52003SC0364

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος (2) δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με κοινή θέση η οποία καθορίστηκε από το Συμβούλιο για την έγκριση της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου /* SEC/2003/0364 τελικό - COD 2001/0245 */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος (2) δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με κοινή θέση η οποία καθορίστηκε από το Συμβούλιο για την έγκριση της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου

2001/0245 (COD)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος (2) δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με κοινή θέση η οποία καθορίστηκε από το Συμβούλιο για την έγκριση της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου

1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η πρόταση COM(2001)581 τελικό [1] διαβιβάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 23 Οκτωβρίου 2001 σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 175 της συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή των Περιφερειών γνωμοδότησε στις 14 Μαρτίου 2002 [2]. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή γνωμοδότησε στις 29 Μαΐου 2002 [3]. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε σε πρώτη ανάγνωση στη σύνοδο της 10ης Οκτωβρίου 2002. Κατόπιν της γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δυνάμει του άρθρου 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή τροποποίησε την πρότασή της με το COM(2002)680 τελικό [4] και τη διαβίβασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 27 Νοεμβρίου 2002. Το Συμβούλιο κατέληξε ομόφωνα σε πολιτική συμφωνία επί της κοινής θέσης στις 9 Δεκεμβρίου 2002. Το Συμβούλιο ενέκρινε την κοινή θέση επισήμως στις 18 Μαρτίου 2003.

[1] ΕΕ C 75 E, 26.03.2002, σ. 33.

[2] ΕΕ C 192 της 12.8.2002, σ. 59.

[3] ΕΕ C 221 της 17.09.2002, σ. 27.

[4] Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα

2. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Ο γενικός στόχος της προτεινόμενης οδηγίας είναι η θέσπιση συστήματος εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Κοινότητα, θεσπίζοντας ένα πλαίσιο ΕΕ και εξασφαλίζοντας την ύπαρξη αγοράς - σε επίπεδο ΕΕ - για τα δικαιώματα εκπομπών. Ένα τέτοιο μέσο αποτελεί σημαντικό πυλώνα της στρατηγικής της Επιτροπής για την επίτευξη του στόχου του Κιότο κατά τον αποδοτικότερο, οικονομικά, τρόπο. Η εμπορία εκπομπών θα μειώσει το κόστος του περιορισμού των εκπομπών, εξασφαλίζοντας ότι οι περιορισμοί διενεργούνται εκεί όπου κοστίζουν λιγότερο. Ταυτόχρονα, η εμπορία εκπομπών είναι περιβαλλοντικά αποδοτική, αφού επιτυγχάνεται ένας προκαθορισμένος περιορισμός εκπομπών από τις καλυπτόμενες δραστηριότητες. Η πρόταση αυτή διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και αποτρέπει τις απαράδεκτες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

Η οδηγία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για να εξασφαλιστεί ότι οι νομικές δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου του Κιότο, το οποίο κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα [5] και τα κράτη μέλη της στις 31 Μαΐου 2002, εκπληρώνονται με τον αποδοτικότερο, οικονομικά, τρόπο.

[5] Απόφαση 2002/358/EΚ του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη Σύμβαση Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων, ΕΕ L 130, 15.05.2002, σ.1.

3. ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

3.1. Γενικά σχόλια

Η Επιτροπή αποδέχτηκε πλήρως, εν μέρει ή κατ'αρχήν 18 από τις 73 τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση και τροποποίησε την πρότασή της αντιστοίχως [6]. Όλες αυτές οι τροπολογίες έχουν ενσωματωθεί στην κοινή θέση, η οποία συμφωνήθηκε ομόφωνα στο Συμβούλιο στις 9 Δεκεμβρίου 2002, με την ίδια ή παρόμοια διατύπωση. Επιπλέον, η κοινή θέση περιλαμβάνει πέντε τροπολογίες που δεν γίνονται αποδεκτές από την Επιτροπή στην τροποποιημένη πρότασή της, σχετικά με την προσωρινή εξαίρεση ορισμένων εγκαταστάσεων υπό ορισμένους όρους μέχρι τα τέλη του 2007 (τροπολογία 50), τη μέθοδο κατανομής (τροπολογία 102), τον περιορισμό της επιτροπολογίας δυνάμει του άρθρου 22 (τροπολογία 49) και την ένταξη επιπρόσθετων τομέων και αερίων (τροπολογίες 16 και 17).

[6] COM(2002)680.

Η Επιτροπή αποδέχτηκε πολλές από τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου οι οποίες αυξάνουν τη διαφάνεια και το πλήρες σκεπτικό για κάθε τροπολογία παρατίθεται στα τμήματα 3.1 και 3.2 της τροποποιημένης πρότασης [7].

[7] COM(2002)680.

Η Επιτροπή κρίνει θετικά την έγκριση της κοινής θέσης στις 18 Μαρτίου 2003 θεωρώντας ότι συμβάλλει στην επιτάχυνση της έγκρισης της πρότασης οι κύριοι σκοποί της οποίας διαφυλάσσονται στην κοινή θέση, και συνεπώς υποστηρίζει την κοινή θέση ως έχει.

3.2. Αναλυτικά σχόλια

3.2.1. Τροπολογίες του Κοινοβουλίου που έγιναν δεκτές από την Επιτροπή και ενσωματώθηκαν, ως έχουν ή τροποποιημένες, στην κοινή θέση

Οι ακόλουθες τροπολογίες του Κοινοβουλίου, που έγιναν δεκτές από την Επιτροπή, αναφέρονται με τη σειρά που συμπεριλήφθηκαν στην κοινή θέση.

Σχετικά με τις αιτιολογικές σκέψεις: η τροπολογία 10 αναφέρει, στην πρώτη φράση της, ότι οι πολιτικές και τα μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν σε όλους τους τομείς της οικονομίας και όχι μόνο στους τομείς της βιομηχανίας και της ενέργειας. Εκφράζει ρητά την πεποίθηση ότι οι άλλοι τομείς οφείλουν να συμβάλουν στον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Αυτή η φράση έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Σχετικά με τις αιτιολογικές σκέψεις: η τροπολογία 13 δηλώνει ότι η στρατηγική της ΕΕ για την αλλαγή του κλίματος «θα πρέπει να βασίζεται στην ισορροπία μεταξύ του συστήματος εμπορίας εκπομπών και άλλων τύπων κοινοτικής, εγχώριας και διεθνούς δράσης». Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Η τροπολογία 15 (άρθρο 1) αναφέρει ότι στόχος της παρούσας οδηγίας είναι «να συμβάλει» στην αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των δεσμεύσεων της ΕΕ και των κρατών μελών της σε ό,τι αφορά το Πρωτόκολλο του Κιότο και να περιορίσει, κατά το δυνατόν, τις αρνητικές επιπτώσεις της στην οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Η τροπολογία έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή στο τέλος της υφιστάμενης αιτιολογικής σκέψης 5 η οποία αναφέρεται στους στόχους του πρωτοκόλλου του Κιότο με αντικατάσταση των λέξεων «της ΕΕ» από τις λέξεις «της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» και της φράσης «να περιορίσει, κατά το δυνατόν» με τις λέξεις «να ελαχιστοποιηθούν». Στην κοινή θέση, η διατύπωση «να περιορίσει, κατά το δυνατόν» που είχε προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επαναφέρθηκε.

Σχετικά με τη διαφάνεια: η τροπολογία 35 ορίζει ότι το σύστημα «που θα τεθεί σε λειτουργία από τα κράτη μέλη, για τη μεταφορά, την παρουσίαση και την ακύρωση των δικαιωμάτων, πρέπει να εξασφαλίζει την ανά πάσα στιγμή διαφάνεια ως προς το δικαίωμα έκδοσης, καθώς και ως προς τις συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων εντός και εκτός κρατών μελών». Η τροπολογία αυτή έγινε δεκτή από την Επιτροπή μέσω της προσθήκης των λέξεων «είναι προσιτό στο κοινό και ....» στη δεύτερη φράση του άρθρου 19 παράγραφος 2. Στην κοινή θέση, η εν λόγω τροπολογία συμπεριλήφθηκε μέσω της αντικατάστασης των λέξεων «για να υπάρχει η ενδεδειγμένη εμπιστευτικότητα» από τις λέξεις «ώστε να διασφαλίζεται η πρόσβαση του κοινού και η εμπιστευτικότητα, όπως ενδείκνυται», εισάγοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της δημόσιας πρόσβασης. Οι λεπτομέρειες για τη δημόσια πρόσβαση θα καθοριστούν σύμφωνα με τις διεθνείς αποφάσεις για μητρώα που να εξασφαλίζουν διαφάνεια όσον αφορά την ιδιοκτησία των δικαιωμάτων.

Σχετικά με τις αναφορές από τους φορείς εκμετάλλευσης: η τροπολογία 39 (άρθρο 14 παράγραφος 3) αλλάζει τη λέξη «στο» σε «τρεις μήνες μετά» προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι η υποβολή αναφορών για τις εκπομπές κατά τη διάρκεια ημερολογιακού έτους δεν μπορεί να διενεργείται κατά την ακριβή λήξη του έτους (ώρα 00.00, 1η Ιανουαρίου). Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή τροποποιημένη με αντικατάσταση της λέξης «στη» από τις λέξεις «μετά τη», καθώς δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί «εντός τριών μηνών», αφού οι αναφορές πρέπει να ελέγχονται και να κατατίθενται τα αντίστοιχα δικαιώματα έως τις 30 Απριλίου (βλέπε άρθρο 12 παράγραφος 3)). Αυτή η τροπολογία όπως ενσωματώθηκε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Σχετικά με τις κυρώσεις: η τροπολογία 40 (άρθρο 16, παράγραφος 2) περιορίζει την «κατονομασία και διαπόμπευση» σε εταιρείες που δεν έχουν επιστρέψει δικαιώματα εκπομπών δυνάμει της οδηγίας. Αυτσς ο περιορισμός έγινε δεκτός από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Η τροπολογία 41 (άρθρο 16 παράγραφος 3) αίρει τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πρόστιμο ισούται με το διπλάσιο της μέσης τιμής της αγοράς, εφόσον είναι ανώτερο των 100 ευρώ. Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Η τροπολογία 42 (άρθρο 16 παράγραφος 4) αίρει τη διάταξη σύμφωνα με την οποία κατά την περίοδο 2005-2007 το πρόστιμο θα ισούται με το διπλάσιο της μέσης τιμής της αγοράς, εφόσον είναι ανώτερο των 50 ευρώ. Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

Σχετικά με την υποβολή αναφορών από τα κράτη μέλη: η τροπολογία 43 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση για τον τρόπο με τον οποίο τα πρόστιμα και η αγορά επιπρόσθετων δικαιωμάτων χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς. Η εν λόγω τροπολογία έγινε αποδεκτή κατ'αρχήν και εν μέρει από την Επιτροπή και ενσωματώθηκε στο άρθρο 21 για την υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη με τη διατύπωση «και με τη φορολογική μεταχείριση των δικαιωμάτων». Όλες οι πτυχές της φορολογικής μεταχείρισης παρουσιάζουν δυνητικό ενδιαφέρον (συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιουχικών κερδών και ζημιών επί των πωλούμενων και αγοραζόμενων δικαιωμάτων). Η τροπολογία γίνεται δεκτή στην κοινή θέση, με την προσθήκη «εάν υπάρχει» ώστε να ληφθεί υπόψη η περίπτωση να μην υπάρχει φορολογική μεταχείριση.

Σχετικά με τη διαφάνεια: η τροπολογία 46 (άρθρο 17) αναφέρεται στην επικείμενη οδηγία για την πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες. Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση με την προσθήκη των λέξεων «του άρθρου 3 παράγραφος 3 και του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/4/ΕΚ».

Σχετικά με τη σχέση με συστήματα εμπορίας εκπομπών σε τρίτες χώρες: οι τροπολογίες 51 και 103 (άρθρο 25 παράγραφος 1) αναφέρουν ότι οι συμφωνίες στη βάση του Πρωτοκόλλου του Κιότο συνάπτονται μόνο με Μέρη που έχουν επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Πρέπει να συνάπτονται συμφωνίες με τις υποψήφιες χώρες στο βαθμό που αυτό δεν προβλέπεται από τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης. Αυτή η τροπολογία έχει γίνει αποδεκτή από την Επιτροπή κατ'αρχήν και εν μέρει με αντικατάσταση των λέξεων «τρίτες χώρες» από τις λέξεις «Μέρη που αναφέρονται στο παράρτημα Β του Πρωτοκόλλου του Κιότο και έχουν επικυρώσει το εν λόγω Πρωτόκολλο». Το τμήμα της τροπολογίας που αναφέρεται σε συμφωνίες με τις υποψήφιες χώρες δεν έγινε δεκτό, δεδομένου ότι η εμπορία εκπομπών στις υποψήφιες χώρες αναμένεται να εφαρμοστεί μέσω μεταφοράς αυτού του συστήματος και δεν θα ήταν σκόπιμο να αποφασιστεί τώρα ότι «πρέπει» να εφαρμοστεί η σύνδεση με τυχόν άλλο εθνικό προ-ενταξιακό σύστημα αφού αυτή προβλέπεται να θεσπιστεί. Στην κοινή θέση γίνεται αποδεκτό ότι πρέπει να δημιουργηθούν δεσμοί μόνο με τα μέρη που αναφέρονται στο Παράρτημα Β του Πρωτοκόλλου του Κιότο και υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή του δευτέρου τμήματος της τροπολογίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς αναφέρεται ότι «Θα πρέπει να συναφθούν συμφωνίες με τρίτες χώρες που αναφέρονται στο Παράρτημα Β του Πρωτοκόλλου του Κιότο και έχουν επικυρώσει το εν λόγω Πρωτόκολλο», και όχι «είναι δυνατόν να συναφθούν». Με τη διατύπωση αυτή εδραιώνεται η δημιουργία δεσμών. Έχει επιπλέον εισαχθεί μια νέα αιτιολογική σκέψη (17) στην οποία τονίζεται ότι η σύνδεση του κοινοτικού συστήματος εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με τα συστήματα εμπορίας αερίων θερμοκηπίου τρίτων χωρών θα αυξήσει, από πλευράς κόστους, την αποτελεσματικότητα της επίτευξης του κοινοτικού στόχου για μείωση των εκπομπών.

Σχετικά με την επανεξέταση: Η τροπολογία 55 προβλέπει ότι η επανεξέταση πρέπει να βασίζεται στην πείρα από την τριετή περίοδο που αρχίζει το 2005. Η Επιτροπή αποδέχτηκε ότι θα συντάξει έκθεση συμπεριλαμβάνοντας τη λέξη «υποβάλλει» στο άρθρο 30 παράγραφος 2, το οποίο είναι αποδεκτό επειδή η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα της εξ ιδίας πρωτοβουλίας υποβολής κατάλληλων προτάσεων με την έκφραση «συνοδευόμενη εφόσον απαιτείται από σχετικές προτάσεις». Αυτή η τροπολογία, όπως ενσωματώθηκε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής, έγινε αποδεκτή στην κοινή θέση.

Σχετικά με τα υπό επανεξέταση στοιχεία: η τροπολογία 56 προβλέπει ότι κατά την επανεξέταση πρέπει να αναλύεται η σχέση μεταξύ του κοινοτικού συστήματος εμπορίας εκπομπών και της διεθνούς εμπορίας εκπομπών που θα αρχίσει το 2008. Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση ως άρθρο 30, παράγραφος 2, σημείο β).

Η τροπολογία 57 εισάγει την έκφραση «περαιτέρω εναρμόνιση» της μεθόδου κατανομής, αντί της έκφρασης «εναρμονισμένη μέθοδο...». Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση ως άρθρο 30, παράγραφος 2, σημείο γ). Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, υπό το φως της κοινής θέσης, να αποφασιστεί τώρα η μέθοδος κατανομής για το χρονικό διάστημα 2008-2012 παρέχοντας έναν περιορισμένο βαθμό εθνικής ευελιξίας για την εκχώρηση δικαιωμάτων έναντι πληρωμής, δεδομένου ότι η περαιτέρω εναρμόνιση προβλέπεται ήδη ρητώς.

Η τροπολογία 58 προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο προς επανεξέταση ώστε να περιληφθούν οι πιθανές τροποποιήσεις και να προσαρμοστεί το σύστημα στην επικείμενη διεύρυνση της ΕΕ. Αυτή η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή και περιλαμβάνεται στην κοινή θέση ως άρθρο 30, παράγραφος 2, σημείο θ).

Σχετικά με τη διαφάνεια: Η τροπολογία 73 ορίζει ότι τα εθνικά σχέδια κατανομής πρέπει να αναφέρουν τις εγκαταστάσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «και τις άδειες εκπομπών των εν λόγω εγκαταστάσεων» [δηλαδή ότι πρέπει να δημοσιεύεται η αρχική κατανομή των δικαιωμάτων για κάθε εγκατάσταση]. Η εν λόγω τροπολογία χρησιμεύει για τη βελτίωση της διαφάνειας και έγινε αποδεκτή κατ'αρχήν και εν μέρει από την Επιτροπή με αντικατάσταση της έκφρασης «και της άδειας εκπομπών των εν λόγω εγκαταστάσεων» με την έκφραση «με τις ποσότητες δικαιωμάτων που πρόκειται να διατεθούν σε καθεμία». Αυτή η τροπολογία όπως ενσωματώθηκε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής ενσωματώνεται στην κοινή θέση ως παράρτημα III, σημείο 10 με την προσθήκη του «που πρόκειται να», η οποία διευκρινίζει ότι το εθνικό σχέδιο κατανομής αναφέρει πως θα κατανεμηθούν τα δικαιώματα πριν ληφθεί η απόφαση για την κατανομή.

Η τροπολογία 74 (παράρτημα IV, Παρακολούθηση των εκπομπών άλλων αερίων θερμοκηπίου) ορίζει ότι τυποποιημένες μέθοδοι παρακολούθησης των εκπομπών άλλων, πλην του CO2, αερίων θερμοκηπίου «θα εκπονηθούν σε συνεργασία με όλους τους οικείους ενδιαφερομένους» και θα συμφωνηθούν βάσει της διαδικασίας επιτροπολογίας. Η τροπολογία αυτή έγινε αποδεκτή εν μέρει από την Επιτροπή, περιλαμβάνοντας το προτεινόμενο κείμενο «θα αναπτυχθούν σε συνεργασία με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη», διατηρώντας τη λέξη «χρησιμοποιούνται» στο αρχικό κείμενο και προσθέτοντας ένα κόμμα. Αυτή η τροπολογία, όπως ενσωματώθηκε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής περιλαμβάνεται στην κοινή θέση.

3.2.2. Τροπολογίες δεκτές από την Επιτροπή οι οποίες όμως δεν περιλήφθηκαν στην κοινή θέση

Όλες οι τροπολογίες που έγιναν δεκτές από την Επιτροπή περιλήφθηκαν στην κοινή θέση.

3.2.3. Τροπολογίες του Κοινοβουλίου που δεν έγιναν δεκτές από την Επιτροπή και ενσωματώθηκαν από το Συμβούλιο στην κοινή θέση

Σχετικά με τη μέθοδο κατανομής: Η τροπολογία 102 προβλέπει τη δημοπράτηση του 15% και στις δύο περιόδους 2005-2007 και 2008-2012 και δηλώνει ότι τα έσοδα θα ανακυκλωθούν. Η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε αυτή την τροπολογία γιατί αντιτίθεται σε οποιαδήποτε δημοπράτηση κατά την πρώτη περίοδο και επιθυμεί να αξιοποιήσει την αποκτηθείσα πείρα προτού αποφασίσει για τη μέθοδο κατανομής για τη δεύτερη περίοδο. Αυτή η τροπολογία ενσωματώθηκε τώρα στην κοινή θέση κατ'αρχήν και εν μέρει καθώς αυτή προβλέπει ότι «κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, τα κράτη μέλη κατανέμουν δωρεάν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων» (άρθρο 10). Επιπροσθέτως, στο άρθρο 30 παράγραφος 2 σημείο γ) της κοινής θέσης προβλέπεται η επανεξέταση, που θα διενεργηθεί έως τις 30 Ιουνίου 2006, να εξετάσει «την περαιτέρω εναρμόνιση της μεθόδου κατανομής». Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβησαν σε δήλωση για τα πρακτικά ότι κάθε τυχόν έσοδο που θα προκύψει από κατανομή κατά την πενταετία που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008 θα είναι προς όφελος του κράτους μέλους κατανομής.

Σχετικά με την επέκταση του συστήματος: Η τροπολογία 16 προβλέπει να συμπεριλάβουν τα κράτη μέλη πρόσθετους τομείς εφόσον αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης. Η Επιτροπή δεν αποδέχτηκε αυτή την τροπολογία επειδή η εθελοντική και μονομερής συμπερίληψη, στο σύστημα, πρόσθετων δραστηριοτήτων μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού και να υπονομεύσει την περιβαλλοντική διάσταση του συστήματος εμπορίας των εκπομπών (ανάλογα με την ικανότητα παρακολούθησης εκπομπών από διαφορετικές πηγές). Αυτή η τροπολογία ενσωματώθηκε τώρα στην κοινή θέση με αλλαγές. Αυτές αφορούν, κατ'αρχάς, τους πρόσθετους τομείς οι οποίοι πρέπει να περιληφθούν λαμβανομένων υπόψη «όλων των σχετικών κριτηρίων, ιδίως των επιπτώσεων στην εσωτερική αγορά, των δυνητικών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, της περιβαλλοντικής ακεραιότητας του συστήματος και της αξιοπιστίας του συστήματος της σχεδιαζόμενης παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων» και εφόσον η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων όσον αφορά αυτές τις εκπομπές μπορεί να γίνεται με επαρκή ακρίβεια. Δεύτερον, από το 2005 θα ισχύει μονομερής συμπερίληψη για εγκαταστάσεις κάτω από τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι όρια δυναμικότητας των οποίων οι εκπομπές θα είναι παρόμοιες ως προς την παρακολούθηση με τις εγκαταστάσεις που αφορά το σύστημα κατά την αρχική εφαρμογή του, ενώ οι εκπομπές από άλλες εγκαταστάσεις ενδέχεται να συμπεριληφθούν από το 2008. Τρίτον, όπου έχουν περιληφθεί κλάδοι μονομερώς, η επόμενη επανεξέταση της Επιτροπής θα εξετάσει εάν η οδηγία «θα πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει εκπομπές από τις δραστηριότητες αυτές κατά τρόπο εναρμονισμένο σε όλη την Κοινότητα». Επιπλέον, προστέθηκε μια νέα αιτιολογική σκέψη (14) η οποία τονίζει ότι η ένταξη πρόσθετων εγκαταστάσεων στο κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας.

Σχετικά με την ακριβή παρακολούθηση των αερίων θερμοκηπίου: η τροπολογία 17 επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της εμπορίας εκπομπών, ούτως ώστε να καλύπτονται όλα τα αέρια θερμοκηπίου που διαλαμβάνει το Πρωτόκολλο του Κιότο, υπό την προϋπόθεση ότι η ποιότητα των δεδομένων για τα αέρια θερμοκηπίου για συγκεκριμένο έτος αναφοράς είναι «ικανοποιητική» και ότι η Επιτροπή, σε συνεργασία με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και σύμφωνα με τη διαδικασία επιτροπολογίας, θα αναπτύξει «αποδεκτές μεθόδους μέτρησης, παρακολούθησης και υπολογισμού». Η Επιτροπή δεν έκανε δεκτή την εν λόγω τροπολογία γιατί είναι αδόκιμο να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας κατ'αρχήν και στη συνέχεια να περιοριστεί η πρακτική εφαρμογή της επέκτασης μέχρις ότου ολοκληρωθεί μία αορίστου χρόνου μακροχρόνια διαδικασία και ληφθεί απόφαση μέσω επιτροπολογίας. Η τροπολογία αυτή ενσωματώθηκε τώρα στην κοινή θέση επιτρέποντας στα κράτη μέλη από το 2008 να εφαρμόζουν την εμπορία εκπομπών σε εκπομπές αερίων θερμοκηπίου άλλων πλην του διοξειδίου του άνθρακα (βλέπε τροπολογία 16 ανωτέρω) και να περιλαμβάνουν αυτές τις εκπομπές στο σύστημα εμπορίας εκπομπών, εφόσον «η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων όσον αφορά αυτές τις εκπομπές μπορεί να γίνεται με επαρκή ακρίβεια». Επιπλέον, όπου έχουν αναπτυχθεί οδηγίες για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων όσον αφορά αυτές τις εκπομπές «σε συνεργασία με όλους τους οικείους ενδιαφερομένους» (παράρτημα IV), η νέα επανεξέταση από την Επιτροπή θα εξετάσει την εναρμονισμένη κάλυψη αυτών των εκπομπών σε όλη την Κοινότητα.

Σχετικά με τις προσωρινές εξαιρέσεις από το σύστημα: η τροπολογία 50 επιτρέπει στα κράτη μέλη την υποβολή αιτήσεων για την εξαίρεση, μέχρι το 2007, ορισμένων εγκαταστάσεων, εφόσον αυτές υπόκεινται σε ισοδύναμα εθνικά μέτρα, την παρακολούθηση των εκπομπών τους και την έκθεσή τους σε συγκρίσιμες κυρώσεις. Η Επιτροπή δεν έκανε αποδεκτή αυτή την τροπολογία επειδή η εξαίρεση εγκαταστάσεων θα μειώσει την οικονομική αποδοτικότητα του μέσου και θα δημιουργεί μεγαλύτερους κινδύνους στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά. Αυτή η τροπολογία ενσωματώθηκε τώρα στην κοινή θέση με αλλαγές. Αυτές είναι, κατ'αρχάς, ότι η Επιτροπή αποφασίζει για προσωρινές εξαιρέσεις με διαδικασία επιτροπολογίας και όχι από μόνη της, και συνεπώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ενημερώνεται εκ των προτέρων για κάθε προτεινόμενη απόφαση σύμφωνα με τη σχετική διοργανική συμφωνία [8]. Κατά δεύτερον, η κοινή θέση επιτρέπει την προσωρινή εξαίρεση «ορισμένων εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων» και εφαρμόζει αυστηρότερη δοκιμή για αυτή την εξαίρεση ζητώντας να υπόκεινται σε κυρώσεις «τουλάχιστον ισοδύναμες» και όχι«συγκρίσιμες». Τρίτον, η κοινή θέση απαιτεί «να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξει στρέβλωση της εσωτερικής αγοράς».

[8] Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής για διαδικασίες εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή EE L 256, 10.10.2000, σ. 19

Σχετικά με τις τροποποιήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ: Η κοινή θέση τροποποιεί το άρθρο 22 της πρότασης της Επιτροπής ώστε να προβλεφθεί ότι η τροποποίηση των κριτηρίων κατανομής στο παράρτημα ΙΙΙ για τις περιόδους μετά τη χρονική περίοδο 2008-2012 θα γίνει με συναπόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Με τον τρόπο αυτό, η τροπολογία 49 είναι αποδεκτή εν μέρει περιορίζοντας τη χρήση της επιτροπολογίας στο χρονικό διάστημα 2008-2012 (για το οποίο δεν υπάρχει επαρκής χρόνος ώστε οι αναγκαίες τροποποιήσεις να γίνουν με διαδικασία συναπόφασης, επειδή τα εθνικά σχέδια κατανομής για αυτό το χρονικό διάστημα θα έχουν δημοσιευθεί έως τον Ιούνιο 2006, δεκαοκτώ μήνες πριν την έναρξη της περιόδου αυτής).

3.2.4. Πρόσθετες αλλαγές που επέφερε το Συμβούλιο στην τροποποιημένη πρόταση

Σχετικά με την κατοχύρωση δικαιωμάτων επιμετρούμενων ποσοτήτων μεταξύ 2007 και 2008: Το άρθρο 13 παράγραφος 2 της πρότασης της Επιτροπής για την ισχύ των δικαιωμάτων και την ακύρωση και επανεκχώρησή τους («κατοχύρωση δικαιωμάτων») παραμένει αμετάβλητο στην κοινή θέση. Η αιτιολογική σκέψη (8) της κοινής θέσης διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν για το αν θα επιτρέψουν την κατοχύρωση δικαιωμάτων μεταξύ της περιόδου 2005-2007 και 2008-2012 σε σχέση με μειώσεις εκπομπών που επέτυχαν στην εθνική επικράτειά τους. Αυτό επειδή τα κράτη μέλη διαθέτουν περιορισμένες ποσότητες επιμετρούμενων ποσοτήτων στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο, καθώς από το 2008 οι μεταβιβάσεις δικαιωμάτων θα συνεπάγονται αντίστοιχες μεταβιβάσεις επιμετρούμενων ποσοτήτων ενώ αυτό δεν συμβαίνει κατά τη χρονική περίοδο 2005-2007.

Σχετικά με προσαρμογές επιμετρούμενων ποσοτήτων: η αιτιολογική σκέψη (9) της κοινής θέσης διευκρινίζει ότι, από το 2008, η μεταβίβαση δικαιωμάτων σε άλλο κράτος μέλος συνεπάγεται αντίστοιχες προσαρμογές των επιμετρούμενων ποσοτήτων σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο. Αυτό το στοιχείο αναφέρεται ήδη στο τμήμα 3 της αιτιολογικής έκθεσης της πρότασης της Επιτροπής COM(2001)581, και θα εφαρμοστεί μέσω των κανόνων για τα μητρώα.

Σχετικά με εθνικά συστήματα εμπορίας εκπομπών: η αιτιολογική σκέψη (15) της κοινής θέσης διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν θα πρέπει να κωλύει τα επί μέρους κράτη να διατηρούν σε ισχύ ή να καθιερώνουν εθνικά συστήματα εμπορίας για εκπομπές που δεν περιλαμβάνονται στο κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών.

Σχετικά με τη συμμετοχή των κρατών μελών στη διεθνή εμπορία εκπομπών: η αιτιολογική σκέψη (16) της κοινής θέσης διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν επηρεάζει τη συμμετοχή των κρατών μελών στη διεθνή εμπορία εκπομπών, ως Μέρη του Πρωτοκόλλου του Κιότο εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.

Σχετικά με τη φορολόγηση: - η αιτιολογική σκέψη 22 τροποποιήθηκε στην κοινή θέση ώστε να αναφέρει ότι «οσάκις δραστηριότητες καλύπτονται από το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες κανονιστικών, φορολογικών ή άλλων πολιτικών με τις οποίες επιδιώκονται οι ίδιοι στόχοι». Προστέθηκε μια νέα αιτιολογική σκέψη (23) η οποία διευκρινίζει ότι το φορολογικό εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην εθνική πολιτική για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου γεγονός το οποίο μπορεί επομένως να αιτιολογήσει την προσωρινή εξαίρεση δραστηριοτήτων από το σύστημα. Αυτές οι τροπολογίες είναι στο πνεύμα της τελευταίας φράσης της τροπολογίας 9 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η οποία αναφέρει ότι «ότι το εμπόριο δικαιωμάτων εκπομπών αερίου θερμοκηπίου και η φορολογία στην ενέργεια πρέπει να θεωρούνται ως συμπληρωματικά μέσα».

Σχετικά με τον ορισμό της «εγκατάστασης»: το άρθρο 3 (ε) της κοινής θέσης ορίζει την «εγκατάσταση» με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως ορίζεται και στην οδηγία 96/61/ΕΕ σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (IPPC), μέσω της προσθήκης της φράσης «και οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με αυτές οι οποίες συνδέονται, τεχνικώς, με τις διεξαγόμενες δραστηριότητες στο συγκεκριμένο τόπο και θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές και τη ρύπανση» Ο ορισμός αυτός εφαρμόζει το σύστημα εμπορίας εκπομπών σε δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και προάγει τη συνέπεια μεταξύ του συστήματος εμπορίας εκπομπών και της οδηγίας IPPC.

Σχετικά με τον ορισμό του «νεοεισερχόμενου»: το άρθρο 3 παράγραφος η της κοινής θέσης ορίζει ως «νεοεισερχόμενο» κάθε εγκατάσταση στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ή ενημέρωση της εν λόγω άδειας, ύστερα από την κοινοποίηση στην Επιτροπή του εθνικού σχεδίου κατανομής. Αυτό σημαίνει ότι μια εγκατάσταση η οποία αλλάζει τη φύση ή τη λειτουργία της ή επεκτείνεται με τρόπο ώστε ή άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου να χρειάζεται ενημέρωση θα τυχαίνει της ίδιας μεταχείρισης με μια εγκατάσταση η οποία ξεκινάει τη λειτουργία της μετά από κοινοποίηση στην Επιτροπή ενός εθνικού σχεδίου κατανομής.

Σχετικά με τα εθνικά σχέδια κατανομής: Η κοινή θέση τροποποιεί το άρθρο 9 παράγραφος 1 προκειμένου να απαιτήσει από την Επιτροπή να διατυπώσει «κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ» έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003. Αυτή η καθοδήγηση δεν υπάρχει πρόθεση να είναι νομικώς δεσμευτική αλλά θα βοηθήσει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν τα εθνικά σχέδια κατανομής τους.

Σχετικά με το χρονοδιάγραμμα: Η κοινή θέση τροποποιεί το άρθρο 12 παράγραφος 3, το άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 16 παράγραφος 4 αντικαθιστώντας την ημερομηνία «30 Απριλίου» με την ημερομηνία «30 Μαρτίου, προκειμένου να δοθεί στους φορείς εκμετάλλευσης ένας επιπλέον μήνας για την επιστροφή δικαιωμάτων στην αρμόδια αρχή σε σχέση με τις εκπομπές τους κατά το προηγούμενο έτος.

Σχετικά με τις κυρώσεις: Η κοινή θέση τροποποιεί το άρθρο 16 παράγραφος 4 προκειμένου να μειώσει το πρόστιμο για την υπέρβαση εκπομπών από 50 ευρώ σε 40 ευρώ για τη χρονική περίοδο 2005-7. Διατηρείται η υποχρέωση για επιστροφή δικαιωμάτων για ποσότητες εκπομπών ίσες με τις καθ' υπέρβαση εκπομπές κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτό την περιβαλλοντική ακεραιότητα του συστήματος εμπορίας εκπομπών.

Σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας IPPC: το άρθρο 26 της κοινής θέσης περιλαμβάνει μια δεύτερη παράγραφο η οποία δηλώνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να μην επιβάλουν απαιτήσεις σχετικά με την ενεργειακή απόδοση στο πλαίσιο της οδηγίας IPPC σε σχέση με μονάδες που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα οι οποίες καλύπτονται από το σύστημα. Μια παρόμοια τροπολογία έχει εισαχθεί στην αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας IPPC. Μια νέα τρίτη υποπαράγραφος στο άρθρο 26 καθιστά σαφές, μετά από την εισαγωγή μιας διάταξης για τον προσωρινό αποκλεισμό εγκαταστάσεων όπως προτείνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι οι εγκαταστάσεις που αποκλείονται προσωρινά από το πεδίο της οδηγίας υπόκεινται πλήρως στις απαιτήσεις της οδηγίας IPPC.

Σχετικά με την ομαδοποίηση (άρθρο 28): Η κοινή θέση περιλαμβάνει ένα νέο άρθρο το οποίο δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στους φορείς εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων που ασκούν μια από τις δραστηριότητες του Παραρτήματος Ι να ομαδοποιούν τα δικαιώματά τους. Οι φορείς εκμετάλλευσης που επιθυμούν να συγκροτήσουν ομάδα ορίζουν επιμελητή στον οποίο εκχωρείται το σύνολο των δικαιωμάτων που θα υπολογίζονταν σε αυτούς, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την επιστροφή δικαιωμάτων εξ ονόματός τους και ο οποίος υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται για την παραβίαση απαιτήσεων σχετικά με την επιστροφή δικαιωμάτων. Οι αιτήσεις για σχηματισμό ομάδας οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας είναι δυνατόν να απορριφθούν από την Επιτροπή. Σε περίπτωση που ένας επιμελητής δεν συμμορφώνεται με τις κυρώσεις, οι φορείς εκμετάλλευσης σε μια ομάδα θα είναι ατομικά υπεύθυνες για τις εκπομπές της εγκατάστασής τους.

Σχετικά με την ανωτέρα βία (Άρθρο 29): Η κοινή θέση περιλαμβάνει ένα νέο άρθρο για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Κατά την περίοδο 2005-7 μόνο, όταν ένα κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι λόγω ανωτέρας βίας αιτιολογείται η έκδοση επιπρόσθετων δικαιωμάτων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή για έγκριση της έκδοσης επιπρόσθετων δικαιωμάτων για ορισμένες εγκαταστάσεις. Οποιαδήποτε δικαιώματα αυτού του είδους δεν είναι μεταφερόμενα, και επομένως μπορούν να χρησιμοποιηθούν από έναν φορέα εκμετάλλευσης για την εκπλήρωση των δικών του δεσμεύσεων στο πλαίσιο του συστήματος.

Σχετικά με βασιζόμενους σε σχέδια μηχανισμούς του πρωτοκόλλου του Κιότο (αιτιολογική σκέψη (18) και άρθρο 30 παράγραφος 3): Η κοινή θέση περιλαμβάνει μια αιτιολογική σκέψη που τονίζει ότι η αναγνώριση πιστωτικών μορίων που απορρέουν από βασιζόμενους σε σχέδια μηχανισμούς θα αυξήσει, από πλευράς κόστους, την αποτελεσματικότητα της επίτευξης μειώσεων των παγκοσμίων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και θα προβλεφθεί σε οδηγία για τη σύνδεση των βασιζόμενων σε σχέδια μηχανισμών με το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Περιλαμβάνει επίσης μια νέα παράγραφο 3 στο άρθρο 30 η οποία αναφέρει ότι η σύνδεση των βασιζόμενων σε σχέδια μηχανισμών με το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών είναι ευκταία και σημαντική και θα προβλεφθεί με πρόταση της Επιτροπής η οποία θα πρέπει να ισχύει παράλληλα με το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών το 2005. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 175 παράγραφος 1 θα αποφασίσουν σχετικά με το περιεχόμενο της παρούσας οδηγίας. Σε δηλώσεις για τα πρακτικά προέβησαν η Επιτροπή, η οποία επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να προτείνει, έως το πρώτο ήμισυ του 2003, μια οδηγία για τη σύνδεση των βασιζόμενων σε σχέδια μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένων του Μηχανισμού Κοινής Eφαρμογής (JI) και του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης (CDM), με το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και το Συμβούλιο, το οποίο επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να εργαστεί για την ταχεία έγκριση της επικείμενης οδηγίας ώστε αυτή να ισχύει παράλληλα με το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου το 2005.

Σχετικά με το παράρτημα III: Η κοινή θέση τροποποιεί το παράρτημα III δηλώνοντας, στο κριτήριο (1), ότι η συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί με τις «εθνικές πολιτικές ενέργειας ... και ... το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές». Το κριτήριο (2) διασαφηνίζεται δηλώνοντας ότι πρέπει να εξασφαλιστεί συνέπεια με «τις συνεισφορές των κρατών μελών στις δεσμεύσεις της Κοινότητας» στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου του Κιότο. Το κριτήριο (3) διευρύνεται για να καλύψει το δυναμικό και όχι μόνο το τεχνικό δυναμικό δραστηριοτήτων για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Επιπλέον, προστίθεται ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την κατανομή δικαιωμάτων στις μέσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά προϊόν σε κάθε τομέα δραστηριοτήτων και στην πρόοδο που είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε κάθε δραστηριότητα». Το κριτήριο (4) συντομεύεται ζητώντας συνέπεια με άλλα νομοθετικά μέσα και μέσα πολιτικής της Κοινότητας χωρίς να αναφέρονται παραδείγματα. Το κριτήριο (5) αναφέρεται άμεσα στις «απαιτήσεις της συνθήκης και ιδίως των άρθρων 87 και 88» και όχι στην κατανομή η οποία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει αυτήν που είναι πιθανό να είναι αναγκαία. Στο κριτήριο (7), διευκρινίζεται ότι «το σχέδιο δύναται να συνεκτιμά την έγκαιρη δράση». Προστίθεται ένα νέο κριτήριο (8), σύμφωνα με το οποίο το εθνικό σχέδιο κατανομής περιέχει «πληροφορίες για τον τρόπο κατά τον οποίον λαμβάνεται υπόψη η καθαρή τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακώς αποδοτικών τεχνολογιών». Τέλος, ένα νέο κριτήριο (11) διευκρινίζει ότι το σχέδιο μπορεί να περιέχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο θα λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη ανταγωνισμού από χώρες/φορείς εκτός της ΕΕ.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η κοινή θέση ενσωματώνει πολλές από τις τροπολογίες που προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην πρώτη ανάγνωσή του. Ιδίως, οι επανεξετάσεις θα διενεργηθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 και τις 30 Ιουνίου 2006 για να διαπιστωθεί εάν οι εκπομπές άλλων αερίων θερμοκηπίου μπορούν να παρακολουθηθούν με ακρίβεια και το πεδίο του συστήματος να επεκταθεί. Από το 2008 τα κράτη μέλη θα είναι σε θέση να συμπεριλάβουν εθελοντικά και μονομερώς άλλα αέρια, και κατόπιν θα επανεξεταστεί η εναρμόνιση του συστήματος μέσω της συναπόφασης. Το πεδίο του συστήματος εμπορίας εκπομπών περιλαμβάνει παραγωγή ενέργειας, θερμότητας και ατμού εγκαταστάσεων μεγαλύτερων των 20MW, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την κάλυψη του συστήματος από το 2005 προκειμένου να ελαττωθούν οι κατώτατες οριακές τιμές. Για την πενταετία που ξεκινάει το 2008, η διάταξη για την «ομαδοποίηση» θα επιτρέψει την ευχερέστερη μετάβαση μεταξύ των υφιστάμενων μέσων όπως οι μακροπρόθεσμες διαπραγματευθείσες συμφωνίες και η εμπορία εκπομπών.

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η απαίτηση της κοινής θέσης να κατανείμουν τα κράτη μέλη κατά την περίοδο 2008-2012 τουλάχιστον 90% των δικαιωμάτων τους δωρεάν παρέχει στις επιχειρήσεις και τα κράτη μέλη μεγαλύτερη βεβαιότητα ως προς το τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Σημειώνει επίσης ότι, αναλόγως της χρήσης που θα κάνουν τα κράτη μέλη στα έσοδα, η δημοπράτηση μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις και ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προσφύγουν σε άλλες μεθόδους χορήγησης ποσοστώσεων δυνάμει των διατάξεων που θα ισχύουν κατά την περίοδο 2008-2012. Η περαιτέρω εναρμόνιση της μεθόδου κατανομής στην επανεξέταση που θα πραγματοποιηθεί έως τις 30 Ιουνίου 2006. Η Επιτροπή είχε αρχικά προτείνει να καθοριστεί η μέθοδος χορήγησης ποσοστώσεων βάσει της πείρας που θα έχει αποκτηθεί από τη χορήγηση ποσοστώσεων για την περίοδο 2005-2007, και εκτιμά ότι η τελική οδηγία δεν θα πρέπει να παρεκκλίνει περισσότερο από αυτή την αρχή απ'όσο παρεκκλίνει η κοινή γνώμη.

Βάσει της επικείμενης πρότασης της Επιτροπής για τους βασιζόμενους σε σχέδια μηχανισμούς του πρωτοκόλλου του Κιότο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα αποφασίσει με διαδικασία συναπόφασης για τις λεπτομέρειες της συμπερίληψής τους στο σύστημα εμπορίας εκπομπών. Επιπλέον, η κοινή θέση αποδέχεται τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΚ θα πρέπει να συνδέεται μόνο με συστήματα τρίτων χωρών οι οποίες έχουν επικυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο.

Η ΕΕ επικύρωσε το πρωτόκολλο του Κιότο στις 31 Μαΐου 2002, και δεσμεύεται να θεσπίσει πολιτικές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με αποδοτικό, οικονομικά, τρόπο. Η εμπορία εκπομπών θα μειώσει τις εκπομπές με αποδοτικό, οικονομικά, τρόπο και η Κοινότητα θα ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από την πείρα από την εμπορία εκπομπών μετά το 2005. Η Επιτροπή οφείλει να καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές για την παρακολούθηση έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003 και οδηγίες για τα κριτήρια κατανομής έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003, ενώ τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν νομοθεσία εφαρμογής έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003 και να εκπονήσουν εθνικά σχέδια κατανομής έως τις 31 Μαρτίου 2004. Οι υποψήφιες για προσχώρηση χώρες πρέπει να πράξουν το ίδιο το αργότερο έως την ημερομηνία της προσχώρησής τους. Η έγκαιρη οριστικοποίηση της οδηγίας για την εμπορία εκπομπών είναι απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι αυτό το χρονοδιάγραμμα τηρείται και η Ευρώπη εξακολουθεί να πρωτοστατεί στον αγώνα για την αποτροπή της αλλαγής του κλίματος.

Η Επιτροπή επομένως στηρίζει την κοινή θέση η οποία εγκρίθηκε στις 18 Μαρτίου 2003.