Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή και την επιτροπή των Περιφερειών - Εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στα κράτη μέλη /* COM/2003/0458 τελικό */
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή και την επιτροπή των Περιφερειών - Εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στα κράτη μέλη Α ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. Εισαγωγη 2. Η οδηγια 96/71/ΕΚ - η θεση τησ στο κοινοτικο δικαιο, το ουσιωδεσ περιεχομενο τησ και η προστιθεμενη αξια τησ 2.1. Το πλαίσιο της οδηγίας 2.2. Το ουσιώδες περιεχόμενό της 2.3. Η προστιθέμενη αξία της 2.3.1. Ποια είναι η επίδραση αυτής της οδηγίας όσον αφορά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο; 3. Η θεση σε εφαρμογη της οδηγιασ στα κρατη μελη 3.1. Οι ουσιώδεις νομοθετικές διατάξεις (άρθρα 1 έως 3) 3.2. Η εφαρμογή της συνεργασίας σε θέματα ενημέρωσης (άρθρο 4) 3.3. Μέτρα για την εξασφάλιση της τήρησης της οδηγίας (άρθρα 5 και 6) 4. Εκτιμηση τησ καταστασησ 4.1. Η μεταφορά της οδηγίας στα κράτη μέλη 4.1.1. Η μέθοδος 4.1.2. Η φύση των εφαρμοστέων κανόνων 4.2. Η πρακτική εφαρμογή 4.2.1. Δυσκολίες που απαντώνται από τις αρχές των κρατών μελών 4.2.2. Οι δυσκολίες που απαντώνται από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες και τους αποσπασμένους μισθωτούς 4.3. Οι προσχωρούσες χώρες 5. Συμπερασμα Ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 16 Δεκεμβρίου 1996, εκδόθηκε η οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών. Αποβλέπει στην κατάργηση των κωλυμάτων και των αβεβαιοτήτων που ενδέχεται να παρεμποδίσουν την εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αυξάνοντας την νομική ασφάλεια και επιτρέποντας τον καθορισμό των συνθηκών εργασίας που ισχύουν για τους εργαζομένους οι οποίοι εκτελούν, προσωρινά, εργασία σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος του οποίου η νομοθεσία διέπει τη σχέση εργασίας. Είναι αποτέλεσμα της αναζήτησης μιας ισορροπίας μεταξύ των οικονομικών ελευθεριών που είναι κατοχυρωμένες από τη συνθήκη ΕΚ και των δικαιωμάτων των μισθωτών στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης. Καθόσον πρόκειται για νομική πράξη που υπερβαίνει το εθνικό πλαίσιο και της οποίας η μεταφορά σε ένα κράτος μέλος έχει άμεση επίδραση στους εργοδότες και στους εργαζομένους άλλων χωρών, η συγκεκριμένη θέση σε εφαρμογή αυτής της οδηγίας αποδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντική για όλα τα κράτη μέλη. Επομένως, το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει εκ νέου έλεγχο των διατυπώσεων εφαρμογής της από την Επιτροπή με σκοπό να υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο, εφόσον είναι απαραίτητο, σχετικά με τις απαραίτητες τροποποιήσεις. Για την προετοιμασία αυτού του ελέγχου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε ορισμένα διαβήματα : το πρώτο ήταν η σύνταξη έκθεσης για τη μεταφορά της οδηγίας στα δεκαπέντε κράτη μέλη έτσι ώστε να λάβουν γνώση της σημερινής κατάστασης όσον αφορά τις εθνικές νομοθεσίες και συλλογικές συμβάσεις. Ταυτόχρονα, ένα ερωτηματολόγιο απευθύνθηκε στις εθνικές υπηρεσίες σχετικά με τις πρακτικές διατυπώσεις εφαρμογής και τις δυσκολίες που ενδεχομένως προέκυψαν. Τα αποτελέσματα των μελετών σχετικά με τη μεταφορά καθώς και οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο συζητήθηκαν στα πλαίσια μιας ομάδας κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων. Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως αντικείμενο την εξαγωγή συμπερασμάτων από το σύνολο αυτών των εργασιών όσον αφορά την μεταφορά και την πρακτική εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στα κράτη μέλη και τον καθορισμό της θέσης της Επιτροπής ως προς το ερώτημα εάν αποδεικνύεται απαραίτητη μια αναθεώρηση της οδηγίας του 1996. Η παρούσα ανακοίνωση δεν έχει αντικείμενο να λάβει θέση ως προς την οργάνωση, σε ο,τι αφορά την οδηγία και τη συνθήκη, των εθνικών μέτρων μεταφοράς που αναφέρονται στην ανακοίνωση, και δεν θίγει τη θέση που θα λάβει η Επιτροπή στο πλαίσιο ιδίως του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. 2. Η ΟΔΗΓΙΑ 96/71/ΕΚ - Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΤΟ ΟΥΣΙΩΔΕΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ 2.1. Το πλαίσιο της οδηγίας Η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, ιδιαίτερα στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας νέας μορφής κινητικότητας εργαζομένων η οποία διακρίνεται σαφώς από την κινητικότητα των διακινουμένων εργαζομένων στην οποία αναφέρεται ρητώς η συνθήκη ΕΚ και οι πράξεις του παραγώγου δικαίου όσον αφορά την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων. Πράγματι, ο δυναμισμός της εσωτερικής αγοράς με τις οικονομικές ελευθερίες της καλεί τις επιχειρήσεις να αναπτύξουν τις διακρατικές δραστηριότητές τους και να προβαίνουν όλο και περισσότερο σε παροχές διακρατικών υπηρεσιών. Η κατάσταση των μισθωτών οι οποίοι αποστέλλονται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος για την εκτέλεση εργασιών στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών για λογαριασμό του εργοδότη τους είχε ως αποτέλεσμα πολυάριθμα νομικά θέματα. Όσον αφορά τις διακρατικές καταστάσεις, οι σχέσεις εργασίας των αποσπασμένων εργαζομένων δημιουργούν πρώτον θέματα όσον αφορά το δίκαιο το εφαρμοστέο στη σχέση εργασίας. Ως προς το θέμα αυτό, η Σύμβαση της Ρώμης της 14ης Ιουνίου 1980, σχετικά με το νόμο που εφαρμόζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις [1] προβλέπει, ως γενικό κανόνα, την ελεύθερη επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τα μέρη. Ελλείψει επιλογής, η σύμβαση εργασίας διέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του έστω και αν είναι αποσπασμένος προσωρινά σε άλλη χώρα. Εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του στην ίδια χώρα, εφαρμοστέο δίκαιο είναι εκείνο της χώρας στην οποία ευρίσκεται η επιχείρηση που έχει προσλάβει τον εργαζόμενο, εκτός εάν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση εργασίας παρουσιάζει στενότερες σχέσεις με μια άλλη χώρα. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω σύμβασης, η επιλογή των μερών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο εργαζόμενος την προστασία την οποία του εξασφαλίζουν οι επιτακτικές διατάξεις του νόμου ο οποίος, σύμφωνα με τους κανόνες της παραπάνω αναφερόμενης παραγράφου 2, θα ήταν εφαρμοστέος ελλείψει επιλογής. Το άρθρο 7 της Σύμβασης της Ρώμης προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι εφαρμόζονται, σε συνδυασμό με τη νομοθεσία που έχει δηλωθεί εφαρμοστέα, οι αστυνομικές διατάξεις μιας άλλης νομοθεσίας, ιδιαίτερα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος είναι αποσπασμένος προσωρινά. [1] ΕΕ L 266 της 9.10.1980, σ.1 Όσον αφορά τους εργαζομένους οι οποίοι είναι αποσπασμένοι στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο κλήθηκε, επανειλημμένα, να διασαφηνίσει την κατάστασή τους στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που προβλέπεται στο άρθρο 49 της Συνθήκης. Σε ορισμένες υποθέσεις, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αναπτύξει κριτήρια, πρώτα απ' όλα για τον καθορισμό των ορίων μεταξύ ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στο σημείο αυτό, υπογράμμισε ότι - σε αντίθεση προς τους διακινουμένους εργαζομένους - οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους μετά την ολοκλήρωση της αποστολής τους, χωρίς να έχουν προσπελάσει ποτέ στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της ειδικής κατάστασης, οι κανόνες του πρωτογενούς και του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου που έχουν σχεδιαστεί για την κατάσταση των διακινουμένων εργαζομένων δεν θα ήταν δυνατόν επομένως να επιλύσουν τα ειδικά προβλήματα της απόσπασης. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας που ισχύουν στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να επεκτείνουν τα κράτη μέλη την νομοθεσία τους ή τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί από τους κοινωνικούς εταίρους, σε κάθε πρόσωπο το οποίο εκτελεί μισθωτή εργασία, έστω και προσωρινά, στο έδαφός τους, οποιαδήποτε και αν είναι η χώρα στην οποία εδρεύει ο εργοδότης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες της συνθήκης και ιδίως το άρθρο 49 ΕΚ. [2] [2] Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, Seco και Desquenne, σημεία 14, 62/81 και 63/81, Συλλογή σ.223. απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, Rush Portuguesa, σημείο 18, C-113/89, Συλλογή σ.I-01417 Για να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κρίθηκε αναγκαίο και σκόπιμο να συντονισθούν οι νομοθεσίες των κρατών μελών τις οποίες αφορά αυτή η νομολογία του Δικαστηρίου και επομένως να προβλεφθεί, σε κοινοτικό επίπεδο, ένας σκληρός πυρήνας επιτακτικών κανόνων ελάχιστης προστασίας τους οποίους πρέπει να τηρούν, στις χώρες υποδοχής, οι εργοδότες οι οποίοι αποσπούν εργαζομένους με σκοπό την εκτέλεση εργασίας προσωρινά στο έδαφος του κράτους μέλους της παροχής υπηρεσιών. Η οδηγία 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων που βασίζεται στα άρθρα 47 (πρώην 57), παράγραφος 2, και 55 (πρώην 66) της συνθήκης ΕΚ καθορίζει αυτόν τον κοινοτικό κατάλογο ελάχιστων κανόνων που θεωρούνται ως επιτακτικοί κανόνες. Αυτή η οδηγία λαμβάνει υπόψη την ειδική κατάσταση των αποσπασμένων εργαζομένων και εντάσσεται στο νομικό πλαίσιο που περιγράφεται παραπάνω. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αυτή η οδηγία δεν αφορά την κοινωνική ασφάλιση. οι διατάξεις που εφαρμόζονται όσον αφορά τις παροχές και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης είναι εκείνες που καθορίζονται από τον κανονισμό ΕΟΚ αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971. [3] [3] ΕΕ αριθ. L 149 της 5.7.1971 2.2. Το ουσιώδες περιεχόμενό της Η οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις οι οποίες αποσπούν εργαζόμενο για να εκτελέσει, προσωρινά, εργασία σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος του οποίου η νομοθεσία διέπει τη σχέση εργασίας. Καλύπτει τρεις διακρατικές καταστάσεις απόσπασης εργαζομένων, δηλαδή : * Την απόσπαση στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του παραλήπτη της παροχής υπηρεσιών, * Την απόσπαση εργαζομένων σε οργανισμό ή επιχείρηση που ανήκει στον όμιλο, * Την απόσπαση των εργαζομένων από επιχείρηση προσωρινής εργασίας οι οποίοι τίθενται στη διάθεση μιας επιχείρησης χρήστη που ασκεί δραστηριότητες σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της επιχείρησης διάθεσης, Εφόσον υφίσταται, και στις τρεις περιπτώσεις, σχέση εργασίας μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του αποσπασμένου εργαζομένου. Οι επιχειρήσεις οι εγκατεστημένες σε κράτος μη μέλος δεν είναι δυνατόν να επιτύχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος. Στο πλαίσιο αυτό, η 20ή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρει ότι η κατάσταση αυτή δεν επηρεάζει ούτε τις συμφωνίες που συνάπτονται από την Κοινότητα με τις τρίτες χώρες ούτε τις νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με την πρόσβαση στο έδαφός τους παρόχων υπηρεσιών από τρίτες χώρες. Εξάλλου, η οδηγία δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου, κατοικίας και απασχόλησης των εργαζομένων που έχουν ιθαγένεια τρίτων χωρών. Οποιαδήποτε και αν είναι η εφαρμοστέα νομοθεσία στη σχέση εργασίας, η οδηγία αποβλέπει στην παροχή εγγύησης στους αποσπασμένους εργαζομένους για την εφαρμογή ορισμένων ελάχιστων προστατευτικών διατάξεων που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο αποσπώνται. Προς το σκοπό αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας καθορίζει τους επιτακτικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται από τους εργοδότες στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης όσον αφορά τα ακόλουθα θέματα : τις μέγιστες περιόδους εργασίας και τις ελάχιστες περιόδους ανάπαυσης, την ελάχιστη διάρκεια αμειβόμενων ετήσιων αδειών, τα ποσοστά ελάχιστου μισθού, τις προϋποθέσεις διάθεσης εργαζομένων, κυρίως των επιχειρήσεων προσωρινής εργασίας, την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή στην εργασία, τα προστατευτικά μέτρα που εφαρμόζονται για τις συνθήκες εργασίας και απασχόλησης των εγκύων και των λεχώνων, των παιδιών και των νέων. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να καθορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας υποδοχής και/ή από τις συλλογικές συμβάσεις ή αποφάσεις διαιτησίας με γενική εφαρμογή καθόσον πρόκειται για δραστηριότητες στον τομέα των κατασκευών αφήνοντας στα κράτη μέλη την επιλογή να επιβάλουν τους κανόνες αυτούς που καθορίζονται από συλλογικές συμβάσεις σχετικά με δραστηριότητες άλλες από τις κατασκευές. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιβάλουν, με την επιφύλαξη του σεβασμού της Συνθήκης, την εφαρμογή συνθηκών εργασίας και απασχόλησης όσον αφορά θέματα άλλα από εκείνα που απαριθμούνται στην οδηγία εφόσον πρόκειται για διατάξεις δημόσιας τάξης. Για την εφαρμογή της οδηγίας τα κράτη μέλη οφείλουν να υποδεικνύουν τις υπηρεσίες συνδέσμου και να καθιερώνουν διοικητική συνεργασία όσον αφορά την πληροφόρηση. Εξάλλου η οδηγία προβλέπει μια ρήτρα δικαστικής αρμοδιότητας σύμφωνα με την οποία μια αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων μπορεί να απευθύνεται στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει ή είχε αποσπασθεί ο εργαζόμενος, με την επιφύλαξη της ευχέρειας υποβολής αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν όσον αφορά τις δικαστικές αρμοδιότητες. 2.3. Η προστιθέμενη αξία της 2.3.1. Ποια είναι η επίδραση αυτής της οδηγίας όσον αφορά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο; 2.3.1.1. Η Σύμβαση της Ρώμης Η Σύμβαση της Ρώμης καθορίζει γενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας στις συμβατικές υποχρεώσεις. Εξάλλου, επιτρέπει στον δικαστή - κατ' εξαίρεση - να παραβλέψει το νόμο που διέπει τη σύμβαση για να εφαρμόσει επιτακτικούς κανόνες, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, που ονομάζονται επίσης "διατάξεις άμεσης εφαρμογής" ή "αστυνομικές διατάξεις", οι οποίοι υπερισχύουν στον τόπο εκτέλεσης της εργασίας (άρθρο 7). Οι εν λόγω κανόνες άμεσης εφαρμογής ή οι αστυνομικές διατάξεις δεν διευκρινίζονται από τη σύμβαση της Ρώμης. Η οδηγία 96/71 υπαγορεύει σε κοινοτικό επίπεδο τους επιτακτικούς κανόνες κατά την έννοια του άρθρου 7 της Σύμβασης της Ρώμης σε περιπτώσεις διακρατικής απόσπασης. Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σκληρό πυρήνα ελάχιστης προστασίας για τους αποσπασμένους εργαζομένους με παράλληλο σεβασμό της αρχής της ισότητας μεταχείρισης μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών παρόχων υπηρεσιών (άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΚ) και μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών εργαζομένων. Οι κανόνες σύγκρουσης αρμοδιότητας που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Ρώμης για τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας προσφέρουν ένα γενικό νομικό πλαίσιο, ενώ η οδηγία αφορά ειδικά την κατάσταση των αποσπασμένων εργαζομένων και επιτρέπει κατ' αυτόν τον τρόπο την προσαρμογή αυτού του νομικού πλαισίου σε κάθε περίπτωση. Η οδηγία δεν αποβλέπει καθόλου να αλλάξει την νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα στη σύμβαση εργασίας, αλλά καθορίζει ορισμένους επιτακτικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης στο κράτος μέλος υποδοχής, "οποιαδήποτε και αν είναι η νομοθεσία η εφαρμοστέα στη σχέση εργασίας". 2.3.1.2. Δικαστική αρμοδιότητα Ο κανονισμός ΕΟΚ αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την δικαστική αρμοδιότητα, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα του αστικού και του εμπορικού δικαίου [4] καθιερώνει κοινοτικούς κανόνες σχετικά με την δικαστική αρμοδιότητα και την αναγνώριση αποφάσεων στον τομέα του αστικού και του εμπορικού δικαίου. Όσον αφορά τις επιμέρους συμβάσεις εργασίας, το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι ο εργοδότης που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να ενάγεται ενώπιον του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή σε άλλο κράτος μέλος ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του ή ενώπιον του δικαστηρίου του τελευταίου τόπου στον οποίο εκτελούσε συνήθως την εργασία του. Ο κανόνας αυτός επιτρέπει επομένως, υπέρ του εργαζομένου, παρέκκλιση από τη γενική αρχή σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του συγκεκριμένου κράτους μέλους. [4] ΕΕ αριθ. L 012 της 16/01/2001, σ. 1 Το άρθρο 6 της οδηγίας 96/71/ΕΚ προσθέτει σε αυτούς τους κανόνες, υπέρ των αποσπασμένων εργαζομένων που απασχολούνται προσωρινά σε άλλο κράτος, μια νέα ρήτρα ειδικής δικαστικής αρμοδιότητας προσαρμοσμένης στην ιδιαίτερη κατάσταση της απόσπασης. Για την άσκηση του δικαιώματος που άπτεται των όρων εργασίας και απασχόλησης οι οποίοι κατοχυρώνονται με το άρθρο 3 της οδηγίας, το άρθρο 6 προβλέπει ότι είναι δυνατόν να εγερθεί αγωγή στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος είναι ή ήταν αποσπασμένος. Η ρήτρα αυτή αποτελεί διάταξη που διέπει ειδικό θέμα και που η εφαρμογή της δεν προδικάζεται από το άρθρο 67 του κανονισμού 44/2001 και επιφυλάσσει την ευχέρεια έγερσης αγωγής ενώπιον δικαστηρίου σε άλλο κράτος κατ' εφαρμογή των παραπάνω αναφερόμενων διατάξεων του κανονισμού ή δυνάμει διεθνών συμβάσεων περί δικαστικής αρμοδιότητας. 2.3.1.3. Ποια είναι η συμβολή της οδηγίας σε σχέση με την νομολογία του Δικαστηρίου; Το Δικαστήριο θέσπισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να επεκτείνουν τα κράτη μέλη τη νομοθεσία τους ή τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται από τους κοινωνικούς εταίρους σε κάθε πρόσωπο το οποίο εκτελεί μισθωτή εργασία, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, στο έδαφός τους, οιαδήποτε και αν είναι η χώρα εγκατάστασης του εργοδότη. Αυτή η νομολογία εξασφαλίζει επομένως στα κράτη μέλη την δυνατότητα να επεκτείνουν, με σεβασμό των κανόνων της Συνθήκης, την ισχύ ορισμένων κανόνων στους μισθωτούς που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους ενώ η οδηγία εισάγει την υποχρέωση επιβολής της τήρησης ορισμένων κανόνων επιτακτικού χαρακτήρα όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας των αποσπασμένων εργαζομένων. Εξάλλου, η νομολογία δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι εν λόγω νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις. Η οδηγία αφορά επομένως το συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών μελών με σκοπό την κατάρτιση καταλόγου επιτακτικών κανόνων τους οποίους πρέπει να τηρούν στη χώρα υποδοχής οι επιχειρήσεις οι οποίες αποσπούν εργαζομένους προσωρινά σε άλλη χώρα. Δεν εναρμονίζει το υλικό περιεχόμενο των κανόνων που κατατάσσονται ως "επιτακτικοί" αλλά τους προσδιορίζει καθιστώντας τους αναγκαστικούς για τις επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο έδαφος του οποίου αυτοί εργάζονται συνήθως. 3. Η ΘΕΣΗ ΣΕ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ 3.1. Οι ουσιώδεις νομοθετικές διατάξεις (άρθρα 1 έως 3) Πριν ακόμη από την έκδοση της οδηγίας 96/71/ΕΚ, ορισμένα κράτη μέλη είχαν ήδη καταρτίσει την δική τους εθνική νομοθεσία σχετικά με την απόσπαση, στο πλαίσιο των διακρατικών παροχών υπηρεσιών. Μεταξύ αυτών απαριθμούνται η Γερμανία [5], η Αυστρία [6] και η Γαλλία [7]. Όταν η οδηγία εγκρίθηκε οριστικά, η νομοθεσίες αυτών των κρατών μελών προσαρμόστηκαν για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της κοινοτικής οδηγίας [8]. [5] Νόμος σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων της 26ης Φεβρουαρίου 1996. [6] Bundesgesetzblatt I 1995/895. [7] Νόμος της 20ης Δεκεμβρίου 1993 και διάταγμα εφαρμογής της 11ης Ιουλίου 1994. [8] Στη Γερμανία εκδόθηκε ο νόμος της 19 Δεκεμβρίου 1998 για τη διόρθωση του νόμου της 26ης Φεβρουαρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων. στην Αυστρία, η προσαρμογή του νόμου AVRAG τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1999 . στη Γαλλία εκδόθηκαν τα διατάγματα της 4ης Σεπτεμβρίου και της 29ης Μαΐου 2000, για την τροποποίηση των διατάξεων του γαλλικού κώδικα εργασίας σχετικά με την απόσπαση στο πλαίσιο διακρατικών παροχών υπηρεσιών. Με πιο συνηθισμένο τρόπο, άλλα κράτη όπως η Ισπανία [9], η Δανία [10], η Φινλανδία [11], η Ελλάδα [12], η Ιταλία [13], οι Κάτω Χώρες [14], η Πορτογαλία [15] και η Σουηδία [16], το Βέλγιο [17] και το Λουξεμβούργο [18] μετέφεραν την οδηγία μέσω νόμου μεταγενέστερου της έκδοσης του κοινοτικού κειμένου. [9] Νόμος 45/1999 της 29ης Νοεμβρίου 1999. [10] Νόμος αριθ. 933 της 15ης Δεκεμβρίου 1999, που τέθηκε σε ισχύ στις 17 Δεκεμβρίου 1999. [11] Νόμος 1146/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 1999, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 74/2001 της 26ης Ιανουαρίου 2001 έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη η έκδοση ενός νέου νόμου σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας. [12] Προεδρικό διάταγμα αριθ. 219 της 28ης Αυγούστου 2000, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 31 Αυγούστου 2000. [13] Νομοθετικό διάταγμα αριθ. 72 της 25ης Φεβρουαρίου 2000. [14] Νόμος της 2ας Δεκεμβρίου 1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Δεκεμβρίου 1999. [15] Νόμος 9/2000 της 15ης Ιουνίου 2000. [16] Νόμος 1999/678, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 1999. [17] Νόμος της 5ης Μαρτίου 2002 (Moniteur belge της 13.03.02) και Βασιλικό διάταγμα της 29.03.2002 (Moniteur belge της 17.04.02) [18] Απόσπαση των εργαζομένων και έλεγχος της εφαρμογής του εργατικού δικαίου, νόμος της 20ής Δεκεμβρίου 2002, Συλλογή νομοθεσίας A-αριθ. 154, 31 Δεκεμβρίου 2002. Όλα τα κράτη μέλη επιβάλλουν το σεβασμό της νομοθεσίας τους μεταφοράς στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο εξωτερικό και αποσπούν εργαζομένους στο έδαφός τους. Η αρχή σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις οι εγκατεστημένες σε κράτος μη μέλος δεν είναι δυνατόν να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης απ' ό,τι οι κοινοτικές επιχειρήσεις τηρείται. Στην Ιρλανδία, καμία ειδική πράξη μεταφοράς της οδηγίας δεν εκδόθηκε όμως μια διάταξη που περιέχεται στον νόμο περί προστασίας των μισθωτών με μερική απασχόληση, η οποία μεταφέρει μια άλλη κοινοτική οδηγία, αποβλέπει να διευκρινίσει ότι ορισμένες διατάξεις του ιρλανδικού δικαίου εφαρμόζονται στους εργαζομένους που είναι αποσπασμένοι στην Ιρλανδία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν κρίθηκε απαραίτητο να εκδοθεί κανένας νόμος που να αποβλέπει ειδικά στη μεταφορά της οδηγίας, καθόσον το εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται για όλους τους μισθωτούς, οιαδήποτε και αν είναι η κατάστασή τους. Πραγματοποιήθηκαν μόνο ορισμένες προσαρμογές αυστηρότερων κειμένων, έτσι ώστε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής τους στους αποσπασμένους μισθωτούς. Τα περισσότερα κράτη μέλη, στα πλαίσια της νομοθεσίας τους, προέβησαν σε ορισμούς των περιπτώσεων απόσπασης που καλύπτονται από την οδηγία, ενώ ορισμένα επανέλαβαν κατά γράμμα τους ορισμούς της οδηγίας. Ορισμένες νομοθεσίες επαναλαμβάνουν επίσης τον ορισμό του "αποσπασμένου εργαζομένου" της οδηγίας ενώ, σε άλλα κράτη μέλη, το περιεχόμενος της έννοιας του αποσπασμένου απορρέει από το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας. Όσον αφορά τον καθορισμό των όρων εργασίας και απασχόλησης που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζομένους και έχουν καθιερωθεί με νομοθετικές διατάξεις, μπορούν να διακριθούν τρεις ομάδες κρατών μελών : * Ορισμένα κράτη μέλη επανέλαβαν, κατά το ουσιώδες, το γράμμα της οδηγίας χωρίς να αναφέρουν σε ποιες διατάξεις του εθνικού δικαίου αντιστοιχούν τα θέματα που καλύπτονται από την οδηγία . * Άλλα κράτη μέλη επιχείρησαν να προσδιορίσουν τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις και προέβησαν σε παραπομπές σε αυτές τις εθνικές διατάξεις. * Δύο κράτη μέλη δεν εξέδωσαν ειδική νομοθεσία μεταφοράς σχετικά με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου τις εφαρμοστέες στους αποσπασμένους εργαζομένους. σε μια από αυτές τις δύο χώρες, μια μόνη διάταξη εγκρίθηκε για να διασαφηνίσει ότι η εργατική νομοθεσία εφαρμόζεται στους αποσπασμένους εργαζομένους στο έδαφός της. Το θέμα της εφαρμοσιμότητας των συλλογικών συμβάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθόσον οι μισθωτοί κατά κανόνα διέπονται από συμβάσεις. Η πλειονότητα των νομοθεσιών μεταφοράς προβλέπει την εφαρμογή ή την επέκταση συλλογικών συμβάσεων γενικής εφαρμογής στους αποσπασμένους εργαζομένους. Σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις γενικής εφαρμογής. Κατά συνέπεια οι μόνοι κανόνες τους οποίους αυτά τα κράτη εφαρμόζουν στους αποσπασμένους εργαζομένους είναι εκείνοι που εμφαίνονται στο νόμο ή σε άλλα νομοθετικά κείμενα. Όσον αφορά την εξαίρεση, τις δυνατότητες παρέκκλισης και τις άλλες εναλλακτικές που προβλέπονται από την οδηγία, η κατάσταση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Η εξαίρεση για τις εργασίες συναρμολόγησης - εκτός του τομέα των κατασκευών - που δεν υπερβαίνει τις οκτώ ημέρες (άρθρο 3, παράγραφος 2) δεν προβλέπεται σε όλα τα κράτη μέλη. Πρέπει εν τούτοις να υπενθυμισθεί ότι αυτή η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες στον τομέα των κατασκευών που αφορά το παράρτημα της οδηγίας. Η πλειονότητα των κρατών μελών δεν χρησιμοποίησε τις δυνατότητες παρέκκλισης που προβλέπονται από την οδηγία (άρθρα 3, παράγραφοι 3, 4 και 5). Δύο κράτη μέλη συνδύασαν την εξαίρεση για τις εργασίες συναρμολόγησης με όλες τις παρεκκλίσεις έτσι ώστε κατέστησαν τη νομοθεσία μεταφοράς ανεφάρμοστη στις περιπτώσεις απόσπασης που δεν υπερβαίνει τις οκτώ ημέρες. Ορισμένα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν την ευχέρεια που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 10, πρώτη παύλα, να επιβάλουν στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις όρους εργασίας άλλους από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας. Σύμφωνα με τη δεύτερη παύλα του άρθρου 3, παράγραφος 10, οι όροι εργασίας και απασχόλησης του κράτους υποδοχής που προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις ή τις διαιτητικές αποφάσεις γενικής εφαρμογής και αφορούν δραστηριότητες άλλες από εκείνες οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα [19] μπορούν να επιβάλλονται στις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κράτους και στις επιχειρήσεις άλλων κρατών εξίσου. [19] 9 Το παράρτημα αναφέρει όλες τις δραστηριότητες στον τομέα των κατασκευών οι οποίες αποβλέπουν στην κατασκευή, την αποκατάσταση, την τακτική συντήρηση, την μεταποίηση ή την κατεδάφιση οικοδομών και συγκεκριμένα τις ακόλουθες εργασίες: εκσκαφή, χωματουργικά, ανέγερση, συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση προκατασκευασμένων στοιχείων. διαρρύθμιση ή εξοπλισμός. μετατροπές. ανακαίνιση. επισκευή. διάλυση. κατεδάφιση. προληπτική συντήρηση. τακτική συντήρηση - εργασίες χρωματισμού και καθαρισμού. εξυγίανση. Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής είναι τα ακόλουθα: Αυστρία, Βέλγιο, Ισπανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο. Στις χώρες αυτές καλύπτονται όλοι οι τομείς. Στη Γερμανία, η επέκταση των συμβατικών όρων εργασίας που αφορούν δραστηριότητες άλλες από εκείνες των κατασκευών προβλέπεται μόνον για τις υπηρεσίες παροχής βοήθειας στην θαλάσσια ναυσιπλοΐα, όσον αφορά τις ελάχιστες αμοιβές, τη διάρκεια των αμειβόμενων αδειών, την αποζημίωση άδειας και την επικουρική πριμοδότηση διακοπών. Στις Κάτω Χώρες η εφαρμογή των όρων εργασίας που καθορίζονται από συλλογικές συμβάσεις γενικής εφαρμογής περιορίζεται στις δραστηριότητες που καλύπτονται από το παράρτημα της οδηγίας. Στη Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σουηδία, όπου οι συλλογικές συμβάσεις δεν έχουν γενική εφαρμογή, αυτή η ευχέρεια είναι άνευ αντικειμένου. 3.2. Η εφαρμογή της συνεργασίας σε θέματα ενημέρωσης (άρθρο 4) Το άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ορίζουν γραφεία συνδέσμους ή εθνικούς φορείς και να ανακοινώνουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις ονομασίες αυτών των γραφείων και/ή φορείς. Το άρθρο αυτό προβλέπει συνεργασία μεταξύ των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία των όρων εργασίας και απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας. Τρία διαφορετικά είδη συνεργασίας σε θέματα ενημέρωσης αναφέρονται στο άρθρο 4 : η συνεργασία μεταξύ δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία των όρων εργασίας και απασχόλησης που αναφέρονται στην οδηγία, η συνεργασία με σκοπό την εξέταση των δυσκολιών που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 10 και η συνεργασία για την εξασφάλιση του ότι οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης είναι γενικά προσπελάσιμες. Η εκ των προτέρων ενημέρωση των ενδιαφερομένων σχετικά με τους όρους εργασίας που ισχύουν στη χώρα υποδοχής είναι ουσιώδεις για την πραγματοποίηση της παροχής υπηρεσιών και για το σεβασμό των επιτακτικών διατάξεων των εφαρμοστέων στους μισθωτούς στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης. Ο προσωρινός χαρακτήρας της απόσπασης και η σύγκρουση των νομικών συστημάτων ορισμένων κρατών μελών την οποία συνεπάγεται, μπορούν να καταστήσουν δύσκολη την εφαρμογή των διατάξεων που προκύπτουν από την μεταφορά της οδηγίας καθώς και τον έλεγχο της τήρησης αυτών των διατάξεων. Η διοικητική συνεργασία που προβλέπεται σε αυτό το πλαίσιο μεταξύ των κρατών μελών αποκτά επομένως ιδιαίτερη σημασία. Όλα τα κράτη μέλη καθιέρωσαν φορείς που θα πρέπει να επιτρέψουν την συνεργασία την προβλεπόμενη από την οδηγία. Αυτοί οι φορείς, κατά γενικό κανόνα, είναι αρμόδιες υπηρεσίες υπουργείων, η επιθεώρηση εργασίας ή γραφεία απασχόλησης. Για να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους όρους εργασίας που ισχύουν, πολυάριθμα κράτη μέλη συνέταξαν φυλλάδια ή οδηγούς που διατίθενται επίσης σε ιστοχώρους. 3.3. Μέτρα για την εξασφάλιση της τήρησης της οδηγίας (άρθρα 5 και 6) Δύο είδη μέτρων εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη για την εξασφάλιση της τήρησης των διατάξεων που απορρέουν από την οδηγία: μέτρα ελέγχου του νομότυπου των περιπτώσεων απόσπασης και κυρώσεις για τις παρατυπίες που ενδεχομένως διαπιστώνονται. Πέραν από την εφαρμογή ελέγχων που συνήθως πραγματοποιούνται στα πλαίσια των επιχειρήσεων ή στο χώρο εργασίας, ορισμένα κράτη μέλη προσέφυγαν σε δύο κατηγορίες μέσων που προορίζονται να διευκολύνουν τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που απορρέουν από την οδηγία, δηλαδή την τήρηση εγγράφων στον τόπο της παροχής υπηρεσιών και τη δήλωση της παροχής υπηρεσιών στις εθνικές αρχές. Όσον αφορά τις κυρώσεις, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν εισάγει νέες κυρώσεις στο πλαίσιο της απόσπασης. στις χώρες αυτές οι μηχανισμοί προσφυγής και οι εφαρμοστέες κυρώσεις είναι εκείνες που προβλέπονται από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 6, τα περισσότερα κράτη μέλη κατέστησαν δυνατή την αγωγή ενώπιον των Δικαστηρίων στο έδαφός τους, εφόσον ένας εργαζόμενος είναι ή ήταν αποσπασμένος με σκοπό την άσκηση του δικαιώματος που άπτεται των όρων εργασίας και απασχόλησης τους οποίους εγγυάται η οδηγία. Αυτή η δικαστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της χώρας απόσπασης αναγνωρίζεται είτε στις νομοθεσίες μεταφοράς της οδηγίας είτε στους ισχύοντες κώδικες δικονομίας. Δύο χώρες δεν εισήγαγαν ρητές διατάξεις που να επιτρέπουν στους αποσπασμένους εργαζομένους να εγείρουν αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας απόσπασης. 4. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ 4.1. Η μεταφορά της οδηγίας στα κράτη μέλη Σύμφωνα με τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, η μεταφορά της οδηγίας στα κράτη μέλη είναι, κατά κανόνα, ικανοποιητική. Εντούτοις, η Επιτροπή επιθυμεί να επισημάνει, σ' αυτό το στάδιο, τρεις ομάδες προβλημάτων μεταφοράς που διαπιστώθηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη. 4.1.1. Η μέθοδος Η Επιτροπή κρίνει ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται στις δύο χώρες οι οποίες δεν εξέδωσαν ειδική νομοθεσία μεταφοράς (βλ. παραπάνω σημείο 3.1.) πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τα κριτήρια που θέσπισε το δικαστήριο, συγκεκριμένα στις υποθέσεις C-365/93 [20] και C-144/99 [21]. Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι σύμφωνα με σταθερή νομολογία, «μολονότι η μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη νομοθετική ενέργεια σε κάθε κράτος μέλος, είναι ωστόσο απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκετά ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να το προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.» Το δικαστήριο πρόσθεσε ότι αυτή η τελευταία προϋπόθεση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθόσον η εν λόγω οδηγία αποβλέπει στην χορήγηση δικαιωμάτων σε πολίτες άλλων κρατών μελών (απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, όπως αναφέρεται παραπάνω, σημείο 9 και απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών όπως αναφέρεται παραπάνω, σημείο 18). [20] Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή Ι-499, σ. 9. [21] Απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, Συλλογή Ι-3541, σ. 17. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σε αυτές τις δύο χώρες, στις περιπτώσεις απόσπασης που καλύπτονται, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις της οδηγίας δεν καθορίζονται σαφώς και η ρητή εφαρμογή της ρήτρας δικαστικής αρμοδιότητας του άρθρου 6 της οδηγίας ελλείπει. Καθόσον η απουσία προσδιορισμού των «επιτακτικών κανόνων» πρέπει να ερμηνεύεται κατά την έννοια ότι η νομοθεσία στον τομέα του εργατικού δικαίου εφαρμόζεται στις περιπτώσεις απόσπασης στο σύνολό της, πρέπει να επισημανθεί ότι η οδηγία δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση στα κράτη μέλη να επεκτείνουν όλες τις νομοθετικές διατάξεις τους και/ή συλλογικές συμβάσεις που διέπουν τους όρους εργασίας στους εργαζομένους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους και ότι η εφαρμογή τέτοιων κανόνων πρέπει να γίνεται με σεβασμό των κανόνων της συνθήκης, ιδιαίτερα του άρθρου 49/ΕΚ. Όσον αφορά τα θέματα, η οδηγία καθορίζει κατάλογο επιτακτικών κανόνων που απαριθμούνται στο άρθρο 3 και είναι εφαρμοστέες στους αποσπασμένους εργαζομένους στον οποίο τα κράτη μέλη δεν μπορούν παρά να προσθέσουν διατάξεις δημοσίας τάξης στο διεθνές πλαίσιο (βλ. παρακάτω). 4.1.2. Η φύση των εφαρμοστέων κανόνων Σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτη παράγραφος, της οδηγίας, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, στο έδαφός τους, οι επιχειρήσεις που υπεισέρχονται στο πεδίο εφαρμογής του να εγγυώνται στους αποσπασμένους εργαζομένους τους όρους εργασίας και απασχόλησης που καθορίζονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και/ή τις συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις που έχουν αναγνωρισθεί ως γενικής εφαρμογής. Κατ' αυτό τον τρόπο, η οδηγία καθορίζει πρώτ' από όλα τη φύση των κανόνων τους οποίους τα κράτη οφείλουν να εφαρμόζουν και στη συνέχεια το περιεχόμενο αυτών των κανόνων. 4.1.2.1. Οι συλλογικές συμβάσεις Κατά κανόνα, το θέμα του προσδιορισμού των συλλογικών συμβάσεων που εφαρμόζονται στην απόσπαση δεν έχει εξετασθεί σε όλες τις νομοθεσίες μεταφοράς. Η Επιτροπή έχει την πρόθεση να εμβαθύνει το θέμα αυτό με σκοπό να εξετάσει τα κριτήρια που έχουν καθιερωθεί για τον προσδιορισμό της συλλογικής σύμβασης που πρέπει να εφαρμόζεται στις εθνικές επιχειρήσεις αφενός και στις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών αφετέρου. Κατ' αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο υπογράμμισε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C-71/98 [22], αυτά τα κριτήρια μπορούν να έχουν πρακτικές συνέπειες κυρίως στις επιχειρήσεις τις λεγόμενες μικτές, δηλαδή στις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες σε διαφόρους τομείς. [22] Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001 "Finalarte", σημεία 76-83, Συλλογή 2001, σ. Ι-07831 Οι συλλογικές συμβάσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3, πρώτη παράγραφος, πρέπει, προς εφαρμογή της οδηγίας, να έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια της παραγράφου 8 του άρθρου 3 της οδηγίας. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 3 της οδηγίας αναφέρεται στις συλλογικές συμβάσεις που παράγουν αποτελέσματα erga omnes και οφείλουν να τηρούνται από όλες τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο συγκεκριμένο τομέα και εμπίπτουν στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής τους με σκοπό την εγγύηση της ισότητας μεταχείρισης μεταξύ των εθνικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο έδαφος του οποίου παρέχουν υπηρεσίες. Απουσία ενός συστήματος δήλωσης γενικής εφαρμογής, το εδάφιο 2 της παραγράφου 8 παρέχει εναλλακτικές λύσεις στα κράτη μέλη που επιτρέπουν την εγγύηση της ισότητας μεταχείρισης. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων που προετοίμασε τη μεταφορά της οδηγίας ήταν της γνώμης ότι εάν τα κράτη μέλη, απουσία συστήματος που να επιτρέπει την αναγόρευση συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων σε κανόνες γενικής εφαρμογής, αποφασίζουν να βασίζονται στις δύο άλλες κατηγορίες συλλογικών συμβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 8 (συλλογικές συμβάσεις οι οποίες έχουν γενική εφαρμογή ή συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τις πλέον αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων), οφείλουν να προβαίνουν σε ρητή μνεία τους στην νομοθεσία μεταφοράς της οδηγίας σχετικά με τους αποσπασμένους εργαζομένους. Εάν η νομοθεσία μεταφοράς δεν περιέχει αυτή τη μνεία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 3 στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος και αποσπούν εργαζομένους στο έδαφός τους. Δεδομένου ότι καμία νομοθεσία μεταφοράς δεν αναφέρεται στις εναλλακτικές λύσεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 8, η Επιτροπή καταλήγει ότι τα κράτη μέλη τα οποία δεν διαθέτουν συλλογικές συμβάσεις που έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 3 της οδηγίας δεν εφαρμόζουν τους όρους εργασίας και απασχόλησης που καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις στους εργαζομένους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους. Κατά συνέπεια, σ' αυτές τις χώρες, μόνον οι όροι εργασίας και απασχόλησης που καθορίζονται από τις νομοθετικές διατάξεις εφαρμόζονται στους αποσπασμένους στο έδαφός τους. 4.1.2.2. Η φύση των νομοθετικών κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται σε θέματα άλλα από εκείνα που αναφέρονται ρητώς στην οδηγία Η παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο, πρώτη παύλα του άρθρου 3 προβλέπει ότι η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, τηρουμένων των διατάξεων της συνθήκης, να επιβάλλουν υπό ίσους όρους, στις εθνικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών όρους εργασίας και απασχόλησης όσον αφορά θέματα πέραν αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, εφόσον πρόκειται για διατάξεις δημοσίας τάξεως. Όσον αφορά το χαρακτηρισμό των διατάξεων δημοσίας τάξεως, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι κατά την έγκριση της οδηγίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δήλωσαν (δήλωση 10) ότι "οι λέξεις «διατάξεις δημοσίας τάξεως» έπρεπε να θεωρούνται ότι καλύπτουν εκείνες τις υποχρεωτικές διατάξεις από τις οποίες δεν είναι δυνατόν να γίνει παρέκκλιση και οι οποίες, λόγω της φύσεως και του στόχου τους ανταποκρίνονται στις επιτακτικές απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος. Αυτές οι διατάξεις μπορούν να περιλαμβάνουν, ιδιαίτερα, την απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας ή τη συμμετοχή των δημόσιων αρχών στην εποπτεία της τήρησης της νομοθεσίας σχετικά με τους όρους εργασίας". Όπως αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 10, η εφαρμογή των διατάξεων δημοσίας τάξεως πρέπει να γίνεται τηρουμένων των διατάξεων της συνθήκης, υπό ίσους όρους. Η Επιτροπή κρίνει ότι η πρώτη παύλα του άρθρου 3 παράγραφος 10, πρέπει να ερμηνεύεται έχοντας υπόψη το στόχο να διευκολύνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στην Κοινότητα. Κατ' αυτό τον τρόπο η οδηγία ορίζει έναν πυρήνα ελάχιστων κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο κράτος μέλος υποδοχής, στους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους. Τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα να επιβάλλουν όλες τις αναγκαστικές διατάξεις του εργατικού δικαίου τους στους παρόχους υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος. Οφείλουν να τηρούν τους κανόνες της συνθήκης και ακόμα ιδιαίτερα του άρθρου 49ΕΚ όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο (βλ., σχετικά με το θέμα αυτό, κυρίως τις αποφάσεις Portugaia Construηυes [23] και Mazzoneli [24]). [23] Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, υπόθεση 164/99 [24] Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, υπόθεση 165/98, Συλλογή σ. I-2189 Η έννοια της δημοσίας τάξεως σύμφωνα με την οδηγία 96/71/EΚ πρέπει να ερμηνεύεται με το πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου το οποίο έχει αποφανθεί σχετικά με την έννοια αυτή επανειλημμένα. Η νομολογία, παρόλο που δεν προβαίνει σε ακριβή ορισμό αυτής της έννοιας της δημοσίας τάξεως, που εμφαίνεται, μεταξύ άλλων στα άρθρα 46 και 56 της συνθήκης ΕΚ, αναγνωρίζει ότι η έννοια αυτή μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη χώρα και την εποχή [25], αφήνοντας ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης στις εθνικές αρχές εντός των ορίων της συνθήκης. Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά [26] και ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος. Έτσι το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η επίκληση της δημοσίας τάξεως πρέπει να αιτιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος [27], να προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής που να πλήττει θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας [28] και να εντάσσεται στις γενικές αρχές του δικαίου, συγκεκριμένα στα θεμελιώδη δικαιώματα και στη γενική αρχή της ελευθερίας έκφρασης. [25] Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 30/77, Συλλογή 1977, σ. I-1999 [26] Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, υπόθεση C-260/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925 [27] Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση 484/93, Συλλογή 1995, σ. I-3955 [28] Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 30/77, Συλλογή 1977, σ. I-1999 Όσον αφορά το χαρακτηρισμό εθνικών διατάξεων ως αστυνομικών διατάξεων και διατάξεων ασφάλειας, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-369/96 και C-376/96 [29], ότι «με την έκφραση αυτή πρέπει να νοούνται οι εθνικές διατάξεις η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας για τη διαφύλαξη της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής οργανώσεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ούτως ώστε να επιβάλλεται η τήρησή τους από όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται επί του εδάφους του κράτους μέλους αυτού ή σε κάθε έναν η σχέση που εντοπίζεται εντός του κράτους αυτού». [29] Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1999 Jean Claude Arblade/ Bernard Leloup, σημείο 30, Συλλογή 1999, σ. I-08453 Για να εκτιμηθεί η διαφορά μεταξύ των εθνικών διατάξεων εσωτερικής δημοσίας τάξεως, αφενός, και των διατάξεων δημοσίας τάξεως καθώς και των αστυνομικών διατάξεων στο διεθνές πλαίσιο, αφετέρου, μπορεί να αναφερθεί το παράδειγμα των κανόνων σχετικά με την απόλυση οι οποίοι, σε ορισμένες χώρες, είναι διατάξεις εσωτερικής δημοσίας τάξεως. Πρόκειται για εθνικούς κανόνες επιτακτικού χαρακτήρα από τους οποίους τα μέρη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν μέσω της σύμβασης και οι οποίοι αποβλέπουν στην προστασία του λεγόμενου «ασθενούς» μέρους (του εργαζομένου). Στις χώρες αυτές, κάθε σύμβαση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού με την οποία ο μισθωτός παραιτείται από την αποζημίωση απόλυσης ή δέχεται να μειωθεί η περίοδός του προειδοποίησης χωρίς αντιστάθμιση, είναι άκυρη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση. Αντίθετα, αυτοί οι ίδιοι κανόνες δεν θεωρούνται διατάξεις διεθνούς δημοσίας τάξεως ή ως αστυνομική διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 7 της σύμβασης της Ρώμης οι οποίες έχουν εφαρμογή ανεξαρτήτως από το δίκαιο το εφαρμοστέο στη σύμβαση. Κατά συνέπεια, εφόσον η σύμβαση εργασίας έγκυρα υπόκειται σε αλλοδαπό δίκαιο, οι διατάξεις εθνικής δημοσίας τάξεως σχετικά με την απόλυση δεν εφαρμόζονται εξ ορισμού. Ορισμένες διατάξεις της σύμβασης της Ρώμης μπορούν να παράσχουν επίσης στα κράτη μέλη χρήσιμη βοήθεια για την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 10 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων. Κατ' αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης αυτής, οι συνέπειες της μη εκτέλεσης μιας συμβατικής υποχρέωσης διέπονται από το δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 6 και 12 της εν λόγω σύμβασης - στις περιπτώσεις απόσπασης, πρόκειται κατά κανόνα για τη νομοθεσία του κράτους καταγωγής. Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι κανόνες του κράτους υποδοχής σχετικά με τις συνέπειες της μη εκτέλεσης μιας σύμβασης εργασίας (για παράδειγμα καταγγελία της σύμβασης εργασίας) δεν μπορούν να εφαρμοστούν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 10, της οδηγίας. Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων η οποία προετοίμασε τη μεταφορά της οδηγίας έκρινε ότι η έννοια «διατάξεις δημοσίας τάξεως» όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 10, καλύπτει τις διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους και/από το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα: τη συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης, την απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, την αρχή της μη διάκρισης και την κατάργηση της εργασίας των παιδιών εφόσον αποτελεί μορφή εκμετάλλευσης [30], την προστασία των δεδομένων και το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. [30] 0 Η συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης εμφαίνονται στις συμβάσεις 87 και 98 της ΔΟΕ. Οι συμβάσεις 29 και 105 καλύπτουν την απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, ενώ η αρχή της μη διάκρισης καθορίζεται από τη σύμβαση 111. Η σύμβαση 182 αφορά την απαγόρευση των χείριστων μορφών εργασίας των παιδιών. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία μεταφοράς επιβάλλει στις αλλοδαπές επιχειρήσεις, στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης, το σεβασμό του εργατικού δικαίου της χώρας υποδοχής στο σύνολό του υπερβαίνουν σαφώς το πλαίσιο που καθιερώνεται από το κοινοτικό δίκαιο. Άλλα κράτη μέλη τα οποία προσθέτουν, ρητά, στη νομοθεσία τους μεταφοράς, στον κατάλογο των επιτακτικών κανόνων διατάξεις θεωρούμενες ως διατάξεις δημοσίας τάξεως στο εθνικό επίπεδο οφείλουν επίσης να επανεξετάσουν την νομοθεσία τους λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω. 4.2. Η πρακτική εφαρμογή 4.2.1. Δυσκολίες που απαντώνται από τις αρχές των κρατών μελών Οι δυσκολίες που απαντώνται από τα κράτη μέλη συνδέονται κατά κανόνα με τους ελέγχους του σεβασμού του δικαίου. Η ιδιαίτερη κατάσταση της διακρατικής απόσπασης, δηλαδή ο πρόσκαιρος χαρακτήρας και η σύγκρουση διαφορετικών νομικών συστημάτων, καθιστά τον έλεγχο αυτό λεπτό και δύσκολο. Μεταξύ των δυσκολιών που ανακύπτουν από τον έλεγχο των περιπτώσεων απόσπασης, εμφαίνεται πρώτα από όλα το γλωσσικό εμπόδιο. Σε ορισμένα κράτη μέλη, η ανικανότητα των υπηρεσιών ελέγχου που αντιμετωπίζουν έγγραφα συντεταγμένα στη γλώσσα καταγωγής των εργαζομένων οδήγησε στην επιβολή της υποχρέωσης να συντάσσονται τα έγγραφα αυτά στη γλώσσα του κράτους εκτέλεσης της παροχής υπηρεσιών. Η ανάγκη διεξαγωγής σύγκρισης των νομοθεσιών διαφορετικών κρατών μελών αποτελεί άλλη πηγή δυσκολιών. Σε ορισμένους τομείς, οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν μπορούν να αρκεσθούν στον έλεγχο του σεβασμού των διατάξεων του εσωτερικού εργατικού δικαίου. Οφείλουν, εξάλλου να επαληθεύουν εκ των προτέρων εάν ο εργοδότης δεν τηρεί αντίστοιχη νομοθεσία ισχύουσα στη χώρα εγκατάστασης στις επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η σύγκριση των νομοθεσιών επιβάλλει όχι μόνο τη γνώση των νομοθεσιών άλλων κρατών μελών, αλλά ακόμη την εκτίμηση της ισοδυναμίας τους με το εσωτερικό δίκαιο που ισχύει στη χώρα υποδοχής. Ιδιαίτερες δυσκολίες συναντήθηκαν στον τομέα των κατασκευών όσον αφορά την σύγκριση των συστημάτων αμειβόμενων αδειών των εργαζομένων. Σε ορισμένα κράτη μέλη, το σύστημα αυτό εφαρμόζεται από ένα σύστημα ταμείων αμειβόμενων αδειών το οποίο προβλέπει τον συνυπολογισμό των δικαιωμάτων αδειών των εργαζομένων που έχουν αποκτηθεί από διαφορετικούς εργοδότες στη διάρκεια ενός δεδομένου έτους. Ενόψει της κατανομής των οικονομικών βαρών μεταξύ των συγκεκριμένων εργοδοτών, οι εργοδότες στον τομέα των κατασκευών οφείλουν να καταβάλλουν στο ταμείο αδειών συνεισφορές υπολογιζόμενες δυνάμει των κατάλληλων εθνικών διατάξεων. Καθ' όσον οι εργοδότες που είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό υποχρεούνται να συμμετέχουν στο σύστημα των ταμείων αδειών που ισχύει στη χώρα υποδοχής και οφείλουν να καταβάλλουν τις συνεισφορές τους στη διάρκεια της περιόδου απόσπασης των εργαζομένων, μπορούν να προκύψουν δύο διαφορετικές καταστάσεις. Εφόσον το σύστημα των ταμείων αδειών υφίσταται και στις δύο συγκεκριμένες χώρες - στη χώρα καταγωγής της επιχείρησης και στη χώρα υποδοχής - πρέπει να λυθεί το ζήτημα της ισοδυναμίας των συστημάτων των ταμείων των δύο κρατών μελών. Για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα σύγκρισης αυτών των συστημάτων, εισάχθηκε μια συνεργασία πέραν της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών από τα ταμεία αδειών ορισμένων κρατών μελών. Αυτή η συνεργασία αποβλέπει στην εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των συστημάτων αμειβόμενων αδειών και στην αποφυγή των διπλών συνεισφορών εργοδοτών σε περίπτωση απόσπασης των εργαζομένων. Η σύγκριση είναι εντούτοις πιο πολύπλοκη εφόσον το σύστημα ταμείων αδειών δεν υφίσταται παρά μόνον σε μια από τις δυο συγκεκριμένες χώρες ενώ η άλλη δεν γνωρίζει σύστημα ταμείων αδειών. Μια τέτοια κατάσταση κατέληξε στην έκδοση της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C-71/98 [31] με την οποία το Δικαστήριο εξέτασε εάν τα άρθρα 49 και 50 (πρώην 59 και πρώην 60) της συνθήκης ΕΚ αντιτίθενται στην επιβολή από ένα κράτος μέλος σε μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος που δεν γνωρίζει το σύστημα ταμείων αδειών, η οποία προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών στο έδαφος του πρώτου κράτους και αποσπά σε αυτό εργαζομένους, μια εθνική ρύθμιση σχετικά με το σύστημα ταμείων αδειών. [31] Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001 Finalarte Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ως θεμελιώδης αρχή της συνθήκης δεν μπορεί να περιορίζεται παρά μόνον από ρυθμίσεις αιτιολογημένες για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος μεταξύ των οποίων η προστασία των εργαζομένων και εναπόκειται στην εθνική δικαιοδοσία να επαληθευθεί εάν, εξεταζόμενη αντικειμενικά, η εν λόγω ρύθμιση υπόσχεται την προστασία των αποσπασμένων εργαζομένων. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, είναι σημαντικό να επαληθευθεί ότι η εν λόγω ρύθμιση συνεπάγεται, για τους συγκεκριμένους εργαζομένους, πραγματικό πλεονέκτημα το οποίο συμβάλλει σημαντικά στην κοινωνική προστασία τους. Αφού επανεξέτασε τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα ενός συστήματος ταμείων αδειών το Δικαστήριο έκρινε ότι απόκειται στην εθνική δικαιοδοσία «να εξετάζει εάν τέτοια δυνητικά πλεονεκτήματα συνεπάγονται για τους αποσπασμένους εργαζομένους πραγματική πρόσθετη προστασία. Ένας τέτοιος έλεγχος πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρώτον την προστασία όσον αφορά τις αμειβόμενες άδειες των οποίων απολαμβάνουν ήδη οι εργαζόμενοι δυνάμει της ρύθμισης του κράτους μέλους εγκατάστασης του εργοδότη τους.» Το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα άρθρα 49 (πρώην 59) και 50 (πρώην 60) της συνθήκης δεν απαγορεύουν σε κάθε κράτος μέλος να επιβάλει σε επιχείρηση εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, η οποία παρέχει υπηρεσίες επί του εδάφους του πρώτου κράτους μέλους, εθνική κανονιστική ρύθμιση που εξασφαλίζει στους προς τον σκοπό αυτό αποσπασμένους από την επιχείρηση εργαζομένους δικαιώματα για άδειες μετ' αποδοχών, «υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν ουσιαστικά συγκρίσιμη προστασία δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους εγκατάστασης του εργοδότη τους, ώστε η εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως του πρώτου κράτους μέλους να τους παρέχει πραγματικό πλεονέκτημα συμβάλλον σημαντικά στην κοινωνική προστασία τους, και, αφετέρου, ότι η εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής του πρώτου κράτους μέλους είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο γενικού συμφέροντος». Είναι σαφές ότι το σύνολο αυτών των δυσκολιών δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των διοικητικών υπηρεσιών των κρατών μελών. Αυτή θα έπρεπε να είναι για τις υπηρεσίες ελέγχου το μέσο απόκτησης ταχέων πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο της νομοθεσίας στο κράτος μέλος εγκατάστασης της επιχείρησης. Αυτή η συνεργασία θα έπρεπε επίσης να αποτελεί το μέσο για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με την εγκατάσταση της επιχείρησης που παρέχει υπηρεσίες ενώ είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος. Εφόσον πρόκειται για ελέγχους της τήρησης των όρων εργασίας, η Επιτροπή επιθυμεί, άλλωστε, να υπενθυμίσει ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία της διοικητικής συνεργασίας στο πλαίσιο της διακρατικής απόσπασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-369/96 και 376/96 παρόλο που αυτές οι υποθέσεις δεν αφορούσαν την ερμηνεία της οδηγίας 96/71/EΚ. Σ' αυτές τις υποθέσεις, το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει εάν τα άρθρα 49 (πρώην 59) και 50 (πρώην 69) της συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται κατά την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος και εκτελούν προσωρινώς εργασίες εντός του πρώτου κράτους την υποχρέωση να φυλάσσουν έγγραφα σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση και τη σχέση εργασίας ενώπιον εντολοδόχου στη χώρα εκτέλεσης της εργασίας. Όσον αφορά την αρχή της φύλαξης εγγράφων σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση και τη σχέση εργασίας στη χώρα απόσπασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις άλλους κράτους μέλους αποτελεί περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της συνθήκης, ο οποίος δεν αιτιολογείται παρά μόνον εφόσον είναι απαραίτητος για την αποτελεσματική διαφύλαξη της προστασίας των εργαζομένων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων του τομέα των κατασκευών μπορεί να απαιτεί την τήρηση ορισμένων εγγράφων διαθέσιμων στο εργοτάξιο ή, τουλάχιστον, σε χώρο προσιτό και σαφώς προσδιορισμένο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για τις αρχές αυτού του κράτους τις επιφορτισμένες με την πραγματοποίηση ελέγχων, ελλείψει, κυρίως ενός οργανωμένου συστήματος συνεργασίας ή ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71. Όσον αφορά ορισμένες διατυπώσεις της τήρησης και κυρίως της φύλαξης αυτών των εγγράφων, το Δικαστήριο παραπέμπει επίσης στο οργανωμένο σύστημα συνεργασίας ή ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71, το οποίο θα καταστήσει προσεχώς περιττή την φύλαξη εγγράφων στο κράτος μέλος υποδοχής αφού ο εργοδότης παύσει να απασχολεί σε αυτό εργαζομένους. Αυτή η νομολογία καλεί πρώτα από όλα τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό την καθιέρωση οργανωμένου και αποτελεσματικού συστήματος συνεργασίας στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας η οποία, κατά το Δικαστήριο, πρέπει να αντικαταστήσει ορισμένες απαιτήσεις όσον αφορά την τήρηση και τη φύλαξη εγγράφων σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση στον τόπο εργασίας. Πράγματι, μετά την θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 96/71, τα επιχειρήματα που εξάγονται από τις διαφορές μορφής ή περιεχομένου μεταξύ εγγράφων της χώρας υποδοχής και εγγράφων της χώρας εγκατάστασης δεν θα μπορούσαν πλέον να γίνονται δεκτά με σκοπό να αιτιολογούνται ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αυτόν τον τομέα στις επιχειρήσεις τις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος. Κατά την εκτίμηση της αιτιολόγησης αυτών των μέτρων, πρέπει να αναμένεται ότι το Δικαστήριο θα λάβει πλήρως υπόψη τη συνεργασία την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71, η οποία θα πρέπει να επιτρέψει στα κράτη μέλη να αποκτούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες στο πλαίσιο της διακρατικής απόσπασης. 4.2.2. Οι δυσκολίες που απαντώνται από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες και τους αποσπασμένους μισθωτούς Θα μπορούσαν να προκύψουν δυσκολίες για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις λόγω του ότι η οδηγία επιβάλλει την τήρηση του δικαίου κράτους μέλους το οποίο δεν είναι το κράτος εγκατάστασης και ότι οι σχετικές διατάξεις είναι συχνά δυσνόητες και ενίοτε επίσης δύσκολα προσιτές. Οι νομοθεσίες μεταφοράς της οδηγίας είναι συχνά περίπλοκες λόγω των πολλαπλών παραπομπών που περιέχουν. Αυτή η νομοθετική μέθοδος εξαρτά την κατανόηση των κειμένων από τη μελέτη άλλων κειμένων στα οποία παραπέμπει. Εξάλλου, η πρόσβαση στις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη σε ορισμένα κράτη μέλη. Οι παρέχοντες υπηρεσίες προσκρούουν επίσης στην απουσία μετάφρασης των εφαρμοστέων κειμένων. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, σχετικά με αυτό, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/71/ΕΚ προβλέπει ρητώς ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 να είναι κατά κανόνα προσιτές. Εκφράζει την ικανοποίησή της ότι ορισμένα κράτη μέλη έλαβαν μέτρα ώστε να διευκολύνουν την πρόσβαση στις διατάξεις που πρέπει να εφαρμόζονται στις περιπτώσεις απόσπασης, κυρίως με τη δημοσίευση ενημερωτικών φυλλαδίων και με τη δημιουργία ιστοχώρων με χρήσιμες πληροφορίες και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση. Εξάλλου πρέπει να υπενθυμισθεί ότι ένας κατάλογος δυσκολιών που επισημάνθηκαν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο διακρατικής παροχής υπηρεσιών, συγκεκριμένα στον τομέα της απόσπασης των εργαζομένων, συντάχθηκε από την Επιτροπή στην έκθεσή της σχετικά με την κατάσταση της εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών [32] που εκδόθηκε στις 30 Ιουλίου 2002. [32] COM(2002) 441 τελικό 4.3. Οι προσχωρούσες χώρες Όσον αφορά την κατάσταση η πλειονότητα των προσχωρουσών χωρών έχει ήδη εγκρίνει νέες διατάξεις και/ή προσάρμοσε υφιστάμενες νομοθεσίες με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων. Φαίνεται ότι, σε ορισμένες χώρες, οι εργασίες μεταφοράς έχουν ήδη προχωρήσει καλώς ενώ σε άλλες πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί πολύ εργασία. Πρόκειται συγκεκριμένα για τη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 1, από πλευράς κράτους υποδοχής, που πρέπει να υπαγορεύει τους κανόνες που είναι απαραίτητο να τηρούνται από τις αλλοδαπές επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες στο έδαφός τους. Για να ενταχθούν γρήγορα οι προσχωρούσες χώρες στις εργασίες της ομάδας κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων, οι εμπειρογνώμονες αυτών των χωρών θα προσκληθούν να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις αυτής της ομάδας το 2003. 5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Η αναθεώρηση της οδηγίας 96/71/ΕΚ Τα αποτελέσματα των μελετών σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 96/71/ΕΚ που συνοψίζονται παραπάνω επιβεβαιώνονται σε ευρεία κλίμακα από τις απαντήσεις των Κρατών Μελών σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την πρακτική εφαρμογή των διατάξεων που απορρέουν από την οδηγία και από τα συμπεράσματα της ομάδας κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων. Οι θέσεις που εκφράστηκαν στα πλαίσια της ομάδας αυτής μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: * Κανένα κράτος μέλος δεν συνάντησε ιδιαίτερες νομικές δυσκολίες κατά τη μεταφορά της οδηγίας. * Η θέση της σε εφαρμογή μπορεί να εγείρει πρακτικές δυσκολίες όμως αυτές θα έπρεπε να μπορούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, να επιλυθούν με το πέρασμα του χρόνου χάρη στην καλύτερη πληροφόρηση και στην καλύτερη διοικητική συνεργασία μεταξύ των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών (άρθρο 4 της οδηγίας). * Φαίνεται πρόωρο να μελετηθούν τροποποιήσεις της οδηγίας. Όσον αφορά το άρθρο 4, στο οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο η πραγματική εφαρμογή της οδηγίας είναι σαφές ότι τα κυκλώματα πληροφόρησης και τα δίκτυα συνεργασίας δημιουργούνται μόνον προοδευτικά. Πράγματι, αυτές οι γνώμες και θέσεις δείχνουν στην Επιτροπή ότι δεν φαίνεται απαραίτητο να γίνει τροποποίηση της οδηγίας. Εάν σημειωθούν δυσκολίες κατά τη συγκεκριμένη εφαρμογή, πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι δυσκολίες που απαντήθηκαν μέχρι σήμερα είναι λιγότερο νομικής και μάλλον πρακτικής φύσης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα υποβάλλει, με τη σημερινή κατάσταση, πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση των λεπτομερειών εφαρμογής της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων. Ο προσδιορισμός των προβλημάτων Τα προβλήματα που σημειώνονται μπορούν να καταταχθούν ως εξής : * Η κατάσταση στα κράτη μέλη τα οποία δεν έκριναν απαραίτητο να εκδώσουν ειδικά και ρητά μέτρα μεταφοράς δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη μεταφορά των κοινοτικών οδηγιών. Οι επιτακτικές διατάξεις κατά την έννοια της οδηγίας δεν προσδιορίζονται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία δεν καθορίζονται σαφώς. Η ρήτρα δικαστικής αρμοδιότητας του άρθρου 6 δεν έχει μεταφερθεί ρητώς. * Οι διατάξεις που έχουν καταστεί εφαρμοστέες, από ορισμένα κράτη μέλη, στις περιπτώσεις απόσπασης κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 10, πρώτη παύλα, πρέπει να επανεξετασθούν με σκοπό να επαληθευθεί ποιες από αυτές τις διατάξεις πρέπει να χαρακτηρίζονται ως κανόνες δημοσίας τάξεως κατά την έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η έννοια της δημοσίας τάξεως ή των αστυνομικών διατάξεων στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο υποδηλοί κανόνες στους οποίους ένα κράτος αποδίδει τέτοια σημασία ώστε να απαιτεί την εφαρμογή τους αμέσως όταν η νομική κατάσταση παρουσιάζει δεσμό με το έδαφός του, οποιοδήποτε και αν είναι το δίκαιο το εφαρμοστέο στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας. * Οι πρακτικές δυσκολίες που αναφέρονται στο σημείο 4.2., δηλαδή τα εμπόδια που απαντώνται κατά την αναζήτηση πληροφοριών, κατά τον έλεγχο της τήρησης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς, καθώς και κατά την επιβολή κυρώσεων μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Προτάσεις επίλυσης των προβλημάτων Οι δύο πρώτες ομάδες δυσκολιών που αναφέρονται παραπάνω αποτελούν προβλήματα μεταφοράς της οδηγίας στις έννομες τάξεις των κρατών μελών τα οποία πρέπει να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο. Θα αποτελέσουν αντικείμενο επαφών μεταξύ των συγκεκριμένων κρατών μελών και της Επιτροπής. Όσον αφορά τη δεύτερη ομάδα δυσκολιών, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αξιολογεί τις δυνατότητες τις οποίες διαθέτει για να συμβάλλει στη βελτίωση της διάδοσης της πληροφορίας και της συνεργασίας μεταξύ των διοικητικών υπηρεσιών των κρατών μελών. Στο στάδιο αυτό, προτίθεται να λάβει και να ενθαρρύνει τα ακόλουθα μέτρα: * Μια ομάδα κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων ποικίλης σύνθεσης που συστάθηκε στο πλαίσιο της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Μαρτίου 2002 [33] θα πρέπει να συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές κατ' έτος για να συζητεί τα θέματα που αναφέρονται στα σημεία 4.1. και 4.2. καθώς και κάθε άλλη πρακτική δυσκολία που ενδεχόμενα απαντάται από τις εθνικές διοικητικές υπηρεσίες. Τα μέλη της ομάδας γενικών διευθυντών εργασιακών σχέσεων που συστάθηκε με την παραπάνω αναφερόμενη απόφαση καλούνται να διορίζουν τους εμπειρογνώμονες των διαφόρων αρμόδιων διοικητικών υπηρεσιών, των οργάνων συνεργασίας, των υπηρεσιών συνδέσμου ή των επιθεωρήσεων εργασίας ανάλογα με τα προς συζήτηση θέματα. Η ομάδα αυτή θα πρέπει πρώτα απ' όλα να διευκρινίζει την κατανομή των διαφόρων καθηκόντων συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας και να προβαίνει σε ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία αυτής της συνεργασίας. [33] Απόφαση σχετικά με τη σύσταση ομάδας γενικών διευθυντών εργασιακών σχέσεων (2002/260), ΕΕ L 91/30 * Η ομάδα εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να εξετάζει τις δυνατότητες για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με τις διατάξεις που πρέπει να εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζομένους στα κράτη μέλη υποδοχής συγκεκριμένα με το σχεδιασμό κατανοητών φυλλαδίων, πληροφοριών προσιτών σε ιστοχώρους, συγκεκριμένα σχετικά με τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις που πρέπει να εφαρμόζονται στις περιπτώσεις απόσπασης, τα πρόσωπα επαφών στις υπηρεσίες συνδέσμου με "διασυνδέσεις" με ιστοχώρους άλλων κρατών μελών και της Επιτροπής. * Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα είναι επιφορτισμένες με τη συλλογή όλων των κατάλληλων πληροφοριών από τα κράτη μέλη με σκοπό να τις καθιστούν προσιτές στο κοινό από ιστοχώρους της Επιτροπής και να δημιουργούν "διασυνδέσεις" με τους ιστοχώρους των κρατών μελών (νομοθεσία και συλλογικές συμβάσεις, υπηρεσίες συνδέσμου). * Όσον αφορά τα προβλήματα που έχουν σχέση με τους ελέγχους της τήρησης των επιτακτικών διατάξεων κατά την έννοια της οδηγίας, η ομάδα θα καλείται να προσδιορίζει ορισμένα στοιχεία απαραίτητων πληροφοριών που θα πρέπει να παρέχονται (από τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις) στα όργανα ελέγχου στη χώρα υποδοχής. Οι ανταλλαγές πληροφοριών και καλής πρακτικής σε επίπεδο ομάδας εμπειρογνωμόνων θα μπορούσε να συμβάλει στην προσέγγιση και στην απλούστευση των πρακτικών διατυπώσεων που αναπτύσσονται μέχρι τώρα από τα κράτη μέλη, συγκεκριμένα όσον αφορά τις δηλώσεις προς τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η ομάδα θα είναι επίσης το κατάλληλο όργανο για την αναζήτηση λύσεων στα γλωσσικά προβλήματα που επισημαίνονται σε αυτό το πλαίσιο. * Εξάλλου, δεν φαίνεται μόνον απαραίτητο να βελτιωθεί η διακρατική συνεργασία μέσω των μηχανισμών που έχουν καθιερωθεί δυνάμει της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Πρέπει επίσης να αξιολογηθούν οι δυνατότητες διαφόρων μορφών συνεργασίας που έχουν καθιερωθεί εκτός της οδηγίας. * Η Επιτροπή μελετά, στο πλαίσιο της εφαρμογής της στρατηγικής για την εσωτερική αγορά των υπηρεσιών που αποφασίσθηκε κατά το ευρωπαϊκό συμβούλιο της Λισσαβώνας [34], τα μέσα για τη βελτίωση των συστημάτων διοικητικής συνεργασίας και θα προτείνει, σχετικά, συγκεκριμένα μέτρα κατά το 2003. [34] COM(2000) 888 τελικό της 29.12.2000 * Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Συμβούλιο "Δικαιοσύνη, εσωτερικές υποθέσεις και προστασία των πολιτών" της 8ης Μαΐου 2003 κατέληξε σε πολιτική συμφωνίας σχετικά με μια απόφαση-πλαίσιο όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των χρηματικών κυρώσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ένα απλό και αποτελεσματικό σύστημα θα διευκολύνει στο μέλλον τη διακρατική εκτέλεση των χρηματικών κυρώσεων αμέσως με την θέση σε εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω απόφασης-πλαισίου από τα κράτη μέλη.