευκτο και ακαταμάχητο χαρακτήρα, ή β) η ζημία προκλήθηκε εξολοκλήρου από πράξη ή παράλειψη τρίτου η οποία τελέσθηκε με πρόθεση πρόκλησης ζημίας ή γ) η ζημία προκλήθηκε εξολοκλήρου από αμέλεια ή άλλη παράνομη πράξη οποιασδήποτε Κυβέρνησης ή άλλης αρχής επιφορτισμένης με την συντήρηση των φάρων ή άλλων βοηθημάτων ναυσιπλοας κατά την άσκηση της λειτουργίας αυτής ή δ) η μη παροχή πληροφοριών από τον φορτωτή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σχετικά με την επικίνδυνη και επιβλαβή φύση των ουσιών που φορτώθηκαν είτε i) προκάλεσε εν όλω ή εν μέρει την ζημία είτε ii) οδήγησε τον πλοιοκτήτη στη μη λήψη ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 12· με την προϋπόθεση ότι ούτε ο πλοιοκτήτης ούτε οι βοηθοί εκπλήρωσης ή εντολοδόχοι αυτού γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν την επικίνδυνη και επιβλαβή φύση των ουσιών που φορτώθηκαν. 3. Αν ο πλοιοκτήτης αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε εν όλω ή εν μέρει είτε από πράξη ή παράλειψη του προσώπου που υπέστη τη ζημία, το οποίο ενεργούσε με πρόθεση πρόκλησης ζημίας είτε από αμέλεια αυτού του προσώπου, ο πλοιοκτήτης δύναται να απαλλαγεί ολικά ή μερικά από την ευθύνη έναντι αυτού του προσώπου. 4. Οποιαδήποτε απαίτηση για αποζημίωση μπορεί να εγερθεί κατά του πλοιοκτήτη μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης. 5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, καμία απαίτηση για αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ή άλλως δεν μπορεί να εγερθεί κατά: α) των βοηθών εκπλήρωσης ή εντολοδόχων του πλοιοκτήτη ή των μελών του πληρώματος· β) του πλοηγού ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου το οποίο, χωρίς να είναι μέλος του πληρώματος, παρέχει υπηρεσίες για το πλοίο· γ) οποιουδήποτε ναυλωτή (όπως και αν αυτός περιγράφεται, συμπεριλαμβανομένου του ναυλωτή γυμνού πλοίου), διαχειριστή ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ασκεί τη λειτουργία του πλοίου· δ) οποιουδήποτε προσώπου το οποίο παρέχει υπηρεσίες διάσωσης με τη συναίνεση του πλοιοκτήτη ή μετά από εντολές αρμόδιας δημόσιας αρχής· ε) οποιουδήποτε προσώπου το οποίο λαμβάνει προληπτικά μέτρα και στ) των βοηθών εκπλήρωσης ή εντολοδόχων των προσώπων που αναφέρονται παραπάνω στα στοιχεία γ), δ) και ε), εκτός αν η ζημία προκλήθηκε από προσωπική τους πράξη ή παράλειψη η οποία τελέστηκε με πρόθεση πρόκλησης της ζημίας αυτής ή απερίσκεπτα και εν γνώσει ότι η ζημία αυτή ήταν πιθανό να επέλθει. 6. Καμία διάταξη της παρούσας σύμβασης δεν παραβλάπτει οποιοδήποτε υπάρχον δικαίωμα του πλοιοκτήτη να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, του φορτωτή ή παραλήπτη της ουσίας που προκάλεσε την ζημία ή των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5. Περιστατικά στα οποία εμπλέκονται δύο ή περισσότερα πλοία Άρθρο 8 1. Στην περίπτωση που η ζημία προκλήθηκε από περιστατικό στο οποίο εμπλέκονται δύο ή περισσότερα πλοία, κάθε ένα από τα οποία μεταφέρει επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες, ο κάθε πλοιοκτήτης ευθύνεται για την ζημία, εκτός αν απαλλάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 7. Οι πλοιοκτήτες ευθύνονται εις ολόκληρον για το σύνολο μιας τέτοιας ζημίας που δεν είναι εύλογα διαιρετή. 2. Εντούτοις, οι πλοιοκτήτες δικαιούνται να περιορίσουν την ευθύνη που αναλογεί σε καθένα από αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 9. 3. Το παρόν άρθρο δεν περιορίζει με κανένα τρόπο το δικαίωμα του ενός πλοιοκτήτη να στραφεί κατά του άλλου. Περιορισμός της ευθύνης Άρθρο 9 1. Ο πλοιοκτήτης δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του δυνάμει της παρούσας σύμβασης σε σχέση με οποιοδήποτε περιστατικό, μέχρι ενός συνολικού ποσού που υπολογίζεται ως ακολούθως: α) 10 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες για πλοίο η χωρητικότητα του οποίου δεν υπερβαίνει τους 2000 κόρους και β) για πλοίο με μεγαλύτερη χωρητικότητα, το ακόλουθο ποσό επιπρόσθετα αυτού που αναφέρεται στο στοιχείο α): - για κάθε κόρο από 2001 μέχρι 50000, 1500 λογιστικές μονάδες, - για κάθε κόρο άνω των 50000, 360 λογιστικές μονάδες· υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το συνολικό αυτό ποσό δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα 100 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες. 2. Ο πλοιοκτήτης δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση αν αποδειχθεί ότι η ζημία προήλθε από προσωπική πράξη ή παράλειψη του πλοιοκτήτη η οποία τελέσθηκε με πρόθεση πρόκλησης της ζημίας αυτής ή απερίσκεπτα και εν γνώσει ότι η ζημία αυτή ήταν πιθανό να επέλθει. 3. Ο πλοιοκτήτης, προκειμένου να επωφεληθεί του περιορισμού που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να συστήσει κεφάλαιο συνολικού ποσού ίσου με το όριο ευθύνης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στο δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη ενώπιον του οποίου εγείρεται αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 38 ή, αν δεν εγείρεται αγωγή, στο δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη ενώπιον του οποίου είναι δυνατό να εγερθεί αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 38. Το κεφάλαιο μπορεί να συσταθεί με κατάθεση του ποσού ή τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ή άλλης εγγύησης η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο του κράτους μέλους όπου συστήνεται το κεφάλαιο και η οποία κρίνεται ως επαρκής από το δικαστήριο ή τη σχετική αρμόδια αρχή. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11, το κεφάλαιο διανέμεται μεταξύ των δανειστών κατ' αναλογία των ποσών των αποδεδειγμένων απαιτήσεών τους. 5. Σε περίπτωση που, πριν τη διανομή του κεφαλαίου, ο πλοιοκτήτης ή οποιοσδήποτε από τους βοηθούς εκπλήρωσης ή εντολοδόχοι του πλοιοκτήτη ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο παρέχει στον πλοιοκτήτη ασφάλιση ή άλλη οικονομική εξασφάλιση έχει, ως αποτέλεσμα του εν λόγω περιστατικού, καταβάλει αποζημίωση για ζημία, το πρόσωπο αυτό δικαιούται να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του προσώπου που αποζημιώθηκε σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, μέχρι του ποσού που αυτό το πρόσωπο κατέβαλε. 6. Το δικαίωμα υποκατάστασης που προβλέπεται στην παράγραφο 5 μπορεί να ασκηθεί επίσης από πρόσωπο διάφορο από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης για ζημία την οποία κατέβαλε το πρόσωπο αυτό αλλά μόνο στο μέτρο που η υποκατάσταση αυτή επιτρέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. 7. Όταν πλοιοκτήτες ή άλλα πρόσωπα αποδείξουν ότι μπορεί να υποχρεωθούν να καταβάλουν σε μεταγενέστερη ημερομηνία εν όλω ή εν μέρει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης ως προς το οποίο θα είχαν δικαίωμα υποκατάστασης σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 αν η αποζημίωση είχε καταβληθεί πριν διανεμηθεί το κεφάλαιο, το δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους όπου έχει συσταθεί το κεφάλαιο δύναται να διατάξει να αποχωρισθεί προσωρινά επαρκές ποσό ώστε να μπορέσει το πρόσωπο αυτό στη μεταγενέστερη αυτή ημερομηνία να προβεί σε εκτέλεση σε σχέση με την απαίτησή του κατά του κεφαλαίου. 8. Απαιτήσεις σχετικά με έξοδα ή θυσίες που έγιναν εύλογα και εκούσια από τον πλοιοκτήτη προς τον σκοπό πρόληψης ή μείωσης της ζημίας κατατάσσονται σύμμετρα με άλλες απαιτήσεις κατά του κεφαλαίου. 9. α) Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος αυτού και του ειδικού τραβηκτικού δικαιώματος κατά την ημερομηνία σύστασης του κεφαλαίου που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Η ισοτιμία μεταξύ του εθνικού νομίσματος ενός κράτους μέλους που είναι μέλος του διεθνούς νομισματικού ταμείου, και του ειδικού τραβηκτικού δικαιώματος υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο εύρεσης ισοτιμίας που εφαρμόζεται κατά την εν λόγω ημερομηνία από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για τις λειτουργίες και συναλλαγές του. Η ισοτιμία μεταξύ του εθνικού νομίσματος ενός κράτους μέλους και του ειδικού τραβηκτικού δικαιώματος όταν το κράτος αυτό δεν είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπολογίζεται με τρόπο που καθορίζεται από το κράτος αυτό. β) Παραταύτα, ένα κράτος μέλος που δεν είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και το δίκαιο του οποίου δεν επιτρέπει την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 9 στοιχείο α) δύναται, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα σύμβαση ή οποτεδήποτε μετέπειτα να δηλώσει ότι η λογιστική μονάδα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 στοιχείο α) θα ισούται με 15 χρυσά φράγκα. Το χρυσό φράγκο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο ισοδυναμεί με εξήντα πέντε και ήμισυ (65,50) χιλιοστόγραμμα χρυσού καθαρότητας εννιακοσίων χιλιοστών. Η μετατροπή του χρυσού φράγκου σε εθνικό νόμισμα γίνεται σύμφωνα με το δίκαιο του ενδιαφερόμενου κράτους. γ) Ο υπολογισμός που προβλέπεται από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 στοιχείο α) και η μετατροπή που προβλέπεται από την παράγραφο 9 στοιχείο β) γίνονται κατά τρόπο ώστε να εκφράζουν στο εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους όσο το δυνατό περισσότερο την πραγματική αξία των ποσών της παραγράφου 1 όπως αυτά θα προέκυπταν από την εφαρμογή των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 9 στοιχείο α). Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώσουν το Γενικό Γραμματέα για τον τρόπο υπολογισμού σύμφωνα με την παράγραφο 9 στοιχείο α) ή το αποτέλεσμα της μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 9 στοιχείο β), ανάλογα με την περίπτωση, κατά το χρόνο κατάθεσης εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα σύμβαση και οποτεδήποτε άλλοτε υπάρξει αλλαγή σ' ένα από τα παραπάνω. 10. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η χωρητικότητα του πλοίου είναι η ολική χωρητικότητα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό καταμέτρησης χωρητικότητας που περιέχεται στο παράρτημα Ι της διεθνούς σύμβασης για την καταμέτρηση χωρητικότητας πλοίων του 1969. 11. Ο ασφαλιστής ή άλλο πρόσωπο που παρέχει οικονομική εξασφάλιση δικαιούται να συστήσει κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο αυτό με τις ίδιες προϋποθέσεις και τα ίδια αποτελέσματα που θα είχε αν το συνέστηνε ο πλοιοκτήτης. Το κεφάλαιο αυτό μπορεί να συσταθεί ακόμη και αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, ο πλοιοκτήτης δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του αλλά η σύστασή του, στην περίπτωση αυτή, δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα που έχει οποιοσδήποτε δανειστής κατά του πλοιοκτήτη. Άρθρο 10 1. Όταν ο πλοιοκτήτης, μετά από περιστατικό, έχει συστήσει κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 9 και δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του: α) κανένα πρόσωπο που έχει απαίτηση για ζημία που προέκυψε από το περιστατικό αυτό δεν δικαιούται να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα κατά οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου του πλοιοκτήτη σε σχέση με την απαίτηση αυτή και β) το δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους διατάσσει την άρση οποιουδήποτε απαγορευτικού μέτρου κατά του πλοίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που ανήκει στον πλοιοκτήτη το οποίο μέτρο έχει ληφθεί σε σχέση με την απαίτηση για ζημία που έχει ως αιτία το περιστατικό αυτό και συναφώς διατάσσει την ανάληψη οποιασδήποτε εγγυοδοσίας ή άλλης εξασφάλισης η οποία έχει παρασχεθεί προς αποφυγή λήψης ενός τέτοιου απαγορευτικού μέτρου. 2. Τα παραπάνω, εντούτοις, ισχύουν μόνο αν ο δανειστής έχει πρόσβαση στο δικαστήριο που χειρίζεται το κεφάλαιο και το κεφάλαιο είναι πράγματι διαθέσιμο σε σχέση με την απαίτηση. Θάνατος και τραυματισμός Άρθρο 11 Απαιτήσεις από θάνατο ή τραυματισμό προηγούνται των υπολοίπων απαιτήσεων εκτός από την περίπτωση κατά την οποία το σύνολο των απαιτήσεων από θάνατο ή τραυματισμό υπερβαίνει τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού που έχει συγκεντρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1. Υποχρεωτική ασφάλιση του πλοιοκτήτη Άρθρο 12 1. Ο πλοιοκτήτης πλοίου νηολογημένου σε κράτος μέλος το οποίο μεταφέρει πράγματι επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες υποχρεούται να διατηρεί ασφάλιση ή άλλη οικονομική εξασφάλιση, όπως εγγύηση τράπεζας ή συναφούς χρηματοδοτικού ιδρύματος για τα ποσά που καθορίζονται κατά την εφαρμογή των ορίων ευθύνης που προβλέπονται από το άρθρο 9 παράγραφος 1, για την κάλυψη ευθύνης από ζημία σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. 2. Πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης το οποίο πιστοποιεί ότι η ασφάλιση ή άλλη οικονομική εξασφάλιση βρίσκεται σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης εκδίδεται για κάθε πλοίο αφού η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφανθεί ότι οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 έχουν πληρωθεί. Σε σχέση με πλοίο νηολογημένο σε κράτος μέλος, αυτό το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης εκδίδεται ή επικυρώνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους του νηολογίου του πλοίου. Σε σχέση με πλοίο μη νηολογημένο σε κράτος μέλος το πιστοποιητικό αυτό μπορεί να εκδοθεί ή επικυρωθεί από την αρμόδια αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους. Αυτό το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης έχει τη μορφή του υποδείγματος που προβλέπεται στο παράρτημα Ι και περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: α) όνομα του πλοίου, διακριτικό αριθμό ή γράμματα και λιμένα νηολόγησης· β) όνομα και επιχειρηματική έδρα του πλοιοκτήτη· γ) αριθμό ΙΜΟ του πλοίου· δ) είδος και διάρκεια εξασφάλισης· ε) όνομα και επιχειρηματική έδρα του ασφαλιστή ή άλλου προσώπου το οποίο παρέχει εξασφάλιση και, όπου είναι απαραίτητο, τόπο όπου έχει συσταθεί η ασφάλιση ή άλλη εξασφάλιση και στ) διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τη διάρκεια ισχύος της ασφάλισης ή άλλης εξασφάλισης. 3. Το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης συντάσσεται στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους που το εκδίδει. Αν η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι η αγγλική ή η γαλλική ή η ισπανική, το κείμενο περιέχει μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές. 4. Το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης φυλάσσεται επί του πλοίου και αντίγραφο αυτού κατατίθεται στις αρχές που τηρούν το φάκελο του πλοίου ή, αν το πλοίο δεν είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος, στις αρχές του κράτους που εκδίδει ή επικυρώνει το πιστοποιητικό. 5. Η ασφάλιση ή άλλη οικονομική εξασφάλιση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου αν είναι δυνατό να παύσει να ισχύει, για λόγους διάφορους της λήξης της διάρκειας ισχύος της ασφάλισης ή εξασφάλισης που καθορίζονται στο πιστοποιητικό της παραγράφου 2, πριν την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία δίδεται ειδοποίηση σχετικά με τη λήξη στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, εκτός αν το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης έχει εκδοθεί κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται ομοίως σε οποιαδήποτε τροποποίηση που έχει ως συνέπεια τη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του παρόντος άρθρου από την ασφάλιση ή εξασφάλιση. 6. Το κράτος του νηολογίου του πλοίου καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης και εγκυρότητας του πιστοποιητικού υποχρεωτικής ασφάλισης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 7. Τα πιστοποιητικά υποχρεωτικής ασφάλισης που εκδίδονται ή επικυρώνονται από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 2 γίνονται δεκτά από τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης και θεωρούνται από τα υπόλοιπα κράτη μέλη ότι έχουν την ίδια ισχύ με τα πιστοποιητικά υποχρεωτικής ασφάλισης που εκδίδονται ή επικυρώνονται από αυτά ακόμη και αν έχουν εκδοθεί ή επικυρωθεί σε σχέση με πλοίο μη νηολογημένο σε κράτος μέλος. Ένα κράτος μέλος δύναται οποτεδήποτε να συμβουλεύεται το κράτος που έχει εκδώσει ή επικυρώσει το πιστοποιητικό αν θεωρεί ότι ο ασφαλιστής ή εγγυητής που αναφέρεται στο πιστοποιητικό δεν είναι οικονομικά ικανός να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την παρούσα σύμβαση. 8. Οποιαδήποτε απαίτηση για αποζημίωση μπορεί να εγερθεί απευθείας κατά του ασφαλιστή ή άλλου προσώπου που παρέχει οικονομική εξασφάλιση για την ευθύνη του πλοιοκτήτη από ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος μπορεί, ακόμη και αν ο πλοιοκτήτης δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του, να επωφεληθεί του περιορισμού της ευθύνης που προβλέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ο εναγόμενος μπορεί περαιτέρω να επικαλεσθεί τις ενστάσεις (εκτός από την πτώχευση ή τη θέση σε εκκαθάριση του πλοιοκτήτη) τις οποίες θα εδικαιούτο να επικαλεσθεί ο πλοιοκτήτης. Επιπλέον, ο εναγόμενος μπορεί να επικαλεσθεί την ένσταση ότι η ζημία προήλθε από δόλο του πλοιοκτήτη αλλά ο εναγόμενος δεν δικαιούται να επικαλεσθεί οποιαδήποτε άλλη ένσταση την οποία θα μπορούσε να επικαλεσθεί σε περίπτωση άσκησης αγωγής από τον πλοιοκτήτη κατά του εναγόμενου. Ο εναγόμενος έχει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να απαιτήσει από τον πλοιοκτήτη να καταστεί ομόδικός του. 9. Οποιοδήποτε ποσό το οποίο παρέχεται δυνάμει ασφάλισης ή τηρείται δυνάμει άλλης οικονομικής εξασφάλισης σύμφωνα με την παράγραφο 1, διατίθεται αποκλειστικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα σύμβαση. 10. Κανένα κράτος μέλος δεν θα επιτρέπει σε πλοίο που υψώνει την σημαία του και στο οποίο έχει εφαρμογή το παρόν άρθρο να διενεργεί θαλάσσιες μεταφορές χωρίς το πιστοποιητικό η έκδοση του οποίου προβλέπεται από τις παραγράφους 2 ή 12. 11. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει με το εθνικό του δίκαιο ότι η ασφάλιση ή άλλη εξασφάλιση, τα ποσά των οποίων προβλέπονται στην παράγραφο 1, ισχύει για κάθε πλοίο, οπουδήποτε και αν είναι νηολογημένο, το οποίο καταπλέει ή αποπλέει από λιμάνι στο έδαφός του ή καταπλέει ή αποπλέει από παράκτια εγκατάσταση εντός των χωρικών υδάτων του. 12. Αν ασφάλιση ή άλλη οικονομική εξασφάλιση δεν τηρείται σε σχέση με πλοίο η κυριότητα του οποίου ανήκει σε κράτος μέλος, οι σχετικές διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στο πλοίο αυτό αλλά το πλοίο θα φέρει πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους του νηολογίου του πλοίου και το οποίο πιστοποιεί ότι το πλοίο ανήκει κατά κυριότητα στο κράτος αυτό και ότι η αστική ευθύνη του πλοίου καλύπτεται μέχρι το όριο που προβλέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Αυτό το πιστοποιητικό υποχρεωτικής ασφάλισης θα είναι στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό σύμφωνο με το υπόδειγμα της παραγράφου 2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΑΒΩΝ ΟΥΣΙΩΝ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΕΟ) Ίδρυση του κεφαλαίου ΕΕΟ Άρθρο 13 1. Το διεθνές κεφάλαιο επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών (κεφάλαιο ΕΕΟ) ιδρύεται με την παρούσα, με τους ακόλουθους σκοπούς: α) να παρέχει αποζημίωση για ζημία που προήλθε από θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών στο βαθμό που η προστασία που παρέχεται σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ είναι ανεπαρκής ή μη διαθέσιμη και β) να έχει τις συναφείς αρμοδιότητες, οι οποίες εκτίθενται στο άρθρο 15. 2. Το κεφάλαιο ΕΕΟ αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος ως νομικό πρόσωπο ικανό, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους αυτού, να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις και να είναι διάδικος ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το διευθυντή ως το νόμιμο εκπρόσωπο του κεφαλαίου ΕΕΟ. Αποζημίωση Άρθρο 14 1. Για την πραγμάτωση του σκοπού της λειτουργίας του σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α), το κεφάλαιο ΕΕΟ καταβάλλει αποζημίωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται ζημία αν το πρόσωπο αυτό δεν έλαβε πλήρη και επαρκή αποζημίωση για τη ζημία σύμφωνα με τους όρους του κεφαλαίου ΙΙ: α) διότι δεν υπάρχει ευθύνη για τη ζημία σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ· β) διότι ο πλοιοκτήτης που ευθύνεται για τη ζημία σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ δεν είναι οικονομικά σε θέση να εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του όπως προβλέπονται στην παρούσα σύμβαση και οποιαδήποτε οικονομική εξασφάλιση η οποία μπορεί να έχει παρασχεθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ δεν καλύπτει ή είναι ανεπαρκής για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις για αποζημίωση. Ο πλοιοκτήτης κρίνεται ως οικονομικά ανίκανος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές και η οικονομική εξασφάλιση κρίνεται ανεπαρκής αν το πρόσωπο που υφίσταται τη ζημία δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί πλήρως από το ποσό της αποζημίωσης που οφείλεται σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ αφού πρώτα προέβη σε όλες τις εύλογες ενέργειες για την επιδίωξη των διαθέσιμων νόμιμων διαδικασιών· γ) διότι η ζημία υπερβαίνει το όριο ευθύνης του πλοιοκτήτη σύμφωνα με τους όρους του κεφαλαίου ΙΙ. 2. Εύλογες δαπάνες ή θυσίες που πραγματοποιούνται από τον πλοιοκτήτη με τη θέλησή του για την πρόληψη ή μείωση της ζημίας θεωρούνται ως ζημία για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. 3. Το κεφάλαιο ΕΕΟ δεν υπέχει ευθύνη σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αν: α) αποδείξει ότι η ζημία ήταν αποτέλεσμα πολεμικής πράξης, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου ή εξέγερσης ή προκλήθηκε από επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες που διέφυγαν ή εκφορτώθηκαν από πολεμικό πλοίο ή άλλο πλοίο που ανήκει στην κυριότητα ή τελεί υπό την εκμετάλλευση κράτους και χρησιμοποιείται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το περιστατικό μόνο για κυβερνητικούς μη εμπορικούς σκοπούς, ή β) ο δανειστής δεν μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα να έχει προκληθεί η ζημία από περιστατικό στο οποίο εμπλέκονται ένα ή περισσότερα πλοία. 4. Αν το κεφάλαιο ΕΕΟ αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε ολικά ή μερικά από πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση πρόκλησης ζημίας από το πρόσωπο που υπέστη αυτή ή από αμέλεια του προσώπου αυτού, το κεφάλαιο ΕΕΟ μπορεί να απαλλαγεί ολικά ή μερικά από την υποχρέωσή του να καταβάλει αποζημίωση στο παραπάνω πρόσωπο. Το κεφάλαιο ΕΕΟ, απαλλάσσεται σε κάθε περίπτωση στο βαθμό που έχει τύχει απαλλαγής και ο πλοιοκτήτης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3. Εντούτοις, το κεφάλαιο ΕΕΟ δεν είναι δυνατό να τύχει απαλλαγής αναφορικά με προληπτικά μέτρα. 5. α) Εκτός από την περίπτωση του στοιχείου β), το συνολικό ποσό αποζημίωσης που είναι καταβλητέο από το κεφάλαιο ΕΕΟ σύμφωνα με το παρόν άρθρο, περιορίζεται σε σχέση με κάθε ένα περιστατικό κατά τρόπο ώστε το σύνολο του παραπάνω ποσού και οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης το οποίο έχει πράγματι καταβληθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ για ζημία η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας σύμβασης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 3, να μην υπερβαίνει τα 250 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες· β) το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που είναι καταβλητέο από το κεφάλαιο ΕΕΟ σύμφωνα με το παρόν άρθρο από ζημία που έχει προκληθεί εξαιτίας φυσικού φαινομένου με εξαιρετικό, αναπόφευκτο και ακαταμάχητο χαρακτήρα δεν είναι δυνατό να υπερβαίνει τα 250 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες· γ) οι τυχόν τόκοι επί κεφαλαίου που συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της μέγιστης αποζημίωσης που είναι καταβλητέα από το κεφάλαιο ΕΕΟ σύμφωνα με το παρόν άρθρο· δ) τα ποσά που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία του νομίσματος αυτού προς το ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα κατά το χρόνο που λαμβάνεται η απόφαση της συνέλευσης του κεφαλαίου ΕΕΟ σχετικά με την πρώτη ημερομηνία πληρωμής της αποζημίωσης. 6. Όταν το ποσό των αποδεδειγμένων απαιτήσεων κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ υπερβαίνει το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που είναι καταβλητέο σύμφωνα με την παράγραφο 5, το διαθέσιμο ποσό διανέμεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αναλογία μεταξύ οποιασδήποτε αποδεδειγμένης απαίτησης και του ποσού της αποζημίωσης που πράγματι εισπράττεται από το δανειστή σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση να είναι η ίδια για όλους τους δανειστές. Απαιτήσεις από θάνατο ή τραυματισμό προηγούνται έναντι άλλων απαιτήσεων στο μέτρο που το άθροισμα των απαιτήσεων από θάνατο ή τραυματισμό δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού που προβλέπεται στην παράγραφο 5. 7. Η συνέλευση του κεφαλαίου ΕΕΟ μπορεί να αποφασίσει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση καταβάλλεται ακόμη και αν ο πλοιοκτήτης δεν έχει συστήσει κεφάλαιο σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ. Στις περιπτώσεις αυτές, η παράγραφος 5 στοιχείο δ) εφαρμόζεται ανάλογα. Συναφείς αρμοδιότητες του κεφαλαίου ΕΕΟ Άρθρο 15 Για το σκοπό της εκπλήρωσης της λειτουργίας του σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α), το κεφάλαιο ΕΕΟ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) εξετάζει τις απαιτήσεις που προβάλλονται κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ· β) συντάσσει εκτίμηση σε μορφή προϋπολογισμού για κάθε ημερολογιακό έτος αναφορικά με: Δαπάνες: i) έξοδα και δαπάνες διοίκησης του κεφαλαίου ΕΕΟ για το σχετικό έτος και οποιοδήποτε έλλειμμα από ενέργειες προηγούμενων ετών και ii) πληρωμές που πρόκειται να πραγματοποιηθούν από το κεφάλαιο ΕΕΟ μέσα στο σχετικό έτος, Έσοδα: iii) πλεονάζοντα κεφάλαια από ενέργειες προηγούμενων ετών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τόκων, iv) αρχικές εισφορές καταβλητέες κατά τη διάρκεια του έτους, v) ετήσιες εισφορές, αν απαιτούνται προκειμένου να ισοσκελισθεί ο προϋπολογισμός και vi) οποιαδήποτε άλλα έσοδα· γ) προσφέρει, ύστερα από αίτηση κράτους μέλους, τις υπηρεσίες του με όποιο τρόπο χρειάζεται ώστε να βοηθά το κράτος αυτό να διασφαλίσει σε σύντομο χρονικό διάστημα το προσωπικό, το υλικό και τις υπηρεσίες που είναι αναγκαίες ώστε να μπορέσει το κράτος αυτό να λάβει μέτρα πρόληψης ή περιορισμού της ζημίας που προκαλείται από περιστατικό σε σχέση με το οποίο το κεφάλαιο ΕΕΟ μπορεί να κληθεί να καταβάλει αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση και δ) παρέχει, με τους όρους που τίθενται από εσωτερικούς κανονισμούς, πιστώσεις προκειμένου να καταστεί δυνατή η λήψη προληπτικών μέτρων κατά ζημίας που προκαλείται από συγκεκριμένο περιστατικό σε σχέση με το οποίο το κεφάλαιο ΕΕΟ μπορεί να κληθεί να καταβάλει αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. Γενικές διατάξεις για τις εισφορές Άρθρο 16 1. Το κεφάλαιο ΕΕΟ έχει ένα γενικό λογαριασμό ο οποίος χωρίζεται σε τομείς. 2. Το κεφάλαιο ΕΕΟ, με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παράγραφοι 3 και 4, έχει επίσης χωριστούς λογαριασμούς αναφορικά με: α) πετρέλαιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο i) (λογαριασμός πετρελαίου)· β) υγροποιημένα φυσικά αέρια ελαφρών υδρογονανθράκων με κύριο συστατικό το μεθάνιο (ΥΦΑ) (λογαριασμός ΥΦΑ), γ) υγροποιημένα αέρια πετρελαίου ελαφρών υδρογονανθράκων με κύρια συστατικά το προπάνιο και το βουτάνιο (ΥΑΠ) (λογαριασμός ΥΑΠ), 3. Στο κεφάλαιο ΕΕΟ καταβάλλονται αρχικές εισφορές, καθώς και, στο μέτρο που απαιτείται, ετήσιες εισφορές. 4. Εισφορές προς το κεφάλαιο ΕΕΟ καταβάλλονται στο γενικό λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 18, σε χωριστούς λογαριασμούς σύμφωνα με το άρθρο 19 και είτε σε γενικό λογαριασμό είτε σε χωριστούς λογαριασμούς σύμφωνα με το άρθρο 20 ή το άρθρο 21, παράγραφος 5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παράγραφος 6, ο γενικός λογαριασμός προορίζεται για την αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες οι οποίες καλύπτονται από το λογαριασμό αυτό και κάθε χωριστός λογαριασμός προορίζεται για την αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες οι οποίες καλύπτονται από το λογαριασμό αυτό. 5. Για τους σκοπούς του άρθρου 18, του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και παράγραφος 1 στοιχείο γ), του άρθρου 20 και του άρθρου 21 παράγραφος 5, όποτε η ποσότητα ενός συγκεκριμένου τύπου εισφέροντος φορτίου το οποίο παραλαμβάνεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους από οποιοδήποτε πρόσωπο μέσα σ' ένα ημερολογιακό έτος αθροιζόμενη με τις ποσότητες φορτίου του ίδιου τύπου το οποίο παραλαμβάνεται στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος από οποιοδήποτε συνδεδεμένο πρόσωπο ή πρόσωπα υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στα αντίστοιχα εδάφια, αυτό το πρόσωπο καταβάλλει εισφορές σε σχέση με την πραγματική ποσότητα που παρέλαβε, μολονότι η ποσότητα αυτή δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο όριο. 6. "Συνδεδεμένο πρόσωπο" σημαίνει οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία ή από κοινού ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο. Το ερώτημα αν ένα πρόσωπο εμπίπτει στον ορισμό αυτό απαντάται από το εθνικό δίκαιο του ενδιαφερόμενου κράτους. Γενικές διατάξεις σχετικά με τις ετήσιες εισφορές Άρθρο 17 1. Ετήσιες εισφορές στο γενικό λογαριασμό και σε κάθε χωριστό λογαριασμό επιβάλλονται μόνο στο μέτρο που απαιτείται να γίνουν πληρωμές από τον εν λόγω λογαριασμό. 2. Οι ετήσιες εισφορές που είναι καταβλητέες σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, καθορίζονται από τη συνέλευση και υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα αυτά ανάλογα με τις μονάδες εισφέροντος φορτίου που παρελήφθη ή, σε σχέση με τα φορτία που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο β), ανάλογα με τις μονάδες εισφερόντων φορτίων που εκφορτώθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους, κατά την κρίση της συνέλευσης. 3. Η συνέλευση αποφασίζει για το συνολικό ποσό των ετήσιων εισφορών που πρέπει να καταβληθούν στο γενικό λογαριασμό και σε κάθε χωριστό λογαριασμό. Κατόπιν της απόφασης αυτής ο διευθυντής υπολογίζει, σε σχέση με κάθε κράτος μέλος, για κάθε πρόσωπο που ευθύνεται σε καταβολή εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 18, το άρθρο 19 παράγραφος 1 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, το ποσό της ετήσιας εισφοράς του προσώπου αυτού σε κάθε λογαριασμό, καθορίζοντας ένα συγκεκριμένο ποσό για κάθε μονάδα εισφέροντος φορτίου για το οποίο έχει συνταχθεί έκθεση ως προς το πρόσωπο αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους, κατά την κρίση της συνέλευσης. Ως προς το γενικό λογαριασμό, το παραπάνω προκαθορισμένο ποσό ανά μονάδα εισφέροντος φορτίου για κάθε τομέα υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανονισμούς του παραρτήματος ΙΙ της παρούσας σύμβασης. Ως προς κάθε χωριστό λογαριασμό, το αναφερόμενο παραπάνω προκαθορισμένο ποσό ανά μονάδα εισφέροντος φορτίου υπολογίζεται διαιρώντας την συνολική ετήσια εισφορά που πρέπει να καταβληθεί στο λογαριασμό αυτό με τη συνολική ποσότητα φορτίου που εισφέρει στο λογαριασμό αυτό. 4. Η συνέλευση μπορεί επίσης να επιβάλλει ετήσιες εισφορές για διοικητικές δαπάνες και να αποφασίζει την κατανομή των δαπανών αυτών μεταξύ των τομέων του γενικού λογαριασμού και των χωριστών λογαριασμών. 5. Η συνέλευση αποφασίζει επίσης για την κατανομή μεταξύ των σχετικών λογαριασμών και τομέων των ποσών που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από δύο ή περισσότερες ουσίες οι οποίες εμπίπτουν σε διαφορετικούς λογαριασμούς ή τομείς βάσει εκτίμησης του βαθμού κατά τον οποίο καθεμία από τις εμπλεκόμενες ουσίες συνεισέφερε στην ζημία. Ετήσιες εισφορές στο γενικό λογαριασμό Άρθρο 18 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 5, οι ετήσιες εισφορές στο γενικό λογαριασμό γίνονται σε σχέση με κάθε κράτος μέλος από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ήταν ο παραλήπτης στο κράτος αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους, κατά την κρίση της συνέλευσης, συνολικών ποσοτήτων που υπερβαίνουν τους 20000 τόνους εισφέροντος φορτίου, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1, οι οποίες εμπίπτουν στους ακόλουθους τομείς: α) στερεά υλικά χύδην που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο vii), β) ουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και γ) άλλες ουσίες. 2. Ετήσιες εισφορές είναι επίσης καταβλητέες στο γενικό λογαριασμό από πρόσωπα που θα ευθύνονταν σε καταβολή εισφορών σε χωριστό λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1, αν η λειτουργία του δεν είχε αναβληθεί ή ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 19. Κάθε χωριστός λογαριασμός η λειτουργία του οποίου αναβάλλεται ή αναστέλλεται σύμφωνα με το άρθρο 19 αποτελεί χωριστό τομέα μέσα στα πλαίσια του γενικού λογαριασμού. Ετήσιες εισφορές σε χωριστούς λογαριασμούς Άρθρο 19 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 5, ετήσιες εισφορές σε χωριστούς λογαριασμούς καταβάλλονται σε σχέση με κάθε κράτος μέλος: α) στην περίπτωση του λογαριασμού πετρελαίου, i) από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο παρέλαβε στο κράτος αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους κατά την κρίση της συνέλευσης, συνολικές ποσότητες που υπερβαίνουν τους 150000 τόνους εισφέροντος πετρελαίου όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3, της διεθνούς σύμβασης για την ίδρυση διεθνούς κεφαλαίου για την αποζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο του 1971, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο ευθύνεται ή θα ευθυνόταν για την καταβολή εισφορών στο διεθνές κεφάλαιο αποζημίωσης για ρύπανση από πετρέλαιο σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης αυτής και ii) από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο παρέλαβε στο κράτος αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους κατά την κρίση της συνέλευσης, συνολικές ποσότητες που υπερβαίνουν τους 20000 τόνους άλλων πετρελαιοειδών χύδην που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, προσάρτημα Ι της διεθνούς σύμβασης για την πρόληψη ρύπανσης από πλοία του 1973 όπως τροποποιήθηκε από το σχετικό πρωτόκολλο του 1978, όπως τροποποιήθηκε· β) στην περίπτωση του λογαριασμού ΥΦΑ, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εντός του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους κατά την κρίση της συνέλευσης, είχε νόμιμο τίτλο σε φορτίο ΥΦΑ που εκφορτώθηκε σε λιμάνι ή σταθμό του κράτους αυτού αμέσως πριν την εκφόρτωσή του· γ) στην περίπτωση του λογαριασμού ΥΑΠ, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εντός του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή οποιουδήποτε άλλου έτους κατά την κρίση της συνέλευσης, ήταν ο παραλήπτης στο κράτος αυτό συνολικών ποσοτήτων που υπερβαίνουν τους 20000 τόνους ΥΑΠ. 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οι χωριστοί λογαριασμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραπάνω, καθίστανται ενεργοί κατά την ίδια χρονική στιγμή όπως και ο γενικός λογαριασμός. 3. Η αρχική λειτουργία ενός χωριστού λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, αναβάλλεται μέχρι τη στιγμή που οι ποσότητες εισφέροντος φορτίου σε σχέση με το λογαριασμό αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, ή οποιουδήποτε άλλου έτους κατά την κρίση της συνέλευσης, υπερβούν τα ακόλουθα όρια: α) 350 εκατομμύρια τόνους εισφέροντος φορτίου σε σχέση με το λογαριασμό πετρελαίου, β) 20 εκατομμύρια τόνους εισφέροντος φορτίου σε σχέση με το λογαριασμό ΥΦΑ και γ) 15 εκατομμύρια τόνους εισφέροντος φορτίου σε σχέση με το λογαριασμό ΥΑΠ. 4. Η συνέλευση μπορεί να αναστείλει τη λειτουργία ενός χωριστού λογαριασμού αν: α) οι ποσότητες του εισφέροντος φορτίου σε σχέση με το λογαριασμό αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους βρεθούν κάτω από το αντίστοιχο όριο που καθορίζεται στην παράγραφο 3 ή β) μετά την πάροδο εξαμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία οφείλονταν οι εισφορές, οι συνολικές μη καταβεβλημένες εισφορές στο λογαριασμό αυτό υπερβαίνουν το 10 % της πλέον πρόσφατης επιβολής εισφοράς στο λογαριασμό αυτό σύμφωνα με την παράγραφο 1. 5. Η συνέλευση δύναται να ξαναθέσει σε λειτουργία ένα χωριστό λογαριασμό η λειτουργία του οποίου είχε ανασταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 4. 6. Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο θα ευθυνόταν στην καταβολή εισφοράς σε χωριστό λογαριασμό η λειτουργία του οποίου έχει αναβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή ανασταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, καταβάλλει στο γενικό λογαριασμό τις εισφορές που οφείλονται από αυτό σε σχέση με αυτό το χωριστό λογαριασμό. Προκειμένου να υπολογισθούν οι μελλοντικές εισφορές, οι χωριστοί λογαριασμοί η λειτουργία των οποίων έχει αναβληθεί ή ανασταλεί συνιστούν ένα νέο τομέα στο γενικό λογαριασμό και υπόκεινται στο σύστημα υπολογισμού του ύψους των εισφορών ΕΕΟ που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ. Αρχικές εισφορές Άρθρο 20 1. Σε σχέση με κάθε κράτος μέλος, οι αρχικές εισφορές αποτελούνται από ένα ποσό το οποίο υπολογίζεται για κάθε πρόσωπο που ευθύνεται στην καταβολή εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 5, τα άρθρα 18 και 19 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, στη βάση ενός προκαθορισμένου ποσού το οποίο είναι το ίδιο για το γενικό λογαριασμό και για κάθε χωριστό λογαριασμό, για κάθε μονάδα εισφέροντος φορτίου που παρελήφθη ή, στην περίπτωση του λογαριασμού ΥΦΑ, για κάθε μονάδα εισφέροντος φορτίου που εκφορτώθηκε στο κράτος αυτό κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους από το έτος έναρξης ισχύος της παρούσας σύμβασης για το κράτος αυτό. 2. Το προκαθορισμένο ποσό και οι μονάδες για τους διαφορετικούς τομείς μέσα στα πλαίσια του γενικού λογαριασμού καθώς και για κάθε χωριστό λογαριασμό που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται από την συνέλευση. 3. Οι αρχικές εισφορές καταβάλλονται μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία το κεφάλαιο ΕΕΟ εκδίδει τιμολόγια σε σχέση με κάθε κράτος μέλος προς τα πρόσωπα που ευθύνονται στην καταβολή εισφορών σύμφωνα με την παράγραφο 1. Εκθέσεις Άρθρο 21 1. Κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο υπεύθυνο για την καταβολή εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 ή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου θα καταχωρείται σε κατάλογο ο οποίος θα τηρείται και θα ενημερώνεται από τον διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2. Για την πραγμάτωση των σκοπών που τίθενται στην παράγραφο 1, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να γνωστοποιεί στον διευθυντή, κατά το χρόνο και με τον τρόπο που ορίζεται στους εσωτερικούς κανονισμούς του κεφαλαίου ΕΕΟ, το όνομα και τη διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου υπεύθυνου για την καταβολή εισφορών για λογαριασμό του κράτους αυτού σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 ή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, καθώς επίσης και πληροφορίες σχετικά με τις αντίστοιχες ποσότητες του εισφέροντος φορτίου για το οποίο ευθύνεται το συγκεκριμένο πρόσωπο σε καταβολή εισφορών για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. 3. Προκειμένου να εξακριβωθεί ποια είναι, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, τα πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 ή σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και προκειμένου να καθορισθούν, όπου χρειάζεται, οι ποσότητες φορτίου που πρέπει να ληφθούν υπόψη για κάθε τέτοιο πρόσωπο κατά τον καθορισμό του ποσού της εισφοράς, ο κατάλογος αποτελεί τεκμήριο για την απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτόν. 4. Αν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να γνωστοποιεί προς τον διευθυντή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση οικονομικής ζημίας στο κεφάλαιο ΕΕΟ, αυτό το κράτος μέλος υποχρεούται να αποζημιώσει το κεφάλαιο ΕΕΟ για κάθε τέτοια ζημία. Η συνέλευση αποφασίζει, μετά από σχετική σύσταση του διευθυντή, αν ένα κράτος μέλος οφείλει να καταβάλει μία τέτοια αποζημίωση. 5. Ως προς το εισφέρον φορτίο το οποίο μεταφέρεται από ένα λιμάνι ή σταθμό ενός κράτους μέλους σε άλλο λιμάνι ή σταθμό ευρισκόμενο στο ίδιο κράτος και εκφορτώνεται εκεί, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να υποβάλλουν στο κεφάλαιο ΕΕΟ έκθεση με τη συνολική ετήσια ποσότητα που αναλογεί σε κάθε λογαριασμό, η οποία θα καλύπτει όλες τις παραλαβές εισφέροντος φορτίου, συμπεριλαμβανομένων και οποιωνδήποτε ποσοτήτων για τις οποίες πρέπει να καταβληθούν εισφορές σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 16. Το κράτος μέλος οφείλει, κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης είτε: α) να γνωστοποιεί στο κεφάλαιο ΕΕΟ ότι θα πληρώσει το συνολικό ποσό για κάθε λογαριασμό που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο έτος με μία συνολική καταβολή προς το κεφάλαιο ΕΕΟ είτε β) να ζητά από το κεφάλαιο ΕΕΟ να επιβάλει το συνολικό ποσό για κάθε λογαριασμό εκδίδοντας τιμολόγια προς ατομικούς παραλήπτες ή, στην περίπτωση του λογαριασμού ΥΦΑ, προς τον κομιστή τίτλου ο οποίος εκφορτώνει μέσα στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, για το ποσό που οφείλεται από καθέναν από αυτούς. Τα πρόσωπα αυτά εξατομικεύονται κάθε φορά σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εμπλεκόμενου κράτους. Μη πληρωμή εισφορών Άρθρο 22 1. Το ποσό οποιασδήποτε οφειλόμενης εισφοράς σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, 20 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, το οποίο βρίσκεται σε καθυστέρηση, επιβαρύνεται με τόκο, το επιτόκιο του οποίου καθορίζεται σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς του κεφαλαίου ΕΕΟ, με την προϋπόθεση ότι διαφορετικά επιτόκια είναι δυνατό να ορισθούν για διαφορετικές περιστάσεις. 2. Αν ένα πρόσωπο το οποίο ευθύνεται για την πληρωμή εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, 20 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του για την πληρωμή των εισφορών αυτών ή οποιουδήποτε μέρους τους και είναι σε καθυστέρηση σε σχέση με τις εισφορές αυτές, ο διευθυντής οφείλει να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, συμπεριλαμβανόμενης και της άσκησης ενδίκων βοηθημάτων, κατ' αυτού του προσώπου για λογαριασμό του κεφαλαίου ΕΕΟ, προκειμένου να αναλάβει το οφειλόμενο ποσό. Παρόλα αυτά, αν ο υπερήμερος οφειλέτης των εισφορών είναι καταφανώς αφερέγγυος ή αν οι περιστάσεις επιβεβαιώνουν κατ' άλλο τρόπο αυτό, η συνέλευση μπορεί, μετά από πρόταση του διευθυντή, να αποφασίσει να μην προβεί σε καμία ενέργεια ή να μη συνεχίσει ενέργειες στις οποίες έχει ήδη προβεί κατά του υπόχρεου για πληρωμή εισφορών. Προαιρετική ευθύνη των κρατών μελών για την πληρωμή εισφορών Άρθρο 23 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 5, ένα κράτος μέλος μπορεί, κατά το χρόνο κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, να δηλώσει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την παρούσα Σύμβαση σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ευθύνεται για την πληρωμή εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, 20 και το άρθρο 21 παράγραφος 5, σχετικά με επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες οι οποίες παραλαμβάνονται ή εκφορτώνονται στο έδαφος αυτού του κράτους. Μια τέτοια δήλωση πρέπει να διατυπώνεται γραπτά και να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται. 2. Αν η δήλωση που προβλέπεται από την παράγραφο 1 γίνει πριν από έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, πρέπει να κατατεθεί ενώπιον του γενικού γραμματέα, ο οποίος οφείλει, μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης, να διαβιβάσει τη δήλωση στον διευθυντή. 3. Αν η δήλωση που προβλέπεται από την παράγραφο 1 γίνει μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας σύμβασης, πρέπει να κατατεθεί ενώπιον του διευθυντή. 4. Η δήλωση που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να ανακληθεί από το κράτος που την πραγματοποιεί, με έγγραφη ειδοποίηση που κοινοποιείται στον διευθυντή. Η ειδοποίηση που γίνεται μ' αυτό τον τρόπο επιφέρει αποτελέσματα τρεις μήνες μετά από τη λήψη της από τον διευθυντή. 5. Κάθε κράτος το οποίο δεσμεύεται από μία δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οφείλει, στα πλαίσια οποιασδήποτε δίκης που διεξάγεται εναντίον του ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου σε σχέση με οποιαδήποτε υποχρέωση η οποία εξειδικεύεται στη δήλωση, να παραιτηθεί από οποιαδήποτε ασυλία την οποία σε διαφορετική περίπτωση θα είχε δικαίωμα να επικαλεσθεί. Οργάνωση και διοίκηση Άρθρο 24 Το κεφάλαιο ΕΕΟ έχει συνέλευση και γραμματεία, επικεφαλής των οποίων είναι ο διευθυντής. Συνέλευση Άρθρο 25 Η συνέλευση αποτελείται από όλα τα κράτη μέλη της παρούσας σύμβασης. Άρθρο 26 Οι αρμοδιότητες της συνέλευσης είναι οι ακόλουθες: α) εκλέγει σε κάθε τακτική συνεδρίαση τον πρόεδρό της και δύο αντιπροέδρους, οι οποίοι καταλαμβάνουν αυτά τα αξιώματα μέχρι την επόμενη τακτική συνεδρίαση· β) καθορίζει τους δικούς της διαδικαστικούς κανόνες, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης· γ) αναπτύσσει, εφαρμόζει και αναθεωρεί εσωτερικούς και οικονομικούς κανονισμούς σχετικούς με το στόχο του κεφαλαίου ΕΕΟ, όπως περιγράφεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με τα σχετικά καθήκοντα του κεφαλαίου ΕΕΟ, τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 15· δ) διορίζει τον διευθυντή, μεριμνά για το διορισμό λοιπού προσωπικού το οποίο κρίνεται αναγκαίο και καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο διευθυντής και το λοιπό προσωπικό παρέχουν τις υπηρεσίες του· ε) υιοθετεί τον ετήσιο προϋπολογισμό ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 15 στοιχείο β)· στ) εξετάζει και εγκρίνει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, οποιαδήποτε σύσταση του διευθυντή σχετικά με το εύρος του ορισμού του εισφέροντος φορτίου· ζ) διορίζει ελεγκτές και εγκρίνει τους λογαριασμούς του κεφαλαίου ΕΕΟ· η) εγκρίνει ρυθμίσεις απαιτήσεων που στρέφονται κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ, λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τη διανομή μεταξύ των δικαιούχων των απαιτήσεων του διαθέσιμου ποσού αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 και καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιούνται προσωρινές πληρωμές σχετικά με απαιτήσεις, με σκοπό να διασφαλισθεί ότι όσοι έχουν υποστεί ζημία θα αποζημιώνονται το συντομότερο δυνατό· θ) συστήνει επιτροπή σχετικά με τις απαιτήσεις για αποζημίωση, αποτελούμενη από τουλάχιστον επτά και όχι περισσότερα από 15 μέλη και οποιοδήποτε προσωρινό ή μόνιμο βοηθητικό όργανο, το οποίο θεωρεί αναγκαίο, προσδιορίζει τους όρους λειτουργίας αυτής της επιτροπής ή του οργάνου και τους παρέχει την απαιτούμενη εξουσία προκειμένου να εκτελέσουν τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί· όταν διορίζει τα μέλη ενός τέτοιου οργάνου, η συνέλευση επιδιώκει να εξασφαλίσει μία ισομερή γεωγραφική κατανομή των μελών και να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται δεόντως· οι διαδικαστικοί κανόνες της συνέλευσης μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά για τη λειτουργία ενός τέτοιου βοηθητικού σώματος, ι) ορίζει ποια κράτη τα οποία δεν είναι μέρη της παρούσας σύμβασης, ποια συνδεδεμένα μέλη του οργανισμού και ποιοι διακυβερνητικοί και διεθνείς μη κυβερνητικοί οργανισμοί θα γίνονται δεκτοί προκειμένου να λαμβάνουν μέρος, χωρίς δικαίωμα ψήφου, σε συνεδριάσεις της συνέλευσης και των βοηθητικών οργάνων· ια) δίνει οδηγίες σχετικά με τη διοίκηση του κεφαλαίου ΕΕΟ στον διευθυντή και στα βοηθητικά όργανα· ιβ) επιβλέπει τη σωστή εφαρμογή της παρούσας σύμβασης και των αποφάσεων που λαμβάνει η ίδια· ιγ) ελέγχει κάθε πέντε έτη την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία του συστήματος για τον υπολογισμό των επιβαρύνσεων και το μηχανισμό εισφορών στο εσωτερικό εμπόριο και ιδ) ασκεί όλες τις άλλες αρμοδιότητες οι οποίες της απονέμονται με την παρούσα σύμβαση ή είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαίες για την ορθή λειτουργία του κεφαλαίου ΕΕΟ. Άρθρο 27 1. Οι τακτικές συνεδριάσεις της συνέλευσης λαμβάνουν χώρα μία φορά σε κάθε ημερολογιακό έτος, μετά από πρόσκληση του διευθυντή. 2. Οι έκτακτες συνεδριάσεις της συνέλευσης συγκαλούνται από τον διευθυντή μετά από αίτηση του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών της συνέλευσης· έκτακτες συνεδριάσεις της συνέλευσης είναι επίσης δυνατό να συγκληθούν με πρωτοβουλία του διευθυντή, μετά από γνωμοδότηση του προέδρου της συνέλευσης. Ο διευθυντής οφείλει να ειδοποιήσει τα μέλη τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από μία τέτοια συνεδρίαση. Άρθρο 28 Η πλειοψηφία των μελών της συνέλευσης απαιτείται για το σχηματισμό απαρτίας κατά τις συνεδριάσεις της. Γραμματεία Άρθρο 29 1. Η γραμματεία αποτελείται από τον διευθυντή και οποιοδήποτε άλλο προσωπικό το οποίο η διοίκηση του κεφαλαίου ΕΕΟ τυχόν θα ζητήσει. 2. Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του κεφαλαίου ΕΕΟ. Άρθρο 30 1. Ο διευθυντής είναι ο επικεφαλής διοικητικός αξιωματούχος του κεφαλαίου ΕΕΟ. Με την επιφύλαξη των οδηγιών που του δίνονται από τη συνέλευση, ο διευθυντής ασκεί τις αρμοδιότητες που ανήκουν στον διευθυντή σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, τους εσωτερικούς κανονισμούς του κεφαλαίου ΕΕΟ και τη συνέλευση. 2. Ο διευθυντής ειδικότερα: α) διορίζει το προσωπικό που απαιτείται για τη διοίκηση του κεφαλαίου ΕΕΟ· β) λαμβάνει όλα τα προσήκοντα μέτρα για τη χρηστή διοίκηση των περιουσιακών στοιχείων του κεφαλαίου ΕΕΟ· γ) συλλέγει τις οφειλόμενες εισφορές σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση τηρώντας παράλληλα ιδιαίτερα τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 2· δ) στο μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις που εγείρονται κατά του κεφαλαίου και προκειμένου να ασκήσει τις υπόλοιπες αρμοδιότητες του κεφαλαίου ΕΕΟ, προστρέχει στις υπηρεσίες εμπειρογνωμόνων επί νομικών, οικονομικών και άλλων θεμάτων· ε) λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων που εγείρονται κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ, μέσα στα όρια και κάτω από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τους εσωτερικούς κανονισμούς του κεφαλαίου ΕΕΟ, συμπεριλαμβανομένου του τελικού διακανονισμού των απαιτήσεων χωρίς την προηγούμενη έγκριση της συνέλευσης, όπου αυτό προβλέπεται από αυτούς τους κανονισμούς· στ) συντάσσει και υποβάλλει στη συνέλευση τις οικονομικές καταστάσεις και τις εκτιμήσεις για τον προϋπολογισμό κάθε ημερολογιακού έτους· ζ) συντάσσει, σε συνεννόηση με τον πρόεδρο της συνέλευσης, και δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες του κεφαλαίου ΕΕΟ κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους και η) συντάσσει, συλλέγει και θέτει σε κυκλοφορία τα έγγραφα και τις πληροφορίες που τυχόν απαιτούνται για το έργο της συνέλευσης και των βοηθητικών οργάνων. Άρθρο 31 Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ο διευθυντής, το προσωπικό και οι εμπειρογνώμονες που διορίζονται από τον διευθυντή δεν ζητούν και δεν δέχονται οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή από οποιαδήποτε αρχή ξένη προς το κεφάλαιο ΕΕΟ. Απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη θέση τους ως διεθνών αξιωματούχων. Από τη δική του μεριά, κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει να σέβεται τον αποκλειστικά διεθνή χαρακτήρα των ευθυνών του διευθυντή, του προσωπικού και των εμπειρογνωμόνων που διορίζονται από το διευθυντή και να μην επιδιώκει να τους επηρεάσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οικονομικά Άρθρο 32 1. Κάθε κράτος μέλος επιβαρύνεται με την πληρωμή του μισθού, των οδοιπορικών και λοιπών εξόδων της αντιπροσωπείας του στη συνέλευση και των εκπροσώπων του στα βοηθητικά όργανα. 2. Οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες οι οποίες προκαλούνται κατά τη λειτουργία του κεφαλαίου ΕΕΟ, βαρύνουν το κεφάλαιο ΕΕΟ. Ψηφοφορίες Άρθρο 33 Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται στις ψηφοφορίες που λαμβάνουν χώρα στη συνέλευση: α) κάθε μέλος έχει μία ψήφο· β) με την εξαίρεση των προβλεπομένων από το άρθρο 34, οι αποφάσεις της συνέλευσης λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών που ψηφίζουν· γ) αποφάσεις για τις οποίες απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων είναι αυτές για τις οποίες απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων των παρόντων μελών και δ) για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η φράση "παρόντα μέλη" σημαίνει "μέλη παρόντα στη συνεδρίαση κατά το χρόνο της ψηφοφορίας" και η φράση "παρόντα μέλη που ψηφίζουν" σημαίνει "παρόντα μέλη τα οποία ρίχνουν θετική ή αρνητική ψήφο". Μέλη τα οποία απέχουν από την ψηφοφορία θεωρούνται ότι δεν ψηφίζουν. Άρθρο 34 Οι ακόλουθες αποφάσεις της συνέλευσης λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων: α) η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 4 ή 5, για την αναστολή λειτουργίας και την επανενεργοποίηση ενός χωριστού λογαριασμού· β) η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2, για τη μη λήψη ή τη μη συνέχιση μέτρων κατά υπόχρεου σε εισφορά· γ) ο διορισμός του διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 26 στοιχείο δ)· δ) η σύσταση βοηθητικών σωμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 26 στοιχείο θ) και τα θέματα που σχετίζονται με μια τέτοια σύσταση και ε) η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1, ότι η παρούσα σύμβαση θα συνεχίσει να είναι σε ισχύ. Φορολογικές απαλλαγές και νομισματικές διατάξεις Άρθρο 35 1. Το κεφάλαιο ΕΕΟ, τα περιουσιακά του στοιχεία, το εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών και η λοιπή περιουσία που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπως περιγράφονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1, απολαμβάνουν σε όλα τα κράτη μέλη απαλλαγή από κάθε άμεση φορολόγηση. 2. Όταν το κεφάλαιο ΕΕΟ πραγματοποιεί σημαντικές αγορές κινητής ή ακίνητης περιουσίας, ή υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για την άσκηση των επίσημων δραστηριοτήτων του προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1, το κόστος των οποίων περιλαμβάνει έμμεσους φόρους ή φόρους πωλήσεων, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν, όποτε είναι δυνατό, τα προσήκοντα μέτρα για την απόδοση ή την αποζημίωση του ποσού αυτών των τελών και φόρων. Τα αγαθά που αποκτώνται μ' αυτό τον τρόπο δεν είναι δυνατό να πωληθούν έναντι τιμήματος ή να διατεθούν δωρεάν εκτός αν η διάθεσή τους πραγματοποιηθεί σύμφωνα με προϋποθέσεις που έχουν εγκριθεί από την κυβέρνηση του κράτους το οποίο έχει πραγματοποιήσει ή ενισχύσει την απόδοση ή την αποζημίωση των τελών και φόρων. 3. Δεν παρέχεται απαλλαγή σε περίπτωση τελών, φόρων ή επιβαρύνσεων οι οποίες αποτελούν απλώς πληρωμή για την παροχή υπηρεσιών δημόσιας χρήσης. 4. Το κεφάλαιο ΕΕΟ απαλλάσσεται από όλα τα τελωνειακά τέλη, τους φόρους και άλλες σχετικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σε πράγματα που εισάγονται ή εξάγονται από αυτό ή για λογαριασμό αυτού, για επίσημη χρήση αυτού. Τα πράγματα που εισάγονται με τον τρόπο αυτό δεν είναι δυνατό να μεταβιβασθούν είτε από επαχθή είτε από χαριστική αιτία στην επικράτεια του κράτους στο οποίο έχουν εισαχθεί, παρά μόνο με τις προϋποθέσεις που συμφωνούνται από την κυβέρνηση αυτού του κράτους. 5. Τα πρόσωπα που πραγματοποιούν εισφορές προς το κεφάλαιο Ε.Ε.Ο. καθώς επίσης οι ζημιωθέντες και οι ιδιοκτήτες που λαμβάνουν αποζημίωση από το κεφάλαιο ΕΕΟ υπόκεινται στη φορολογική νομοθεσία του κράτους στο οποίο φορολογούνται και δεν τυγχάνουν εξαιρετικής ή προνομιακής μεταχείρισης γι' αυτό το λόγο. 6. Παρά την τυχόν ύπαρξη κανονισμών που βρίσκονται σε ισχύ ή που θα τεθούν σε ισχύ στο μέλλον για τη θέσπιση νομισματικών διατάξεων ή για τη ρύθμιση του καθεστώτος μεταβίβασης πραγμάτων, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν τη μεταβίβαση και την πληρωμή οποιασδήποτε εισφοράς προς το κεφάλαιο ΕΕΟ και οποιασδήποτε αποζημίωσης που καταβάλλεται από το κεφάλαιο ΕΕΟ χωρίς κανένα περιορισμό. Απόρρητο των πληροφοριών Άρθρο 36 Πληροφορίες σχετικές με τους εκάστοτε υπόχρεους σε εισφορά οι οποίες παρέχονται για το σκοπό της παρούσας σύμβασης δεν μεταδίδονται έξω από το κεφάλαιο ΕΕΟ, εκτός από την περίπτωση, και στην έκταση που τυχόν είναι απόλυτα αναγκαίο προκειμένου να μπορέσει το κεφάλαιο ΕΕΟ να ασκήσει τις αρμοδιότητές του, στις οποίες περιλαμβάνεται και η άσκηση καθώς και η αντίκρουση ενδίκων βοηθημάτων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΓΩΓΕΣ Περιορισμός του δικαιώματος άσκησης αγωγών Άρθρο 37 1. Το δικαίωμα αποζημίωσης σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ αποσβέννυται αν δεν ασκηθεί αγωγή μέσα σε διάστημα τριών ετών από το χρόνο κατά τον οποίο το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία έλαβε γνώση ή όφειλε εύλογα να έχει λάβει γνώση της ζημίας και της ταυτότητας του κυρίου. 2. Το δικαίωμα αποζημίωσης σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ αποσβέννυται αν δεν ασκηθεί αγωγή ή αν δεν πραγματοποιηθεί η ειδοποίηση που προβλέπεται από το άρθρο 39 παράγραφος 7, μέσα σε διάστημα τριών ετών από το χρόνο κατά τον οποίο το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία έλαβε γνώση ή όφειλε εύλογα να έχει λάβει γνώση της ζημίας. 3. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν είναι δυνατό να ασκηθεί αγωγή μετά την πάροδο δέκα ετών από το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το περιστατικό που προκάλεσε τη ζημία. 4. Σε περίπτωση που το περιστατικό αποτελείται από μία σειρά συμβάντων, η περίοδος των δέκα ετών που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υπολογίζεται από το χρόνο κατά τον οποίο συνέβη το τελευταίο από αυτά τα συμβάντα. Δικαιοδοσία σε περίπτωση αγωγής κατά του κυρίου Άρθρο 38 1. Εάν το περιστατικό προκάλεσε ζημία στο έδαφος, περιλαμβανομένων και των χωρικών υδάτων, ή στην περιοχή που αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο β), ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή εάν έχουν ληφθεί προληπτικά μέτρα προκειμένου να προληφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί η ζημία σ' αυτό το έδαφος, συμπεριλαμβανομένων και των χωρικών υδάτων, ή σε μια τέτοια περιοχή, η αγωγή για αποζημίωση κατά του κυρίου ή άλλου προσώπου το οποίο παρέχει οικονομική εξασφάλιση για την αστική ευθύνη του κυρίου μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των δικαστηρίων αυτών των κρατών μελών. 2. Εάν το περιστατικό προκάλεσε ζημία αποκλειστικά έξω από το έδαφος, περιλαμβανομένων και των χωρικών υδάτων, οποιουδήποτε κράτους και είτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης που τίθενται στο άρθρο 3 στοιχείο γ) είτε έχουν ληφθεί προληπτικά μέτρα προκειμένου να προληφθεί ή να περιορισθεί αυτή η ζημία, η αγωγή για αποζημίωση κατά του κυρίου ή άλλου προσώπου το οποίο παρέχει οικονομική εξασφάλιση για την αστική ευθύνη του κυρίου μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον των δικαστηρίων: α) του κράτους μέλους στο οποίο το πλοίο είναι νηολογημένο ή, σε περίπτωση μη νηολογημένου πλοίου, του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία δικαιούται να υψώσει το πλοίο ή β) του κράτους μέλους στο οποίο ο κύριος έχει την συνήθη κατοικία του ή στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχειρηματική έδρα του κυρίου ή γ) του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί ένα κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3. 3. Οποιαδήποτε αγωγή που ασκείται σύμφωνα τις παραγράφους 1 ή 2 πρέπει να κοινοποιείται πριν από εύλογο χρόνο προς τον εναγόμενο. 4. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει την ύπαρξη δικαιοδοσίας στα δικαστήριά του προκειμένου να δικάσουν αγωγές για αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. 5. Μετά από τη σύσταση ενός κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 9 από τον κύριο ή από τον ασφαλιστή ή από άλλο πρόσωπο το οποίο παρέχει οικονομική εξασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 12, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο έχει συσταθεί αυτό το κεφάλαιο θα έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία προκειμένου να καθορίσουν όλα τα θέματα που αφορούν στην κατανομή και διανομή του κεφαλαίου. Δικαιοδοσία σε περίπτωση αγωγής κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ ή αγωγής που ασκείται από το κεφάλαιο ΕΕΟ Άρθρο 39 1. Με την επιφύλαξη των επόμενων διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιαδήποτε αγωγή κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ για αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 14, ασκείται μόνο ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 38 για την εκδίκαση αγωγών κατά του κυρίου ο οποίος ευθύνεται για ζημίες που προκλήθηκαν από το σχετικό περιστατικό ή ενώπιον δικαστηρίου ενός κράτους μέλους το οποίο θα ήταν αρμόδιο αν ο κύριος ευθυνόταν προς αποζημίωση. 2. Σε περίπτωση που το πλοίο που μετέφερε τις επικίνδυνες ή επιβλαβείς ουσίες που προκάλεσαν τη ζημία δεν έχει αναγνωρισθεί, οι διατάξεις του άρθρου 38 παράγραφος 1, εφαρμόζονται αναλογικά σε αγωγές κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ. 3. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει την ύπαρξη δικαιοδοσίας στα δικαστήριά του προκειμένου να δικάσουν αγωγές κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. 4. Όταν μία αγωγή για αποζημίωση ασκείται ενώπιον ενός δικαστηρίου κατά του κυρίου ή κατά του εγγυητή του κυρίου, αυτό το δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιαδήποτε αγωγή κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 σχετικά με την ίδια ζημία. 5. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει το δικαίωμα του κεφαλαίου ΕΕΟ να παρεμβαίνει ως διάδικος σε οποιαδήποτε δίκη που έχει ανοιχθεί σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους αυτού κατά του κυρίου ή κατά του εγγυητή του κυρίου. 6. Με την εξαίρεση όσων προβλέπονται στην παράγραφο 7, το κεφάλαιο ΕΕΟ δεν δεσμεύεται από καμία δικαστική απόφαση που έχει ληφθεί μετά από δίκη στην οποία δεν ήταν διάδικος ούτε από κανένα συμβιβασμό στον οποίο δεν έλαβε μέρος. 7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5, όταν μία αγωγή για αποζημίωση σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση ασκείται κατά του κυρίου ή κατά του εγγυητή του κυρίου ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου ενός κράτους μέλους, κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους να ειδοποιεί το κεφάλαιο ΕΕΟ για τη δίκη. Αν η ειδοποίηση αυτή έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με όσα προβλέπονται από το νόμο του δικαστηρίου που δικάζει και σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο ώστε το κεφάλαιο ΕΕΟ να έχει πράγματι τη δυνατότητα να παρέμβει αποτελεσματικά ως διάδικος στη δίκη, οποιαδήποτε απόφαση που λήφθηκε από το δικαστήριο μετά από τη δίκη αυτή, αφού καταστεί τελεσίδικη και εκτελεστή στο κράτος όπου έχει ληφθεί, δεσμεύει το κεφάλαιο ΕΕΟ με την έννοια ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά σ' αυτή την απόφαση δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από το κεφάλαιο ΕΕΟ, ακόμη και αν το κεφάλαιο ΕΕΟ δεν παρενέβη στη δίκη. Αναγνώριση και εκτέλεση Άρθρο 40 1. Οποιαδήποτε απόφαση η οποία έχει εκδοθεί από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 38 και η οποία είναι εκτελεστή στο κράτος όπου εκδόθηκε και δεν υπόκειται πλέον σε τακτικά ένδικα μέσα, αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος, εκτός: α) αν η απόφαση εκδόθηκε μετά από απάτη ή β) αν ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της υπόθεσης πριν από εύλογο χρόνο και δεν του δόθηκε εύλογη δυνατότητα να προβάλει τους ισχυρισμούς του. 2. Μια δικαστική απόφαση η οποία έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθίσταται εκτελεστή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, αμέσως μόλις τηρηθούν οι τυπικές διαδικασίες που απαιτούνται από αυτό το κράτος μέλος. Οι τυπικές διαδικασίες δεν είναι δυνατό να επιτρέπουν την επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης. 3. Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με τη διανομή που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 6, κάθε δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ από δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφοι 1 και 3, μόλις καταστεί εκτελεστή στο κράτος όπου εκδόθηκε και εφόσον δεν υπόκειται πλέον σ' αυτό το κράτος σε τακτικά ένδικα μέσα, αναγνωρίζεται και είναι εκτελεστή σε κάθε κράτος μέλος. Υποκατάσταση και αναγωγή Άρθρο 41 1. Το κεφάλαιο ΕΕΟ, σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης για ζημία το οποίο καταβλήθηκε από το κεφάλαιο ΕΕΟ σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1, αποκτά διά υποκαταστάσεως τα δικαιώματα που έχει το πρόσωπο που αποζημιώθηκε κατά του κυρίου ή κατά του εγγυητή του κυρίου. 2. Τίποτε στην παρούσα σύμβαση δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα αναγωγής ή υποκατάστασης του κεφαλαίου ΕΕΟ εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, συμπεριλαμβανομένων και προσώπων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο δ), εκτός από αυτά που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κατά το μέτρο που αυτά μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη τους. Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα του κεφαλαίου ΕΕΟ σε υποκατάσταση εναντίον αυτών των προσώπων δεν μπορεί να είναι λιγότερο επωφελές από το αντίστοιχο δικαίωμα του ασφαλιστή του προσώπου στο οποίο καταβλήθηκε αποζημίωση. 3. Με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων υποκατάστασης ή αναγωγής κατά του κεφαλαίου ΕΕΟ που είναι δυνατό να υπάρχουν, ένα κράτος μέλος ή πράκτορας αυτού που κατέβαλε αποζημίωση για ζημία σύμφωνα με τις διατάξεις εθνικού νόμου, αποκτά διά υποκαταστάσεως τα δικαιώματα τα οποία θα είχε σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση το πρόσωπο που έλαβε την αποζημίωση. Ρήτρα υπεροχής Άρθρο 42 Η παρούσα σύμβαση αντικαθιστά οποιαδήποτε άλλη σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ ή παραμένει ανοικτή προς υπογραφή, επικύρωση ή προσχώρηση κατά την ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα σύμβαση τίθεται προς υπογραφή, αλλά μόνο στην έκταση στην οποία μία τέτοια σύμβαση συγκρούεται με την παρούσα· μολαταύτα, τίποτε στο παρόν άρθρο δεν είναι δυνατό να επηρεάσει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών προς κράτη που δεν είναι μέρη της παρούσας σύμβασης και οι οποίες απορρέουν από μία τέτοια σύμβαση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Πληροφορίες σχετικά με το εισφέρον φορτίο Άρθρο 43 Κατά το χρόνο κατάθεσης του εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 3, και έκτοτε κατ' έτος μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο η παρούσα σύμβαση τίθεται σε ισχύ σ' ένα κράτος, το κράτος αυτό υποβάλλει στον γενικό γραμματέα στοιχεία σχετικά με τις ποσότητες του εισφέροντος φορτίου που έχουν ληφθεί ή, στην περίπτωση του λογαριασμού ΥΦΑ, που έχουν εκφορτωθεί σ' αυτό το κράτος κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους σε σχέση με το γενικό λογαριασμό και με κάθε χωριστό λογαριασμό. Πρώτη συνεδρίαση της συνέλευσης Άρθρο 44 Ο γενικός γραμματέας συγκαλεί την πρώτη συνεδρίαση της συνέλευσης. Αυτή η συνεδρίαση θα λάβει χώρα το συντομότερο δυνατό μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας συνέλευσης και, σε κάθε περίπτωση, όχι αργότερα από τριάντα ημέρες μετά από την έναρξη ισχύος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση Άρθρο 45 1. Η παρούσα σύμβαση θα παραμείνει ανοικτή προς υπογραφή στην έδρα του Οργανισμού από την 1η Οκτωβρίου 1996 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1997 και έκτοτε θα παραμείνει ανοικτή σε προσχώρηση. 2. Τα κράτη μπορούν να εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από την παρούσα σύμβαση με: α) υπογραφή χωρίς επιφύλαξη σχετικά με την επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή β) υπογραφή η οποία υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, της οποίας έπεται επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή γ) προσχώρηση. 3. Η επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση πραγματοποιείται με την κατάθεση ενώπιον του γενικού γραμματέα ενός εγγράφου με αυτό το περιεχόμενο. Έναρξη ισχύος Άρθρο 46 1. Η παρούσα σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ δεκαοκτώ μήνες μετά από την ημερομηνία κατά την οποία θα πληρωθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) τουλάχιστον 12 κράτη, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων κρατών καθένα από τα οποία διαθέτει 2 εκατομμύρια μονάδες ολικής χωρητικότητας, έχουν εκφράσει τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από αυτή και β) ο γενικός γραμματέας έχει λάβει πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 43, ότι τα πρόσωπα, σ' αυτά τα κράτη, τα οποία θα ευθύνονταν σε εισφορά σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), έχουν λάβει κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους συνολική ποσότητα τουλάχιστον 40 εκατομμυρίων τόνων φορτίου το οποίο εισφέρει στο γενικό λογαριασμό. 2. Για ένα κράτος το οποίο εκφράζει τη συναίνεσή του να δεσμεύεται από την παρούσα σύμβαση μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων για την έναρξη ισχύος αυτής, η συναίνεση αυτή επιφέρει αποτελέσματα τρεις μήνες μετά από την ημερομηνία κατά την οποία εκφράσθηκε ή μετά από την ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα σύμβαση τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 1, οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί αργότερα. Αναθεώρηση και τροποποίηση Άρθρο 47 1. Μια συνδιάσκεψη με το σκοπό της αναθεώρησης ή τροποποίησης της παρούσας σύμβασης είναι δυνατό να συγκληθεί από τον Οργανισμό. 2. Ο γενικός γραμματέας συγκαλεί συνδιάσκεψη των στοιχείο κρατών μελών στην παρούσα σύμβαση προκειμένου να αναθεωρήσουν ή να τροποποιήσουν τη σύμβαση, μετά από αίτηση έξι κρατών μελών ή του ενός τρίτου των κρατών μελών, οποιοσδήποτε αριθμός είναι υψηλότερος. 3. Οποιαδήποτε συναίνεση κράτους να δεσμεύεται από την παρούσα σύμβαση η οποία εκφράζεται μετά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος μιας τροποποίησης της παρούσας σύμβασης θεωρείται ότι αφορά τη σύμβαση, όπως έχει τροποποιηθεί. Τροποποίηση ορίων Άρθρο 48 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, η ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αποκλειστικά για τους σκοπούς της τροποποίησης των ορίων που τίθενται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και στο άρθρο 14 παράγραφος 5. 2. Μετά από αίτηση τουλάχιστον του ημίσεως, αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερων από έξι κρατών μελών, οποιαδήποτε πρόταση για την τροποποίηση των ορίων που τίθενται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και στο άρθρο 14 παράγραφος 5, κοινοποιείται από το γενικό γραμματέα σε όλα τα μέλη του Οργανισμού και σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. 3. Οποιαδήποτε τροποποίηση που προτείνεται και κοινοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα πιο πάνω, κατατίθεται στη νομική επιτροπή του Οργανισμού (η νομική επιτροπή) για εξέταση τουλάχιστον έξι μήνες μετά από την ημερομηνία της κοινοποίησής της. 4. Όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, είτε είναι μέλη του Οργανισμού είτε όχι, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις εργασίες της νομικής επιτροπής για την εξέταση και υιοθέτηση τροποποιήσεων. 5. Τροποποιήσεις υιοθετούνται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των συμβαλλόμενων κρατών που είναι παρόντα και ψηφίζουν στη νομική επιτροπή, η οποία είναι διευρυμένη όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4, με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το ήμισυ των συμβαλλόμενων κρατών είναι παρόντα κατά το χρόνο της ψηφοφορίας. 6. Κατά την εξέταση μιας πρότασης για τροποποίηση των ορίων, η νομική επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εμπειρία των περιστατικών και, ειδικότερα, το μέγεθος των ζημιών που προκαλούνται από αυτά, τις μεταβολές στις νομισματικές ισοτιμίες και την επίπτωση της προτεινόμενης τροποποίησης στο κόστος ασφάλισης. Επίσης λαμβάνει υπόψη τη σχέση μεταξύ των ορίων που θεσπίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και αυτών που θεσπίζονται στο άρθρο 14 παράγραφος 5. 7. α) Καμία τροποποίηση ορίων σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν είναι δυνατό να εξετασθεί σε λιγότερο από πέντε έτη από την ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα σύμβαση ανοίχθηκε προς υπογραφή ούτε σε λιγότερο από πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος μίας προηγούμενης τροποποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο. β) Κανένα όριο δεν είναι δυνατό να αυξηθεί κατά τρόπο που να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στο όριο που έχει τεθεί από την παρούσα σύμβαση επαυξημένο κατά έξι εκατοστιαίες μονάδες κατ' έτος, υπολογιζόμενο συγκεντρωτικά από την ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα σύμβαση ανοίχθηκε προς υπογραφή. γ) Κανένα όριο δεν είναι δυνατό να αυξηθεί κατά τρόπο που να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στο όριο που έχει τεθεί από την παρούσα σύμβαση πολλαπλασιαζόμενο επί τρία. 8. Οποιαδήποτε τροποποίηση που υιοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 γνωστοποιείται από τον Οργανισμό στα συμβαλλόμενα κράτη. Η τροποποίηση θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή στο τέλος μίας περιόδου δεκαοκτώ μηνών μετά από την ημερομηνία της γνωστοποίησης, εκτός αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τουλάχιστον το ένα τέταρτο των κρατών τα οποία ήταν συμβαλλόμενα κράτη κατά το χρόνο υιοθέτησης της τροποποίησης δηλώσουν στον γενικό γραμματέα ότι δεν αποδέχονται την τροποποίηση, στην οποία περίπτωση η τροποποίηση απορρίπτεται και δεν έχει καμία ισχύ. 9. Μια τροποποίηση η οποία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την παράγραφο 8, τίθεται σε ισχύ δεκαοκτώ μήνες μετά από την αποδοχή της. 10. Όλα τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται από την τροποποίηση, εκτός αν καταγγείλουν την παρούσα σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφοι 1 και 2, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποίησης. Μια τέτοια καταγγελία επιφέρει αποτελέσματα κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της τροποποίησης. 11. Όταν μία τροποποίηση έχει υιοθετηθεί αλλά η περίοδος των δεκαοκτώ μηνών για την αποδοχή της δεν έχει εκπνεύσει ακόμη, ένα κράτος που γίνεται συμβαλλόμενο κράτος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμεύεται από την τροποποίηση, εφόσον αυτή τεθεί σε ισχύ. Ένα κράτος που γίνεται συμβαλλόμενο κράτος μετά την πάροδο αυτής της περιόδου δεσμεύεται από οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία έγινε αποδεκτή σύμφωνα με την παράγραφο 8. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ένα κράτος δεσμεύεται από μία τροποποίηση όταν η τροποποίηση αυτή τεθεί σε ισχύ ή όταν η παρούσα σύμβαση τεθεί σε ισχύ σ' αυτό το κράτος, αν αυτό συμβεί αργότερα. Καταγγελία Άρθρο 49 1. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση οποτεδήποτε μετά από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή τίθεται σε ισχύ σ' αυτό το κράτος μέλος. 2. Η καταγγελία γίνεται με κατάθεση ενός εγγράφου καταγγελίας ενώπιον του γενικού γραμματέα. 3. Η καταγγελία επιφέρει αποτελέσματα δώδεκα μήνες ή οποιαδήποτε μακρύτερη χρονική περίοδο που ορίζεται στο έγγραφο καταγγελίας, μετά από την κατάθεση αυτού του εγγράφου ενώπιον του γενικού γραμματέα. 4. Παρά την καταγγελία που κάνει ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οποιεσδήποτε διατάξεις της παρούσας σύμβασης σχετικές με υποχρεώσεις για πραγματοποίηση εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 18 ή 19 ή το άρθρο 21 παράγραφος 5, αναφορικά με οποιεσδήποτε πληρωμές αποζημίωσης τις οποίες μπορεί να αποφασίσει η συνέλευση σχετικά με ένα περιστατικό το οποίο συνέβη πριν επιφέρει αποτελέσματα η καταγγελία, συνεχίζουν να εφαρμόζονται. Έκτακτες συνεδριάσεις της συνέλευσης Άρθρο 50 1. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, μέσα σε ενενήντα ημέρες από την κατάθεση ενός εγγράφου καταγγελίας, η οποία θεωρεί ότι θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπολοίπων κρατών μελών, να ζητήσει από το διευθυντή να συγκαλέσει μία έκτακτη συνεδρίαση της συνέλευσης. Ο διευθυντής οφείλει να συγκαλέσει τη συνέλευση τουλάχιστον εξήντα ημέρες μετά από την λήψη του αιτήματος. 2. Ο διευθυντής μπορεί να λάβει την πρωτοβουλία σύγκλησης της συνέλευσης σε έκτακτη συνεδρίαση μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεση ενός εγγράφου καταγγελίας, εφόσον ο διευθυντής θεωρεί ότι μια τέτοια καταγγελία θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπολοίπων κρατών μελών. 3. Αν η συνέλευση, σε μία έκτακτη συνεδρίαση αυτής, η οποία συγκαλείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, αποφασίσει ότι η καταγγελία θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπολοίπων κρατών μελών, οποιοδήποτε από αυτά τα κράτη μπορεί, τουλάχιστον 120 ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγελία επιφέρει αποτελέσματα, να προβεί σε καταγγελία της παρούσας σύμβασης, η οποία καταγγελία θα επιφέρει τα αποτελέσματά της κατά την ίδια ημερομηνία. Λήξη της σύμβασης Άρθρο 51 1. Η παρούσα σύμβαση θα παύσει να ισχύει: α) κατά το χρόνο που ο αριθμός των κρατών μελών θα γίνει μικρότερος από έξι, ή β) δώδεκα μήνες μετά από το χρόνο κατά τον οποίο τα στοιχεία που αφορούσαν το προηγούμενο ημερολογιακό έτος έπρεπε να έχουν υποβληθεί στον διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 21, εφόσον από τα στοιχεία προκύπτει ότι η συνολική ποσότητα του εισφέροντος φορτίου στο γενικό λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), το οποίο λήφθηκε από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια αυτού του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ανερχόταν σε λιγότερο από 30 εκατομμύρια τόνους. Παρά τα οριζόμενα στο στοιχείο β), αν η συνολική ποσότητα του εισφέροντος φορτίου στο γενικό λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), το οποίο λήφθηκε από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ανερχόταν σε λιγότερο από 30 εκατομμύρια τόνους αλλά περισσότερο από 25 εκατομμύρια τόνους, η συνέλευση, εφόσον θεωρεί ότι αυτό οφείλεται σε έκτακτες περιστάσεις και ότι δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί, μπορεί να αποφασίσει πριν από την πάροδο της προαναφερόμενης δωδεκάμηνης περιόδου ότι η σύμβαση θα παραμείνει σε ισχύ. Η συνέλευση δεν μπορεί, παρόλα αυτά, να λάβει μια τέτοια απόφαση για περισσότερα από δύο συνεχόμενα έτη. 2. Κράτη τα οποία δεσμεύονται από την παρούσα σύμβαση κατά την τελευταία ημέρα πριν από το χρόνο κατά τον οποίο παύει να ισχύει, οφείλουν να διευκολύνουν το κεφάλαιο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 52 και, αποκλειστικά για το σκοπό αυτό, συνεχίζουν να δεσμεύονται από την παρούσα σύμβαση. Εκκαθάριση του κεφαλαίου ΕΕΟ Άρθρο 52 1. Αν η παρούσα σύμβαση παύσει να είναι σε ισχύ, το κεφάλαιο ΕΕΟ παρόλα αυτά: α) οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο συνέβη πριν η παρούσα σύμβαση παύσει να είναι σε ισχύ και β) μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του σχετικά με εισφορές, στο μέτρο που αυτές οι εισφορές είναι αναγκαίες προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αναφερόμενες στο στοιχείο α) υποχρεώσεις του, στις οποίες περιλαμβάνονται δαπάνες για τη διοίκηση του κεφαλαίου ΕΕΟ οι οποίες είναι αναγκαίες για το σκοπό αυτό. 2. Η συνέλευση λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να ολοκληρώσει την εκκαθάριση του κεφαλαίου ΕΕΟ, στα οποία μέτρα περιλαμβάνεται η διανομή με δίκαιο τρόπο οποιωνδήποτε υπολειπόμενων περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των προσώπων που έχουν συνεισφέρει στο κεφάλαιο ΕΕΟ. 3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου το κεφάλαιο ΕΕΟ θα διατηρήσει τη νομική του προσωπικότητα. Θεματοφύλακας Άρθρο 53 1. Η παρούσα σύμβαση και οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία υιοθετείται σύμφωνα με το άρθρο 48 κατατίθεται ενώπιον του γενικού γραμματέα. 2. Ο γενικός γραμματέας: α) ενημερώνει όλα τα κράτη τα οποία έχουν υπογράψει την παρούσα σύμβαση ή έχουν προσχωρήσει σ' αυτήν και όλα τα μέλη του Οργανισμού, σχετικά με: i) κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης και την ημερομηνία αυτής, ii) το χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας σύμβασης, iii) οποιαδήποτε πρόταση για την τροποποίηση των ορίων στα ποσά αποζημίωσης η οποία έγινε σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 2, iv) οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία υιοθετήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 5, v) οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 8, καθώς και το χρόνο κατά τον οποίο αυτή η τροποποίηση θα τεθεί σε ισχύ σύμφωνα με τις παραγράφους 9 και 10 αυτού του άρθρου, vi) την κατάθεση οποιουδήποτε εγγράφου καταγγελίας της παρούσας σύμβασης, καθώς επίσης το χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η παραλαβή αυτού και το χρόνο κατά τον οποίο η καταγγελία επιφέρει αποτελέσματα, και vii) οποιαδήποτε ειδοποίηση η οποία απαιτείται από οποιοδήποτε άρθρο της παρούσας σύμβασης, και β) αποστέλλει θεωρημένα για τη γνησιότητά τους αντίγραφα της παρούσας σύμβασης προς όλα τα κράτη που έχουν υπογράψει την παρούσα Σύμβαση ή έχουν προσχωρήσει σ' αυτήν. 3. Αμέσως μόλις η παρούσα σύμβαση τεθεί σε ισχύ, ένα αντίγραφό της θεωρημένο για τη γνησιότητά του θα αποσταλεί από το θεματοφύλακα προς τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να καταχωρηθεί και να δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Γλώσσες Άρθρο 54 Η παρούσα σύμβαση συντάχθηκε σε ένα μοναδικό πρωτότυπο στην αραβική, κινεζική, αγγλική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, καθένα κείμενο από τα οποία είναι εξίσου αυθεντικό. ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ στις τρεις Μαΐου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι. ΠΡΟΣ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογράφοντες, έχοντας λάβει τη δέουσα πληρεξουσιότητα από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους για το σκοπό αυτό, υπέγραψαν την παρούσα σύμβαση. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I >PIC FILE= "L_2002337EL.007902.TIF"> >PIC FILE= "L_2002337EL.008001.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Κανονισμός 1 1. Το καθορισμένο ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 ορίζεται για κάθε τομέα σύμφωνα με τους παρόντες κανονισμούς. 2. Όπου είναι απαραίτητο να υπολογισθούν εισφορές για περισσότερους από έναν τομείς του γενικού λογαριασμού, ένα ξεχωριστό ποσό ανά μονάδα εισφέροντος φορτίου υπολογίζεται για καθένα από τους ακόλουθους τομείς, όπως απαιτείται: α) στερεά υλικά μεταφερόμενα χύδην, όπως αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο vii)· β) πετρέλαιο, αν η λειτουργία του λογαριασμού πετρελαίου αναβληθεί ή ανασταλεί· γ) ΥΦΑ, αν η λειτουργία του λογαριασμού ΥΦΑ αναβληθεί ή ανασταλεί· δ) ΥΑΠ, αν η λειτουργία του λογαριασμού ΥΑΠ αναβληθεί ή ανασταλεί· ε) άλλες ουσίες. Κανονισμός 2 1. Για κάθε τομέα, το καθορισμένο ποσό ανά μονάδα εισφέροντος φορτίου είναι το προϊόν της επιβάρυνσης ανά μονάδα ΕΕΟ και του συντελεστή τομέα για το συγκεκριμένο τομέα. 2. Η επιβάρυνση ανά μονάδα ΕΕΟ είναι το πηλίκο των συνολικών ετήσιων εισφορών που είναι καταβλητέες στο γενικό λογαριασμό δια του συνόλου των μονάδων ΕΕΟ για όλους τους τομείς. 3. Το σύνολο των μονάδων ΕΕΟ για κάθε τομέα είναι το προϊόν του συνολικού όγκου, μετρημένου σε μετρικούς τόνους, εισφέροντος φορτίου για το συγκεκριμένο τομέα και του αντίστοιχου συντελεστή τομέα. 4. Ο συντελεστής τομέα αποτελεί το ζυγισμένο αριθμητικό μέσο όρο του λόγου των απαιτήσεων προς τον όγκο φορτίου σε σχέση με τον εν λόγω τομέα για το συγκεκριμένο έτος και τα προηγούμενα εννέα έτη, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. 5. Με την εξαίρεση των προβλεπομένων στην παράγραφο 6, ο λόγος των απαιτήσεων προς τον όγκο φορτίου για καθένα από αυτά τα έτη υπολογίζεται όπως ακολουθεί: α) εκκαθαρισμένες απαιτήσεις, υπολογισμένες σε λογιστικές μονάδες οι οποίες έχουν μετατραπεί από το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται η απαίτηση σύμφωνα με την εφαρμοστέα ισοτιμία κατά το χρόνο του συγκεκριμένου περιστατικού, για ζημία που προκλήθηκε από ουσίες σε σχέση με τις οποίες οφείλονται εισφορές στο κεφάλαιο ΕΕΟ για το σχετικό έτος, οι οποίες διαιρούνται με β) τον όγκο του εισφέροντος φορτίου που αντιστοιχεί στο σχετικό έτος. 6. >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> 7. Ο αριθμητικός μέσος όρος των δέκα ετών πολλαπλασιάζεται με συντελεστή ο οποίος υπολογίζεται σε φθίνουσα γραμμική κλίμακα, έτσι ώστε ο λόγος του σχετικού έτους να έχει συντελεστή 10, ο λόγος του προηγούμενου από το σχετικό έτος να έχει συντελεστή 9, ο λόγος του προηγούμενου έτους από αυτό να έχει συντελεστή 8 και ούτω καθεξής, μέχρι το δέκατο έτος, το οποίο έχει συντελεστή 1. 8. Αν η λειτουργία ενός χωριστού λογαριασμού έχει ανασταλεί, ο σχετικός συντελεστής τομέα υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι οποίες αρμόζουν κατά την κρίση της συνέλευσης.