82/364/EOK: Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Μαΐου 1982 για την επιδότηση επιτοκίων εξαγωγικών πιστώσεων από τη Γαλλία προς την Ελλάδα μετά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 159 της 10/06/1982 σ. 0044 - 0047
***** ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 17ης Μαΐου 1982 για την επιδότηση επιτοκίων εξαγωγικών πιστώσεων από τη Γαλλία προς την Ελλάδα μετά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (82/364/ΕΟΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, Εκτιμώντας: Ι ότι την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Από την ημερομηνία αυτή εφαρμόζονται στην Ελλάδα οι διατάξεις της συνθήκης για τις κρατικές ενισχύσεις και για τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των παλαιών Κρατών μελών και της χώρας αυτής. Πριν από την ημερομηνία αυτή, όταν επρόκειτο για χρηματοδότηση κεφαλαιουχικών αγαθών προς την Ελλάδα, τα παλαιά Κράτη μέλη μπορούσαν να εφαρμόζουν τους όρους δανειοδότησης που έχουν συμφωνηθεί διεθνώς στη «Συμφωνία επί των κατευθυντήριων γραμμών για εξαγωγικές πιστώσεις με κρατική ενίσχυση», το λεγόμενο «consensus», του οποίου η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα έγινε μέλος όταν το Συμβούλιο υιοθέτησε στις 4 Απριλίου 1978 απόφαση για το σκοπό αυτό. Η απόφαση αυτή βασίζεται στο άρθρο 113 της συνθήκης και αφορά εξαγωγικές πιστώσεις προς τρίτες χώρες· ότι οι όροι και τα επιτόκια που συμφωνήθηκαν στο consensus ποικίλλουν ανάλογα με το κατά κεφαλή ακαθάριστο εθνικό προϊόν των αγοραστριών χωρών, οι οποίες κατατάσσονται αντίστοιχα σε τρείς κατηγορίες: πλούσιες, ενδιάμεσες και φτωχές· ότι με την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία μετέχει στο consensus αυτό, η Ελλάδα άλλαξε αυτόματα καθεστώς από «ενδιάμεση» σε «πλούσια» χώρα, για την οποία εφαρμόζονται ελαφρώς υψηλότερα επιτόκια. Για το λόγο αυτό, όλες οι χώρες που μετέχουν στη συμφωνία έπρεπε να ανακοινώσουν στον ΟΟΣΑ, ο οποίος ασκεί καθήκοντα γραμματείας, τις ανειλημμένες ήδη υποχρεώσεις σχετικά με τους όρους για εξαγωγικές πιστώσεις που χορηγούνται για πώληση κεφαλαιουχικών αγαθών προς την Ελλάδα, για τις οποίες συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεων, χωρίς να έχουν ακόμα ολοκληρωθεί· ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσχώρηση της Ελλάδας (1) συζητήθηκε επανειλημμένα από τη συντονιστική ομάδα της πολιτικής για την ασφάλιση των πιστώσεων, για εγγυήσεις πιστώσεων και για χρηματοδοτικές πιστώσεις («Ομάδα για την Ασφάλιση των Εξαγωγικών Πιστώσεων») του Συμβουλίου, το οποίο είναι αρμόδιο αποκλειστικά για τον τομέα των πιστώσεων εξαγωγών προς τρίτες χώρες (2). Κατά τη συνεδρίαση της ομάδας στις 13 Μαρτίου 1980, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής διευκρίνησαν ότι από την 1η Ιανουαρίου 1981 ισχύει για την Ελλάδα το άρθρο 92 της συνθήκης. Δεν πρόκειται να προκύψουν προβλήματα σε συναλλαγές που έχουν συμφωνηθεί και γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή. Όσον αφορά ήδη ανειλημμένες υποχρεώσεις υπό μορφή προσφορών, που έγιναν ως μέρος των διαπραγματεύσεων για συμβάσεις που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία της προσχώρησης, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η Επιτροπή θα εφαρμόσει στην περίπτωση αυτή το κριτήριο της «καλής πίστης» («bona fide»)· ότι κατά τη συνεδρίαση της Ομάδας για την Ασφάλιση των Εξαγωγικών Πιστώσεων, στις 11 Νοεμβρίου 1980, διαπιστώθηκε ότι ενώ δύο Κράτη μέλη είχαν λάβει μέτρα έτσι ώστε να μην υπάρχουν ανειλημμένες υποχρεώσεις μετά την τελευταία προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 1980, όλα τα άλλα Κράτη μέλη είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις μετά από την ημερομηνία αυτή· ότι εξετάστηκε το ενδεχόμενο μιας συμβιβαστικής λύσης, σύμφωνα με την οποία η τυπική εφαρμογή του άρθρου 92 δεν θα ίσχυε για συμβάσεις που είχαν υπογραφεί πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 1981, αλλά δεν αποφασίσθηκε, ενόψει της θέσεως της Γαλλίας, η οποία θεωρούσε την περίοδο αυτή πολύ σύντομη· ότι τελικά όταν η ομάδα, στη συνεδρίασή της στις 11 Δεκεμβρίου 1980, διαπίστωσε ότι η διαφορά απόψεων που είχε παρουσιαστεί εξακολουθούσε να υπάρχει, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα, σύμφωνα με τα άρθρα 92 και 93 της συνθήκης, να εξετάζει κατά περίπτωση υποχρεώσεις που συνάπτονται μετά από την 1η Ιανουαρίου 1981 (3) · ότι όταν στις 23 Φεβρουαρίου 1981 η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή παρέκκλιση, όσον αφορά συμβάσεις για την κατασκευή ενός ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού, με το επιχείρημα ότι η γαλλική κυβέρνηση συνέχιζε την πολιτική της προσφοράς επιδότησης επιτοκίων, η Επιτροπή αποφάσισε ότι παρόμοια παρέκκλιση δεν είναι δυνατό να επιτραπεί, γιατί αντιστρατεύεται σε θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής πολιτικής. Η θέση αυτή γνωστοποιήθηκε στη γερμανική κυβέρνηση (1), όπως και σε όλα τα Κράτη μέλη (2), και προειδοποιούσε ότι η Επιτροπή θα έκανε χρήση όλων των εξουσιών που της δίνονται από τη συνθήκη για να την υποστηρίξει· ότι σε μια συνεδρίαση της Ομάδας για την Ασφάλιση των Εξαγωγικών Πιστώσεων, στις 6 Μαΐου 1981, ο γερμανός αντιπρόσωπος πληροφόρησε τους συνέδρους ότι η Γαλλία συνέχιζε την τακτική της προσφοράς επιδοτούμενων δανείων, όσον αφορά συμβάσεις για τις οποίες η Επιτροπή έχει καθορίσει τη θέση της, όπως και σε άλλες, γεγονός που επιβεβαίωσε ο γάλλος αντιπρόσωπος · ότι για το λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Μαΐου 1981, να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης (3) για τις ήδη ανειλημμένες υποχρεώσεις της γαλλικής κυβέρνησης, τις οποίες είχε γνωστοποιήσει στη γραμματεία του ΟΟΣΑ με ημερομηνία εκπνοής την 30ή Ιουνίου 1981. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, όλα τα Κράτη μέλη (4) και τα ενδιαφερόμενα μέρη (5) κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους· ΙΙ ότι στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην Επιτροπή η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, καθώς η Επιτροπή άργησε να υιοθετήσει σαφή θέση, τα Κράτη μέλη έπρεπε να λάβουν μέτρα για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους. Όπως είχε τεθεί το ζήτημα από αρκετές αντιπροσωπείες στην Ομάδα του Συμβουλίου, η υπόσχεση και όχι η σύναψη της σύμβασης δημιούργησε την υποχρέωση στον τομέα της ασφάλισης των δανείων. Κατά τις συζητήσεις της Ομάδας του Συμβουλίου δεν είχε βρεθεί πρακτική λύση για το πρόβλημα των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων· ότι η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίσθηκε, εξάλλου, ότι εφόσον η Επιτροπή δέχτηκε την αρχή της ύπαρξης ανειλημμένων υποχρεώσεων στην Ελλάδα, αναγνώρισε ότι τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα με τη συνθήκη. Δηλώνοντας στη συνεδρίαση της Ομάδας για την Ασφάλιση των Εξαγωγικών Πιστώσεων, στις 11 Νοεμβρίου 1980, ότι ήταν διατεθειμένη να θεωρήσει ότι οι ήδη ανειλημμένες υποχρεώσεις ισχύουν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1981, προκειμένου να αποφύγει μια σειρά προβλημάτων που είχαν υποδείξει τα Κράτη μέλη, η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι, στην περίπτωση της Ελλάδας, οι μεταβατικές ρυθμίσεις υπό μορφή ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων δεν ήταν ασυμβίβαστες με τη συνθήκη· ότι η γαλλική κυβέρνηση είχε συνεπώς τη γνώμη ότι, αν γίνει δεκτή η αρχή των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων, ο καθορισμός του χρόνου ισχύος τους ήταν θέμα διαβαθμίσεως και όχι αρχής. Θα μπορούσε ωστόσο να εξεταστεί υπό το φώς της πρακτικής που εφαρμόζεται γενικά από τα Κράτη μέλη στον τομέα αυτό· ότι οι γαλλικές αρχές τήρησαν αυστηρά τις γενικές νομικές αρχές, όταν επικαλέστηκαν την ευθυγράμμιση της περιόδου ισχύος των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεών τους με την περίοδο ισχύος των υποσχέσεων για παροχή εγγυήσεων, δηλαδή έξι μήνες, οι οποίες θεωρούνται σαν συμβατική ανάληψη υποχρέωσης έναντι του ασφαλισμένου. Η περίοδος των έξι μηνών επίσης συμφωνήθηκε γενικά από όλα τα μέρη, όταν τροποποιήθηκε παλαιότερα το consensus. Επομένως η περίοδος των δύο μηνών, εκτός του ότι έχει μικρή σημασία, μόνο αυθαίρετος συμβιβασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί· ότι, τέλος, η γαλλική κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκεί κριτική στις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας για μια εύλογη μεταβατική περίοδο και συγχρόνως να αρνείται να επιλύσει, με τρόπο που να εκφράζει τις επιθυμίες των Κρατών μελών, το πρόβλημα της ισότητας των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εξαγωγέων της ΕΟΚ και των εξαγωγέων των τρίτων χωρών· ότι ορισμένα Κράτη μέλη υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους υποστηρίζοντας τη θέση της Επιτροπής. Ένα Κράτος μέλος, ιδιαίτερα, τόνισε ότι ήταν αναγκαίο να εξασφαλίσει η Επιτροπή το σεβασμό απέναντι στην άποψή της και την υιοθέτηση της άποψης αυτής από όλα τα Κράτη μέλη, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, θα επακολουθούσε σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των Κρατών μελών· ΙΙΙ ότι η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης για 121 ήδη ανειλημμένες υποχρεώσεις της γαλλικής κυβέρνησης για πιστώσεις με μειωμένα επιτόκια σε γαλλικές πωλήσεις προς την Ελλάδα με ρητή ημερομηνία εκπνοής την 30ή Ιουνίου 1981. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης, η γαλλική κυβέρνηση δεν μπορεί να προβεί στη χορήγηση της ενίσχυσης μέχρις ότου η Επιτροπή εκδώσει τελική απόφαση καί, από όσο γνωρίζει η Επιτροπή, η γαλλική κυβέρνηση δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Η ημερομηνία εκπνοής των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων έχει παρέλθει. Παρ' ολα αυτά η γαλλική κυβέρνηση, στο τέλεξ της 11ης Ιουνίου 1981, υποστήριξε ότι είναι ορθό να συνεχίσει την προσφορά πιστώσεων με επιδοτούμενο επιτόκιο σε πωλήσεις προς την Ελλάδα και μετά την προσχώρηση. Επιπλέον η εφαρμογή πιστώσεων με μειωμένα επιτόκια στο εμπόριο μεταξύ των Κρατών μελών εξακολουθεί να αποτελεί θέμα σημαντικό. Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι είναι απαραίτητο να δηλώσει σε μια αρνητική απόφασή της, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, το ασυμβίβαστο των ενισχύσεων αυτών με την κοινή αγορά, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει η ρητή ημερομηνία εκπνοής των 121 ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων για τις οποίες έχει κινηθεί η διαδικασία· IV ότι από τότε που η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες εφαρμόζονται οι διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ στη χώρα αυτή και στις σχέσεις της με τα άλλα Κράτη μέλη. Κρατική ενίσχυση, που επιτρέπει σε επιχείρηση ενός Κράτους μέλους να προβεί σε προσφορά αγαθού σε τιμή τεχνητά χαμηλότερη από αυτήν που προσφέρουν ανταγωνιστές άλλου Κράτους μέλους που δεν παίρνουν ενίσχυση, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων αγαθών, και επηρεάζει τις μεταξύ των Κρατών μελών συναλλαγές. Επομένως είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης. Ενίσχυση, η οποία χορηγείται για τη μείωση του επιτοκίου μιας πίστωσης για χρηματοδότηση πώλησης αγαθού που παράγεται σε ένα Κράτος μέλος, για να εξαχθεί σε άλλο, αποτελεί εξαγωγική ενίσχυση· ότι, όσον αφορά τις ενισχύσεις για εξαγωγές, που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, η Επιτροπή είχε πάντα τη γνώμη ότι είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης, και δεν μπορούν να τύχουν καμιάς από τις παρεκκλίσεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος του άρθρου αυτού. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε και από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην απόφασή του για τις υποθέσεις 6/69 και 11/69 που εκδικάστηκαν μαζί (γαλλικός προτιμησιακός αναπροεξοφλητικός τόκος) και επιβεβαιώθηκε με διάφορες ευκαιρίες από την Επιτροπή. Μάλιστα, όταν το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση για το consensus, η Επιτροπή καταχώρισε στα πρακτικά του Συμβουλίου την εξής δήλωση: «Η Επιτροπή θεωρούσε πάντα ότι σε εξαγωγικές πιστώσεις, που χορηγούν τα Κράτη μέλη στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, (οι ενισχύσεις στις εξαγωγές) είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης. Η παρούσα απόφαση, που βασίζεται στο άρθρο 113 και αφορά πιστώσεις για εξαγωγές σε χώρες μη μέλη, δεν επηρέασε τη θέση αυτή. Ειδικότερα, δεν νομιμοποίησε την ενίσχυση που δίνεται από τα Κράτη μέλη, που χρησιμοποιούν τους όρους πιστώσεων που προβλέπονται στην απόφαση, στο εμπόριό τους με άλλα Κράτη μέλη. Η Επιτροπή επιφυλάχθηκε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, σύμφωνα με τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 92 της συνθήκης, για να θέσει τέλος σε παρόμοιες ενισχύσεις, σε περίπτωση που εξακολουθούν να υπάρχουν, ή να τις απαγορεύσει, σε περίπτωση που Κράτος μέλος έχει την πρόθεση να καθιερώσει νέες.»· ότι η ημερομηνία προσχώρησης της Ελλάδας, με οτιδήποτε συνεπάγεται αυτή, ήταν γνωστή τουλάχιστον από τις 28 Μαΐου 1979, όταν υπογράφηκε η συνθήκη προσχώρησης. Όσον αφορά τους κανονισμούς για τις κρατικές ενισχύσεις, είχε ανακοινωθεί επίσημα τον Φεβρουάριο του 1977 (στην τρίτη σύνοδο των διαπραγματεύσεων για την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες σε επίπεδο Αναπληρωτών, στις 28 Φεβρουαρίου 1977, ΣΥΝΔ-ΕΛ/10/77) ότι η Ελλάδα δεν θεωρεί απαραίτητο να ζητήσει ειδική ρύθμιση ή μεταβατικά μέτρα, όσον αφορά τους κανονισμούς για ενισχύσεις που περιέχονται στη συνθήκη ΕΟΚ και ότι οι κανόνες αυτοί θα εφαρμόζονται στην Ελλάδα αμέσως μετά την προσχώρηση· επίσης, ότι κανένα Κράτος μέλος δεν εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς αυτό· ότι η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια των συσκέψεων για την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων και από τον Μάρτιο 1980, διευκρίνησε με σαφήνεια τη θέση της· ότι γι' αυτό δεν εχει θέση το επιχείρημα της Γαλλίας, ότι η Επιτροπή καθυστέρησε να προσδιορίσει τη θέση της. Η γαλλική κυβέρνηση είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή της για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι αρμόδιες γαλλικές αρχές δεν θα προέβαιναν σε ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων, όσον αφορά πωλήσεις προς την Ελλάδα μετά την ημερομηνία της προσχώρησής της, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με τη θέση αυτή· ότι άλλα Κράτη μέλη δεν δυσκολεύτηκαν να το κάνουν · ότι η θέση της Επιτροπής επί της αρχής δεν μεταβλήθηκε και από το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 1980 αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο μεταβατικής περιόδου δύο μηνών, πράγμα που στην πραγματικότητα σήμαινε περίοδο μεγαλύτερη από τρείς μήνες από την ημερομηνία της συνάντησης. Η χρονική αυτή περίοδος, κατά την οποία η Επιτροπή δεν θα επενέβαινε οπωσδήποτε, είχε σαν σκοπό να επιτρέψει στους επίσημους ασφαλιστές πιστώσεων των Κρατών μελών να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την προσαρμογή· ότι πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι αρμοδιότητες της Ομάδας για την Ασφάλιση των Εξαγωγικών Πιστώσεων του Συμβουλίου περιορίζονται σε προβλήματα που αφορούν το συντονισμό των δραστηριοτήτων των Κρατών μελών στις συναλλαγές τους με τρίτες χώρες, και ότι η εφαρμογή των κανονισμών της συνθήκης για τις κρατικές ενισχύσεις εναπόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή· ότι το γεγονός ότι τα Κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανέλαβαν μεταξύ τους υποχρεώσεις που επιβάλλουν αυστηρότερη πειθαρχία για τα ίδια παρά για τις τρίτες χώρες, αυτό είναι συνυφασμένο με τη φύση της Κοινότητας· ότι η εκ νέου καθιέρωση των εξαγωγικών ενισχύσεων μέσα στην Κοινότητα θα παραγνώριζε την αρχή της ενότητας της κοινής αγοράς, σύμφωνα με την οποία οι πωλήσεις στις αγορές των άλλων Κρατών μελών πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση με τις εσωτερικές συναλλαγές. Εφόσον οι εξαγωγικές ενισχύσεις δεν μπορούν εξ ορισμού να εφαρμόζονται στην εσωτερική αγορά, αυτό θα οδηγούσε επιπλέον σε μια κατάσταση στην οποία οι ανταγωνιζόμενοι σε μια εσωτερική αγορά θα ήταν σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους από άλλα Κράτη μέλη, κατάσταση αφόρητη, που θα οδηγούσε σύντομα στη γενίκευση των λειτουργικών ενισχύσεων, μεταξύ των οποίων θα ήταν και ενισχύσεις για την προώθηση των εθνικών πωλήσεων· ότι το consensus, που εναρμονίζει τους πιστωτικούς όρους αλλά όχι τα ποσά των ενισχύσεων, αποτελεί ρεαλιστική λύση για τον ανταγωνισμό στους πιστωτι κούς όρους σε διεθνές επίπεδο, αλλά δεν παρουσιάζει ικανοποιητικό υπόδειγμα για εφαρμογή μέσα στην ΕΟΚ. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι το μειονέκτημα που μπορούν να έχουν μέσα στην Κοινότητα τα υψηλά επιτόκια, για ορισμένες επιχειρήσεις, αντισταθμίζεται ή αντανακλάται σε άλλα στοιχεία της δομής του κόστους τους και είναι προς όφελός τους. Το να γίνει αποδεκτό ότι κάποια επιχείρηση αντισταθμίζει με κάποιο τρόπο ένα δυσμενή παράγοντα κόστους, θα μπορούσε να οδηγήσει σύντομα στην ανάγκη να αντισταθμίζονται και σε άλλα Κράτη μέλη άλλοι δυσμενείς παράγοντες κόστους, όπως το επίπεδο των μισθών ή η σημασία των κοινωνικών βαρών, και να γίνουν αποδεκτές οι γενικές λειτουργικές ενισχύσεις. Κάτι τέτοιο είναι απαράδεκτο σύμφωνα με το άρθρο 92 της συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι παρεκκλίσεις από τη γενική αρχή του ασυμβίβαστου των ενισχύσεων με την κοινή αγορά δίνονται μόνο σε ενισχύσεις που συμβάλλουν στην επίτευξη ενός από τους στόχους που καθορίζονται στις διατάξεις για παρέκκλιση, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Η επιδότηση επιτοκίου για πιστώσεις που χορήγησε η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας μέχρι τον Ιούνιο 1981, για τη χρηματοδότηση πωλήσεων γαλλικών προϊόντων προς την Ελλάδα, αποτελεί ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης. Άρθρο 2 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 17 Μαΐου 1982. Για την 'Επιτροπή Frans ANDRIESSEN Μέλος της Επιτροπής (1) Βλέπε 5921/80, ΕΠΕ (εμπορικές πιστώσεις και εγγυήσεις) 18 της 25. 3. 1980, 11248/80, ΕΠΕ 56 της 17. 11. 1980. (2) Βλέπε εντολή της ομάδας (ΕΕ αριθ. 66 της 27. 10. 1960, σ. 1339/60). (3) Βλέπε 12461/80, ΕΠΕ 75 της 16. 12. 1980. (1) Τέλεξ 216134-IV της 16. 3. 1981 προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. (2) Τέλεξ 217492-IV της 20. 3. 1981 προς όλες τις μόνιμες αντιπροσωπείες. (3) SEC (81) 753 της 12. 5. 1981. (4) SG (81) Δ/6623, SG (81) Δ/6700. (5) ΕΕ αριθ. C 136 της 5. 6. 1981, σ. 2.