Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή των συμφωνιών μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού από την 1η Ιανουαρίου 2002 ως την 31η Δεκεμβρίου 2002 /* COM/2003/0500 τελικό */
EKΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή των συμφωνιών μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού από την 1η Ιανουαρίου 2002 ως την 31η Δεκεμβρίου 2002 1. Ηνωμενες Πολιτειες 1.1. Εισαγωγή Στις 23.9.1991, η Επιτροπή συνήψε συμφωνία με την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού [1] (στο εξής: "η συμφωνία του 1991"), σκοπός της οποίας είναι η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού των δύο πλευρών. Με κοινή απόφαση του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 10.4.1995 [2], η συμφωνία εγκρίθηκε και κηρύχθηκε εφαρμοστέα από την ημερομηνία υπογραφής της από την Επιτροπή. [1] Συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης των ΗΠΑ και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού (ΕΕ L 95, 27.4.1995,σσ. 47 και 50) [2] Βλ. ΕΕ L 95, 27.4.1995, σσ.45 και 46. Στις 04.06.1998, μια άλλη συμφωνία, η οποία ενισχύει τις διατάξεις περί θετικής αβροφροσύνης της συμφωνίας του 1991, τέθηκε σε ισχύ [3] (στο εξής: "η συμφωνία του 1998"), αφού εγκρίθηκε με κοινή απόφαση του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 29.05.1998. [3] Συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της κυβέρνησης των ΗΠΑ σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της θετικής διεθνούς αβροφροσύνης κατά την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού, ΕΕ L 173, 18.6.1998, σσ. 26-31. Στις 08.10.1996, η Επιτροπή εξέδωσε την πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας του 1991 για την περίοδο 10.04.1995 έως 30.06.1996 [4]. Η δεύτερη έκθεση κάλυψε τους επόμενους μήνες του 1996, δηλαδή το διάστημα από 01.07.1996 έως 31.12.1996 [5]. Η τρίτη έκθεση κάλυψε ολόκληρο το ημερολογιακό έτος 1997 [6], η τέταρτη έκθεση το έτος 1998 [7], η πέμπτη το έτος 1999 [8], η έκτη το έτος 2000 [9], και η έβδομη το έτος 2001 [10]. Η παρούσα έκθεση αφορά το ημερολογιακό έτος από 01.01.2002 έως 31.12.2002. Η παρούσα έκθεση θα πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με την πρώτη έκθεση, όπου εξηγούνται διεξοδικά τα οφέλη, αλλά και τα όρια της συνεργασίας στον συγκεκριμένο τομέα. [4] Com(96) 479 τελικό, βλ. XXVIη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού, σσ. 299-311. [5] Com(97) 346 τελικό, βλ. XXVIη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού, σσ. 312-318. [6] Com(98) 510 τελικό, βλ. XXVIIη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού σσ. 317-327. [7] Com(1999) 439 τελικό, βλ. XXVIIIη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού σσ. 313-328. [8] Com(2000) 618 τελικό, βλέπε XXIXη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού, σσ. 319-332. [9] Com(2001)45 τελικό, βλέπε XXXη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού, σσ. 291-307. [10] Com(2002)505 τελικό. Συνοπτικά, η συμφωνία του 1991 προβλέπει τα εξής: - κοινοποίηση των υποθέσεων που εξετάζονται από τις αρχές ανταγωνισμού του ενός συμβαλλομένου μέρους, κατά το μέτρο που οι υποθέσεις αυτές αφορούν σημαντικά συμφέροντα του άλλου συμβαλλομένου μέρους (άρθρο ΙΙ), και ανταλλαγή πληροφοριών επί γενικών θεμάτων σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού (άρθρο ΙΙΙ). - συνεργασία και συντονισμό των ενεργειών των αρχών ανταγωνισμού αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών (άρθρο IV). - διαδικασία "παραδοσιακής αβροφροσύνης" στο πλαίσιο της οποίας κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να συνεκτιμά τα σημαντικά συμφέροντα και άλλου μέρους όταν λαμβάνει μέτρα για την εφαρμογή των κανόνων του στον τομέα του ανταγωνισμού (άρθρο VI). - διαδικασία "θετικής αβροφροσύνης" στο πλαίσιο της οποίας κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καλέσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να λάβει, βάσει της νομοθεσίας του τελευταίου, κατάλληλα μέτρα σχετικά με συμπεριφορά αντίθετη προς τον ανταγωνισμό που εκδηλώνεται στο έδαφός του και θίγει σημαντικά συμφέροντα του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους (άρθρο V). Επιπλέον, η συμφωνία του 1991 καθιστά σαφές ότι καμία από τις διατάξεις της δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που δεν συμβιβάζεται με την ισχύουσα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ (άρθρο IX). Ειδικότερα, οι αρχές ανταγωνισμού εξακολουθούν να δεσμεύονται από τους εσωτερικούς κανόνες τους που αφορούν την προστασία της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που συγκεντρώνονται από αυτές κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων ερευνών τους (άρθρο VIII). Η συμφωνία του 1998 διευκρινίζει τόσο τους μηχανισμούς της συνεργασίας μέσω της θετικής αβροφροσύνης, όσο και τις περιστάσεις στις οποίες μπορεί να αξιοποιηθεί. Ειδικότερα, περιγράφει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το αιτούν μέρος πρέπει κανονικά να αναστείλει τα δικά του μέτρα εφαρμογής της νομοθεσίας και να παραπέμψει την υπόθεση. 1.2. Συνεργασία ΕΕ/ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 2002 Κατά τη διάρκεια του 2002, η Επιτροπή συνέχισε τη στενή συνεργασία της με την Υπηρεσία Συμπράξεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DoJ) αφενός, και την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ (FTC). Οι επαφές μεταξύ των υπαλλήλων της Επιτροπής και των ομολόγων τους στις δύο αμερικανικές υπηρεσίες ήταν συχνές και δημιουργικές. Το αντικείμενο των επαφών αυτών κάλυπτε ευρύ φάσμα, από διεξοδικές συζητήσεις συγκεκριμένων υποθέσεων μέχρι την προσέγγιση γενικότερων θεμάτων, ορισμένες φορές επί θεωρητικής βάσεως, σχετιζόμενων με την πολιτική ανταγωνισμού. Οι επαφές για τις συγκεκριμένες υποθέσεις συνήθως λαμβάνουν τη μορφή τακτικών τηλεφωνημάτων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ανταλλαγής εγγράφων και άλλων επαφών μεταξύ των αρμόδιων ομάδων. Αρκετά συχνά γίνονται επίσης συνεδριάσεις και επαφές υψηλού επιπέδου. Η συνεργασία εξακολουθεί να αποφέρει σημαντικά αμοιβαία οφέλη, όσον αφορά τη βελτίωση των μέτρων εφαρμογής της νομοθεσίας των δύο πλευρών, την αποφυγή ανώφελων συγκρούσεων ή αντιφάσεων μεταξύ των εν λόγω μέτρων εφαρμογής, καθώς και όσον αφορά την καλύτερη αμοιβαία κατανόηση των πολιτικών ανταγωνισμού που εφαρμόζουν οι δύο πλευρές. 1.2.1. Υποθέσεις συγκεντρώσεων Ακολουθώντας τις τάσεις του γενικού οικονομικού κλίματος, ο αριθμός των συγκεντρώσεων διεθνούς χαρακτήρα μειώθηκε κατά το 2002. Ωστόσο, το 2002 συνεχίστηκε η εποικοδομητική συνεργασία όσον αφορά τις πράξεις αυτές που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή και στις υπηρεσίες συμπράξεων των ΗΠΑ. Όσον αφορά τις έρευνες για αυτές τις σχεδιαζόμενες συγκεντρώσεις, οι επαφές του προσωπικού της Task Force συγκεντρώσεων της ΓΔ Ανταγωνισμού με το προσωπικό του DoJ και της FTC των ΗΠΑ πραγματοποιούνται σε πολύ τακτική βάση. Η συνεργασία είναι αποτελεσματικότερη όταν τα μέρη της συγκέντρωσης επιτρέπουν στις αρχές της ΕΕ και των ΗΠΑ να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που τους υποβάλλουν, παραιτούμενα από το δικαίωμά τους περί εμπιστευτικότητας, πράγμα που συμβαίνει πλέον αρκετά συχνά. Στην υπόθεση Solvay/Ausimont, μια συγκέντρωση στη βιομηχανία χημικών προϊόντων, η Επιτροπή και η FTC των ΗΠΑ είχαν διεξοδική και στενή συνεργασία όχι μόνο όσον αφορά την επί της ουσίας αξιολόγηση της υπόθεσης, αλλά και όσον αφορά την καταλληλότητα των προταθέντων μέτρων με επαφές που ήταν σχεδόν καθημερινές. Σε μερικές περιπτώσεις, πραγματοποιήθηκαν τριμερείς τηλεφωνικές συσκέψεις (Επιτροπή ΕΕ- FTC-συμβαλλόμενα μέρη). Το ίδιο συνέβη και στην ανάλυση της εξαγοράς της Aventis Crop Science εκ μέρους της Bayer (υπόθεση Bayer/Aventis). Και πάλι, η συνεργασία ήταν ιδιαίτερα στενή όσον αφορά τα διάφορα μέτρα που προτάθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη για την άρση των κοινών επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν και από τις δύο αρχές ανταγωνισμού για πολλές αγορές. Στην υπόθεση αυτή, υπήρξε και πάλι τριμερής επικοινωνία, στην οποία συμμετείχε και η καναδική υπηρεσία ανταγωνισμού. Τελικά εγκρίθηκαν και οι δύο πράξεις με την ανάληψη δεσμεύσεων από τα μέρη. Κατά την ανάλυση της υπόθεσης P/O Princess/Carnival, μιας συγκέντρωσης στον τομέα των κρουαζιερόπλοιων, το προσωπικό της Επιτροπής και της FTC είχαν στενές και συχνές επαφές καθόλη τη διάρκεια της έρευνας, μεγάλο μέρος της οποίας επικεντρώθηκε σε θέματα ορισμού της αγοράς. Η πράξη εγκρίθηκε από την Επιτροπή και δεν προσβλήθηκε από την FTC. 1.2.2. Υποθέσεις που δεν αφορούν συγκεντρώσεις Στη διάρκεια του έτους, πραγματοποιήθηκαν επίσης συχνές επαφές σε αρκετές υποθέσεις που δεν αφορούσαν συγκεντρώσεις. Στην υπόθεση Microsoft, υπήρχε αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ της Επιτροπής και του DoJ των ΗΠΑ σχετικά με την πρόοδο των αντίστοιχων ερευνών τους. Η διμερής συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του DoJ των ΗΠΑ ήταν ιδιαίτερα στενή σε δύο υποθέσεις συμπράξεων: πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες επαφές μεταξύ των υπαλλήλων των αρμόδιων μονάδων συμπράξεων της Επιτροπής και των ομολόγων τους στο DoJ των ΗΠΑ. Οι ανταλλαγές πληροφοριών για συγκεκριμένες υποθέσεις, εντός των ορίων των υφιστάμενων διατάξεων περί εμπιστευτικότητας, ήταν ιδιαίτερα συχνές, αλλά οι συζητήσεις αφορούσαν επίσης και θέματα πολιτικής. Σε δεκαπέντε έρευνες της Επιτροπής η συνεργασία υπήρξε αποδοτική. Οι περισσότερες επαφές έγιναν μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματοποιήθηκαν και συσκέψεις. Πολλές από τις επαφές σχετικά με συγκεκριμένες υποθέσεις πραγματοποιήθηκαν μετά από ταυτόχρονες αιτήσεις απαλλαγής στις ΗΠΑ και στην ΕΕ. Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις, λήφθηκαν συντονισμένα μέτρα εφαρμογής στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και οι αρμόδιες υπηρεσίες προσπάθησαν να μειώσουν στο ελάχιστο τη χρονική απόκλιση μεταξύ της έναρξης των αντίστοιχων ενεργειών τους. Πραγματοποιήθηκαν γενικές διαβουλεύσεις για την εφαρμογή των αντίστοιχων πολιτικών επιείκειας των δύο πλευρών. Ένα άλλο σημαντικό θέμα που συζητήθηκε με το DoJ των ΗΠΑ ήταν η ανακάλυψη κατά την εκδίκαση αστικών υποθέσεων στις ΗΠΑ στοιχείων που υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές συμπράξεων. Η Επιτροπή παρενέβη σε τρεις δίκες αστικών υποθέσεων στις ΗΠΑ προκειμένου να προστατεύσει τις γραπτές πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής επιείκειας της Επιτροπής έναντι τέτοιων "ανακαλύψεων". Οι παρεμβάσεις αυτές σκοπό είχαν να διασφαλίσουν την ακεραιότητα της πολιτικής επιείκειας της Επιτροπής, και δεν πραγματοποιήθηκαν για να υποστηριχθεί κάποιο από τα μέρη σε αυτές τις διαδικασίες. 1.3. Επαφές υψηλού επιπέδου Κατά τη διάρκεια του 2002 έγιναν πολυάριθμες διμερείς επαφές υψηλού επιπέδου μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων αρχών των ΗΠΑ. Στις 23 Ιουλίου 2002, ο επίτροπος Mario Monti συναντήθηκε στις Βρυξέλλες με τους επικεφαλής των υπηρεσιών ανταγωνισμού των ΗΠΑ, Charles James, βοηθό γενικού εισαγγελέα, και Timothy Muris, πρόεδρο της FTC για την ετήσια διμερή συνάντηση ΕΕ/ΗΠΑ. 1.4. Ομάδες εργασίας ΕΕ/ΗΠΑ Συνεχίστηκαν οι εργασίες των κοινών ομάδων εργασίας ΕΕ/ΗΠΑ. Οι δραστηριότητες της υφιστάμενης ομάδας εργασίας ΕΕ/ΗΠΑ για τις συγκεντρώσεις επεκτάθηκαν και εντατικοποιήθηκαν. Η ΓΔ Ανταγωνισμού συμφώνησε με τις υπηρεσίες των ΗΠΑ ότι η ομάδα εργασίας θα πρέπει να αποτελείται από ένα αριθμό υποομάδων. Μια υποομάδα ασχολήθηκε με διαδικαστικά θέματα και δύο άλλες υποομάδες με θέματα ουσίας (μια με τα διαγώνια αποτελέσματα των συγκεντρώσεων και μια άλλη με το ρόλο των βελτιώσεων της αποτελεσματικότητας στην ανάλυση του ελέγχου των συγκεντρώσεων). Επίσης συνεχίστηκε η εποικοδομητική συζήτηση σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα. Μέχρι στιγμής, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στις υποομάδες για τα διαδικαστικά θέματα και για τα διαγώνια αποτελέσματα των συγκεντρώσεων. Σε κάθε μια από αυτές τις υποομάδες, πραγματοποιήθηκε μια σειρά βιντεοδιασκέψεων, συμπεριλαμβανομένων παρουσιάσεων και συζητήσεων των πολιτικών που εφαρμόζει η κάθε πλευρά και των διδαγμάτων που αντλήθηκαν από την εξέταση των συγκεντρώσεων. Οι υπάλληλοι που συμμετείχαν πραγματοποίησαν επίσης επισκέψεις στις υπηρεσίες των ομολόγων τους το Φεβρουάριο (συσκέψεις στις Βρυξέλλες της υποομάδας διαδικαστικών θεμάτων) και τον Ιούνιο (συσκέψεις στην Ουάσινγκτον της υποομάδας για τα διαγώνια αποτελέσματα). Οι εργασίες στην υποομάδα σχετικά με τις βελτιώσεις της αποτελεσματικότητας κατά τον έλεγχο των συγκεντρώσεων συνεχίζονται. Στόχος της υποομάδας για τις βελτιώσεις της αποτελεσματικότητας είναι η συζήτηση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η βελτίωση της αποτελεσματικότητας κατά την ανάλυση του ελέγχου των συγκεντρώσεων. Οι εργασίες της υποομάδας άρχισαν τον Αύγουστο του 2001 και συνεχίζονταν στα τέλη του 2002. Bέλτιστες πρακτικές στον τομέα της συνεργασίας ΕΕ/ΗΠΑ σε υποθέσεις συγκεντρώσεων Στις 30 Οκτωβρίου 2002, ο επίτροπος Monti με τους ομολόγους του των ΗΠΑ Timothy Muris, πρόεδρο της FTC των ΗΠΑ και Charles James, βοηθό γενικού εισαγγελέα της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού του DoJ, εξέδωσαν ένα κώδικα βέλτιστων πρακτικών στον τομέα της συνεργασίας όσον αφορά την εξέταση συγκεντρώσεων που απαιτούν την έγκριση και των δύο πλευρών, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αποκλινουσών εκτιμήσεων και να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο οι καλές σχέσεις που αναπτύχθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία. Ο κώδικας αυτός ήταν αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων της υποομάδας διαδικαστικών θεμάτων της ομάδας εργασίας ΕΕ-ΗΠΑ για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων, στο πλαίσιο της οποίας ήρθαν σε επαφή έμπειροι υπάλληλοι και από τις τρεις υπηρεσίες, και εξέτασαν διεξοδικά πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο η αποτελεσματικότητα της συνεργασίας ΕΕ-ΗΠΑ σε υποθέσεις συγκεντρώσεων. Με τον κώδικα βέλτιστων πρακτικών καθιερώνεται μια πιο οργανωμένη βάση συνεργασίας κατά την εξέταση των μεμονωμένων υποθέσεων συγκεντρώσεων. Στον κώδικα βέλτιστων πρακτικών αναγνωρίζεται ότι η συνεργασία είναι αποτελεσματικότερη όταν οι έρευνες των αρμόδιων υπηρεσιών των δύο πλευρών διενεργούνται με βάση σχεδόν παράλληλα χρονοδιαγράμματα. Κατά συνέπεια, θα παρέχεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις που συγχωνεύονται να συναντούν τις αρμόδιες υπηρεσίες αρκετά έγκαιρα έτσι ώστε να συζητούνται θέματα προθεσμιών. Θεωρείται επίσης σκόπιμο οι επιχειρήσεις να επιτρέπουν στις αρμόδιες υπηρεσίες να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες που έχουν υποβάλει κατά τη διάρκεια μιας έρευνας και να δέχονται, εφόσον είναι απαραίτητο, να συμμετέχουν σε ακροάσεις που οργανώνονται από κοινού από τις ευρωπαϊκές και τις αμερικανικές αρχές. Επίσης, στον κώδικα των βέλτιστων πρακτικών προσδιορίζονται τα βασικά σημεία των αντίστοιχων ερευνών της ΕΕ και των ΗΠΑ στον τομέα των συγκεντρώσεων για τα οποία θα ήταν χρήσιμη η πραγματοποίηση άμεσων επαφών μεταξύ ανώτερων υπαλλήλων και των δύο πλευρών. Με την ευκαιρία της διμερούς συνάντησης της 23ης Ιουλίου 2002, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να δημιουργηθεί μια ομάδα εργασίας για θέματα δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι εργασίες άρχισαν το Νοέμβριο του 2002. 1.5. Στατιστικά στοιχεία α) Αριθμός υποθέσεων που κοινοποιήθηκαν από την Επιτροπή και τις αρχές των ΗΠΑ Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2002 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή προέβη συνολικά σε 63 επίσημες κοινοποιήσεις. Οι υποθέσεις διακρίνονται σε εκείνες που αφορούν συγκεντρώσεις και σε εκείνες που δεν αφορούν συγκεντρώσεις και παρατίθενται στο παράρτημα 1. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η Επιτροπή έλαβε συνολικά 44 κοινοποιήσεις από τις αρχές των ΗΠΑ. Οι υποθέσεις αυτές παρατίθενται στο παράρτημα 2 και είναι ομοίως ταξινομημένες σε εκείνες που αφορούν συγκεντρώσεις και σε εκείνες που δεν αφορούν συγκεντρώσεις. Οι υποθέσεις που αφορούν συγκεντρώσεις αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου των κοινοποιήσεων και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η Επιτροπή προέβη σε 56 κοινοποιήσεις συγκεντρώσεων και οι αρχές των ΗΠΑ σε 27. Tα στοιχεία που παρατίθενται αφορούν τον αριθμό των υποθέσεων για τις οποίες υπήρξαν μια ή περισσότερες κοινοποιήσεις και όχι το συνολικό αριθμό των επιμέρους κοινοποιήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της συμφωνίας, κοινοποιήσεις πραγματοποιούνται σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι για την ίδια υπόθεση ενδέχεται να πραγματοποιηθούν περισσότερες κοινοποιήσεις. β) Κοινοποιήσεις της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη Tο κείμενο της ερμηνευτικής επιστολής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς τις ΗΠΑ, αλλά και η δήλωση περί διαφάνειας που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 10 Απριλίου 1995, προβλέπουν ότι η Επιτροπή, αφού ειδοποιήσει τις αρχές ανταγωνισμού των ΗΠΑ, ενημερώνει το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, σχετικά με τις κοινοποιήσεις που διαβιβάζουν οι αρχές ανταγωνισμού των ΗΠΑ. Ειδικότερα όταν ληφθεί μια κοινοποίηση που προέρχεται από τις αρχές των ΗΠΑ, διαβιβάζεται πάραυτα στις αρμόδιες διοικητικές μονάδες της ΓΔ Ανταγωνισμού, ενώ ταυτόχρονα αποστέλλονται αντίγραφά της στα κράτη μέλη των οποίων ενδεχομένως θίγονται συμφέροντα. Επίσης, ταυτόχρονα με τις κοινοποιήσεις στις οποίες προβαίνει η ΓΔ Ανταγωνισμού προς τις αρχές των ΗΠΑ, αποστέλλονται αντίγραφα στο κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη των οποίων θίγονται τα συμφέροντα. 1.6. Συμπεράσματα Το 2002 εντατικοποιήθηκε ακόμη περισσότερο η συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ σε όλους τους τομείς της εφαρμογής της νομοθεσίας ανταγωνισμού. Αξιοσημείωτη είναι και η αύξηση της συνεργασίας όσον αφορά την καταπολέμηση συμπράξεων παγκόσμιας κλίμακας. Επίσης οι αρχές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τείνουν να διαμορφώνουν συγκλίνουσες απόψεις όσον αφορά τον καθορισμό και την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων καθώς και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τα διορθωτικά μέτρα μετά την υλοποίηση της συγκέντρωσης. Η Επιτροπή, το DoJ και η FTC των ΗΠΑ διατηρούν συνεχή διάλογο επί της γενικής πολιτικής ανταγωνισμού και επί θεμάτων εφαρμογής της νομοθεσίας που παρουσιάζουν κοινό ενδιαφέρον. 2. Καναδας 2.1. Εισαγωγή Στόχος της συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά [11] στον τομέα του ανταγωνισμού είναι η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού των δύο πλευρών. Η συμφωνία υπεγράφη στη διάσκεψη κορυφής ΕΕ/Καναδά στη Βόννη στις 17 Ιουνίου 1999 και τέθηκε σε ισχύ με την υπογραφή της. [11] Συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού, ΕΕ L 175, 10.7.1999, σ. 50. Η συμφωνία προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής: (i) αμοιβαία κοινοποίηση περιπτώσεων εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού από τις αρμόδιες αρχές του ενός συμβαλλομένου μέρους, όταν αυτές αφορούν σημαντικά συμφέροντα του άλλου συμβαλλομένου μέρους. (ii) αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού των δύο μερών κατά την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. (iii) συντονισμό των μέτρων εφαρμογής της νομοθεσίας των δύο αρχών.(iv) εκκλήσεις του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το άλλο να λάβει μέτρα εφαρμογής της νομοθεσίας (θετική αβροφροσύνη). (v) υποχρέωση κάθε συμβαλλόμενου μέρους να συνεκτιμά τα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους όταν λαμβάνει μέτρα για την εφαρμογή της νομοθεσίας (παραδοσιακή αβροφροσύνη). και (vi) ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μερών, υπό τον όρο της τήρησης των εθνικών διατάξεων περί της προστασίας της εμπιστευτικότητας αυτών των πληροφοριών. Η έκθεση συνεργασίας για το διάστημα μεταξύ 17ης Ιουνίου 1999 και 31ης Δεκεμβρίου 2000 δημοσιεύθηκε μαζί με την έκτη έκθεση συνεργασίας με τις ΗΠΑ, [12] ενώ η έβδομη έκθεση καλύπτει την περίοδο από 01.01.2001 έως 31.12.2001. [13] Η παρούσα έκθεση αφορά το ημερολογιακό έτος από 01.01.2002 έως 31.12.2002. [12] Com(2001)45 τελικό, βλ. XXXη Έκθεση επί της Πολιτικής Ανταγωνισμού, σσ. 291-307. [13] Com (2002) 505 τελικό. 2.2. Συνεργασία Οι αρχές ανταγωνισμού και των δύο πλευρών εξετάζουν ολοένα μεγαλύτερο ρυθμό υποθέσεων, με αποτέλεσμα την αύξηση και την αναβάθμιση της συνεργασίας. Οι επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της καναδικής υπηρεσίας ανταγωνισμού ήταν συχνές και καρποφόρες. Οι συζητήσεις αφορούσαν τόσο μεμονωμένες υποθέσεις όσο τα γενικότερα ζητήματα πολιτικής. Οι επαφές για συγκεκριμένες υποθέσεις συνήθως λαμβάνουν τη μορφή τηλεφωνημάτων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ανταλλαγής εγγράφων άλλων επαφών μεταξύ των αρμόδιων ομάδων. Οι επαφές για συγκεκριμένες υποθέσεις περιελάμβαναν όλους τους τομείς της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού. Ιδιαίτερα συχνές επαφές πραγματοποιήθηκαν στην υπόθεση συγκέντρωσης Bayer/Aventis, στο πλαίσιο της οποίας υπήρξε επίσης τριμερής επικοινωνία στην οποία συμμετείχαν και οι αρχές των ΗΠΑ. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν επαφές στο πλαίσιο της συγκέντρωσης Pfizer/Pharmacia. Συνεχίστηκαν επίσης οι προσπάθειες συνεργασίας και συντονισμού στις υποθέσεις συμπράξεων. Με την ευκαιρία δύο διμερών συσκέψεων των ομάδων συγκεντρώσεων και συμπράξεων των δύο πλευρών, συζητήθηκαν θέματα πολιτικής όσον αφορά τους τομείς των αρμοδιοτήτων τους. Επιπλέον, για πρώτη φορά το 2002 οργανώθηκε ανταλλαγή προσωπικού για έξι μήνες στο πλαίσιο της οποίας μετατέθηκαν αμοιβαία ένας υπάλληλος της Επιτροπής και ένας από το Competition Bureau. Οι υπάλληλοι που συμμετείχαν στην ανταλλαγή ανέλαβαν καθήκοντα ενός κανονικού υπαλλήλου υπεύθυνου για συγκεκριμένες υποθέσεις στην υπηρεσία υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας και της ανάλυσης υποθέσεων συγκεντρώσεων. 2.3. Στατιστικά στοιχεία α) Αριθμός υποθέσεων που κοινοποιήθηκαν από την Επιτροπή και την καναδική υπηρεσία ανταγωνισμού (CCB) Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2002 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή προέβη συνολικά σε πέντε επίσημες κοινοποιήσεις (Παράρτημα 3). Η Επιτροπή έλαβε 9 επίσημες κοινοποιήσεις από την καναδική υπηρεσία ανταγωνισμού (CCB) κατά το 2002 όσον αφορά πέντε υποθέσεις (Παράρτημα 4). β) Κοινοποιήσεις της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη Όπως προβλέπει η συμφωνία, η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, σχετικά με τις κοινοποιήσεις που της διαβιβάζονται από την καναδική υπηρεσία ανταγωνισμού. Ειδικότερα, όταν ληφθεί μια κοινοποίηση που προέρχεται από τις καναδικές αρχές, διαβιβάζεται πάραυτα στις αρμόδιες διοικητικές μονάδες της ΓΔ ανταγωνισμού, ενώ ταυτόχρονα αποστέλλονται αντίγραφά της στα κράτη μέλη των οποίων ενδεχομένως θίγονται συμφέροντα. Επίσης, ταυτόχρονα με τις κοινοποιήσεις στις οποίες προβαίνει η ΓΔ Ανταγωνισμού προς τις καναδικές αρχές, αποστέλλονται αντίγραφα στο κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη των οποίων θίγονται τα συμφέροντα. 2.4. Συμπέρασμα Η συμφωνία οδήγησε σε σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και της καναδικής υπηρεσίας ανταγωνισμού, καθώς και σε προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης της πολιτικής ανταγωνισμού που εφαρμόζει η κάθε πλευρά. Ολοένα και περισσότερες υποθέσεις εξετάζονται από τις δύο αρχές ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα να γίνεται φανερή η σημασία του συντονισμού των μέτρων εφαρμογής της νομοθεσίας στο βαθμό που αυτό θεωρείται επωφελές και για τις δύο πλευρές, και η ανάγκη αποφυγής έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων. Η Επιτροπή και η καναδική υπηρεσία ανταγωνισμού διατηρούν συνεχή διάλογο επί της γενικής πολιτικής ανταγωνισμού και επί θεμάτων εφαρμογής της νομοθεσίας που παρουσιάζουν κοινό ενδιαφέρον. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 [14] [14] Λόγω της υποχρέωσης τήρησης της εμπιστευτικότητας ή προστασίας του απορρήτου των υπό εξέλιξη ερευνών, ο κατάλογος περιλαμβάνει μόνο τις έρευνες ή υποθέσεις οι οποίες έχουν δημοσιοποιηθεί. Κοινοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς τις αρχές των ΗΠΑ 01.01.2002 -31.12.2002 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 Κοινοποιήσεις των αρχών των ΗΠΑ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 01.01.2002 -31.12.2002 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ 1 // FAG Kugelfischer AG / INA-Holdings 2 // Jupiter Media Metrix, Inc. / NetRatings 3 // Holm Industries / Industrie Ilpea S.p.A. 4 // P&O Princess Cruises plc. / Royal Caribbean Cruises Ltd. / Carnival Corp. 5 // Ralston Purina Company / Nestle S.A. 6 // Danaher Corporation (« Danaher ») / Pennon Group PLC (« Pennon ») 7 // The Seagram Company/Diageo Plc./Pernod ricard S.A. 8 // Agora S.p.A./Ausimont S.p.A. 9 // Deutsche Gelatine-Fabriken Stoess / Leiner Davis Gelatin Corp. 10 // * 11 // Bayer A.G./Sun Chemical Corporation/Dainippon Ink and Chemicals Inc. 12 // US Steel Corp./Bethlehem Steel Corp./Wheeling-Pittsburgh Steel Corp./National Steel Corp. 13 // Aggregate Industries Plc.UK/Wakefield Materials Co.US 14 // Hyprotech Ltd./Aspen Technology Inc. 15 // Haarman & Reimer/EQT Northern Europe Private Equity Fonds 16 // ICAP Plc./BrokerTec Global L.L.C. 17 // Tibco software Inc./Talarian Corp. 18 // Pfizer/Pharmacia 19 // Siemens/Drδger 20 // ICAP Plc./BrokerTec Global L.L.C. 21 // * 22 // * 23 // * 24 // * 25 // UPM-Kymmene Oyi/Bemis Corporation 26 // Hitachi IBM 27 // Timken/Torrington ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ 1 // * 2 // * 3 // Elf Atochem S.A. - (MCAA) 4 // * 5 // Osborne/Feldman - Stamp Dealing 6 // Deutsche Bank AG/Reuters America Inc./Atriax LLC 7 // Carbon Cathode Block 8 // * 9 // Hunter Douglas Companies 10 // 'MCAA' - J.Jourdan 11 // * 12 // Carbon Cathode Block 13 // * 14 // * 15 // Polyester Staple-Arteva Specialties S.a.r.l.(KoSa) 16 // Carbon Brushes - Morganite Inc./The Morgan Crucible Co.Plc. 17 // * ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 [15] [15] Λόγω της υποχρέωσης τήρησης της εμπιστευτικότητας ή προστασίας του απορρήτου των υπό εξέλιξη ερευνών, ο κατάλογος περιλαμβάνει μόνο τις έρευνες ή υποθέσεις οι οποίες έχουν δημοσιοποιηθεί. Κοινοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς τις καναδικές αρχές 01.01.2002 -31.12.2002 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 Κοινοποιήσεις των καναδικών αρχών προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 01.01.2002 -31.12.2002 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ 1 // Προϊόντα γραφίτη και άνθρακα 2 // Mεθυλογλυκαμίνη 3 // * 4 // * 5 // *